— Πεινάς;
— Όχι, απήντησεν η Αϊμά. Ουδ' ησθάνετο δε την πείναν, αν και
ουδέν είχε φάγει από δύο ημερών.
— Δεν γίνεται, είπεν ο Γύφτος· κ' εγώ πεινώ. Περιμένεις εδώ, να
υπάγω αντικρύ να αγοράσω ψωμί;
— Περιμένω, είπεν η Αϊμά.
Εις τον Πρωτόγυφτον επήλθεν η ιδέα ότι η Αϊμά ηδύνατο ευκόλως να φύγη, αν την άφηνε μόνην. Μεταμεληθείς λοιπόν είπε·
— Ειμπορεί να φοβήσαι να σ' αφήσω μοναχήν. Καλλίτερα να έλθης
μαζή μου. Αυτοί οι χωριάταις δεν μας γνωρίζουν. Πάμε μαζή;
— Πάμε, είπε μετ' αδιαφορίας η Αϊμά.
Και καταβάντες τον λόφον, επλησίασαν εις τα πρόθυρα του χωρίου. Ουδείς παρετήρησεν αυτούς. Μία μόνον γυνή, ήτις εκάθητο υπό δένδρον τι παρά την θύραν της καλύβης της, κρατούσα ηλακάτην, έστρεψε το βλέμμα προς αυτούς.
— Από πού έρχεσθε; τους ηρώτησε.
— Από το χωριό μας, απήντησεν ο Γύφτος
— Και τι θέλετε;
— Περαστικοί είμασθε απ' εδώ.
— Και πού πάτε τάχατες;
— Στα χωράφια μας, είπεν ο Πρωτόγυφτος.
— Έχετε δω σιμά χωράφια; Εγώ δεν σας είδα άλλην φοράν.
— Τώρα γρήγορα ταγοράσαμε.
— Δεν μοιάζετε για χωραφάδες, είπεν η γυνή, παρατηρούσα το μαυρισμένον πρόσωπον και τας μολυβδόχρους χείρας του Γύφτου.
— Σαν τι μοιάζομε;
— Φαίνεσθε σαν Ατσίγγανοι.
— Ειμπορεί να είμασθε κι' όλας, εμορμύρισε δυσμενώς ο
Πρωτόγυφτος. Σε πειράζει τούτο τίποτες;
— Όχι.
— Τότε γιατί ρωτάς;
— Και αυτή τι την έχεις; επανέλαβεν η γυνή δεικνύουσα την Αϊμάν.
— Είνε κόρη μου.
— Σαν άρρωστη μου φαίνεται, είπεν η φιλοπράγμων γυνή.
Ο Πρωτόγυφτος εμυρμύρισε·
— Πάμε, Αϊμά.
Και λαβών εκ της χειρός την νέαν προυχώρησεν, όπως αποφύγη τας φορτικάς ερωτήσεις της γυναικός εκείνης. Αύτη ηκολούθησεν αυτούς, ανυπόδητος και με την ηλακάτην όπως ήτο, βαδίζουσα τριάκοντα βήματα όπισθεν αυτών. Ο Γύφτος και η Αϊμά διευθύνθησαν εις το κέντρον του χωρίου, όπου ηγόρασαν τροφάς και εξήλθον εκείθεν σπεύδοντες. Η γυνή σταθείσα παρά τινα γωνίαν παρετήρει αυτούς μακρόθεν. Ιδούσα δε γειτόνισσάν τινα, την έκραξε·
— Βλέπεις εκεί;
— Ποίος είνε;
— Εκείνος ο άνθρωπος με το κορίτσι που σέρνει από το χέρι…
— Βλέπω.
— Μου φαίνεται παράξενο.
— Διατί;
— Σήμερα το πρωί επέρασ' απ' εδώ ένας άνθρωπος κουτσός.
— Ποίος;
— Ένας γνώριμος του ανδρός μου. Και μας είπεν ότι χθες βράδυ έγεινεν άφαντη από το μοναστήρι των καλογραιών μία νέα γυφτοπούλα.
— Αι, και τι μ' αυτό;
— Λοιπόν αυτός ο γέρος εκεί είνε γύφτος, μου φαίνεται. Και η νέα ειμπορεί να είνε εκείνη η γυφτοπούλα, όπου έφυγεν από το μοναστήρι.
— Αι, και τι μας μέλει;
— Δεν λέγω πως με μέλει, αλλά σου λέγω τάχατες διά να το ξεύρης και συ.
— Ώρα καλή!
Και η γειτόνισσα στρέψασα τα νώτα απεμακρύνθη.
Εν τούτοις οι δύο οδοιπόροι εξήλθον εκ της κώμης, και επανέλαβον την πορείαν των. Ο Γύφτος δεν είπε πλέον προς την Αϊμάν να φάγη, αλλά την εβίαζε να σπεύδη το βήμα, η δε κόρη τον ηκολούθει αγογγύστως. Φαίνεται ότι αι επίπονοι εξετάσεις της χώρας εκείνης είχον εμποιήσει ανησυχίαν εις τον Πρωτόγυφτον. Ότε δε απεμακρύνθησαν παραπολύ, τότε μόνον τη επρότεινε να καθίσωσιν εις μέρος τι και να αριστήσωσιν.
Είτα δε τη είπε·
— Τώρα είνε ανάγκη να καθίσωμε 'δω, που είνε παράμερα. Κοντεύομε να φθάσωμεν εις το χωριό μας. Δεν πρέπει να φανώμεν εκεί την ημέραν, μη μας ιδούν. Όταν νυχτώση, τότε θα πάμε.
Η Αϊμά δεν απήντησεν, αλλ' υπετάχθη σιωπηλώς. Έκλινε δε προς την δύσιν η ημέρα. Ότε επήλθεν η νυξ, τότε ο Πρωτόγυφτος τη λέγει·
— Σηκώσου τώρα. Είνε καιρός να πηγαίνωμε.
Και η νέα υπήκουσε. Διήλθον πολλών μιλίων οδόν. Η Αϊμά εβάδιζε μετ' απιστεύτου καρτερίας. Άλλως δε είχεν αναπαυθή κατά τον τελευταίον σταθμόν, και η λιτή τροφή, ην έλαβε, τη απέδωκε τας δυνάμεις της. Ήτο δε βαθύ σκότος. Ο καιρός είχε μεταβληθή από της πρωίας, και ήτο ευδία. Ο Γύφτος εγίνωσκε καλώς τας οδούς, και ωδήγει την Αϊμάν. Ότε όμως είχον αναβή εις απότομόν τινα ακρώρειαν του Ταϋγέτου, ο Γύφτος εστάθη αίφνης διστάζων. Εκύτταζε δεξιά και αριστερά, ως να διετέλει εν αμηχανία.
— Τι είνε; ηρώτησεν η Αϊμά.
— Δεν ξέρω, μου φαίνεται σαν να έχασα τον δρόμο.
— Αλήθεια; Εγώ και πρωτήτερα θα σου το έλεγα, είπεν η Αϊμά.
— Πώς; γνωρίζεις εσύ τους δρόμους; είπε με σκληρόν τόνον ο
Πρωτόγυφτος.
— Δεν τους γνωρίζω, αλλά δεν ξέρω πώς μου εφάνη πως είμεθα πολύ
μακρυά από το χωριό μας.
— Α! έκαμε πτοηθείς ο Γύφτος. Και πώς εκατάλαβες ότι είμασθε
μακρυά;
— Έτσι μου εφάνη.
— Έχεις λάθος, πρωτήτερα επηγαίναμε πολύ καλά, κορίτσι μου. Τώρα όμως . . .
— Τώρα;
— Δεν ξεύρω αν θα μείνωμε και άλλην μίαν βραδειά εις το βουνό να ξενυχτίσωμεν.
— Ω!…
— Και εις αυτό το μέρος λέγουν πως είνε λύκοι.
— Λύκοι! είπε μετά τρόμου η Αϊμά.
— Σου λέγω, ο δρόμος μας είνε χαμένος, επανέλαβεν ο Γύφτος.
— Και τώρα τι να κάμωμεν; είπεν η Αϊμά συνάπτουσα τας χείρας.
Ο Γύφτος περιέβλεψεν εισέτι επί τινα χρόνον εξετάζων τα πέριξ, περιήλθε το μέρος, και επέστρεψε προς την Αϊμάν.
— Φαίνεται φως εκεί πέρα, είπε.
— Πού;
— Έλα να το ιδής αν θέλης.
Η Αϊμά τον ηκολούθησεν εις στροφήν τινα της ατραπού, και είδε τω όντι φως λάμπον εν μέσω των θάμνων, εις χιλίων βημάτων απόστασιν.
— Και τώρα θέλεις να πάμε εκεί να τους παρακαλέσωμεν να μας
δεχθούν απόψε διά την νύκτα;
— Όπως θέλεις, απήντησεν η Αϊμά.
Επροχώρησαν. Το φως ήτον εις την ρίζαν ενός βράχου, και όσον επλησίαζον, τόσον ευκρινέστερον καθίστατο. Ότε ήλθον εγγύτερον, ο Πρωτόγυφτος είπε·
— Κάθησαι συ εδώ, να υπάγω εγώ μίαν στιγμήν να ιδώ τι άνθρωπος είνε, και γυρίζω και σε παίρνω.
— Ας είνε, είπεν η Αϊμά.
Ήδη μόλις απείχον περί τα εκατόν βήματα. Ο Γύφτος καταλιπών την Αϊμάν, έσπευσε προς το μέρος εκείνο με ελαφρόν και σταθερόν βήμα, ως να ήτο εξωκοιωμένος από πολλού να βαδίζη επί του εδάφους τούτου. Έκρουσε δε ασφαλώς και μετά πολλού θάρρους την θύραν της κατοικίας εκείνης.
— Ποίος είνε; ηρώτησεν ένδοθεν.
— Εγώ ο Πρωτόγυφτος
Η θύρα ανεώχθη, και άνθρωπός τις επαρουσιάσθη εις το διάκενον.
— Πού ευρέθεις εδώ; ηρώτησε.
— Ήλθα να περάσω εδώ την νύκτα.
— Και εκείνη έφυγε! τω είπε μετά μεμπτικού τόνου ο άνθρωπος.
— Έφυγεν, αλλ' ήλθεν.
— Ήλθε;
— Βέβαια.
— Πού είνε;
— Εκεί.
— Αλήθεια;
— Αλήθεια.
— Δεν με γελάς;
— Ο Πρωτόγυφτος δεν λέγει ψεύματα.
— Και πώς έγεινε τούτο;
— Θα σοι το διηγηθώ άλλην φοράν.
— Και τώρα;
— Τώρα να φύγης απ' εδώ, και να μας παραχωρήσης την φωλεάν σου.
— Διατί;
— Διά να μη σε γνωρίση.
— Έχεις δίκαιον.
— Και ο αφέντης πού είνε; ηρώτησεν ο Πρωτόγυφτος.
— Προ μιας ώρας ανεχώρησε διά την Σπάρτην.
— Λοιπόν θα υπάγης και συ εκεί;
— Αύριον πρωί.
— Ναι, αλλά φύγε απ' εδώ να μη σε ιδή.
Ο άνθρωπος εξελθών, εστράφη περί τον βράχον, και απεμακρύνθη ταχέως. Ο Γύφτος επανήλθε προς την Αϊμάν και τη είπε·
— Πάμε, κόρη μου.
— Μας δέχονται; ηρώτησεν η νέα.
— Μας δέχονται. Είνε καλοί άνθρωποι. Πολύ καλοί άνθρωποι.
Και προπορευομένου του Γύφτου, εισήλθεν η Αϊμά εις το ερημικόν εκείνο οίκημα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Κατόπιν εορτής.
Την εσπέραν της αυτής εκείνης ημέρας, καθ' ην ο Τρέκλας είχε κομίσει εις τον Πλήθωνα το άγγελμα της αποδράσεως της Αϊμάς, ο φιλόσοφος είχεν αναχωρήσει εκ του άντρου και μετέβη εις Σπάρτην. Ο αναχωρητής ούτος περιεσπάτο υπό πολλών φροντίδων. Μία τούτων ήτο η περί της στρατολογίας των επικούρων… Φευ! οψέ, λίαν οψέ, εμερίμνων εν Ελλάδι προς εκπλήρωσιν της ιεράς ταύτης οφειλής. Ήτο ήδη περί το τρίτον δεκαήμερον του Μαΐου του έτους ,αυνγ'. Και η βασιλεύουσα μετ' ολίγας ημέρας… Την επαύριον της ημέρας εκείνης συνέβη εν Σπάρτη η στρατολογία εκείνη και η χρηματική διανομή, ην περιεγράψαμεν διά βραχέων εν τοις προηγουμένοις. Μεταξύ των αυτοκλήτων ή αιρετών αρχηγών του κινήματος τούτου υπήρχον βεβαίως άνθρωποι μικρού άξιοι, κερδοσκοπούντες επί της δεινής εκείνης ανάγκης. Αλλ' υπήρχον και χρηστοί άνδρες, δυνάμενοι να συντελέσωσιν εις αγαθόν τι υπέρ του προκειμένου τότε αγώνος, αν η κίνησις εγίνετο δύο ή τρεις μήνας πρότερον. Ονόματά τινα αναφέρονται εν τοις χρονικοίς τα εξής: Ιωάννης Κομνηνός, όστις ήλθεν εκ της βασιλευούσης έχων παρά του βασιλέως εντολήν προς στρατολογίαν. Κωνσταντίνος ο Βεράτιος, ανήρ πολλάκις πολεμήσας και διαπρέψας. Ούτος εστρατολόγησεν εκ Μεσσηνίας πλείονας των διακοσίων ανδρών. Γεώργιος ο Πύλιος, πολεμήσας προς τους Βενετούς κατά θάλασσαν. Ο Αλβανός Ματθαίος Αρκουλάς, όστις ελάμβανεν εξ υπαμοιβής το άροτρον και την σπάθην, και εθέρισεν εκ των αγρών τόσους μεδίμνους σίτου, όσα σώματα εχθρών εν τοις στρατοπέδοις της Αλβανίας και της Βορείου Μακεδονίας. Είχε δ' εξορισθή εις Πελοπόννησον ένεκα μηχανορραφίας των εχθρών του εναντίον αυτού. Τέλος ο Αννίβας Βελμίννης, περί ου διηγούνται παράδοξα οι σύγχρονοι. Ούτος είχε γεννηθή εν Κεφαλληνία εκ πατρός Βενετού. Παις ων, ημέραν τινά ενώ ηλίευε παρά τας ακτάς της Ακαρνανίας είχεν αιχμαλωτισθή υπό των Βαρβαρέζων, οίτινες κατέστησαν αυτόν πιστόν Μουσουλμάνον και τολμηρόν πειρατήν. Είτα εφόνευσε τον κύριόν του και εδραπέτευσεν. Αλλ' επειδή ευκόλως δεν ηδύνατο ν' απομάθη την τέχνην ην είχε διδαχθή, κατώρθωσε να οπλίση, ή κατ' άλλους ν' αρπάση έκ τινος ναυστάθμου, πλοίον εσκευασμένον και έτοιμον καθ' όλα, και μετήρχετο την πειρατείαν δι' ίδιον λογαριασμόν. Και εν όσω μεν η τύχη τον ευνόει και εύρισκε λείαν δι' εαυτόν και τους συντρόφους του, καλώς είχε το πράγμα. Αλλ' έν έτος συνέβη να επέλθη αφορία κατά θάλασσαν, ή μάλλον απραξία εμπορική, και ο Βελμίννης δεν είχε να πληρώση τους μισθούς των συντρόφων του. Τότε και εκείνοι, οίτινες από πολλού αφορμήν μόνον εζήτουν όπως στασιάσωσι, τον έδεσαν οπισθάγκωνα επί του ιστού, και γυμνώσαντες το πλοίον απήλον διά της λέμβου. Εις μάτην ο δυστυχής Βελμίννης έκραζεν επικαλούμενος έλεος, λέγων ότι καλλίτερον ήτο να τον ρίψωσιν εις την θάλασσαν ν' αποθάνη τον οικείον εις τους ναυτικούς θάνατον, αλλά τα θηρία τον άφησαν δέσμιον και απήλθον. Το πλοίον εφέρετο επί των κυμάτων εική, όπου το ώθουν οι άνεμοι, ψυχή άλλη δεν υπήρχεν επ' αυτού, και ο Βελμίννης δέσμιος επί του ιστού δεν είχε τουλάχιστον την παρηγορίαν του να αποθάνη ελεύθερος και αγωνιζόμενος τον υπέρ της ζωής αγώνα.
Ο δεσμώτης ελύσσα, εφρύαττεν, έδακνε τας αλύσεις, αλλά δεν είχεν υπεράνθρωπον δύναμιν όπως διαρρήξη αυτάς. Τα κύματα έπληττον προκλητικώς τας πλευράς του σκάφους, ως να ενέπαιζον σκληρώς την αγωνίαν και απόγνωσιν του δυστυχούς τούτου. Είχε περιέλθει εις το έσχατον σημείον της απογνώσεως, και θαύμα μόνον ηδύνατο να τον σώση. Και το θαύμα τούτο συνέβη πράγματι. Τουλάχιστον ο Βελμίννης διηγείτο τούτο, και εφαίνετο πιστεύων εν πεποιθήσει ότι είχε συμβή. Ο ανήρ ούτος είχε καταστή οπαδός της νέας παλαιάς θρησκείας, της εγκαινισθείσης υπό του Γεωργίου Γεμιστού, και είτε επίστευεν αυτός είτε όχι τα θαύματα των επανιδρυθέντων θεών, επεθύμει όμως να κάμη τους άλλους να τα πιστεύσωσι.
Λοιπόν, ενώ ο Αννίβας Βελμίννης διετέλει εις την τρομεράν εκείνην θέσιν, αίφνης ακούει λείον κρότον, ως ολισθηρού σώματος αναβαίνοντος την πλευράν του σκάφους. Στρέφεται. Τι να ίδη; Περικαλλής κόρη ανέβη εις το κατάστρωμα, αλλά δεν ήτο όλη κόρη. Από της οσφύος και κάτω ήτο ιχθύς. Ο Αννίβας εξέστη προς το θέαμα τούτο. Αι Σειρήνες λοιπόν, ή Γοργόνες κατά τους ημετέρους ναύτας, αι μυθολογούμεναι αύται θαλάσσιαι νύμφαι, υπήρχον πραγματικώς, δεν ήσαν της φαντασίας πλάσματα! Ιδού ο Βελμίννης έβλεπε τούτο ιδίοις οφθαλμοίς. Και δεν εφοβήθη, δεν υπέστη το ζοφερόν εκείνο αίσθημα της δεισιδαιμονίας, το ιδιάζον εις τας τοιαύτας παραλόγους πίστεις. Ησθάνθη μόνον θάμβος και κατάνυξιν. Ηθέλησε να τη αποτείνη τον λόγον, να απαγγείλη προσευχήν προ της εμφανίσεως ταύτης. Αλλ' η γλώσσα του έμεινεν ακίνητος. Η θαλασσία νύμφη επλησίασεν ηρέμα, δι' ομαλού κινήματος, προ τον δεσμώτην, και κτυπήσασα διά της ουράς τας αλύσεις, τας διέρρηξεν. Ο Αννίβας ευρέθη όρθιος και ελεύθερος εν ακαρεί. Εγονυπέτησεν αυτομάτως. Αλλ' η νύμφη διολισθήσασα ταχέως επήδησεν εις την θάλασσαν, περιρραίνουσα το κατάστρωμα δι' ύδατος και έγεινεν άφαντος. Ο Βελμίννης έμεινε κατάπληκτος, διαπορών μη ήτο όνειρον το συμβάν τούτο. Αλλ' όμως ήτο αληθές. Αι αισθήσεις του δεν ηδύναντο να απατήσωσιν αυτόν, ουδ' αυτός ηδύνατο ναπατήση τους άλλους. Ότε συνήλθεν εκ της εκπλήξεως, το δεσπόζον αυτού αίσθημα ήτο η επιθυμία. Επόθει να επανίδη την άγνωστον εκείνην θεότητα, την διφυή εκείνην νύμφην, ήτις είχεν ευεργετήσει αυτόν τοσούτον επικαίρως. Αλλ' όμως ταχέως συνησθάνθη ότι, καίπερ απαλλαχθείς του κυριωτάτου κινδύνου, όμως είχεν εισέτι να εργασθή όπως σώση το σκάφος και εαυτόν. Ήτο μόνος επί του πλοίου. Η επαφή της ουράς εκείνης τω είχε δώσει δεκαπλασίαν δύναμιν. Εξετέλεσε πάντας τους αναγκαίους χειρισμούς των ιστίων, ίθυνε το πηδάλιον, και μετ' ολίγον προσωρμίζετο εις τον εγγύτατον λιμένα. Επώλησεν αντί ευτελούς τιμής το σκάφος και τον εξαρτισμόν, και αγοράσας λέμβον κατέστη εκ νέου αλιεύς, ως και κατά τους παλαιούς χρόνους. Αλλά σήμερον ο σκοπός του δεν ήτο μόνον όπως αλιεύη. Ο Βελμίννης ήτο ερωτόληπτος με την θαλασσίαν νύμφην. Ήλπιζεν εις την τύχην ότι ηδύνατο και πάλιν να την επανίδη, την ευεργετικήν εκείνην κόρην, την περικαλλή Σειρήνα, ης το πρόσωπον, το στήθος και ο κορμός ήσαν τόσον περικαλλή, όσον δεν ενδέχεται εις την θνητήν φύσιν. Το δε κατωτέρω της οσφύος τεράστιον ο Αννίβας ευκόλως συνεχώρει, λογικώς σκεπτόμενος ότι δεν ήτο δυνατόν να ζη εν τοις ύδασιν, αν δεν είχε την ουράν του δελφίνος προσηρτημένην εις το θελκτικόν σώμα αυτής. Εν τούτοις ο ερωτόληπτος αλιεύς, επιβάς της λέμβου του, ην είχε κοσμήσει και ευτρεπίσει λίαν φιλοκάλως, περιέπλεεν από κολπίσκου εις κολπίσκον, και από υφάλου εις ύφαλον, ερευνών όλα τα σπήλαια, όλας τας ακτάς και τους όρμους, και ελπίζων νανακαλύψη ημέραν τινά την κατοικίαν της θαλασσίας νύμφης. Είχε λάβει μεθ' εαυτού μίαν κιθάραν, το απαραίτητον τούτο εφόδιον όλων των ερωτευμένων, και κατά πάσαν νύκτα υπό το φέγγος της Σελήνης εξήγειρε τας θαλασσίας ηχούς διηγούμενος τον πόνον του εις τας ποντιάδας αύρας και εις τας απογείους. Το μονότονον άσμα ανεμίγνυτο με τον συριγμόν του ανέμου και το πορφυρούν κύμα εφλοίσφιζε περί την τρόπιν του ακατίου, αλλ' η θαλασσία νύμφη δεν συνήνεσεν ουδέ μίαν νύκτα να τονίση και αυτή την θεσπεσίαν μολπήν της, δι' ης ηδύνατο να βωβάνη τους γλυκείς εκείνους ήχους. Τέλος βαθείαν τινα πρωίαν, άμα τη ανατολή της κροκοπέπλου ηούς, ο αλιεύς επίστευσεν ότι έφθασεν εις το τέρμα των αγώνων. Μεμακρυσμένη τις και ασθενής φωνή ηκούσθη άδουσα, αλλά μόλις ηκούετο. Όσον ο Βελμίννης έτεινε τα ώτα, τόσον η φωνή καθίστατο ασθενεστέρα. Με σφοδρούς παλμούς καρδίας ήρπασεν ο αλιεύς τας κώπας και ήλασε προς το μέρος οπόθεν τω εφαίνετο ερχομένη η ηχώ της φωνής. Αλλ' εις μάτην. Όσον η λέμβος επλησίαζε, τόσον το άσμα απεμακρύνετο, εωσού τελείως απεσβέσθη και εσίγησεν. Ο Αννίβας ησθάνθη εαυτόν ειπέρποτε δυστυχέστερον. Αλλ' όμως δεν ήθελε ναποβάλη την παράφρονα ελπίδα, ουδέ να παύση τας επιμόνους ερεύνας. Νύκτα τινά ο πατήρ των ανέμων προσεποιήθη ότι ήτο ωργισμένος εναντίον του αυθάδους και καλέσας τους δύο κραταιούς υιούς του, τον Βορέαν και τον Αργέστην, διέταξεν αυτούς να οργώσωσι τα κύματα.
Οι δύο άνεμοι μόνον αφορμήν περιέμενον, όπως δοθώσιν εις την παιδιάν ταύτην, και ενώσαντας τας δύο ισχυράς πνοάς των εις μίαν και μόνην, ήρχισαν ευθύς να φυσώσι μανιωδώς. Τότε συνέβη φοβερά αλλοίωσις επί του προσώπου της θαλάσσης. Τα κύματα ήρχισαν ευθύς να πυργώνται, και απετέλεσαν κορυφάς, αίτινες ωρχούντο, ανέβαινον, κατέπιπτον, εσχίζοντο, διερρήγνυντο αφρίζουσαι, και ημιλλώντο να φθάσωσιν εις το ύψος τας προεξοχάς των απορρώγων ακτών.
Η θάλασσα μη ευχαριστουμένη να φαίνεται λεία και ομαλή, και να παραβάλληται υπό των ποιητών με κάτοπτρον, εφάνη ως να ήθελε να δείξη ότι έχει και αυτή όρη και κοιλάδας, αλλ' υγρά όρη και ρευστάς κοιλάδας. Τότε πού να φανή το ακάτιον του δυστυχούς ερωτολήπτου; Ισοβαρές με φύλλον, ομοιόσχημον με κέλυφος, είχεν εκσφενδονισθή επί της πρώτης τυχούσης σπιλάδος, και κατασυνετρίβη εις μυρία τεμάχια. Ο δε Αννίβας ο δυστυχής είχεν ακολουθήσει και αυτός τον αυτόν δρόμον, αλλά κατ' ευτυχίαν έν κύμα, μειλιχιώτερον των λοιπών, τον ευσπλαγχνίσθη, και απέθηκεν αυτόν ηρέμα επί της άμμου. Ο αλιεύς, αν και ιλιγγία και ήλγει την κεφαλήν εκ του τρομερού εκείνου κτύπου, υπηγέρθη ησύχως, και τετραποδίζων επί της άμμου κατώρθωσε να φθάση εις μέρος τι, όπου δεν τον έφθανον τα κύματα. Εκεί δε απηυδηκώς και εκλελυμένος υπό των παθημάτων απεκοιμήθη μέχρι της πρωίας. Αλλ' ότε αφυπνίσθη δεν ευρέθη πλέον εις το αυτό μέρος. Ήτο εντός σπηλαίου τινός. Εκ της οροφής εκρέμαντο σταλακτίται λάμποντες υπό των ακτίνων του ηλίου, εισερχομένων διά στενής θύρας, αι δε πλευραί του άντρου ήσαν κεκοσμημέναι με μαργαρίτας, πορφύρας και κοράλια. Η κλίνη του συνέκειτο εξ υγρών βρύων και αλμυρίδων, παρά τους πόδας του έκειντο κογχύλαι και άλλα θαλάσσια προϊόντα. Ο αήρ ήτο ελαφρός και ευώδης, και η καρδία του ησθάνετο ευδαιμονίαν. Πού ήτο; Δεν ετόλμα να συμπεράνη. Τέλος στρέψας το βλέμμα προς τα δεξιά βλέπει…..την θαλασσίαν νύμφην καθημένην ενώπιον αυτού! Ο Αννίβας εξέπεμψε κραυγήν. Εκείνη τω ένευσε να σιωπήση. Εκάθητο πλησίον του, και το ήμισυ του σώματός της το ιχθυοειδές ήτο κεκρυμμένον εντός του ύδατος, διότι το έδαφος του άντρου απετέλει η θάλασσα. Το δ' έτερον ήμισυ, το περικαλλές και θεσπέσιον, προέκυπτεν υπεράνω του κύματος εις τας εκπεπληγμένας όψεις του εραστού. Ο Αννίβας δεν είξευρε τι να πιστεύση. Η πρώτη σκέψις του υπήρξε: Με αγαπά! Αλλά το βλέμμα της νύμφης, καίπερ μειδιών, δεν έλεγε τούτο· εξέφραζε μάλλον οίκτον εκ συγκαταβάσεως και χαρίεσσαν περιφρόνησιν. Μετ' ολίγον δε τω είπε και διά λέξεων τα αυτά περίπου. Η φωνή της ήτο γλυκεία και συμπαθής. Ο Αννίβας ήκουεν αυτήν απλήστως, προσέχων μάλλον εις τον ήχον ή εις την έννοιαν των λέξεων.
— Νέε θνητέ, τω είπε, βλέπεις ότι σε θεωρώ μετ' οίκτου; Οφείλω να σοι είπω την αλήθειαν. Χείλη Νύμφης δεν πρέπει να ψεύδωνται. Παραφροσύνη είνε ο έρως, ον έχεις συλλάβει δι' εμέ. Η φύσις των θνητών ανθρώπων ομοιάζει με το ξύλινον εκείνον κέλυφος, όπερ οι αδελφοί μου Βορέας και Αργέστης συνέτριψαν προ μικρού επί τινος βράχου, εξ ης καταστροφής εγώ συνήνεσα εξ οίκτου προσκαίρως να σωθής. Παρήλθε πλέον προ πολλού ο χρόνος, καθ' ον οι θνητοί ετόλμων ν' αποβλέπωσι μετ' επιθυμίας προς τας θεαίνας, αύται δε συγκατέβαινον ενίοτε εις τα παράβολα ταύτα ορμήματα, ων η επιτυχία ήτο χείρων δι' αυτούς, διότι ήσαν προωρισμένοι μόνον εις δεινοτέραν συμφοράν και σκληρότερον θάνατον. Η θνητή φύσις δεν προσδέχεται την μετά της αθανάτου επιμιξίαν, όπως δεν στέργει το πυρ της Στυγός, όπως δεν δύναται να υποστή του κεραυνού την φλογώδη επαφήν. Και τι καλόν ήθελε προέλθει εκ της μετ' εμού ενώσεώς σου; Ουδέν και του ουδενός έλασσον. Άλλοτε η ένοχος συγκατάβασις των θεαινών είχε μίαν δικαιολογίαν, ότι οι θνητοί μας ελάτρευον, και προτού να καταστώσιν ερασταί, ήσαν ταπεινοί λάτρεις των ημετέρων αγαλμάτων. Τώρα όμως προ πολλού τα ολοκαυτώματα έπαυσαν να καπνίζωσιν επί των βωμών, το φάσγανον δεν τέμνει πλέον τους λαιμούς των σφαγίων, και η ιερά του τερασκόπου τέχνη δεν ερευνά πλέον τα σπλάγχνα των αμνών. Ηρημώθησαν τα τεμένη, εγκατελείφθησαν τα ηρώα, κατηδαφίσθησαν οι ναοί. Το πυρ δεν καίει πλέον εις τας εστίας, και αι εικόνες των εφεστίων δεν κοσμούσι πλέον τα μέλαθρα. Τα στέμματα αφηρέθησαν από των μετώπων ημών, και ό,τι πρότερον ελατρεύετο, σήμερον εμποιεί αποστροφήν και φρίκην. Εκείνο όπερ το πάλαι ήτο θρησκεία, κατέστη νυν δεισιδαιμονία, και οι άνθρωποι ήλλαξαν ως και τα ονόματα ημών, και μας αποκαλούσιν ακαθάρτους δαίμονας. Μισούσι και βδελύττονται πάσαν ανάμνησιν ην κατελίπομεν επί του εδάφους εκείνου, και αποστρέφουσιν αφ' ημών τας όψεις πιστεύοντες ότι είμεθα φθοροποιά και απαίσια πνεύματα. Ω, η γενεά αύτη είνε γενεά αγροίκων. Και συ εξ εκείνων είσαι, ω νέε θνητέ. Ποίος είσαι συ ο αυθάδης, όστις ετόλμησας να υψώσης τους οφθαλμούς επ' εμέ μετά τοσαύτης αναιδείας και θρασύτητος; Δεν ηρκέσθης ότι σ' ευηργέτησα, σώσασά σε εκ βεβαίου και σκληρού θανάτου, ότε οι σύντροφοί σου σε είχον δεσμεύσει επί του ιστού, αλλά τολμάς να ατενίζης μετ' επιθυμίας προς την υπερήφανον των θαλασσών Νύμφην, και να υβρίζης την εκπεσούσαν δόξαν και μεγαλειότητα; ..
Ταύτα είπεν η Νύμφη μετ' αγερώχου και προκλητικού ήθους, και εσίγησεν. Ήτο ευπλόκαμος, ξανθή, γλαυκή τους οφθαλμούς και χαριεστάτη. Ο αλιεύς ητένιζε προς αυτήν όλος μεθύων, και τω εφαίνετο ότι ήλλαζεν όψεις από στιγμής εις στιγμήν. Οτέ μεν χείμαρρος πυρός εξήρχετο εκ των οφθαλμών της, οτέ δε ευώδη ρόδα εξεχύνοντο εκ των χειλέων της. Ο ερωτόληπτος την εθεώρει έξαλλος. Αλλά δεν υπώπτευσεν ότι η οργή αυτής ήτο προσποιητός. Ουδ' είχε παρατηρήσει ότι εφρόντιζεν εκείνη να κρύπτη το ήμισυ του σώματός της, το δελφινοειδές, εντός των κυμάτων. Τούτο προσεκτικός παρατηρητής ήθελεν εκλάβει ως φιλαρέσκειαν. Αλλά δεν επιτρέπεται εις τους θνητούς να τηρώσι την αταραξίαν αυτών επί παρουσία των αθανάτων, και άνευ αταραξίας δεν δύναταί τις να είνε παρατηρητής.
Διά τούτο τα βουλεύματα των θεών μένουσι πάντοτε κεκρυμμένα από της όψεως των ανθρώπων, ενώ τούτων τα διανοήματα πάντοτε φανερά εις το βλέμμα εκείνων πρόκεινται. Ο Αννίβας τεθορυβημένος και αμηχανών, ηθέλησε να ψελλίση λέξεις τινάς εις απολογίαν του, αλλ' η Νύμφη τω επέβαλεν εκ δευτέρου διά του νεύματος σιγήν. Τω είπε να φάγη κογχύλας και καραβίδας, αν επείνα, και αίφνης εγένετο άφαντος καταλιπούσα αυτόν μόνον.
Τότε ήρχισεν ούτος να σκέπτηται μακρόν χρόνον περί του συμβάντος τούτου, όπερ δεν τω εφαίνετο ως όνειρον, αλλ' όμως μετά πολλάς σκέψεις έφθασεν εις το συμπέρασμα ότι ηδύνατο να μη συμβή όπως συνέβη. Προσέτι ηπόρει και δι' άλλο τι. Αν και ήτο τέχνη θαλάσσιος, ήτο όμως φύσει χερσαίος, και δεν ηδύνατο να καταστή υδρόβιος. Και όμως αν και η κλίνη, εφ' ης κατέκειτο ήτο όλη υγρά, δεν ηνόχλει αυτόν η τοιαύτη υγρότης. Μη άρα μετέβαλεν αιφνιδίως φύσιν; Τότε ενεθυμήθη και την τελευταίαν εντολήν της Νύμφης, ειπούσης αυτώ να φάγη, και συλλέξας κογχύλας, γαρίδας και καρκίνους ηρίστησε μετά πολλής ορέξεως. Μόλις είχεν αποφάγει, και καταληφθείς υπό ακαθέκτου νυσταγμού, απεκοιμήθη πάλιν. Αλλ' η εκ του δευτέρου τούτου ύπνου εξέγερσις δεν υπήρξεν ευάρεστος ως η προλαβούσα. Ότε αφυπνίσθη, έκειτο επί της άμμου παρά τον αιγιαλόν, το δε σπήλαιον της Νύμφης είχε γείνει άφαντον, ως ήτο επόμενον.
Ο Αννίβας επιστρέψας εις τον λιμένα του εφρόντισε να οπλίση νέαν λέμβον διά τας αλιευτικάς εκδρομάς του. Λέγεται δε ότι η θαλασία Νύμφη δεν έμεινε μέχρι τέλους άτεγκτος και συνήνεσε να είνε ορατή άπαξ του μηνός εις τον λατρευτόν της. Εις αμοιβήν της ευνοίας ταύτης ο Αννίβας κατέστη ένθερμος κήρυξ και απόστολος της παλιμψήστου θρησκείας του Πλήθωνος.
Το ανωτέρω διήγημα ετύγχανε πολλής πίστεως περί τα μέσα της ιε' εκατονταετηρίδος. Μοι είπον δε ότι αι θαλάσσιοι Γοργόνες, δι' ων χθες και πρώην έστιζον κατ' έθος τα στήθη και τας ωλένας πολλοί των ημετέρων ναυτικών, έχουσι την αρχήν εκ του διηγήματος τούτου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
Το πένθιμον τέλος.
Σκότος βαθύ εκάλυπτε πάσαν την γην, και η Αϊμά είχεν εισέλθει μετά του πατρός της εις το καταφύγιον εκείνο. Η νέα εξεπλάγη εκ του ασυνήθους τούτου εσωτερικού. Λύχνος έφεγγεν επί τινος εστίας, και υπεράνω αυτής έκειντο δυσδιάκριτα τινα αντικείμενα. Ήσαν ταύτα αγαλμάτια. Περαιτέρω εφαίνοντο όρθια μεγάλα αγάλματα θεών. Η Αϊμά αφήκε κραυγήν. Είχεν εκλάβει εκ πρώτης όψεως ταύτα ως ανθρώπους ζώντας. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος τη είπε·
— Δεν είνε τίποτε. Μη φοβείσαι.
Η Αϊμά εμάντευσε πού ευρίσκοντο. Εψιθύρισε δε κεκομμένη τη φωνή·
— Διατί μ' έφερες εδώ;
— Μη φοβείσαι, απήντησεν ο σκληρός Γύφτος. Αλλ' η φωνή του έτρεμε.
Η Αϊμά παρετήρησεν ότι ήσαν μόνοι.
— Δεν είνε άνθρωποι εδώ; είπε.
— Τώρα θα έλθουν, απήντησεν ο ακάματος Πρωτόγυφτος.
— Καλλίτερα να μην έλθουν, εσκέφθη η Αϊμά. Μεγαλοφώνως δε είπε·
— Δεν θέλω να μείνω εδώ.
— Και πού θα υπάγης;
— Προτιμώ να φύγω.
— Για να σου πω, είπεν ο Γύφτος, εγώ είμαι κουρασμένος, θέλω να κοιμηθώ. Αν θέλης να φύγης, φύγε. Τι σου ήλθεν;
Η Αϊμά διηυθύνθη προς την θύραν. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος ήτο διπλούς υποκριτής. Ένθεν μεν προσεποιείτο ότι την άφηνεν αδιαφόρως να φύγη, ένθεν δε ότι την εμπόδιζεν εκ διαφέροντος.
— Πού θα πάγης, κορίτσι μου; Είσαι στα καλά σου; Θέλεις να σε
φάνε οι λύκοι; Και πού θα πας τέτοιαν ώρα μοναχή σου; ολομόναχη;
Η Αϊμά δεν απήντησεν, αλλ' απεπειράθη να εξέλθη. Ο Γύφτος εστάθη έμπροσθεν της θύρας.
— Πίσω, της είπε. Μη τα κάμνης αυτά τα χωρατά.
— Χωρατά; είπε μετά πικρίας η νεάνις. Και ήρχισε να κλαίη.
Τότε ο Πρωτόγυφτος συνεκινήθη, και ικέτευεν αυτήν μειλιχίω τω τρόπω·
— Μείνε, κορίτσι μου. Εγώ ορκίζομαι ότι δεν θα πάθης κανένα κακό. Δεν σ' έφερα διά κακό εδώ. Πού θα πας νύχτα μονάχη σου; Απόψε θα μείνωμε οι δυο μας εδώ. Εγώ είμαι ικανός να σε γλυτώσω, αν σε πειράξη κανείς. Αύριο πρωί σου υπόσχομαι άμα ξυπνήσωμε, να φύγωμε μαζή. Μείνε. Σου το υπόσχομαι.
— Διατί να με φέρης εδώ; ηρώτησεν η Αϊμά.
— Δεν σ' έφερα διά κακόν σκοπόν, σου το ορκίζομαι.
— Και τίνος είνε αυτό το σπίτι;
— Είνε… ενός καλού ανθρώπου… αυτός σε αγαπά πολύ, αλλά δεν θέλει στανικώς να σε πάρη. Αν θέλης να τον ακολουθήσης…
— Ω Θεέ μου! έκραξεν η Αϊμά, συνάπτουσα τας χείρας. Σώσε με.
— Μη φοβείσαι.
Η Αϊμά εστάθη διστάζουσα επί μακρόν και βλέπουσα επιμόνως εις την θύραν. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος, βαρύς, σκληρός και ακίνητος ως ανδριάς δεν παρεμέριζεν εκ της παραστάδος.
— Στάσου να σου πω, Αϊμά, τη είπε. Να, αυτή η πόρτα κλείει από μέσα. Συ η ιδία την κλειδόνεις, και έχεις το κλειδί απάνω σου, διά να μην υποπτεύεσαι τίποτε. Κοιμάσαι συ. Εγώ στέκω έξυπνος, και σε φυλάγω. Άμα φέξη, άμα εβγή ο αστέρας, άμα το πρώτο γλυκοχάραγμα φανή στον ουρανό, σ' εξυπνώ, ή ξυπνάς μοναχή σου, και φεύγομε. Θέλεις άλλο τίποτε; Δεν πιστεύεις εμένα; Εγώ είμαι πατέρας σου.
Η Αϊμά δεν ετόλμησε να επιμείνη, και ηναγκάσθη να δεχθή το μέσον τούτο. Ο Πρωτόγυφτος εκλείδωσεν έσωθεν την θύραν, και τη έδωκε την κλείδα. Είτα εκάθισαν παρά την φέγγουσαν εστίαν.
Η Αϊμά είχεν απόφασιν να μη κοιμηθή, αλλ' ο κάματος και ο ύπνος ενίκησαν αυτήν. Έκυψε την κεφαλήν επί των γονάτων της και απεκοιμήθη. Ο δε Πρωτόγυφτος έμεινεν άγρυπνος. Μόνον περί όρθρον βαθύν, ότε ήκουσε κρότον τινά, ως να απεπειράτο τις ν' ανοίξη την θύραν έξωθεν, τότε παραδόξως έκλεισε τους οφθαλμούς και εφάνη ότι εκοιμάτο.
Φαίνεται δε ότι παρά πάσας τας διαβεβαιώσεις του Γύφτου, η θύρα είχε και άλλο μέσον δι' ου ηνοίγετο και έξωθεν, διότι ηνοίχθη τω όντι αύτη και εισήλθεν άνθρωπός τις. Ούτος επλησίασε μετά προφυλάξεως προς τους δύο κοιμωμένους, και έμεινεν επί πολύ όρθιος, παρατηρών την Αϊμάν, ήτις έκυπτε την κεφαλήν επί των γονάτων, και οι καστανοί πλόκαμοι της κόμης αυτής, διχή σχιζόμενοι όπισθεν της κεφαλής, άφηνον να φαίνεται ο ωχρός και στρογγύλος τράχηλος αυτής. Είτα ο ξένος με το αυτό ελαφρόν βήμα εστράφη προς το μέρος όπου ίσταντο τα αγάλματα.
Ήτο ανήρ εξηκοντούτης περίπου, μέτριος το ανάστημα, έχων μακράν μεσαιπόλιον την κόμην, και στρογγύλον λευκόν το γένειον. Ήτο ασκεπής την κεφαλήν, και το υψηλόν του μέτωπον εφαίνετο όλον συνεσταλμένον υπό των ρυτίδων. Εφόρει βραχύν χιτώνα, περιεσφιγμένον υπό στενής μεταξίνης ζώνης περί την οσφύν και κατερχόμενον υπεράνω των γονάτων. Αι κνήμαι του ήσαν σπειροειδώς περιδεδεμέναι με ερυθρούς ιμάντας, και εις τους πόδας εφόρει ελαφρά πέδιλα. Ότε εισήλθεν, έφερεν υπεράνω του χιτώνος κυανόχρουν ιμάτιον, αλλ' άμα εισελθών απέρριψεν αυτό επί τινος επίπλου. Εστάθη εν μέσω των αγαλμάτων και συνάψας τας χείρας εγονυπέτησεν. Ηκούσθη τότε εν τη σιγή της νυκτός και υπό το σκιόφως εκείνο της ημισβέστου λυχνίας ένθερμος προσευχή:
Θεοί παντεπόπται και αθάνατοι, θεοί ουρανίωνες και υποχθόνιοι, οικτείρατέ με. Υμείς μόνοι βουλεύεσθε σταθεράς βουλάς, υμείς γινώσκετε αυτάς και να εκτελήτε, τα δε των θνητών είνε άστατα και αβέβαια. Επί πολύν χρόνον ενόμιζον ότι ήμην βελτίων πάντων των θνητών, αλλ' ιδού σήμερον αναγνωρίζω την ιδίαν μου ασθένειαν. Επίστευον ότι ηδυνάμην να συλλάβω σκοπούς και να τους εκτελέσω, αλλ' ότε έφθασεν η στιγμή, δισταγμός με καταλαμβάνει και ουδέν δύναμαι να αποφασίσω. Κάκιστον είνε το να πιστεύη τις ότι έχει σκοπόν, ότι έχει σχέδιον κατηρτισμένον, και όταν έλθη η στιγμή της εκτελέσεως, ν' ανακαλύπτη αίφνης ότι ουδέν σχέδιον, ουδένα σκοπόν έχει. Ή αφαιρέσατέ μου τελείως τας φρένας, θεοί, ή δότε μοι τόλμην. Διατί, όπως δύναταί τις να κλείη τους οφθαλμούς, να βύη τα ώτα, διατί δεν δύναται να κοιμίζη προσκαίρως και την σκέψιν, διατί να είνε κατάδικος εις το να κυλινδρή τον λίθον του Σισύφου εν τη ιδία αυτού ψυχή; Διά να ομολογή την αδυναμίαν αυτού; Διά να εννοή το ανίσχυρον και ατελές της ανθρωπίνης φύσεως; Φευ! Είμεθα λοιπόν χείρονες και των θηρίων; Τα κτήνη είνε τέλεια εν τη ατελεία. Ο λέων είνε τέλειος εις την δύναμιν αυτού, η τίγρις είνε τελεία εις την αγριότητα αυτής, ο όφις είνε τέλειος εις την ερπετήν αυτού φύσιν. Μόνος ο άνθρωπος, νομίζων εαυτόν υπέρτερον, είνε ατελής εις την αρετήν, ατελής και εις την κακίαν. Αλλά τις δύναται να καταστή διαιτητής των ιδίων αυτού αξιώσεων; Το επ' εμοί ουδεμίαν γινώσκω άλλην υπεροχήν, ή την εκ των συμφορών ας υπέστην. Και πάλιν θα μοι ήτο λυσιτελής αύτη, αν εγίνωσκον να ωφεληθώ εξ αυτών. Αλλ' εις μάτην! Τα κύματα πλήττουσι και τον βράχον, πλήττουσι και τα ναυάγια. Ο μεν βράχος ανθίσταται, τα δε ναυάγια παρασύρονται· αύτη είνε η διαφορά. Και ο μεν βράχος κατά μικρόν φθείρεται, αι δε σανίδες εξαφανίζονται, αλλά δεν θραύονται. Και αύτη άλλη διαφορά. Ο άνθρωπος έρμαιον της ιδίας αυτού αδυναμίας, ην οι μεν θεοί ονομάζουσι Μωρίαν οι δε θνητοί καλούσι Μοίραν κατ' αναγραμματισμόν ίσως, παρασύρεται υπό της ακαθέκτου φοράς των παθών, μέχρις ου ο κρημνός τον κατασυντρίψη ή η άβυσσος τον καταπίη και ούτως επανέλθη εις το μηδέν. Και τούτο θα ήτο το μέγιστον ευτύχημα. Αισθάνομαι ότι έγκειται εν τη ψυχή μου η νοσταλγία του μηδενός, ο πόθος της ανυπαρξίας. Μόνον η αναίσθητος φύσις δεν φοβείται την ανυπαρξίαν, διότι δεν αισθάνεται την ύπαρξιν. Τελειοποίησις άρα των όντων μη είνε η εις την ύλην επιστροφή; Επί τεσσαράκοντα έτη εθώπευσα επί της καρδίας μου τα δόγματα του θείου Πλάτωνος, ζητών παρ' αυτών αναψυχήν και παραμυθίαν. Αλλά και ούτος με ηπάτησεν. Αλλ' όμως Πλατωνικός εγώ, δεν δύναμαι να αποκηρύξω τα του Πλάτωνος. Τούτο θα ήτο τερατώδες. Εν τούτοις δεν ενθουσιώ πλέον. Το πυρ της διανοίας μου εσβέσθη, και έμεινε τέφρα και σποδός. Αισθάνομαι το κενόν περί εμέ, το κενόν και εν εμοί. Οποίος σαρκασμός διά το όνομα όπερ πομπωδώς ανέλαβον! Μετά τοσούτους δισταγμούς και ταλαντεύσεις επιθυμώ να επανέλθω εις τον κατά φύσιν άνθρωπον. Πιστεύω ότι οι αμαθείς είνε ευτυχέστεροι των σοφών. Να επανέλθη τις εις την αφορμήν, αφ' ης ανεχώρησε, τούτο δεν είνε το τέρμα πάσης αποδημίας; Και η ανθρωπότης μετά τοσαύτας περιπλανήσεις δυνατόν να επανέλθη ποτέ εις την αμάθειαν, προτιμώσα αυτήν της σοφίας, και εις την βαρβαρότητα, προκρίνουσα αυτήν του πολιτισμού…. Αλλά τι λέγω; Ληρείς, ω Πλήθων. Θεοί, σύγγνωτε! ελησμόνησα ότι ήλθον να ζητήσω βουλήν παρά των ιερών υμών βωμών, και εξετράπην εις αδολεσχίας. Και τώρα τι να πράξω, ω θεοί; Η ακμή του πάθους τούτου φλεγμαίνει εν εμοί, και σεις δεν μ' εμπνέετε; Ευδοκήσατε να μοι υποδείξητε την βουλήν σας. Από πολλού ουδένα οιωνόν είδον εις τον αέρα, ουδέν σημείον επί της γης. Υπαγορεύσατέ μοι διά σημείου μαντικού, δι' οιωνού ή και διά νυκτερινής όψεως την ευμενή υμών απόφασιν, μέχρι της ανατελλούσης ημέρας.
Και ταύτα ειπών ο Πλήθων ανωρθώθη. Επανήλθε προς την θύραν, χωρίς να ρίψη άλλο βλέμμα επί της κοιμωμένης Αϊμάς, έλαβε το ιμάτιόν του, και εξήλθε κλείσας την θύραν.
Ο Πρωτόγυφτος, όστις υπεκρίνετο ότι εκοιμάτο, ήνοιξε τους οφθαλμούς, και έβλεπεν αυτόν εξερχόμενον. Το βλέμμα του εξέφραζεν απορίαν. Διετύπωσε δε καθ' εαυτόν την επομένην σκέψιν, μη τολμών και να εκφράση αυτήν·
— Α! φεύγει. Τόσον καλλίτερα!
Όσον διά την Αϊμάν, αύτη εκοιμάτο ανήσυχον ύπνον. Και όχι μόνον εκοιμάτο, αλλά και ωνειρεύετο. Τούτο εδείκνυον τα κινήματα, άτινα ετάραττον αιφνιδίως το σώμα αυτής, και οι ελαφροί στεναγμοί, οι εξερχόμενοι εκ του στήθους της. Τη εφαίνετο ότι ευρέθη εις έρημον τόπον μη έχοντα βλάστην και φυτείαν και ήτο εκτεθειμένη εις το φλογερόν καύμα του ηλίου. Ήτο δε μόνη και ηγνόει την οδόν, ην έπρεπε να βαδίση όπως απομακρυνθή εκ του αυχμηρού εκείνου τόπου. Περιέβλεπεν εναγωνίως γύρω, αναζητούσα να ίδη ανθρωπίνην ψυχήν, όπως ερωτήση περί της οδού ην έπρεπε ν' ακολουθήση. Μετά πολλάς αναζητήσεις, εφάνη τέλος ως σκιά τις προσεγγίζουσα. Ότε προσήλθεν εγγύτερον αύτη, η Αϊμά εξεπλάγη αναγνωρίσασα την μυστηριώδη εκείνην γυναίκα, ήτις είχεν άλλοτε, κατ' όναρ, ή καθ' ύπαρ, (η Αϊμά ουδέποτε ενόησεν οριστικώς τούτο) εμφανισθή ήδη προς αυτήν. Η νέα την έβλεπεν έκπληκτος, και ηθέλησε να τη ομιλήση πρώτη. Αλλ' η ξένη ένευσεν επιτακτικώς να σιγήση, και ανοίξασα το στόμα τη είπε μυστηριωδώς: «Ζητείς να μάθης ποίον δρόμον θα βαδίσης; Έχε θάρρος. Βαδίζεις τον άριστον, τον δρόμου του μαρτυρίου». Η Αϊμά δεν ενόησε τι εσήμαινεν η φράσις αύτη: ο δρόμος του μαρτυρίου. Η ξένη επανέλαβε: «Μικρόν εισέτι και θα φθάσης εις το τέρμα. Σοι απόκειται της δικαιοσύνης στέφανος». Η Αϊμά δεν είχεν αναγνώσει τας επιστολάς του θείου Παύλου, και ηγνόει ποίος τις ήτο ο στέφανος της δικαιοσύνης, αν και η λέξις αύτη, στέφανος, ήρεσκεν αυτή, αναμιμνήσκων τον έρημον κήπον της, ον μετά τόσης εκαλλιέργει ποτέ στοργής. Τέλος η γυνή τη είπεν εκ τρίτου: «Δεν πρέπει να με καταισχύνης. Τα τέκνα μου είνε προωρισμένα εις τον σκληρότατον αγώνα. Δείξον καρτερίαν και θα σωθής». Η τελευταία αύτη παρακέλευσις ήτο εις την Αϊμάν μάλλον ακατανόητος ή αι προ αυτής δύο. Τέλος η ξένη έγεινε παραδόξως άφαντος, ή μάλλον, όπερ παραδοξότερον, μετεμορφώθη έμπροσθεν των οφθαλμών της Αϊμάς. Αλλ' η τοιαύτη μεταμόρφωσις πολύ απείχε του να είνε ευάρεστος. Η ξένη, οία εφαίνετο εξ αρχής, είχε συμπαθή την μορφήν και μειλίχιον τον λόγον. Το δε ανάστημά της ήτο ορθόν και ευθυτενές. Αλλ' υπό την νέαν μεταμόρφωσίν της, η μεν όψις κατέστη ρικνή και απεχθής, το δε ανάστημα εκάμφθη, και δύο ογκώδεις ύβοι εσχηματίσθησαν επί της ράχεώς της. Εκράτει εις την αριστεράν χείρα οζώδη ράβδον, και φυτευθείσα ακίνητος επί του εδάφους εθεώρει την Αϊμάν μετά σατανικού σαρκασμού και φαρμακερού μίσους. Τέλος όλοι οι χαρακτήρες της ωμοίαζον με τους της Εφταλουτρούς, της στυγεράς εκείνης γραίας. Αφού επί πολύ εθεώρησε χαιρεκάκως την τρέμουσαν Αϊμάν, ήρχισε να τη λέγη: «Εδώ είσαι, Γυφτοπούλεζα; Κ' εγώ σ' έχασα τόσον καιρόν, και δεν σ' έβλεπα; Να χαθή το χνάρι σου, να μη σε βλέπω! Τι έγεινες τόσον καιρόν και δεν εφάνης πουθενά, γυφτοκόνισμα; Καλά είσαι εδώ, καλά σ' έχω. Κοιμάσαι; Κοιμήσου, που να μη ξυπνήσης!» Η Αϊμά εν τούτοις εξύπνησε τεταραγμένη, και όλη ασπαίρουσα. Ήτο μίαν στιγμήν μετά την έξοδον του Πλήθωνος. Ιδρώς αγωνίας περιέβρεχε το μέτωπον αυτής, και στραφείσα προς τον Πρωτόγυφτον, όστις είχε ανοικτούς τους οφθαλμούς, τω είπε·
— Σηκώσου γρήγορα να πάμε.
Ο Γύφτος τρίψας τους οφθαλμούς απήντησε προς αυτήν·
— Πού θέλεις να πάμε;
— Να φύγωμε απ' εδώ! είπεν η Αϊμά ανορθωθείσα.
— Τι σου ήλθε πάλι; είπε ψυχρώς ο Πρωτόγυφτος. Έπαθες τίποτε μες τον ύπνον σου;
— Σηκώσου, πατέρα, ή θα φύγω.
— Φύγε.
Η Αϊμά μετέβη εις την θύραν, αλλ' αύτη ήτο κλειστή.
Τότε ενεθυμήθη ότι είχε αυτή την κλείδα, και ερευνήσασα εις το ένδυμά της την εύρε.
Προσήρμοσεν εις το κλείθρον την κλείδα, απώθησε τον μοχλόν. Ο μοχλός απεσύρθη και το κλείθρον ηνοίχθη. Αλλ' η θύρα έμενε κλειστή.
Όσον διά τον Πρωτόγυφτον, ούτος δεν εκινείτο, και ίσως θα είξευρεν ότι δεν ηδύνατο ν' ανοιχθή η θύρα.
Η Αϊμά στραφείσα, εύρε κατάραν τινά να εκφράση, και τω είπε·
— Δαίμονα! μ' επρόδωσες.
— Εγώ; είπεν ο Γύφτος.
— Εσύ.
— Γιατί;
— Η πόρτα δεν ανοίγει.
— Και τι φταίω εγώ; . .
— Μου είχες υποσχεθή . . ., ήρχισε να λέγη η Αϊμά, και ο λόγος της εκόπη. Κύμα αγανακτήσεως πλημμυρήσαν έπνιγε την φωνήν εν τω λάγυγγι αυτής.
Την φοράν ταύτην ο Πρωτόγυφτος ηναγκάσθη ν' απολογηθή, αλλ' όπως συμβαίνει εις πάντας τους μη κατέχοντας την τέχνην του ήττονος λόγου, τους ανεπιτηδείους, έμελλε να καταστήση τα πράγματα χείρονα διά της απολογίας του.
— Και τι σου φταίω εγώ, αφού συ αγαπάς τον ύπνον, είπε μετά σαρκασμού. Δεν αγροίκησες τον άνθρωπον οπού εμβήκε τώρα εδώ μέσα;
— Άνθρωπος εμβήκε; Τι λέγεις;
— Άνθρωπος, ναι. Κ' εγώ εφοβήθην άμα τον είδα. Έμεινε μισήν ώραν, και έφυγεν. Αυτός μας εκλείδωσεν απ' έξω.
— Ω Σατανά! είπεν η νέα, και η οργή εκόχλαζεν εις τα στήθη της.
— Φώναζε όσον θέλεις, είπεν αμέριμνος ο Πρωτόγυφτος. Εγώ θα πέσω να κοιμηθώ. Δεν έφεξε ακόμα καλά.
Και τυλιχθείς με την κάπαν του ο Πρωτόγυφτος εξηπλώθη ανέτως επί του χαλικοστρώτου εδάφους, θεις και τα πέδιλά του ως προσκεφάλαιον.
Ενώ δε η Αϊμά συνήπτε τας χείρας και διετέλει εν τη εσχάτη εκείνη της απογνώσεως στιγμή, εφ' ης η αρχαία ποίησις και τέχνη δεν εύρεν άλλο κορύφωμα να επιθέση ή την απολίθωσιν, αίφνης κρότος ηκούσθη, η θύρα έτριξεν επί των στροφίγγων της και εισήλθεν ο Πλήθων.
Η Αϊμά έμεινε με το στόμα κεχηνός θεωρούσα αυτόν, άναυδος και κατάπληκτος. Ο φιλόσοφος έθηκε την χείρα επί του στόματος όπως επιτάξη σιγήν, και προέβη μετά σοβαρότητος προς την νεάνιδα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
Η παραμονή.
Η επανατέλλουσα ημέρα ήτο η προτεραία της κθ' Μαΐου 'αυνγ'. Οποίον ρίγος έπρεπε να διατρέχη τας φλέβας των Ελλήνων!
Αλλά τις εγίνωσκεν ότι η υστεραία έμελλε να είνε τοιούτων γεγονότων πρόξενος; Τις ηδύνατο να προείπη ότι έμελλεν αύτη να σημειωθή διά μελανών γραμμάτων εις τας δέλτους της ιστορίας;
Τις ηδύνατο; Και όμως αν θεωρήσωμεν ανεπίδεκτον πάσης αμφιλογίας την αξιοπιστίαν των συγχρόνων παραδόσεων και χρονικών προεσημάνθη η ημέρα αύτη, ουχί βεβαίως παρά των ανθρώπων. Τις ήθελε πιστεύσει τούτο; Αλλά τα στοιχεία προεσήμαινον αυτήν. Τουλάχιστον όλα τα γραΐδια των πέριξ χωρίων, εν τη σκηνή της ιστορίας, ημών Λακωνική, ή και αλλαχού, εσταυροκοπούντο εκτενώς από πολλών ημερών. Και εν πρώτοις έκτακτος πλημμύρα είχε συμβή εις την παραλίαν της Οιτύλου, συνοδευομένη μετά πατάγου και υπογείου βοής, ότε δ' επήλθεν η άμπωτις αιφνίδια και αύτη, μυριάδων ιχθύων και άλλων κατοίκων της θαλάσσης έμειναν τα τεθνεώτα σώματα σηπόμενα υπό τας ακτίνας του ηλίου.
Έπειτα η Σελήνη εφαίνετο επί ημέρας εστεμμένη με είδος τι ξιφοειδούς τόξου ερυθρού. Οι γέροντες από εβδομήκοντα ετών και ενωτέρω δεν ετήρουν εν τη μνήμη των εκ μακρών χρόνων το τέρας τούτο.
Τρίτον, καθ' όλον τον μήνα Μάιον σεισμοί σενέβαινον πολλαχού της Πελοποννήσου. Πολλών χωρίων οι κάτοικοι δεν ετόλμων να κατακλιθώσι τας νύκτας υπόστεγοι, ετρύπονον δε υπό τους σχοίνους ή κατεσκεύαζον προχείρους σκηνάς και καλύβας όπως κοιμηθώσι την νύκτα.
Ιερεύς τις εφημερεύων είς τινα κώμην, ηγέρθη περί την εβδόμην ώραν της νυκτός (ήτοι την πρώτην μετά τα μεσάνυκτα, κατά τους νεωτέρους) όπως μεταβή εις την εκκλησίαν του και τον όρθρον. Δεν ήτο η συνήθης ώρα, αλλ' ο ατυχής ρασοφόρος είχεν απατηθή. Και ουδέν παράδοξον, διότι εις τον ύπνον του τω εφάνη ότι ήκουσε σφοδρόν κρότον κώδωνος. Ο δυστυχής ιερεύς ενόμισε φυσικώ τω λόγω ότι ο συνεφημέριός του, προς ον αντεφέρετο αμοιβαίως, είχε προλάβει αυτόν, και ιδών ότι δεν ηδύνατο να αποσπασθή ευκόλως εκ της αγκάλης του ύπνου, ωφελήθη εκ της ευκαιρίας όπως δυσφημήση αυτόν παρά τοις ενορίταις του ως οκνηρόν. Ο ιερεύς εγείρεται, αναπηδά, περιβάλλεται ταχέως το ράσον, φορεί την μίαν κάλτσαν, υποδένεται τα πέδιλα, και τρέχει. Ότε έφθασεν εις τον ναόν, ψυχή. Ίσως ο συνάδελφος του εσήμανε τον κώδωνα, και έφυγεν, αλλ' η εικασία αύτη ήτο απίθανος. Ίσως θορυβοποιοί τινες ή κωμασταί αγρυπνούντες ηθέλησαν να παίξωσι την παιδιάν ταύτην. Αλλ' η κώμη ήτο ήσυχος, ούτε άσμα ούτε βήμα ηκούετο. Ο αγαθός ιερεύς επίστευσε μικρού δειν ότι συνέβη υπερφυσικόν τι, και αόρατα πνεύματα ενησμενίσθησαν να κρούσωσι τον κώδωνα του ναού όπως πειράξωσι τον ευλαβή ιερέα. Κατ' αρχάς εσκέφθη να επιστρέψη εις την εισέτι θερμήν κλίνην του, όπως συνεχίση την τόσον ευάρεστον εκείνην ανάπαυσιν, εξ ης αποτόμως είχεν αποσπασθή. Αλλά την ιδέαν ταύτην έκρινεν απορριπτέαν. Ανέσυρεν εκ της ζώνης την κλείδα, και ανοίξας την θύραν του ναού εισήλθε. Τι είδε τότε; Δυστυχώς έμεινε βωβός έκτοτε, και δεν ηδύνατο να το διηγηθή. Δυστυχέστερος του Ζαχαρίου, πατρός του Προδρόμου, δεν ελύθη την γλώσσαν μετ' εννέα μήνας από του συμβάντος τούτου, και ουδέν διηγήθη προφορικώς προς τους ενορίτας του. Έτι δυστυχέστερος του αυτού Ζαχαρίου, εγίνωσκε μεν ναναγινώσκη τας Ώρας και τας ευχάς, ήτο, καθώς λέγει ο Ραβελαί, «λαμπρός ξεχαλινωτής των λειτουργιών και ξελασπωτής των παννυχίδων», αλλά τόσον μόνον και ουδέν πλέον. Να γράφη δεν είξευρε. Και πάλιν είνε αμφίβολον αν, ότε έλεγε τας Ώρας, τας ανεγίνωσκεν έσωθεν, ή μάλλον εκ μνήμης απήγγελλε τους ψαλμούς, και ας έβλεπεν εντός του βιβλίου. Ο αγαθός ιερεύς ουδέν εις ουδένα κατώρθωσε να διηγηθή περί του συμβάντος. Έκαμνε μόνον προς τους ερωτώντας αυτόν φρικώδεις χειρονομίας και φοβερά νεύματα, δι' ων απαίσια τινα ήθελε να σημάνη. Αλλ' ουδείς ηδύνατο να εννοήση ουδέν των νευμάτων και χειρονομιών, ουδ' εκ του ανάρθρου γρυσμού όστις απέμεινεν εις το βάθος του ουρανίσκου του ως ίχνος της πάλαι ανθρωπίνης φωνής. Πολλοί όμως ύστερον επίστευσαν και διέδωκαν μύθον τινα, οίος ο εξής: Ο ατυχής κληρικός είχεν ιδεί παραδοξότατα πράγματα εντός του ναού την νύκτα εκείνην, και ευλόγως κατέστη άλαλος. Τέσσαρες λευκοχίτωνες δερβίσαι ωρχούντο μανιωδώς περί το ιερόν Θυσιαστήριον, πλήττοντες τα στήθη και εκβάλλοντες αφρούς εκ του στόματος. Περί την Ωραίαν Πύλην ιμάμαι είχον στρώσει ψιάθους και τάπητας επί του εδάφους και γονυπετείς επ' αυτών ανέπεμπον τας αλλοθρόους και βαρβαροφώνους αυτών προσευχάς. Οι θόλοι του ναού αντήχουν εκ των αήθων τούτων φθόγγων, και ήθελε τις νομίσει ότι ακούει μελαγχολικώς επαναλαμβανόμενον εκεί τον στίχον του ψαλμωδού: «ο Θεός, ήλασαν έθνη εις την κληρονομίαν σου, εμίαναν τον ναόν τον άγιόν σου…»