WeRead Powered by ReaderPub
Η Γυφτοπούλα cover

Η Γυφτοπούλα

Chapter 34: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.
Open in WeRead

About This Book

The narrative interweaves rural episodes on an island, following a shepherd who uncovers a hidden cave with ancient statues and other villagers whose small losses and quests—most notably the loss and retrieval of a treasured cloak—set in motion journeys, bargaining, and raiding. Portraits of worn lives, local customs, and encounters with thieves and veterans thread together to explore fate, poverty, and the hold of tradition. Scenes shift between lyric descriptions of landscape, ritual memory of antiquity, and gritty everyday struggles, producing a mosaic of communal life where personal misfortune and chance discoveries reveal deeper tensions between past and present.

Φθάσας εις την δυτικήν πτέρυγα, είδεν ορσοθύραν ανοικτήν. Αύτη εχρησίμευε συνήθως εις τας εισόδους και εξόδους των κηπουρών και των εργατών. Έσωθεν της μονής κατήρχετό τις εις αυτήν δι' υπογείου διαδρόμου, κειμένου υπό ευρύ τι εξώστοον. Ο Σκούντας επλησίασεν, εισήλθεν, έψαυσε την θύραν, την ηρεύνησεν, έμπροσθεν και όπισθεν, και συγχρόνως περιέφερε προφυλακτικά βλέμματα πέριξ, προνοών μη τον ίδη τις. Τότε ανεκάλυψεν ότι η θύρα αύτη εκλείετο έσωθεν διά δύο παχέων μοχλών, και δεν εφαίνετο έχουσα κλείθρον. Ο κατοπτευτής εφάνη ότι ευχαριστήθη εκ της ανακαλύψεως ταύτης, και ρίψας τελευταίον βλέμμα εις το τείχος, ως διά να σημειώση καλώς την θέσιν της ορσοθύρας, απεμακρύνθη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

Ο ψευδής Μάχτος.

Ήτο μικρόν προ του μεσονυκτίου, και η Αϊμά είχεν αρτίως κατακλιθή. Την εσπέραν εκείνην είχε φαιδράς ελπίδας. Εσκέπτετο ότι υπήρχε τις, όστις δεν την είχε λησμονήσει, όστις προ τριών ημερών τη είχε πέμψει την επιστολήν εκείνην, ην ηγωνίσθη τοσούτον όπως κατορθώση να συλλαβίση η Αϊμά, και επί τέλους ουδέν κατώρθωσεν. Αλλ' ήτο έν και το αυτό. Δεν αναγινώσκει τις επί του χάρτου ειμή τα ίδια αυτού όνειρα, λέξεις δε διά μελάνης γεγραμμέναι δεν δύνανται ν' αμαυρώσωσι φαιδράς εικόνας. Κατόπιν της επιστολής τη έστειλεν ο Μάχτος και άλλον φίλον.

Προ δύο ωρών ο Σκούντας και η Βεάτη είχον αναβή τας τέσσαρας κλίμακας τας αγούσας εις το υπερώον, και συνωμίλησαν μετά της Αϊμάς διά του μέσου του γνωστού εις την Βεάτην. Ο Σκούντας μετεβίβασεν εις την Αϊμάν τους χαιρετισμούς του Μάχτου!

Η Αϊμά τον ηρώτησεν, αν θα έλθη ο Μάχτος ταχέως καθώς τη είχεν υποσχεθή διά της επιστολής. Ο Σκούντας απήντησε μηχανικώς ότι θα έλθη.

— Πότε; ηρώτησεν η Αϊμά.

— Πολύ γρήγορα, απήντησεν ο Σκούντας, ίσως….

Ήθελε να είπη «ίσως απόψε», αλλά διεκόπη επί τη παρουσία της Βεάτης. Ότε οι δύο απεσύρθησαν, η Αϊμά κατεκλίθη μεστή της ιδέας ταύτης, ότι ο αδελφός της έμελλεν όσον ούπω να έλθη, και περιέμενεν αυτόν εις τα όνειρά της. Αλλ' εσκέπτετο πάλιν ότι ενδέχεται να βραδύνη ένεκα των κωλυμάτων, άτινα ήθελεν απαντήσει, και τότε εσχεδίαζε την επιστολήν, ην ήθελε γράψει προς αυτόν, αν εγίνωσκε την γραφήν, εις απάντησιν της επιστολής του Μάχτου, ην η Αϊμά δεν ηδυνήθη ν' αναγνώση.

Απεκοιμήθη δε συντάττουσα καθ' εαυτήν απάντησιν τοιαύτην «Αδελφέ Μάχτο. Η επιστολή σου μοι επροξένησε πολλήν χαράν, διότι μοι λέγεις ότι θα έλθης. Έλα γρήγορα να μ' ελευθερώσης, διότι είμαι φυλακωμένη, και υποφέρω πoλύ. Διατί μ' έφεραν εδώ, δεν ειξεύρω. Είμαι κλεισμένη ολομόναχη. Κατ' αρχάς εφοβούμην πολύ την νύκτα, τώρα συνείθισα να μη φοβούμαι, αλλ' όμως στενοχωρούμαι παραπολύ. Τας πρώτας ημέρας ήρχετο μία καλογραία καθ' εκάστην και μ' έβλεπεν. Αυτή μ' ευχαριστούσε, διότι μου έλεγε πράγματα, τα οποία μοι εφαίνοντο ως να τα είχα υποφέρει άλλοτε. Τώρα μου την επήραν αυτήν, και έρχεται μία άλλη, ήτις δεν μ' ευχαριστεί καθόλου, διότι εκείνα οπού μοι λέγει δεν τα εννοώ, και μοι φαίνεται ότι και αν τα εννοούσα, θα ήτον ακόμη χειρότερα. Το μόνον οπού με παρηγορεί, είνε η ελπίς ότι θα έλθης να μ' ελευθερώσης. Η ηγουμένη μοι υπεσχέθη να μοι είπη διά ποίαν αιτίαν μ' έχουν κλεισμένην, αλλά δεν την ξαναείδα. Την καλογραίαν, ήτις έρχεται, την παρεκάλεσα να της ειπή να έλθη, αλλ' αυτή μοι απήντησεν ότι δεν πρέπει να έχω αμαρτωλάς επιθυμίας. Τι εννοεί, δεν ειξεύρω. Είνε απορίας άξιον διατί μ' έχουν κλεισμένην εδώ. Έλα λοιπόν γρήγορα, φίλτατε Μάχτο, και σε περιμένω νύκτα και ημέραν…… Τοιαύτην επιστολήν εσχεδίαζεν η Αϊμά.

Πριν ή αποκοιμηθή, ανηγέρθη επί μίαν στιγμήν και έσβυσε τον λύχνον. Είχε συνειθίσει ήδη εις το σκότος. Είπε καθ' εαυτήν ότι δεν ηδύνατο να ίδη όνειρα, αν άφηνε τον λύχνον ανημμένον. Τέλος έκλεισε τους οφθαλμούς και εταλαντεύετο μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως.

Δεν είχεν ακόμη αποκοιμηθή και ήκουσε δούπον έξωθεν της θύρας, ως βήματα ανθρώπου. Είτα ήκουσε λείον κρότον, ως να έξεε τις την θύραν με τους όνυχας, ή ως να προσεπάθει τις να εισαγάγη κλείδα εις την οπήν του κλείθρου, ψηλαφών εν τω σκότει. Μετά τούτο αντήχησε σφοδρότερος κρότος, ως εκ περιστροφής της κλειδός. Τέλος, μετά τινας στιγμάς, η θύρα ηνοίχθη…

Η Αϊμά, ανετινάχθη επί της κλίνης της, και αφήκε πεπνιγμένην κραυγήν·

— Ποίος είνε;

— Εγώ, ο Μάχτος, απήντησεν ο εισελθών. Σιωπή!

— Συ! Μάχτο! Ήλθες! Ω Μάχτο! Συ είσαι; έκραξεν η Αϊμά.

— Σιωπή, φρόνιμα, εψιθύρισεν η φωνή του εισελθόντος.

Η Αϊμά, μη δυναμένη να κρατηθή, εν εξάλλω αγαλλιάσει, ερρίφθη εις τας αγκάλας του νομιζομένου Μάχτου.

— Υπάγωμεν, εψιθύρισε με υπόκωφον φωνήν ούτος. Είσαι έτοιμη;

— Έτοιμη, έτοιμη, Μάχτο! υπάγωμεν, ευθύς· ω, ήλθες, Μάχτο!

— Υπάγωμεν, επανέλαβεν εκείνος. Μην αργής!…

— Τώρα να ενδυθώ, Μάχτο! Νανάψω το φως.

 — Ω μην ανάπτης φως, είπε μετά τρόμου ο αποκαλών εαυτόν Μάχτον.
Θα μας ίδουν.

— Έχεις δίκαιον. Περίμενε να εύρω το φόρεμά μου.

Και η Αϊμά εψηλάφησεν εν τω σκότει, ευρούσα δε τας εμβάδας της, εφόρεσεν αυτάς ταχέως, είτα την εσθήτα της.

 — Υπάγωμεν, εψιθύρισεν ο άνθρωπος εκείνος, τείνων την χείρα του
προς την Αϊμάν.

— Υπάγωμεν, είπεν η νέα, λαβούσα την χείρα του.

Και κατέβησαν ομού, ψηλαφώντες τους τοίχους εν τω σκότει, πατούντες επ' άκρων των ονύχων, κωφαίνοντες τον κρότον των βημάτων, έρποντες και συνέχοντες την αναπνοήν· κατέβησαν την κλίμακα του υπερώου, έφθασαν εις τον πρώτον διάδρομον, κατήλθον την δευτέραν κλίμακα, έφθασαν εις το μεσαίον πάτωμα, και τέλος ευρέθηκαν εις την αυλήν. Η Αϊμά εφυλάττετο να ομιλήση, και ο συνοδεύων αυτήν ουδέν ετόλμα να υποψιθυρίση. Ότε έφθασαν εις το ύπαιθρον, αν και η νυξ ήτο ζοφερωτάτη και πυκνά νέφη εσκότιζαν το στερέωμα, ο καλούμενος Μάχτος έκυπτε τόσον το πρόσωπον προς την γην, ώστε η Αϊμά δεν ηδύνατο να διακρίνη τους χαρακτήρας του προσώπου του. Η νέα εκράτει σφιγκτώς τον βραχίονά του, εκείνος δε δεν έστρεφε προς αυτήν το πρόσωπον. Ωδήγησε δε αυτήν εις τον υπόγειον διάδρομον, τον άγοντα προς την μικράν θύραν.

— Πού υπάγομεν, Μάχτο; ηρώτησεν η Αϊμά, αισθανθείσα σκότος και υγρασίαν.

— Εις την θύραν, απήντησεν υπόκωφος η φωνή του ανθρώπου εκείνου.

Η Αϊμά δεν απηύθυνε δευτέραν ερώτησιν.

Ότε έφθασαν εις την ορσοθύραν, ο ψευδής Μάχτος απέσπασε τον βραχίονα από της χειρός της Αϊμάς και εψηλάφησε να εύρη τους μοχλούς της θύρας. Ώθησε τον ένα αυτών προς τον τοίχον, και ούτος ενέδωκεν. Είτα ώθησε τον δεύτερον, αλλ' αυτός αντέστη.

Ο ψευδής Μάχτος έψαυσεν επιμελώς διά των δακτύλων όλον το μήκος του μοχλού, ίνα εύρη πού ήτο η αντίστασις. Ανεκάλυψε δε κρεμαστόν κλείθρον προσαρμόζον τον μοχλόν επί δύο κρίκων. Εν τούτοις το κλείθρον τούτο ήτο ασθενές. Ο ξένος κατέβαλε σφοδρόν κόπον και τέλος το έθραυσεν.

— Ω, εψιθύρισε, κ' εγώ ενόμιζα ότι δεν είχε κλειδαριά.

Ο μοχλός ενέδωκε και απεσύρθη, αλλ' όμως η θύρα έμενεν εισέτι κλειστή.

Ο άγνωστος έξεεν ανυπομόνως διά των ονύχων την θύραν και τας παραστάδας. Τέλος ανεκάλυψεν ότι υπήρχε και δεύτερον κλείθρον, κρεμαστόν και τούτο, αλλ' όμως πολύ ισχυρότερον, προσαρμόζον το θύρωμα επί της παραστάδος. Εδοκίμασε μεθ' όλης της δυνάμεώς του να το συντρίψη. Αλλ' εις μάτην.

 — Κατάρα! έκραξεν ο νομιζόμενος Μάχτος, και ήτο η πρώτη φορά καθ'
ην εξέφερε φωνήν χωρίς να μεταπλάση ή να παραποιήση αυτήν.

 — Δεν ομοιάζει με την φωνήν του Μάχτου! εσκέφθη η Αϊμά. Αλλ' όμως
εξηκολούθει να πιστεύη ότι ήτο ο Μάχτος.

Ο άγνωστος ελύσσα. Προσεπάθει εις μάτην να συντρίψη το κλείθρον εκείνο.

— Τώρα, είπε, τώρα τι να κάμω;

 — Βέβαια ο Μάχτος είνε, διενοήθη η Αϊμά, μεμφομένης εαυτήν επί τη
δυσπιστία της.

Ο ψευδής Μάχτος κατέβαλε τελευταίον αγώνα, όπως θραύση το σιδηρούν εκείνο εμπόδιον, και τέλος απηλπίσθη.

— Τώρα, έλεγε καθ' εαυτόν, μία μόνη ελπίς μένει, να εξυπνίσω τον θυρωρόν, να τον απειλήσω, να τον βιάσω να μου ανοίξη την μεγάλην πύλην. Αλλ' ω! Τούτο είνε δύσκολον.

Εν τούτοις έλαβε την χείρα της Αϊμάς, και τη είπε με στυγνήν φωνήν·

— Υπάγωμεν.

— Πού υπάγομεν, Μάχτο; ηρώτησεν η κόρη.

— Εις την άλλην πόρταν, εψέλλισεν ο άγνωστος.

Η Αϊμά τον ηκολούθησεν εν σιγή· ο ξένος την ωδήγησεν ουχί διά της αυλής, αλλά διά των ευρέων διαδρόμων του μαγειρείου και της τραπέζης. Η Αϊμά εβάδιζε μετά καρτερίας και αποφάσεως, ο δε ξένος εφαίνετο κατεχόμενος υπό δεινής αγωνίας. Τέλος έφθασαν εις τον πυλώνα όπου ήτο το κελλίον του πυλωρού. Ο ψευδής Μάχτος έβαλε την νέαν να καθίση επί τινος πεζούλας, όπισθεν της κατοικίας του πυλωρού, αυτός δ' έκρουσε την θύραν του κελλίου.

Παρήλθε χρόνος τις μέχρις ου ο μπάρμπα Φούρβης, ο μεμψίμοιρος ούτος άνθρωπος, όστις παρεπονείτο προκειμένου περί παντός, ακούση και απαντήση εις την πρόσκλησιν του κρούοντος. Τέλος ηκούσθη υπόκωφος φωνή, φαινομένη ως να εξήρχετο εκ πίθου ή εξ αποξηραμμένου φρέατος.

— Ποίος είνε πάλι; Δεν σε αφίνουν ποτέ, ποτέ ήσυχον.

— Σηκώσου, έκραξεν ο ψευδώνυμος Μάχτος.

— Δεν έκλεισα μάτι, είπεν ο γέρων Φούρβης. Ακόμα δεν μ' επήρε ο ύπνος.

— Σηκώσου κι' άνοιξε, επανέλαβε η φωνή του κρούοντος την θύραν.

— Τι με θέλεις; Ο διάβολος σ' έβαλε, μεσάνυκτα;

— Κάμε γρήγορα!

Ο γέρων Φούρβης ήνοιξε την θύραν και ενεφανίσθη με το υποκάμισον εις το διάκονον αυτής.

— Ποίος είσαι; Ποιος σ' έστειλε; Τι θέλεις;

— Να μου ανοίξης την πόρτα.

— Σου την άνοιξα.

— Την πόρτα του μοναστηρίου.

— Διά να φύγης;

— Βέβαια.

— Και διά πού; Ο διάβολος σ' έβαλε, τέτοιαν ώρα;

— Να μου ανοίξης, επέμενεν ο ξένος.

 — Βέβαια, δεν είσαι εις τα λογικά σου, είπεν ο μπάρμπα Φούρβης.
Τέτοιαν ώρα να σου ανοίξω εγώ πόρτα; Μην τα έχεις χαμένα;

— Θα μου ανοίξης, είπεν ισχυρογνωμόνως ο ψευδής Μάχτος.

— Εγώ; Μην είσαι τρελλός; Και πού θα πας;

— Φέρε τα κλειδιά, γέρο, και μη μου κάνης το δύσκολο.

— Εγώ κλειδιά; Τέτοιαν ώραν μεσάνυκτα!

Ο Σκούντας (διότι ούτος ήτο ο υποδυθείς το πρόσωπον του Μάχτου) δεν έχασε καιρόν, αλλ' ορμήσας συνέλαβε τον Φούρβην από της γενειάδος, και με την άλλην χείρα του επίεσε σφοδρώς τον λαιμόν.

 — Εχάθης, σ' εσκότωσα, δος μου τα κλειδιά γρήγορα. Αν φωνάξης, σε
πνίγω.

 — Ο γέρων έβαλε πεπνιγμένας κραυγάς, αλλ' ο Σκούντας διά της
ισχυράς του λαιμού πιέσεως δεν επέτρεψε νακουσθώσιν αύται.

— Τα κλειδιά, έλεγε μόνον.

 — Ω, διάβ.. . . ολε.. σου τα. .. δίν… ω. . . είπε κεκομμένη τη
φωνή ο Φούρβης.

Ο Σκούντας άφησε τον λαιμόν του θύματός του, αλλά δεν άφησε και το γένειον αυτού.

— Έλα, κάμε γρήγορα, πού είνε;

Ο Φούρβης, ψηλαφών εις τον τοίχον, διότι δεν υπήρχε φως, και συνάμα κρατούμενος εγγύθεν υπό του Σκούντα, ανεύρε τα κλειδία και τω τα ενεχείρισε.

 — Πάρε τα, και ξεφορτώσου με, είπεν. Ω διάβολε! Αυτό μας έλειπε.
Θα μ' έπνιγες, ακόμα λίγο.

 — Έλα να μου ανοίξης, είπεν ο Σκούντας, μη αρκεσθείς εις την
κατοχήν των κλειδίων.

Ο Φούρβης δεν ετόλμησε ν' αντιστή, και εξήλθε μετά του Σκούντα, όστις εκράτει αυτόν σφιγκτώς εκ του βραχίονος.

Ότε είδε την Αϊμάν, είπεν ο Φούρβης·

— Αυτή πάλι τι είνε;

— Σιωπή, είπεν ο Σκούντας.

Ο Φούρβης εισήγαγε την κλείδα εις το μικρόν κλείθρον αποσύρας τον μοχλόν και ήνοιξε την θυρίδα.

 — Απ' εδώ ειμπορείτε να εβγήτε, είπε· δεν είνε ανάγκη νανοίξωμεν
την μεγάλη.

Ο Σκούντας και η Αϊμά έκυψαν ίνα εξέλθωσιν εκ του περιβόλου της μονής.

Την αυτήν στιγμήν οι κώδωνες ήρχισαν να σημαίνωσι διά το μεσονυκτικόν.

Τότε ο γέρων Φούρβης έβαλε κραυγήν και συνέλαβε τον Σκούνταν εκ των όπισθεν.

— Τρέξατε! εδώ τους έχω. Τους έπιασα.

Ο Σκούντας τοσούτον σφοδρώς τον ώθησεν, ώστε τον ανέτρεψεν ύπτιον επί του πλακοστρώτου εδάφους. Ο Φούρβης πεσών εδούπησεν ως αδρανής όγκος.

— Εφθηνά την γλυτώσαμε, διενοήθη ο Σκούντας. Ιδού εξύπνησαν αι καλογραίαι.

Και εξελθών αυτός διά της θυρίδος, έδωκε την χείρα εις την Αϊμάν, και εβοήθησεν αυτήν να διέλθη. Ήρχισαν δε την πορείαν των εν μέσω των αγρών και των δρυμώνων, εν τω σκότει της νυκτός. Την τελευταίαν στιγμήν καθ' ην ο Σκούντας κατέφερε τον σφοδρόν εκείνον κτύπον κατά του γέροντος πυλωρού, η Αϊμά εκ του κινήματός του υπώπτευσε πάλιν ότι δεν ήτο ο Μάχτος. Αλλ' όμως δεν επεθύμει πλέον να επανέλθη εις την ειρκτήν της, και απεφάσισε νακολουθήση καρτερικώς την τύχην της, όπου έμελλε να την οδηγήση αύτη.

ΜΕΡΟΣ Γ'.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

Υπέρ βωμών και εστιών.

Επί τινος υψηλού λόφου υπερκειμένου της πόλεως Σπάρτης, ήτο ιδρυμένη μεγαλοπρεπής οικοδομή. Το μέγαρον τούτο έμενεν ακατοίκητον κατά τας τρεις ώρας του έτους, κατωκείτο δε συνήθως κατά τους χειμερινούς μήνας. Το μέγαρον τούτο ήτο του Δεσπότου της Πελοποννήσου. Καθ' ον χρόνον υπόκεινται τα της παρούσης ιστορίας, ήτοι κατά Μάιον του έτους αωνγ', ο οίκος ούτος έμενεν ακατοίκητος. Αλλ' όμως δις ή τρις του μηνός συνήρχοντο ενταύθα πολλοί των προκρίτων της Λακεδαίμονος, όπως συζητήσωσι τας τότε δεινάς περιστάσεις.

Πρωίαν τινά του ειρημένου μηνός, έκτακτος συρροή συνέβαινεν εις το μέγαρον. Πολλοί εκ των αρχοντίσκων των πέριξ και πολλοί εκ των ανθρώπων του λαού διευθύνοντο εις τον λόφον, εφ' ου έκειτο το μέγαρον, εισήρχοντο, ανέβαινον και κατέβαινον. Καί τινες μεν περιέμενον εν τω προαυλίω, τινές δ' εν τοις προθαλάμοις. Οι εισερχόμενοι συνήντων τους εξερχομένους, οι αναβαίνοντες ηρώτων διά νευμάτων και διά χειρονομιών τους καταβαίνοντας. Αλλ' όσον περιεργότεροι ήσαν οι πρώτοι, τόσον οι δεύτεροι εδεικνύοντο, ως συνήθως συμβαίνει, εχεμυθότεροι. Και εκείνοι μεν επεθύμουν, φυσικώ τω λόγω, να μάθωσιν όπερ ηγνόουν, ούτοι δε τυχόντες ήδη της εμπιστοσύνης, ή και ψευσθέντες της προσδοκίας, δεν έκρινον εύλογον να μεταδώσωσι και προς άλλους την μερίδα, ην έλαβον. Άλλως δε το αίσθημα το κινούν τους αναβαίνοντας εις την πρόωρον τούτην εξέτασιν ήτο η ανυπομονησία. Διότι έκαστος κατά σειράν εισήρχοντο ανά ένα εις μέγα θάλαμον, και η ακρόασις εκάστου ολίγας στιγμάς διήρκει.

Εν τω θαλάμω τούτω ευρίσκοντο δύο άνδρες καθήμενοι παρά τινα τράπεζαν. Ο πρεσβύτερος των δύο, ανήρ λίαν γεραρός με πολιόν γένειον, απέτεινε τον λόγον προς τους εισερχομένους, ο δε νεώτερος κύπτων επί τινος καταλόγου, εφαίνετο εκτελών έργα γραμματέως, απήγγελλεν ονόματα και ποσά, και εσημείου σταυρούς και κεραίας εις το περιθώριον. Ούτος ήτο ο Ιωάννης Κομνηνός, ελθών εκ της βασιλευούσης προ δύο μηνών, μετ' αποστολής ίνα στρατολογήση επικούρους υπέρ του Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ο δε λευκοπώγων ήτο ο φιλόσοφος Πλήθων.

Έκαστος των εισερχομένων έλεγε το όνομά του προς τον γραμματέα· τότε ο Πλήθων τον ηρώτα·

— Πόσους άνδρας έχεις;

Ο ερωτώμενος απήντα, κατά τον βαθμόν της φιλαληθείας ή της θρασύτητος ην είχε. Δέκα, είκοσι, πεντήκοντα, εκατόν, κ.τ.λ.

Τότε ο Πλήθων έλεγε προς τον Κομνηνόν·

— Γράψον.

Και ο Κομνηνός εσημείου το ποσόν των χρημάτων, όπερ έμελλε να λάβη ως προκαταβολήν έκαστος των στρατολογούντων. Είτα έδιδεν αυτώ σημείωσιν του ποσού μετά της υπογραφής του, και τον παρέπεμπεν εις τον παρακείμενον θάλαμον, όπου ηκούετο κρότος νομισμάτων. Εκεί εγίνετο η εξόφλησις. Επιστρέφων εκείθεν έκαστος των στρατολόγων, ώφειλε να διέλθη αύθις διά του γραφείου.

Τότε ο Πλήθων τω απέτεινε τον λόγον·

— Πότε θα συνάξης τους άνδρας;

— Αύριον.

— Πού;

— Εις την Σπάρτην.

— Και πότε θ' αναχωρήσητε;

— Μεθαύριον

— Αγαθή τύχη, έλεγεν ενθέρμος ο Πλήθων. Εμπνεύσατε εις τους άνδρας σας πίστιν και ενθουσιασμόν. Πορεύεσθε εις τον μέγιστον κίνδυνον και εις τον ενδοξότατον αγώνα. Εγκαρτερήσατε. Η πατρίς ευγνωμονεί ήδη ημίν. Αναμνήσθητε ότι είσθε απόγονοι του Λεωνίδα και των τριακοσίων.

Και επειδή οι πλείστοι των ανδρών εκείνων ηγνόουν αν υπήρξέ ποτε Λεωνίδας και τίνες ήσαν οι τριακόσιοι, ο Πλήθων αυτοσχεδίως ηναγκάζετο να διηγήται εις ένα έκαστον αυτών την ιστορίαν της μάχης των Θερμοπυλών.

Περί τα τέλη σχεδόν της εργασίας ταύτης, ότε οι εισερχόμενοι καθίσταντο αραιότεροι, ενεφανίσθη εις την θύραν άνθρωπός τις, εις ου την παρουσίαν εξεπλάγη ο Πλήθων.

— Τι είνε, Θεόδωρε; ηρώτησεν.

Ο Θεόδωρος έκαμε νεύμα προς τον Πλήθωνα, και πλησιάσας εις την έδραν εφ' ης ούτος εκάθητο, τω εψιθύρισε λέξεις τινάς εις το ους.

— Εκείνη ήλθε.

— Πού;

— Εις το Σπήλαιον

— Πώς;

— Παράδοξον εφάνη και εις εμέ, αλλ' ήλθε.

— Μόνη;

Ο Θεόδωρος δεν απήντησεν ευκρινώς εις την τελευταίαν ερώτησιν. Ο
Πλήθων τω είπε λέξεις τινάς και τον απέπεμψε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

Το προσωπείον της νυκτός.

Ότε ο Σκούντας και η Αϊμά εξήλθον εκ του μοναστηρίου, σκότος βαθύ επεκράτει υπό τον ουρανόν. Ο αιθήρ εκαλύπτετο υπό μαύρων νεφών, και σφοδρός άνεμος εσύριζε διά μέσου των δένδρων. Ο Αργέστης ήστραπτεν ασθενών από καιρού εις καιρόν. Ο Σκούντας προσεπάθει να κρύπτη το πρόσωπον. Η καταιγίς προηγγέλλετο. Ψεκάδες τινές όμβρου είχον αρχίσει να πίπτωσιν. Η Αϊμά ησθάνετο το μέτωπόν της υγραινόμενον και το ψύχος διεπέρα τα φορέματά της.

Ο Σκούντας την ωδήγησεν προς το μέρος της κοιλάδος, όπου ήλπιζε να εύρη μέρος τι υπήνεμον, ίνα μείνωσι μέχρι της πρωίας. Διότι αδύνατον σχεδόν ήτο να οδηπορήσωσι την νύκτα. Η νέα εξηκολούθει να τον ερωτά πάντοτε·

— Πού θα υπάγωμεν, Μάχτο;

Ο ψευδής Μάχτος απήντα δι' είδους ανάρθρου υποτονθορισμού εις τας ερωτήσεις ταύτας. Απέφευγε δε το να συνάψη συνδιάλεξιν μετ' αυτής. Πατούντες μετά προφυλάξεως και ολισθαίνοντες επί του υγρού εδάφους έφθασαν εις το βάθος της σκοτεινής κοιλάδος, υπό τας πλατάνους, όπου δεν διέκρινον πλέον την ατραπόν, και δεν ηδύναντο να προβώσι. Μεταξύ των υψηλών τούτων δένδρων έκειτο κτίριόν τι ή μάλλον ερείπιον. Ήτο δε τούτο παλαιός νερόμυλος του μοναστηρίου, διότι δεν είχον εξέλθει εκ της περιοχής. Ο Σκούντας διελογίσθη ότι ουδείς κίνδυνος ήτο να διέλθωσιν ενταύθα την νύκτα, διότι αι καλογραίαι δεν εμελλον βεβαίως να τους καταδιώξωσι διά νυκτός. Το κτίριον ήτο ημισκεπές και ετοιμόρροπον. Ο Σκούντας έψαυσε την θύραν, πιστεύσας ότι αύτη θα ήτο ανοικτή. Αλλ' όμως δεν ηνοίχθη. Μέγας λίθος τεθειμένος όπισθεν εμπόδιζε τούτο.

Η Αϊμά κρυόνουσα, εκάθισε παρά τον τοίχον, και συνεστάλη, ο δε
Σκούντας προσεπάθει νανοίξη την θύραν.

Αλλ' όμως άλλη τις ιδέα τω επήλθεν: Αφού η θύρα ήτο κλειστή, πιθανόν να υπήρχον εντός άνθρωποι, και τότε συνέφερε να παρουσιασθώσιν οι φυγάδες εις αυτούς; Τι θα υπώπτευον εκείνοι; Βεβαίως ο Σκούντας δεν θα έλεγεν ότι ήρχοντο εκ του μοναστηρίου, τουναντίον δε θα διηγείτο ότι έρχονται πολύ μακρόθεν. Αλλ' αν και εκείνοι, προς ους θα έλεγε τούτο, θα το επίστευον, ο Σκούντας όμως δεν θα επίστευεν εις αυτούς. Τοσούτον δ' εκυριεύθη υπό του φόβου, ώστε είπεν αίφνης προς την Αϊμάν

— Σηκώσου να πηγαίνωμεν.

— Πού να πηγαίνωμεν; ηρώτησεν εκείνη καταπλαγείσα.

— Εις τον δρόμον μας, απήντησε με ζοφεράν φωνήν ο Σκούντας.

Η Αϊμά δεν ησθάνετο δυνάμεις ίνα υπακούση. Τα γόνατά της είχον αρχίσει να τρέμωσιν. Η πολυήμερος κάθειρξις αυτής εν τω υπερώω, η εκούσιος ασιτία, εις ην είχεν υποβάλει εαυτήν, και η στενοχωρία είχον εξασθενίσει το σώμα της. Η βιαία δε και απότομος εις το ύπαιθρον μετάβασις, ο άνεμος, το ψύχος και η υγρασία τη επροξένουν νάρκην. Δεν ηδύνατο ουδέ να σταθή ορθία.

— Σηκώσου, επανέλαβε γογγύζων ο Σκούντας.

Η Αϊμά εσιώπα.

Ο Σκούντας ήρπασε τον βραχίονά της και εβίασεν αυτήν να ανορθωθή.

— Δεν μπορώ να περιπατήσω, Μάχτο, είπεν η νεάνις. Διατί δεν εμβαίνομεν εις αυτό το σπητάκι;

— Είνε κλεισμένον, εμορμύρισεν ο Σκούντας.

— Σπρώξε νανοίξης την πόρτα.

Και η Αϊμά εδοκίμασε με τας τρεμούσας χείρας της να ωθήση αυτή την θύραν προς τα έσω. Αλλ' η αντίστασις ήτο ισχυρά.

— Βοήθησε, Μάχτο, είπεν ικετικώς η νέα.

Αλλ' ο Σκούντας, όσον διελογίζετο, τόσον πλειοτέρους λόγους εύρισκεν όπως μη επιθυμή να εισέλθη εις τον οικίσκον εκείνον. Αν υπήρχον εντός άνθρωποι, θα ήναπτον φως πριν τοις ανοίξωσι την θύραν, και αυτός δεν επεθύμει να ίδη το πρόσωπόν του η Αϊμά μέχρι της πρωίας.

Την στιγμήν ταύτην τω εφάνη ότι ήκουσε ρογχασμόν τινα κοιμωμένου εντός του οικίσκου, και τόσω μείζονα σπουδήν ησθάνθη όπως απομακρυνθή τάχιστα.

— Υπάγωμεν γρήγορα, είπε λαμβάνων την Αϊμάν εκ της χειρός.

— Δεν μπορώ, Μάχτο.

Και ο Σκούντας την έσυρεν αυθαδώς. Αλλ' η νέα αντέστη ειπούσα.

— Ας περάση λίγο, διά να έλθω εις τον εαυτό μου.

Ο Σκούντας ηναγκάσθη να περιμένη. Η Αϊμά τον παρεκάλεσεν εκ νέου να προσπαθήση νανοίξη την θύραν του οικίσκου.

— Είνε άνθρωποι μέσα, απήντησεν ο Σκούντας.

 — Αν είνε άνθρωποι, τόσον καλλίτερα, θα μας λυπηθούν, είπεν η
Αϊμά.

Ο Σκούντας έμεινεν ακίνητος. Όσον διά την Αϊμάν, ησθάνθη και αύθις το τρίτον ήδη, αλλ' εναργέστερον την σκιάν εκείνην της υπονοίας, ότι ο άνθρωπος ούτος δεν ήτο ο Μάχτος. Αλλ' ουδέν ηδύνατο να πράξη όπως βεβαιωθή. Ο Σκούντας ήθελε να τη είπη ότι κίνδυνος ήτο μη αναγνωρίσωσιν αυτήν, διότι οι εν τω οικίσκω θα ήσαν εξ άπαντος άνθρωποι του μοναστηρίου και τότε θα την συνελάμβανον όπως την παραδώσωσιν εκ νέου εις τας καλογραίας. Αλλ' εκωλύετο, μη τολμών να προφέρη τοσαύτας λέξεις με την ιδίαν φωνήν του. Διότι όσον και αν ήτο μίμος, δεν ηδύνατο εντελώς να μιμηθή την φωνήν του αληθούς Μάχτου. Τελευταίον η Αϊμά τω είπε·

— Διατί δεν θέλεις, Μάχτο, να έμβωμεν μέσα;

— Δεν ανοίγει η πόρτα, εψιθύρισεν ο Σκούντας.

— Σπρώξε, Μάχτο· εσύ είσαι δυνατός. Ας είνε και άνθρωποι. Κτύπα να μας ανοίξουν.

Και ταύτα λέγουσα, εκράτει την κεφαλήν της δι' αμφοτέρων των χειρών και εφαίνετο καταβεβλημένη. Ο Σκούντας διενοήθη να πλησιάση προς αυτήν, να την θωπεύση, να την ονομάση αδελφήν του, και να την πείση ν' απέλθωσιν. Αλλά δεν ετόλμα. Τη έλεγε μόνον·

— Ας υπάγωμεν καλλίτερα.

— Πού;

— Εις το σπίτι μας.

— Είνε πολύ μακρυά;

— Δεν είνε πολύ.

Τέλος η Αϊμά μη δυνηθείσα να κατανικήση την επιμονήν του, απεφάσισε να τον ακολουθήση. Αλλά καθ' ην στιγμήν ηγέρθη, και προεχώρησαν ομού δύο βήματα, σφοδραί υλακαί ηκούσθησαν, και μεγαλόσωμος κύων πηδήσας διά μέσου των θάμνων ήρπασε την άκραν της εσθήτος της Αϊμάς. Ο Σκούντας ησθάνθη τρόμον, και η Αϊμά εφοβήθη πολύ. Ο Χόμο είλκυσε σφοδρώς το άκρον της αισθήτος, και ανέτρεψε την Αϊμάν επί της χλόης. Ο Σκούντας εζήτει ματαίως επί του εδάφους λίθον ή ξύλον τι, όπως μεταχειρισθή αυτό ως αλεξιτήριον κατά του επιδρομέως. Τέλος εύρεν ένα λίθον και ρίψας αυτόν κατά του κυνός τον εκτύπησεν εις την κεφαλήν.

Ο Χόμο ωλόλυξε και άφησε το φόρεμα της Αϊμάς, όπερ εκράτει με τους οδόντας.

 — Η Αϊμά ησθάνθη αίφνης άλγος εις την κνήμην. Ο κύων την είχε
δαγκάσει.

— Ω, πονώ, πονώ! έκραξεν. Ω Μάχτο, Μάχτο!

— Τι έχεις; Σ' εδάγκασε;

— Πονώ πολύ, επανέλαβε κλαυθμυρίζουσα.

Ο Σκούντας ηγωνίζετο ναπομακρύνη τον Χόμο, όστις επί ταις απειλαίς και ταις χειρονομίαις αυτού υπεχώρησε δύο ή τρία βήματα, και επανήρχετο πάλιν εις την έφοδον. Οι γαυγισμοί δε αντήχουν εις την βαθείαν φάραγγα. Τέλος ο Σκούντας κατώρθωσε διά βροχής λίθων και βώλων γης, να τον απομακρύνη. Ο Χόμο κατέβη εις την κοίτην του χειμάρρου, και οι ολολυγμοί του ηκούοντο εισέτι, αλλά οι λίθοι ους έρριπτε κατ' αυτού ο Σκούντας τον εκράτουν εις απόστασιν. Αίφνης έγεινεν άφαντος. Ίσως ετράπη προς άλλην διεύθυνσιν, και έμελλε να αρχίση αλλαχόθεν νέαν έφοδον.

Ο Σκούντας επανήλθε προς την Αϊμάν. Η νέα ήλγει και εκράτει την κνήμην με τας δύο χείρας.

— Πονείς πολύ; είπεν ο Σκούντας.

— Ω ναι. Και έκλαιεν ακατασχέτως.

Την στιγμήν εκείνην ο Σκούντας υπέστη παράδοξον ενδόμυχον τροπήν. Ησθάνθη τύψεις συνειδήσεως, ησθάνθη μεταμέλειαν και κατάνυξιν. Τότε πρώτην φοράν ανελογίσθη την πραξίν του, και εμέμφθη εαυτόν. Καθώς η αρπαγείσα εκείνη ψυχή (η δοξασία του λαού λέγει τούτο), η περιφερομένη παρά του αγγέλου επί τεσσαράκοντα ημέρας μετά τον από του σώματος χωρισμόν, είδε παρά τινα πηγήν δυσώδες και σκωληκόβρωτον σώμα, όπερ δεν ανεγνώρισεν, αλλ' εβδελύχθη, ότε δ' έμαθεν ότι τούτο ήτο το σκήνος, όπερ είχεν εγκαταλίπει, κατεπλάγη και ησχύνθη διά το μικρόψυχον αίσθημα όπερ εκράτει σφιγκτώς εγκαρθειγμένην αυτήν εντός του δυσώδους τούτου σκήνους….. ούτω και ο Σκούντας είδε πρώτην φοράν με γυμνούς οφθαλμούς την πράξιν του, και ησθάνθη το δυσώδες και αποτρόπαιον αυτής. Εβδελύχθη, έφριξε και κατεταράχθη. Έμεινεν επί τινας στιγμάς διαλογιζόμενος. Αλλ' όμως δεν είχε την γενναιότητα να ριφθή εις τους πόδας της Αϊμάς και να τη ομολογήση την αλήθειαν. Επροτίμησε ναγνοή και εκείνη και αυτός τι έμελλε να πράξη. Μίαν μόνην απόφασιν έλαβε. Να κρούση την θύραν του οικίσκου και να ζητήση άσυλον διά την Αϊμάν μέχρι της πρωίας. Τούτο δε και έπραξε.

Παρήλθε πολύς χρόνος μέχρις ου ο Τρέκλας, όστις εκοιμάτο εντός του οικίσκου, αφυπνισθή και ανοίξη την θύραν. Τέλος ηγέρθη μορμυρίζων, απέσυρε τον βαρύν λίθον όστις έκλειεν όπισθεν την θύραν, και ήνοιξεν.

Ο Σκούντας τω είπε·

 — Μία κόρη είνε εδώ άρρωστη. Άνοιξε μας να έμβωμεν, διότι μας
επήρε βροχή.

 — Τι κάθεσαι και μου λες; είπεν ο Τρέκλας. Ποιος είσαι; Κάπως
γνωρίζω την φωνήν σου.

Ο Σκούντας εταράχθη. Τω εφάνη ότι και αυτός τον ανεγνώριζε.

— Στάσου νανάψω φως, είπεν ο Τρέκλας.

— Μην ανάπτης, σε παρακαλώ, είπεν ο Σκούντας.

Ο Τρέκλας είχεν οπισθοχωρήσει και εν ακαρεί συνέκρουσε τον πυρίτην λίθον με τον σίδηρον, και ήναψε δάδα. Ο Σκούντας ερρίφθη ορμητικώς επ' αυτής και την έσβεσεν. Αλλ' όσον ασύλληπτος εν νω και αν ήτο η στιγμή καθ' ην διήρκεσε το φως, ο Τρέκλας είδε το πρόσωπον του ανθρώπου τούτου.

— Συ είσαι! Σε αναγνωρίζω! έκραξε μανιωδώς.

Και τον ήρπασεν εκ του λαιμού.

Ο Σκούντας τον συνέλαβε και αυτός εκ του πώγωνος.

Η Αϊμά τρέμουσα εκ του ψύχους, του άλγους και του φόβου, επλησίασε. Νέα αυτή συμφορά ην δεν ηδύνατο ουδέ να εννοήση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

Δύο εχθροί.

Πάλη τότε τρομερά συνέβη εν τω σκότει μεταξύ των δύο τούτων ανθρώπων. Πάλη θηριώδης και αδιάλλακτος. Σύγχυσις, ταραχή, κραυγαί και κρότος. Η Αϊμά έμεινε με το στόμα ανοικτόν, και δεν ηδύνατο να εννοήση τι συνέβη. Καθ' ην στιγμήν ανήφθη επί μίαν στιγμήν η δας, η κόρη είχεν ιδεί ακαριαίως το πρόσωπον του Τρέκλα φωτισθέν, και πάλιν το σκότος επανήλθεν. Όσον διά τον Σκούνταν, ούτος είχεν εστραμμένα προς αυτήν τα νώτα, αλλ' όμως και πάλιν τον είδεν εκ πλαγίου, και τη εφάνη ότι δεν ήτο ο Μάχτος. Αλλά την ιδέαν ταύτην μόλις είχε προφθάσει να συλλάβη, και ευθύς η προσοχή της μετεβιβάσθη εις το θέαμα εκείνο της αγρίας πάλης, όπερ κατέπληξεν αυτήν. Ελησμόνησε δε και το άλγος της κνήμης της και το ψύχος, και πάσαν άλλην δυστυχίαν.

— Διά τον Θεόν! Τι είνε; έκραξε τρομάξασα η νέα.

Αλλά τις ήθελε απαντήσει προς αυτήν; Οι δύο εκείνοι άνθρωποι δεν είχον καιρόν να την ακούσωσιν. Ο Τρέκλας εκράτει τον εχθρόν του σφιγκτώς από του λαιμού, και τον είχε καταβάλει ήδη και εγονυπέτει επί του στήθους του. Ηκούετο το ρογχώδες άσθμα του Σκούντα και οι απειλητικοί γρυσμοί του αντιπάλου αυτού. Πέριξ δε σκότος, σιγή και ερημία. Οι κλώνες των δένδρων εσείοντο υπό του ανέμου, ο ρύαξ κάτωθεν εμορμύριζεν εις την κοίτην του, και τα νέφη εξηκολούθουν σωρευόμενα άνωθεν εις τον αιθέρα. Μεμακρυσμέναι βρονταί αντήχουν, και αι ψεκάδες του όμβρου διέλειπον επί μικρόν και πάλιν ήρχιζον να πίπτωσιν. Ο Τρέκλας ήτο άφωνος και δεν έλεγε το αίτιον της οργής του. Αλλά στιγμήν τινα ηκούσθη μασσωμένη μεταξύ των οδόντων του η λέξις·

Άθλιε! μου πήρες την….. Και διεκόπη.

Αλλ' ας σπεύσωμεν να είπωπεν προς τον αναγνώστην το πιθανώτατον αίτιον της επιθέσεως ταύτης. Δις ή τρις ήδη εν τοις προλαβούσι κεφαλαίοις ο Τρέκλας ηκούσθη παραπονούμενος ότι η σύζυγός του τον είχεν εγκαταλίπει. Το μυστικόν τούτο μόνον εις τον Χόμο ηδύνατο να εμπιστευθή. Αλλ' όμως εβάρυνε την καρδίαν του, και ήτο δι' αυτόν ως εφιάλτης. Φαίνεται λοιπόν ότι εκ της φωνής του Σκούντα και εκ της μορφής αυτού, ην κατώρθωσεν επί μίαν στιγμήν να ίδη, τον ανεγνώρισεν ότι ούτος ήτο ο άρπαξ της συζύγου του· το τραύμα δε αυτού ήτο πρόσφατον, και η οργή του αφορμήν εζήτει όπως εκραγή. Ευθύς δ' ως είδε τον Σκούνταν, εξέλαβε τούτον ως δώρον της Νεμέσεως και ερρίφθη επ' αυτού με την λύσσαν της τίγρεως. Ο Σκούντας είχεν ίσως τους βραχίονας ισχυροτέρους, αλλ' ήτο απαράσκευος, και ευρέθη εις θέσιν προχείρου αμύνης. Ο δε Τρέκλας ήτο θρασύδειλος και σκληρός, και ησθάνθη ότι οι βραχίονες του ανέλαβαν πρόσκαιρον νευρικήν δύναμιν.

Ο Σκούντας υπέκυψεν εις τον πνιγμόν, και αι χείρες αυτού, αρπάσαντες κατ' αρχάς τον αντίπαλόν του εκ του πώγωνος, ευθύς παρελύθησαν. Κατεβλήθη, και το γόνυ του εχθρού του ετέθη επί του στήθους του.

Η Αϊμά, συνάπτουσα τας χείρας, επτοημένη, έξαλλος, ηθέλησε να πλησιάση. Αν την έβλεπεν ο Τρέκλας, τις οίδε, ίσως έμελλε να την εκλάβη αντί της γυναικός αυτού. Ευτυχώς όμως η Αϊμά είχε στρέψει προς αυτόν τα νώτα.

— Διά τον Θεόν! επανέλαβεν η Αϊμά, τι έχετε;

Ο Τρέκλας ήκουσε την φωνήν ταύτην, και αυτομάτως εστράφη. Αποσπασθείσης δ' επί μίαν στιγμήν της προσοχής αυτού, εχαλαρώθη και η περίσφιγξις της χειρός του. Ο Σκούντας ανακουφισθείς μικρόν, επειράθη να εγερθή. Αλλ' ο Τρέκλας δεν επτοήθη, και επανέλαβε σφοδρότερον να τω σφίγγη τον λαιμόν. Δεν ηδύνατο δε ο Τρέκλας να ίδη την Αϊμάν, διότι έστρεφε προς αυτήν τα νώτα. Την στιγμήν εκείνην επανήλθε και επίκουρος του Τρέκλα ο Χόμο, όστις αφού εξετέλεσε την περίοδόν του, επανήλθε εκβάλλων φοβεράς υλακάς. Η Αϊμά οπισθοχώρησε τρέμουσα, αλλ' ο κύων δεν εστράφη κατ' αυτής. Την μανίαν του κατηύθυνε κατά του θύματος του Τρέκλα, και ορμήσας ήρχισε να δάκνη μανιωδώς τους ώμους και τας πλευράς αυτού. Συγχρόνως δε εκ του οικίσκου εξήλθε και άλλο τι πρόσωπον. Ανήρ υψηλός, σκυθρωπός και σιωπηλός ήλθε και έστη ως φάντασμα πλησίον της Αϊμάς. Η νέα ετρόμαξε και αφήκε κραυγήν.

— Θεέ μου! ποίος είσαι;

Ο άνθρωπος εκείνος ανεγνώρισε την φωνήν ταύτην, και αποτείνας τον λόγον προς την νέαν τη είπε·

— Συ είσαι, η Αϊμά;

— Ω Θεέ μου! εψιθύρισεν η κόρη.

 — Υπάγωμεν, Αϊμά, είπε παραδόξως ο άνθρωπος εκείνος. Τώρα αυτοί
θα σκοτωθούν.

 — Ο Μάχτος;. . . είπε διστακτικώς η Αϊμά δεικνύουσα τον υπό τον
πνιγμόν του Τρέκλα εκπνέοντα.

 — Δεν είνε ο Μάχτος, είπεν ο άνθρωπος εκείνος. Ποίος σοι τω
είπεν;

Η Αϊμά ανέπνευσεν.

— Υπάγωμεν, Αϊμά, επανέλαβεν ο υψηλός άνθρωπος.

Και έσυρε την νέαν μεθ' εαυτού. Αύτη δεν είχεν ουδέ δύναμιν ναντιστή. Άλλως δε αι τοιαύται συγκινήσεις την είχαν νεκρώσει. Εν τούτοις πριν ή κάμη βήμα εδοκίμασε να είπη·

 — Δεν τον βοηθούμεν; και εδείκνυε πάλιν τον καταβεβλημένον υπό
του Τρέκλα άνθρωπον.

 — Να τον βοηθήσωμεν; είπε μετά ψυχρού σαρκασμού ο μυστηριώδης
άνθρωπος. Έλα στο νου σου, Αϊμά.

Δεν ήτο δε ίσως και επίκουρος η τοιαύτη βοήθεια. Ο Σκούντας ήτο άδηλον αν έζη εισέτι. Η μανιώδης περίσφιγξις του Τρέκλα, και τα δήγματα του Χόμο, τον είχαν καταβάλει.

Εν τούτοις ουδείς μάρτυς παρέστη εις το τέλος της σκηνής ταύτης. Η χλόη εφαίνετο πεπατημένη την επαύριον, και χώμα είχε σωρευθή ενιαχού όπως καλύψη το αίμα, όπερ έκαμαν να ρεύση τα δήγματα του Χόμο. Όπισθεν δε του ερήμου νερομύλου, εις μέρος απάτητον και απρόσιτον, μεταξύ θάμνων και βάτων, μέγας σωρός χώματος ομοιάζων με τάφον είχεν εγερθή. Αλλά το μέρος εκείνο ήτο αόρατον από ατραπού και ουδείς ουδέν ηδύνατο να υποπτεύση.

Την επαύριον περί την μεσημβρίαν, ότε ο Τρέκλας διετάχθη να υπάγη εις το άντρον του Πλήθωνος, όπως κομίση την είδησιν περί της αποδράσεως της Αϊμάς εκ του μοναστηρίου, ουδέν ίχνος της νυκτερινής πάλης, πλην αμυχών τινων, εφαίνετο επί του προσώπου του Τρέκλα. Ήτο μάλιστα εύθυμος, και είχε διάθεσιν προς φλυαρίαν, ως να ήτο έωλος εξ οίνου. Αι δε αμυχαί εκείναι, λαμβανομένου υπ' όψιν του επαγγέλματος του κηπουρού, όπερ μετήρχετο, ηδύνατο να νομισθώσιν ότι προήλθον εκ των βάτων και ακανθών, καθ' ων επάλαιεν όπως καλλιεργήση τους από πολλού χέρσους κήπους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Νυξ εν τη ερημία.

Ο Πρωτόγυφτος, όστις είχε γείνει άφαντος από πολλών ημερών, δεν έμελλεν επί μακρόν χρόνον να μείνη αόρατος. Την νύκτα εκείνην και τας προλαβούσας είχε φιλοξενηθή παρά του Τρέκλα, και ευρέθη επικαίρως παρών όπως οδηγήση και προστατεύση την Αϊμάν. Αλλά πώς συνέβη τούτο; Ο Πρωτόγυφτος είχε λάβει από τινος χρόνου την έξιν του να παρέχη υπηρεσίας, όπως μη είνε παντελώς άχρηστος εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Γινώσκων λοιπόν πού ευρίσκετο η Αϊμά, ενόμισεν ότι ώφειλε να περιφοιτά τακτικώς εις τα μέρη εκείνα, και τούτο όπως μανθάνη εγκαίρως παν καινόν δυνάμενον να συμβή. Ηδύνατο δε λίαν επωφελώς, ως επίστευε, να αναγγέλλη τούτο εις τους περί τον Πλήθωνα, αν και ουδεμίαν παραγγελίαν είχε λάβει προς τούτο. Την ημέραν ο Πρωτόγυφτος ουδαμού εφαίνετο. Πιθανώς έμενε κεκρυμμένος έν τινι τρώγλη. Την δε νύκτα ανέβαινεν εις την επιφάνειαν και περιήρχετο ως πενθούσα σκιά περί τα τείχη του μοναστηρίου. Εις μάτην περιέμενε τον Βούγκον να έλθη να τον εύρη. Ο δυστυχής νέος δεν είχεν εννοήσει την παραγγελίαν του πρώτου των Γύφτων, και έμενεν αδρανής, προσπαθών να παρηγορήση την μητέρα του, ήτις έκλαιε καθ' εκάστην πρωίαν την στέρησιν του συζύγου. Την νύκτα εκείνην ο Πρωτόγυφτος ιδών το θυελλώδες του καιρού, ετόλμησε να ζητήση φιλοξενίαν παρά του Τρέκλα. Ότε δ' ευρίσκετο εις τον τρίτον και τελευταίον ύπνον, τον αφύπνισεν αποτόμως ο θόρυβος της συμπλοκής. Ο Πρωτόγυφτος ηγέρθη, έτριψε τους οφθαλμούς, επλησίασεν εις την θύραν και διασκελίσας τους δύο παλαίοντας, οίτινες έκειντο ο έτερος επί του ετέρου αποφράττοντες την είσοδον, εξήλθεν. Είδε τότε ορθίαν ενώπιον αυτού την Αϊμάν. Την ανεγνώρισε δε σχεδόν εξ ορμεμφύτου. Τη απέτεινε τον λόγον μετά δισταγμού, αλλ' εκ του ήχου της φωνής της, ότε αύτη απήντησε, την ανεγνώρισεν εντελώς. Η νεάνις παρεσύρθη υπ' αυτού μη έχουσα δύναμιν ίν' αντισταθή, και απεμακρύνθησαν.

Ο Γύφτος ωδήγησε την Αϊμάν εις λόχμην τινά, γνωστήν εις αυτόν, διότι κατά τας προλαβούσας ημέρας είχε κατοπτεύσει το έδαφος, και πολλά είχεν ανακαλύψει. Τη έδειξε κόγχην τινά υποκάτω ενός βράχου, και τη είπε να κοιμηθή. Η νέα συνεστάλη εντός του κοιλώματος εκείνου και ο Γύφτος εκάθισε πλησίον αυτής. Το μέρος ήτο υπήνεμον και εσκέπαζε την Αϊμάν από των σταγόνων της βροχής, ήτις κατά διαλείμματα έπιπτεν. Άνωθεν σκοτεινός αιθήρ επέκειτο, και αστραπαί διέσχιζαν τον αέρα. Η βροντή εμυκάτο και ο άνεμος εγόγγυζε διά μέσου των κλώνων των δένδρων. Η νέα περιετυλίχθη εντός του επενδύτου της, αλλά δεν είχε σκοπόν να κοιμηθή· εφοβείτο. Άγνωστα αισθήματα αποστροφής και οδύνης συνέθλιβον την καρδίαν της. Διετέλει εν αμηχανία και δεν είξευρε τι να σκεφθή περί του Γύφτου, ή τι να τω είπη. Ανεμιμνήσκετο ότι ο άνθρωπος ούτος την είχε πωλήσει. Η νέα είχεν εννοήσει καλώς τούτο. Και τώρα κατά παράδοξον της τύχης προδοσίαν έπιπτεν εκ νέου εις τους όνυχάς του. Η περίστασις ηδύνατο να χρησιμεύση διά τον Πρωτόγυφτον ως αφορμή όπως επιδείξη την εμπορικήν πίστιν και αρετήν αυτού, παραδίδων εκ δευτέρου την κόρην εις τας χείρας των αγοραστών. Πλην τούτου ηδύνατο να ελπίση και προσθέτου τιμήματος απολαβήν, αν έπραττε τούτο. Ήτο δε τοσούτω φοβερώτερος ο κίνδυνος ούτος, όσω η Αϊμά, ως πάντες, ηγνόει ποίοι τινες ήσαν οι αγορασταί και τις ο σκοπός των. Όσον διά τον Πρωτόγυφτον, ούτος εκάθητο ήσυχος εγγύς αυτής, και ουδ' υποπτεύων υπό ποίων λογισμών κατείχετο η νέα. Δεν ησθάνετο την ανάγκην του ν' απολογηθή προς την Αϊμάν, αλλά τη έλεγεν ηρέμα·

— Τώρα πλέον θα πάμε 'στό σπήτι μας, Αϊμά.. .. χμ..· θα ζήσωμεν ήσυχα από 'δώ κ' εμπρός. Κανένας δεν θα μας πειράξη. Πέρασες καλά αυταίς ταις ημέραις;

Η Αϊμά δεν απήντησε.

— Ο Βούγκος και ο Μάχτος, επανέλαβεν ο Πρωτόγυφτος, είνε καλά, έμαθα, τα δύο μας παιδιά. Να δουλεύουν τάχα το αργαστήρι, ή μη το παράτησαν; Εκείνη η στρίγλα η μάννα τους τα φταίγει όλα. Συ δεν της μοιάζεις, είσαι καλό κορίτσι, Αϊμά.

— Ο Μάχτος, εψιθύρισεν η νέα. Αλήθεια πως δεν ήτον ο Μάχτος αυτός;

— Ποίος;

— Εκείνος.

Και η Αϊμά εδείκνυε μόνον διά της χειρός την διεύθυνσιν προς ην έκειτο ο μύλος, όθεν είχον αναχωρήσει. Εφαίνετο δε μη έχουσα την δύναμιν να εξηγηθή διά λέξεων. Ο Πρωτόγυφτος απήντησε·

— Λέγεις εκείνους τους δύο που μάλωναν;

— Ναι.

— Δεν ήτον ο Μάχτος. Ποιος σου το είπε;

Ο Πρωτόγυφτος ηδύνατο εκ του διαλόγου τούτου να λάβη αφορμήν, όπως την ερωτήση πώς ευρέθη εκεί, και πώς κατώρθωσε να εξέλθη εκ του Μοναστηρίου, ακολουθήσασα τον άνθρωπον εκείνον. Αλλ' όμως δεν έπραξε τούτο. Ίσως επεθύμει ν' αποφύγη πάσαν αφορμήν προς εξήγησιν. Η Αϊμά τον ηρώτησε·

— Και ποιος ήτον;

— Δεν τον γνωρίζω.

Ο Γύφτος έλεγε την άλήθειαν. Δεν είχεν αναγνωρίσει τον Σκούνταν, άδηλον δε και αν τω ήτο εξ αρχής γνωστός.

Η Αϊμά δεν απηύθυνεν άλλην ερώτησιν.

— Κοιμήσου, της είπε και εκ δευτέρου ο Πρωτόγυφτος, και αύριον πρωί θα πάμε εις το σπήτι μας.

Αλλ' η Αϊμά πολύ απείχε του να υπακούση εις την παρακέλευσιν ταύτην, και εβυθίσθη εις αντιφατικούς διαλογισμούς. Εσκέπτετο ότι εις τον άνθρωπον τούτον θα ώφειλεν επί τέλους σέβας και ευγνωμοσύνην, διότι εις τον οίκον αυτού ανετράφη και ηυξήθη τη ηλικία. Αλλ' όμως την επώλησεν. Ηδύνατο άρα η ευγνωμοσύνη να νικήση την αγανάκτησιν; Αλλ' όμως μετ' ολίγον απέκρουσε τους διαλογισμούς τούτους ως προώρους. Η νυν θέσις της δεν ήτο ασφαλής. Περιέμενε την πρωίαν ν' ανατείλη. Ηγνόει τι έμελλε να πράξη. Ηδύνατο εκουσίως ν' ακολουθήση τον Πρωτόγυφτον, ή διά της βίας θα τον ηκολούθει; Έπρεπε να επανέλθη εις την οικίαν αυτού, αφού παρεβίασε το ιερόν της στέγης και της εστίας διά της πωλήσεως; Και αν ηρνείτο να μεταβή εκείσε, πού είχε να καταφύγη; Τρομεραί αι απορίαι αύται διά την ατυχή νέαν. Ήλθε στιγμή τις καθ' ην μικρού δειν μετενόει διατί να φύγη εκ του μοναστηρίου. Διότι ουδέν τω όντι είχε καταφύγιον.

Ούτω παρήλθεν η νυξ εκείνη. Μετά τρεις ώρας υπέφωσκεν η ηώς. Η Αϊμά δεν είχε κλείσει τους οφθαλμούς, ο δε Πρωτόγυφτος απεκοιμήθη καθήμενος και έρρεγχεν. Εις την Αϊμάν είχεν επέλθει η ιδέα να σηκωθή και να φύγη εγκαταλείπουσα τον Πρωτόγυφτον, αλλά δεν είχε σθένος φυσικόν ή ηθικόν να πράξη ούτω. Ο κάματος, η έκλυσις των δυνάμεων, ο φόβος υφ' ου κατείχετο, το αμυδρόν αλλ' επίμονον αίσθημα της ερημίας και της ελλείψεως ασύλου την ημπόδιζον, αποτελούντα φραγμόν εις τα διαβήματα αυτής. Ότε η πρώτη ακτίς της ηούς εφάνη, διαφωτίσασα το βαθύ σκότος της θυελλώδους νυκτός, τότε ήνοιξε και ο Πρωτόγυφτος τους οφθαλμούς.

— Δεν εκοιμήθης, Αϊμά; τη είπεν.

— Εκοιμήθην, απήντησεν η νέα.

Ο Πρωτόγυφτος ανωρθώθη, περιήλθε δις ή τρις περί τον βράχον, και είτα τη είπε·

— Σηκώσου να πάμε.

Η Αϊμά υπήκουσε. Τότε ήρχισαν να οδοιπορώσι διά μέσου των δρυμώνων. Η Αϊμά δεν εγίνωσκε τας οδούς και ηγνόει προς ποίαν διεύθυνσιν έπρεπε να μεταβώσι, και πού έκειτο η Μονεμβασία. Τον ηκολούθει δε μηχανικώς.

Ο Γύφτος εφαίνετο γνωρίζων κατά σπιθαμήν το έδαφος, την ωδήγει δε διά των πλαγίων ατραπών και των φαράγγων, αποφεύγων να συναντήση διαβάτην. Ήτο ήδη ημέρα. Ότε ήκουον μακρόθεν βήματα, ο Γύφτος την έσυρε προς απότομόν τι μέρος, και εκρύπτοντο εκεί. Είτα ο Πρωτόγυφτος την ηρώτα·

— Είσαι κουρασμένη;

— Όχι, απήντα η Αϊμά. Τω όντι δε τα μέλη του σώματος της εφαίνοντο απολέσαντα την αίσθησιν του καμάτου.

— Αν είν' έτσι, πάμε, έλεγεν ο Γύφτος.

Και η Αϊμά ηγείρετο και τον ηκολούθει. Ότε έφθασαν εις λόφον τινά, ου αντικρύ εφαίνετο κώμη τις, ο Πρωτόγυφτος τη είπε·