Ήταν Ιούνιος κ' έμενε σ' έν' από τα ξενοδοχεία του Covent Garden. Η κάμαρά του ήταν στο ισόγειο κ' είχε πάντα κατεβασμένα τα στόρια, από φόβο μην τον ιδούνε. Δεκατρία χρόνια πριν, όταν έκανε την κομψή του συλλογή φαϊάντζας και Μάρκου Αντωνίου, είχε πλαστογραφήσει τα ονόματα των κηδεμόνων του σ' ένα πληρεξούσιο, με το οποίο κατώρθωσε να πάρη αρκετό μέρος από τα χρήματα, που είχε κληρονομίσει από τη μητέρα του, και να κάνη το γάμο του. Ήξερε πως αυτή η πλαστογραφία είχε ανακαλυφθή κι ότι γυρνώντας στην Αγγλία έβαζε σε κίνδυνο τη ζωή του. Κι όμως εγύρισε. Πρέπει κανείς ν' απορήση γι' αυτό; Ειπώθηκε πως η γυναίκα ήταν πολύ όμορφη· κι ότι δεν τον αγαπούσε.
Κατά τύχην τον ανακάλυψαν. Μία φωνή στο δρόμο του έσυρε την προσοχή και με το καλλιτεχνικό του ενδιαφέρον για τη νεώτερη ζωή παραμέρισε για μια στιγμή το στόρι από το παράθυρο. Κάποιος απόξω φώναξε τότε: «Μπρε, τούτος είναι ο Wainewright, ο πλαστογράφος». Ήταν ο Forrester, ο ταχυδρομικός διανομεύς της Bon Street.
Στις 5 του Ιουλίου τον έφεραν στο Old Bailey. Το ακόλουθο ρεπορτάζ της δίκης δημοσιεύτηκε στους Τάιμς:
«Ενώπιον του κ. Justice Vanghan και του κ. Baron Αlderson ο Thomas Griffiths Wainewright, ηλικίας σαράντα δυο ετών, άνθρωπος καλού εξωτερικού, με μουστάκια, κατηγορήθηκε για πλαστογράφηση πληρεξουσίου για £ 2259, με σκοπό ν' απατήση τον Διοικητή και την Εταιρεία της Τραπέζης της Αγγλίας. Η Τράπεζα δήλωσε ότι δεν ήθελε να χυθή αίμα και ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε σε ισόβια εξορία».
Τον πήγαν στο Newgate, για να τον μεταφέρουν κατόπι στις αποικίες. Σε μια σελίδα ενός παληού του δοκιμίου είχε φαντασθή τον εαυτό του «φυλακισμένο στη Horsemonger Gaol με καταδίκη σε θάνατο», γιατί δεν είχε μπορέσει να νικήση τον πειρασμό να κλέψη μερικούς Μάρκους Αντωνίους απ' το Βρεττανικό Μουσείο για να συμπληρώση τη συλλογή του. Τώρα η καταδίκη γι' αυτόν, άνθρωπον μορφωμένον, ήτον είδος θανάτου. Παραπονέθηκε πικρά γι' αυτό στους φίλους του κι απόδειξε με αρκετή δόση λογικής, ότι τα χρήματα κατ' ουσίαν ήταν δικά του, αφού του τα είχε αφημένα η μητέρα του, κι ότι η πλαστογραφία είχε γίνει προ δεκατρία χρόνια, που κατά τη δική του φρασεολογία αποτελούσε μια (ελαφρυντική περίπτωση) circonstance attenuante (68). Η διαρκής ταυτότης της προσωπικότητος είναι ένα πολύ λεπτό μεταφυσικό πρόβλημα και ο Αγγλικός νόμος ασφαλώς λύει το ζήτημα πολύ πρόχειρα. Υπάρχει ωστόσο κάτι το δραματικό στο ότι αυτή η αυστηρή τιμωρία του επιβάλθηκε όχι για το χειρότερο απ' όλα τα εγκλήματά του, αν λάβουμε υπ' όψει την καταστρεπτική του επίδραση στην πρόζα της νεώτερης δημοσιογραφίας.
Όταν ήταν στη φυλακή, ο Dickens, ο Macready και ο Hablot Browne τον βρήκαν εκεί τυχαίως. Γύριζαν τις φυλακές του Λονδίνου ζητώντας καλλιτεχνικές εντυπώσεις και στο Newgate πήρε το μάτι τους ξαφνικά τον Wainewright. Τους αντίκρυσε με μια προκλητική ματιά, καθώς μας λέει ο Forster, και ο Macready «τρόμαξε μόλις αναγνώρισε εκείνον που του ήταν τόσο στενός γνώριμος σε περασμένα χρόνια και που είχε καθήσει πολλές φορές στο τραπέζι του».
Άλλοι έδειξαν μεγαλύτερη περιέργεια και το κελλί του για κάμποσον καιρό ήταν ένα είδος οκνού περιπάτου της μόδας. Πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων πήγαιναν να επισκεφθούν τον παληό φιλολογικό σύντροφό τους. Όμως δεν ήταν πια ο ευγενικός ανοικτόκαρδος James που θαύμαζε ο Charles Lamb. Φαίνεται πως είχε καταντήσει αρκετά κυνικός.
Στον πράκτορα μιας ασφαλιστικής Εταιρείας, που του είχε κάνει επίσκεψη έν' απόγεμα και νόμισε πως έπρεπε να επωφεληθή από την περίσταση αυτή, και να του υποδείξη ότι επιτέλους το έγκλημα είναι κακός υπολογισμός, αποκρίθη: «Σερ εσείς οι αστοί κάνετε τους λογαριασμούς σας κι απολαβαίνετε τις συνέπειές των. Μερικοί λογαριασμοί σας βγαίνουν σωστοί, κι άλλοι όχι. Οι δικοί μου δεν βγήκαν σωστοί, οι δικοί σας βγήκαν. Αυτή είναι η μόνη διαφορά, σερ, μεταξύ μου και του επισκέπτη μου. Αλλά, σερ, θα σας πω κάτι, που σ' αυτό πέτυχα ίσαμε το τέλος. Αποφάσισα σ' όλη μου τη ζωή να κρατήσω τη στάση ενός τζέντλμαν και πάντα την κράτησα αυτή τη στάση. Ακόμα την κρατώ. Είναι συνήθεια σ' αυτόν τον τόπο οι κάτοικοι κάθε κελλιού να το σκουπίζουν με τη σειρά του ο καθένας. Έχομ' ένα κελλί εγώ μ' έναν πληθοκτίστη κ' έναν καπνοδοχοκαθαριστή, αλλά ποτέ δε μου δίνουν τη σκούπα!» Όταν κάποιος φίλος του τον κατέκρινε για το φόνο της Helen Abercrombie, σήκωσε τους ώμους κι απάντησε: «Μάλιστα, ήταν φοβερό πράμα, μα κ' εκείν' η ευλογημένη είχε κάτι σφυρά πολύ χοντρά».
Από το Newgate τον πήγαν στις καρίνες του Portsmouth κι από κει τον έστειλαν με τη Susan στη χώρα του Van Diemen μαζί μ' άλλους τριακόσιους κατάδικους. Το ταξίδι θα του φάνηκε πολύ δυσάρεστο και σ' ένα γράμμα του σε κάποιο φίλο του παραπονέθηκε πικρά για το αίσχος· «ο σύντροφος των ποιητών και των καλλιτεχνών» να εξαναγκαστή να συντροφέψη «γουρούνια». Το κοσμητικό που κολνάει στους συντρόφους του δεν πρέπει να μας εκπλήξη. Το έγκλημα στην Αγγλία σπάνια είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας. Πάντα σχεδόν είναι συνέπεια της πείνης. Δεν ήταν πιθανώτατα κανένας απάνω στο πλοίο που να ήταν γι' αυτόν συμπαθητικός ακροατής ούτε καν ψυχολογικά ενδιαφέρουσα φύσις.
Ο έρωτάς του προς την τέχνη ωστόσο ποτέ δεν τον άφησε. Στη Hobart Town άνοιξ' έν' ατελιέ και ξανάρχισε να σκιτσάρη και να ζωγραφίζη πορτραίτα και η ομιλία και οι τρόποι του δεν φαίνονταν νάχασαν τη γοητεία τους. Ούτε παράτησε τη συνήθειά του να δηλητηριάζη κι αναφέρονται δύο περιστατικά, όπου προσπάθησε να ξεκάμη ανθρώπους, που τον είχανε βρίσει. Αλλά το χέρι του φαίνεται πως είχε χάσει τη μαστοριά του. Κ' οι δύο δοκιμές του ήταν τέλειες αποτυχίες και στα 1844 εντελώς απογοητευμένος από την κοινωνία της Τασμανίας έκανε υπόμνημα στο Διοικητή του τόπου Sir John Eardley Wilmot, παρακαλώντας τον να τον αφήση ελεύθερο. Στο υπόμνημ' αυτό λέει για τον εαυτό του, ότι «βασανίζονταν από ιδέες που ζητούσαν επίμονα εξωτερική φόρμα κ' εκτέλεση, πως εμποδίζονταν ν' αναπτύξη τις γνώσεις του και ν' ασκηθή στο ωφέλιμο ή τουλάχιστο στο διακοσμητικό λόγο. Η αίτησή του όμως απορρίφθηκε κι ο σύντροφος του Coleridge παρηγοριούνταν στους θαυμαστούς εκείνους Paradis Artificiels (69), που το μυστικό τους είναι γνωστό μονάχα στους οπιομανείς. Στα 1852 πέθανε από αποπληξία έχοντας για μόνο σύντροφό του μια γάτα που την αγαπούσε υπερβολικά.
Τα εγκλήματά του φαίνεται πως είχαν σπουδαία επίδραση στην τέχνη του. Έδωκε μια δυνατή ατομικότητα στο ύφος του, που δεν θα την είχε σίγουρα το αρχικό του έργο. Σε μια του σημείωση στο &Βίο του Dickens& ο Forster αναφέρει, ότι στα 1847 η Lady Blessington έλαβε από τον αδερφό της, Major Power, που είχε κάποια στρατιωτική θέση στη Hobart Town, μια ελαιογραφία νεαράς κόρης από το τεχνικό πινέλο εκείνου (70) και λένε πως «φρόντισε να δώση την έκφραση της ιδικής του κακίας στο πορτραίτο του όμορφου καλόκαρδου κοριτσιού». Ο Ζολάς σ' έν' από τα μυθιστορήματά του μας μιλεί για ένα νέο, που, αφού έκανε κάποιο φόνο, ρίχτηκε στην τέχνη και ζωγράφισε πρασινωπά εμπρεσσιονιστικά πορτραίτα εντελώς σεβαστών προσώπων, που όλα έχουν κάποια περίεργη ομοιότητα με το θύμα του. Η ανάπτυξη του ύφους του Wainewright μου φαίνεται πολύ πιο λεπτή ή υποβλητική. Μπορεί κανείς να φαντασθή μια γερή ατομικότητα να ξεπροβάλλη από την αμαρτία.
Αυτή η παράδοξη και γοητευτική μορφή, που θάμπωσε για λίγα χρόνια το φιλολογικό Λονδίνο κ' έκανε μια τόσο λαμπρή debut (71) στη ζωή και στα γράμματα, είναι δίχως αμφιβολία πολύ αξιοσπούδαστη. Ο κ. W. Carew Haglitt, ο τελευταίος του βιογράφος, στον οποίο χρωστώ πολλά από τα συμβάντα που αναφέρονται σ' αυτό το σημείωμα και του οποίου το μικρό βιβλίο είναι πράγματι ατίμητο στο είδος του, είναι της γνώμης ότι ο έρωτάς του στην Τέχνη και στη Φύση ήταν απλή καυχησιολογία και προσποίηση· κι άλλοι του αρνιούνται κάθε φιλολογική δύναμη. Αυτό μου φαίνεται εμένα μια επιπόλαιη ή τουλάχιστο σφαλερή ιδέα. Το ότι ένας άνθρωπος είναι φαρμακευτής, αυτό δεν είν' επιχείρημα κατά της πρόζας του. Οι οικιακές αρετές δεν είναι η αληθινή βάση της Τέχνης, μολονότι μπορεί να χρησιμέψουν εξαίρετα σε τεχνίτες δευτέρας τάξεως. Δυνατόν ο De Quincey να παραφούσκωσε το κριτικό του ταλέντο και δεν μπορώ να μην επαναλάβω ότι στα έργα που δημοσίεψε το περισσότερο μέρος είναι πολύ γνωστό, πολύ κοινό, πολύ δημοσιογραφικό, στην κακή σημασία της κακής αυτής λέξεως. Πού και πού είναι καθαρά χυδαίος στην έκφραση και πάντα του λείπει ο αυτοπεριορισμός του αληθινού καλλιτέχνη. Αλλά για μερικά από τα σφάλματά του πρέπει να ψέξουμε την εποχή οπού ζούσε· κ' επιτέλους πρόζα που την είπε ο Charles Lamb «έξοχη» δεν έχει μικρό ιστορικό ενδιαφέρον. Ότι είχε ειλικρινή έρωτα στην Τέχνη και στη Φύση μου φαίνεται βέβαιο. Δεν είναι ουσιαστικώς ασυμβίβαστα το έγκλημα κ' η διανοητική ανάπτυξη. Δεν μπορούμε να ξαναγράψουμε την ιστορία για να ικανοποιήσουμε το ηθικό αίσθημά μας.
Φυσικά είναι πολύ κοντινός στην εποχή μας, ώστε να μη μπορούμε να μορφώσουμε γι' αυτόν γνώμη καθαρά καλλιτεχνική. Είναι αδύνατο να μην αισθανώμεθα μια δυνατή προκατάληψη εναντίου ενός ανθρώπου, που μπορούσε να δηλητηριάση τον Lord Tennyson ή τον Γλάδστωνα ή τον Master of Balliol (72). Αν όμως ο άνθρωπος είχε φορέσει κοστούμι διαφορετικό ή μιλήσει γλώσσα διαφορετική από τη δική μας, αν είχε ζήσει στην αυτοκρατορική Ρώμη ή στον καιρό της Ιταλικής Αναγεννήσεως ή στην Ισπανία τον δέκατον έβδομον αιώνα ή σ' όποιαν άλλη χώρα ή εποχή εκτός από τη δική μας, θα είμαστε εντελώς ικανοί να εκτιμήσουμε δίχως προκατάληψη τη θέση και την αξία του.
Ξέρω πως είναι πολλοί ιστορικοί ή τουλάχιστο συγγραφείς πάνω σε ιστορικά θέματα, που ακόμα νομίζουν πως είναι ανάγκη να εφαρμόζουν στην ιστορία ηθικές κρίσεις και που μοιράζουν τα εγκώμια και τα ψεγάδια με τη σοβαρήν αυταρέσκεια δασκάλου που πέτυχε στη δουλειά του. Αυτό όμως είναι μια ανόητη συνήθεια, που δείχνει καθαρά πως το ένστικτο της ηθικής μπορεί να υψωθή σε τέτοιο βαθμό τελειότητος, οπού να παρουσιάζεται εκεί που δεν χρειάζεται. Κανείς με αληθινήν αίσθηση της ιστορίας δεν φαντάστηκε να κατηγορήση τον Νέρωνα ή να επιπλήξη τον Τιβέριο ή να κατακρίνη τον Καίσαρα Βοργία. Αυτά τα πρόσωπα γίνηκαν σα νευρόσπαστα θεάτρου. Μπορεί να μας γεμίζουν την ψυχή τρόμο, φρίκη ή θαυμασμό, αλλά δεν μας βλάπτουν. Δεν είναι σε άμεση με μας σχέση. Δεν έχομε να τους φοβηθούμε καθόλου, Αυτοί πέρασαν στη σφαίρα της Τέχνης και της Επιστήμης και ούτε η Τέχνη ούτε η Επιστήμη έχει να κάνη τίποτε με την ηθικήν επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία. Αυτό μπορεί να συμβή ίσως καμμιά μέρα και με το φίλο του Charles Lamb. Τώρα νομίζω ότι είναι λίγο πολύ σύγχρονος, ώστε να μπορή να τον μεταχειριστούμε μ' εκείνο το λεπτό πνεύμα της αδιάφορης περιέργειας, στο οποίο χρωστάμε τόσες γοητευτικές μελέτες για τους μεγάλους εγκληματίες της Ιταλικής Αναγεννήσεως από την πέννα του κ. John Addington Symonds, της Miss Α. Mary F. Robinson, της Miss Vernon Lee κι άλλων ξακουσμένων συγγραφέων. Ωστόσο η Τέχνη δεν τον ξέχασε. Είναι ο ήρωας του Hunted Down του Dickens, ο Varney της Lucretia του Bulwer και είναι ικανοποιητικό να σημειωθή ότι το μυθιστόρημα έκανε κάποιαν τιμή σ' έναν που ήταν τόσο γερός με το «κοντύλι, το μολυβοκόντυλο και το φαρμάκι». Να είναι κανείς υποβλητικός για το μυθιστόρημα σημαίνει πως είναι κάτι παραπάνω από μια πραγματικότητα.
Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΩΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ
ΜΕ ΛΙΓΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΝΗ ΚΑΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΕ
Ο ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΩΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ
ΔΙΑΛΟΓΟΣ. Μέρος I. Πρόσωπα: Γιλβέρτος και Ερνέστος. Σκηνή: Η βιβλιοθήκη ενός σπιτιού στο Piccadilly, που βλέπει το Green Park.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. (στο πιάνο). — Αγαπητέ μου Ερνέστε, σαν τι νάναι αυτό που σε κάνει να γελάς;
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. (σηκώνοντας ψηλά τα μάτια). — Γελώ για μια σπουδαία ιστορία, που μόλις την ετελείωσα σ' αυτόν εδώ τον τόμο των Αναμνήσεων, που βρήκα πάνω στο τραπέζι σου.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Τι βιβλίο είναι; Α! το είδα. Δεν το διάβασα όμως ακόμα. Είναι καλό;
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Να, εκεί που έπαιζες εσύ πιάνο, το ξεφύλλισα διασκεδάζοντας, αν και κατά κανόνα δεν μ' αρέσουν τα νεώτερα βιβλία αναμνήσεων. Γράφονται συνήθως από ανθρώπους που ή ξέχασαν τελείως τις αναμνήσεις των, ή δεν έκαναν τίποτε άξιον αναμνήσεως. Αυτό μολαταύτα είναι αναμφιβόλως η σωστή εξήγηση της λαϊκότητός των, γιατί το Εγγλέζικο κοινό πάντα ευχαριστιέται υπερβολικά όταν του μιλή καμμιά μετριότης.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Αλήθεια. Το κοινόν είναι θαυμαστό για την επιείκειά του. Συμπαθάει καθετί, εκτός από τη μεγαλοφυία. Μα να σου πω, εμένα μ' αρέσουν όλα τα βιβλία αναμνήσεων. Τα αγαπώ τόσο για τη φόρμα, όσο για το θέμα τους. Στη φιλολογία η απλή περιαυτολογία είναι διασκεδαστική. Αυτή είναι που μας γοητεύει μέσα σε επιστολές τόσο διαφορετικών προσώπων, όπως ο Κικέρων και ο Balzac, ο Flaubert και ο Berlioz (73), ο Μπάυρων και η Madame de Savigny. Όταν την ανταμώνουμε, — και περίεργο που πολύ σπάνια συμβαίνει αυτό —, δεν μπορούμε να μην την καλοδεχτούμε και μήτε που τη ξεχνούμεν εύκολα. Η ανθρωπότης πάντα θ' αγαπάη τον Rousseau, γιατί ξομολογήθηκε τις αμαρτίες του όχι σε κανέναν παπά, μα στον κόσμο. Κ' οι κοιμώμενες νύμφες, που ο Cellini (74) έπλασε από μπρούντζο για το κάστρο του Βασιληά Φραγκίσκου, ο πράσινος μαλαματένιος Περσεύς ακόμα, που εις την ανοικτή Loggia της Φλωρεντίας δείχνει στο φεγγάρι τον φονικόν τρόμο που πέτρωνε τη ζωή, δεν της χάρισαν μεγαλύτερην ευχαρίστηση παρ' όσην εκείν' η αυτοβιογραφία, όπου ο υπέροχος κατεργάρης της Αναγεννήσεως διηγείται την ιστορία της δόξης και της ντροπής του. Οι ιδέες, ο χαρακτήρ, τα κατορθώματα του ανθρώπου λίγο μας ενδιαφέρουν. Μπορεί να είναι σκεπτικιστής όπως ο ευγενικός Sieur de Montaigne, ή άγιος σαν το σκληρό γυιό της Μόνικας (75) όμως, όταν μας λέη τα μυστικά του, μπορεί πάντα να μαγέψη ταυτιά μας για ν' ακούνε και τα χείλη μας για να σωπάνε. Ο τρόπος της σκέψεως που ο Καρδινάλιος Newman (76) τον αντιπροσώπευσε — αν μπορή να ειπωθή τρόπος σκέψεως εκείνος που ζητεί να λύση προβλήματα διανοητικά με την άρνηση της υπεροχής του νου — δεν πρέπει, δεν είναι δυνατον, νομίζω, να ζήση. Μα ο κόσμος ποτέ δεν θα βαρεθή να παρακολουθή εκείνη την ταραγμένη ψυχή στην πρόοδό της από σκοτάδι σε σκοτάδι.
Η μοναχική εκκλησία του Littlemore, όπου «η πνοή της πρωίας είναι υγρή και οι πιστοί λίγοι», θα του είναι πάντ' αγαπητή, κι όποτε οι άνθρωποι ιδούν τη μυγδαλιά ν' ανθίζη πάνω στον τοίχο του Trinity College, θα θυμούνται τον χαριτωμένο φοιτητή, που εις του λουλουδιού τον βέβαιο γυρισμό είδε την προφητεία ότι θάμενε πάντα σιμά στην Άγια Μητέρα (77) των ημερών του, προφητεία που η Πίστη στη σοφία, ή την ανοησία της, δεν άφησε να πραγματοποιηθή. Μάλιστα, η αυτοβιογραφία είναι ακαταμάχητα ελκυστική. Ο καημένος, ο κουτός, ο φαντασμένος ο Secretary Pepys (78) με φλυαρίες άνοιξε το δρόμο του στον κύκλο των Αθανάτων και, ξέροντας πως η αδιακρισία είναι το καλύτερο μέρος της αξίας, πηγαινοέρχεται μεταξύ των (79) ντυμένος εκείνον «τον άλικο χνουδωτό μανδύα με τα χρυσά κουμπιά και το δαντελλωτό σειρίτι», που τόσο του αρέσει να μας τον περιγράφη, με την ησυχία του φλυαρώντας για ευχαρίστηση δική του, μα και για δικό μας γλέντι, σχετικά με το Ινδικό μπλε μεσοφούστανο που αγόρασε της γυναίκας του, ή «τα καλά χοιρινά μεζεδάκια» και το «νόστιμο μοσχαρίσιο φρικασέ a la française» που του άρεσαν πολύ, τις παρτίδες μπιλλιάρδου που έκανε με το Vill Joyce, «το τρέξιμό του πίσω από τις όμορφες», την απαγγελία του από τον Hamlet κάποια Κυριακή, το βιολί που έπαιζε τις καθημερινές, κι άλλα ανόητα και τιποτένια πράγματα. Ακόμα και στην καθημερινή ζωή η περιαυτολογία έχει τα θέλγητρά της. Όταν οι άνθρωποι μας μιλούν γι' άλλους είναι συνήθως λίγο κουτοί. Όταν όμως μας μιλούν για τον εαυτό τους, πάντα σχεδόν είν' ελκυστικοί· και θα ήταν τέλειοι, αν μπορούσε κανείς να τους διέκοπτε όταν άρχιζαν να γίνωνται βαρετοί, με τόσην ευκολία μ' όση κλείνει κανείς ένα βιβλίο που το βαριέται.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Είναι πολύ σπουδαίο εκείνο το αν, όπως θάλεγε ο
Touchstone. Μα πιστεύεις λοιπόν σοβαρά ότι ο καθένας θα έπρεπε
να γίνεται ο δικός του Boswell; (80) Τότε τι θα γίνονταν οι
φιλόπονοί μας θησαυρισταί Βίων και Αναμνήσεων;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Τι γίνηκαν ως τώρα; Είναι η πανούκλα του αιώνος
μας, τίποτε παραπάνω τίποτε παρακάτω. Κάθε μεγάλος άνθρωπος
έχει τώρα τους μαθητάς του και πάντα ο Ιούδας είναι κείνος που
γράφει τη βιογραφία του.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αγαπητέ μου!
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Φοβούμαι πως είν' αλήθεια αυτό που λέω. Άλλοτε συνηθίζαμε ν' αγιάζουμε τους ήρωες. Ο νεωτερισμός είναι να τους εκχυδαΐζουν. Φτηνές εκδόσεις μεγάλων βιβλίων μπορεί νάναι ευχάριστο πράγμα, μα φτηνές εκδόσεις μεγάλων ανδρών είναι τέλεια σιχαμερό.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μπορεί να σε ρωτήσω, Γιλβέρτε, ποιους εννοείς;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ω! Όλους τους δευτέρας τάξεως litterateurs (81).
Μας έχουν κάνει έφοδο ένα σωρό άνθρωποι που, όταν ο ποιητής ή ο
ζωγράφος πεθαίνη και πάη, έρχονται σπίτι με το νεκροθάφτη και
ξεχνούν πως η μόνη τους δουλειά είναι να καθήσουν βουβοί. Αλλά
δεν πρέπει να γίνη λόγος γι' αυτούς. Αυτοί είναι οι ταφογδύτες
της φιλολογίας. Η σκόνη δίνεται στον ένα και η στάχτη στον
άλλο, μα την ψυχή δεν μπορούν να την φτάσουν. Και τώρα τι
θέλεις να σου παίξω; Chopin ή Dvorak; Θέλεις να σου παίξω μια
φαντασία Dvorak; Συνθέτει παθητικά, παράξενα, χρωματισμένα
πράγματα.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Όχι· δεν θέλω μουσική τώρ' αυτή τη στιγμή. Είναι
κάτι πολύ αόριστο πράγμα. Ψες που τρώγαμε με τη βαρώνη
Bernstein, μολονότι πολύ γοητευτική γυναίκα, επέμενε να συζητή
για τη μουσική σαν να ήταν κάτι γραμμένο γερμανικά. Τώρα μ'
ό,τι κι αν μοιάζη η μουσική στη φωνή, με χαρά μου το λέω ότι
δεν μοιάζει ούτε στον ελάχιστο βαθμό τα γερμανικά. Είναι κάτι
τύποι πατριωτισμού πράγματι τέλεια εξευτελιστικοί. Όχι,
Γιλβέρτε, σε παρακαλώ μη παίζης πια. Μίλα μου ως που το λεπτό
φως της ημέρας μπη μέσα στην κάμαρα. Υπάρχει κάτι στη φωνή σου
που είναι θαυμαστό.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — (Σηκωνόμενος από το πιάνο). Δεν έχω απόψε διάθεση για κουβέντα. Αληθινά σου λέω. Τι απαίσια που χαμογελάς έτσι! Πού είναι τα σιγάρα; Α! ευχαριστώ. Τι εξαίσιοι αυτοί οι μοναδικοί νάρκισσοι! Φαίνονται σαν καμωμένοι από κεχριμπάρι και καινούριο φίλτινσι. Είναι σαν Ελληνικές αντίκες της καλυτέρας περιόδου. Ποια ιστορία στην εξομολόγηση του γεμάτου τύψεις Ακαδημαϊκού σ' έκανε να γελάσης; Πες μου την. Τώρα, που έπαιξα Chopin, νοιώθω σαν να έκλαψα για αμαρτίες που ποτέ δεν έκανα και σαν να μυρολόγησα πάνω σε τραγικές ιστορίες που δεν ήτανε δικές μου. Η μουσική πάντα μου φαίνεται πως κάνει αυτήν την εντύπωση. Πλάθει για τον καθένα κάτι περασμένα που δεν τα ήξερε ποτέ και τον εμπνέει λύπες που κρυβόταν πίσω από τα δάκρυά του. Μπορώ να φαντασθώ άνθρωπον που να πέρασε μια τελείως πεζή ζωή, που όμως ακούοντας κατά τύχην ένα παράξενο κομμάτι μουσικής ν' ανακάλυψε έξαφνα ότι η ψυχή του, δίχως αυτός να λάβη γνώση, πέρασε φοβερές δοκιμασίες, ένοιωσε τρομερές χαρές, ή άγριους ρομαντικούς έρωτες ή μεγάλες αυταπαρνήσεις. Έλα λοιπόν, πες μου την αυτήν την ιστορία. Θέλω να περάσω την ώρα μου ευχάριστα.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Ω! Δεν ξέρω και αν έχη και καμμία σημασία. Μα εγώ νομίζω πως εξηγεί θαυμάσια την αληθινή αξία της συνειθισμένης κριτικής της Τέχνης. Κάποια κυρία, φαίνεται, ρώτησε κάποτε σοβαρά τον γεμάτον τύψεις Ακαδημαϊκόν, όπως τον λες, αν η ξακουστή εικόνα του «Μια ανοιξιάτικη ήμερα στο Whiteley» ή «Περιμένοντας το τελευταίο λεωφορείο», ή κάποιο άλλο τέτοιο θέμα, ζωγραφίστηκε με το χέρι.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κ' έτσι ήταν;
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Είσαι αδιόρθωτος. Και για να μιλήσουμε σοβαρά, ποια η ωφέλεια της κριτικής της Τέχνης; Γιατί να μην αφίνεται μονάχος κ' ελεύθερος ο καλλιτέχνης να πλάθη καινούριον κόσμο, σαν θέλει κι όχι να ζωγραφίζη τον γνωστό μας κόσμο, που, φαντάζομαι, πόσο θέλαμε τον βαρεθή, αν η τέχνη με το λεπτό της εκλεκτικό πνεύμα και το αβρό της ένστικτο της διαλογής δεν τον εξάγνιζε για μας και δεν τον τελειοποιούσε προς στιγμήν; Μου φαίνεται πως η φαντασία σκορπίζει, ή θάθελε να σκορπίση, γύρω της μοναξιά και ό,τι εργάζεται καλύτερα στη σιωπή και την ερημιά. Γιατί τάχα να πρέπη ο καλλιτέχνης να ενοχλήται από τη διαπεραστική φωνή της κριτικής; Γιατί εκείνοι που δεν μπορούν να δημιουργούν ν' αναλαμβάνουν να εκτιμούνε την δημιουργικήν εργασία; Τι μπορεί να ξέρουν τούτοι για κείνη; Αν η εργασία ενός ανθρώπου εύκολα εννοείται, κάθε εξήγηση είναι περιττή…
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κι αν είναι ακατανόητη, κάθε εξήγηση είναι κακή.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Δεν είπα αυτό.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Κι όμως έπρεπε να το πης. Σήμερα τόσο λίγα μυστήρια μας έχουν μείνει, ώστε δεν θέλουμε να χωριστούμε ούτε κι από έν' απ' αυτά. Τα μέλη της Browning Society, όπως οι θεολόγοι της Broad Church Party ή οι συγγραφείς της Walter Scott Great Writers Series μου φαίνεται πως περνούν τον καιρό τους πολεμώντας να εξατμίσουν τη θεϊκότητά τους. Εκεί που θαρρούσε κανείς πως ο Browning ήταν μυστικιστής, αυτοί πάσχισαν ν' αποδείξουν ότι δεν ήταν παρά ένας μουγγός. Εκεί που κανένας φανταζόταν πως κάτι είχε να κρύψη, αυτοί αποδείξανε ότι πολύ λίγα πράγματα είχε να μας αποκαλύψη. Αλλά μιλώ τώρα μονάχα για την ασυνάρτητη εργασία του. Εν συνόλω ο άνθρωπος ήταν μεγάλος. Δεν ήταν βέβαια κανένας από τους Ολυμπίους και είχε όλες τις ατέλειες ενός Τιτάνος. Δεν έβλεπε συνολικά, και σπάνια μπορούσε να ψάλλη. Η εργασία του χάλασε με την πάλη, τη βία και τον κόπο και δεν πέρασε από το αίσθημα στη φόρμα, αλλ' από τη σκέψη στο χάος. Μολαταύτα ήταν μεγάλος. Τον είπαν penseur, και πράγματι ήταν ένας άνθρωπος που πάντα σκεπτόταν, και σκεπτόταν μεγαλόφωνα. Όμως δεν τον εγοήτευε η σκέψη, αλλά οι τρόποι σύμφωνα με τους οποίους κινείται η σκέψη. Τη μηχανή αγαπούσε, κι όχι εκείνο που φτιάν' η μηχανή. Η μέθοδος, με την οποίαν ο τρελλός φτάνει στην τρέλλα του, του ήταν τόσον αγαπητή, όσον η πιο υψηλή σοφία του σοφού. Τόσο μάλιστα ο λεπτός μηχανισμός του μυαλού τον εγοήτευε, οπού περιφρονούσε τη γλώσσα ή τη θεωρούσε σαν λειψό όργανο της εκφράσεως. Η ρίμα, εκείνος ο εξαίσιος ήχος που εις της Μούσας τον κοίλο λόφο δημιουργεί τον εαυτό του κι απαντά στην ίδια του φωνή· η ρίμα που εις τα χέρια του αληθινού καλλιτέχνη γίνεται όχι απλώς υλικό στοιχείο της ομορφιάς του μέτρου, μα και πνευματικό στοιχείο της σκέψεως και του πάθους, ξυπνώντας νέες, μπορεί, διαθέσεις ή ταράζοντας καινούρια πομπή ιδεών ή ανοίγοντας μ' απλή γλύκα κ' υποβολή φωνής καμμιά χρυσόπορτα που κι αυτή ακόμα η φαντασία του κάκου την είχε κρούσει· η ρίμα, που μπορεί του ανθρώπου τη φωνή να την μεταβάλη σε θεϊκή λαλιά· η ρίμα, η μόνη χορδή που προσθέσαμε στην Ελληνική λύρα, στα χέρια του Robert Browning γίνηκε έν' αλλόκοτο, άμορφο πράγμα, που κάπου-κάπου τον έκανε να μεταμορφώνεται στην ποίηση σαν κανένας ταπεινός κοσμικός και με τη γλώσσα φουσκώνοντας το μάγουλο ν' ανεβαίνη πολύ συχνά τον Πήγασο. Είναι στιγμές όπου μας πληγώνει με μια τερατώδη μουσική. Ναι, κι όταν μόνο σπάζοντας τις χορδές της λύρας του μπορή να βγάζη μουσική, την σπάζει και κροτούνε παράφωνα, και καμμιά φορά Αθηναϊκός τέττιξ βγάζοντας μελωδία από τρέμουλα φτερά δεν κάθεται πάνω στο φίλντισι για να κάνη την κίνηση τέλεια ή λιγώτερο τραχύ το διάλειμμα. Ωστόσο ήταν μεγάλος. Και μολονότι τη γλώσσα την μετέβαλε σε περιφρονημένο πηλό, όμως έπλασε άντρες και γυναίκες, όπου ζούνε. Είναι το πιο Σαιξπήρειο πλάσμα από τον καιρό του Σαίξπηρ. Αν ο Σαίξπηρ μπορούσε να ψάλλη με μυριάδες χείλη, ο Browning μπορούσε να τραυλίζη με χιλιάδες στόματα. Και τώρ' ακόμα τη στιγμή που μιλώ — και μιλώ όχι εναντίον του, αλλά ευνοϊκά γι' αυτόν — γλιστρά μέσα στην κάμαρα το κοπάδι των προσώπων που έπλασε. Να, εκεί σέρνεται ο Fra Lippο Lippi με το μάγουλ' ακόμ' αναμμένο από το ζεστό κάποιας κοπέλλας φιλί. Εκεί στέκει ο φοβερός Saul με ταρχοντικά ζαφείρια που λαμπυρίζουν στο σαρίκι του. Εκεί είναι ο Mildred Tresham κι ο Ισπανός καλόγερος κιτρινισμένος από μίσος και χολή και ο Blougram κι ο Ben Ezra και ο επίσκοπος του St. Praxed. Ο τζουτζές του Setebos (82) τραυλίζει στην κόγχη κι ο Sebald, ακούοντας την Pippa να περνά δίπλα, κυττάζει το άγριο πρόσωπο της Ottima και τη σιχαίνεται και σιχαίνεται τη δική του αμαρτία και τον εαυτό του. Ωχρός σαν το λευκό ατλάζι του γιλέκου του ο μελαγχολικός βασιληάς παρατηρεί με ρεμβώδη επίβουλα μάτια τον παραπολύ φιλόνομο Strafford να προχωρή προς το μοιραίο του τέλος. Κι ο Ανδρέας ανατριχιάζει ακούοντας τα κουνούπια να βουΐζουν στον κήπο και προστάζει την ίδια του γυναίκα να κατέβη κάτω. — Μάλιστα, ο Browning ήταν μεγάλος. Και σαν τι θα τον θυμάται ο κόσμος; Σαν ποιητή; Ά! όχι σαν ποιητή! Θα τον θυμούνται σαν μυθιστοριογράφο, σαν το μεγαλύτερο ίσως μυθιστοριογράφο απ' όσους είχαμε. Η αίσθησή του της δραματικής τοποθετήσεως ήταν ασύγκριτη, κι αν δεν μπορούσε να λύση τα δικά του προβλήματα, μπορούσε τουλάχιστο να προτείνη προβλήματα· και τι περισσότερο πρέπει ένας καλλιτέχνης να κάμη; Αν τον πάρουμε σαν πλάστη χαρακτήρων, έρχεται δεύτερος στη σειρά ύστερ' από το δημιουργό του Hamlet. Αν ήταν και στο λόγο δυνατός, ίσως θα κάθονταν στο πλάι του. Ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να του εγγίση την άκρη του μανδύα του είναι ο George Meredith. Ο Meredith είναι ο Browning της πρόζας. Το ίδιο είναι και ο Browning κατ' ουσίαν. Μεταχειρίστηκε την ποίηση σαν μέσο για να γράψη πρόζα.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Κάποια αλήθεια υπάρχει σ' αυτά που λες, μα δεν είναι όλ' η αλήθεια. Σε πολλά σημεία έχεις άδικο.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Είναι δύσκολο να μην είναι κανένας άδικος σ' ό,τι αγαπά. Μα ας ξαναγυρίσουμε τώρα εκεί που είχαμε καταλήξει. Τι έλεγες;
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Απλούστατα, ότι στις καλύτερες ημέρες της Τέχνης δεν υπήρχαν τεχνοκρίτες.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Μου φαίνεται πως άκουσα αυτή την παρατήρηση πρωτήτερα, Ερνέστε. Έχει όλη τη ζωτικότητα μιας πλάνης κι όλη την οχληρότητα παληού φίλου.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Είν' αλήθεια. Μάλιστα, δεν είναι ανάγκη να κουνάς το κεφάλι σου έτσι ιδιότροπα. Είναι πολύ σωστή η παρατήρηση. Στις καλύτερες ημέρες της Τέχνης δεν ήταν τεχνοκρίτες. Ο γλύπτης εσκάλιζε στον όγκο του μαρμάρου τον μεγάλο με τα κάτασπρα μέλη Ερμή, που εκοιμόταν εκεί μέσα. Οι προπλάστες κ' οι χρυσωτές εικόνων έδιναν τόνο και υφή στο άγαλμα, κι ο κόσμος, όταν το έβλεπε, το ελάτρευε κ' εβουβαίνονταν. Έχυνε τον αναλυμένο μπρούντζο στο καλούπι του άμμου και το ποτάμι του κόκκινου μετάλλου επάγωνε σε καμπύλες ευγενικές κ' έπαιρνε τον τύπο θεϊκού κορμιού. Με σμάλτο ή στιλβωμένα πετράδια έδιν' ανάβλεμμα στα δίχως δράση μάτια. Τα σαν υάκινθος (83) σγουρά μαλλιά κυμάτιζαν κάτω από τη σμίλη του. Κι όταν σε κανένα σκοτεινό ζωγραφισμένο ναό ή σε καμμιά πολύστηλη ηλιοφώτιστη στοά ο γυιός της Λητώς στήθηκε πάνω στανάβαθρό του, όσοι περνούσαν σιμά, περνώντας αβρά μέσ' από τον λαμπρότατο γύρω αιθέρα (διά λαμπροτάτου βαίνοντες αβρώς αιθέρος) (84) ένοιωθαν μια καινούργια επίδραση να πλημμυρίζη τις ζωές του και σαν όνειρο ή με το αίσθημα αλλόκοτης και ζωντανής χαράς πήγαιναν σπίτια τους ή στην καθημερινή τους εργασία ή πλανιόνταν ίσως έξω από τις πύλες της πόλεως στο νυμφοσύχναστο εκείνο λειβάδι, όπου ο νεαρός Φαίδρος έπλενε τα πόδια του, και ξαπλώνοντας απάνω στο μαλακό χορτάρι και κάτω από τα ψηλά ανεμόδαρτα πλατάνια και τανθισμένα agnus castus άρχιζαν να μελετούν το θαύμα της ομορφιάς και σώπαιναν σαν μουγγοί μ' έν' ασυνήθιστο φόβο. Εκείνη την εποχή ο καλλιτέχνης ήταν ελεύθερος. Από τη ρεμματιά έπαιρνε τον λεπτό πηλό στα δάκτυλά του και μ' ένα μικρό εργαλείο από ξύλο ή κόκκαλο το μεταμόρφωνε σε φόρμες τόσον εξαίσιες, οπού οι άνθρωποι τις έδιναν σαν αθύρματα στους νεκρούς και τα βρίσκουμε και τώρα στους σκονισμένους τάφους, απάνω στην κίτρινη βουνοπλαγιά της Τανάγρας, με τωχρό χρυσό και τη σβυνάμενη πορφύρα, που μένουν χρονοτριβώντας λίγον καιρό ακόμα στα μαλλιά, στα χείλη, στη φορεσιά. Πάνω σε τοίχο φρεσκοπλαστρωμένο και βαμμένο με λαμπερό κόκκινον άμμο ή μίγμα γάλακτος και κρόκου, ζωγράφιζε κάποια που πατούσε με κουρασμένα πόδια τους άλικους και μ' άσπρα λουλούδια αστροκέντητους ασφοδελώνες, κάποια «που εις τα ματόκλαδά της, απλώνονταν όλος ο Τρωικός πόλεμος», την Πολυξένη, τη θυγατέρα του Πριάμου, ή παράσταινε τον Οδυσσέα, τον συνετό και πολυμήχανο, δεμένο με γερά σχοινιά στο κατάρτι του πλοίου για να μπορή ν' ακούη δίχως πειρασμό το άσμα των Σειρήνων, ή περιπλανώμενον πλάι στο καθαρό ποτάμι του Αχέροντα, όπου φαντάσματα ψαριών γλυστρούσαν κάτω στη χαλικόστρωτη κοίτη, ή έδειχνε τους Πέρσες με περικεφαλαίες και περικνημίδες να κυνηγιούνται από τους Έλληνες στον Μαραθώνα, ή τις τριήρεις να κροτούν με τα χάλκινα έμβολά τους στη μικρή της Σαλαμίνας θάλασσα. Σχεδίαζε με μυτερό ασήμι και κάρβουνο πάνω στην περγαμηνή και την αργασμένη κέδρο. Και σε φίλντισι απάνω και ροδόχρωμη τερρακότα ζωγράφιζε με κερί, λυώνοντάς το πρώτα σε χυμόν από εληές και στερεώνοντάς το ύστερα με ζεσταμένο σίδερο. Το λεπτοπελεκημένο ξύλο, το μάρμαρο, το λινό κανναβόπανο γέμιζαν θαύματα, όταν το πινέλο του περνούσε χαϊδευτικά από πάνω τους· κ' η ζωή βλέποντας την ίδια της εικόνα σώπαινε, μη τολμώντας να μιλήση. Κάθε ζωή ήτανε δική του πράγματι· από τους εμπόρους που κάθονταν στην αγορά ως τον κουκουλωμένο στην κάππα του βοσκό του βουνού, από τη νύμφη την κρυμμένη ανάμεσα στις δάφνες και τον φαύνο που έπαιζε το σουραύλι καταμεσήμερα ίσαμε τον βασιληά που μέσα σε μακρουλό φορείο με πράσινα παραπετάσματα τον έφερναν δούλοι πάνω σε λαμπυρίζοντας από το λάδι ώμους και τον ανέμιζαν με ριπίδια από φτερά παγωνιού. Άντρες και γυναίκες με τη χαρά ή τη λύπη στο πρόσωπό τους περνούσαν από μπροστά του. Τους εκύτταζε και το μυστικό τους ήταν δικό του πια. Με τη φόρμα και το χρώμα εξανάπλαθε έναν κόσμο.
Όλες οι άλλες τέχνες ήταν το ίδιο δικές του. Αυτός κρατούσε τα πετράδια γύρω στο στρεφόμενο δίσκο κι ο αμέθυστος γινόταν το άλικο κλινάρι του Άδωνι και πάνω στον φλεβοχρωματισμένον αχάτη περνούσε τρεχάτη η Άρτεμις με τα λαγωνικά της. Σφυρηλατούσε το μάλαμα σε τριαντάφυλλα και τάσμιγε κατόπιν για να φκιάση περιδέραιο ή βραχιόλι. Σφυρηλατούσε το μάλαμα σε στεφάνια για του νικητή το κράνος ή σε σχήμα φοινικιάς για τη χλαμύδα της Τύρου, ή σε μάσκες για τους βασιλικούς νεκρούς. Στο πίσω του ασημένιου καθρέφτη χάραζε την Θέτιδα γεννημένη από τις Νηρηίδες ή την ερωτοκτυπημένη Φαίδρα με την τροφό της, ή την Περσεφόνη που βαργεμένη από το να θυμάται εκάρφωνε παπαρούνες στα μαλλιά της. Ο αγγειοπλάστης καθόταν στο καλύβι του και σαν λουλούδι από το σιωπηλό τροχό το αγγείο έβγαινε μέσα στα χέρια του. Στόλιζε τη βάση και τον κορμό και τις άκρες με ομοίωμα λεπτού φύλλου εληάς ή πολύκλωνον αγκαθιού ή καμπυλωτού κι αφροστεφανωμένου κύματος. Έπειτα με μαύρο ή κόκκινο χρώμα ζωγράφιζε εφήβους παλαιστάς ή δρομείς· ιππείς πάνοπλους μ' αλλόκοτες οικοσημασμένες ασπίδες και παράξενες προσωπίδες, ενώ καβαλλίκευαν από κοχυλωτό άρμα άλογα ολόρθα στα πισινά τους πόδια· τους θεούς καθισμένους σε συμπόσιο ή κάνοντας θαύματα· τους ήρωες με τους θριάμβους ή τους πόνους των. Κάποτε χάραζε με λεπτές άλικες γραμμές σε άσπρο φόντο τον αποχαυνωμένο νιόνυφο με τη νέα του γυναίκα και τον Έρωτα φτερουγίζοντα γύρω τους — έναν Έρωτα σαν έν' από τους αγγέλους του Donatello —, ένα πλασματάκι γελαστό με χρυσωμένα ή μπλε φτερά. Και στην κυρτή πλευρά έγραφε τόνομα του φίλου του. Το ΚΑΛΟΣ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ή ΚΑΛΟΣ ΧΑΡΜΙΔΗΣ μας λέει την ιστορία της εποχής του. Το ίδιο στη στεφάνη του ανοικτού κυπέλλου εσκίτσαρε το λάφι στη βοσκή του ή το λεοντάρι στην ησυχία του, όπως η φαντασία του θα το ήθελε. Από το λεπτεπίλεπτο μπουκαλάκι της μυρουδιάς χαμογελούσε η Αφροδίτη για την τουαλέττα της και μ' ολόγυμνον Μαινάδιον συντροφιά ο Διόνυσος χόρευε, με τα πόδια γυμνά και μες στο μούστο βαμμένα, γύρω στην κανάτα του κρασιού, εκεί που σαν Σάτυρος ο γέρω-Σειληνός κυλιόταν πάνω στα φουσκωμένα ασκιά ή κουνούσε κείνο το μαγικό σπαθί, που είχε στην άκρη ένα τριμμένο κώνον ελάτου και τη λαβή στεφανωμένη με μουχρό κισσό. Και κανένας δεν ερχόταν να ταράξη τον καλλιτέχνη στην εργασία του. Καμμιά ανεύθυνη φλυαρία δεν τον ανησυχούσε. Δεν βασανίζονταν με γνώμες. Δίπλα στον Ιλισσό, λέει κάπου ο Arnold, δεν ήταν κανένας Higginbotham. Κοντά στον Ιλισσό, αγαπητέ μου Γιλβέρτε, δεν γίνονταν ανόητα συνέδρια για την Τέχνη, που να κουβαλούν επαρχιωτισμό στις επαρχίες και να μαθαίνουν τις μετριότητες πώς να γαυγύζουν. Σιμά στον Ιλισσό δεν ήταν οχληρές εφημερίδες για την τέχνη, όπου μέσα να φλυαρούν μπακάληδες για ό,τι δεν νοιώθουν. Στους καλαμοφυτεμμένους όχθους της μικρής εκείνης ρεμματιάς δεν επόζαρε γελοία δημοσιογραφία που νάχη το μονοπώλιο της κριτικής καθέδρας, ενώ έπρεπε ν' απολογιέται στην έδρα του κατηγορουμένου. Οι Έλληνες δεν είχαν τεχνοκρίτες.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ερνέστε, είσαι πολύ διασκεδαστικός, αλλά οι θεωρίες σου είναι εντελώς σάπιες. Φοβούμαι πως θ' άκουες κανένα μεγαλύτερό σου, όταν κουβέντιαζε γι' αυτά. Αυτό πάντα είναι επικίνδυνο κι αν το αφήσης να εκφυλισθή σε συνήθεια, θα δης ότι είναι ολότελα καταστρεπτικό για τη διανοητική ανάπτυξη. Όσο για τη νέα δημοσιογραφία, δεν είναι δουλειά δική μου να την υπερασπισθώ. Δικαιολογεί την ύπαρξή της με τη μεγάλην αρχή του Δαρβίνου της επιβιώσεως του χυδαιοτέρου. Εμένα μ' ενδιαφέρει μονάχα η φιλολογία.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Μα ποια είναι η διαφορά δημοσιογραφίας και φιλολογίας;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Ω! η δημοσιογραφία δεν είναι για διάβασμα κ' η φιλολογία δεν διαβάζεται. Αυτό είναι όλο. Όσο για κείνο όμως που είπες ότι οι Έλληνες δεν είχαν κριτικούς της Τέχνης, αυτό σε βεβαιώ είναι μεγάλη πλάνη, θα ήταν πιο σωστό νάλεγες πως οι Έλληνες ήταν έθνος τεχνοκριτών.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Αλήθεια;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και βέβαια, έθνος τεχνοκριτών. Αλλά δεν θέλω να σου χαλάσω την ηδονικήν αναληθή εικόνα, που μου ζωγράφισες, της σχέσεως του Έλληνος καλλιτέχνη με τη διανοητικότητα της εποχής του. Δεν είναι απλώς η καθαυτό ασχολία του ιστορικού το να δίνη μίαν ακριβή περιγραφή του ό,τι δεν έχει συμβή, αλλά και το αναπαλλοτρίωτο προνόμιο κάθε ανθρώπου μυαλωμένου και μορφωμένου. Ούτε θέλω να μιλήσω σαν σοφός. Η δασκαλική συνδιάλεξη είναι είτε επιτήδευση των αμαθών είτε επάγγελμα των διανοητικά αχρήστων. Όσο για την, που λεν μεταρρυθμιστική συνομιλία, αυτή είναι απλώς η ανόητη μέθοδος, με την οποίαν οι πιο ανόητοι φιλανθρωπισταί πολεμούν αρρωστιάρικα ν' αφοπλίσουν τη δίκαιη κατακραυγή των εγκληματικών τάξεων. Όχι, άσε με να σου παίξω κάτι τι τρελλό άλικο του Dvorak. Οι ωχρές μορφές απάνω στα ταπητουργήματα των τοίχων μας χαμογελούν και τα βαριά ματόκλαδα του μπρούντζινου Ναρκίσσου μου εδιπλώθηκαν για ύπνο.
Ας μη συζητήσουμε τίποτε σοβαρά. Έχω τέλεια συνείδηση του ότι γεννηθήκαμε σ' έναν αιώνα, όπου οι κουτοί μονάχα περνούν για σοβαροί και ζω με τον τρόμο μην παρεξηγηθώ. Μη με ταπεινώνης ίσαμε το επίπεδο να σου δίνω χρήσιμες πληροφορίες. Η εκπαίδευση είναι κάτι θαυμαστό, όμως καλόν είναι να θυμόμαστε πού και πού ότι τίποτε που αξίζει τη γνώση δεν μπορεί να διδαχθή. Από τις μισοανοιγμένες κουρτίνες του παραθυριού βλέπω το φεγγάρι σαν ένα κομμένο κομμάτι ασήμι. Σαν χρυσωμένα μελίσσια σωρεύονται γύρω του ταστέρια. Ο ουρανός είν' ένας σκληρός κοίλος σάπφειρος. Πάμ' έξω στη νυχτιά. Η σκέψη είναι κάτι θαυμάσιο, όμως η περιπέτεια είναι κάτι πιο θαυμάσιο. Ποιος ξέρει αν δεν μπορή να συναντήσωμε τον Prince Florizel της Βοημίας και ν' ακούσωμε την όμορφη της Κούβας να μας πη πως δεν είναι ό,τι φαίνεται πως είναι; (85)
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Είσαι φοβερά απολυταρχικός. Επιμένω να συζητήσουμε το ζήτημα. Είπες πως οι Έλληνες ήταν έθνος από τεχνοκρίτες. Τι κριτική της Τέχνης μας άφησαν;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Αγαπητέ μου Ερνέστε, κι αν κ' ένα κομμάτι ακόμα κριτικής της Τέχνης δεν διασώζονταν ίσαμ' εμάς από την εποχή των Ελλήνων ή των Ελληνιστών, πάλι θα ήταν όχι λιγώτερον αληθινό πως οι Έλληνες ήταν έθνος τεχνοκριτών κι ότι αυτοί εφεύραν την κριτική της Τέχνης, όπως εφεύραν την κριτική κάθε άλλου πράγματος. Γιατί, — ποιο επιτέλους είναι το πρώτο μας χρέος στους Έλληνες; Απλούστατα το κριτικό πνεύμα. Κι αυτό το πνεύμα, που το εξασκήσαν σε ζητήματα θρησκευτικά κ' επιστημονικά, ηθικής και μεταφυσικής, πολιτικής και αγωγής, το εξασκήσαν το ίδιο και σε ζητήματα Τέχνης· και πράγματι, των δύο πιο υψηλών και υπερόχων Τεχνών μας άφησαν το πιο στερεό σύστημα κριτικής που είδε ο κόσμος.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Και ποιες είναι οι δυο υπέροχες και πιο υψηλές
Τέχνες;
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Η Ζωή και η Φιλολογία, η ζωή και η τέλεια έκφραση της ζωής. Τις αρχές της πρώτης, όπως τις παραδεχτήκαν οι Έλληνες, δεν μπορεί σχεδόν να τις εκτιμήσουμε σ' έναν αιώνα χαλασμένον από ψεύτικα ιδανικά, όπως είναι τα δικά μας. Οι αρχές της τελευταίας, όπως τις παραδεχτήκαν εκείνοι, είναι τόσο λεπτές καμμιά φορά, που δύσκολα τις νοιώθουμ' εμείς. Αναγνωρίζοντας ότι η πιο τέλεια Τέχνη είν' εκείνη που πιο τέλεια καθρεφτίζει τον άνθρωπο σ' όλες τις άπειρες ποικιλίες του, μαστόρεψαν την κριτική της γλώσσας, μελετημένη στο φως του απλού υλικού εκείνης της Τέχνης, σε τέτοιο βαθμό, που εμείς με το τονικό σύστημά μας της λογικής ή αισθηματικής εμφάσεως πολύ δύσκολα μπορούμε να την φτάσουμε. Μελέτησαν λ. χ. τη μετρική κίνησι της πρόζας τόσον επιστημονικά, όσον επιστημονικά ένας νεώτερος μουσικός μελετά, την αρμονία και τη μελοποιία και, περιττό να το προσθέσω, με πιο λεπτό αισθητικό ένστικτο. Σ' αυτό είχαν δίκηο, όπως σ' όλα είχανε δίκηο. Από την εφεύρεση της τυπογραφίας κ' εδώ και την καταστρεπτική γέννηση του διαβάσματος στης μεσαίες και κατώτερες τάξεις στη χώρα τούτη, μια τάση αναπτύχθηκε στη φιλολογία ν' αποτείνεται όσον πάει και πιώτερο στο μάτι και λιγώτερο πάντα στ' αυτί, που είναι η αίσθηση, την οποίαν από της απόψεως της καθαράς τέχνης έπρεπε να ζητά να ευχαριστή και στους κανόνας της ικανοποιήσεώς της να μένη πιστή. Ακόμα και το έργο του κ. Pater, του καλύτερου γενικά τεχνίτη της Αγγλικής πρόζας που σήμερα πλάθεται γύρω μας, μοιάζει συχνά πιο πολύ κομμάτι μωσαϊκού παρά μουσικού και φαίνεται εδώ κ' εκεί πως του λείπει η αληθινή ρυθμική ζωή των λέξεων, και η ωραία λευτεριά και ο πλούτος της εντυπώσεως, που η τέτοια ρυθμική ζωή κάνει. Εμείς πράγματι τη γραφή την κάναμε έναν ωρισμένον τύπο εκθέσεως και την πήραμε για μια φόρμα δουλεμένου σχεδίου. Οι Έλληνες από το άλλο μέρος τη γραφή την θεωρούσαν απλώς σαν έναν τρόπο χρονογραφίας. Τη δοκιμή την έκαναν πάντα με τον προφορικό λόγο στις μουσικές και μετρικές σχέσεις του. Η φωνή ήταν το μέσον και ταυτί ο κριτικός. Μου έρχεται καμμιά φορά στο νου η σκέψη πως η τύφλωση του Ομήρου μπορεί νάναι πράγματι καλλιτεχνικός μύθος, πλασμένος σε ημέρες που είχε πέραση η κριτική, και χρησιμεύοντας για να μας θυμίζη όχι απλώς ότι ο μεγάλος ποιητής είναι πάντα ένας προφήτης που βλέπει πιο πολύ με τα μάτια της ψυχής παρά του σώματος, αλλά κι ότι είν' ένας αληθινός ψάλτης, που πλάθει το άσμα του από μουσική, επαναλαβαίνοντας κάθε στίχο πολλές φορές μονάχος στον εαυτό του ώσπου να βρη το μυστικό της μελωδίας του, ψάλλοντας κρυφά τα λόγια που είναι φτερωμένα με φως. Κι αν αυτό είν' έτσι ή αλλοιώς, ασφαλώς όμως στην τύφλωσή του ως αφορμή, αν όχι ως αιτία, χρωστάει ο μεγάλος Άγγλος ποιητής το μεγαλόπρεπο περπάτημα και το φωνητικό μεγαλείο των τελευταίων του στίχων. Όταν ο Μίλτων δεν μπορούσε πια να γράφη, άρχισε να ψάλλη. Ποιος θα σύγκρινε το μέτρο του έργου του C o m u s με τα μέτρα των έργων του S a m s o n A g o n i s t e s, Paradise Lost ή Paradise Regained; Όταν ο Μίλτων τυφλώθηκε, εσύνθετε τα ποιήματά του, όπως και κάθε άλλος έπρεπε να κάνη, με τη φωνή μονάχα κ' έτσι ο αυλός ή το καλάμι της παληάς εποχής έγινε κείνο το όργανο με τις πολλές στάσεις, που η πλούσια ηχηρά μουσική του έχει όλη τη μεγαλοπρέπεια του Ομηρικού στίχου, αν όχι τη γληγοράδα του, και είναι η μια άφθαρτη κληρονομιά της Αγγλικής φιλολογίας που κυριαρχεί σ' όλους τους αιώνες, γιατί τους ξεπερνάει και μένει πάντα μαζί μας, γιατ' είναι αθάνατη στη μορφή. Μάλιστα, το γράψιμο έβλαψε πολύ τους συγγραφείς. Πρέπει να ξαναγυρίσουμε στη φωνή. Αυτή πρέπει νάναι ο γνώμονάς μας, κ' ίσως τότε θα μπορέσουμε να εκτιμήσουμε κάποιες από τις λεπτότητες της κριτικής της Τέχνης των Ελλήνων.
Σήμερα, όπως είναι τα πράγματα, δεν μπορούμε να το κάνουμε. Κάποτε όταν έγραψα ένα κομμάτι πρόζας, που ήμουν αρκετά μετριόφρων ώστε να το θεωρήσω απολύτως απαλλαγμένο από λάθος, μια τρομερή σκέψη μου πέρασε από το μυαλό, πως μπορούσε να ήμουνα ένοχος της ανήθικης θηλυπρεπείας να μεταχειρίζωμαι τροχαϊκά και τρισβραχέα μέτρα, εγκλήματος, για το οποίον ένας σοφός κριτικός της εποχής του Αυγούστου ελέχχει με παραπολύ δίκαιη αυστηρότητα τον λαμπρόν αν και κάπως παράξενον Ηγεσίαν. Με πιάνει ρίγος ακόμα όταν το σκέπτωμαι, κι απορώ αν το θαυμάσιο ηθικό αποτέλεσμα της πρόζας εκείνου του μάγου συγγραφέως, που κάποτε με πνεύμα αφρόντιστης γενναιοδωρίας προς την αμόρφωτη τάξη της κοινωνίας μας εκήρυξε ότι η διαγωγή είναι τα τρία τέταρτα της ζωής, δεν θα εκμηδενισθή ολότελα από την ανακάλυψη ότι οι paeons δεν είναι καλά βαλμένοι.
ΕΡΝΕΣΤΟΣ. — Α! τώρα καταντάς πια φλύαρος.
ΓΙΛΒΕΡΤΟΣ. — Και ποιος δεν θα γινόταν τέτοιος, όταν του λέγαν πως οι Έλληνες δεν είχαν τεχνοκρίτες; Μπορώ να το καταλάβω επί τέλους όταν μου ειπούνε πως η δημιουργική ιδιοφυία των Ελλήνων εχάθηκε μέσα στην κριτική, όχι όμως πως η φυλή που της χρωστούμε το κριτικό πνεύμα δεν έκανε κριτική. Μη μου ζητάς να σου δώσω τον απολογισμό της Κριτικής της Τέχνης των Ελλήνων από τον Πλάτωνα ως τον Πλωτίνον. Η νύκτα είναι τόσον ερατεινή, ώστε να μη μπορή να γίνη αυτό, και το φεγγάρι, αν μας άκουε, θάβαζε περισσότερη στάχτη στα μούτρα του, παρ' όσην έχει τώρα. Όμως θυμήσου μοναχά ένα τέλειο μικρό έργο αισθητικής κριτικής, την Ποιητική του Αριστοτέλη. Δεν είναι τέλειο στη μορφή, γιατί δεν είναι καλογραμμμένο, καμωμένο ίσως από σκόρπιες σημειώσεις για καμμιά τεχνική διάλεξη ή ξέχωρες περικοπές προωρισμένες για κανένα μεγαλύτερο έργο, μα απολύτως τέλειο ως προς την ουσία και την εξέταση του θέματος. Η ηθική επίδραση της Τέχνης, η σπουδαιότης της για τη μόρφωση και η θέση της στη διάπλαση του χαρακτήρος αναπτύχθηκε μια για πάντα από τον Πλάτωνα. Εδώ η Τέχνη εξετάζεται όχι από την ηθική της άποψη, μα από την καθαρά αισθητική της όψη. Ο Πλάτων βέβαια πραγματεύθηκε πολλά τελείως καλλιτεχνικά θέματα, όπως η σημασία της ενότητος σ' ένα έργο Τέχνης, η ανάγκη του τόνου και της αρμονίας, η αισθητική αξία των φαινομένων, η σχέση των ορατών τεχνών με τον εξωτερικόν κόσμο και του μύθου με την πραγματικότητα. Πρώτος ίσως αυτός ξύπνησε στην ψυχή των ανθρώπων την ανεκπλήρωτη ακόμη επιθυμία να γνωρίσουμε τη συνάφεια της Ομορφιάς προς την Αλήθεια και τη θέση του Ωραίου στην ηθική και διανοητική τάξη του Κόσμου. Τα προβλήματα του ιδεαλισμού και του ρεαλισμού, όπως τα εκθέτει, μπορεί να φαίνωνται στους πολλούς δίχως καμμιά συνέπεια στη μεταφυσική σφαίρα της αφηρημένης οντότητος όπου τα τοποθετεί, αλλά μετατόπισέ τα στη σφαίρα της Τέχνης και θα δης πώς πάλι είναι ζωντανά κ' έχουν τη σημασία τους. Μπορεί μάλιστα σαν κριτικός του Ωραίου νάναι προωρισμένος ο Πλάτων να ζη αιώνια, κι αλλάζοντας τόνομα του κύκλου της θεωρίας του μπορεί ν' ανακαλύψουμε μια νέα φιλοσοφία. Αλλά ο Αριστοτέλης, όπως ο Goethe, πραγματεύεται την Τέχνη στις αρχικές συγκεκριμένες εκδηλώσεις της. Παίρνει λ. χ. την τραγωδία, εξετάζει το υλικό που μεταχειρίζεται, δηλ. τη γλώσσα, την υπόθεσή της που είναι η ζωή, τη μέθοδο με την οποίαν εργάζεται, που είναι η δράση, τους όρους κάτω από τους οποίους ξεσκεπάζει τον εαυτό της, που είναι οι όροι της θεατρικής παραστάσεως, τη λογική κατασκευή της που είναι η πλοκή, και τον τελικόν αισθητικό σκοπό της, που είναι ν' αποτείνεται στο αίσθημα του καλού διαμέσου των παθών, του φόβου και του ελέου. Εκείνη η εξάγνιση και πνευματικοποίηση της φύσεως, που την ονομάζει &κάθαρσιν& (86), είναι, όπως είπε ο Goethe, ουσιαστική αισθητική και όχι ηθική, όπως το φαντάσθηκε ο Lessing. Αποβλέποντας πρώτα-πρώτα στην εντύπωση που κάνει ένα έργο Τέχνης, ο Αριστοτέλης φροντίζει ν' αναλύση εκείνη την εντύπωση, να ερευνήση την πηγή της, να ιδή πώς παράγεται. Σαν φυσιολόγος και ψυχολόγος, ξέρει ότι η υγεία μιας λειτουργίας είναι στην ενέργεια. Νάχη κανείς κάποιαν ικανότητα για ένα πάθος και να μη το νοιώθη έχει ως συνέπεια το να μένη ατελής και περιωρισμένος. Το μιμητικό θέαμα της ζωής, που η τραγωδία το παρουσιάζει, καθαρίζει την ψυχή από πολύ «υλικό επικίνδυνο». Και παρασταίνοντας υψηλά κι άξια θέματα για την άσκηση των συναισθημάτων εξαγνίζει και κάνει πνευματικώτερο τον άνθρωπο· και μάλιστα όχι μόνο τον κάνει πνευματικώτερο, μα και τον οδηγεί σε ευγενικά αισθήματα, για τα οποία αλλοιώτικα μπορεί να μην είχε καμμιά ιδέα, γιατί κατά την γνώμην μου η λέξη &κάθαρσις& έχει κάποια σχέση με την ιεροτελεστία της μυήσεως, αν δεν είναι αυτή, όπως φαντάζομαι, η μόνη κι αληθινή της έννοια εδώ. Αυτά φυσικά είναι ένας σκέτος σκελετός του βιβλίου. Αλλά βλέπεις τι τέλειο κομμάτι αισθητικής κριτικής που είναι. Ποιος άλλος πράγματι εκτός από ένα Έλληνα μπορούσε ν' αναλύση έτσι την τέχνη; Ύστερ' από τη μελέτη του βιβλίου αυτού δεν απορεί πια κανένας γιατί η Αλεξάνδρεια αφιερώθηκε τόσον πλατειά στην κριτική της Τέχνης και γιατί βλέπομε σήμερα τις καλλιτεχνικές ιδιοσυγκρασίες να ερευνούνε κάθε ζήτημα ύφους και τρόπου, να συζητούν για τις μεγάλες Ακαδημείες της ζωγραφικής, όπως λ. χ. για τη Σχολή της Σικυώνος, πού πάσχισε να φυλάξη τις άξιες παραδόσεις της παληάς τεχνοτροπίας ή για τις ρεαλιστικές κ' εμπρεσιονιστικές Σχολές, που αποβλέπανε στο ν' αναπαρασταίνουν τη ζωή ή τα στοιχεία του ιδεαλισμού με πορτραίτα ή την καλλιτεχνικήν αξία της επικής φόρμας σ' έναν αιώνα τόσο νεωτεριστικό, όπως ο δικός των, ή αυτό ακόμα το θέμα του καλλιτέχνη. Πράγματι φοβούμαι ότι οι αντικαλλιτεχνικές ιδιοσυγκρασίες της εποχής ασχολήθηκαν το ίδιο με θέματα της φιλολογίας και της Τέχνης, γιατί οι καταγγελίες για λογοκλοπία δεν είχαν τέλος και τέτοιες κατηγορίες πηγάζουνε είτε από τα τερατώδη στόματα εκείνων που μην έχοντας τίποτε δικό τους φαντάζονται πως μπορούν να κερδίσουν φήμη πλουσίων με τις φωνές που βάζουν ότι τάχα τους έκλεψαν. Και σε βεβαιώ, αγαπητέ μου Ερνέστε, ότι οι Έλληνες φλυάρησαν για τους ζωγράφους των, ακριβώς όπως κάνουν σήμερα οι άνθρωποι, και είχαν τις ιδιαίτερες θεωρίες των και τις χρηματικές επιδείξεις των και σωματεία Τεχνών και επαγγελμάτων και το Προρραφαηλικό κίνημά τους και τάσεις προς τον ρεαλισμό κ' έκαναν και διαλέξεις καλλιτεχνικές κ' έγραφαν δοκίμια καλλιτεχνικά κ' έβγαλαν ιστορικούς της Τέχνης κι αρχαιολόγους κι όλα τα σχετικά τους. Ακόμα κ' οι θεατρικοί ιμπρεσσάριοι των θιάσων που περιώδευαν είχανε μαζί τους τούς δραματικούς κριτικούς των, όταν έβγαιναν σε περιοδεία και τους πλήρωναν πολύ καλούς μισθούς για να γράφουν κριτικές για ρεκλάμα. Ό,τι πράγματι είναι νεωτεριστικό στη ζωή μας το χρωστούμε στους Έλληνες. Ό,τι είναι αναχρονισμός οφείλεται στο μεσαιωνισμό. Οι Έλληνες μας έδωκαν ολόκληρο το σύστημα της κριτικής της Τέχνης και πόσο λεπτό ήταν το κριτικό τους ένστικτο το βλέπει κανείς λαβαίνοντας υπ' όψιν ότι το υλικό, που απάνω του έκαναν κριτική, ήταν, όπως είπα παραπάνω, η γλώσσα. Γιατί το υλικό, που μεταχειρίζεται ο ζωγράφος ή ο γλύπτης, είναι ισχνό, αν συγκριθή με το υλικό των λέξεων. Οι λέξεις δεν έχουν μοναχά μουσική γλυκειά σαν της λύρας και της κιθάρας τη μουσική, χρώμα τόσον πλούσιο και ζωηρό όσον εκείνο που κάνει ερατεινή για μας την οθόνη των Βενετών και των Ισπανών, και πλαστικότητα όχι λιγώτερο θετική και ασφαλή από κείνη που παρουσιάζεται στο μάρμαρο ή το μπρούντζο, αλλά και η σκέψη και το πάθος και η πνευματικότης ανήκει σ' αυτές κι αποκλειστικά μάλιστα σ' αυτές. Αν οι Έλληνες έκαναν την κριτική μονάχα της γλώσσας θα ήταν πάλιν οι πιο μεγάλοι τεχνοκρίτες του κόσμου. Η γνώση των αρχών της πιο υψηλής Τέχνης είναι και γνώση των αρχών όλων των τεχνών.