The Project Gutenberg eBook of Πρωταγόρας
Title: Πρωταγόρας
Author: Plato
Translator: Aristeidis Harokopos
Release date: January 2, 2011 [eBook #34820]
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iasonas Konstantinides
Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iasonas Konstantinides
· Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been converted to endnotes. Words with bold characters are enclosed in &.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ
ΠΛΑΤΩΝ
ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΧΑΡΟΚΟΠΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ο Πρωταγόρας, διάλογος του Πλάτωνος, ειρωνικός αλλά και βαθύς, συνεγράφη επί σκοπώ να τέρψη άμα και να φωτίση αναπαριστών τα ήθη και το πνεύμα των σοφιστών εν αυτή τη πράξει και υποβάλλων αυτά υπό τον έλεγχον αυστηράς κριτικής.
Η υπόθεσις του διαλόγου τούτου, ο οποίος ομοιάζει προς πράξιν δράματος και είναι πιστή και ζωηρά άμα εικών εκ του φυσικού, έχει ως εξής:
Ο νεαρός υιός του Απολλοδώρου Ιπποκράτης προσέρχεται βιαστικά εις τον οίκον του Σωκράτους και τον παρακαλεί να τον συστήση εις τον φημισμένον σοφόν Πρωταγόραν, ο οποίος, ως επληροφορήθη, έφθασεν εις Αθήνας, διά να καταστή και αυτός σοφιστής.
Μετά σύντομον συζήτησιν μεταξύ του Σωκράτους και του νεαρού Ισοκράτους, η οποία σκοπόν είχε να σχηματίση ούτος καθαράν ιδέαν περί του τι ζητεί από τον Πρωταγόραν και τι ακριβώς ο Πρωταγόρας επαγγέλλεται, αφ' ου εξημέρωσε, μετέβησαν ομού εις τον οίκον του Καλλίου, ένθα διέμενεν ο Πρωταγόρας, διά να τον συστήση ο Σωκράτης προς αυτόν. Εκεί εύρον όχι μόνον τον Πρωταγόραν, αλλά και άλλους επισήμους σοφιστάς και διαφόρους ευγενείς νέους μαθητάς των. Οι σοφισταί παρίστανται εν τω διαλόγω ως άνθρωποι επιδεικτικοί και επιβλητικοί και διά της εξωτερικής παραστάσεώς των και διά της ωραίας και τεχνικής ομιλίας των. Ο Πρωταγόρας ιδίως, διά να επιβληθή και εις αυτόν τον Σωκράτην και εις τους άλλους παρισταμένους, πληροφορεί σοβαρώς και πομπωδώς ότι διδάσκει την τέχνην της διοικήσεως των ιδιωτικών και δημοσίων υποθέσεων, δηλ. την πολιτικήν. Ο Σωκράτης δεικνύει απορίαν περί του αν είναι δυνατόν να διδάσκηται η πολιτική. Ισχυρίζεται δε ότι και οι αμαθέστεροι πολίται προσκαλούνται εις τας συνελεύσεις της πολιτείας και λέγουν την γνώμην των και εις τας σοβαρωτέρας ακόμη περιστάσεις, χωρίς να διδαχθούν την πολιτικήν τέχνην. Οι δε ικανώτατοι πολιτικοί, καθώς λ. χ. ο Περικλής, δεν ημπόρεσαν να μεταδώσουν εις τους υιούς των την πολιτικήν των μάθησιν.
Ό Πρωταγόρας αναλαμβάνει ν' αποδείξη εντελώς ότι η πολιτική διδάσκεται ως μάθημα αποτελεσματικώτατα, κατά δύο τρόπους, ή μ' ένα μύθον ή με αποδεικτικόν συλλογισμόν. Και διηγείται τότε τον παλαιόν μύθον του Επιμηθέως και του αδελφού του Προμηθέως, εις τους οποίους οι θεοί ανέθεσαν να μοιράσουν εις όλα τα ζώντα επί της γης τας διαφόρους ιδιότητας και τα προτερήματα, την απροβλεψίαν του Επιμηθέως, την ευφυίαν με την οποίαν έκλεψεν ο Προμηθεύς από το χαλκείον του Ηφαίστου την φωτιάν, και τέλος την επέμβασιν του Διός, ο οποίος έδωκε μ' ελευθεριότητα εις κάθε άνθρωπον μέρος από τα δύο μόνα αγαθά, τα οποία μετά την διανομήν απέμειναν, δηλ. την &δικαιοσύνην& και τον &σεβασμόν&. Αι δύο αύται αρεταί είναι η βάσις της πολιτικής τέχνης και, αφ' ου τας έλαβαν οι άνθρωποι, ήτο φυσικόν πράγμα και αναγκαίον το να ηξεύρουν να δίδουν γνώμην διά τα πολιτικά πράγματα. Ώστε αυτή η γνώσις είναι δώρον των θεών. Ούτε ημπορεί κανείς να φαντασθή άνθρωπον, ο οποίος να μη έχη την παραμικράν ιδέαν δικαιοσύνης.
Ούτω πως απέδειξεν ο Πρωταγόρας ότι οι κοινοί άνθρωποι, οι οποίοι εις τας συνελεύσεις δίδουν γνώμην, και πολλάκις σωστήν, διά τας πολιτικάς υποθέσεις, δεν είναι αδίδακτοι, αλλ' εδιδάχθησαν την δικαιοσύνην και τον σεβασμόν από τους θεούς.
Έπειτα ανήρεσε και τον άλλον ισχυρισμόν του Σωκράτους, ότι δηλ. οι μεγάλοι πολιτικοί δεν ημπόρεσαν να μεταδώσουν την ικανότητά των εις τα παιδιά των, κατά τον εξής τρόπον· πάντοτε, λέγει, και εις όλα τα μέρη οι άδικοι άνθρωποι κατακρίνονται και τιμωρούνται. Εάν η έλλειψις της δικαιοσύνης ήτο φυσική εις τον άνθρωπον, θα ήτο παραλογισμός να τιμωρούν διά μίαν φυσικήν έλλειψιν, όπως θα ήτο παραλογισμός, αν ετιμώρουν ένα οποιονδήποτε άνθρωπον, διότι είναι ασθενής ή άσχημος. Δεν τιμωρούν δε τους τοιούτους, διότι, όσον και αν βιασθούν, δεν ημπορούν να διορθώσουν τους εαυτούς των. Τους αδίκους όμως τιμωρούν, διότι ημπορούν, εάν προσπαθήσουν, να διορθωθούν και να γείνουν δίκαιοι. Ώστε όλοι οι άνθρωποι παραδέχονται, ότι καθείς ημπορεί να μάθη την δικαιοσύνην. Διά τούτο οι πολίται, και αυτοί οι ίδιοι και διά διδασκάλων, προσπαθούν διά το καλόν της πολιτείας να εμπνεύσουν εις τα τέκνα των την ιδέαν της δικαιοσύνης. Ότι δε οι παίδες των εναρέτων ανθρώπων δεν γίνονται πάντοτε και αυτοί ενάρετοι προέρχεται εκ του ότι όλοι οι άνθρωποι δεν έρχονται εις τον κόσμον προικισμένοι εξ ίσου, και ότι, διά ν' αποκτήση κανείς μίαν υψηλοτέραν αρετήν, χρειάζεται, να έχη καλυτέραν φυσικήν προδιάθεσιν, να καταβληθούν δε και μεγάλαι προσπάθειαι.
Ο Σωκράτης βλέπων ότι η συζήτησις έως εδώ δεν ήτο επιστημονική, αλλά με παραδείγματα της πείρας, και ότι δεν ήτο δυνατόν να φθάση εις ακριβές συμπέρασμα, αλλάζει μέθοδον και δίδει επιστημονικήν πορείαν εις την συζήτησιν.
Θέτει λοιπόν το ζήτημα ούτω: διά να μάθωμεν αν η αρετή ημπορεί να διδαχθή, είναι ανάγκη να ηξεύρωμεν από τι αυτή αποτελείται. Ερωτά λοιπόν τον Πρωταγόραν, αν η αρετή είναι πράγμα &απλούν& ή &σύνθετον& από μέρη ανεξάρτητα το έν του άλλου, και αν η δικαιοσύνη, η εγκράτεια και η ανδρεία είναι μέρη τοιαύτα της αρετής. Ο Πρωταγόρας παραδέχεται το δεύτερον, εν ώ ο Σωκράτης δι' αλλεπαλλήλων ερωτήσεων τον κάμνει να έλθη εις αντίφασιν με τον εαυτόν του και να παραδεχθή επί τέλους χωρίς να θέλη, ότι η &αρετή είναι εκ φύσεως μία και απλή&, διότι, αν ήτο σύνθετος από μέρη ανόμοια το έν με το άλλο, κανέν από τα μέρη αυτά δεν θα περιείχε μέσα του τίποτε από εκείνο που περιέχει το άλλο μέρος· και τότε δε η δικαιοσύνη θ' απέκλειε την ανδρείαν και η εγκράτεια την δικαιοσύνην και θα ημπορούσαμεν να συμπεράνωμεν, ότι ο δίκαιος δεν ημπορεί να είναι ανδρείος και ο εγκρατής δίκαιος. Και εκτός τούτου, εάν τα μέρη της αρετής είναι αντίθετα το έν του άλλου, θα ημπορούσαμεν να συμπεράνωμεν, ότι έν πράγμα ημπορεί να έχη πολλά αντίθετα, το οποίον είναι πράγμα αδύνατον. Η αρετή λοιπόν είναι μία και απλή και κατά την ουσίαν της και κατά την ενέργειάν της, και κακώς ήθελε χωρίση αυτήν κανείς εις μέρη. Τα δε λεγόμενα μέρη της αρετής είναι διάφοροι τρόποι αυτής, μη αποκλείοντες ο είς τον άλλον, περιεχόμενοι μέσα εις την ιδίαν την ουσίαν αυτής και ηνωμένοι με αυτήν, όπως τα συμπεράσματα ενός συλλογισμού με την αρχήν από την οποίαν απορρέουν. Τα διάφορα λοιπόν μέρη της αρετής, τα οποία λέγονται και αυτά αρεταί, συνέχονται κατά βάθος το έν με το άλλο, είναι αλληλένδετα και αποτελούν έν όλον.
Ούτω θεωρουμένη η αρετή δεν ημπορεί να εισαχθή εις την ψυχήν βαθμηδόν διά προοδευτικής διδασκαλίας, όπως ισχυρίζετο ο Πρωταγόρας, να διδαχθή δηλ. κατά σειράν πρώτον η δικαιοσύνη διά κανόνων και παραδειγμάτων, έπειτα η ανδρεία κτλ., και να εμφυτευθούν εις την ψυχήν. Η αρετή με όλας τας διακλαδώσεις της γεννάται εξ εμπνεύσεως φύσεως τιμίας, ήτις διά της ιδίας προσπαθείας περιβάλλει συγχρόνως και την ουσίαν και τους τρόπους αυτής χάρις εις το έμφυτον συναίσθημα του αγαθού, το οποίον προηγείται και δημιουργεί αυτήν. Αυτήν λοιπόν την γνώσιν, που είναι πραγματικώς προγενεστέρα και ανωτέρα από την γνώσιν της αρετής, κανείς δεν ημπορεί να την διδάξη, διότι κανείς δεν ημπορεί να την λάβη από άλλον παρά μόνον μέσα από τον ίδιον τον εαυτόν του, διότι γεννώμεθα μαζί με αυτήν.
Οι ακαταμάχητοι του Σωκράτους συλλογισμοί δεν έπεισαν τον επηρμένον σοφιστήν, ο οποίος προβάλλει ακόμη σοφιστικά επιχειρήματα λέγων ότι η ανδρεία αναγκαίως είναι χωριστή από τας άλλας αρετάς, διότι και ο πλέον άδικος και ο πλέον άσωτος ημπορεί να δειχθή ανδρείος. Αλλ' ο Σωκράτης αποδεικνύει ότι η ανδρεία, όταν στερήται φρονήσεως, με άλλους λόγους γνώσεως, δεν είναι αληθής ανδρεία. Η ουσία της ανδρείας είναι η γνώσις των πραγμάτων, τα οποία είναι φοβερά και εκείνων τα οποία δεν είναι. Επειδή δε όλαι αι αρεταί αποτελούν μίαν και μόνην, αυτής δε, της μιας και μόνης, όρος είναι η γνώσις, η δε γνώσις ημπορεί να διδαχθή, ο Σωκράτης φαίνεται ότι περιέπεσεν εις αντίφασιν παραδεχόμενος τώρα την αυτήν γνώμην με τον Πρωταγόραν, ότι η αρετή είναι καρπός γνώσεως, ήτις ημπορεί να διδαχθή.
Είτε διότι ήθελεν ο Σωκράτης εις το τέλος του αγώνος να καταστήση φανερόν εις τον Πρωταγόραν ότι ημπορεί καλύτερα από ένα σοφιστήν ν' αποδείξη ό,τι θέλει, και την υπέρ δηλ. γνώμην και την κατά, είτε διότι ηθέλησε να μείνη εν αμφιβόλω το ζήτημα αν η αρετή ημπορεί να διδαχθή ή όχι, διακόπτει τον διάλογον απευθύνων φιλόφρονας και επαινετικούς λόγους εις τον Πρωταγόραν και αναβάλλων εις άλλοτε την συνέχειαν και το τέλος της συζητήσεως.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ (ή Σοφισταί).
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ, ΣΩΚΡΑΤΗΣ, ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ, ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ, ΚΑΛΛΙΑΣ, ΚΡΙΤΙΑΣ, ΠΡΟΔΙΚΟΣ, ΙΠΠΙΑΣ.
Φίλος
— Από πού έρχεσαι, Σωκράτη; Ή είναι δα φανερόν ότι έρχεσαι από το
κυνήγημα της ωραιότητος του Αλκιβιάδου; Και όμως και εις εμέ, ο
οποίος τον είδον προηγουμένως, αν και τέλειος άνδρας πλέον,
εφαίνετο μεν ωραίος, αλλ' όμως άνδρας πλέον, Σωκράτη, ας το
ομολογήσωμεν μεταξύ μας, και αρχίζουν να φυτρώνουν γένεια εις τον
πώγωνά του.
Σωκράτης
Έπειτα τι πειράζει τούτο; Συ όμως δεν δίδεις δίκαιον του Ομήρου, ο
οποίος είπεν, ότι τα πλέον χαριτωμένα νειάτα είναι, όταν αρχίζουν
να φυτρώνουν τα γένεια, τα οποία (νειάτα) έχει τώρα ο Αλκιβιάδης;
Φίλος
Πώς πηγαίνουν λοιπόν τώρα τα πράγματα; Έρχεσαι βέβαια από εκείνον·
και ποίας διαθέσεις δεικνύει προς σε το παλληκάρι;
Σωκράτης
Καλάς, καθώς τουλάχιστον μου εφάνη, και μάλιστα κατά την σημερινήν
ημέραν· διότι πολλά είπε προς έπαινόν μου, λαμβάνων το μέρος μου,
και τώρα λοιπόν από εκείνον έρχομαι. Θέλω όμως να σου είπω έν
πράγμα παράξενον· ότι δηλαδή, εν ώ εκείνος ήτο παρών, και ο νους
μου δεν έδιδε προσοχήν εις αυτόν και συχνά τον ελησμόνουν.
Φίλος
Και τι πράγμα τόσον σοβαρόν συνέβη σχετικώς με σε και εκείνον;
Διότι δεν φαντάζομαι ότι απήντησες κανένα άλλον ωραιότερον μέσα
τουλάχιστον εις αυτήν την πόλιν.
Σωκράτης
Απήντησα βέβαια και πολύ ωραιότερον.
Φίλος
Τι λέγεις; Πολίτην ή ξένον;
Σωκράτης
Ξένον.
Φίλος
Από ποιον μέρος;
Σωκράτης
Από τα Άβδηρα.
Φίλος
Και τόσον ωραίος εθεώρησες ότι είναι ο ξένος αυτός, ώστε να σου
φανή ωραιότερος από τον υιόν του Κλεινίου;
Σωκράτης
Πώς δεν πρέπει, καλότυχε, το σοφώτερον να φαίνεται ωραιότερον;
Φίλος
Αλλά εις τα σωστά σου, Σωκράτη, μας ήλθες, αφ' ου απήντησες κάποιον
σοφόν;
Σωκράτης
Σοφώτατον βέβαια, από όσους τουλάχιστον τώρα υπάρχουν, εάν σου
φαίνεται ότι ο Πρωταγόρας είναι σοφώτατος.
Φίλος
Ω, τι λέγεις; Ο Πρωταγόρας μας ήλθε;
Σωκράτης
Είναι τώρα τρίτη ημέρα αφ' ότου ήλθε.
Φίλος
Και λοιπόν έρχεσαι, αφ' ου προ ολίγου τον αντάμωσες;
Σωκράτης
Ναι, και αφ' ου βέβαια παραπολλά και είπα και ήκουσα.
Φίλος
Και δεν μας διηγείσαι λοιπόν την συνομιλίαν σας, εάν δεν έχης κανέν
εμπόδιον, καθίζων εδώ δα, αφ' ου σηκώσης τούτο εδώ το παιδίον;
Σωκράτης
Πολύ ευχαρίστως· και θα σας χρεωστώ βεβαίως χάριν, εάν δώσετε
ακρόασιν.
Φίλος
Και ημείς επίσης θα σου χρεωστούμεν χάριν, εάν μας είπης.
Σωκράτης
Θα είναι λοιπόν αμοιβαία η χάρις. Αλλά δώσατε λοιπόν ακρόασιν.
Αυτήν δα την νύκτα που επέρασε, εν ώ ήτο ακόμη όρθρος βαθύς, ο Ιπποκράτης, ο υιός του Απολλοδώρου και αδελφός του Φάσωνος, εκτύπα πολύ δυνατά την θύραν με την ράβδον του, και, αφ' ου κάποιος του ήνοιξεν, επροχώρει μέσα βιαστικά και φωνάζων δυνατά έλεγε·
— Σωκράτη, είσαι έξυπνος ή κοιμάσαι;
Και εγώ, επειδή εγνώρισα την φωνήν του, είσαι, είπα, ο Ιπποκράτης· μήπως, μας φέρεις καμμίαν νέαν είδησιν;
— Τίποτε άλλο, είπε, παρά καλάς βέβαια ειδήσεις.
— Ο Θεός να δώση, είπον εγώ· αλλά τι τρέχει; Και διά ποίαν αιτίαν ήλθες τόσον πρωί;
— Ο Πρωταγόρας έφθασεν, είπεν, αφ' ου εστάθη πλησίον μου.
— Από προχθές, είπον εγώ, και συ τώρα το έμαθες;
— Μα τους θεούς, είπε, το εσπέρας βέβαια το έμαθα. Και συγχρόνως ψάχνων εύρε το σκαμνί, εκάθισε πλησίον εις τους πόδας μου και είπε· το εσπέρας βέβαια, πολύ αργά, αφ' ου έφθασα από την Οινόην· διότι ο δούλος μου Σάτυρος μου έφυγε κρυφά· εν ώ λοιπόν είχα σκοπόν να σου είπω, ότι θα τον κυνηγήσω να τον εύρω, ήλθεν άλλο πράγμα εις τον νουν μου και ελησμόνησα τούτο. Όταν δε επέστρεψα και είχομεν δειπνήσει και επρόκειτο να πλαγιάσωμεν, τότε μου λέγει ο αδελφός μου ότι ήλθεν ο Πρωταγόρας. Και κατ' αρχάς μεν εσκέφθην να έλθω προς σε αμέσως (να σου το είπω). Έπειτα όμως εσκέφθην ότι είναι πολύ προχωρημένη η νυξ· ευθύς δε που ο ύπνος με ελάφρωσεν από τον κόπον, αμέσως εσηκώθην και εκίνησα να έλθω εδώ.
Και εγώ γνωρίζων την καρδίαν του και (βλέπων) την ταραχήν του,
ερώτησα:
— Τι λοιπόν είναι τούτο που έπαθες; Μήπως σου έκαμε κανέν κακόν ο
Πρωταγόρας;
Και εκείνος, αφ' ου εγέλασεν, είπε:
— Ναι, μα τους θεούς, Σωκράτη, διότι μόνος του βέβαια είναι σοφός,
δεν κάμνει δε και εμέ σοφόν.
— Αλλά ναι, μα τον Δία, είπα εγώ, εάν δώσης εις αυτόν χρήματα και
τον καταφέρης, θα κάμη και σε σοφόν.
— Μακάρι, είπεν αυτός, Ζευ και θεοί, να εξαρτάται από τούτο, διότι τότε ούτε από τα ιδικά μου χρήματα θ' αφήσω λεπτόν ούτε από τα χρήματα των φίλων μου· αλλ' ίσα ίσα δι' αυτήν την αιτίαν έρχομαι και τώρα προς σε, διά να του ομιλήσης δι' εμέ, διότι εγώ αφ' ενός μεν είμαι νέος, εξ άλλου δε δεν έχω ίδει ουδέ ακούσει ποτέ μου τον Πρωταγόραν· ήμην ακόμη παιδίον, ότε την προηγουμένην φοράν ήλθεν ο Πρωταγόρας, αλλά βεβαίως (ακούω ότι) επαινούν όλοι τον Πρωταγόραν και λέγουν ότι είναι εις το να ομιλή σοφώτατος· αλλά διατί δεν πηγαίνομεν προς αυτόν, διά να τον προφθάσωμεν εις το σπίτι; Έμεινε δε, καθώς εγώ ήκουσα, εις του Καλλίου του Ιππονίκου· αλλ' έλα να υπάγωμεν.
Και εγώ είπον· ας μη υπάγωμεν εκεί ακόμη, καλέ μου, διότι, είναι πρωί· αλλ' έλα, ας σηκωθώμεν να εξέλθωμεν εις την αυλήν και ας περάσωμεν εκεί την ώραν περιφερόμενοι, έως ότου να φέξη· έπειτα πηγαίνομεν. Διότι ως επί το πλείστον ο Πρωταγόρας μένει μέσα, ώστε μη φοβείσαι· θα τον εύρωμεν, καθώς είναι βέβαιον, μέσα.
Έπειτα από αυτά εσηκώθημεν και επεριπατούμεν εις την αυλήν· και εγώ θέλων να εμβαθύνω εις τον σκοπόν του Ιπποκράτους τον εβολιδοσκόπουν και ηρώτων αυτόν ως εξής (1):
Σωκράτης
Ειπέ μου, είπον εγώ, Ιπποκράτη, τώρα πρόκειται να υπάγης κοντά εις
τον Πρωταγόραν, να πληρώσης ως μισθόν εις εκείνον χρήματα διά τον
εαυτόν σου· προς ποίου είδους άνθρωπον νομίζεις ότι πηγαίνεις και
διά να σε κάμη τι είδους άνθρωπον; Καθώς εάν σου ήρχετο εις τον
νουν να υπάγης εις τον ομώνυμόν σου, τον Ιπποκράτη από την νήσον
Κω, ο οποίος είναι από εκείνους που κατάγονται από τον Ασκληπιόν,
διά να πληρώσης ως μισθόν εις εκείνον χρήματα διά τον εαυτόν σου,
και σε ηρώτα κανείς, ειπέ μου, Ιπποκράτη, έχεις σκοπόν να πληρώνης
μισθόν εις τον Ιπποκράτην, επειδή είναι τι είδους άνθρωπος; Τι
ήθελες αποκριθή;
Ιπποκράτης
Θα έλεγα, είπεν, ότι κάμνω τούτο, επειδή είναι ιατρός.
Σωκράτης
Και διά να γείνης και συ τι είδους άνθρωπος;
Ιπποκράτης
Διά να γείνω, είπεν, ιατρός.
Σωκράτης
Εάν δε σου ήρχετο εις τον νουν, αφ' ου υπάγης εις τον Πολύκλειτον
από το Άργος, ή εις τον Φειδίαν από τας Αθήνας να πληρώνης εις
εκείνους μισθόν διά τον εαυτόν σου, εάν ήθελε σε ερωτήση κανείς· τι
είδους ανθρώπους θεωρείς τον Πολύκλειτον και τον Φειδίαν και έχεις
σκοπόν να πληρώνης αυτά τα χρήματα; Τι ήθελες αποκριθή;
Ιπποκράτης
θα έλεγα ότι τα πληρώνω, διότι είναι αγαλματοποιοί.
Σωκράτης
Και διά να γείνης τι πράγμα συ ο ίδιος;
Ιπποκράτης
Διά να γείνω, εννοείται, αγαλματοποιός.
Σωκράτης
Πολύ καλά, είπα εγώ· τώρα λοιπόν εγώ και συ, αφ' ου υπάγωμεν εις
τον Πρωταγόραν, θα είμεθα έτοιμοι να πληρώνωμεν διά σε ως μισθόν τα
ιδικά μας χρήματα, εάν αυτά αρκούν και με αυτά τον καταφέρωμεν· εάν
δε όχι, δαπανώντες και τα χρήματα των φίλων μας. Εν ώ λοιπόν ημείς
με τόσην προθυμίαν καταγινόμεθα εις αυτά, εάν κανείς μας ερωτήση·
ειπέ μου, Σωκράτη και Ιπποκράτη, τι είδους άνθρωπον θεωρείτε τον
Πρωταγόραν και έχετε σκοπόν να του πληρώνετε χρήματα; Τι ηθέλομεν
αποκριθή εις αυτόν; Τι άλλο όνομα ακούομεν να λέγουν διά τον
Πρωταγόραν, καθώς λέγουν διά τον Φειδίαν το όνομα αγαλματοποιός,
και διά τον Όμηρον το όνομα ποιητής; Τι τοιούτον όνομα ακούομεν διά
τον Πρωταγόραν;
Ιπποκράτης
Ονομάζουν βεβαίως, Σωκράτη, είπεν ο Ιπποκράτης, τον άνδρα ότι είναι
σοφιστής.
Σωκράτης
Θα υπάγωμεν λοιπόν να πληρώνωμεν τα χρήματα εις αυτόν ως σοφιστήν;
Ιπποκράτης
Μάλιστα.
Σωκράτης
Εάν λοιπόν σε ερωτήση κανείς ακόμη και τούτο· συ ο ίδιος τι θέλεις
να γείνης και πηγαίνεις κοντά εις τον Πρωταγόραν;
Ιπποκράτης
Και εκείνος είπεν, αφ' ου εκοκκίνισε — διότι πλέον ήρχισε να φέγγη
η ημέρα, ώστε αυτός εφαίνετο καθαρά — εάν μεν ομοιάζη τούτο κατά τι
με τα προηγούμενα, διά να γείνω, εννοείται, σοφιστής.
Σωκράτης
Συ δε, είπον εγώ, διά το όνομα των θεών, δεν θα εντρέπεσαι να
παρουσιάσης τον εαυτόν σου εις τους Έλληνας ως σοφιστήν;
Ιπποκράτης
Ναι, μα τον Δία, Σωκράτη, θα εντρεπόμην, εάν πρέπη να ομολογήσω
εκείνα τα οποία σκέπτομαι.
Σωκράτης
Αλλ' άρά γε, Ιπποκράτη, μήπως δεν νομίζεις ότι η μάθησίς σου εκ
μέρους του Πρωταγόρου θα είναι τοιαύτη (διά ν' αποκτήσης δηλαδή το
επάγγελμα του σοφιστού), αλλά ωσάν εκείνην η οποία έγεινεν εκ
μέρους του γραμματοδιδασκάλου και του κιθαροδιδασκάλου και του
παιδοτρίβου (δηλαδή του γυμναστού); Διότι συ δεν έμαθες κανέν από
αυτά τα μαθήματα ως τέχνην διά να γείνης τεχνίτης, αλλά διά να
εκπαιδευθής, όπως αρμόζει να εκπαιδεύηται ο πολίτης και ο ελεύθερος
άνθρωπος.
Ιπποκράτης
Βεβαιότατα, είπεν ο Ιπποκράτης, μου φαίνεται ότι μάλλον τοιαύτη
πρέπει να είναι η εκ μέρους του Πρωταγόρου μάθησίς μου.
Σωκράτης
Γνωρίζεις λοιπόν εκείνο το οποίον πρόκειται τώρα να πράξης, ή δεν
το καταλαμβάνεις; Είπα εγώ.
Ιπποκράτης
Προκειμένου περί τίνος πράγματος;
Σωκράτης
Ότι πρόκειται να παραδώσης την ψυχήν σου να την περιποιηθή
άνθρωπος, ως λέγεις, σοφιστής· τι δε πράγμα είναι ο σοφιστής, θα
μου φανή παράξενον, αν το ηξεύρης. Και όμως, εάν δεν ηξεύρης τούτο,
ούτε εις τι είδους άνθρωπον παραδίδεις την ψυχήν σου ηξεύρεις, ούτε
αν την παραδίδεις εις καλόν ή εις πραγματικώς κακόν.
Ιπποκράτης
Νομίζω βέβαια, είπεν ο Ιπποκράτης, ότι ηξεύρω.
Σωκράτης
Λέγε λοιπόν, τι νομίζεις ότι είναι ο σοφιστής;
Ιπποκράτης
Εγώ μεν, είπεν αυτός, καθώς και το όνομα φανερώνει, νομίζω ότι
σοφιστής είναι εκείνος που γνωρίζει τα σοφά πράγματα.
Σωκράτης
Δεν ημπορούμεν λοιπόν, είπα εγώ, να είπωμεν τούτο και διά ζωγράφους
και διά τέκτονας, ότι δηλαδή αυτοί είναι οι οποίοι γνωρίζουν τα
σοφά πράγματα· αλλ' εάν κανείς μας ερωτήση, κατά τι σοφά πράγματα
ηξεύρουν οι ζωγράφοι, θα είπωμεν ίσως εις αυτόν, ότι γνωρίζουν τα
αναφερόμενα εις την τεχνούργησιν των εικόνων, και τα άλλα ομοίως.
Εάν δε κανείς ήθελεν ερωτήσει το εξής, ο δε σοφιστής των κατά τι
σοφών πραγμάτων είναι γνώστης; Τι ηθέλαμεν αποκριθή εις αυτόν; Ότι
ποίαν εργασίαν γνωρίζει;
Ιπποκράτης
Τι άλλο θα ελέγαμεν εις αυτόν, Σωκράτη, παρά ότι ο σοφιστής
γνωρίζει να κάμνη ένα ικανόν εις το λέγειν;
Σωκράτης
Θα ελέγαμεν ίσως την αλήθειαν, είπα εγώ, όχι όμως βέβαια επαρκώς·
διότι η απόκρισίς σου μας χρειάζεται ακόμη μίαν ερώτησιν· περί
ποίου πράγματος δηλαδή ο σοφιστής κάμνει ένα ικανόν να λέγη· καθώς
ο κιθαροδιδάσκαλος κάμνει βεβαίως ένα ικανόν να λέγη δι' εκείνο το
πράγμα το οποίον τον έμαθε, δηλαδή διά τον κιθαρισμόν· δεν είναι
έτσι;
Ιπποκράτης
Ναι.
Σωκράτης
Πολύ καλά· ο δε σοφιστής λοιπόν περί ποίου πράγματος κάμνει ένα
ικανόν να λέγη; Ή εννοείται ότι τον κάμνει ικανόν να λέγη δι'
εκείνο το οποίον και ηξεύρει;
Ιπποκράτης
Επόμενον είναι βεβαίως.
Σωκράτης
Ποίον λοιπόν είναι το πράγμα περί του οποίου και ο ίδιος ο σοφιστής
γνωρίζει και τον μαθητήν του κάμνει να γνωρίζη;
Ιπποκράτης
Μα τον Δία, είπεν ο Ιπποκράτης, δεν ημπορώ πλέον να σου το είπω.
Σωκράτης
Και έπειτα από τούτο εγώ είπα· Τι λοιπόν; Ηξεύρεις εις ποίον
κίνδυνον πηγαίνεις να εκθέσης την ψυχήν σου; Ή το μεν σώμα σου, εάν
ήτο χρεία να εμπιστευθής αυτό εις κανένα, διακινδυνεύων ή να γείνη
καλά ή να γείνη κακά, θα εσκέπτεσο επανειλημμένως πολλά, αν πρέπει
να το εμπιστευθής εις αυτόν ή όχι, και τους φίλους και τους
συγγενείς σου θα παρεκάλεις να σε συμβουλεύσουν και θα εξήταζες το
πράγμα πολλάς ημέρας· εκείνο δε το οποίον θεωρείς πολυτιμότερον από
το σώμα σου, δηλαδή την ψυχήν σου, και εκ του οποίου εξαρτάται καθ'
όλα η ευτυχία ή δυστυχία σου, εάν αυτή γείνη καλή ή κακή, διά τούτο
λοιπόν το πράγμα ούτε εις τον πατέρα σου, ούτε εις τον αδελφόν σου,
ούτε εις κανένα από ημάς τους φίλους σου έκαμες τίποτε γνωστόν, διά
να συμβουλευθής αν πρέπει να εμπιστευθής την ψυχήν σου ή όχι εις
τούτον τον ξένον όστις ήλθεν, αλλ' αφού το έμαθες το εσπέρας, καθώς
λέγεις, τα χαράμματα έρχεσαι και διόλου δεν αναφέρεις ούτε
συμβουλήν ζητείς δι' αυτό το ζήτημα, αν πρέπει δηλαδή να
εμπιστευθής τον εαυτόν σου εις αυτόν ή όχι, είσαι δε έτοιμος να
δαπανήσης και τα ιδικά σου και των φίλων σου τα χρήματα, διότι τώρα
πλέον έχεις πεισθή, ότι εξάπαντος πρέπει να πλησιάσης τον
Πρωταγόραν, τον οποίον ούτε γνωρίζεις, καθώς λέγεις, ούτε
συνωμίλησες ποτέ έως τώρα με αυτόν, τον ονομάζεις δε μόνον
σοφιστήν· τι πράγμα δε είναι ο σοφιστής, εις τον οποίον πρόκειται
να εμπιστευθής τον εαυτόν σου, αποδεικνύεσαι ότι δεν ηξεύρεις.
Ιπποκράτης
Και αυτός, αφ' ου ήκουσε ταύτα, είπεν· από αυτά τα οποία συ λέγεις,
Σωκράτη, φαίνεται ότι έχεις δίκαιον.
Σωκράτης
Μήπως άρά γε, Ιπποκράτη, ο σοφιστής τυχαίνει να είναι έμπορος ή
παντοπώλης των πραγμάτων, με τα οποία τρέφεται η ψυχή;
Ιπποκράτης
Εις εμέ τουλάχιστον τοιούτος φαίνεται· η δε ψυχή με τι τρέφεται,
Σωκράτη;
Σωκράτης Με μαθήματα βέβαια, είπα εγώ. Και πρέπει να προσέχωμεν, φίλε μου, να μη μας απατήση ο σοφιστής, ο οποίος επαινεί εκείνα τα οποία πωλεί, καθώς κάμνουν οι πωλούντες την τροφήν του σώματος, ο έμπορος δηλαδή και ο παντοπώλης. Διότι και αυτοί δεν γνωρίζουν βέβαια ούτε οι ίδιοι από τα τρόφιμα τα οποία πωλούν ποίον είναι ωφέλιμον και ποίον βλαβερόν διά το σώμα· τα επαινούν δε όλα εν ώ τα πωλούν, ούτε εκείνοι οι οποίοι αγοράζουν από αυτούς ηξεύρουν (ποίον είναι ωφέλιμον και ποίον βλαβερόν) εκτός εάν τύχη κανείς κάτοχος της γυμναστικής ή ιατρός (2). Τοιουτοτρόπως δε και εκείνοι οι οποίοι περιφέρουν τα μαθήματα εις διαφόρους πόλεις και τα πωλούν και τα εμπορεύονται εις εκείνον ο οποίος συμβή να επιθυμή αυτά, επαινούν μεν όλα, όσα πωλούν, ίσως όμως, φίλτατε, και από τούτους μερικοί να μη γνωρίζουν από εκείνα τα οποία πωλούν ποίον είναι ωφέλιμον ή ποίον βλαβερόν εις την ψυχήν. Επίσης και εκείνοι οι οποίοι αγοράζουν από αυτούς, εκτός εάν πάλιν τύχη κανείς έχων ιατρικάς γνώσεις διά την ψυχήν. Εάν λοιπόν τυχαίνη συ να γνωρίζης από αυτά τα μαθήματα, ποίον είναι ωφέλιμον και ποίον βλαβερόν διά την ψυχήν, άφοβα ημπορείς να αγοράσης μαθήματα και από τον Πρωταγόραν και από οποιονδήποτε άλλον· εάν δε δεν γνωρίζης, πρόσεχε, φίλτατε, μήπως παίξης εις την τύχην και κινδυνεύσης τα προσφιλέστερα εις τον κόσμον πράγματα. Και βέβαια είναι πολύ μεγαλύτερος κίνδυνος εις την αγοράν των μαθημάτων ή εις την αγοράν των τροφίμων. Διότι, αφ' ου αγοράση κανείς τρόφιμα από κανένα παντοπώλην ή έμπορον, ημπορεί να τα μετακομίση μέσα εις δοχεία, και, προτού τα φάγη ή τα πίη και ούτω τα δεχθή μέσα εις το σώμα του, ημπορεί να προσκαλέση και τον ειδήμονα να τον συμβουλευθή ποίον δύναται να φάγη ή να πίη και πόσον από αυτό και πότε· ώστε εις την αγοράν τούτων δεν υπάρχει μεγάλος κίνδυνος. Τα δε μαθήματα δεν είναι δυνατόν να τα μεταφέρωμεν μέσα εις άλλο δοχείον, αλλ' είμεθα υποχρεωμένοι, αφ' ου πληρώσωμεν την αξίαν, να πάρωμεν το μάθημα μέσα εις την ιδίαν ψυχήν μας, και, αφ' ου το μάθωμεν, θ' αναχωρήσωμεν ή βλαμμένοι ή ωφελημένοι. Ταύτα λοιπόν ας εξετάσωμεν και μαζί με τους γεροντοτέρους μας· διότι ημείς είμεθα ακόμη νέοι και δεν ημπορούμεν να κρίνωμεν ασφαλώς διά τόσον δύσκολον πράγμα. Τώρα όμως, μίαν φοράν που εκινήσαμεν, ας υπάγωμεν και ας ακούσωμεν τον άνδρα, έπειτα, αφ' ου τον ακούσωμεν, ας το κάμωμεν γνωστόν και εις άλλους· διότι δεν είναι μόνον ο Πρωταγόρας εκεί, αλλά και ο Ιππίας από την Ήλιδα· νομίζω δε ότι είναι εκεί και ο Πρόδικος από την Κέαν και άλλοι πολλοί και σοφοί.
Αφ' ου απεφασίσαμεν αυτά, επηγαίναμεν· όταν δ' εφθάσαμεν εμπρός εις την θύραν, εσταματήσαμεν και συνωμιλούσαμεν δι' έν ζήτημα, το οποίον εγεννήθη μεταξύ μας εις τον δρόμον· διά να μη μείνη λοιπόν η ομιλία ατελείωτη, αλλά πρώτα να την τελειώσωμεν και έπειτα να έμβωμεν, εσταματήσαμεν εμπρός εις την θύραν και συνωμιλούσαμεν, έως ότου εμείναμεν μεταξύ μας σύμφωνοι· μου φαίνεται λοιπόν ότι ο θυρωρός, κάποιος ευνούχος, είχε το αυτί του και μας ήκουε· φαίνεται δε ότι ένεκα του πλήθους των ερχομένων σοφιστών εβαρύνθη εκείνους, οι οποίοι εσύχναζαν εις την οικίαν· όταν λοιπόν εκτυπήσαμεν την θύραν, αφ' ου ήνοιξε και μας είδεν, ουφ, είπε, κάτι πάλιν σοφισταί είναι· δεν έχει καιρόν και συγχρόνως γρήγορα-γρήγορα έπιασε την θύραν με τα δύο του χέρια και με όλην του την δύναμιν μας την έκλεισεν εις τα μούτρα. Και ημείς εκ νέου εκτυπούσαμεν, και εκείνος κρατών κλεισμένην την θύραν απεκρίθη και είπεν· ω άνθρωποι, είπε, δεν ηκούσατε, ότι δεν έχει καιρόν; Αλλά, φίλε μου, είπα εγώ, ούτε εις τον Καλλίαν ερχόμεθα, ούτε σοφισταί είμεθα· ώστε μη φοβείσαι· ήλθομεν να ίδωμεν τον Πρωταγόραν, επειδή τον χρειαζόμεθα· ειδοποίησε λοιπόν. Μετά πολλής δυσκολίας ο άνθρωπος επί τέλους μας ήνοιξε την θύραν άμα δ' εμβήκαμεν, εύρομεν τον Πρωταγόραν, ο οποίος επεριπάτει έμπροσθεν της στοάς· κατά σειράν δ' επεριπάτουν μαζί με αυτόν από μεν το έν μέρος ο Καλλίας ο υιός του Ιππονίκου και ο από την ιδίαν μητέρα αδελφός του ο Πάραλος ο υιός του Περικλέους και ο Χαρμίδης ο υιός του Γλαύκωνος· από δε το άλλο μέρος ο άλλος υιός του Περικλέους Ξάνθιππος, και ο Φιλιππίδης ο υιός του Φιλομήλου και ο Αντίμοιρος από την Μένδην (της Θράκης), ο οποίος είναι ο πλέον περίφημος από τους μαθητάς του Πρωταγόρου και μανθάνει χάριν της τέχνης, διά να γείνη σοφιστής. Εκείνοι δε οι οποίοι ηκολούθουν οπίσω απ' αυτούς και ηκροάζοντο τα λεγόμενά των, οι μεν περισσότεροι εφαίνοντο ξένοι, τους οποίους σύρει ο Πρωταγόρας από όλας τας πόλεις από τας οποίας περνά, μαγεύων αυτούς με την φωνήν του καθώς ο Ορφεύς, εκείνοι δε ακολουθούν προς το μέρος της φωνής μαγευμένοι· ήσαν δε και μερικοί από τους εντοπίους μέσα εις την συντροφιά· αυτήν λοιπόν την συντροφιά άμα εγώ την είδον, ευχαριστήθην βέβαια παρά πολύ. Βλέπων ότι επρόσεχαν καλά να μη ευρίσκωνται ποτέ εις το έμπροσθεν μέρος του Πρωταγόρου μέσα εις τα πόδια του, αλλ' όταν αυτός έστρεφεν εις τα οπίσω, και εκείνοι οι οποίοι ευρίσκοντο μαζί του, με εύμορφον κάπως τρόπον και με τάξιν εχωρίζοντο εις δύο αυτοί οι ακροαταί του από το έν μέρος και από το άλλο, και βαδίζοντες κυκλοτερώς πάντοτε ετοποθετούντο όπισθεν του ωραιότατα.
Έπειτα από αυτόν ως φάσμα διέκρινα, καθώς είπεν ο Όμηρος, τον Ιππίαν από την Ήλιδα, ο οποίος εκάθητο εις τα έμπροσθεν της αντικρυνής στοάς εις θρόνον· ολόγυρά του δε εκάθηντο εις θρανία ο Ερυξίμαχος ο υιός του Ακουμενού και ο Φαίδρος από την Μυρρινούντα της Αττικής και ο Άνδρων ο υιός του Ανδροτίωνος, και από τους ξένους μερικοί συμπατριώται του και μερικοί άλλοι. Εφαίνοντο δε ότι ηρώτων πότε ο ένας και πότε ο άλλος τον Ιππίαν διά ζητήματα της φυσικής και διά μερικά αστρονομικά ζητήματα, εκείνος δε εις τον θρόνον καθήμενος έλυε το ζήτημα καθενός από αυτούς και έδιδεν εκτεταμένας αποκρίσεις εις τας ερωτήσεις των· διέκρινα δ' επίσης μέσα και τον Τάνταλον, δηλαδή είχεν έλθει λοιπόν και ο Πρόδικος από την Κέαν· ήτο δε μέσα εις έν μικρόν δωμάτιον, το οποίον προτήτερα μετεχειρίζετο ως αποθήκην ο Ιππόνικος, τώρα δε ο Καλλίας ένεκα του πλήθους των διατριβόντων εκεί, αφ' ου άδειασε και αυτό, το έκαμε κατοικίαν διά τους ξένους. Ο μεν Πρόδικος λοιπόν ήτον ακόμη πλαγιασμένος, τυλιγμένος μέσα εις μερικά δέρματα και σκεπάσματα παρά πολλά, καθώς εφαίνετο δε, εκάθηντο πλησίον εις αυτόν επάνω εις τα πλησίον κρεββάτια ο Παυσανίας από το προάστειον των Κεραμέων και μαζί με αυτόν ένα νέον ακόμη παιδάριον, καθώς εγώ νομίζω, φυσικά εύμορφον και αγαθόν και κατά την όψιν παρά πολύ ωραίον. Μου εφάνη ότι ήκουσα να το ονομάζουν Αγάθωνα, και δεν θα μου φανή παράξενον αν είναι παιδίον ερωμένον του Παυσανίου. Ήτο λοιπόν τούτο το παιδάριον, και οι δύο Αδείμαντοι, ο υιός του Κήπιδος δηλαδή και ο υιός του Λευκολοφίδου, εφαίνοντο δε μερικοί άλλοι. Διά ποία δε ζητήματα συνωμίλουν, εγώ τουλάχιστον που ήμην απ' έξω δεν ημπόρουν να καταλάβω, αν και επεθύμουν με πάθος ν' ακούσω τον Πρόδικον· διότι μου φαίνεται ότι είναι άνθρωπος πάνσοφος και θείος· αλλ' επειδή η φωνή του είναι βαρεία, εγίνετο ένας βόμβος μέσα εις το δωμάτιον και έκαμνεν ώστε να μη διακρίνωνται τα λεγόμενα.
Ύστερ' απ' ολίγο, αφ' ου είχομεν ημείς εισέλθει, κατόπιν εμβήκεν έπειτα και ο Αλκιβιάδης ο ωραίος, καθώς συ λέγεις και εγώ το παραδέχομαι, και ο Κριτίας ο υιός του Καλαίσχρου. Ημείς λοιπόν καθώς εμβήκαμεν, αφ' ου ακόμη ολίγον εχρονοτριβήσαμεν και παρετηρήσαμεν αυτά, επλησιάσαμεν προς τον Πρωταγόραν και εγώ είπα.
Σωκράτης
Πρωταγόρα, και εγώ και αυτός εδώ ο Ιπποκράτης ήλθομεν προς σε.
Πρωταγόρας
Τι από τα δύο, είπε, θέλετε με μόνον εμέ να ομιλήσητε ιδιαιτέρως, ή
εν ώ είναι μαζί μου και οι άλλοι;
Σωκράτης
Μας είναι όλως διόλου αδιάφορον, είπον εγώ· αφ' ου δε ακούσης την
αιτίαν, διά την οποίαν ήλθομεν, μόνος σου σκέψου (τι πρέπει να
γείνη).
Πρωταγόρας
Ποία λοιπόν, είπεν, είναι η αιτία, διά την οποίαν ήλθετε;
Σωκράτης
Αυτός εδώ ο Ιπποκράτης, είναι μεν εντόπιος, υιός του Απολλοδώρου,
από μεγάλην και πλουσίαν οικογένειαν· αυτός δε φαίνεται ότι κατά τα
φυσικά προτερήματα είναι ωσάν κάθε ένα της ηλικίας του. Επιθυμεί
δε, καθώς μου φαίνεται, να γείνη πεπαιδευμένος μέσα εις την πόλιν,
νομίζει δε ότι θα κατορθώση τούτο προ πάντων, εάν σπουδάση πλησίον
σου· τώρα λοιπόν συ σκέψου αυτά· τι από τα δύο, νομίζεις ότι πρέπει
να συνομιλήσης μόνος σου με ημάς μόνους, ή να είναι και οι άλλοι
μαζί.
Πρωταγόρας Σωστά, είπε, λαμβάνεις προφυλάξεις δι' εμέ, Σωκράτη. Διότι ξένος άνθρωπος, ο οποίος πηγαίνει εις μεγάλας πόλεις, και μέσα εις αυτάς πείθει τους καλυτέρους νέους ν' αφήσουν τας συναναστροφάς των άλλων, και συγγενών και ξένων, και γερόντων και νέων και να συναναστρέφονται αυτόν, διά να γείνουν διά της συναναστροφής του καλύτεροι, πρέπει, εν ώ κάμνει αυτά, να φοβήται· διότι εις αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν μικροί φθόνοι και άλλα μίση και επιβουλαί. Εγώ δε λέγω ότι η μεν σοφιστική τέχνη είναι παλαιά, από δε τους παλαιούς άνδρας, εκείνοι οι οποίοι μετεχειρίζοντο αυτήν, επειδή εφοβούντο την δυσαρέσκειαν την οποίαν προκαλεί, είχον ως πρόφασιν και εκρύπτοντο, άλλοι μεν την ποίησιν, καθώς ο Όμηρος και ο Ησίοδος και ο Σιμωνίδης, άλλοι δε πάλιν τελετάς και προφητείας, καθώς αι του Ορφέως και του Μουσαίου· μερικοί δε, καθώς εκατάλαβα, και την γυμναστικήν, καθώς ο Ίκκος από τον Τάραντα και εκείνος ο οποίος ακόμη και τώρα είναι σοφιστής από όλους ανώτερος ο Ηρόδικος από την Σηλυβρίαν της Θράκης, καταγόμενος δε από τα Μέγαρα· την μουσικήν δε μετεχειρίσθη ως πρόφασιν και ο ιδικός σας Αγαθοκλής, ο οποίος είναι μεγάλος σοφιστής, και ο Πυθοκλείδης, από την Κέαν και πολλοί άλλοι. Όλοι αυτοί, καθώς λέγω, επειδή εφοβήθησαν τον φθόνον, μετεχειρίσθησαν αυτάς τας τέχνας διά παραπετάσματα· εγώ δε με όλους αυτούς ως προς τούτο δεν συμφωνώ· διότι φρονώ ότι αυτοί δεν κατώρθωσαν εκείνο το οποίον ηθέλησαν διότι είναι αδύνατον να κρυφθή κανείς, από εκείνους, οι οποίοι έχουν δύναμιν μέσα εις τας πόλεις να επιβάλλωνται, ένεκα των οποίων μεταχειρίζεται κανείς αυτάς τας προφάσεις· επειδή ο κοινός λαός βεβαίως δεν καταλαμβάνει τίποτε απ' αυτά, αλλ' εκείνα τα οποία αυτοί (οι προύχοντες) διαδώσουν, αυτά επαινεί. Το να θέλη λοιπόν κανείς να κρυφθή, εν ώ δεν ημπορεί να κρυφθή, αλλά γίνεται ολοφάνερος, είναι και πολύ ανόητος δουλειά, και χωρίς άλλο κάμνει τους ανθρώπους να τον μισούν περισσότερον· διότι νομίζουν ότι εκείνος που κάμνει αυτά, κοντά εις τα άλλα είναι και κατεργάρης. Εγώ λοιπόν δεν ηκολούθησα τούτους, αλλ' όλως διόλου τον εναντίον δρόμον, και ομολογώ ότι και σοφιστής είμαι και ανθρώπους διδάσκω, και νομίζω ότι αυτή η προφύλαξις είναι καλυτέρα από εκείνην, το να ομολογώ δηλαδή το επάγγελμά μου μάλλον παρά να το αρνούμαι· κοντά δε εις αυτήν έχω σκεφθή και άλλας προφυλάξεις, ώστε, διά να είπω την αλήθειαν, δεν έπαθον κανέν κακόν, διότι ομολογώ ότι είμαι σοφιστής. Αν και είναι έως τώρα πολλά βεβαίως έτη που εξακολουθώ αυτήν την τέχνην· διότι και όλα ομού τα χρόνια της ηλικίας μου είναι πολλά· και δεν είναι κανείς από όλους σας, του οποίου να μη είμαι πατήρ κατά τα χρόνια· ώστε θα είναι παρά πολύ ευχάριστον εις εμέ, εάν θέλετε τίποτε, δι' όλα όσα επιθυμείτε να ομιλήσωμεν εμπρός εις όλους όσοι είναι μέσα.
Και εγώ — διότι υπωψιάσθην ότι αυτός επιθυμεί να επιδειχθη εις τον
Πρόδικον και εις τον Ιππίαν και να καμαρώση, ότι έχομεν έλθει διότι
είμεθα θαυμασταί του — είπον.
Σωκράτης
Διατί να μη καλέσωμεν και τον Πρόδικον και τον Ιππίαν και όσους
είναι μαζί των, διά ν' ακροασθώσι την συνομιλίαν μας;
Πρωταγόρας
Βεβαιότατα, είπε.
Καλλίας
Επιθυμείτε λοιπόν, είπεν ο Καλλίας, να βάλωμεν γύρω καθέδρας, διά
να συνομιλήτε καθήμενοι;
Εγνωμοδοτήσαμεν ότι χρειάζονται· ημείς δε όλοι χαίροντες ότι θ' ακούσωμεν άνδρας σοφούς, μόνοι μας επιάσαμεν τα θρανία και τα κρεββάτια και τα ετοποθετήσαμεν πλησίον του Ιππίου· διότι εκεί υπήρχον από προτήτερα τα θρανία. Εις τούτο δε το μεταξύ έφθασαν και ο Κριτίας και ο Αλκιβιάδης οδηγούντες τον Πρόδικον, τον οποίον εσήκωσαν από το κρεββάτι, και εκείνους που ήσαν μαζί με τον Πρόδικον. Αφ' ου δε όλοι εκαθίσαμεν μαζί, ο Πρωταγόρας είπε· τώρα λοιπόν, Σωκράτη, που και αυτοί εδώ είναι παρόντες, ημπορείς να είπης εκείνα τα οποία μου ανέφερες προ ολίγου διά τον νέον τούτον.
Σωκράτης
Θ' αρχίσω, Πρωταγόρα, να σου είπω εκείνα διά τα οποία ήλθον, με τα
ίδια λόγια με τα οποία ήρχισα προ ολίγου. Αυτός εδώ δηλαδή ο
Ιπποκράτης συμβαίνει να επιθυμή πολύ την συναναστροφήν σου· λέγει
δε ότι ευχαρίστως επιθυμεί να μάθη τι θα ωφεληθή, εάν φοιτήση
πλησίον σου. Τόσον μόνον έχω να είπω.
Έλαβε λοιπόν τον λόγον ο Πρωταγόρας και είπε·
Πρωταγόρας
Παιδί μου, θα λάβης την εξής ωφέλειαν, εάν έλθης κοντά μου, την
ημέραν κατά την οποίαν θα συνομιλήσης μαζί μου, θα υπάγης εις το
σπίτι σου, αφ' ου γείνης καλύτερος παρ' ό,τι ήσο, και την ακόλουθον
ημέραν το ίδιον θα συμβή και κατ' εξακολούθησιν κάθε ημέραν θα
προκόπτης εις το καλύτερον.
Και εγώ, αφ' ου ήκουσα αυτά, είπον.
Σωκράτης
Πρωταγόρα, τούτο που λέγεις δεν είναι διόλου παράξενον, αλλά
φυσικόν πράγμα, διότι και συ, αν και έχεις τόσον μεγάλην ηλικίαν
και είσαι τόσον σοφός, εάν σε διδάξη κανείς εκείνο το οποίον
συμβαίνει να μη γνωρίζης, θα εγίνεσο καλύτερος· δεν ζητούμεν όμως
τούτο, αλλά το εξής· αν λόγου χάριν τώρα έξαφνα ο Ιπποκράτης αυτός
εδώ ήλλασσεν επιθυμίαν και επεθύμει την συναναστροφήν τούτου του
νέου, ο οποίος τώρα εσχάτως ήλθεν εις τον τόπον μας, του Ζευξίππου
δηλαδή από την Ηράκλειαν, και αφ' ου ήθελεν υπάγει κοντά εις αυτόν,
καθώς τώρα έρχεται κοντά εις σε, ήθελεν ακούσει από αυτόν αυτά τα
ίδια, τα οποία ακούει από σε, ότι δηλαδή συναναστρεφόμενος αυτόν
κάθε ημέραν θα γίνεται καλύτερος και θα προκόπτη· εάν τον ερωτήση
πάλιν εις τι πράγμα λέγεις ότι θα γείνω καλύτερος και εις τι πράγμα
θα προκόψω; Ο Ζεύξιππος θα είπη εις αυτόν, ότι θα προκόψη εις την
ζωγραφικήν και εάν, αφού αντάμωνε τον Ορθαγόραν τον Θηβαίον, ήθελεν
ακούσει και από εκείνον αυτά τα ίδια, τα οποία ακούει από σε, θα
τον ηρώτα πάλιν εις τι πράγμα θα γίνηται καθ' ημέραν καλύτερος, εάν
συναναστρέφηται εκείνον, θα του έλεγε βεβαίως και αυτός ότι θα
γείνη καλύτερος εις το παίξιμον του αυλού· έτσι λοιπόν και συ ειπέ
εις τον νέον και εις εμέ ο οποίος σ' ερωτώ δι' αυτόν· αυτός εδώ ο
Ιπποκράτης, αν φοιτήση κοντά εις τον Πρωταγόραν, την ημέραν κατά
την οποίαν θα τον συναναστραφή, θ' αναχωρήση αφ' ου γείνη καλύτερος
καθώς και κάθε μίαν από τας άλλας ημέρας θα προκόψη πολύ, αλλά εις
τι πράγμα, Πρωταγόρα, και διά ποίον σκοπόν;
Και ο Πρωταγόρας, αφ' ου ήκουσεν αυτά από εμέ, είπε:
Πρωταγόρας
Και συ καλά ερωτάς, Σωκράτη, και εγώ αισθάνομαι χαράν ν'
αποκρίνωμαι εις εκείνους οι οποίοι καλά μ' ερωτούν. Ο Ιπποκράτης
λοιπόν, όταν έλθη κοντά μου, δεν θα πάθη εκείνα, τα οποία θα
επάθαινεν, εάν εγίνετο φοιτητής εις κανένα άλλον από τους σοφιστάς·
διότι οι μεν άλλοι καταστρέφουν τους νέους· εν ώ ούτοι αποφεύγουν
τας τέχνας, αυτοί πάλιν εκ νέου τους σύρουν χωρίς να θέλουν και
τους ρίπτουν μέσα εις τας τέχνας, διδάσκοντες λογαριασμούς και
αστρονομίαν και γεωμετρίαν και μουσικήν — και συγχρόνως έρριψε
βλέμμα προς τον Ιππίαν — , όταν δ' έλθη κοντά εις εμέ, δεν θα μάθη
διά κανέν άλλο πράγμα, παρά δι' εκείνο, διά το οποίον ήλθε. Το δε
μάθημά μου είναι η ορθή σκέψις διά τα πράγματα της οικίας, διά να
ημπορή να διοική όσον το δυνατόν καλύτερον το σπιτικόν του, και διά
τα πράγματα της πόλεως, διά να είναι ικανώτατος να ομιλή δι' όσα
αναφέρονται εις την πόλιν και να εκτελή αυτά.
Σωκράτης
Άρά γε, είπον εγώ, να εκατάλαβα αυτά που λέγεις; Διότι μου φαίνεται
ότι ομιλείς διά την πολιτικήν τέχνην και υπόσχεσαι ότι κάμνεις τους
ανθρώπους καλούς πολίτας.
Πρωταγόρας
Αυτό λοιπόν ακριβώς, Σωκράτη, είναι, είπε, το έργον, το οποίον
επαγγέλλομαι.
Σωκράτης
Καλήν λοιπόν τέχνην, είπον εγώ, κατέχεις, εάν την κατέχης· διότι
τίποτε άλλο βέβαια δεν θα σου είπω παρά εκείνα τα οποία σκέπτομαι.
Εγώ δηλαδή, Πρωταγόρα, ενόμιζον ότι τούτο το πράγμα δεν είναι
δυνατόν να διδαχθή, αλλ' αφ' ου συ το λέγεις, δεν έχω λόγον να
δείξω δυσπιστίαν. Έχω όμως το δικαίωμα να είπω διατί φρονώ ότι αυτό
δεν είναι δυνατόν να διδαχθή, ούτε να μεταδοθή από ανθρώπους εις
άλλους ανθρώπους.
Διότι εγώ, καθώς και οι άλλοι Έλληνες, λέγω ότι οι Αθηναίοι είναι σοφοί. Βλέπω λοιπόν, όταν συναθροισθώμεν εις την συνέλευσιν, ότι, όταν μεν είναι χρεία να εκτελέση τίποτε η πόλις αναφερόμενον εις οικοδομήσεις, προσκαλεί ως συμβούλους δι' εκείνα που θα οικοδομήση τους οικοδόμους, όταν δε πρόκειται διά ναυπηγήσεις, προσκαλεί τους ναυπηγούς, και με τον ίδιον τρόπον εκτελεί όλα τα άλλα, όσα νομίζουν ότι μπορεί κανείς να τα μάθη και ότι είναι δυνατόν να διδαχθώσιν. Εάν δε προβάλη κανείς άλλος να τους συμβουλεύση, τον οποίον εκείνοι νομίζουν ότι δεν είναι τεχνίτης, και παρά πολύ ωραίος και πλούσιος και ευγενής αν είναι, όχι μόνον μ' όλα του αυτά δεν τον ακούουν, αλλά και τον περιγελούν και κάμνουν θόρυβον έως ότου ο ίδιος, ο οποίος επρόβαλε να ομιλήση, σηκωθή να φύγη, ή οι τοξόται (δηλαδή οι κλητήρες) τον σύρουν εκείθεν ή τον πετάξουν έξω κατά διαταγήν των πρυτάνεων (δηλαδή των προέδρων). Δι' εκείνα λοιπόν τα πράγματα, διά τα οποία χρειάζεται τέχνη, τοιουτοτρόπως κάμνουν· όταν δε ήθελεν είναι χρεία να σκεφθώσι και αποφασίσωσι διά κανέν πράγμα που αποβλέπει εις την διοίκησιν της πόλεως, σηκώνεται και τους συμβουλεύει οποιοσδήποτε και αν είναι αδιακρίτως, κτίστης, χαλκωματάς, πετσωματάς, έμπορος, πλοίαρχος, πλούσιος, πτωχός, ευγενής, πρόστυχος, και κανείς δεν τον μαλώνει, όπως μαλώνουν τους προηγουμένους, ότι τάχα χωρίς να είχον κανένα διδάσκαλον, έπειτα τολμούν να συμβουλεύσουν· διότι, καθώς φαίνεται, νομίζουν ότι τούτο το πράγμα δεν είναι δυνατόν να το διδαχθή κανείς· και όχι μόνον η κοινωνία γενικώς της πόλεως έτσι κάμνει, αλλά και ιδιαιτέρως μεταξύ μας οι πλέον σοφοί και οι καλύτεροι από τους πολίτας εκείνην την ικανότητα, την οποίαν έχουν, δεν είναι ικανοί να την παραδώσουν εις άλλους· επειδή και ο Περικλής, ο πατήρ τούτων εδώ των παιδίων, εκείνα μεν τα πράγματα, τα οποία εξηρτώντο από διδασκάλους, τους τα έμαθε καλά και σωστά, εκείνα δε εις τα οποία αυτός ο ίδιος είναι σοφός, ούτε ο ίδιος τους τα διδάσκει ούτε εις κανέναν άλλον τους παραδίδει να τα μάθουν· αλλά μόνοι των περιτριγυρίζουν και βόσκουν ωσάν λυτά ζώα, μήπως πουθενά τυχαίως συναντήσουν εμπρός των την ικανότητα. Εάν δε θέλης και άλλο παράδειγμα, αυτός ο ίδιος ο Περικλής, επίτροπος του Κλεινίου, νεωτέρου αδελφού τούτου εδώ του Αλκιβιάδου, επειδή εφοβείτο δι' αυτόν μήπως ο Αλκιβιάδης τον διαφθείρη, τον εχώρισεν από αυτόν και τον παρέδωκεν εις τον (αδελφόν του) Αρίφρονα να τον διδάξη· και προτού περάσουν έξ μήνες, ο Αρίφρων τον έδωκεν οπίσω εις αυτόν, διότι δεν ήξευρε τι να τον κάμη. Ημπορώ δε να σου αναφέρω και όσους θέλεις άλλους, οι οποίοι, εν ώ οι ίδιοι ήσαν ικανοί, δεν κατώρθωσαν να κάμουν ποτέ έως τώρα κανένα ικανόν ούτε από τους συγγενείς των ούτε από τους ξένους. Εγώ λοιπόν, Πρωταγόρα, έχων υπ' όψει αυτά τα παραδείγματα, νομίζω ότι η ικανότης είναι πράγμα που δεν ημπορεί να διδαχθή· επειδή όμως σε ακούω να λέγης αυτά, υποχωρώ και νομίζω ότι κάτι λέγεις, διότι θεωρώ ότι έχεις αποκτήσει πείραν πολλών πραγμάτων, ότι έχεις μάθει δε πολλά, και ότι άλλα πάλιν έχεις ανακαλύψει μόνος σου. Εάν λοιπόν ημπορής να μας αποδείξης καθαρώτερα ότι η ικανότης είναι πράγμα το οποίον δύναται να διδαχθή, μη καταδεχθής να μας το κρύψης, αλλά δείξε το εις ημάς.