WeRead Powered by ReaderPub
Στοχασμοί cover

Στοχασμοί

Chapter 1: ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΑΛΕΞ. Γ. ΜΑΡΠΟΥΤΖΟΓΛΟΥ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1915 Ο WILDE ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ TOY
Open in WeRead

About This Book

A series of essays and dialogues presents a spirited defense of art for art's sake, arguing that imagination and form are primary and that mimicry of life and moralizing criticism diminish artistic value. Through sharp aphorisms and witty exchanges the author critiques realism, redefines the critic's role, and explores the relationship between creation and perception. Literary and visual art examples illustrate claims about style, artificiality, and the artist's freedom from conventional moral constraints. The tone alternates between playful paradox and earnest aesthetic argumentation, offering concise reflections on taste, beauty, and the purpose of criticism.

The Project Gutenberg eBook of Στοχασμοί

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Στοχασμοί

Author: Oscar Wilde

Translator: Alex G. Marpoutzoglou

Release date: December 28, 2010 [eBook #34767]

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for his major work in proofreading

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΣΤΟΧΑΣΜΟΊ ***

Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for

his major work in proofreading.

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words are included in &. Words in italics have been included in _. Footnotes have been converted to endnotes. The text has been corrected for mispellings in names. Corrections are indicated at the end of the book. The text used for the corrections is the english one (PE Ebook number 887).

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Λανθασμένα ονόματα του κειμένου έχουν διορθωθεί. Οι διορθώσεις επισημαίνονται στο τέλος του βιβλίου. Το κείμενο που χρησιμοποιήθηκε για τις διορθώσεις είναι το αγγλικό (PE κωδικός 887).

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΑΛΕΞ. Γ. ΜΑΡΠΟΥΤΖΟΓΛΟΥ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1915

Ο WILDE ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ TOY

Τύποις, Αθανασίου Δεληγιάννη — Οδός Ζήνωνος αριθ. 2

Ο Oscar Fingall Ο'Flahertie Wills Wilde (1854 — 1900) ήταν υιός του διασήμου οφθαλμολόγου Sir William Wilde και της φημισμένης Ιρλανδής ποιήτριας Jane Francesca.

Εσπούδασε πρώτα στο Trinity College του Δουβλίνου, όπου εβραβεύθηκε στα ελληνικά. Ύστερ' από την αποφοίτησή του από το Magdalen College της Οξφόρδης, όπου πήρε βραβείο για το ποίημά του «Ravenna» (1878), εδημοσίευσε στο 1881 μια συλλογή ποιημάτων του, που μολονότι δείχνουν την επίδραση του Swinburne, του Shelley και του Keats και αυστηρά εκρίθηκαν απ' όλους γενικά τους κριτικούς, είχαν ωστόσο τέλεια επιτυχία. Εξέδωκε έπειτα κατά διαστήματα, ξέχωρος πια δραματικός συγγραφεύς, διάφορα θεατρικά έργα, μερικά μεγάλης αξίας, με τα οποία σαν πρόσκοπος του Bernard Shaw, κατά τη γνώμη γερμανού κριτικού, ετοίμασε το αγγλικό κοινό για τα έργα εκείνου, που και του έχει όχι μικρήν επίδρασην εξασκήσει. Φάνηκαν κατά σειράν «Η Βέρα», το σαξπηρικό «Η Δούκισσα της Πάδουας», «Η Σαλώμη», που αρχικά γραμμένη γαλλικά για τη Σάρα Μπερνάρ και μεταφρασμένη έπειτα αγγλικά από το φίλο του Wilde Alfred Douglas μονάχα μετά τον θάνατό του παίχθηκε, «Η Βαντάγια της Lady Windermere», «Μια γυναίκ' ασήμαντη», «Ένας ιδανικός σύζυγος», «Η Φλωρεντινή Τραγωδία», «Τι σημαίνει νάναι κανείς ειλικρινής», «Κοινή κωμωδία για σοβαρούς ανθρώπους», κι' άλλα. Πιο ποιητής είναι στα παραμύθια του, «Ο Ευτυχισμένος Πρίγκηπας», «Το Ραϊδόσπιτο», «Τ' Αηδόνι και το Τριαντάφυλλο», και σ' όλα εκείνα τα θαυμάσιά του «Ποιήματα σε Πρόζα». Στα σύνορα της πιο σοβαράς καλλιτεχνικής του δημιουργίας στέκονται το, καθώς λέγεται πως καυχήθηκε, σε δέκα τέσσερες μέρες γραμμένο μυθιστόρημά του «Η Εικόνα του Dorian Gray» και «Η Μπαλάντα της Φυλακής του Reading» (1897).

***

Ο Wilde ανήκει στην ομάδα των προρραφαηλιτών. Είναι και νεοκλασσικός, και νεορομαντικός, και κάποτε παρνασσιέν- φορμίστας, και κάποτε συμβολιστής μ' όλη του την αντιπάθεια προς τον συμβολισμό. Θαυμαστής θερμός των ιδικών μας κλασσικών — των αρχαίων φυσικά, — που μ' εξαιρετική λατρεία φαίνεται πως τους εμελέτησε και με ειλικρίνεια και σαν νοσταλγικά τη χαμένη τους ωραιότητα κλαίει, κι αν δεν φθάνη στο ύψος της φιλοσοφικής εννοίας τον Πλάτωνα, στη λεπτότητα του διαλόγου όμως πού και πού σαν να του παραβγαίνη. Αυτό το βλέπει όποιος ξέρει να παραβάλη το «Συμπόσιον» και τον «Φαίδρον» με τα διαλογικά μέρη της «Εικόνας του Dorian Gray», του έργου, που όσοι χυδαίοι δεν το κατάλαβαν το είπαν και ανήθικο.

Σύμφωνα με τα λόγια του Emerson: «η μεγαλοφυία δανείζετ' ευγενικά», έχει μιμηθή κι αυτός συγγραφείς σαν τον Rosseti, που εις το μέτρο της «Ευτυχισμένης Δεσποινίδος» του έγραψε τη «Μπαλάντα της φυλακής του Reading», τον Ruskin, τον Flaubert, του οποίου εμιμήθη την «Ηρωδιάδα» στη «Σαλώμη». Εκτιμούσε πολύ και τον Stendhal, τον Balzac, τον Verlaine, τον όμοιό του στην ιδιοσυγκρασία Beaudelaire, τον Villier de l'lsle Adam κι άλλους από τους δυνατούς, γάλλους προπάντων, συγγραφείς και ποιητάς.

Για να διδάξη και διαδόση τις αισθητικές αρχές του ο Απόστολος αυτός, όπως ειπώθηκε, της αισθητικής κινήσεως στην Αγγλία, ταξείδεψε ως και στην Αμερική, όπου μπροστά σε μυριάδες μορφωμένους ακροατάς έκαμε θαυμαστάς διαλέξεις, που με κάποια άλλα δοκίμιά του βγήκαν αργότερα σε βιβλίο με τον τίτλο «Essays and Lectures». Ανάμεσα σ' αυτά ξεχωρίζει μια έξοχη διάλεξή του για την τέχνη στους σπουδαστάς των Καλών Τεχνών στη Βασιλικήν Ακαδημία. Τις ιδέες του για την Τέχνη εσυνέχισε κατόπι σε διάλογους και δοκίμια, που τυπώθηκαν σε βιβλίο τιτλοφορημένο «Intensions». «Προθέσεις», κατά λέξιν, «Στοχασμοί» κατ' ουσίαν, που επιχειρούμε τη μετάφρασή του. Παρακάτω θα πούμε δυο λόγια για το περιεχόμενό του.

Αρκεί να σημειώσουμ' εδώ γενικά ότι στο έργο του αυτό κτυπά το ρεαλισμό πιο δυνατά από κάθε άλλον. Εξυμνεί τη φαντασία και την τέχνη. Κ' έζησε σχεδόν με τη φαντασία και σύμφωνα με την τέχνη εφαρμόζοντας στη ζωή του, μολονότι σαν ασυναίσθητα, τις θεωρίες του για την τέχνη. Κι αυτό το είπε σ' έν' από τα πολλά παράξεν' αποφθέγματά του, το ακόλουθο: «Να είναι κανείς όσο μπορεί πιο τεχνητός, να ποιο είναι το πρώτο χρέος στη ζωή. Όσο για το δεύτερο κανείς δεν το ξέρει». Ταυτίζει τη μορφή με την ουσία, τη θεωρεί μάλιστα κι ανώτερη. «Η τέχνη είναι συγχρόνως φόρμα και σύμβολο. Όσοι πάνε βαθειά από την επιφάνεια γυρεύοντας το σύμβολο το κάνουν για κακό δικό τους», λέει σαν καλός φορμίστας. Αγαπά τις γραμμές σαν αρχαίος έλλην ο νέος αυτός κι ασύγκριτος ωραιοπαθής. Πάντα τονίζει την καλλιτεχνική σημασία της εξωτερικεύσεως των ικανοτήτων και ορμών και κλίσεων, όποιες κι αν είναι. Αυτό θεωρεί τελειότητα και στην εξωτερίκευση αυτή, που κάνει το style, όπως λέει, δεν νομίζει κανένα νόμο και καμμιά συμβατικήν ηθική αξία να βάζουν οποιοδήποτε περιορισμό. Έτσι, λέει, τροποποιείται ο καλλιτέχνης, και μονάχα του καλλιτέχνη βέβαια επιτρέπεται η ελευθερία αυτή.

***

Στην επίσκεψή του στο Παρίσι ο Paul Bourget, ο Maurice Rollinat, ο Paul Verlaine, o Alexandre Parodi, ο Jean Moréas κι άλλοι του έκαναν, όπως διηγείται ο J. Joseph Renaud, θερμήν υποδοχή και έπλεξαν το εγκώμιό του με άρθρα τους. Κι ο τότε όμοια δοξασμένος Maurice Barrès ωργάνωσε προς τιμήν του ένα πολύκροτο συμπόσιο. Ο J. J. Renaud, που είχε το ευτύχημα να γευματίση την εποχήν εκείνη μαζί του σ' ένα συγγενικό σπίτι, στου κ. και της κ. Lloyd, να πώς σκιτσάρει τον Wilde:

«Όταν με καθυστέρηση μιας ώρας πέρασε μέσα στο σαλόνι ο Wilde, μεγαλόσωμος και αρκετά παχύς τζέντλμαν με ξυρισμένο πρόσωπο, ξεχώριζε από τον δείνα ή δείνα κατασκευαστή βιβλίων της Antenil (1) με τρόπους καλυτέρου γούστου, μια φωνή εξαιρετικά μουσική και το καθαρό γαλάζιο φως, το λίγο παιδικό, της ματιάς του. Στη μεγάλη πρασινωπή μεταξένια γραβάτα του ένας αμέθυστος έρριχνε κοιμάμενες λάμψεις. Τα γάντια του τα γκρίζα, τα λεπτά, τόσο λεπτά που να φαίνωνται σχεδόν διαφανή, σαν χυτά γύρω σε χαριτωμένα χέρια. Ένα λουλούδι, από τα ορχεοειδή κρεμόταν τσακισμένο στην μπουτονιέρα της ρεδιγκότας του. Κάθισε δίχως ν' ακούση τις συστάσεις και μ' έναν τόνο εξηντλημένο παρακάλεσε την κ. Lloyd να πη να κλείσουν τα παραθυρόφυλλα και ν' ανάψουν κεριά. Αισθανόταν πως δεν μπορούσε να υποφέρη το φως της ημέρας. Το τραπέζι χρειάστηκε να το ξεστρώσουν, γιατί τα λουλούδια τα σκόρπια πάνω στο τραπεζομάντηλο με το να ήταν μωβ θα του έφερναν δυστυχία. Κατόπιν μόλις αρχίσαμε τα ορεκτικά έγινε οριστικά ο κύριος της κουβέντας. Ποια αποτυχία! Μιλούσε με αξιώσεις, ερωτούσε και δεν περίμενε απαντήσεις ή αποτεινόταν απευθείας σε ωρισμένα πρόσωπα: «Δεν είδατε ποτέ φάντασμα;… Όχι; …Ω! μολαταύτα εσείς, Μαντάμ… ναι εσείς, Μαντάμ… τα μάτια σας δείχνουν πως σεργιάνισαν φαντάσματα…» Ο τόνος της φωνής του ο βρεττανικός θύμιζε τη Σάρα Μπερνάρ… Ύστερα διηγήθηκε όλως διόλου χαμηλόφωνα, σαν νάταν τίποτε κρυφά, ψιθυρίζοντας μυστικά τις φράσεις του, ποιητικούς κι απλοϊκούς θρύλους… για το νιο ψαρά, που κάθε βράδυ στο γυρισμό απ' τη θάλασσα επιμένει πως είδε σειρήνες… για το γλύπτη, που από το μπρούντζο &της Λύπης, παν διαρκεί για πάντα, πλάθει το άγαλμα της Ηδονής που βαστάει μια στιγμή…& Έπειτα κάποιο ζήτημα τον ωδήγησε να περιγράψη τον Λόρδο Beaconsfield, τον τυχοδιώκτη εκείνον της μεγαλοφυίας, και το σαλόνι της Λαίδης Blessington, όπου ο κατόπιν μεγάλος υπουργός, άσημος τότε εβραίος με τ' όνομα Disraeli, συναγωνίζονταν στην κομψότητα, δίχως να μένη πίσω, με τον κόμητα d'Ocsay. Ζωγράφισε, ζωντάνεψε, κορόιδεψε τους δυο δανδήδες με την ακρίβεια δοκουμέντου και τη ματιά μεγάλου ιστορικού και μ' εκείνη την απόδοση σημασίας στο γελοίον, το αίσθημα του υψηλού κωμικού, τις ξαφνικές τρυφερότητες και την τελειότητα της φράσεως μεγάλου θεατρικού συγγραφέως, που είναι και ποιητής. Λοξοδρομίες στην κουβέντα, αποφθέγματα, σκέψεις γοητευτικής ειρωνείας άνθιζαν ξαφνικά στη σειρά της θαυμαστής διηγήσεως. Για ν' ανιστορήση τις ερωτικές θλίψεις της Λαίδης Blessington υψώθηκε σιγά σιγά σ' έναν πλατύ, μεθυστικό λυρισμό· η ωραία φωνή του κελαϊδούσε, μαλάκωνε, κουδούνιζε σαν μια βιόλα στη συγκινημένη σιωπή. Έφθασε αυτός ο εγγλέζος, ο τώρα μόλις αλλόκοτος, έφθασε με την απλότητα κ' επέρασε στην εκφραστικότητα τις πιο θαυμαστές ωδές της ανθρωπότητος. Πολλοί από μας εκλάψαμε. Δεν φανταζόταν κανένας ότι του ανθρώπου η ομιλία μπορούσε να ντυθή τέτοια λαμπρότητα. Κι αυτό σ' ένα σαλόνι, δίχως σχεδόν να φαίνεται ότι αφήκε τον τόνο της κουβέντας. Το νοιώθαμε το γιατί μια μεγάλη κυρία είπε γι' αυτόν: «Όταν μιλάη, γύρω στο κεφάλι του βλέπω φωτοστέφανο».

***

Στην Αγγλία είχε από καιρό αναγορευθή από τον τύπο και το κοινό Maître της Σκηνής και του Μυθιστορήματος. Περίμεναν απ' αυτόν μιαν αληθινή φiλολογικήν αναγέννηση. Και μια καθαρά προσωπική εκτίμηση τον τριγύριζε. Η κοινωνία τον διεκδικούσε και τον διάλεξε για διαιτητήν των κομψοτήτων, γιατί συμβούλευε σχετικά με τη κομψοπρέπεια και τη διακοσμητική. Κανένας πράγματι δεν έμοιασε ποτέ πιο πολύ τον Πετρώνιο! Δούκισσες τον εσυμβουλεύονταν με σεβασμό κ' εκτίμηση για τουαλέττες, έπιπλα, διαμαντικά. Επαναλάβαιναν τους «Αφορισμούς» του, που κάτω από μια φαιδρήν όψη παρουσιάζουν σχεδόν πάντα ένα εξαίρετο φιλοσοφικόν αξίωμα.

Αγαπούσε πολύ τις παραξενιές και τις παραδοξολογίες. Θ' αναφέρουμε δυο μονάχα παραδείγματα. Μια φορά έφτιασε στον πιο φημισμένο ράφτη του Λονδίνου μια φορεσιά φτωχού, τριμμένη μ' ελαφρόπετρα και σχισμένη με τέχνη, για ένα ζητιάνο, που διακόνευε πάντα σιμά στην κατοικία του και που η άσχημη φορεσιά του τον ενοχλούσε… Κ' έγινε τόσος λόγος γι' αυτό σ' όλο το Λονδίνον. Μιαν άλλη φορά στην πρώτη παράσταση της &«Βαντάγιας της Λαίδης Windermere»& το κοινό — άνθος της αριστοκρατίας και της υψηλής μπουρζοαζίας του Λονδίνου — κάλεσε στη σκηνή δέκα φορές τους ηθοποιούς και στο τέλος ζήτησε ξεφρενιασμένα τον συγραφέα. Τον παρακάλεσαν με τρόπο. Εβγήκε επιτέλους από τα παρασκήνια μ' ένα πράσινο γαρύφαλλο στη μπουτονιέρα του φράκου του κ' ένα σιγάρο στο χέρι. Εφύσηξε μια τούφφα καπνό απ' το στόμα κ' έτσι άρχισε: «Κυρίες, Κύριοι, δεν είναι ίσως πολύ πρέπον να καπνίζω μπροστά σας, αλλά δεν είναι επίσης διόλου πρέπον να με ανησυχήτε την ώρα που καπνίζω!…» Κ' εξακολούθησε στον ίδιο τόνο. Και η αυθάδης προσφώνησις άρεσε όσο και το έργο.

***

Λίγο αργότερα ήλθε η τρομερά πτώσις. Ένας νέος ποιητής από την τάξη των ευγενών, ο Λόρδος Alfred Douglas, ήταν μέλος της παρέας εκείνης των θαυμαστών, που περιτριγυρίζουν πάντα κάθε μεγάλη προσωπικότητα. Ο πατέρας του, ο Μαρκήσιος de Queensbervy, συγγραφέας ενός σπουδαίου κώδηκος πυγμαχίας και φίλος πρωτήτερα του Wilde, τα είχε χαλάσει κατόπιν μ' αυτόν. Ο νέος Λόρδος δεν συμμερίσθηκε καθόλου το πάθος εκείνου. Ο Μαρκήσιος καταδίωκε τον συγγραφέα, όπως είχε προσβάλει πρωτήτερα, γι' άλλο γυιό του, τον Λόρδο Κ… Μια μέρα χάραξε με την διαμαντόπετρα ενός δακτυλιδιού πάνω στο γκαλί ενός των πιο μεγάλων κέντρων του Λονδίνου, του Albermarle Club, κάποια φράση προσβλητική για τον Wilde. Ο ποιητής κατήγγειλε τον υβριστή του. Ας μη λεπτολογήσουμε για τη σκοτεινή και θλιβερή δίκη, που δεν εδέχτηκε ν' αποφύγη, ενώ μπορούσε — το δικαστήριο ακόμη κι αυτό μαζί με τους φίλους του προσπάθησαν να τον πείσουν να φύγη για να σκεπαστή το σκάνδαλο — κ' ίσως έπρεπε, γιατί ο πουριτανισμός από καιρό είχε λυσσάξει εναντίον του — ούτε θέλησε ν' αποκρούση καθαρά την κατηγορία που ήταν πολύ αμφίβολη. Σταθερές αρνήσεις και ολίγη λογική θα τον είχανε σώσει βέβαια. Δεν κατηγορήθηκε για ό,τι ελέχθη ότι κατηγορήθηκε, αλλά γιατί ευρέθηκε κάποιο γράμμα του προς τον φίλο του Alfred Douglas, που δεν είχε τίποτε παρεξηγήσιμο· η ομορφιά του ύφους του όμως γέννησε δυσπιστία στους δικαστάς.

 — Αυτός ήταν ο συνειθισμένος τρόπος, που έγραφες στον Alfred
Douglas; τον ερώτησαν.

 — Συνειθισμένος; Κανένας μήτ' εγώ ο ίδιος δεν θα μπορούσα να
γράψω παρόμοια γράμματα κάθε μέρα, ήταν η απάντησή του.

— Τελοσπάντων, αυτό το γράμμα είναι αλλόκοτο.

— Μα εγώ προσπαθώ πάντα να μη γράφω παρά αλλόκοτα πράγματα!

Για κάποιο άσεμνο φυλλάδιο, που είχαν εξακριβώσει ότι συγγραφέας του δεν ήταν ο Wilde, τον ερώτησαν:

— Παραδέχεσαι λοιπόν ότι τούτο εδώ είναι ανήθικο;

— Και κάτι χειρότερο· είναι κακογραμμένο, απάντησε εκείνος.

Ήθελε να δίνη πρότυπο ύφους και ορισμό για την ηθική σε χώρα πουριτανών και ν' απαντήση ακόμα στην ερώτηση:

— Ποια γνώμη έχεις εκφράσει για τον Θεό;

— Είπα ότι ο κόσμος θα έπαιρνε γρήγορα τέλος, γιατί οι μισοί από τους ανθρώπους δεν πίστευαν πια σ' εκείνον κ' οι άλλοι μισοί δεν πίστευαν ακόμα σε μένα.

Όσοι ζήλευαν τη θέση και τη δόξα του είχαν όλοι ενωθή με τους φανατικούς καλβινιστάς εναντίον του κ' οι δικασταί, κακά διατεθειμένοι για την άρνησή του να καταπνίξη το σκάνδαλο κ' επηρεασμένοι από χίλιες δυο μυστικές υποβολές, στάθηκαν χονδρικά μεροληπτικοί και τον καταδίκασαν με το μάξιμουμ της αυστηρότητος σε φρικτά καταναγκαστικά έργα. Η δίκη αυτή έβγαλε στη μέση ανοησίες και αχαριστίες τερατώδεις. Ο Wilde έπεσε και στη θεληματική πεισματάρικη ξεχασιά των συμπατριωτών του, τα βιβλία του εκάησαν, τα θεατρικά του έργα αποκλείσθηκαν από το θέατρο, τα έπιπλά του πουλήθηκαν σε δημοπρασία και λίγο έλειψε να βάλουν και φωτιά στο σπίτι του. Πέτροβόλημα ραγδαίο έκανε στη στιγμή τρίψαλα τη βιτρίνα κάποιου χαρτοπωλείου, που είχ' εκτεθειμένο το πορτραίτο του.

Η παρισινή φιλολογία διαμαρτυρήθηκε έντονα εναντίον του αδιάλλακτα επιδιωκομένου αφανισμού ενός, τέτοιου μάλιστα, συγγραφέως και του έργου του. Ο Paul Adam, ο Octave Mirbeau, ο Henri de Regnier, ο Henri Baüer και άλλοι εδημοσίευσαν ορμητικά πλην μάταια άρθρα. Ύστερ' απλώθη η σιωπή. Στο Λονδίνον καμμιά φωνή φιλική δεν τόλμησε ν' ακουσθή. Μονάχα ο μαρκήσιος του Queensbervy έλαβε μια γροθιά από τον ένα γυιό του κι από τον άλλο, τον Alfred Douglas, την ακόλουθη «Μπαλάντα του Μίσους»:

«Στον Πατέρα μου.

»Σύντομη νάναι η ζωή του ανθρώπου που μισεί (είθε να μην έχη ποτέ σάββανο μήτε νεκροκρέββατο!) Περιμένετε και κυττάτε, κυττάτε και περιμένετε. Θα πληρώση το μισό και τόλον, τώρα ή σε λίγο, αργά ή γρήγορα (τσελίκι, μολύβι ή σκοινί κι ο διάβολος να του πάρη την ψυχή!)

»Μαύρες είναι οι νύχτες, σκοτεινοί οι δρόμοι (είθε να μην έχη ποτέ σάββανο μήτε νεκροκρέββατο!). Όμως μια μορφή ασπρισμένη απ' το φεγγάρι είναι καλό σημάδι, η παγάνα είναι παγάνα για έναν άνθρωπο, όπως για ένα τυφλοπόντικα, κ' ένας άνθρωπος ψοφάει όταν είναι πολύ αυστηρός (τσελίκι, μολύβι ή σκοινί κι ο διάβολος να του πάρη την ψυχή!).

»Δεν θα ξομολογηθή μήτε θα διαβαστή (είθε να μην έχη ποτέ σάββανο μήτε νεκροκρέββατο!) Ο νεκρικός κώδωνας δεν θ' αντηχήση! Ο άνθρωπος στον τάφο και ταγρίμι στην τρώγλη, το χώμα στο χώμα κι ο καπνός στον καπνό! (τσελίκι, μολύβι ή σκοινί κι ο διάβολος να του πάρη την ψυχή!)»

***

Μετά την αποφυλάκιση του πήγε στο Παρίσι, έπειτα στην Νεάπολη και καταστάλαξε ξανά στο Παρίσι, όπου εκθρονισμένος βασιλιάς του θεάτρου και της μόδας αποζητούσε στο πιοτό λήθη και παρηγοριά. Να πώς περιγράφει την περίοδο εκείνη της ζωής του άτυχου ποιητή ο Ernest La Jeunesse:

«Από την ημέρα που πάτησε το πόδι του το δικό μας χώμα ξακολουθούμε να είμαστε μάρτυρες μιας φρικτής τραγωδίας, της προσπάθειάς του να ξαναζήση. Ο γίγαντας αυτός, που δεν μπόρεσαν να τον καταβάλουν η άρνηση του ύπνου, της αναπαύσεως, των βιβλίων, της τροφής και του κρασιού, λιπόθυμος σχεδόν από την αδυναμία ζητάει στη θάλασσα πρώτα, στην Νεάπολη έπειτα, στο Παρίσι τέλος νέα εποχή μύθων και δραμάτων. Αποτυχαίνει. Στα σαράντα του χρόνια, μεθυσμένος ακόμα για μέλλον, δεν μπορεί τίποτε άλλο να κάμη παρά ν' απλώση χέρια αδύναμα στο παρελθόν του, να γυρέψη αποδείξεις γι' αυτό και να βυθισθή σε μια πικρή ανάμνηση. Αμερικανοί εκδότες κι αμερικανικά θέατρα του ζητούσαν καινούριο έργο· ό,τι μπόρεσε ήταν να επιτρέψη του Leonard Imydera να τυπώση το «Ένας Ιδεώδης σύζυγος», κωμωδία που είχε παιχθή προ ετών. Τα βαρειά του βλέφαρα βάραιναν απάνω σε αγαπητές οπτασίες· βάδιζε με βήματα μικρά για να θυμάται καλύτερα· αγαπούσε τη μοναξιά για να είναι περισσότερον καιρό με τον εαυτό του, όπως ήταν κάποτε ο εαυτός του. Καθετί στη μορφή του είχε τη ζαρωματιά των δακρύων…»

Υπάρχει κάποια γνώμη γερμανού κριτικού, ότι στο τέλος ο Wilde αυτοκτόνησε σε κάποιο ξενοδοχείο στα γύρω των Παρισίων. Κατά τον J. J. Renaud, μια γρίππη μολυσματική ελύτρωσε σε πέντε μέρες τον μεγάλο συγγραφέα. Προτού εκπνεύση δέχθηκε τάχα τον καθολικισμό, που με την τελετουργικήν ομορφιά του πάντα τον εσαγήνευε, όπως και το δικό μας Ροΐδη.

Ύστερ' από το θάνατό του με την έκδοση του γνωστού ως είδος πέμπτου Ευαγγελίου «De Profundis», ομολογίας μαζί και απολογίας του, και γενικά μ' ολόκληρον του έργου του την ομορφιά άρχισε η αποκατάσταση της αξίας του. Τα έργα του μεταφράσθηκαν σ' όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες κι άρχισαν να ξανατυπώνωνται και να ξαναπαίζωνται. Η Γερμανία, η Γαλλία, η Αυστρία και προπάντων η Αμερική βλέπουν και η Αγγλία θυμάται ότι ο κατάδικος του Reading ήταν υπέροχος ποιητής. Ο J. J. Renaud λέει, «ότι κ' οι πιο λαμπρές σελίδες του έργου του δεν είναι παρά χλωμές αντανακλάσεις του εαυτού του. Εξαίσιος, υπεράνθρωπος κοζέρ όπως ήταν, κανένας στενογράφος ακούοντάς τον τακτικά, καθώς ο Boswell τον Du. Johnson, θα έγραφε ένα έργο που δεν έχει παρόμοιον η ανθρωπότης. Όποιος δεν τον άκουσε δεν ξέρει σε τι ύψος μπορεί να φθάση ο Λόγος· ξεπερνούσε και τους πιο φημισμένους καλλιτέχνες του Λόγου, όσον ο Τισσιανός τις καρβουνογραφίες μικρού παιδιού απάνω στον τοίχο».

***

Τον βρίσκει κανείς κυρίως μέσα στους «Στοχασμούς», τη σειρά αυτή των διαλόγων και δοκιμίων για την Τέχνη και το Ωραίο. Το πρώτο κεφάλαιο είναι ένας ύμνος στην Τέχνη, που ο Wilde τη βάζει πιο ψηλά από τη Ζωή και τη Φύση σαν πρότυπο και δάσκαλό τους. Και πρώτιστο στοιχείο της θεωρεί την ψευτιά της φαντασίας αντίθετα προς την αλήθεια (την πεζότητα) της Ζωής και την αιώνια ταυτότητα και μονοτονία της Φύσεως. Είναι ακόμη ένα γερό ξετίναγμα του ρεαλισμού.

Στο δεύτερο διηγείται θαυμαστά την ιστορία ενός δολοφόνου αισθητικού.

Στο τρίτο, διηρεμένο σε δυο μέρη, εξυμνεί την τέχνη των Ελλήνων και αποδεικνύει ότι ο κριτικός είναι καλλιτέχνης. Εδώ είναι οι καλύτερες σελίδες, που γράφηκαν για την Κριτικήν και τους Κριτικούς και που αυτές μονάχα θ' αρκούσαν για να δοξάσουν τόνομα του Wilde.

Το τέταρτο είναι ολόκληρη αισθητική του θεάτρου.

ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΨΕΥΔΟΛΟΓΙΑΣ

ΜΙΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΙΣ

ΔΙΑΛΟΓΟΣ. — Πρόσωπα: Κύριλλος και Βίβιαν. Η Σκηνή: Η βιβλιοθήκη εξοχικού σπιτιού στο Nottinghamshire.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ (μπαίνοντας από τανοικτό παράθυρο της ταράτσας). — Αγαπητέ μου Βίβιαν, μην κλείνεσαι όλη μέρα μες στη βιβλιοθήκη. Έξω είν' ένα ερατεινό απόγευμα. Ο αέρας είν' εξαίσιος. Μια καταχνιά πάνω στα δάση όμοια με το πορφυρό χνούδι πάνω στο κορόμηλο. Πάμε να ξαπλώσουμε στο χορτάρι, να καπνίσουμε και ν' απολαύσουμε τη Φύση.

ΒΙΒΙΑΝ. — Ν' απολαύσουμε τη Φύση! Με χαρά μου σου λέω πως έχασα αυτή τη δύναμη. Μερικοί λένε πως η Τέχνη μας κάνει ν' αγαπούμε τη Φύση περισσότερο παρ' ό,τι την αγαπούσαμε πρωτήτερα, ότι μας ξεσκεπάζει το μυστικό της, κι ότι ύστερ' από μια προσεκτική μελέτη του Corot(2) και του Constable (3) βλέπομε πράγματα στη Φύση που είχαν διαφύγει την παρατήρησή μας. Η δική μου πείρα είναι ότι όσο περισσότερο σπουδάζομε την Τέχνη, τόσο λιγώτερο προσέχομε τη Φύση. Ό,τι η Τέχνη μας αποκαλύπτει αληθινά είναι η έλλειψη σχεδίου στη Φύση, οι αλλόκοτες ωμότητές της, η εξαιρετική της μονοτονία, ο απολύτως μισός χαρακτήρας της. Η Φύση έχει βέβαια καλές προθέσεις· όμως, όπως είπε ο Αριστοτέλης, δεν μπορεί να τις πραγματοποίηση. Όταν παρατηρώ κανένα τοπίο, δεν μπορώ να μην ιδώ όλες τις ελλείψεις του. Είν' ευτύχημα μολοντούτο για μας ότι η Φύση είναι τόσον ατελής, γιατί αλλοιώτικα δεν θα είχαμε διόλου Τέχνη. Η Τέχνη είναι η έξυπνη διαμαρτυρία μας και η γενναία προσπάθειά μας να βάλουμε τη φύση στη θέση της. Όσο για την άπειρη ποικιλία της φύσεως, είναι σωστό παραμύθι αυτή. Δεν βρίσκεται στη φύση, μα στη φαντασία ή την καλλιεργημένη τυφλομάρα εκείνου που τη βλέπει.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Καλά, μην κυττάζης εσύ το τοπίο, ξαπλώσου στο χορτάρι, κάπνιζε και μίλα.

ΒΙΒΙΑΝ. — Ναι, αλλά η φύση δεν είναι τόσο βολική. Το χορτάρι είναι σκληρό, υγρό, με σβώλους και γεμάτο φρικτά μαύρα έντομα. Κι ο πιο φτωχός εργάτης του Morris (4) θα μπορούσε να σου φτιάση ένα κάθισμα πολύ πιο αναπαυτικό παρ' ό,τι ολάκερη η φύση. Η φύση χλωμιάζει μπροστά στα έπιπλα «της οδού που δανείστηκε τόνομά της από την Οξφόρδη» σύμφωνα με τη φρασεολογία του ποιητού που τόσον αγαπάς. Δεν παραπονιέμαι γι' αυτό. Αν η Φύση ήταν αναπαυτική, το ανθρώπινο γένος ποτέ δεν θα είχε εφεύρει την αρχιτεκτονική, κ' εγώ προτιμώ τα σπίτια στον ανοικτόν αέρα. Στο σπίτι βλέπομε όλοι τις σωστές διαστάσεις. Καθετί είναι στην εξουσία μας κι όλα προσαρμοσμένα στη χρήση τη δική μας και για την ευχαρίστησή μας. Κι αυτός ο εγωισμός, που είναι τόσο χρήσιμος για την ορθήν αντίληψη της ανθρωπίνης αξιοπρεπείας, είναι εξ ολοκλήρου αποτέλεσμα της ζωής του σπιτιού. Έξω στην εξοχή γίνεται κανείς αφηρημένος κι απρόσωπος. Η ατομικότης του τον αφίνει ολότελα. Έπειτα η φύση είναι τόσον αδιάφορη, τόσον απροσδιόριστη. Όποτε περπατώ σ' αυτό εδώ το πάρκο, αισθάνομαι πάντα ότι δεν είμαι γι' αυτήν τίποτε παραπάνω από τα κτήνη, που βόσκουνε στην πλαγιά ή το κολλητσόχορτο, που ανθίζει στο χαντάκι. Τίποτε δεν είναι πιο φανερό παρ' ό,τι η Φύση μισεί το μυαλό. Η σκέψη είναι το ανθυγιεινότερο πράμα στον κόσμο και οι άνθρωποι πεθαίνουν απ' αυτήν απαράλλακτα καθώς από όποιαν άλλην αρρώστεια. Ευτυχώς στην Αγγλία όπως δήποτε η σκέψη δεν είναι κολλητική. Η λαμπρά μας φυσική κατάσταση ως λαού οφείλεται ολότελα στην εθνική μας ηλιθιότητα. Ελπίζω ότι για πολλά χρόνια ακόμη θα μπορέσουμε να φυλάξουμε τον μεγάλον αυτόν ιστορικόν όγκον της ευτυχίας μας· φοβούμαι μόνο πως αρχίζομε να γινόμασθε παραπολύ μορφωμένοι· τουλάχιστο κάθε ανίκανος για μάθηση βάλθηκε να διδάξη. Να, αληθινά, πού κατέληξε ο ενθουσιασμός μας για τη μόρφωση. Κ' επιτέλους πήγαινε εσύ καλύτερα στην κουραστική κι άβολή σου φύση κι άφησέ με εμένα να διορθώσω τα δοκίμιά μου.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Και γράφεις λοιπόν άρθρα! Τότε δεν είσαι πολύ συνεπής σε όσα προ ολίγου μόλις είπες.

ΒΙΒΙΑΝ. — Και ποιος είναι ανάγκη να είναι συνεπής; Οι χονδροκέφαλοι και οι δογματισταί, οι άνθρωποι οι πληκτικοί, που σπρώχνουν τις αρχές τους ίσαμε το πικρό τέλος της πράξεως, ίσαμε το reductio ad absurdum της εφαρμογής. Όχι εγώ. Καθώς ο Έμερσον, έγραψα πάνω στην πόρτα της βιβλιοθήκης μου τη λέξη «καπρίτσιο», χώρια που το άρθρο μου είναι μία σωτήρια και πολύτιμη προειδοποίηση. Αν το προσέξουν, μπορεί να φέρη νέαν αναγέννηση στην Τέχνη.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Ποιο είναι το θέμα του;

ΒΙΒΙΑΝ. — Σκέπτομαι να το τιτλοφορήσω: «Η παρακμή της
   ψευδολογίας. Μία διαμαρτυρία».

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Η ψευτιά! θαρρώ πως οι πολιτικοί μας την κράτησαν
   αυτή τη συνήθεια.

ΒΙΒΙΑΝ. — Σε βεβαιώ ότι δεν την κρατούν. Ποτέ δεν υψώνονται ψηλότερ' από το επίπεδο της κακής παραστάσεως των πραγμάτων· αρκούνται συνήθως ν' αποδείχνουν, να συζητούν, να επιχειρηματολογούν. Πόσο διαφορετικό τούτο από το χαρακτήρα του αληθινού ψεύτη με τα ειλικρινή, άφοβά του λόγια, το υπέροχό του το ανεύθυνο, τη γερή φυσική του περιφρόνηση σε κάθε λογής απόδειξη! Κ' επιτέλους τι είναι ένα όμορφο ψέμα; Απλούστατα: ότι είναι μονάχο του η δική του απόδειξη. Αν ένας άνθρωπος είναι τόσο στερεμένος από φαντασία, ώστε να μη μπορή να πλάση μιαν απόδειξη για να υποστηρίξη ένα ψέμα, καλύτερα να πη ευθύς εξ αρχής την αλήθεια. Όχι, οι πολιτικοί δεν το κάνουν αυτό. Κάτι μπορεί ίσως να λεχθή ευνοϊκό για το δικηγορικό σώμα. Ο μανδύας του σοφιστού έχει σκεπάσει τα μέλη του. Ο προσποιημένος ζήλος των και η ψεύτική τους ρητορική είναι ευχάριστα. Μπορούν να παραστήσουν το μαύρο άσπρο, τον &ήττω λόγον κρείττω&, σαν να βγήκαν φρέσκοι-φρέσκοι από τις Σχολές του Γοργίου και των άλλων Λεοντίνων σοφιστών, και φημίζονται ότι αποσπούν από δύστροπους δικαστάς θριαμβευτικές αποφάσεις αθωωτικές για τους πελάτες των, κι όταν ακόμη αυτοί, όπως συχνά συμβαίνει, είναι φανερά κι αλάθευτ' αθώοι. Όμως στενοχωρούνται από το πεζό και δεν ντρέπονται να καταφεύγουν σε προηγούμενα. Στο πείσμα όλων τους των προσπαθειών όμως η αλήθεια λάμπει. Και οι εφημερίδες ακόμα εκφυλίσθηκαν. Τώρα μπορεί καθένας να βασίζεται απολύτως σ' αυτές. Το καταλαβαίνει κανείς αυτό διατρέχοντας τις στήλες τους. Πάντα ό,τι διαβάζεται εκείνο και συμβαίνει. Φοβούμαι πως δεν έχει κανείς να πη πολλά ευνοϊκά ούτε για τους δικηγόρους ούτε για τους δημοσιογράφους. Χώρι' απ' αυτό, εκείνο που εγώ υποστηρίζω είναι η ψευτιά στην Τέχνη· θέλεις να σου διαβάσω ό,τι έγραψα; Μπορεί να σου κάνη καλό.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Μάλιστα, αφού μου δώσης πρώτα ένα τσιγάρο. Ευχαριστώ. Δεν μου λες εν παρόδω για ποιο περιοδικό το προορίζεις;

ΒΙΒΙΑΝ. — Για τη «Retrospective Review», θαρρώ πως σου τόχω πει ότι οι εκλεκτοί την ξαναΐδρυσαν.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Ποιους εννοείς «εκλεκτούς»;

ΒΙΒΙΑΝ. — Ω! τους Κουρασμένους Ηδονιστάς, φυσικά. Είναι ένα κλουμπ, στο οποίον ανήκω κ' εγώ. Λένε πως βάζουμε μαραμένα τριαντάφυλλα στην μπουτονιέρα μας, όταν ανταμώνουμε, κι ότι τελούμε κάποια λατρεία στο Δομιτιανό. Φοβούμαι πως εσύ δεν είσαι εκλέξιμος. Αγαπάς υπερβολικά τις απλές ηδονές.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Θα με καταψήφιζαν, υποθέτω, για ζωώδεις διαθέσεις.

ΒΙΒΙΑΝ. — Πιθανόν. Έπειτα είσαι λιγάκι πιο μεγάλος απ' ό,τι
   πρέπει. Δεν δεχόμαστε τους μεσόκοπους.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Καλά, μα φαντάζομαι πως αρκετά εβαρεθήκατε ο ένας
   τον άλλον.

ΒΙΒΙΑΝ. — Σωστά, αλλά αυτός είναι ένας από τους σκοπούς του κλουμπ. Τώρα, αν μου υποσχεθής ότι δεν θα με διακόπτης έτσι συχνά, θα σου διαβάσω το άρθρο μου.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ — Θα σ' ακούω όλος αυτί.

ΒΙΒΙΑΝ. — (Διαβάζει με φωνή πολύ καθαρή και μουσική).

«Η παρακμή της ψευδολογίας. Μία Διαμαρτυρία. — Ένας από τους κυριωτέρους λόγους, που μπορούν ν' αποδοθούν στο παράξενα κοινοτοπικό του μεγαλυτέρου μέρους της φιλολογίας του αιώνος μας, είναι αναμφιβόλως η παρακμή της ψευδολογίας στην Τέχνη, στην Επιστήμη και στις κοινωνικές απολαύσεις. Οι αρχαίοι ιστορικοί μας έδωκαν νόστιμη μυθολογία στη μορφή γεγονότων. Ο νεώτερος μυθιστοριογράφος μας παρουσιάζει κουτά συμβάντα κάτω από τον πέπλο παραμυθιού. H Κυανή Βίβλος γίνεται πολύ γρήγορα το ιδεώδες του για μέθοδο και ύφος. Έχει το πληκτικό του «document humain», το άθλιό του μικρό «coin de la création», όπου μέσα κάνει έρευνα με το μικροσκόπιό του. Θα τον βρήτε στην Εθνική Βιβλιοθήκη ή το Βρεττανικό Μουσείο να μελετά αναίσχυντα το θέμα του. Δεν έχει μήτε το θάρρος των ξένων ιδεών, αλλά καταφεύγει επίμονα για το καθετί απευθείας στη ζωή και στο τέλος ανάμεσα σε εγκυκλοπαίδειες και προσωπική πείρα βρίσκει το δρόμο του χαράζοντας τους τύπους του από τον οικογενειακό του κύκλο κατά το μοντέλο της εβδομαδιάτικης πλύστρας κ' έχοντας αποκτήσει ένα σωρό χρήσιμες πληροφορίες, από τις οποίες δεν μπορεί ολότελα να γλυτώση μήτε στου βαθύτερου στοχασμού τις στιγμές.

»Η ζημία, που γίνεται στη φιλολογία γενικά από το ψεύτικο αυτό ιδεώδες της εποχής μας, δύσκολα μπορεί να υπολογισθή. Οι άνθρωποι με κάποιαν αφροντισιά μιλούν για ένα «γεννημένο ψεύτη», απαράλλακτα όπως μιλούν και για ένα «γεννημένο ποιητή». Αλλά και στις δυο περιπτώσεις έχουν άδικο. Η ψευδολογία και η ποίηση είναι τέχνες — τέχνες, καθώς το παρετήρησε ο Πλάτων, όχι άσχετες η μια με την άλλη — και απαιτούν την προσεκτικώτερη μελέτη, την πιο αφιλοκερδή αφοσίωση. Και πράγματι έχουν την τεχνική τους, ακριβώς όπως οι υλιστικώτερες τέχνες, η ζωγραφική και η γλυπτική, έχουν τα λεπτά μυστικά τους της φόρμας και του χρώματος, τα πονηρά τα κρυφά τους, τις σκόπιμες καλλιτεχνικές των μεθόδους. Καθώς γνωρίζει κανείς τον ποιητή από την όμορφή του μουσική, έτσι μπορεί κανείς ν' αναγνωρίση τον ψεύτη από την πλούσια ρυθμική προφορά του και σε καμμιάν από τις δυο περιπτώσεις δεν αρκεί η τυχαία έμπνευση της στιγμής. Κ' εδώ, όπως σε άλλα πράματα, η πρακτική πρέπει να πηγαίνη μπρος από την τελειοποίηση, Όμως στις ημέρες μας, ενώ η μόδα να γράφουν ψέματα έγινε παραπολύ κοινή, η μόδα να λένε ψέματα πάει σχεδόν να δυσφημισθή τελείως. Πολλοί νέοι μπαίνουν στη ζωή με το φυσικό χάρισμα του να μεγαλοποιούν, που, αν ετρεφόταν σε ομογενές συμπαθητικό περιβάλλον ή με τη μίμηση των καλυτέρων μοντέλων, θα μπορούσε ν' αναπτυχθή σε κάτι αληθινά μεγάλο και θαυμαστό. Αλλά κατά κανόνα δεν γίνονται τίποτε. Ή πέφτουν σε αφρόντιστες συνήθειες ακριβολογίας —

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Αγαπητέ μου.

ΒΙΒΙΑΝ. — Σε παρακαλώ μη με διακόπτης στη μέση της προτάσεως. — «Ή πέφτουνε σε αφρόντιστες συνήθειες ακριβολογίας ή αρχίζουν να συχνάζουνε στις παρέες γέρων και καλά πληροφορημένων ανθρώπων. Και τα δυο είναι εξίσου καταστρεπτικά για τη φαντασία τους όπως θα ήταν καταστρεπτικά για τη φαντασία όποιου και νάναι, και σε λίγον καιρό αναπτύσσουνε μιαν ανθυγιεινή κι αρρωστιάρικη ικανότητα να λένε την αλήθεια, αρχίζουν να βεβαιώνουν καθετί που λέγεται μπροστά τους, δεν διστάζουν ν' αντιλέγουν σ' ανθρώπους πολύ νεώτερους από τον εαυτό τους και καταλήγουν συχνά να γράφουνε μυθιστορήματα τόσον όμοια με τη ζωή, που κανένας να μη μπορή να πιστεύη στην πιθανότητά τους. Και δεν είναι τούτο μία μοναδική περίπτωση. Είναι απλώς έν' ανάμεσα στα πολλά παραδείγματα· κι αν δεν μπορέση να γίνη τίποτε για να εμποδίση ή τουλάχιστο να περιορίση την τερατώδη μας λατρεία των γεγονότων, η Τέχνη θα γίνη στείρα κ' η ομορφιά θα χαθή απ' τη χώρα.

»Ακόμη και Ο κ. Robert Louis Stevenson, ο ευχάριστος εκείνος τεχνίτης αβράς και γεμάτης φαντασία πρόζας, κηλιδώθηκε μ' αυτό το νέο ελάττωμα, γιατί δεν ξέρομε θετικά τι άλλο όνομα να δώσουμε σ' αυτό. Είναι κάτι παρόμοιο σαν ν' αφαιρή κανείς από μια διήγηση την πραγματικότητά της, όταν προσπαθή να την κάνη παραπολύ αληθινή, και το &Μαύρο Τόξο& (5) είναι τόσον αντικαλλιτεχνικό, οπού να μη μπορή να καυχιέται ότι έχει κ' έναν αναχρονισμό, ενώ η μεταμόρφωση του Dr Jekyll (6) διαβάζεται επικίνδυνα σαν ένα πείραμα στη «Lancet» (7). Όσο για τον κ. Rider Haggard, που πράγματι έχει ή είχε μια φορά τις ιδιότητες που κάνουν τον τέλεια μεγαλοπρεπή ψεύτη, τώρα τόσο φοβάται μήπως τον υποψιαστούνε για μεγαλοφυή, ώστε, όταν μας λέη τίποτε θαυμαστό, αισθάνεται τον εαυτό του υποχρεωμένο να εφευρίσκη καμμιά προσωπική ανάμνηση και να την βάζη σε υποσημείωση ως είδος δειλής επιβεβαιώσεως. Ούτε οι άλλοι μας οι διηγηματογράφοι είναι πολύ καλύτεροι. Ο κ. Henry James γράφει μυθικές ιστορίες σαν να κάνη κανένα επίπονο χρέος και σπαταλά σε ταπεινά μοτίβα κι απαρατήρητες «απόψεις» το καθαρό φιλολογικό του ύφος, τις επιτυχείς του φράσεις, την πεταχτή και καυστική σάτυρά του. Ο κ. Hall Caen είναι αλήθεια ότι αποβλέπει στο μεγαλόπρεπο, αλλά γράφει στη μεγαλύτερην ένταση της φωνής του. Είναι τόσο μεγαλόφωνος, που δεν μπορεί κανείς ν' ακούση τι λέει. Ο κ. James Payn είναι μάστορας στην τέχνη του να σκεπάζη ό,τι δεν αξίζει να βρεθή. Κυνηγάει τολοφάνερο με τον ενθουσιασμό ενός κοντόφθαλμου αστυνόμου. Όσο κανείς διαβάζει τα βιβλία του και προχωρεί, τόσο η αβεβαιότης του συγγραφέως καταντά σχεδόν ανυπόφορη. Τάλογα του Φαέθωνος του κ. William Black δεν πετούν κατά τον ήλιο. Μόνο τρομάζουν το βράδυ τον ουρανό με ζωηρές χρωμολιθογραφίες. Οι χωρικοί βλέποντάς τες να σιμώνουν καταφεύγουνε στη διάλεκτό τους. Η κ. Oliphant φλυαρεί ευχάριστα για εφημέριους, παρτίδες του λων-τέννυς, νοικοκυρωσύνη κι άλλες πληκτικές ιστορίες. Ο κ. Marion Cranford προσφέρθηκε θύμα στο βωμό του τοπικού χρώματος. Είναι σαν την κυρία της γαλλικής κωμωδίας, που μιλεί εξακολουθητικά για το «beau del d' Italie». Χώρια που απόκτησε την κακή συνήθεια να λέη ηθικές σάχλες. Όλο και μας κοπανά πως το να είναι κανείς καλός είναι να είναι καλός και το να είναι κακός είναι να είναι μοχθηρός. Πού και πού καταντά σχεδόν εποικοδομητικός. Το έργο Robert Elsmere είναι βέβαια έν' αριστούργημα, αριστούργημα του ανιαρού είδους «genre ennuyeux», της μοναδικής μορφής της φιλολογίας, που φαίνεται ότι ο Αγγλικός λαός τέλεια τη γουστάρει. Κάποιος μυαλωμένος νεαρός φίλος μού έλεγε κάπου πως το έργο αυτό του υπενθύμιζε το είδος της κουβέντας που γίνεται στο τσάι σε μια σοβαρή οικογένεια &νοκομφορμιστών& (8) και μπορούμε να το πιστέψουμε.

Και πράγματι μόνο στην Αγγλία μπορούσε να βγη τέτοιο βιβλίο. Η Αγγλία είναι η πατρίδα των χαμένων ιδεών. Όσο για τη μεγάλη εκείνη σχολή των μυθιστοριογράφων, που ολοένα κι αυξάνει και που γι' αυτήν ο ήλιος βγαίνει πάντα στο East-End (8a) το μόνο πράμα που μπορεί κάνεις να πη γι' αυτούς είναι ότι βρίσκουν τη ζωή ωμή και την αφίνουν άψητη.

»Στη Γαλλία, μολονότι τίποτε τόσο σκόπιμα πληκτικό όσο το έργο Robert Elsmere δεν εφάνηκε, όμως τα πράματα δεν είναι πολύ καλύτερα. Ο κ. Guy de Maupassant με την οξεία, τσουχτερή του ειρωνεία και το τραχύ και ζωηρό ύφος του αφαιρεί από τη ζωή και τα λίγα φτωχά κουρέλια που τη σκεπάζουν ακόμα και μας δείχνει τη βρωμερή, πονούσα κ' εμπυασμένη πληγή. Γράφει σκοτεινές μικρές τραγωδίες, όπου μέσα ο καθένας γελοιοποιείται, και πικρές κωμωδίες, που δεν μπορεί κανείς να γελάση μ' αυτές από τα δάκρυα που προκαλούν. Ο κ. Zola, πιστός στην υψηλή αρχή που εκθέτει σ' έν' από τα φιλολογικά του προνουντσιαμέντα ότι «ο μεγαλοφυής άνθρωπος δεν έχει πνεύμα», είναι αποφασισμένος να δείξη ότι, αν δεν είναι μεγαλοφυής, είναι τουλάχιστον κοινός κουτός. Και πόσον τέλεια το καταφέρνει! Δεν του λείπει η δύναμη. Πού και πού, όπως στη Germinal λ.χ., υπάρχει κάτι το σχεδόν επικό στο έργο του. Αλλά το έργο του είναι στραβό απ' την αρχή ίσαμε το τέλος κι όχι από την άποψη της ηθικής, αλλά της τέχνης. Από την ηθική μεριά είναι ακριβώς ό,τι έπρεπε να ήταν. Ο συγγραφεύς είναι τελείως ειλικρινής και περιγράφει τα πράματα απαράλλακτα όπως συμβαίνουν. Τι παραπάνω μπορεί να θέλη ένας ηθικολόγος; Δεν συμπαθούμε καθόλου την ηθική αγανάκτηση της εποχής μας κατά του κ. Zola. Είναι απλούστατα η αγανάκτηση του Ταρτούφου για το ξεσκέπασμά του. Όμως από την τεχνική μεριά τι μπορεί να πη κανείς ευνοϊκό για το συγγραφέα των έργων: «L'Assommoir», «Nana» και «Pot-Bouille»; Τίποτε. Ο κ. Ruskin περιγράφει κάπου τους χαρακτήρες των μυθιστορημάτων της George Eliot σαν να είναι παρόμοιοι με τα σκουπίδια του κάρρου της Pentorrville (9), αλλά οι χαρακτήρες του κ. Zola είναι πολύ χειρότεροι. Έχουν τις φοβερές κακίες τους και τις πιο φοβερές αρετές τους. Η αφήγηση της ζωής των είναι απολύτως δίχως ενδιαφέρον. Ποιόνε νοιάζει τι γίνονται; Από τη φιλολογία απαιτούμε κάτι ξέχωρο, κάποια γοητεία, ομορφιά και δύναμη φαντασίας. Δεν γυρεύουμε να ταραχθούμε και ν' αηδιάσουμε με τα καμώματα των κατωτέρων τάξεων. Ο κ. Daudet είναι καλύτερος. Έχει πνεύμα, πινελιές ελαφρές και διασκεδαστικόν ύφος. Αλλά τώρα τελευταία αυτοκτόνησε φιλολογικώς. Κανένας βέβαια δεν μπορεί να ενδιαφέρεται για τον Delobelle με το «II faut lutter pour l'art» που συχνολέει, ούτε για τον Valmajour με την αιωνίαν επωδό του για ταηδόνι, ούτε για τον ποιητή στο «Jack» με τα «mots cruels» του τώρα που μάθαμε από το «Vingt ans de ma vie littéraire», ότι oι χαρακτήρες αυτοί είναι παρμένοι απευθείας απ' τη ζωή. Εμάς μας φαίνονται σαν να έχασαν έξαφνα κάθε τους ζωτικότητα, όλες τις λίγες αρετές που είχαν. Οι μόνοι αληθινοί άνθρωποι είναι εκείνοι που ποτέ δεν υπήρξαν, κι αν ένας μυθιστοριογράφος είναι τόσον ευτελής, ώστε να γυρεύη στη ζωή τους ήρωές του, πρέπει τουλάχιστο να καμώνεται πως είναι πλάσματά του κι όχι να καυχιέται ότι είναι αντίγραφα. Η δικαιολογία για ένα χαρακτήρα σ' ένα μυθιστόρημα είναι όχι πως οι άλλοι άνθρωποι είναι ό,τι είναι, αλλά πως ο συγγραφεύς είναι ό,τι είναι. Αλλοιώτικα το μυθιστόρημα δεν είναι έργο Τέχνης. Όσο για τον v. Paul Bourget, τον δάσκαλο του Roman psychologique, κάνει λάθος να φαντάζεται ότι οι άνδρες και οι γυναίκες της νέας ζωής μπορούν ν' αναλυθούν επ' άπειρον σε μια σειρά αναριθμήτων κεφαλαίων. Το γεγονός είναι ότι εκείνο που μας ενδιαφέρει στους ανθρώπους της καλής κοινωνίας — και ο κ. Bourget σπανίως το κουνάει από το προάστειο St. Germain, εκτός όταν έρχεται στο Λονδίνον — είναι η μάσκα, που ο καθένας τους φορεί κι όχι η πραγματικότης που κρύβεται πίσω απ' τη μάσκα. Είναι ταπεινωτική ομολογία αυτό, κι όμως όλοι μας είμαστε καμωμένοι απ' την ίδια πάστα. Στον Φάλσταφ υπάρχει κάτι απ' τον Άμλετ και στον Άμλετ κάτι του Φάλσταφ. Ο παχύς ιππότης έχει πότε-πότε μελαγχολικές διαθέσεις, όπως ο νεαρός πρίγκηπας στιγμές χονδρής ευθυμίας. Διαφέρουμε μεταξύ μας μονάχα στασήμαντα. Στη φορεσιά, στο φέρσιμο, στον τόνο της φωνής, στις θρησκευτικές δοξασίες, στο εξωτερικό, στις συνήθειες και τα παρόμοια. Όσον αναλύει κανείς τους ανθρώπους, τόσο και λείπουν οι λόγοι της αναλύσεως· αργά ή γρήγορα φθάνει κανείς στο φοβερό εκείνο παγκόσμιο πράμα που λέγεται ανθρώπινη φύση. Η αλήθεια, καθώς το ξέρει καλά όποιος εργάσθηκε ανάμεσα στους φτωχούς, η αδελφωσύνη των ανθρώπων δεν είναι απλώς ποιητικόν όνειρο, μα μια παραπολύ απογοητευτική και ταπεινωτική πραγματικότης. Κι αν ένας συγγραφεύς αναλύη επίμονα τις ανώτερες τάξεις, μπορεί ακριβώς το ίδιο να γράφη συγχρόνως και για τα κορίτσια που πουλούνε σπίρτα ή φρούτα». — Ωστόσο, αγαπητέ μου Κύριλλε, δεν θα σε κρατήσω περισσότερον καιρό επιμένοντας σ' αυτό εδώ το ζήτημα. Παραδέχομαι ότι τα νέα μυθιστορήματα έχουν πολλά καλά σημεία. Επιμένω μονάχα ότι γενικά δεν διαβάζονται.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Αυτό είναι βέβαια ένας πολύ βαρύς χαρακτηρισμός και πρέπει να σου το πω ότι φρονώ πως σε μερικές επικρίσεις σου είσαι άδικος. Μου αρέσουν εμένα το «The Deemster» και το «The Daughter of Heth» και το «Le Disciple» και το «Mr. Jsaacs»· κι όσο για το «Robert Elsmere» είμαι τέλεια, αφωσιωμένος σ' αυτό. Όχι πως το θεωρώ σοβαρό έργο. Σαν έκθεση των προβλημάτων που έχει ν' αντικρύση ο αληθινός χριστιανός είναι γελοίο κι απηρχαιωμένο. Είναι απλούστατα το έργο &Φιλολογία και Δόγμα& του Arnold, με τη φιλολογία του βγαλμένη έξω και τόσο καθυστερεί στον αιώνα μας όσον αι &Αποδείξεις& του Paley ή η μέθοδος της Βιβλικής ερμηνείας του Golento. Και τίποτε δεν θα έκαμνε μικρότερη εντύπωση από τον άτυχον ήρωα, που σοβαρά διαλαλούσε μιαν αυγή, που προ πολλού είχε χαράξει και που τόσο του ξέφευγε η αληθινή σημασία της, ώστε να προτείνη να εξακολουθήση η εργασία της παληάς εταιρείας με νέον όνομα» (10). Από το άλλο μέρος όμως περιέχει πολλές επιτυχημένες καρικατούρες κ' ένα σωρό ευχάριστες περικοπές από ξένα έργα, και η φιλοσοφία του Green σκεπάζει με τη ζαχαρόκονή της τα κάπως πικρά καταπότια των παραμυθιών του συγγραφέως. Δεν μπορώ μολαταύτα να μην εκφράσω την απορία μου γιατί δεν αναφέρατε τίποτε για τους δυο μυθιστοριογράφους, που πάντα τους διαβάζετε, τον Balzac και τον George Meredith. Ασφαλώς και οι δύο τους είναι ρεαλισταί.

ΒΙΒΙΑΝ. — Α! Ο Meredith! Ποιος μπορεί να τον χαρακτηρίση; Το ύφος του είναι χάος φωτιζόμενον από λάμψεις αστραπής. Σα συγγραφεύς καθυπόταξε το καθετί εκτός από τη γλώσσα, σαν μυθιστοριογράφος μπορεί κάθε άλλο να κάνη παρά να διηγηθή καμμιάν ιστορία — σαν καλλιτέχνης όλα τάχει, μόνο η αρμονία του λείπει. Κάποιος στον Σαίξπηρ — ο Touchstone (11) νομίζω — μιλεί για έναν άνθρωπο που σπάζει το κεφάλι του όλη την ώρα για να δείξη πνεύμα κι αυτό μου φαίνεται πως μπορούσε να χρησιμέψη για βάση στην κριτική του τρόπου της εργασίας του Meredith. Αλλά ό,τι κι αν είναι, ρεαλιστής δεν είναι. Ή καλύτερα είναι παιδί του ρεαλισμού τσακωμένο με τον πατέρα του. Ύστερ' απ' ώριμη σκέψη εδιάλεξε να γίνη ρομαντικός. Αρνήθηκε να σκύψη το γόνα στον Βάαλ, και στο τέλος, κι αν ακόμα το λεπτό πνεύμα του ανθρώπου δεν επαναστατούσε ενάντια στις θορυβώδεις βεβαιώσεις του ρεαλισμού, το ύφος του θ' αρκούσε, μοναχό του αυτό, να κρατήση σε σεβαστήν απόσταση τη ζωή. Μ' αυτό φύτεψε γύρω στον κήπο του ένα φράχτη γεμάτο αγκάθια κι ολοκόκκινον από θαυμάσια τριαντάφυλλα. Όσο για τον Balzac, αυτός ήταν ένα παραπολύ αξιοσημείωτο ταίριασμα της καλλιτεχνικής ιδιοσυγκρασίας με το επιστημονικό πνεύμα. Το τελευταίο το κληροδότησε στους μαθητές του· το πρώτο ήταν καθολοκληρίαν ιδικό του. Η διαφορά ανάμεσα του βιβλίου του Zola «l' Assommoir» και των «Ιllousions Perdues» του Balzac είναι διαφορά μεταξύ ρεαλισμού δίχως φαντασία και πραγματικότητος φανταστικής. Όλοι οι χαρακτήρες του Balzac, λέει ο Baudelaire, «είναι προικισμένοι με την ίδια ζωηρότητα που ζωντάνευε αυτόν τον ίδιο. Οι μύθοι του όλοι είναι τόσο βαθειά χρωματισμένοι, όσο τα όνειρα. Κάθε προσώπου των έργων του το μυαλό είν' ένα όπλο γεμισμένο με θέληση ίσαμε με το στόμιο. Κι αυτοί οι παραμάγειροι έχουν μεγαλοφυία. Μία συνεχής μελέτη του Balzac θα έκανε τους ζωντανούς φίλους μας να μεταβληθούν σε σκιές και τους γνωστούς μας σε σκιές σκιών. Οι χαρακτήρες του έχουν ένα είδος ζωηράς, πολύχρωμης υπάρξεως. Μας κυριεύουν και περιφρονούν το σκεπτικισμό. Μία από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της ζωής μου είναι ο θάνατος του Lucien de Rubempré. Μου είναι μια θλίψη, που ποτέ δεν μπόρεσα να λυτρωθώ απ' αυτήν τέλεια. Μου έρχεται στο νου στις στιγμές των απολαύσεών μου. Τον θυμούμαι κι όταν γελώ. Όμως ο Balzac δεν είναι περισσότερο ρεαλιστής απ' ό,τι ήταν ο Holbein. Έπλαθε τη ζωή, δεν την αντέγραφε. Παραδέχομαι μολαταύτα πως έδωσε παραπολύ μεγάλη σημασία στο νεωτεριστικό της μορφής κι ότι γι' αυτό κανένα βιβλίο του δεν μπορεί να ταχθή σαν καλλιτεχνικόν αριστούργημα στην ίδια σειρά με τη «Salambo» (12) ή τον «Esmond» (13) ή το «The Cloister and the Hearth» (14) ή τον &Υποκόμητα της Βαρκελώνης&.

ΚΥΡΙΛΛΟΣ. — Έχεις αντίρρηση λοιπόν στο νεωτεριστικό της μορφής;

ΒΙΒΙΑΝ. — Μάλιστα. Είναι το τεράστιο κόστος ενός πολύ φτωχού αποτελέσματος. Ο καθαρός νεωτερισμός στη φόρμα έχει πάντα κάτι το εκλαϊκευτικό. Δεν μπορεί να μην το έχη. Το κοινό φαντάζεται ότι, επειδή αυτό ενδιαφέρεται για τα ολόγυρά του, πρέπει και η τέχνη να ενδιαφέρεται γι' αυτά και να τα πάρη για θέμα της. Όμως απλώς το ότι ενδιαφέρεται το κοινό σ' αυτά, τα κάνει ακατάλληλα αντικείμενα Τέχνης. Τα μόνα ωραία πράγματα, καθώς το είπε κάποιος μια φορά, είναι εκείνα που δεν αφορούν σ' εμάς. Εφόσον ένα πράμα μας χρησιμεύει ή μας χρειάζεται ή οπωσδήποτε μας επιδρά προξενώντας μας πόνο ή ηδονήν ή αποτείνεται ορμητικά στη συμπάθειά μας ή είναι ζωτικό μέρος του περιβάλλοντος όπου ζούμε, είναι έξω από την καθαυτό σφαίρα της Τέχνης. Πρέπει να είμαστε πολύ ή λίγο αδιάφοροι στα θέματα της Τέχνης. Πρέπει οπωσδήποτε να μην έχουμε προτιμήσεις, προλήψεις, κανενός είδους αίσθημα μεροληπτικό. Ακριβώς γιατί η Εκάβη δεν μας είναι διόλου σχετική, οι πόνοι της είναι τόσο θαυμαστό μοτίβο για τραγωδία. Δεν ξέρω τίποτε μελαγχολικώτερο στην όλην ιστορία της φιλολογίας από το καλλιτεχνικό στάδιο του Charles Reade. Έγραψε ένα όμορφο βιβλίο, &Το Μοναστήρι και το Τζάκι&, ένα βιβλίο τόσο ανώτερο από τα «Romola» (15) όσο το «Romola» είναι ανώτερο από το «Daniel Derouda» (16), και σπατάλησε το υπόλοιπο της ζωής του σε μιαν ανόητη προσπάθεια να νεωτερίζη, να επισύρη την προσοχή του κοινού στην κατάσταση των ποινικών μας φυλακών και τη διαχείριση των ιδιωτικών μας φρενοκομείων. Ο Charles Dickens ήταν αρκετά αποθαρρυντικός και συνειδητά μάλιστα όταν προσπαθούσε να κινήση τη συμπάθειά μας προς τα θύματα της διαχειρίσεως της Δημοσίας Αρωγής. Αλλά ο Charles Reade, ένας καλλιτέχνης, ένας μελετητής, ένας άνθρωπος με αληθινόν αίσθημα του ωραίου, μαινόμενος και ουρλιάζων για τις καταχρήσεις της σύγχρονης ζωής σαν ένας κοινός λιβελλογράφος ή αισθηματίας δημοσιογράφος, είναι πράγματι ένα θέαμα για να το θρηνούν οι άγγελοι. Πίστεψέ με, αγαπητέ μου Κύριλλε, ότι ο νεωτερισμός στο θέμα είναι κάτι εντελώς και απολύτως στραβό. Τη συνειθισμένη του αιώνος φορεσιά των γκαρσονιών την πείραμε για την εσθήτα των Μουσών και ξοδεύομε τον καιρό μας στους μολυσμένους δρόμους και ταποκρουστικά προάστεια των αθλίων πόλεών μας αντί να τον περνούμε στη βουνοπλαγιά με τον Απόλλωνα. Ωρισμένως είμαστε γενεά εκφυλισμένη· επουλώσαμε τα πρωτοτόκια για ένα πινάκιο γεγονότων.