Πού ευρέθησαν εκεί οι δερβίσαι και οι ιμάμαι ούτοι; Υπήρχον ήδη τοιούτοι εν τη μικρά της Πελοποννήσου κώμη; Ουχί. Αναμφιβόλως η εμφάνισις ήτο υπερφυσική, και υπήρχε λόγος όπως απομείνη τις βωβός διά βίου.
Τοιαύτα σημεία επεφάνησαν τότε, κατά τας οικείας παραδόσεις, προάγγελα της επικειμένης εσχάτης συμφοράς.
Η βασιλίς των πόλεων, η πόλις της Θεοτόκου, η λατρευτή Κωνσταντινούπολις, έμελλε να πέση εις τας χείρας των αλλοπίστων. Προσκυνήσατε πάντες οι Έλληνες την ανάμνησιν ταύτην, ενόσω αύτη δεν εξηλείφθη ακόμη. Διότι είνε ανάμνησις μόνον και ουχί πλέον ελπίς. Δεν ενθυμούμαι τίνος λαού παροιμία λέγει: «Η ελπίς ήτο καλή, αλλ' ο όνος την έφαγεν». Αγνοώ ποίος όνος έφαγε την ελπίδα των Ελλήνων. Όπως και αν έχη τούτο, πταίουσιν οι Έλληνες, οίτινες επέτρεψαν εις τον όνον να την φάγη. Αλλά ταύτα περιττά.
Είπομεν ότι οι χωρικοί εσταυροκοπούντο, μη έχοντες άλλο πρόχειρον μέσον όπως δείξωσι την απορίαν των. Κατά τα περίχωρα της Σπάρτης είχον συμβή συνεχείς σεισμοί τας ημέρας εκείνας. Γραία τις διηγείτο την οπτασίαν ην είδε. Χάριν συντομίας παραλείπομεν την αφήγησιν ταύτην. Αλλά το συμπέρασμα αυτής απέβη εναντίον προς τα πράγματα, διότι αύτη διετείνετο ότι η βασιλίς των πόλεων δεν έμελλέ ποτε να πέση. Και τις ηδύνατο να προεικάση το εναντίον; Οι λαοί οι ζώντες υπό το κράτος της προλήψεως υπόκεινται, ως γνωστόν, εις αΐδιον πλάνην. Ολίγιστοι άνθρωποι ευρίσκοντο τότε εν Ελλάδι μη βεβυθισμένοι μέχρι της κορυφής εις την ιλύν της προλήψεως. Άλλως δε, όστις ηδύνατο ν' απαλλαχθή, δυνάμει της ιδίας υπεροχής, της γενικής ταύτης επηρείας, υπέπιπτεν εις άλλον χείρονα τούτου παραλογισμόν. Και παράδειγμα ο Γεώργιος Γεμιστός, όστις ηθέλησε να παίξη κατά τον χρόνον τούτον την παιδιάν του Εωσφόρου. Αλλ' η παιδιά αύτη υπήρξε πάντοτε κινδυνωδεστάτη και δεν ωφέλησε πολύ τους αποπειραθέντας αυτής. Μάρτυρες τούτου αυτός ο Εωσφόρος, ο Ήφαιστος, ο Σαλμωνεύς και τόσοι άλλοι, ων αμνημονούμεν τα ονόματα.
Ημέραν τινά ο Γεώργιος Γεμιστός (τούτο συνέβη είκοσιν έτη προ του χρόνου, καθ' ον συμβαίνουσι τα τη εν παρούση ιστορία) διηγήθη εις ένα των μαθητών του μύθον τινα, όστις δεν ηδύνατο να εύρη πολλούς τους δυναμένους να τον πιστεύσωσιν. Ο Γεώργιος Γεμιστός παραδόξως εφαίνετο την ημέραν εκείνην φοιβόληπτος. Ήτο νέος τότε. Κατ' εκείνον τον χρόνον συνέλαβε, φαίνεται, πρώτην φοράν την ιδέαν του να παραστήση το πρόσωπον του αναμορφωτού. Από πολλού είχε καταληφθή υπό παραδόξου οργασμού, και ήτο προφανής η κυριεύουσα αυτού έξαψις. Συχνοί αϋπνίαι, άτακτος δίαιτα, αλλόκοτοι λόγοι, μονήρεις περίπατοι, ταύτα ήσαν τα συμπτώματα, τα ελέγχοντα τον παροξυσμόν αυτού. Ο Γεώργιος Γεμιστός εύρε τον φίλον του εν τη αγορά Σπάρτης, όπου κατά μίμησιν των αρχαίων φιλοσόφων περιεπάτει ενίοτε. Εκάλεσεν αυτόν κατά μέρος και τω είπε: «Παράδοξόν τι μοι συνέβη την παρελθούσαν νύκτα. Είδον καθ' ύπνους την Αθηνάν, αυτήν την Παλλάδα Αθηνάν». Ο ακροατής του αφήκε κραυγήν εκπλήξεως και απιστίας. Ο Πλήθων ατάραχος επανέλαβε: «Ήτο τοιαύτη οποία παρίσταται εις το Άλφα της Ιλιάδος, οποίαν παρέστησεν αυτήν ο Φειδίας και οι άλλοι μαρμαροξόοι. Εφόρει απαστράπτον κράνος επί της κεφαλής, τον θώρακα μετά της αιγίδος επί του στήθους. Εκράτει το δόρυ με την δεξιάν, και οι οφθαλμοί αυτής εφαίνοντο δεινοί την όψιν. Έστη εγγύς εμού κοιμωμένου. Με ήγγισε με την άκραν του δόρατός της, και με αφύπνισεν. Εθαύμασα και μετετράπην. Ευθύς δ' εγνώρισα την Παλλάδα Αθηνάν, οίαν σοι την περιέγραψα προ μικρού». Ο ομιλητής υπέλαβε κατ' αρχάς ότι ο Πλήθων είχεν ιδεί την Αθηνάν πριν ή αφυπνισθή, αλλ' ύστερον ενόησεν ότι το σχήμα, όπερ μετήλθεν ο διδάσκαλος εις την διήγησίν του, ήτο πρωθύστερον και ούτως ησύχασεν. Ο Πλήθων επανέλαβε: «Μοι ωμίλησε με την λαμπράν φωνήν της. Έμεινα κατάπληκτος ακούων τους ουρανίους εκείνους φθόγγους, ων παραπλήσιοι από μακρού χρόνου δεν αντήχησαν εις ώτα θνητών. Μοι είπε δε·
— Εγέρθητι, ω Πλήθων, εγέρθητι και ανίδρυσον τους βωμούς, ανάστησον τα αγάλματα, και επανόρθωσον την λατρείαν των θεών. Από μακρών αιώνων, οίτινες εις τους οφθαλμούς των θεών φαίνονται ως μία ημέρα, αλλ' εις τα όμματα των ανθρώπων αποτελούσιν αμέτρητον χρόνον, από αιώνων έπαυσαν οι βωμοί να καπνίζωσιν, έπαυσαν οι ναοί να προσκυνούνται, και η ιερά λύρα δεν μελωδεί πλέον τους ύμνους των θεών. Υστερείται λατρεία οφειλομένη, απρακτεί οσία καλλιέρησις, αποδημεί νεμεσητή θυσία. Μη οι θνητοί απέβαλον την συνείδησιν της ιεράς οφειλής, και ελησμόνησαν τα προς τους θεούς νόμιμα; Η χλόη κατεκάλυψε τους ιερούς ουδούς, και η αράχνη υφαίνει τους ιστούς αυτής επί των σεπτών φλιών. Ιώθη το φάσγανον του θύτου, έρημα αναθημάτων απέμειναν τα περιζώματα, εξέλιπον τα εναγίσματα και αι σπονδαί, υστέρησαν οι δαδούχοι και αι κανηφόροι. Περιηρέθη η αειθαλής κόμη των ελαιών, η ποθεινή μύρτος έκρυψεν υπό αισχύνης τα άνθη της και η γεραρά δάφνη έκλινε τους σεμνούς κλώνας προς την γην απαξιούσα να στέψη κορυφάς αδόξους. Πού η αλκή και η ρώμη; πού οι άθλοι και οι αγώνες; Ώχετο το κράτος και η δύναμις, «απόλωλεν ανδρός αρετά», &το κάλλιστον θήραμα του βίου&. Εις τους νυν Έλληνας λυσιτελεί &τεθνάναι μάλλον ή ζην&, κατά την συμβουλήν του θείου Πλάτωνος. Εγέρθητι, ω Πλήθων, και τήρησον τας παραδόσεις αυτού, εγέρθητι και δείξον συ, ότι &ζην μάλλον ή τεθνάναι.& Πάρασχε σαυτόν πρόθυμον εις τα υπ' εμού κελευόμενα, παρασκεύασον την σαυτού ψυχήν ως ταμείον των σοφών τούτων υποθηκών και δογμάτων. Η οικουμένη μετεβλήθη την όψιν, λαοί και βασιλείς οπλίζονται, βάρβαροι αμφισβητούσι προς τους έλληνας το γέρας της νίκης. Φορά βαρβαρική κατέκλυσε την Ελλάδα, βέβηλοι πόδες μολύνουσι τα ιερά εδάφη, βαρβαρόφωνοι φθόγγοι μιαίνουσι τας ηχούς. Απεσβέσθησαν της σοφίας τα νάματα, εξηράνθησαν αι πηγαί της γνώσεως, εσίγησαν οι μινυρισμοί της εμμούσου αηδόνος και ο Φοίβος αφηρέθη την αινετήν λύραν και την μαντικήν δάφνην. Έκθαψον τους τεθαμμένους θησαυρούς, περισύλλεξον τα εσκορπισμένα κειμήλια, εισποίησον τα απωσμένα τίμια σκεύη και μετάδος αυτών εις τας επερχομένας γενεάς. Εγέρθητι, ω Πλήθων, εγέρθητι και ανίδρυσον τα αγάλματα των θεών!
«Ταύτα και άλλα έτι μοι είπεν η θεά. Έμεινα έκθαμβος και ιλιγγιών προ της απίστου όψεως, και της ανηκούστου εντολής. Επεθύμουν να παραστήσω προς την θεάν την αναξιότητα εμού διά το τηλικούτον έργον. Αλλ' η θεά, ιδούσα με ενδοιάζοντα, διέγνω τα διανοήματά μου και μοι είπεν·
— Ουχί παρ' ανθρώπων αλλά παρά των θεών η τοιαύτη βουλή προέρχεται. Οι θεοί θα γείνωσι συναρωγοί και του έργου. Μη όκνει. Τάχιστα θα ίδης την παρά των θεών βοήθειαν επερχομένην.
»Ταύτα ειπούσα, προέβη ενώπιον των οφθαλμών μου, όλη δι' ενός κινήματος, χωρίς να φαίνεται κινούσα τους πόδας, μηδέ πατούσα επί του εδάφους. Τότε εθάρρησα να τη είπω·
— Πού βαίνεις, ω θεά;
— Εις τον οίκον μου, απήντησεν εκείνη.
»Και το μεν πρώτον υπέλαβον ότι έβαινεν εις τον Όλυμπον. Αλλ' ευθύς ύστερον ενόησα ότι οίκον αυτής ενόει την Ακρόπολιν και τον Παρθενώνα. Διότι δεν ανήλθεν εις τα άνω, αλλά κατηυθύνθη προς άρκτον, γείτων της γης, μόλις υπερέχουσα του εδάφους. Αλλά πλην τούτου μοι είπε το τελευταίον·
— Απέρχομαι ίνα καθάρω τον ναόν μου από των συμβούλων της βαρβαρότητος, και ίνα καταλάβω αυτόν ως ανήκοντα εις εμέ μόνην.
»Ήδη δε εβεβαιώθην ότι απήρχετο εις τον Παρθενώνα. Έμεινα επί πολύ, βλέπων αυτήν ατενώς, επί νεφέλης πατούσαν και βαίνουσαν διά των ακρωρειών του Ταϋγέτου, μέχρις ου έγεινεν άφαντος από των οφθαλμών μου, απευθύνασά μοι τελευταίον νεύμα διά της αμβροσίας αυτής χειρός. Τη δε υστάτη στιγμή εφάνη πάλλουσα το δόρυ, κινούσα την ασπίδα, και δεινή αστραπή κατέλαβε τον Ταΰγετον, ο δε αήρ επλήσθη αμβροσίας οσμής. Έμεινα επί πολλήν ώραν έκπληκτος, ανασκοπών εν εμαυτώ την οπτασίαν ταύτην. Εγερθείς δε, εύρον εμαυτόν αλλοίος ή οίος ήμην πρότερον. Το βήμα μου κατέστη ως υπόπτερον, και η διάνοιά μου ήτο διαυγής, ως να κατωπτρίζετο εν εαυτή η περικαλλής μορφή της θεάς. Σήμερον δε συναντιλήπτορας μόνον ζητώ, όπως εκτελέσω την επιτραπείσαν μοι εντολήν. Διότι βουλής ουδεμιάς έχρηζον, αφού είχε διαλεχθή προς εμέ αύτη η πηγή της αληθούς βουλής και συνέσεως».
Ο Πλήθων, εις το αυτό πάντοτε συμπέρασμα καταφθάνων, διηγήθη το μύθευμα τούτο εις πολλούς άλλους κατόπιν, και προς πάντας έλεγε: «Συναντιλήπτορας μόνον ζητώ», ως να έλεγεν:
«Έχω ανάγκην οπαδών, όπως επεχειρήσω την μεταρρύθμισιν ταύτην». Εύρε δε ουκ ολίγους οπαδούς, ως είνε γνωστόν. Αλλ' όσοι και αν ήσαν ούτοι, ήσαν ανεπαρκείς. Και ασυγκρίτως δε αν ήσαν πολυαριθμότεροι, βεβαίως ουδέν ηδύνατο ο Πλήθων να κατορθώση. Οι πλείστοι των λογίων του καιρού εκείνου υπήρξαν ομιληταί του Πλήθωνος, εκ δε των λογίων των καταφυγόντων εις Ιταλίαν άμα τη αλώσει, πολλοί ήσαν οπαδοί των δογμάτων αυτού. Αλλ' η διδασκαλία του Πλήθωνος, μηδέν θετικόν δυναμένη να δημιουργήση, ήτο βεβαίως αρνητική και ανατρεπτική, ούτω δε προελείανε μόνον την οδόν του εκλατινισμού των τοιούτων λογίων. Διότι αποβαλόντες οίκοι πάσαν χριστιανικήν πεποίθησιν, ευρέθησαν έτοιμοι να δεχθώσιν εν τη αλλοδαπή, εμπορίας χάριν, πάσαν άλλην, ην ήθελε προτείνει τις εις αυτούς. Τα δόγματα άρα του Πλήθωνος, αδυνάτου όντος να ιδρυθώσιν επί εδραίας βάσεως εν Ελλάδι, συνετέλεσαν μόνον εις το να διασαλεύσωσιν ου μικρόν τα θεμέλια της Ανατολικής Εκκλησίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Η αποπλάνησις.
Όπως και αν έχη τούτο, είνε αληθές ότι ο Πλήθων υπήρξε και αυτός επί των ημερών του δεινός της χριστιανικής θρησκείας διώκτης. Υπήρχε μάλιστα γνώμη τις, ην φειδόμενος μέχρι τούδε δεν ανεκοίνωσα εις τους αναγνώστας, αλλά σκληρόν χρέος με βιάζει να πράξω τούτο σήμερον. Το πρόσωπον της Αϊμάς, οίον εν τοις χρονικοίς μνημονεύεται, εξελήφθη υπό τινων ως πρόσωπον αλληγορικόν, ως σκότιον της φαντασίας πλάσμα, μηδέποτε δυνάμενον να υπάρξη. Και αναφέρεται ρητώς ότι το πρόσωπον τούτο ήτο η προσωποποίησις αυτής της ιδέας ην κατεδίωκεν ο Πλήθων, ήτοι της θρησκείας του Χριστού!…Το επ' εμοί, δεν ασπάζομαι την γνώμην ταύτην. Αλλ' όμως οι κριτικοί των πραγμάτων του μεσαίωνος, οι σκληροί ούτοι περιτρώκται των μεμβρανών, και των κωδίκων, εμμένουσι μετά τινος πιθανότητος επί της αλλοκότου ταύτης ιδέας, ήτις και ορθή αν ήτο, τόσω το χειρότερον, θ' αφήρει παν διαφέρον από του μυθιστορήματος τούτου, και δεν ηδυνάμην διά τούτο να την παραδεχθώ. Απαγορεύεται εις τους γράφοντας διηγήματα να παρακολουθώσι πιστώς εις πάσας τας σκοτεινάς τρωγλοδυσίας αυτών τους τυμβωρύχους του μεσαίωνος. Οι μυθογράφοι δεν είνε κριτικοί.
Την ανωτέρω παράγραφον δύναται να θεωρήση ο αναγνώστης ως μη γραφείσαν.
Εν τούτοις ο Πλήθων, αν κατώρθωσε να εύρη οπαδούς διά την νεοφανή σχολήν, δεν δύναται να είπη τις ότι δεν υπήρξεν άξιος τούτου. Όπως επιτύχη τούτου εδέησε να εργασθή και ειργάσθη υπερανθρώπως. Ότε κατ' αρχάς έρριψεν εις το μέσον διά των συγγραμμάτων του την περί καταργήσεως του Χριστιανισμού ιδέαν, είχεν ήδη θέσιν κεκτημένην, φήμην εξόχου λογίου και φιλοσόφου. Το γόητρον αυτού είχεν ασκηθή ήδη παρά τοις συγχρόνοις. Πριν ή εύρη οπαδούς διά την θρησκευτικήν μεταρρύθμισιν, είχεν ήδη τοιούτους των φιλοσοφικών του δογμάτων. Αι δε αξιώσεις αυτού δεν ήσαν κατά τούτο μέτριαι. Ο Πλήθων παρίστα εαυτόν ουδέν ήττον ή νέον Πλάτωνα, μέλλοντα να διαδεχθή τον παλαιόν εις την ίθυνσιν της Ακαδημαϊκής φιλοσοφίας. Ο Πλήθων δεν ηνείχετο να καλήται νεοπλατωνικός, απεκήρυττε δε τα δόγματα πασών των νεωτέρων σχολών. Η δε παρ' αυτού εισαγομένη διδασκαλία ήτο μίγμα πλατωνικών δογμάτων και αριστοτελικών αποδείξεων. Το χάσμα το οποίον εφαντάζοντο πάντες υπάρχον μεταξύ του διδασκάλου και του μαθητού, ο Πλήθων ηξίου ότι ήτο ικανός να το ισοπεδώση. Επεχείρει να ιδρύση ζεύγμα τι μεταξύ της πλατωνικής εξάρσεως και της αριστοτελικής ερεύνης. Το βάθος του ετέρου των συστημάτων τούτων ήθελε να το αναπληρώση διά του ύψους του ετέρου. Και μετά πολλούς αγώνας κατώρθωσε να φθάση σύστημά τι ευπρόσωπον ως προς την τότε εποχήν, όπερ ηδύνατο ίσως να επαρκέση εις τας πνευματικάς των ευπαιδεύτων ανάγκας. Αλλ' εν τούτοις δεν ηδύνατο άνευ δυσχερειών και κινδύνων να πράξη τοσαύτα, το δε χείριστον ήτο ότι ηναγκάζετο να περιβάλλη τον βίον του με ζοφερόν τι μυστήριον. Γνωσταί είνε αι παρά τω λαώ διαδοθείσαι προλήψεις περί τον απαισίου της κατοικίας του και περί των αθεμίτων σχέσεων ας είχε συνάψει με τους πονηρούς δαίμονας. Τω 1448 επανειλημμένως σύστασις εγένετο εναντίον αυτού εν Σπάρτη. Ο λαός ηθέλησε να παραβιάση το άσυλον του φιλοσόφου, να καύση τον οίκον του και να ανατρέψη τα κωφά και αναίσθητα ξόανα, εις α προσέφερεν απηγορευμένην λατρείαν. Ερημίτης μοναχός, ασκητεύων υπό βράχον τινά, όχι μακράν του Πληθωνείου άντρου, εδέχετο ταπεινοφρόνως τα ελέη των ευλαβών χριστιανών. Νύκτα τινά ωνειρεύθη ότι έμελλε να καή απ' άκρου εις άκρον η άλλως άκαρπος και πετρώδης χώρα, αν δεν κατεστρέφετο εκ βάθρων η φωλεά εκείνη της λατρείας των δαιμόνων. Την δε πρωίαν ηυτήχησε να διηγηθή την οπτασίαν του εις τον πρώτον χοιροβοσκόν, ον συνήντησε παρά την ακρώρειαν. Ούτος δε καταλιπών τους χοίρους του εις τον ευλαβή ασκητήν, όπως ποιμάνη προσκαίρως αυτούς, επέστρεψεν εις το χωρίον και διηγήθη το πράγμα εις δύο τρεις άλλους. Ο ιερεύς του χωρίου, όστις από πολλού ηγωνίζετο να σκάψη υπονόμους εναντίον του Πλήθωνος ησθάνθη αγίαν πνευματικήν αγαλλίασιν, μαθών ότι και ο ευλαβής ασκητής, ο τρεφόμενος διά κερατίων, προσήλθεν αρωγός των ευσεβών προσπαθειών του, και ημίσεια δωδεκάς γραϊδίων, άτινα δεν ήτο δύσκολον να συναθροισθώσιν από των τεσσάρων άκρων του χωρίου και να ευρεθώσιν εγκαίρως πανταχού όπου συνέβαινε συνδιάλεξίς τις προσοχής αξία, έθεσαν ευθύς τας θρυαλλίδας. Ήτο ημέρα Σάββατον, μέχρι δε της εσπέρας το άγγελμα είχε διακωδωνισθή εις όλα τα περίχωρα. Την επαύριον κυριακήν οι αγρόται δεν είχον εργασίαν να κάμωσι, και συναθροισθέντες πανταχόθεν περί τους πεντήκοντα τον αριθμόν, μετά σκαπανών, πελέκεων, αξινών και πτύων, μετέβησαν εις το άντρον και ήρχισαν να πολιορκώσι το άσυλον του φιλοσόφου. Ο Πλήθων, αν και ουδέν είχε πληροφορηθή περί των χαλκευομένων, είχεν όμως πάντοτε μισθοφόρους υπηρετούντας αυτόν. Αλλ' ούτοι δεν ήσαν αρκετοί τον αριθμόν, όπως σώσωσιν αυτόν από της μανίας του πλήθους. Την φοράν εκείνην η οργή του λαού ήτο έξαλλος, και ο κίνδυνος επέκειτο φοβερός. Ο Πλήθων ηναγκάσθη να εξέλθη διά της άνω εξόδου του άντρου, αγνώστου ούσης διά το κοινόν, και να κρυβή όπισθεν των απορρώγων βράχων, όπου ουδείς οφθαλμός ηδύνατο να τον ανακαλύψη. Αλλ' ο Θευδάς διαταχθείς να μείνη εκεί μέχρι τέλους, εμωλωπίσθη δεινώς υπό των επιδρομέων, και οι μισθοφόροι ηττηθέντες αφωπλίσθησαν και εδεσμεύθησαν. Αλλ' ευτυχώς κατέφθασεν εγκαίρως επικουρία εκ Σπάρτης, και αύτη κατώρθωσε να διασκορπίση το πλήθος και να σώση τα αγάλματα από της απειλουμένης καταστροφής.
Η μνήμη όμως του συμβάντος τούτου έμεινεν ανεξίτηλος εν τη διανοία του Πλατωνικού. Πικρία δέ τις υπελείφθη πάντοτε αλλοιούσα την άλλοτε άπλαστον φαιδρότητα, ήτις επεκράτει εν τω ήθει του φιλοσόφου. Και ούτοι δεν ήσαν οι μόνοι κίνδυνοι ούς ποτε εκινδύνευσε.
Κατά τινα χρόνον ο Πλήθων είχεν επιχειρήσει μακράν οδοιπορίαν ανά τας πόλεις και κώμας της Ανατολής. Επεσκέφθη πάσας σχεδόν τας πόλεις της Ελλάδος και της Μικράς Ασίας. Έπλευσεν εις πάσας τας νήσους του Αιγαίου και του Ιονίου. Ο σκοπός της περιοδείας ταύτης δεν σαφηνίζεται αρκούντως εν ταις ιστορικαίς παραδόσεσι. Λέγεται όμως ότι η κυριωτέρα του φιλοσόφου πρόθεσις ήτο η διάδοσις των δογμάτων του νεοπαγούς θρησκεύματος παρά τω λαώ της Ελλάδος. Ο Πλήθων έγραψεν αυτός σχοινοτενή απομνημονεύματα της αποδημίας ταύτης, αλλά το σύγγραμμα τούτο δεν διεσώθη. Εν τούτοις η οδοιπορία δεν ηδύνατο να διεξαχθή άνευ πολλών δυσχερειών και μόχθων. Ο φιλόσοφος παρηκολουθείτο μέχρι τινός υπό του μαθητού αυτού Ανδρονίκου, ή Νικάνδρου, ως φέρεται διττώς το όνομά του εν τοις κειμένοις, αλλά μετ' ολίγον βαρυνθείς ούτος το τραχύ της πορείας εγκατέλιπε τον διδάσκαλον εις το ήμισυ της οδού και επανήλθεν οίκαδε. Η μακρά εκείνη πορεία του Πλατωνικού ήτο πάντη αλλόκοτος. Κατ' αρχάς είχε πόρους εις την διάθεσίν του, προερχομένους εκ της ελευθεριότητος των φίλων του αρχόντων της Πελοποννήσου. Αλλ' ύστερον τα χρήματα απέλιπον. Εν τούτοις ο Πλήθων εξηκολούθει επιμόνως την οδοιπορίαν. Όπως αποφεύγη τας ενοχλήσεις, επλάττετο άλλοτε ως Εβραίος πραγματευτής και άλλοτε ως αλήτης Αθίγγανος. Τούτο επήνεγκεν αυτώ πολλά δυσάρεστα. Αλλ' ο Πλήθων αντείχε και μόνον εν εσχάτη ανάγκη κατέφευγεν εις τα άκρα μέσα. Οσάκις άρχων τις εζήτει να τον φυλακίση, τότε επεδείκνυεν ο Πλήθων τα βασιλικά χρυσόβουλλα, άτινα έφερε μεθ' εαυτού. Οσάκις ο όχλος εζήτει να τον λιθοβολήση, τότε εδημηγόρει εκ του προχείρου περί ομονοίας και ειρήνης, και περί της εις τα θεία ευσεβείας. Εν τούτοις ο σκοπός του εβράδυνε να κατορθωθή, και το θάρρος ήρχισε να καταπίπτη. Νύκτα τινά, ενώ διήρχετο μόνος δάσος τι, και αι δυνάμεις του ήσαν εκλελυμέναι, καταιγίς εξερράγη, και εζήτησε να στεγασθή υπό δρυν τινα, αλλ' όμως ο όμβρος διεπέρα τους κλώνας και τον κατέβρεχεν. Ο Πλήθων την στιγμήν εκείνην ησθάνθη το άκρον άωτον της απογνώσεως, και κατηράτο ενδομύχως τον σκοπόν του. Αίφνης παρά την ρίζαν της δρυός βλέπει θύραν ανοικτήν, ήτις άδηλον πώς ευρέθη εκεί. Έπειτα οι τέσσαρες τοίχοι της οικοδομής εφάνησαν ως να εξήλθον εκ του στελέχους του δένδρου. Είτα φως έλαμψεν ένδοθεν του οικήματος και ο Πλήθων έκπληκτος εισήλθεν. Ήτο μικρόν οίκημα αρκούν ίνα σκεπάση κατά της καταιγίδος τον οδοιπόρον, αλλά δεν ήτο κτιστή οικία, ως το εξέλαβε κατ' αρχάς. Ήτο κοίλωμα εις την ρίζαν της δρυός, αιφνιδίως αυτοσχεδιασθέν διά θείας δυνάμεως. Και η λυχνία, ήτις έκαιε κρεμαμένη από της οροφής, και το ξύλινον βάθρον όπερ εύρεν ο Πλήθων ίνα καθίση, και η εκ πτερίδων και χλοερών φύλλων κλίνη, ήτις έκειτο παρά την γωνίαν όπως αναπαυθή ο οδοιπόρος; Πώς ευρέθησαν ταύτα πάντα; Ο Πλήθων εξέλαβε το δώρον ως παρά των θεών προερχόμενον, και ανέπεμψεν ένθερμον προσευχήν. Πριν ή τελειώση ταύτην, βλέπει μικρόν τρίπουν κείμενον ενώπιόν του, και επ' αυτού εφθά ωά αχνίζοντα, οπώρας και γάλα. Ο Πλήθων εδείπνησε σιωπηλός, και δεν ετόλμα να άρη την φωνήν προς ευχαριστίαν σεβόμενος της φιλοξένου θεάς το αόρατον. Ότε δε απεκοιμήθη επί της χλωράς κοιτίδος, τότε τω επεφάνη καθ' ύπνους η Δρυάς. Ήτο υψηλή και ωραία, η ξανθή κόμη της ήτο περιδεδεμένη με θαλλούς και με αστάχεις. Εφόρει εγκαρσίως περί την οσφύν και περί τας λαγόνας πρασινόχρουν οθόνιον, το δε λοιπόν του σώματος ήτο γυμνόν. Έφερε τον δάκτυλον εις τα χείλη, κατά το έθος όπερ ασκούσιν αι νύμφαι όταν θέλωσι να επιτάξωσιν εις τους θνητούς σιγήν, και αφού επράυνε την ψυχήν του Πλήθωνος διά των δώρων του ύπνου, ελκύσασα ακεραίαν την προσοχήν αυτού, τω είπε·
— Διατί, ω Πλήθων, εβαρυθύμησας εναντίον των θεών; Αγνοείς ότι η ευδαιμονία απαιτεί μακράν οδόν, και οι θνητοί διά πόνων και μόχθων βραβεύονται παρά των αθανάτων; Ιδού ότι οι θεοί σε προώρισαν εις έργον, όπερ δεν ήτο παρεσκευασμένον δι' άλλον θνητόν. Αντί να σεμνύνεσαι δικαίως διά τούτο, οκνείς και βαρέως φέρεις; Τι θα είπωσιν οι Ολύμπιοι, όταν η Ίρις τοις κομίση το άγγελμα τούτο, ότι ο Πλήθων εδειλίασεν εις τον όμβρον και τον άνεμον; Χειμών και ευδία, θύελλα και καταιγίς, πάντα υπηρέται των θεών είνε. Η βροντή του υψιβρεμέτου Διός εκπέμπεται εκ του Ολύμπου, και ο αιθαλόεις κεραυνός διασχίζει μετά της αστραπής τον αιθέρα, απειλών τους ασεβείς και ανοσίους και φειδόμενος των αγαθών και θεοφιλών. Μη έχε φόβον τινά, κοιμήθητι εν ειρήνη. Είσαι υπό την στέγην της νύμφης των δρυμώνων. Ουδέν δύναται να σ' ενοχλήση. Ήδη, ότε ασυνήθης αίγλη ήρχισε να διαυγάζη εν τω αιθέρι, ότε οι ύμνοι των θεών ήρχισαν αύθις να πληρώσι τας ήχους, ότε τα αγάλματα μέλλουσι να επανιδρυθώσι και οι βωμοί να καπνίζωσιν, ήδη η ελπίς σου διεσείσθη και φόβος σε κατέλαβεν; Άνοιξον τους οφθαλμούς και τείνον τα ώτα.
Μόλις είχε προφέρει τας τελευταίας λέξεις η Δρυάς, και ο Πλήθων ήκουσε μακρόθεν θεσπεσίαν αοιδήν αντηχούσαν. Τας λέξεις του άσματος δεν ηδυνήθη να νοήση, και το μέλος επί μακρόν χρόνον προσεπάθει ακολούθως να ανασχηματίση εν εαυτώ, αλλ' υπήρξεν αδύνατον. Ήτο ουρανία φωνή άδουσα εξαίσιον μέλος, συνοδευομένη υπό θαυμασίων οργάνων. Κατά μικρόν ο ήχος προσήγγιζε. Τότε ηκούσθησαν βήματα αντηχούντα. Ο Πλήθων αυτομάτως ήνοιξε τους οφθαλμούς, ως τω είχεν ειπεί η Νύμφη, και είδε φαεινάς όψεις υπερφυείς, αστραπομόρφων ανδρών και γυναικών διερχομένων ενώπιον αυτού. Ο ηγέτης του θιάσου ήτο περικαλλής και λαμπρός νεανίας. Εκράτει χρυσήν λύραν εν τη δεξιά, και η όψις του ήτο φαιδρά και εξαισία. Ήτο ο Φοίβος Απόλλων. Εισήλθε διά της θύρας του άντρου, έστη επί μίαν στιγμήν προ του Πλήθωνος (όστις, ως τω εφαίνετο, ίστατο όρθιος μετά σεβασμού) και τω είπε: «Μη φοβού. Είμαι ο Φοίβος Απόλλων. Λάβε την δάφνην ταύτην, και θάρρει». Και έγεινεν ευθύς άφαντος διά του ορόφου, όστις είχεν εκλίπει, και ο αιθήρ εφαίνετο αναπεπταμένος ύπερθεν. Ακολούθως διέβη ενώπιον του Πλήθωνος θίασος εννέα περικαλλών παρθένων. Εκράτουν βαρβίτους, κιθάρας και φόρμιγγας, δι' ων έμελπον τους ύμνους των θεών. Ουδέποτε θνητός εφαντάσθη τηλικούτον κάλλος ευαρμοστούν μετά τοσαύτης σεμνότητος, οίαν ενέφαινον αι εννέα αύται αγλαόμορφοι αδελφαί, αίτινες ωμοίαζον προς αλλήλας κατά την λαμπρότητα, αλλ' άλλη άλλο είχεν αθάνατον δώρημα διακρίνον την μορφήν αυτής από πασών των λοιπών. Αύται παρήλθον αμοιβαδόν προ του εκπεπληγμένου φιλοσόφου και, αφού εθάμβουν αυτόν διά της ουρανίας αίγλης ην εξέπεμπον, εγίνοντο άφαντοι, αποτείνουσαι προς αυτόν έπος τι παραμυθητικόν. Και η μεν πρώτη αυτών, ήτις ήτο έξοχος το είδος και το μέγεθος, και εφαίνετο πρεσβυτάτη πασών, τω είπε: «Χαίρε, ω Πλήθων. Το σεμνόν της αοιδής μου επί σοι». Η δε δευτέρα τω είπε: «Χαίρε. Το κλέος της φήμης παρά σοι». Η δε τρίτη είπε προς αυτόν: «Χαίρε. Το λιγύ του άσματος προς σε». Η τετάρτη: «Χαίρε. Το φαιδρόν της μολπής επί σε». Η πέμπτη: «Το σεμνόν του βίου μετά σου». Η έκτη: «Η χάρις και αρμονία παρά σοι». Η εβδόμη: «Το ερατεινόν του πόθου παρά σε». Η ογδόη: «Χαίρε. Ύμνος και σπονδή διά σου». Και η ενάτη: «Χαίρε, ω Πλήθων. Το ύψος της γνώσεως παρά σοι». Και ούτως έγειναν άφαντοι. Ευθύς μετ' αυτάς εφάνη ευειδής νεανίας, μόλις χνοάζων την μορφήν, απαστράπτων δε φαιδρότητα εκ της όψεως. Έστη επί μίαν στιγμήν ενώπιον του Πλήθωνος, και επέθηκε περί τον τράχηλον αυτού στέμμα εκ κισσού, χωρίς μηδέν να είπη. Προέπεμπον δε αυτόν λυσίκομοι νεανίδες, βαστάζουσαι δάδας και ανακράζουσαι. Ευοί! Ευοί! Εν μέσω του χορού των νεανίδων τούτων εφέρετο γέρων τις επί όνου καθήμενος. Δύο των νεανίδων κρατούσαι φιάλας οίνου υπεβάσταζον τον γηραιόν, διότι μόλις ηδύνατο να κρατηθή επί του όνου, και η κεφαλή του αδιαλείπτως ένευεν. Ουδέποτε ο Πλήθων είδε θορυβωδεστέραν ουδέ φαιδροτέραν συνοδίαν ταύτης. Τα μειδιάματα των νεανίδων εκείνων επί πολύν χρόνον μετά ταύτα περιεπλανώντο υπό τας όψεις του φιλοσόφου, και η ακοή αυτού αντήχει απαύστως την φαιδράν ταύτην επιφώνησιν: &Ευοί! Ευοί!&
Εν τούτοις ο Πλήθων αφυπνίσθη, και επειδή η αυτοσχεδιασθείσα καλύβη όπου εκοιμήθη είχε γείνει άφαντος, ενόμισε καλόν να επαναλάβη την πορείαν του. Διήρκεσε δε η περιοδεία επί πολύν εισέτι χρόνον, και απεπερατώθη εις την βασιλεύουσαν πόλιν, όπου μείνας επί τινας εβδομάδας, επανήλθεν είτα εις το άντρον του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Ψήγματα ευτυχίας.
Ουδέποτε η Αϊμά ευρέθη εις τοσαύτην αμηχανίαν, όσην ησθάνθη ότε έστη αιφνιδίως αντιμέτωπος του Γεωργίου Γεμιστού. Ότε ο φιλόσοφος είχεν εξέλθει μετά την μακράν εκείνην προσευχήν ην απηύθυνε εις τους θεούς, είχε καθίσει έξω εγγύς της θύρας, και έπλεεν εις πέλαγος διανοημάτων και δισταγμών. Δεν παρήλθε πολύς χρόνος, και η Αϊμά είχεν εξεγερθή. Τότε ο φιλόσοφος ήκουσε τον σφοδρόν εκείνον διάλογον μεταξύ της κόρης και του πρώτου των Γύφτων. Κατανυγείς την καρδίαν, έκρινεν επίκαιρον να εμφανισθή, και ανοίξας την θύραν, εισήλθε. Το πρώτον κίνημα όπερ έκαμεν, ήτο να νεύση προς τον Πρωτόγυφτον ίνα αποσυρθή. Ούτος δε αφορμήν περιέμενε, και εξήλθεν ευθύς, προτού η Αϊμά προλάβη να τον παρατηρήση. Αλλ' όμως έστρεψεν ακολούθως το όμμα και είδε την αφάνειαν του Γύφτου. Τότε περιέφερε μετά τρόμου το βλέμμα επί του προσώπου του Πλήθωνος. Ο φιλόσοφος ενέβλεπεν αύτη μετά πολλής ημερότητος, και η κόρη έλαβε μικρόν θάρρος.
— Μη φοβού, τη είπεν.
Η νέα, τρέμουσα τα γόνατα, κατέπεσε και εκάθισεν επί τινος βάθρου.
— Διατί τρέμεις, κόρη μου; επανέλαβεν ο Πλήθων. Μάθε ότι δεν είμαι εχθρός σου, καθώς νομίζεις. Είμαι φίλος.
— Φίλος, επανέλαβε μηχανικώς η Αϊμά.
— Φίλος, και μάλιστα προστάτης. Ουδείς επί της γης σε αγαπά πατρικώς, ως εγώ.
Η Αϊμά εσίγησεν. Αλλ' όμως το βλέμμα αυτής εξέφραζεν απορίαν.
— Και δύναμαι ν' αποδείξω τούτο. Ζήτησόν μου τι επιθυμείς, και θα ίδης αν είμαι πρόθυμος να σοι το παραχωρήσω.
Η Αϊμά δεν ετόλμα να λαλήση. Ο φιλόσοφος έβλεπε τον δισταγμόν της διά μέσου των βλεφαρίδων της, αίτινες εσκέπαζον τους τεταπεινωμένους αυτής οφθαλμούς.
— Είνε αδύνατον να μη επιθυμής τι, επανέλαβεν ο Πλήθων. Δεν υπάρχει ανθρώπινον πλάσμα, όπερ να μη φλογίζη η επιθυμία. Αλλά τούτο δεν απαγορεύουσιν οι θεοί. Αρκεί η τοιαύτη επιθυμία να είνε θεμιτή.
Η νέα εφάνη αποφασίσασα. Είπε δε διά ταπεινής φωνής·
— Ειπέ μοι τίνες είνε οι γονείς μου, και δεν επιθυμώ τίποτε άλλο.
Ο Πλήθων ανεσκίρτησεν. Ως φαίνεται δεν είχε προβλέψει εγγύθεν την τοιαύτην απαίτησιν.
— Τους γονείς σου; επανέλαβε. Μόνον αυτό ζητείς;
— Μόνον αυτό, είπεν η Αϊμά.
— Και τούτο υπόσχομαι να σοι το είπω, ω κόρη.
— Ειπέ μοι λοιπόν, είπεν υψώσασα το βλέμμα η Αϊμά.
— Όχι τώρα, είπεν ο φιλόσοφος.
— Διατί όχι τώρα; ηρώτησε μετά θάρρους η νέα.
— Εν καιρώ θα μάθης τούτο.
Η Αϊμά εφάνη λυπηθείσα.
— Διατί ανυπομονείς; είπεν ο Πλήθων. Όταν σοι λέγω ότι είμαι φίλος, διστάζεις;
— Φίλος; επανέλαβε μετά πικρίας η Αϊμά. Και με καταδιώκεις!…
— Εγώ;
— Δέκα έτη και πλειότερον. Από τότε που ήμουν μικρή! Δεν με έρριψες εις τον κρημνόν διά να αποθάνω;
Ο Πλήθων ανεσκίρτησε βιαίως. Ίσως δεν επίστευεν ότι τον ενεθυμείτο η νέα. Ενόμιζεν ότι αύτη δεν ηδύνατο να τον αναγνωρίση εκ τόσον μακρού χρόνου.
— Ενθυμείσαι λοιπόν; είπεν.
— Ενόμιζες ότι το ελησμόνησα; είπεν η Αϊμά.
Ο Πλήθων σκεφθείς επ' ολίγον, είπε·
— Και όμως… όταν σοι είπω… πιστεύω ότι και εις τούτο θα μοι αποδώσης το δίκαιον.
— Ειπέ μοι, διηγήσου μοι τούτο· και εγώ αυτό ζητώ, είπεν η Αϊμά.
— Τούτο αποτελεί ακριβώς την δυσκολίαν. Όταν σοι διηγηθώ τούτο, θα σ' είπω όλην την ιστορίαν.
— Και δεν θέλεις να μοι την είπης;
— Δεν δύναμαι σήμερον.
— Διατί;
— Διά να σοι είπω το διατί, πρέπει να σοι διηγηθώ αυτό το πράγμα, όπερ απαιτείς. Άκουσον, κόρη. Έχε υπομονήν. Θέλω να σοι είπω τα πάντα, πίστευσόν με. Και όχι μόνον θέλω, αλλ' οφείλω να σοι τα είπω. Διότι η ιστορία αύτη σοι ανήκει, είνε ιδιοκτησία σου, και εγώ είμαι θεματοφύλαξ αυτής. Είσαι ισχυρά εν τω δικαίω σου, και δεν πρέπει να καταχράσαι. Θα σοι τα είπω τάχιστα. Μη αδημονής.
— Αλλά πότε; είπεν η Αϊμά. Προσδιόρισε πότε θα μοι το είπης.
— Μετ' ολίγας ημέρας.
— Και εγώ τι θα κάμω εν τω μεταξύ;
— Θα περιμένης.
— Πού; Εδώ δεν θα μείνω.
— Διά της βίας δεν σε κρατώ. Αλλά σε παρακαλώ να μείνης.
Η Αϊμά εδίσταζεν. Ο Πλήθων επανέλαβε·
— Σοι είπα να μοι ζητήσης ό,τι επιθυμείς. Δεν επιθυμείς τι;
— Αλλά σοι είπα κ' εγώ τι επιθυμώ.
— Είνε το μόνον; ως νέα δεν έχεις επιθυμίαν τινά;
— Ποίαν επιθυμίαν να έχω; απήντησεν αφελώς η Αϊμά.
— Ήκουσα ότι…ειξεύρεις ότι ο Μάχτος δεν είνε αδελφός σου, είπεν ο Πλήθων.
Η περίφρασις δε αύτη εσήμαινεν: «Ήκουσα ότι…αγαπάς τον Μάχτον».
— Ειξεύρω βεβαίως ότι δεν είνε αδελφός μου, είπεν η Αϊμά ερμηνεύουσα κατά γράμμα την φράσιν.
— Λοιπόν… μήπως τυχόν θέλεις;…„
— Τι να θέλω; ηρώτησεν απορούσα η Αϊμά.
— Μήπως θέλεις να τον νυμφευθής;
— Εγώ; έκραξεν έκπληκτος η Αϊμά.
— Ούτω πρέπει να είνε, είπεν ως να ωμίλει καθ' εαυτόν ο Πλήθων, εκλαβών την έκπληξιν της νεανίδος ως δισταγμόν εκ παρθενικής απορρέοντα δειλίας.
— Η Αϊμά εσίγα.
— Λοιπόν θα σας νυμφεύσω, επανέλαβε φαιδρώς ο φιλόσοφος. Ναι, από πολλού επεθύμουν να συμπέση τοιαύτη περίστασις, προσέθηκε μάλλον μονολογών. Κατά τον χρόνον του ιερατικού μου σταδίου δεν ετέλεσα γάμον, ουδέ προσήνεγκον σπονδάς υπέρ νεονύμφων. Έθυσα θυσίας άλλας βιωτικάς και νεκρωσίμους, αλλ' υμέναιον ουδένα ετέλεσα. Και ήδη είνε καιρός να σπείσω την σπονδήν ταύτην. Ειξεύρεις, ω κόρη, ότι είμαι ιερεύς;
— Ιερεύς; επανέλαβεν η Αϊμά.
— Ναι, ιερεύς των θεών. Εγώ αυτός θα τελέσω τον γάμον σου μετά του Μάχτου.
Και ταύτα λέγων επίστευεν ενδομύχως ο Πλήθων, ότι μεγίστην και αμύθητον προυξένει ευτυχίαν εις την Αϊμάν. Αλλ' οι θεοί, τοσαύτα απονείμαντες αυτώ δωρήματα, εφείσθησαν του μαντικού χαρίσματος, και δεν κατέστησαν αυτόν οιωνοσκόπον.
— Και ευθύς μετά τον γάμον, επανέλαβε, θα σοι δηγηθώ τέλος την ιστορίαν εκείνην, δι' ην τοσούτον ανυπομονείς. Λέγουσιν, ότι οι θεοί δεν δωρούσι τέλειον το ευεργέτημα των αγαθών φρενών εις την κόρην προτού να καταστή αύτη γυνή. Περί σπουδαίων πραγμάτων δύναται ν' ακούση τις όταν είνε ήδη σύνευνος και μέλλει όσον ούπω να καταστή μήτηρ αγαθών τέκνων, βλαστών του υμεναίου. Αλλ' εις κόρην τίς δύναται να διηγηθή σοβαρά πράγματα; Η κόρη είνε κούφη ως το πτερόν, ελαφρά ως νεφέλη, ευαπάτητος και ευπαγίδευτος ως στρουθίον. Όταν αναφθώσιν αι δάδες του ιμέρου και αντηχήση ο ύμνος του υμεναίου, τότε το στρουθίον συνελήφθη εις την παγίδα, η κόρη υπερέβη τον ουδόν του βίου, και μετέστη από του προσκαίρου σταθμού εις την αληθή κονίστραν του εγκοσμίου αγώνος. Ήκουσάς ποτε, ω κόρη, υμέναιον αδόμενον;
— Όχι, είπεν η Αϊμά.
— Λοιπόν ευτύχημα, ότι ο πρώτος ον θ' ακούσης θα είνε ο εδικός σου. Ειπέ, είσαι ευχαριστημένη;
Η Αϊμά ένευσε κάτω και ουδέν απήντησε.
— Παρθενική αιδώς, είπε μονολογών ο Πλήθων. Παν έαρ έχει τα ρόδα του, και το μάλιστα ευώδες και εύχρουν ρόδον είνε το της παρθενίας, του καλλίστου τούτου έαρος. Δύσμοιρον γήρας, βαρύς και παγετώδης χειμών του βίου, όστις μόνον την ανάμνησιν της ευωδίας ταύτης διασώζεις! Και πάλιν ευτύχημα τούτο διά σε. Όταν τα ρόδα εξηράνθησαν, τα διατηρεί τις επιμελώς εξηραμμένα. Αν οι θεοί παράσχωσιν εις γέροντα τινα αγαθήν μέχρι τέλους συνείδησιν, και στρώσωσι διά των αποξηραμμένων τούτων ανθέων το προσκεφάλαιον αυτού, τούτο είνε η αρίστη εξόφλησις της απαραιτήτου ταύτης οφειλής, η καλλίστη συντέλεσις του μοχθηρού τούτου αγώνος, του επιβαλλομένου εις πάντας. Αλλ' η μεγίστη επιθυμία του γήρατος είνε το να δύναταί τις να δώση εις άλλους την ευτυχίαν, χωρίς να την έχη αυτός. Τι λέγω; Τούτο καθ' αυτό αποτελεί την μεγίστην ευτυχίαν. Μη φθόνει, ω θνητέ. Τούτο είνε θείον, διότι οι θεοί μόνοι δύνανται να καθιστώσιν ευτυχείς. Και ο Πλάτων ορίζει ούτω το θείον, παρέχων αυτώ γνωρίσματα τοιαύτα· « αγαθός, φθόνου εκτός ων». Όταν δύναται τις να είνε εκτός φθόνου, τότε αληθώς είνε υπεράνθρωπος, τότε εξαίρεται, τότε θεούται.
Η Αϊμά εθεώρει άφωνος τον παράδοξον τούτον άνθρωπον, και ήκουεν αυτόν μονολογούντα χωρίς να εννοή λέξιν.
— Λοιπόν, τη είπεν αίφνης ο φιλόσοφος, σύμφωνοι; Θα μείνης εδώ,
αύριον θα έλθη ο Μάχτος, και θα σας νυμφεύσω. Δεν έχει ούτω;
Η κόρη εδίσταζε.
— Δεν απαντάς; επανέλαβεν ο Πλήθων
— Ναι, είπεν η Αϊμά πεπνιγμένη τη φωνή.
Και ο Πλήθων εξήλθεν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
Ουδέν καινόν.
Εκείνο όπερ ηνάγκασε την Αϊμάν να προφέρη το πεπνιγμένον τούτο ναι, ήτο η ελπίς και η προσδοκία της αποκαλύψεως ην τη υπεσχέθη ο Πλήθων. Άλλως δε η κόρη αύτη συνέλαβεν ένοχον σχέδιον. Ο σκοπός αυτής ήτο να μείνη, να υποστή τον γάμου τούτον ον τη επέβαλλεν ο Πλήθων, ν' ακούση αυθημερόν τας αποκαλύψεις αυτού, και ακολούθως…..να δραπετεύση.
Τις ήθελε το πιστεύσει ότι ηδύνατο να διανοηθή τοιαύτα το ήμερον τούτο πλάσμα; Και όμως είνε αληθές. Ο χρονογράφος διαβεβαιοί τούτο μεθ' όρκου, καίπερ συνειδώς ότι οφείλει να συνηγορήση υπέρ αυτής. Άλλως δε οι αναγνώσται ημών θ' αποδώσωσιν ημίν δικαιοσύνην, ότι δε περιπίπτομεν ως προς τούτο εις αντίφασιν. Ουδέποτε μέχρι τούδε είπομεν ότι η Αϊμά ηγάπα ερωτικώς τον Μάχτον, ουδ' υπηνίχθημεν τούτο. Η προς τον νέον στοργήν αυτής ήτο αδελφική, παρομαρτούσης και της ευγνωμοσύνης επί τη χρηστοτέρα φιλοφροσύνη, ην επεδείκνυεν ο νεαρός Αθίγγανος προς αυτήν. Και αυτού δε του Μάχτου το προς την Αϊμάν αίσθημα δεν ωνομάσαμεν ρητώς έρωτα, αν και ως τοιούτο απ' αρχής το ενοήσαμεν. Λυπηρόν ότι η φαντασία τινών των αναγνωστών προέδραμε της ημετέρας. Τούτο είνε δυστύχημα διά τον μυθιστοριογράφον ουχ ήττον ή διά τους αναγνώστας. Ενόμισάν τινες ότι η Αϊμά ώφειλε πάντως ν' αγαπά τον Μάχτον, και άλλως δεν ηδύνατο να γείνη το πράγμα.
Η προκατάληψις αύτη δεν κατέλαβε μόνους τους αναγνώστας, αλλ' επεξετάθη και αλλαχόσε. Φιλόμουσός τις κύριος ευαρεστηθείς να παραφράση ιταλιστήν την «Γυφτοπούλαν», έκρινεν εύλογον να αλλοιώση πολλά μέρη της αφηγήσεως, προσθείς ουδέν ήττον ή αφελών. Ότε είδον κατά τύχην έν φύλλον της εφημερίδος εν η δημοσιεύεται η μετάφρασις, δεν ανεγνώρισα πλέον την &«Γυφτοπούλαν»&. Ούτως εν τη σκηνή εκείνη του πρώτου μέρους, εν η εκφεύγει εκ του σιδηρουργείου διά μέσου των διωκτών της, εισάγεται η Αϊμά φοβουμένη και τρέμουσα ουχί υπέρ εαυτής, αλλ' υπέρ του Μάχτου. Τοιούτον μελοδραματικόν αίσθημα, το κατ' εμέ, δεν ηδυνάμην να δώσω εις την Αϊμάν, αφού δεν ήτο βέβαιον ότι η Αϊμά ηρωτεύετο τον Μάχτον. Και πώς η Αϊμά, αυτή κινδυνεύουσα, φοβείται διά τον Μάχτον, όστις δεν κινδυνεύει; Τούτο είνε δυσνόητον. Έπειτα ο Μάχτος κρατεί ακίνητον τον Πρωτόγυφτον επίτηδες, διά να δώση καιρόν εις την Αϊμάν να φύγη, ως να προϋπήρχε συνεννόησις μεταξύ των δύο περί της φυγής! Τρίτον η Αϊμά παραβάλλεται με Νεράιδα, «μίαν των ωραίων, πονηρών και τρομερών εκείνων νυμφών, δι' ων η φαντασία του ελληνικού λαού οικίζει μέχρι της σήμερον πάντα τα σπήλαια και τους δρυμώνας». Όσον λαμπρά και αν φαίνεται η παραβολή αύτη, κατ' εμέ, είνε άκαιρος και απροσφυής.
Είπομεν ότι η Αϊμά διενοήθη να υποκλέψη τας ομολογίας του Πλήθωνος και ακολούθως να φύγη. Οφείλομεν να είπωμεν και άλλο τι μάλλον επίπονον. Πού εστρέφετο η φαντασία της Αϊμάς, ταύτα μελετώσης; Έβλεπε πόρρωθεν τον πολικόν αστέρα της Ειμαρμένης φωτίζοντα τα διαβήματα αυτής; Επεθύμει να βαδίση εν τω σκότει, και είχε το προς τούτο θάρρος; Ποίαν μυστικήν ελπίδα είχε συλλάβει και ποίον μύχιον αίσθημα έτρεφε; Φευ! Ουδένα αστέρα έβλεπεν ανατέλλοντα. Εφοβείτο να βαδίση εν τω σκότει, και θάρρους εστερείτο παντελώς. Σπινθήρ τις μόνον έφεγγεν εις το βάθος της συνειδήσεως αυτής, αλλ' ούτος μηδέν εξαρκών να φωτίση, καθίστα το σκότος πυκνότερον έτι εις το βάθος της ψυχής της.
Η Αϊμά εν πρώτοις ησθάνετο ελέγχους συνειδήσεως μαστίζοντας αυτήν. Ηγνόει το φονικόν τέλος της νυκτερινής εκείνης πάλης μεταξύ του Σκούντα του άρπαγος και του Τρέκλα του υβρισθέντος συζύγου. Ο Πρωτόγυφτος είχεν απομακρύνει ταύτην ως τάχιστα εκ της σκηνής εκείνης αδρανώς έχουσαν και μήτε να σκεφθή μήτε ν' αντισταθή δυναμένην. Νυν δε αναπολούσα καθ' εαυτήν την σκηνήν εκείνην, έπασχε συνειδυία ότι δεν ηνάγκασε τον Πρωτόγυφτον να έλθη εις βοήθειαν του κινδυνεύοντος Σκούντα, ου επί του στήθους επάτει τον πόδα ο εχθρός του. Η ανάμνησις αυτής περιέβαλλε μετά τινος ευγνωμοσύνης το πρόσωπον του Σκούντα. Ίσως ο νέος εκείνος να μη είχε κακούς σκοπούς δι' αυτήν, και ηθέλησε να ελευθερώση αυτήν εκ φιλανθρωπίας. Εις τας όψεις αυτής η τολμηρά αύτη πράξις του ξένου εκείνου εφαίνετο ως ανδραγάθημα. Ήτο γυνή, και ήτο λίαν ευπτόητος. Τέλος δεν ηδύνατο να μη ευγνωμονή προς τον Σκούνταν. Ούτως ενόμιζεν: Αν εκείνος μετήλθεν απάτην, όπως πείση αυτήν να τον ακολουθήση, βεβαίως έπραξε τούτο επ' αγαθώ, διότι άλλως δεν θα τον ηκολούθει. Επειδή σπανιώτατα εύρεν εν τω βίω της ανθρώπους προς ους να ευγνωμονή, υπελάμβανεν ότι προς τον πρώτον τυχόν παρουσιασθέντα δεν έπρεπε να φείδηται της ευγνωμοσύνης της. Ησθάνετο λοιπόν τύψεις, και κατέκρινεν ενδομύχως την ιδίαν αυτής διαγωγήν. Αναπαρίστα εν τη μνήμη την εναγώνιον εκείνην σκηνήν. Ο απαγωγεύς αυτής εφαίνετο υψηλός και ρωμαλέος. Πώς ο άλλος εκείνος άνθρωπος κατώρθωσε να τον καταβάλη κατ' αρχάς, διότι το τέλος ηγνόει η Αϊμά. Το πράγμα συνέβη λίαν αιφνιδίως και ορμητικώς. Ο απαγωγεύς δεν έλαβε καιρόν ν' αντισταθή.
Αλλ' ημείς προς συμπλήρωσιν οφείλομεν να είπωμεν ότι ο Τρέκλας, άναλκις και θρασύδειλος ων, ενέδωκεν εις το πρώτον κίνημα της μανιώδους μνησικακίας, και ήρπασεν από του λαιμού τον εχθρόν του, ον καταχθόνιός τις Νέμεσις εφαίνετο παραπέμπουσα προς αυτόν, καθ' ην στιγμήν δεν τον περιέμενεν. Αλλ' αφού άπαξ τον συνέλαβεν, έσφιγξε τον βρόχθον αυτού λυσσωδώς, διότι αν τον απέλυεν, εφοβείτο μη καταστή θύμα αυτού. Δειλία λοιπόν και σκληρότης απαιτείται — και ουχί γενναία καρδία (!), κατά την άξεστον και χυδαίαν πρόληψιν — όπως φονεύση τις τον εχθρόν του, συντρεχούσης και της τύχης. Δειλία δε και σκληρότης είνε ανόμοια, ή το πολύ αντίθετα, αλλ' ουχί και αντιφατικά, και δύνανται να συνυπάρχωσι παρά τω αυτώ προσώπω.
Η άτυχης Αϊμά αγνοούσα, ως είπομεν, το τέλος της συμπλοκής εκείνης, επόνει μόνον διότι εγκατέλιπε κινδυνεύοντα τον νομιζόμενον παρ' αυτής ως ευεργέτην, χωρίς να αποδώση αυτώ την οφειλομένην χάριν. Και ίσως εν τω βάθει της συνειδήσεως αυτής ο στίλβων εκείνος σπινθήρ υπέφαινε την οδόν, ην ώφειλεν η κόρη να πορευθή όπως επανεύρη τον ευεργέτην εκείνον. Ίσως (τις οίδε;) το αίσθημα αυτής τούτο δεν απείχε πολύ απ' εκείνου όπερ δύναται να αισθανθή τρυφερώτατον και μυχιώτατον πάσα καρδία. Ουδέν το παράδοξον. Τα τοιαύτα αισθήματα γεννώνται συνήθως υπό αλλοκότους περιστάσεις. Λέγουσιν, ότι σπέρμα είδους τινός φυτού, αναρπαζόμενον υπό του ανέμου, δύναται να πέση εις οιανδήποτε γην και να παραγάγη την οικείαν βλάστησιν. Το δε σπέρμα του αισθήματος άδηλον εκ ποίας γης αναδίδεται, υπό ποίου ανέμου φέρεται και εις ποίον έδαφος πίπτει. Εν τούτοις είνε βέβαιον ότι η νεάνις επόθει διακαώς να επανίδη τον νέον εκείνον ον αποτόμως είχεν εγκαταλίπει.
Όσον διά τον Πλήθωνα, ούτος, αφού ενόμιζεν ότι κατέστησε την νέαν ευτυχή, και εσεμνύνετο διά τούτο, έπεμψε τον Θευδάν όπως προσκαλέση τον Μάχτον να έλθη. Ο φιλόσοφος, όσον και αν εβίαζεν εαυτόν, έπασχεν ενδομύχως, και δεν είχε την δύναμιν όπως διηγηθή από τούδε εις την Αϊμάν εκείνο όπερ υπεσχέθη αύτη. Ήλπιζε δε ότι μετά την τελετήν της θυσίας έμελλε ν' αναλάβη το ίδιον εφ' εαυτού κράτος, όπερ θα ενίσχυεν η εγκαρτέρησις, η συνήθως παρομαρτούσα μετά τα γεγονότα, η απελαύνουσα τους ενδοιασμούς ους παράγει πάσα εκκρεμής κατάστασις. Προσεδόκα δε μετά πολλής ανυπομονησίας την επάνοδον του θεράποντός του.
Παράδοξον δε ότι εφοβείτο μήπως ο Μάχτος δεν έλθη, μήπως ο Θευδάς δεν επιστρέψη, και καθ' όλου προέβλεπε πρόσκομμά τι εις την εκτέλεσιν της αποφάσεώς του. Διέκρινεν ως σκιάν τινα ορθίαν εν τω σκότει, απειλητικήν και ζητούσαν να ματαιώση τα σχέδιά του. Ο Πλήθων εκάθισεν επί σκοπιάς τινος, οπόθεν η οδός ήτο ορατή επί τινα στάδια, και έβλεπε μήπως εφαίνετο μακρόθεν ο Θευδάς επιστρέφων.
Ο δε Πρωτόγυφτος, άπαξ μόνον ανεφανίσθη μετά την συνδιάλεξιν του Πλήθωνος και της Αϊμάς. Ήτο περί το λυκαυγές. Ο λύχνος ο καίων υπό την εστίαν ημαυρώθη και απεσβέννυτο βραδέως, το ερυθρόφαιον φως της ηούς εφώτιζε την είσοδον του σπηλαίου, και οι γλυκείς ψιθυρισμοί της εξεγειρομένης φύσεως ηκούοντο εναρμονίως αντηχούντες περί τας φάραγγας και τους δρυμώνας. Ο Πρωτόγυφτος με το υψηλόν και άκαμπτον αυτού σώμα, με την βαρείαν στάσιν και το απηνθρακωμένον πρόσωπον είχεν ολισθήσει λαθραίως και επλησίασεν εις την θύραν. Ο Πλήθων εξερχόμενος είδεν αυτόν και τω έκαμεν έν νεύμα δι' ου τω επέταττε ν' απομακρυνθή. Ο Πρωτόγυφτος ιδών το νεύμα εκείνο, έγεινεν ευθύς άφαντος, και έκτοτε δεν εφάνη πλέον επί του προσώπου της γης.
Κεφάλαιον ιδιόγραφον.
Το κεφάλαιον τούτο απεσπάσθη εκ του επιλόγου του παρόντος μυθιστορήματος. Επειδή δεν ήτο πεπρωμένον να διηγηθή ο Πλήθων προς την Αϊμάν εκείνο, όπερ επεθύμει αύτη να μάθη, οφείλει η σειρά της διηγήσεως ν' αναπληρώση χάριν του αναγνώστου την έλλειψιν ταύτην. Το μυστήριον, όπερ εξ ανάγκης περιέβαλλε τας σχέσεις των δύο κυριωτέρων προσώπων του διηγήματος τούτου, άκοντος εμού, ηλέκτρισε παραδόξως των αναγνωστών τινας. Τούτο τη αληθεία ουδόλως εκολάκευσε την ημετέραν φιλαυτίαν, ως λογογράφου. Νομίζομεν ότι η ύπαρξις της περιεργείας είνε τεκμήριον της ελλείψεως παντός διαφέροντος. Πλανώνται δε οι συγχέοντες τα δύο ταύτα όλως διάφορα πράγματα. Ή εις την καρδίαν πρέπει ν' απευθύνεται διήγησίς τις ή εις την φαντασίαν, όστις δε στοχάζεται του ενός, εξ ανάγκης αστοχεί του ετέρου. Αλλ' όστις και του πρώτου αστοχεί και του δευτέρου αποτυγχάνει, είνε ατυχής συγγραφεύς, άξιος οίκτου. Ουδέποτε ηθέλομεν κατορθώσει να επαρκέσωμεν εις την απαίτησιν περί διαλύσεως του μυστηρίου, του περικαλύπτοντος την παράδοσιν ην επραγματεύθημεν.
Δεν επετρέπετο ημίν να πλάσωμεν απίθανα μυθεύματα προς εξήγησιν παραδόσεων απιθανωτέρων. Απηγορεύετο προσέτι ημίν να μηκύνωμεν επί πλέον την διήγησιν ταύτην, ήτις φόβος είνε μη κατέστη ήδη φορτική. Ευτυχώς εγκαίρως επήλθεν ημίν επίκουρος η ανακοίνωσις δύο ανεκδότων χειρογράφων, άτινα διηγούνται κατ' ίδιον όλως τρόπον τα περί της σχέσεως του Πλήθωνος προς την Αϊμάν. Το περιεχόμενον των δύο τούτων χρονικών επίσης μας φαίνεται απίθανον, και όπερ χείρον, αντιφάσκουσι προς άλληλα. Αλλά διά του μέσου τούτου μετριάζεται τουλάχιστον η ημετέρα ευθύνη. Εφεξής μάλιστα παρατίθεμεν αυτολεξεί τα δύο ταύτα ανέκδοτα χρονικά:
«Διήγησις λίαν ψυχωφελής διά τας μαγγανείας όπου εμεθοδεύθη ο κατάρατος Σατάν διά μέσου του γόητος Γεμιστού, και διά το θαύμα οπού ακολούθησεν.
Αρχή συν Θεώ αγίω. Εις τας ημέρας του πολυχρονεμένου βασιλέως Ιωάννου εζούσεν άνθρωπος ονόματι Γεώργιος Γεμιστός, αγγείον του Σατανά και γεμάτος από κάθε λογής γοητείαν και ασέβειαν. Ούτος γουν ο άθλιος, πηγαινάμενός ποτε καιρού εις την Αδριανούπολιν, πολιτείαν της Ρούμελης λίαν μεγάλην και θαυμαστήν, ευρίσκει εκεί έναν πραγματευτήν εβραίον, ονόματι Ελιέζερ, όπου εις το φαινόμενον ήτον πραγματευτής, κατ' αλήθειαν δε ήτον μάγος και ψεύστης. Ούτος γουν ο μισόχριστος εφιλιώθη με τον Γεμιστόν και παρέλαβεν αυτόν εις τον οίκον του, διά να τον έχη μαθητήν του, και από αυτόν τον διδάσκαλον της κακίας εδιδάχθη ο Γεώργιος Γεμιστός κάθε είδους πονηρίαν και ανομίαν, εις τόσον οπού ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους δεν εύρεν άλλο σκεύος εκλεκτότερον διά λόγου του, και τον έκαμε πιστόν φίλον και όργανόν του, διά να καταργήση — ω της θεοστυγούς ανομίας! ίλεως να είσαι εις ημάς, Κύριε! — την αμώμητον πίστιν του Χριστού και να φέρη εις τον κόσμον την άθεον ειδωλολατρείαν. Τέτοια εσοφίσθη ο παμπόνηρος ανθρωποκτόνος να κατορθώση διά μέσου του άφρονος Γεμιστού. Αμμή ο φιλάνθρωπος και πολυέλεος Κύριος, οπού προείπε διά την εκκλησίαν του ότι Πύλαι Άδου δεν ήτον βολετόν να την καταπονέσουν, δεν ηθέλησε να κάμη τέτοιαν εγκατάλειψιν εις το πλάσμα του και ηυδόκησε να κατασυντρίψη τας Πύλας αυτάς του Άδου, από τας οποίας εξεράσθη ο παράφρων Γεμιστός και οι όμοιοί του κακόφρονες, και ηλευθέρωσε τον περιούσιον λαόν του από το κράτος των πονηρών δαιμόνων. Αφόντις γουν εποτίσθη βαθέως ο Γεμιστός με τα κακόδοξα νάματα της εβραϊκής απονοίας, ήλθεν εις την βασιλεύουσαν πόλιν και έμεινεν εκεί χρόνους επτά διδάσκοντας εις το φανερόν τα ιερά γράμματα και την φιλοσοφίαν, αμμή εις το κρυφόν όσους ειμπορούσε να σαγηνεύση διά να τους κάμη ομόφρονάς του, τους εδίδασκε την κακόδοξον πλάνην του, και πολλούς από τους μαθητάς του εφαρμάκωσε με αυτόν τον τρόπον, φέρνοντάς τους εις την απώλειαν, ώστε να μη λατρεύουν πλέον τον αληθινόν Θεόν, αλλά να προσκυνούν — ω της απονοίας και αναισχυντίας! — κωφά και αναίσθητα ξόανα. Σιμά εις τούτο κατεγίνετο ο άθλιος και εις την μαγείαν, και εδίδασκε τους πιστούς του πώς να ομιλούν με τους δαίμονας, προσκαλώντας με ασεβή και ανόσια μηχανήματα από τα κατώτατα του Άδου τους πονηρούς δαίμονας, να παρουσιάζονται ολοφάνεροι εμπρός εις τα όμματά τους και να συνομιλούν αναμεταξύ τους ως πιστοί φίλοι. Και ό,τι μοχθηρόν και παράνομον θέλημα εζήτει ο Γεμιστός, τούτο εκτελούσε κατά θείαν παραχώρησιν ο μισόκαλος. Και κοντολογής δεν ήτον τρόπος και είδος κακίας και ανομίας οπού να μη το εδίδασκεν εις τους μαθητάς του ούτος ο δυσσεβής Γεμιστός, πολλαπλασιάζοντας μετά τόκου το χάρισμα οπού έλαβεν από τον διδάσκαλόν του τον μισόθεον Ελιέζερ, ή μάλλον από τους ακαθάρτους δαίμονας. Μίαν γουν ημέραν ο ανόσιος Γεμιστός, θέλοντας να δείξη την δύναμιν και εξουσίαν οπού είχε λάβει από τους καταράτους δαίμονας, ώστε να του κάμνωσιν όλα τα θελήματά του, λέγει εις έναν από τους μαθητάς του, ονόματι Νίκανδρον: «Γνωρίζεις πόσην εξουσίαν έχω. Όλα τα θελήματά μου τα εκτελούσιν οι θεοί» (θεούς ονομάζοντας τους ακαθάρτους δαίμονας). Λέγει του ο Νίκανδρος: «Γνωρίζω, διδάσκαλε, ότι έχεις μεγάλην εξουσίαν, αμμή πώς γίνεται να σου εκτελούσιν οι θεοί όλα τα θελήματά σου;» Λέγει του ο Γεμιστός: «Όλα, πίστευσόν μου, ω Νίκανδρε, ό,τι και αν επιθυμήσω, χωρίς αργοπορίαν το απολαμβάνω από τους θεούς». Λέγει του ο Νίκανδρος: «Ό,τι και αν επιθυμήσης, διδάσκαλε; Και αν επιθυμήσης ένα πράγμα, όπου να είνε φυσικά αδύνατον;» Και ο Γεμιστός: «Σώνει να μην είνε κατά πλάτος γενικόν και απεριόριστον, ήγουν αν ζητήσω την καταστροφήν της κτίσεως, δεν την εκτελούσιν οι θεοί. Αμμή αν είνε κατά βάθος μέγα το ζητούμενον, αγκαλά και να είνε αδύνατον κατά πράξιν, οι θεοί θα μου το εκτελέσουν». Και ο Νίκανδρος: «Ας είνε όσον μέγα και εξαίσιον;» Ο Γεμιστός: «Ας είνε όσον ενδέχεται εξαίσιον και θαυμάσιον». Λέγει του ο Νίκανδρος: «Παράδοξα συντυχαίνεις, διδάσκαλε». Λέγει του ο Γεμιστός: «Διά να μη στοχασθής ότι είνε εις το μέσον καμμία απάτη, σου δίδω ελευθερίαν να προσδιορίσης εσύ το ζητούμενον, και εγώ να το ζητήσω από τους θεούς, ό,τι συ προσδιορίσης, και οι θεοί ευθύς θα μου το δώσουν». Λέγει του ο Νίκανδρος: «Ειμπορούν οι θεοί να πλάσουν νέαν πλάσιν;» Και ο Γεμιστός αποκριθείς είπε: «Είπαμεν ότι τέτοιαν απόφασιν δεν έχουν οι θεοί, ύστερα από τον κατακλυσμόν του Δευκαλίωνος». Και ο Νίκανδρος: «Δεν θέλεις τους ζητήσει να πλάσουν νέαν δημιουργίαν εις όλον το πρόσωπον της γης· μόνον ένα δείγμα θέλεις τους ζητήσει». Και ο Γεμιστός είπε: «Τι λογής δείγμα;» Και ο Νίκανδρος: «Ωσάν ένα πλάσμα ανθρώπινον, οπού να μην είνε γεννημένον από γονείς κατά σάρκα.» Και ο Γεμιστός γελάσας είπε: «Το ευκολώτερον μου εζήτησες.» Λέγει του ο Νίκανδρος: «Δύνασαι να το απολαύσης τούτο»; Ο γουν Γεμιστός, χωρίς να του αποκριθή, εκλείσθη εις την μιαράν φωλεάν του και ήρχισε να επικαλήται τους πονηρούς δαίμονας, συντυχαίνοντας ολοφάνερα με αυτούς και λέγοντας: «Κάμετέ μου το θέλημα τούτο, ω αθάνατοι θεοί, διά να ίδη και ο Νίκανδρος να πιστεύση.» Μόλις γουν επρόφθασε να είπη τους λόγους τούτους, και ευθύς ο πονηρός δαίμων εμφανίζεται εν μορφή ευειδούς νέου ο μιαρός, με το σχήμα του θεού του Απόλλωνος, όπως τον παρίσταναν εις τα κωφά και αναίσθητα είδωλα, κρατώντας εις την αγκάλην έν νήπιον θηλυκόν, κλαυθμυρίζον, και δίδοντάς το εις τον Γεμιστόν είπε: «Λάβε ταύτην, ω Πλήθων, και γείνε τροφός να την αναθρέψης, επειδή το εζήτησες.» Ο γουν Γεμιστός έλαβε το νήπιον εκείνο, και έδειξέ το εις τον μαθητήν του, λέγοντας: «Ιδού βλέπε, ω Νίκανδρε, οπού δεν το επίστευες». Αύτη γουν η μικρά κόρη ήτον αληθώς πλάσμα του διαβόλου, και δεν εγεννήθη κατά την ανθρωπίνην φύσιν εκ συνουσίας ανδρός και γυναικός, αλλ' εγεννήθη κατά τας μεθοδείας του πονηρού δαίμονος. Και ο Γεμιστός θέλοντας να υπακούση εις τα κελεύσματα του πατρός του, του βδελύου Σατάν, δεν την έδωκεν εις γυναίκα να την βυζάση, αλλά την ανέθρεψεν αυτός, τρέφοντάς την με το γάλα μιας αιγός ήγουν κατσίκας, και όταν εμίσευσεν από την βασιλεύουσαν πόλιν, την έφερε μαζή του, περιπλανώμενος εις την υφήλιον διά να εύρη και άλλους να σαγηνεύση εις την μιαράν και κακόδοξον πλάνην του. Οι γουν φίλοι και ομόφρονές του, έστωντας να μισεύση ο Γεμιστός από την βασιλεύουσαν, διέδωκαν ότι η παιδίσκη εκείνη ήτο εξ ιχώρος ήγουν θεογέννητος — ω της κακοδόξου πλάνης και αθεΐας! — γεννημένη από τον θεόν τον Απόλλωνα και από θνητήν γυναίκα. Και άλλοι πάλιν έλεγαν ότι ήτον εκ βασιλικού αίματος, αναφέροντας εις μαρτυρίαν ότι την ιδίαν ημέραν οπού έφερεν ο πονηρός Σατάν το κόριον εκείνο εις τον πιστόν του δούλον και θεράποντα Γεμιστόν, η νύμφη του βασιλέως Ιωάννου Ευδοκία είχε τέκει βρέφος θηλυκόν, οπού έγεινεν άφαντον ευθύς άμα εγεννήθη, και όσας ερεύνας και αν έκαμαν οι οφφικιάλοι και οι δορυφόροι του βασιλέως, εστάθη αδύνατον να ευρεθή. Είπαν γουν τινες ότι το πορφυρογέννητον εκείνο νήπιον το είχαν αρπάσει Αθίγγανοι και το ανέθρεψαν, και εμεγάλωσεν εις μέσον τους μη γνωρίζοντας τους γονείς του, και όλον τούτο έγεινε διά τας αμαρτίας του βασιλέως, διά να παιδευθή εις αυτόν τον πρόσκαιρον κόσμον, και ν' αποφύγη εις τον άλλον την αιώνιον κόλασιν, οπού υπήγε να προσκυνήση τον αντίθεον Πάπαν.