WeRead Powered by ReaderPub
Η Γυφτοπούλα cover

Η Γυφτοπούλα

Chapter 47: ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Open in WeRead

About This Book

The narrative interweaves rural episodes on an island, following a shepherd who uncovers a hidden cave with ancient statues and other villagers whose small losses and quests—most notably the loss and retrieval of a treasured cloak—set in motion journeys, bargaining, and raiding. Portraits of worn lives, local customs, and encounters with thieves and veterans thread together to explore fate, poverty, and the hold of tradition. Scenes shift between lyric descriptions of landscape, ritual memory of antiquity, and gritty everyday struggles, producing a mosaic of communal life where personal misfortune and chance discoveries reveal deeper tensions between past and present.

Άλλοι πάλιν λέγουσιν ότι το συμβάν τούτο ακολούθησεν εις τους ,αυλς' χρόνους προτού να υπάγη ο βασιλεύς εις την Ιταλίαν, και δεν ήτο πρέπον να παιδευθή δι' έν αμάρτημα όπου δεν είχε πέσει ακόμη. Αλλ' ως τόσον το αληθές είνε, ότι η κόρη που ανέθρεψεν ο Γεμιστός ήτο πλάσμα των πονηρών δαιμόνων. Έστωντας γουν να υπάγη εις την Ρόδον ο παμμίαρος ήρχισε να διδάσκη εις τας αγοράς και εις τας πλατείας των πόλεων την ασεβή καινοτομίαν του, και οι ευλαβείς προεστοί και ιερείς του τόπου, φοβούμενοι μήπως ακολουθήση ο λαός κατόπιν του, διά να προφυλάξωσι το ποίμνιον να μη γείνη βορά του μιαιφόνου λύκου, τον κατεδίωξαν και εζήτουν να τον φυλακώσωσιν. Αλλά το δαιμόνιον όπου είχε μέσα του του προανήγγειλε τον κίνδυνον όπου έτρεχε, και σηκωθείς διά νυκτός έφυγεν από την χώραν, τρέχοντας εις τα βουνά, και φέροντας μαζή και την δαιμονόπλαστον κόρην, όπου ήτον έως έξ χρόνων τότε. Αμμή οι στρατιώται έτρεχον κατόπιν του να τον φθάσουν, και επειδή η κόρη δεν ηδύνατο να περιπατήση, ο Γεμιστός την εβάστα εις τον κόλπον του, έως ότου απέκαμε να τρέχη, και ο ανίσχυρος Σατάν δεν ηδύνατο να τον βοηθήση. Τότε θυμωθείς ο Γεμιστός (διότι τέτοιαι είνε αι ανόσιοι αφοσιώσεις, ως τόσον μόνον ισχύουν τα παράνομα συμβόλαια, και τόση ήτον η λυκοφιλία του Σατάν με τον Γεμιστόν, όπου του υπεσχέθη να τον υπουργή εις αυτόν τον κόσμον, παίρνοντας εις αντάλλαγμα την ψυχήν του) ρίπτει την κόρην εις τον ποταμόν, και ελαφρωθείς, φεύγει διά να γλυτώση από την δίωξιν. Αλλ' η δαιμονογενής κόρη ούτε επνίγη ούτε εφονεύθη, διότι όπως η γέννησίς της ήτον παρά φύσιν, έτσι και ο θάνατός της δεν ηδύνατο να έλθη κατά φύσιν. Και ο μεν Γεμιστός έφυγε διά νυκτός από την Ρόδον και εγλύτωσε προς καιρόν από την δικαίαν παίδευσιν, όμως δεν ηδύνατο να σωθή και από την αιώνιον κόλασιν. Και πηγαινάμενος εις την Σπάρτην εκατοίκησεν εκεί, διδάσκοντας εις τους οπαδούς του τα ασεβή δόγματα. Αλλ' ο πονηρός Σατάν εβοήθησε το πλάσμα του, και η κόρη εγλύτωσεν από τον πνιγμόν. Αλλ' όμως εναντίον του Γεμιστού υπεκρίθη ο παμπόνηρος ότι έτρεφε μνησικακίαν διά την εγκατάλειψιν της κόρης, και παίρνοντας αυτήν εις τας χείρας του, την έφερεν αοράτως εις το σπήλαιον του Γεμιστού, και την παρέστησεν αιφνιδίως εις τας όψεις του. Ο γουν Γεμιστός απ' εκείνης της στιγμής ήρχισε να τρέφη προς την κόρην ακάθαρτον και σατανικόν έρωτα. Και διά να πειράξη ο παμπόνηρος τον δείλαιον Γεμιστόν, οπού ήτον ήδη εξήντα χρόνων γέροντας (ούτω γαρ ανταμείβει τους αυτόν δουλεύοντας), άναψε εις τα στήθη του φλόγα ερωτικήν λίαν χαλεπήν και άσβεστον, ως να ήτον είκοσι χρόνων νεανίσκος. Εις καιρόν γουν οπού ο άθλιος Γεμιστός τυφλωμένος από το απονενοημένον πάθος άπλωσε την χείρα διά να δρέψη τον καρπόν του έρωτος, (η γαρ δαιμονόπλαστος κόρη είχεν ηλικιωθή με τους χρόνους οπού επέρασαν), έξαφνα αυτή η αφύσικος παιδίσκη χάνεται απ' εμπρός των οφθαλμών του, και (ω του θαύματος!) μεταβάλλεται εις ένα σωρόν στάκτης, ώστε οπού το χέρι του Γεμιστού αντί ανθρωπίνης σαρκός έπιασε στάκτην. Διότι το δαιμονικόν τούτο πλάσμα, κατά παραχώρησιν Θεού γενόμενον, ήτον μόνον κατά φαντασίαν, και δεν υπήρχε κατ' ουσίαν άνθρωπος, αλλ' είχε μόνον τους χαρακτήρας έξωθεν, ώστε οπού δεν ηδύνατο να μείνη διά πάντα εις την ανθρωπίνην ύπαρξιν. Αφόντις γουν εξετέλεσεν ο πονηρός τον σκοπόν του, θέλοντας να καύση και εις αυτόν τον κόσμον τον παράνομον Γεμιστόν, όπως έμελλε να τον καίη αιωνίως εις τον μέλλοντα, (η γαρ φλόγα του έρωτος είνε πείρα και εικών και τύπος του αιωνίου πυρός της Κολάσεως), τότε ο Θεός ωργίσθη και δεν εσυγχώρησε να έλθη εις δαιμονόμικτον πείραν το πλάσμα του, αλλ' εδίωξε τους πονηρούς δαίμονας κατακρημνίζοντάς τους εις το πυρ το εξώτερον, καθώς λέγει ο ιερός λόγος. Έπονται και άλλαι τινές πληροφορίαι, αλλ' ημείς ευλαβούμενοι διακόπτομεν ενταύθα την δημοσίευσιν του ανωτέρω κειμένου, και μεταβαίνομεν εξής εις το δεύτερον:

«Τάδε γέγραπταί μοι Δομετίω τω ευλαβεί ιερομονάχω, εξ ων αυτός τε εώρακα και άλλων ακήκοα διαλεγομένων. Φημί δε πάσας τας ιστορίας ή προς σπουδήν ή προς τερπωλήν γεγράφθαι. Η μεταξύ δε τούτων λοιπή, είη δ' αν αύτη ή εφ' εκάτερα ή επ' ουδέτερα. Και τα μεν πρώτον είδος Θουκυδίδης μάλιστα ήσκησε, το δεύτερον δε Ηρόδοτος. Το δε τρίτον άλλοις τε καμοί πεπείραται. (Ενταύθα παραλείπονται πολλά χάριν συντομίας). Εγένετο δε τηνικαύτα ανήρ ω όνομα Γεώργιος ο Γεμιστός, μέγας τε και πολύς ούτος εν τοις Έλλησιν. Ούτος ουν άλλα τε πολλά κεκαινοτόμηκεν, έν δε και μέγιστον τόδε: Εβούλετο γαρ την επί των ειδώλων λατρείαν μεταστήσαι τους Έλληνας. Οι δ' έφασαν αυτόν τοις δαίμοσιν ομιλείν, και πονηρών πνευμάτων επιφοίτησιν υφίστασθαι. Ο δ' ου τοις δαίμοσιν αληθώς ωμίλει (φημί γαρ ουδενί ανθρώπων εξείναι το παράπαν) αλλά τοις θεοίς διαλέγεσθαι και άλλα τοιαύτα επλάττετο. Οι γαρ δαίμονες, είπερ αληθώς εισί τινες, δήλον ότι αόρατοι και άυλοι τυγχάνουσι. Πώς ουν αν τις σφίσιν ομιλοίη; (Πάλιν παραλείπονταί τινα χάριν των αναγνωστών). Έφασαν δ' αυτόν και νεάνιδά τινα ευνοία τη των δαιμόνων απολαβείν, ευχάς τούτοις και λιτάς αποδόντα. Εμοί δ' ου δοκεί παρά των δαιμόνων το δώρον τούτο δέξασθαι εξόν αυτώ παρά των ανθρώπων ευκοπώτερον της τοιαύτης ευνοίας τυχείν. Χρησμόν δέ τινα είναι έλεγον, ος αν ανθρώπων της κόρης ταύτης ως υπερφυούς τύχη, τούτω την ηγεμονίαν της Έω περιέσεσθαι. Οίμαι δε λήρους και ανοίας ανθρώπων τα τοιαύτα είναι, τα τε άλλα εική ειρήσθαι, και την βασιλεύουσαν πόλιν ει πέπτωκεν, ουχί μοίρα και αίση τινί θεία πεπτωκέναι, αλλά δι' ολιγωρίαν και ραστώνην την συμφοράν ταύτην επελθείν…»

Λυπούμεθα ότι ο χρόνος επείγει και δεν δυνάμεθα να παραθέσωμεν πλείονα τεμάχια του πολυτίμου τούτου δοκιμίου, όπερ ηδύνατο πολλά να διδάξη τους ημετέρους αναγνώστας. Το μέγιστον δυστύχημα είνε ότι κατ' ουδέν σχεδόν προήγαγον την ημετέραν ιστορίαν τα δύο ταύτα γραπτά μνημεία, και το ζήτημα περί των σχέσεων της Αϊμάς και του Πλήθωνος μένει σκοτεινόν ως προτού. Εν τούτοις ο αναγνώστης δύναται να κρίνη μεταξύ των δύο χρονικών, ων το μεν πρώτον διηγούμενον μύθους ουδεμιάς πίστεως είνε άξιον, το δε δεύτερον είνε άντικρυς σοφιστικόν και αρνητικόν. Το κατ' εμέ, απονίπτω τας χείρας. Εν τούτοις φρονώ ότι δύναμαι να εκφέρω γνώμην τινά, ως είς των αναγνωστών. Ο Πλήθων, ως μοι φαίνεται, είχε λάβει υπό την προστασίαν του κόρην τινά ορφανήν και την ανέθρεψε. Το μυστήριον όπερ περιέφερε πανταχόσε μεθ' εαυτού ο ειδωλολάτρης φιλόσοφος, και η απαίσιος φήμη ην είχε παρά τω λαώ, περιέβαλε και την κόρην ταύτην. Και άλλοι μεν είπον ότι η παιδίσκη αύτη ήτο κόρη των δαιμόνων, άλλοι δε ότι είχεν αρπασθή διά σατανικών μαγγανειών εκ των ανακτόρων. Φαίνεται δε ότι θήλυ τι βρέφος βασιλικόν είχε γείνει ανάρπαστον εκ του λίκνου κατά τον αυτόν χρόνον, αγνοείται υπό τινος. Εννοείται ότι πολύ απέχω του να πιστεύσω ότι ο Πλήθων είχεν αποκομίσει το βρέφος τούτο εκ των ανακτόρων. Ο Πλήθων δεν ήτο τοιούτος, οίον τον παρίστων αι τότε παραδόσεις· ήτο θετικός ανήρ, και δεν ηδύνατο ν' ασχολήται εις ύποπτα, ουδέ να πιστεύη χρησμούς και μαντείας. Απελθών εκ Κωνσταντινουπόλεως ο Πλήθων έλαβε μεθ' εαυτού την παιδίσκην, και ανέτρεφεν αυτήν φιλοστόργως. Μεταβάς εις Ρόδον κατεδιώχθη είτε διά πολιτικούς λόγους παρά των φράγκων ιπποτών, είτε διά θρησκευτικούς παρά των εντοπίων. Ευρεθείς εις το έσχατον της ανάγκης ο φιλόσοφος έπαθε, φαίνεται, πρόσκαιρον των φρενών διατάραξιν, και έρριψε την μικράν εις τον καταρράκτην, πράξας τούτο ως ο αμυνόμενος υπέρ της ιδίας αυτού ζωής, και διότι δεν ήθελε, φαίνεται, ν' αφήση την μικράν κόρην εις χείρας των διωκτών του, ους εγίνωσκεν απανθρώπους και δυναμένους να εκδικηθώσι κατά της μικράς, όσω μάλλον αύτη εθεωρείτο παρά τω λαώ τέρας δαιμονόληπτον. Επίστευσεν ίσως ότι έπραττε φιλανθρωπίας έργον, απαλλάττων το αθώον εκείνο πλάσμα μακράς και φρικώδους βασάνου. Ακολούθως κρυβείς εν Ρόδω ο φιλόσοφος ήκουσε την περί της διασώσεως αυτής φήμην. Τότε κατενύγη την καρδίαν, και δελεάσας διά χρημάτων τους φρουρούς εισήλθε διά νυκτός εις το νοσοκομείον, όπου ευρίσκετο η μικρά, ελπίζων να πείση την νοσοκόμον όπως τω αποδώση αυτήν. Αποτυχών τούτου, κατώρθωσεν ύστερον δι' ισχυρών μέσων (διότι πανταχού και πάντοτε είχεν ισχυρά μέσα, παρά την καταδρομήν ης ήτο θύμα) ν' αρπάση αυτήν διά τρίτων και να φύγη εκ Ρόδου. Ελθών εις Μονεμβασίαν ενεπιστεύθη διά τρίτου πάλιν την κόρην εις τον Πρωτόγυφτον, διότι έτοιμος ων δι' άλλας αποδημίας, δεν ηδύνατο να την έχη αυτός πλησίον του. Ότε μετά τινα έτη επανήλθεν οριστικώς εκ των περιοδειών, ο Πρωτόγυφτος δεν ηθέλησεν οίκοθεν να τον αναγνωρίση ως θετόν πατέρα της νεανίδος, αλλά συνήνεσε μόνον να τω την πωλήση. Ο Πλήθων δεν ηθέλησε να ομιλήση εξ αρχής με την Αϊμάν απ' ευθείας, διότι κατά την συνάντησιν εκείνην, ην διηγήθημεν εν τω Α' μέρει του βιβλίου τούτου, ο φιλόσοφος είχεν εννοήσει ότι η Αϊμά δεν είχεν αποβάλει την ανάμνησιν της φρικώδους σκηνής, της εις τον καταρράκτην εκσφενδονίσεως, και έπασχεν είδος τρόμου επί παρουσία αυτού. Πλην τούτου και ο Πλήθων έπασχεν εκ τύψεων συνειδήσεως διά την πράξιν εκείνην. Ήτο δε ηναγκασμένος και να κρύπτη πάντοτε πάσαν αυτού ενέργειαν, διότι η περιβάλλουσα το όνομα αυτού απαίσιος φήμη εβόμβει εις τα ώτα του ως διηνεκής απειλή, και είχεν εξοικειωθή προς τον αλλόκοτον βίον ον διήγε. Διά τον αυτόν λόγον απέφυγε και να μετέλθει την βίαν, δι' ων μέσων είχεν, όπως αποσπάση εκ των ονύχων του Γύφτου την νεανίδα. Προς αποφυγήν δε σκανδάλου και θορύβου έπεμψεν αυτήν εις το μοναστήριον. Ίσως δε προώριζεν αυτήν ως ιέρειαν των ειδώλων· ούτος πρέπει να ήτο ο σκοπός του. Τελευταίον πρέπει να είπωμεν, ότι ο Πλήθων, καίπερ πρεσβύτης ήδη, συνέλαβεν ίσως επί μίαν στιγμήν όψιμόν τι αίσθημα, και εμελέτησε καθ' εαυτόν την μετά της Αϊμάς ένωσιν, αλλ' όμως απώθησεν ευθύς την ιδέαν ταύτην, φοβηθείς το γελοίον, και απεφάσισε να νυμφεύση την Αϊμάν, προικίζων αυτήν και τον Μάχτον, και καθιστών διά μιας χειρός δύο ευτυχείς. Ο δε λόγος δι' ον δεν ηθέλησε να είπη ευθύς προς την νεανίδα, όσα εκείνη επεθύμει να μάθη, αλλ' ανέβαλλε τούτο όσον το δυνατόν, προήρχετο εκ της συγκινήσεως υφ' ης κατείχετο ο πλατωνικός, και εκ των οξέων παλμών του υστερογενούς τούτου αισθήματος ίσως. Αύτη μοι φαίνεται η πιθανωτάτη γνώμη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Ο τελευταίος φθόγγος.

Ότε ανέτειλεν η ημέρα, η παραμονή της κθ' Μαΐου ουδεμία ακτίς ηλίου κατέβη να φωτίση την Αϊμάν εις το ειδωλολατρικόν εκείνο άσυλον όπου άκουσα είχε καταφύγει. Υγρός και τεθολωμένος αιθήρ επέκειτο υπέρ την γην και πυκνά νέφη εκάλυπτον την κτίσιν. Πικρά κατήφεια εδέσποζε της φύσεως. Ουδεμία αηδών ηκούσθη μινυρίζουσα εις τους δρυμώνας, ουδείς βοσκός ηκούσθη φυσών χαρμοσύνως τον αυλόν του επί των βράχων, και ουδέν έρρυθμον άσμα υλοτόμου ή γεωργού επράυνε τον σκληρόν και μονότονον κτύπον της σκαπάνης και του πελέκεως. Απειράριθμος αγέλη μαύρων κοράκων εφάνη την πρωίαν υπεριπταμένη, αντήχησαν οι κρωγμοί αυτών απαύστως και, αφού επ' ολίγον εσκίασαν τας υψηλάς και απορρώγας του Ταϋγέτου κορυφάς, έγειναν κατά μικρόν άφαντοι, διευθυνθέντες προς τα βορειανατολικά. Ουδέν άλλο πτηνόν εφάνη ιπτάμενον ή ηκούσθη κελαδούν. Περί των χελιδόνων ιστορείται ότι αύται, μόλις μείνασαι ένα μήνα κατά το έτος εκείνο υπό τον ελληνικόν ουρανόν, μετηνάστευσαν αθρόαι εις την Ιταλίαν. Την πρωίαν εκείνην ο ουρανός ήτο μολύβδινος και η γη εφαίνετο φαιά, η δε θάλασσα λεία και γαλήνιος είχε χρώμα μέλαν και υπέρυθρον. Ουδεμία πνοή υπέσιζεν, ακίνητα έμενον τα κύματα εις το πέλαγος, ακίνητα τα φύλλα εις τους δρυμώνας. Τα επικαθήμενα νέφη ούτε όμβρον ηπείλουν ούτε άνεμον, εφαίνοντο μόνον ότι έμενον κρεμάμενα επί του ορίζοντος ως μορμολύκεια, ως ράκη πενίας ηπλωμένα επί δώματος και μάτην επαιτούντα μίαν ακτίνα παρά του ηλίου. Οι άνθρωποι ησθάνοντο ανεξήγητον αγωνίαν υπό την πίεσιν ταύτην των στοιχείων, και το πένθος της φύσεως μετεδίδετο εις αυτούς.

Η Αϊμά αισθανθείσα ψύχος περί την αυγήν, είχε συσταλή εις μίαν κόγχην και έκλινε την κεφαλήν. Ανοίξασα δε τους οφθαλμούς μετ' ολίγον, εύρεν εαυτήν μόνην, και ανεζήτει τον Πρωτόγυφτον. Αλλ' ούτος είχε γείνει άφαντος ήδη. Η Αϊμά ήλθε μέχρι της θύρας και περιέβλεψε μήπως ίδη αυτόν. Αλλ' ουδαμού ήτο ο Πρωτόγυφτος. Είδε μόνον η Αϊμά τον Πλήθωνα, καθήμενον μακράν του σπηλαίου και εμβλέποντα προς αυτήν. Η κόρη ήθελε να τον ερωτήση πού ήτο ο πατήρ της, αλλ' ηδέσθη και δεν τω απέτεινε τον λόγον. Διότι ο σκοπός δι' ον εζήτει τον Πρωτόγυφτον ήτο ένοχος και δεν ηδύνατο να τον εκφράση. Επεθύμει να πέμψη αυτόν εις το μοναστήριον, όπως μάθη τι απέγεινεν έν πρόσωπον, υπέρ ου εμέριμνα. Ελυπήθη διότι δεν εύρισκε τον Πρωτόγυφτον. Αλλ' αν τον εύρισκεν, είνε άδηλον αν θα ετόλμα να εκφράση προς αυτόν την επιθυμίαν της ταύτην. Πιθανώτερον είνε ότι ήθελε σιγήσει.

Όσον διά τον Πλήθωνα, ούτος εμερίμα περί του Μάχτου. Επεθύμει να έλθη ως τάχιστα ο νέος Αθίγγανος, όπως απαλλάξη αυτόν της παρούσης βασάνου.

Εν τούτοις μετ' ολίγον ήτο μεσημβρία και ο Πρωτόγυφτος δεν εφάνη. Η Αϊμά κατέστειλεν εν εαυτή το αίσθημα εκείνο, και ουδέν είπε προς τον Πλήθωνα. Αλλ' ο φιλόσοφος ενόησεν εκ των απορηματικών βλεμμάτων της και τη είπεν οίκοθεν ότι έπεμψε τον Πρωτόγυφτον εις το σιδηρουργείον. Την ηρώτησε δε προς τούτοις αν επεθύμει να έλθη και αυτός και τα λοιπά μέλη της οικογενείας μετά του Μάχτου εις την τελετήν του γάμου. Η Αϊμά απήντησε δι' αδιαφόρου νεύματος.

Ο Πλήθων εξηκολούθει να πιστεύη ότι η Αϊμά ήτο ευτυχής μέλλουσα να νυμφευθή τον Μάχτον. Αλλ' όμως η ψυχρότης, ήτις εδείκνυεν επιμόνως η νεάνις, ήρχισε να εμπνέη αυτώ αμφιβολίας. Ο Πλήθων δεν επεθύμει βεβαίως κατά προτίμησιν τον γάμον τούτον. Ηδύνατο να εκδώση την Αϊμάν εις πλουσιώτερον και επιφανέστερον σύζυγον, και ευκόλως εύρισκε τοιούτον. Εκείνο όπερ τον εβίασε να τη προτείνη τον Μάχτον ως νυμφίον, ήτο η πεποίθησις ότι η νέα έτρεφε προς εκείνον τρυφερόν αίσθημα. Αλλά την στιγμήν ταύτην πρώτην φοράν συνέλαβεν αμφιβολίαν. Η παγερά εκείνη και αδιάλυτος ψυχρότης, ην έφερεν επί του κατηφούς προσώπου η Αϊμά, ήτο άλλως ανεξήγητος. Αφού εσκέφθη επί μικρόν ο Πλήθων, επείσθη ότι η Αϊμά δεν ηγάπα τον Μάχτον. Τότε ενόμισε χρέος του να εξακριβώση τούτο, και αποτείνας μετά δισταγμού τον λόγον προς την νεανίδα, προσεπάθησε διά περιφραστικών ερωτήσεων, ας ήτο δύσκολον να εννοήση η άπειρος νέα, να εξακριβώση την αλήθειαν. Η Αϊμά απήντησε και αυτή συγκεχυμένως εις τα βεβιασμένα ερωτήματα του φιλοσόφου. Μόνον δε, ότε διαρρήδην την ηρώτησεν ούτος αν δεν επεθύμει να νυμφευθή τον Μάχτον, τότε απήντησε ναι, προσθείσα και τον όρον της εκτελέσεως υπεσχημένον παρά του Πλήθωνος, ήτοι την περί της τύχης αυτής εκμυστήρευσιν. Ο φιλόσοφος ανενέωσε την υπόσχεσίν του. Τότε και η Αϊμά επανέλαβεν εκ δευτέρου και εκ τρίτου ότι εδέχετο να νυμφευθή τον Μάχτον.

Η περίστασις αύτη επροξένησεν άλλην πάλιν εντύπωσιν εις τον Πλήθωνα. Η κόρη αύτη, διενοήθη ο φιλόσοφος, θέτει το ζήτημα της βιωτικής αυτής ευτυχίας εν δευτέρα μοίρα, μετά την επιθυμίαν όπως μάθη την καταγωγήν της. Την εκπλήρωσιν της επιθυμίας ταύτης νομίζει χρέος ιερόν, και τον γάμον αυτής θεωρεί ως δικαίωμα, όπερ συναινεί να εξασκήση μόνον ως ταπεινότερόν τι μέσον προς επίτευξιν του κυριωτέρου αυτής σκοπού. Τούτο είνε αλλόκοτον, εσκέφθη ο Πλατωνικός. Όσον και αν επιθυμή νεάνις τις να εύρη τους αγνοουμένους γονείς της, βεβαίως σφοδρότερον θα επιθυμή να εύρη ένα νυμφίον, όπερ είνε χρήσιμον εφόδιον του βίου, δυνάμενον να καταστή εν καιρώ ωφέλιμον. Ποία λοιπόν φύσις είνε αύτη; Ο φιλόσοφος ησθάνθη οίκτον προς την ατυχή κόρην. Προήχθη εις το συμπέρασμα ότι το ανθρώπινον τούτο πλάσμα ωνειροπόλει, αν και ήτο εγρηγορός. Τούτο τω εφαίνετο βέβαιον σύμπτωμα ότι ενόσει. Διότι, αφού τα ονειροπολήματα των υγιών ανθρώπων είνε ήδη νοσηρά, πόσω μάλλον τα των νοσούντων θα είνε νοσηρότερα;

Εν τούτοις ο φιλόσοφος δεν εφησύχασεν εκ της τελευταίας απαντήσεως της Αϊμάς, και απέτεινε προς αυτήν και άλλην παρατήρησιν.

— Λοιπόν, κόρη μου, τη είπεν, αν δεν σοι υπεσχόμην τούτο, (την φανέρωσιν των γονέων σου), δεν ήθελες συναινέσει να νυμφευθής τον Μάχτον;

Η νέα εκίνησε τους ώμους και απετέλεσεν ελαφρόν μορφασμόν διά των χειλέων της. Δεν είξευρεν αν έπρεπε ν' απαντήση &ναι ή όχι&. Αλλ' ο φιλόσοφος απεκόμισεν ήδη το συμπέρασμά του εκ της συνδιαλέξεως ταύτης, ήτις διεξήχθη μάλλον σιωπηλώς εκ μέρους της Αϊμάς, ότι δεν ηγάπα η νέα τον Μάχτον. Τω επήλθε δε τότε η ιδέα να τη είπη, ότι δεν την εβίαζε, και ήτο ελευθέρα να νυμφευθή τον Μάχτον ή άλλον τινά. Αλλ' ενταύθα τον εγκατέλιπε το θάρρος του. Αόρατον πρόσκομμα έκειτο εμποδών. Ο Πλήθων δεν ετόλμα να είπη τούτο. Είχε συνειθίσει ήδη από της πρωίας εις την ιδέαν του γάμου τούτου. Παράδοξον φόβον ησθάνετο εκ της αβεβαιότητος. Αν δεν ενυμφεύετο τάχιστα, τι έμελλε να γείνη η Αϊμά, ή μάλλον τι έμελλεν αυτός να γείνη; Μέχρις ου ευρεθή άλλος σύζυγος, ήτο δυνατόν να παρέλθωσιν ημέραι, μήνες, έτη. Πού θα έμενεν η πτωχή νέα, και τις ήθελε την προστατεύει; Ο Πλήθων δεν ετόλμα να επιθυμήση όπως μείνη η Αϊμά πλησίον του. Άλλως δεν ήτο βέβαιον ότι έμελλε να κατοικήση ησύχως εις το άντρον του ο φιλόσοφος επί πολύν χρόνον εισέτι. Ο σκοπός του ήτο ν' αναχωρήση. Ίσως εμελέτα να μεταβή εις την βασιλεύουσαν πόλιν. Διότι οι θεοί δεν ηυδόκησαν να προσημάνωσιν ιδία προς αυτόν την επικειμένην και παρούσαν ήδη καταστροφήν. Μη λησμονώμεν ότι ταύτα συνέβαινον την παραμονήν της κθ' Μαΐου! Και αν έμενε δε εις τον άσυλόν του ο Πλήθων, πάλιν δεν ηδύνατο να έχη την Αϊμάν πλησίον του. Όσον αμυδρόν και αν ήτο το αίσθημα όπερ εμπόδιζε τον Πλήθωνα, αλλ' όμως δι' αυτόν ήτο ισχυρόν. Δεν ηδύνατο, όχι! Οι θεοί δεν ηδύναντο να το επιτρέψωσιν. Αυτός είχε θέσιν πατρός προς την Αϊμάν, και έπρεπε να είνε πάντοτε ως πατήρ της.

Προς περιφρούρησιν του ιερού χαρακτήρος της πατρότητος, τις οίδε διατί, ησθάνετο ο Πλήθων την ανάγκην να εκδώση εις γάμον την Αϊμάν. Άλλως δε και αυτή η νεάνις αμφίβολον ήτο αν ήθελε συναινέσει να μείνη επί πολύ εις το άντρον. Αν απήλλαττεν αυτήν ο Πλήθων του όρου της νυμφεύσεως, και έσπευδεν άνευ του όρου τούτου να εκπληρώση την υπόσχεσίν του, τι έμελλε να συμβή; Τοιούτον ερώτημα προέτεινεν εις εαυτόν ο φιλόσοφος. Δεχομένη η Αϊμά να μένη παρ' αυτώ, και αποτόμως διαρρηγνύουσα πάντα δεσμόν με τους σιδηρουργούς, παρ' οις ανετράφη, ήθελεν αποδειχθή μόνον παραπολύ εύκολος εις τας φιλοστοργίας της, ή μάλλον όλως άστοργος. Πιθανόν να εδέχετο εκ των προτέρων τοιαύτην πρότασιν, αλλ' αν έπραττε τούτο, θα ωρμάτο εξ υπολογισμού, διότι εν αγνοία εισέτι διατελούσα, επλανάτο υπό της ελπίδος ότι έμελλε να επανεύρη τους αληθείς γονείς της. Αλλ' ο Πλήθων εγίνωσκεν ότι η τοιαύτη ελπίς ήτο ματαία.

Επί τέλους ο Πλήθων ησθάνθη την κεφαλήν πολύ βαρείαν εκ των σκέψεων τούτων, και ηναγκάσθη ν' αφήση το πρόβλημα άλυτον. Είπε καθ' εαυτόν ότι το καλλίτερον ήτο να μη σκέπτηται περί τούτου. Τι το όφελος; Ησθάνετο εαυτόν ανίσχυρον να εύρη άλλην παρά την προταθείσαν λύσιν. Ώφειλε να περιμείνη μεθ' υπομονής μέχρις ου έλθη ο Μάχτος, και τότε πας δισταγμός θα ήτο ανωφελής. Η Αϊμά ωμολόγησεν ότι εδέχετο να νυμφευθή τον νέον σιδηρουργόν, και ο φιλόσοφος ώφειλε να διατελή εν ειρήνη με την συνείδησίν του.

Ήδη η ημέρα έκλινε προς την δύσιν, αλλ' ούτε ο Μάχτος εφάνη, ούτε ο Θευδάς επανήλθεν εκ της αποστολής. Τα μελανά και πεπυκνωμένα νέφη εκάλυπτον πάντοτε τον αιθέρα, και η σκοτεινή εκείνη ημέρα εφαίνετο προωρισμένη να μεταβή εις την νύκτα, όπως μεταβαίνει τις εκ του ληθάργου εις τον θάνατον, άνευ παρηγόρου βλέμματος, άνευ επαισθητής πνοής, άνευ χρυσών νεφών και άνευ ανατολής Εσπέρου. Ο Πλήθων εκάθητο επί βράχου, και όλος έκδοτος εις τους λογισμούς του, διηύθυνε το βλέμμα εις την μακράν και κατάντη οδόν, όπου εξικνείτο, και δεν έβλεπε την σκυθρωπότητα εκείνην της φύσεως. Η Αϊμά είχεν εξέλθει εκ του σπηλαίου, και έβλεπε μετά φόβου τον μολύβδινον εκείνον ουρανόν, επεθύμει δ' εν τη αφελεία της να ερωτήση τον φιλόσοφον τι εσήμαινε το φαινόμενον εκείνο. Αλλ' ο φιλόσοφος απείχεν αυτής υπέρ τα πεντακόσια βήματα. Η Αϊμά ησθάνθη ρίγος, και τυλιχθείσα εις το περιώμιόν της έσπευσε να επανέλθη έμφοβος εις το σπήλαιον. Ήναψε τον λύχνον, διότι το σκότος επήλθεν ήδη προ της νυκτός. Φαίνεται δε ότι την ημέραν εκείνην είχε συμβή έκλειψις ηλίου.

Μετ' ολίγον ήλθε και ο φιλόσοφος. Ήτο λίαν κατηφής, και δεν ηδυνήθη να μη ανακοινώση προς την Αϊμάν την απορίαν του επί τη βραδύτητι της επιστροφής του απεσταλμένου. Η Αϊμά δεν εγίνωσκε τας αποστάσεις και ηγνόει πόσον απείχε το σιδηρουργείον από της κατοικίας του φιλοσόφου. Εν τούτοις ουδέν απήντησεν εις την παρατήρησιν αυτού. Άλλη αύτη αφορμή απορίας διά τον πλατωνικόν.

Εν τούτοις η νυξ προυχώρει, και τούτο πάλιν προυξένει αμηχανίαν. Ο Πλήθων δεν ήθελε να κοιμηθή υπό την αυτήν στέγην μετά της Αϊμάς και δεν επεθύμει πάλιν ν' αφήση αυτήν μόνην. Την στιγμήν εκείνην ο φιλόσοφος μετενόει διότι απέπεμψε τον Πρωτόγυφτον. Ο δισταγμός του Πλήθωνος όπως μείνη μετά της Αϊμάς την νύκτα ουδέν το επίμεμπτον είχε. Προήρχετο καθαρώς εξ αβρότητος. Ο φιλόσοφος ενόει καλώς, ότι η νέα δεν εδύνατο να έχη τόσον ηθικόν κράτος εφ' εαυτής, ώστε να εκριζώση διά μιας εκ της καρδίας της πάσαν πρόληψιν και πάσαν μνησικακίαν, αφού μέχρι της χθες μετά λόγου ενόμιζεν αυτόν ως διώκτην της. Συνέλαβεν ιδέαν τινά, να μεταβή διά νυκτός εις την πλησιεστέραν αγροτικήν οικίαν και να προσκαλέση γραίαν τινα χωρικήν να έλθη όπως κοιμηθή εις το σπήλαιον, διότι η Αϊμά θα εφοβείτο βεβαίως να μείνη μόνη την νύκτα εις την αλλόκοτον εκείνην κατοικίαν, όπου το νυσταλέον της λυχνίας φως πίπτον επί των ορθίων και υψηλών αγαλμάτων απετέλει παραδόξους εναλλαγμούς σκότους και σκιαυγείας. Την ιδέαν ταύτην υπέβαλεν εις την Αϊμάν.

Η νέα δεν απήντησε πάλιν μετά σαφηνείας. Το νεύμα όπερ έκαμεν, εσήμαινε: «Πράξον όπως θέλεις». Ο Πλήθων δεν εδίστασεν, αλλά προτρέψας την νέαν να μη φοβήται, και υποσχεθείς ότι έμελλε να επανέλθη τάχιστα, ηγέρθη και εξήλθεν. Η Αϊμά εκλείδωσεν έσωθεν και έμεινε μόνη.

Καθήσασα επί του βάθρου παρά την εστίαν, περιέφερε το βλέμμα εις τας πλευράς και εις τας γωνίας του εσωτερικού, και υφίστατο παράδοξον εντύπωσιν. Στέγη ανώμαλος και μαυρισμένη, πού μεν εισέχουσα, πού δε κυφή, ως να ήτο σεσαλευμένη εκ σεισμού, ραγάδες και εξοχαί εις τας άκρας και τας γωνίας, τεμάχια κιόνων, ανάμικτα μετ' ανεπεξεργάστων λίθων, αποτελούντα τους τοίχους της οικοδομής, τοιούτον ήτο το μέλαθρον του φιλοσόφου. Έπειτα ήσαν τα τρομερά εκείνα πράγματα, οι λίθινοι εκείνοι άνθρωποι, επτά ή οκτώ τον αριθμόν, οίτινες ίσταντο παρ' αλλήλους ακίνητοι και βλοσυροί και ουδέν είχον το φαιδρόν, αλλ' εφαίνοντο αλλόκοτοι την νύκτα. Η Αϊμά ελκυσμένη υπό του φόβου, ως υπό θελγήτρου τινός μυστηριώδους, έλαβε τον λύχνον και επλησίασεν εις τα αγάλματα. Την ημέραν δεν είχε περιεργασθή αυτά. Εις το κίνημα τούτο προήλθεν ορμεμφύτως η Αϊμά, ως να υπηγόρευεν εις αυτήν τούτο δίδαγμά τι της πείρας, ως να είχε συνείδησιν, ότι παν το φοβερόν πάθει να είνε τοιούτον, όταν εγγύθεν το εξετάση τις, και αν γνωρισθή τις εκ του σύνεγγυς με πράγμα τι εμπνέον αντιπάθειαν, η αντιπάθεια ευθύς εκλείπει. Λαβούσα λοιπόν την λυχνίαν και πλησιάσασα ήρχισε να εξετάζη λεπτομερώς τα αγάλματα.

Πρώτον ίστατο το άγαλμα της Αρτέμιδος, ανδρικής γυναικός, ης η εσθής, μόλις καλύπτουσα έν μέρος του σώματος, είχε τοιαύτας πτυχάς, ως να εκινείτο σφοδρώς υπό του ανέμου, και τα σκέλη δεν απείχον απ' αλλήλων υπέρ την μίαν σπιθαμήν, ώστε εφαίνετο εσπευσμένως βαδίζουσα. Το βάθρον, εφ' ου ήτο ιδρυμένον το άγαλμα ήτο χθαμαλόν, μόλις δακτύλους τινάς ανέχον υπέρ το έδαφος. Παρά την πλευράν της Αρτέμιδος ίστατο η Δημήτηρ με την δέσμην των σταχυών υπό μάλης και το δρέπανον εν τη δεξιά. Το ανάστημα ήτο βραχύτερον, αλλ' είχε τους ώμους πλατυτέρους, και ρωμαλέαν τινά ανδρικήν έκφρασιν ενέφαινε το πρόσωπον της θεάς. Παρ' αυτήν ίστατο ο Φοίβος Απόλλων, ο καλλιμορφότατος των θεών και των ανδρών απάντων. Είχε χρυσάς ακτίνας περί την μορφήν, και το πρόσωπόν του εξέπεμπε θείαν αίγλην. Τους οφθαλμούς αυτού επέστεφον καμπύλα τόξα οφρύων και μειδίαμα αρρήτου ηδύτητος ήνθει περί τα χείλη αυτού. Η κεφαλή, ο τράχηλος και ο κορμός είχον αρμονικωτάτην προς άλληλα συμμετρίαν. Ο έτερος των ποδών υψούτο ως προς όρχησιν, ο δ' έτερος έβαινε σεμνώς επί του στυλοβάτου. Εν τη δεξιά χειρί εβάσταζε την χρυσήν λύραν, ης δια των θεσπεσίων φθόγγων κατεκήλει ποτέ τους ομίλους των αθανάτων θεών. Παρά το άγαλμα του Απόλλωνος ίστατο το της Ουρανίας Αφροδίτης, της ηδυπαθεστάτης και ποθεινοτάτης των θεαινών. Οι βόστρυχοι της κόμης, κύμα χρυσού απέφθου, έστεφον την αμβροσίαν κεφαλήν και το ακτινοβόλον της θεάς μέτωπον. Το βλέμμα αυτής, μελιχρόν και πλήρες γοητείας, διένεμεν έρωτας και ηδονάς γλυκείας εις τους πιστούς αυτής λατρευτάς. Εν τούτοις οξυδερκής παρατηρητής ήθελεν ανακαλύψει εις την έκφρασιν του προσώπου αυτής και αδιόρατόν τινα πικρίαν ανεπαίσθητον εις τους πολλούς των ανθρώπων. Πόθεν προήρχετο το πικρόν τούτο αίσθημα; Διατί το αμαυρόν τούτο ίχνος της οδύνης επί της μορφής της φαιδροτάτης των θεών; Μη εδυσφόρει η θεά επί τη σπάνει της λατρείας, ήτις προσεφέρετο αύτη; Μη ελυπείτο διότι έπαυσε φανερώς λατρευομένη, η δε σκότιος λατρεία ηνώχλει αυτήν; Μη ηγανάκτει επί τη διαβολή και τη συκοφαντία, ης εγίνετο θύμα; Ίσως. Η εγκατάλειψις δεν ελύπει αυτήν τα μέγιστα. Πάντες οι θεοί εγκατελείφθησαν, και ουχί αύτη μόνη. Τουναντίον, αύτη ήττον των άλλων εγκατελείφθη. Πάντες οι θεοί εσυκοφαντήθησαν, αλλ' ουχί όσον αυτή. Πάντων των αιώνων οι υποκριταί και οι ταρτούφοι υπέρ πάσας τας θεάς την Κύπριδα εσυκοφάντησαν. Δεν υπήρξε βωμολοχία και ψεύδος, όπερ να μη εξετόξευσαν κατά της απλουστάτης ταύτης και αθωοτάτης θεότητος, ήτις επλάσθη κατά φύσιν, ως έπρεπε να πλασθή, και ουδέν έγκλημα είχε. Δεν υπήρξεν ιλύς και βόρβορος, δι' ου δεν έχραναν το πρόσωπον της θεάς ταύτης οι ζοφεροί του μεσαίωνος τρωγλοδύται, δεν υπήρξε ράκος, δι' ου δεν εζήτησαν να καλύψωσι την γυμνότητα της περικαλλούς ταύτης μορφής οι σεμνότυφοι εκείνοι σχολαστικοί! Και εν τω κρυπτώ μεν έθυον εις αυτήν και εις τον Διόνυσον και εις την αγέλην αυτού, εν τω φανερώ δε ύβριζον και διέσυρον. Παρηγορήθητι, ατυχής θεά, μέχρι ου έλθη ημέρα καθ' ην πάντες οι λατρευτοί σου αναφανδόν εις σε θα θύωσι, και ουδείς θα τολμά πλέον να σε συκοφαντήση.

Εγγύς του αγάλματος της Αφροδίτης ίστατο ο Ζεύς, η Αθηνά και η Ήρα. Και ο μεν πατήρ των ανδρών και των θεών ήτο πεπλασμένος κατά το πρότυπον του Ομήρου και του Φειδίου (όρα Ιλιάδος Λ). Η δε Παλλάς Αθηνά ωμοίαζε με την οπτασίαν του φιλοσόφου Πλήθωνος, ην εν τοις έμπροσθεν διηγήθημεν. Τέλος η Ήρα, η άνασσα αύτη του Ολύμπου, το σεμνότατον τούτο πρότυπον των βασιλισσών, των θεαινών και των γυναικών, το τέλειον εσαεί και ανυπέρβλητον, όπερ ούτε φαντασία ούτε σμίλη ούτε γραφίς ηδυνήθη ποτέ να υπερβή ή να φθάση ή να προσεγγίση. Εν κεφαλαίω δε ειπείν, το άσυλον τούτο του ειδωλολάτρου διά των λειψάνων τούτων της αγλαομόρφου αρχαιότητος, άτινα περιέθαλπεν, απέπνεεν ως τελευταίαν τινά πνοήν των απαραμίλλων εκείνων τύπων της τέχνης και του κάλλους, των τελειοτάτων εκείνων μύθων, των διδακτικωτέρων της ιστορίας, των αληθεστέρων της πραγματικότητος, των ανεφίκτων εκείνων αριστοτεχνημάτων, ων η αίγλη αντιλάμπει διά των γενεών μέχρι της σήμερον, ων η πρόσκαιρος συγκάλυψις έκαμε τόσους αιώνας να μελανειμονώσιν, ων η κατάργησις διέχυσε πένθος και σκοτίαν επί του προσώπου της γης…

Αφού εξήτασε μετά προσοχής η Αϊμά έκαστον των αγαλμάτων τούτων, δεν είχε πλέον ουδέ σκιάν φόβου εν τη διανοία, αλλά τουναντίον ησθάνετο τόσον θάρρος και οικειότητα, ώστε παρ' ολίγον θ' απέτεινε τον λόγον προς τα σιωπηλά ταύτα αγάλματα. Αλλ' είπε καθ' εαυτήν: «Κρίμα, όπου δεν μιλούν!» Εν τούτοις και σιωπώντα, ήσαν σύντροφοι της μοναξίας της, και δεν έπαυε να τα θαυμάζη. Τα ψυχρά ταύτα μάρμαρα είχον τοσαύτην ημερότητα, οίαν δεν απήντησεν η δύστηνος κόρη επί της μορφής ζώντος πλάσματος. Ουδέποτε τοιούτον μειδίαμα ανέτειλεν επί ανθρωπίνου χείλους, ουδέποτε τοιούτον βλέμμα εξεπέμφθη εκ των θνητών οφθαλμών. Παράδοξον δε, ότι και αυτή η γυμνότης του σώματος δεν προσέβαλλε την παρθενικήν αυτής αιδώ, ουδ' εσκανδάλιζε τας αισθήσεις αυτής. Η γυμνότης αύτη τη εφαίνετο λογικωτάτη και φυσικωτάτη. Ίσως δε η σκέψις της διετυπούτο ούτως επί το αφελέστερον: «Διατί να εντρέπωμαι, αφού είναι από μάρμαρον;» Τέλος δε ησθάνθη του λοιπού τοσαύτην εμπιστοσύνην και ασφάλειαν εν μέσω των αφώνων τούτων συντρόφων, ώστε εστήριξε την κεφαλήν επί του βάθρου του αγάλματος της Αρτέμιδος, και κατεκλίθη όπως κοιμηθή.

Μόλις έκλεισε τους οφθαλμούς εις τον ύπνον, και η θύρα ηνοίχθη. Ήτο ο Θευδάς, όστις είχε κλείδα ως και ο κύριός του, δυναμένην έξωθεν νανοίγη την θύραν, αν και ήτο μεμοχλευμένη έσωθεν. Όπισθεν τούτου ίστατο και άλλος τις, όστις είχε την χείρα επί της καρδίας προσπαθών να συνέχη τους βιαίους αυτής παλμούς. Ήτο ο Μάχτος, όστις ήρχετο συντετριμμένος εξ ευτυχίας … Ο Θευδάς τω έδειξε την νέαν κοιμωμένην. Ο Μάχτος εισώρμησε κράξας: «Αϊμά! ». Αλλ' η κόρη εκοιμάτο. Ο νέος επλησίασε πατών επ' άκρων των ποδών. Ο Θευδάς ήθελε ναποσυρθή, αλλ' όμως έμεινε θεωρών εκ περιεργείας. «Κοιμάται!», είπε στραφείς προς αυτόν ο Μάχτος. «Άφησέ την να κοιμηθή», απήντησεν ο Θευδάς, κατά λάθος, διότι σκοπός του ήτο να είπη: «Εξύπνησέ την!» Ηγνόει και αυτός πώς να εξηγήση τούτο, αλλ' όμως δεν επεθύμει ναφήση την Αϊμάν κοιμωμένην και ναπομακρυνθή εκείθεν. « Εξύπνησέ την! », είπεν ο Θευδάς, ζητήσας να επανορθώση το αμάρτημα της γλώσσης του. Αλλά τότε ο Μάχτος τω απήντησεν: «Ας κοιμηθή καλλίτερα! Πόσον θα υπέφερεν η δυστυχής! » Εν τούτοις ο Θευδάς έμεινε, στηριχθείς όρθιος επί της παραστάδος της θύρας. Ο Μάχτος αδιαφορών αν ήτο αυτός παρών, προέβη προς το μέρος όπου έκειτο η Αϊμά, και εγονυπέτησε πλησίον αυτής. Έλαβε την χείρα αυτής κοιμωμένης και την ησπάσθη μετά σεβασμού. Το στήθος της κόρης εκινήθη και η εκπνοή κατέστη σφοδροτέρα. «Αϊμά! », εψέλλισεν ο Μάχτος νομίσας ότι αφυπνίσθη. Αλλ' όμως εκοιμάτο αύτη εισέτι. Ο Θευδάς προέβη δύο ή τρία βήματα προς το νεανικόν εκείνο σύμπλεγμα. «Πάμε να βρούμε τον κύριόν μου;» είπε προς τον Μάχτον. «Και πού είνε ο κύριός σου;», ηρώτησεν ο Μάχτος. «Δεν ειξεύρω», απήντησεν ο Θευδάς. «Τότε πού θέλεις να τον βρούμε;» Και αποστραφείς εξηκολούθησε να θεωρή την κόρην υπνώττουσαν. Ουδέποτε την είχε παρατηρήσει ούτως, επί της κλίνης κειμένην, αν και συγκατώκουν εκ μακρού χρόνου υπό την αυτήν στέγην. Τω όντι δε είνε ωραίον θέαμα το να βλέπη ούτως ο αγαπών την αγαπωμένην υπνώττουσαν ύπνον αρνίου, ύπνον γαλήνης και αθωότητος, υπό το ωχρόν της λυχνίας φως, είνε γλυκύ το να απαριθμή τας εισπνοάς και εκπνοάς αυτής, είνε επίφθονον το να θεωρή τας κυμάνσεις του στήθους της, είνε μεθυστικόν το να εκμυζά την ευώδη πνοήν της και να θαυμάζη τους μαργαρίτας της δρόσου περί τους κροτάφους αυτής και τους ξανθούς βοστρύχους της κόμης περιστέφοντας το μέτωπόν της. Ο ευτυχής Μάχτος απερρόφα κατά σταγόνα το ποτήριον τούτο της μέθης την στιγμήν ταύτην. Ουδέν άλλο έβλεπεν. Ελησμόνει ότι ήτο παρών ο Θευδάς, αν και ούτος εφιλοτιμείτο, ως είδομεν, να τω υπομιμνήσκη την παρουσίαν του. Δεν παρετήρησεν όλως τα ένδον της παραδόξου ταύτης κατοικίας, δεν είδε τα υψηλά εκείνα αγάλματα, τους εφεστίους, τας συνεσταλμένας αυλαίας, ουδέν τω επροξένησεν εντύπωσιν. Δεν ενεθυμείτο ούτε πώς ήλθεν, ούτε ησθάνετο τον κόπον της οδοιπορίας. Είνε αληθές ότι ο Θευδάς ενεφανίσθη αιφνιδίως εις αυτόν την πρωίαν, και τω είπεν ότι τον ζητεί η Αϊμά, ουδέν άλλο. Ο Μάχτος καταλιπών το εργαστήριον, την σφύραν, τον άκμονα, την πυράγραν και τους φυσητήρας, εξεζώσθη την δερματίνην ποδιάν, ην εφόρει, και ηκολούθησε τον Θευδάν, ή μάλλον προεπορεύθη αυτού. Ο Θευδάς έτρεχε κατόπιν του πνευστιών και τον παρεκάλει να μη βαδίζη τόσον δρομαίως. Αλλ' ο Μάχτος δεν τον ήκουεν. Ο Θευδάς διά να τον φοβίση τω έλεγε: «Συ δεν ξέρεις τον δρόμο. Και αν σε χάσω, θα χαθής». «Θα χαθώ», απήντα παρωδών ο Μάχτος, και τούτο συνέτεινεν εις το να επισπεύδη έτι μάλλον το βήμα. Τότε ο Θευδάς τω έκραζε: «Ξορκίζω σε!» Ο Μάχτος δεν απήντα, ή μάλλον η ηχώ της φωνής δεν έφθανεν εις τα ώτα του Θευδά, διότι ούτος καθυστέρει τετρακόσια βήματα. Δις μόνον είχεν αναγκασθή να σταματήση ο Μάχτος περιμένων να εξέλθη των καμπών της οδού ο Θευδάς, και τούτο διότι ευρέθη εν δισταγμώ, ενώπιον δυο οδών, μη γνωρίζων ποτέραν να βαδίση. Αλλά τούτο συνέτεινε μάλλον εις μείζονα ατυχίαν του Θευδά, διότι ο Μάχτος είχε μεν σταθή με τους πόδας, αλλά με τας χειρονομίας έκαμνε τόσον θόρυβον, προσκαλών τον Θευδάν να φθάση το ταχύτερον, ώστε ο δυστυχής εκείνος εδάγκασε τρις την γλώσσαν του, και έπαθεν αιμορραγίαν της ρινός. Τέλος τον έφθασε και τω υπέδειξε την οδόν, και τότε ήρχισε νέος αγών αθλητικού δρόμου.

Ότε έφθασαν εις το Πληθώνειον, ο Θευδάς ήτο εκλελυμένος υπό του καμάτου, αλλ' η φιλοπραγμοσύνη και η ανησυχία υπεστήριζεν αυτόν να ίσταται όρθιος. Εν τούτοις ο Μάχτος εξηκολούθει να ασπάζηται την χείρα της Αϊμάς, και ο Θευδάς προέβη εις δευτέραν απόπειραν: «Φίλε μου, θα έλθη τώρα ο φιλόσοφος, κάμε φρόνιμα», τω είπε. «Ποίος φιλόσοφος;» — «Ο αυθέντης μου». — «Τώρα δεν μου έλεγες να πάμε να τον βρούμε;» — «Αλήθεια», είπεν ο Θευδάς. «Αφού λοιπόν θα έλθη, διατί μου είπες να πάμε;» — «Αν θέλης πηγαίνομε», απήντησεν ο Θευδάς. «Αλλ' αφού θα έλθη», είπε ο Μάχτος. «Δεν ειξεύρω σίγουρα, αν θα έλθη». — «Λοιπόν τότε πήγαινε συ να μάθης, είπεν ο Μάχτος, και έλα να μου πης αν πρέπει να πάμε ή να περιμένουμε». — «Αλλ' εγώ είμαι κουρασμένος, απήντησεν ο Θευδάς· συ μ' εξεγλώσσασες, μ' αφάνισες 'στόν δρόμο». — «Και μήπως αν θα έλθω και εγώ μαζύ, δεν θα ήσαι κουρασμένος;» Ο Θευδάς δεν απήντησεν. Εν τούτοις ο Μάχτος όχι διότι παρεπείσθη εκ των προτροπών του, αλλά μάλλον διότι ησθάνθη το οχληρόν του πράγματος, εδοκίμασε να ανασηκωθή, διότι ήτο γονυπετής, και τότε ο Θευδάς τω έτεινε την χείρα ειπών αυτώ: «Είνε ανάγκη να εύρωμεν τον αυθέντην μου».

Η τελευταία λέξεις εκόπη διχή μεταξύ του λάρυγγος και των οδόντων του Θευδά. Αίφνης τρομερός κρότος ηκούσθη, υποχθόνιος βοή αντήχησε, το έδαφος εσαλεύθη υπό τους πόδας των δύο τούτων ανθρώπων. Σεισμός μετά πατάγου και βροντής μεγάλης συνέβη. Τα δύο ταύτα πρόσωπα αντήλλαξαν πεπηγότα βλέμματα. Ο Μάχτος κατέστη κάτωχρος. Τι είνε; Τι συμβαίνει; Τας λέξεις ταύτας ουδείς εξήνεγκεν εκ του στόματος, αλλ' ενδομύχως μόνον εσχηματίσθησαν αύται εις το βάθος των φρενών. Ηκούσθη παρατεταμένος τριγμός, και σφοδροτάτη δόνησις διαρκέσασα επί τινα χρόνον. Κονίαι και τεμάχια λίθων απεσπάσθησαν από της οροφής του σπηλαίου και κατέπιπτον μετά δούπου επί του εδάφους. Ο Θευδάς έφερε την χείρα εις την κεφαλήν. Τα είδωλα εφάνησαν κινούμενα, ως να ωρχούντο άγνωστόν τινα όρχησιν. Η Αϊμά εστέναξεν, αφυπνίσθη αποτόμως, εκινήθη και ανεκάθισεν. Ύψωσε μετά τρόμου τους οφθαλμούς, αλλά δεν επρόλαβε να αναγνωρίση τον Μάχτον. Η λυχνία πεσούσα εκ της κόγχης, εφ' ης έκειτο, συνετρίβη, και σκότος βαθύ κατέστη εντός του σπηλαίου. «Θάρρος», έκραξεν ο Μάχτος, τείνων την χείρα. Εγώ είμαι, Αϊμά!» Η νεάνις απήντησε διά βαθέος στεναγμού, «Θάρρος», επανέλαβεν ο Μάχτος. Αλλ' η κόρη είχε χάσει τας αισθήσεις της και ελιποθύμησεν. Ο νέος προσεπάθησε ν' ανεγείρη αυτήν και να την λάβη εις τας αγκάλας, όπως την μεταφέρη εκτός του σπηλαίου. Ο δε Θευδάς ήδη είχεν εξέλθει ψηλαφών. Οι λίθοι, οίτινες είχον πέσει εκ της οροφής, ήσαν ως προαγγελία προς αυτόν, και έσπευσε να φύγη, όπως σώση την ζωήν του. «Υπάγωμεν, Αϊμά, είπεν ο Μάχτος. Εγώ είμαι». Αλλ' η νέα δεν ηδύνατο να κινηθή, είχε καταστή βαρεία ως μόλυβδος. Ο Μάχτος την κατησπάζετο, την περιεπτύσσετο και ήτο ευτυχής εν τω μέσω της καταστροφής ταύτης, ευτυχής εν τω σκότει, ευτυχής εν τη θεομηνία, ευτυχής εν τη απογνώσει. Συγχρόνως δε προσεπάθει να ανεγείρη αυτήν και την μεταφέρη εις το ύπαιθρον. Αλλ' αι δυνάμεις του νέου είχον παραλυθή, οι πόδες παρεπάτουν, οι βραχίονες έτρεμον. «Υπάγωμεν, Αϊμά», εψιθύριζεν εις το ους της νέας, αποτυπών άμα φλογερόν φίλημα επί της παρειάς αυτής. «Υπάγωμεν Αϊμά». Αλλ' η Αϊμά ήτο λιπόθυμος, και ο Μάχτος έκλεπτε τας περιπτύξεις, έκλεπτε τας θωπείας, έκλεπτε τα φιλήματα. Φιλήματα εξ εκείνων άτινα δεν λησμονούνται, αλλά θάπτονται. Φιλήματα, ον δεν αρκεί βίος ανθρώπου ίνα εξαλείψη τα ίχνη εκ των χειλέων, αλλ' ο θάνατος μόνος αρπάζει αυτά εκ του στόματος. «Φύγωμεν, Αϊμά, επανέλαβεν ο νέος, φύγωμεν! » Και ο ήχος της λέξεως ταύτης συνέπιπτε παραδόξως με τον κρότον των φιλημάτων. Ποία γραφική δύναται να παραστήση το είδος του φιλήματος; Ποία μουσική ισχύει να μελοποιήση τον ήχον αυτού; «Φύγωμεν, Αϊμά, φύγωμεν, φιλτάτη μου Αϊμά! Αϊμά, αγαπητή μου Αϊμά! φύγωμεν! φύγωμεν!» Και η ώρα εκείνη αν ήτο στιγμή φόβου και αγωνίας, αν ήτο στιγμή συντελείας και φρίκης, αλλ' ήτο αιών ευδαιμονίας. «Φύγωμεν, Αϊμά, αγαπητή μου Αϊμά, φύγωμεν! φύγωμεν!»

Η σκηνή αύτη δεν διήρκεσεν εν τούτοις πλέον στιγμών τινων. Ο Θευδάς, όστις είχεν εξέλθει έντρομος εκ του σπηλαίου, απεμακρύνθη δέκα βήματα, και στραφείς έβλεπεν εις την θύραν. Συγχρόνως δε ήκουσε πολλαπλούν και παμμιγή κτύπον, ταρτάριον βροντήν και πάταγον, αντηχήσαντα ένδοθεν του άντρου. Ο Θευδάς, αν και είχε διακόψει πάσαν σχέσιν με τους τύπους της χριστιανικής εκκλησίας αφ' ου χρόνου είχε προσληφθή εις θεραπείαν του φιλοσόφου Πλήθωνος, έκαμε δι' αυτομάτου κινήσεως το σημείον του σταυρού επί του στήθους. Η γη έτρεμεν επί τινας στιγμάς εισέτι (διότι είχον συμβή τρεις αλλεπάλληλοι δονήσεις) και τέλος εσταμάτησεν. Αλλ' ο Θευδάς δεν ετόλμα να εισέλθη εις το άντρον, όπως ίδη τι είχε συμβή. Εφοβείτο μη επέλθη και άλλος σεισμός. Εις μάτην δε περιέμενε μέχρι της πρωίας να εξέλθωσιν εκ του άντρου η Αϊμά και ο Μάχτος. Αλλ' όμως ενόησεν ότι ήσαν νεκροί.

Τη επαύριον ευρέθησαν τα δύο πτώματα κείμενα ομού υπό το ψυχρόν μάρμαρον και σφιγκτώς ενηγκαλισμένα. Το άγαλμα της Αρτέμιδος ανατραπέν εκ βάθρων, ως εκ του επισυμβάντος σεισμού, τους είχε θρυμματίσει αμφοτέρους. Αι δύο νεαραί μορφαί εφαίνοντο βλέπουσαι προς αλλήλας, εγγύθεν αλλήλων απτόμεναι, και είχον εκπέμψει ομού τας δύο υστάτας πνοάς. Το πρόσωπον του Μάχτου έφερε πρόδηλα τα ίχνη της πρώτης και τελευταίας ευτυχίας, ην απέλαυσεν επί της γης. Το πρόσωπον της Αϊμάς εξέφραζεν οδύνην και πικρίαν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

(Όρα «Κεφάλαιον Ιδιόγραφον».)

…………………………………………… ……………………………………………

Ο Πλήθων εφιλοτιμήθη να κηδεύση μεγαλοπρεπώς τα σώματα των δύο νέων. Αλλ' όμως δεν ηυτύχησε να άση υπέρ της Αϊμάς τον ειδωλολατρικόν υμέναιον, καθώς είχεν ελπίσει. Αντί τούτου έθυσε νεκρωσίμους θυσίας και έσπεισε πενθίμους σπονδάς εις τους θεούς τους υποχθονίους.

Ο φιλόσοφος έζησεν επί πολύ έτι. Φαίνεται δε ότι κατά τας τελευταίας αυτού ημέρας είχε θεραπευθή εκ της ειδωλολατρικής φαντασίας, ήτις είχε κυριεύσει αυτού, συνειδώς ότι μετά την κατάργησιν της ελευθερίας, ουδέ λόγος ηδύνατο να γείνη περί οιασδήποτε μεταρρυθμίσεως. Αφιέρωσε δε τα έσχατα του βίου του εις το νομοθετικόν και κοινωνικόν στάδιον όπερ ηνοίγετο αυτώ εν Πελοποννήσω.

Ημέραν τινά γέρων τις πένης, ταπεινός το σχήμα, κεκυφώς, ενεφανίσθη ενώπιον αυτού (τούτο συνέβη μετ' ολίγας ημέρας από της καταστροφής, ην αρτίως διηγήθημεν) και τον ηρώτησεν αν αυτός ήτο ο φιλόσοφος Γεμιστός ή Πλήθων. Επί τη καταφατική απαντήσει του Πλατωνικού, ο γέρων τον ηρώτησεν αν είξευρε πού ευρίσκετο η Αϊμά, προσθείς·

— Είδα κ' έπαθα έως ου να μάθω πώς ονομάζεται. Αλλά φαίνεται ότι αυτό είνε το όνομά της.

— Απέθανεν, απήντησε μετ' ειλικρινούς θλίψεως ο φιλόσοφος.

— Απέθανεν! επανέλαβεν ο πτωχός γέρων κ' εγώ οπού την έσωσα….

— Την έσωσες; επανέλαβεν ο Γεμιστός.

— Βέβαια την έσωσα.

— Από τι;

— Από τον θάνατον.

— Δεν σημαίνει, αφού απέθανε.

— Και ήλπιζα να την εύρω ζωντανήν, είπεν ο γέρων. Κρίμα, κρίμα!

— Και δύναμαι να σ' ερωτήσω εις ποίαν περίστασιν την είχες σώσει; ηρώτησεν ο Πλήθων.

— Γνωρίζεις αυτό; είπεν ο γέρων.

Και τω έδειξεν αργυρούν εγκόλπιον, φέρον εγκεχαραγμένην διά κεφαλαίων την λέξιν: ΠΛΗΘΩΝ!

— Το γνωρίζω, είπεν ο φιλόσοφος, αλλά πού το ηύρες;

— Εκεί όπου είχες ρίψει την Αϊμάν, εις τον καταρράκτην.

Ο Πλήθων ανεσκίρτησε.

— Λοιπόν συ την έσωσες τότε;

— Εγώ ο ίδιος.

Ο Πλήθων συγκινηθείς έδωκε γενναίον χρηματικόν βοήθημα εις τον γέροντα Βράγγην, όστις μετά τον θάνατον του διασήμου και ημιγύμνου πολεμάρχου Γάρμπου, δεν εστρατολογείτο πλέον και εις ουδέν ηδύνατο να χρησιμεύση του λοιπού επί της γης. . .

……………………………………………………

Ο Πρωτόγυφτος έγεινε πράγματι άφαντος και ουδέν πλέον ηκούσθη περί αυτού. Όσον διά τον Βούγκον, ούτος εργαζόμενος φιλοπόνως εγηροτρόφησε την πτωχήν Γύφτισσαν, μέχρις ότου οι δύο αυτής κρεμαστοί οδόντες έπεσον, και δεν ηδύνατο πλέον να μασσήση. Τότε δε παθούσα εξ ατροφίας μετέβη εις ανεύρεσιν των δύο κοπτήρων της.

Περί του Τρέκλα λέγεται, ότι ο Χόμο, ασιτήσας εκ της σκληρότητος του κυρίου του, και εκ της συστηματικής καταφοράς του μοναστικού τάγματος (εννοούμεν τους αιλούρους, οίτινες ετρέφοντο εν τω μοναστηρίω), εβιάσθη να εκχώση προς τροφήν το πτώμα του Σκούντα μετά τινας ημέρας από του φόνου. Η περίστασις αύτη συνετέλεσεν εις την ανακάλυψιν του εγκλήματος και εις τον απαγχονισμόν του ενόχου.

Ο δε Τρανταχτής έτυχεν ισοβίου συντάξεως παρά του ταμείου της εν Ρώμη προπαγάνδας, ως προσενεγκών δήθεν εκδουλεύσεις εις τον ιερόν αγώνα του παπισμού. Τότε έπαυσεν αιφνιδίως να φοιτά εις το καπηλείον του Κατούνα, αλλ' ο οινοπώλης δεν εζημιώθη εκ τούτου. Τουναντίον εύρε καλλιτέρους πελάτας.

Περί της οπτασίας εκείνης, ήτις δις ενεφανίσθη καθ' ύπνον εις την Αϊμάν, διτταί υπάρχουσι γνώμαι. Εννοούμεν την μυστηριώδη εκείνην γυναίκα, περί ης δεν κατώρθωσεν η νέα να σχηματίση ευκρινή ιδέαν, αν ήτο όνειρον ή πραγματικότης. Ως προς τούτο και αύθις παραπέμπομεν τον αναγνώστην εις τας ιδιαιτέρας πληροφορίας, ας εδημοσιεύσαμεν ανωτέρω υπό τον τίτλον «Κεφάλαιον Ιδιόγραφον». Αν η περί της ευκλεούς καταγωγής της Αϊμάς γνώμη ήτο ορθή, (όπερ ουδόλως παραδεχόμεθα), η μυστηριώδης εκείνη γυνή ήτο η προσωποποίησις των ενδόξων παραδόσεων της καταγωγής της. Αν η γνώμη αύτη είνε εσφαλμένη,(όπερ φαίνεται πιθανώτερον),τότε το όνειρον ή η οπτασία εκείνη ανάγεται εις την χώραν του ληθαργικού παραλήρου. Όπως και αν έχη τούτο, απέχομεν να εκφράσωμεν ρητήν γνώμην, αλλ' όμως ως πιστοί αντιγραφείς δεν ηδυνάμεθα να παραλίπωμεν την περί τούτου διήγησιν, καίπερ πεποιθότες απ' αρχής ότι το παράδοξον του πράγματος ήθελε λυπήσει τους πλείστους των αναγνωστών. Γράφων τις μυθιστόρημα, ου η υπόθεσις είνε ηρανισμένη εκ των παραδόσεων του μέσου αιώνος, όσην και αν έχη προθυμίαν, δεν δύναται ν' αποφύγη πράγματά τινα, άτινα δεν δύνανται ή να φανώσιν αλλόκοτα κατά τας σήμερον επικρατούσας δοξασίας.

Αι δε αδελφαί του μοναστηρίου διέλαμψαν εν αρετή και ευσεβεία, μέχρι τέλους του βίου των. Αλλ' ότε απέθανεν η Βεάτη, ο ατυχής Χόμο δεν είχε πλέον τινά, όστις να τω ρίπτη έν κόκκαλον. Προέβλεπε δε ότι έμελλε να έχη κακά γηρατεία. Οργισθείς λοιπόν υπερέβη τα σύνορα και ηυτομόλησε προς τον Θευδάν, αρχαίον γνώριμόν του, όστις τον εγηροκόμησεν εξαιρέτως.

Όσον διά την Εφταλουτρού, αύτη εξερχομένη ημέραν τινά έκ τινος οικίας, και έχουσα τους θυλάκους πλήρεις λαφύρων, ώστε δυσκόλως εβάδιζεν εκ του βάρους, ωλίσθησε και κατεκρημνίσθη επί της κλίμακος, και συντριβείσα τας δώδεκα πλευράς παρέδωκε το πνεύμα.