ΕΛΕΝΗΣ ΕΠΙΘΑΛΑΜΙΟΣ
Όταν ο γυιός ο πιο στερνός του Ατρέως, ο ξανθομάλλης Μενέλαος, με την ώμορφη κι αγαπημένη Ελένη, την κόρη του Τυνδάρεου, παντρεύτηκε στη Σπάρτη, δώδεκ' ανθοστεφάνωτα κι απάρθενα κοράσια, οι πρώτες και καλλίτερες στη χώρα αρχοντοπούλες, έστησαν όλες το χορό κ' εχόρευαν αντάμα απ' έξω από την κάμαρα τη μυριοστολισμένη. Κ' έπλεκαν τα ποδάρια των και ρυθμικά εκροτούσαν κι αντικροτούσε δυνατά κ' η κάμαρα του γάμου· κι όλες ετραγουδούσανε κ έλεγαν τέτοια λόγια:
(Υμέναιος)
Τι τόσο βιάστηκες, γαμπρέ, στον ύπνο να το ρίξης; δεν σου βαστάν τα γόνατα ή μη αγαπάς τον ύπνο; ή μήπως ήπιες πιο πολύ πριν πέσης στο κρεββάτι; Αν ήθελες να κοιμηθής, ας διάλεγες την ώρα κι ας άφηνες την κορασιά με τάλλα τα κοράσια να παίζη ως τα χαράμματα στης μάννας της το πλάι, αφού 'δική σου θάν' αυτή και σήμερα και πάντα.
Καλότυχε γαμπρέ, οιωνός καλός θάχε πετάξει όταν στη Σπάρτη ερχόσουνα που ήταν κ' οι άλλοι αρχόντοι. Μονάχα εσύ, Μενέλαε, από τους ημιθέους εσύ θε νάχης πεθερό το Δία, το γυιό του Κρόνου. Μαζί σου τώρα επλάγιασε του Δία η θυγατέρα, που σαν αυτήν άλλη καμμιά στην Αχαΐα δεν είνε· κι ώμορφη θάν' η γέννα της, αν το παιδί της μοιάζη. Εμείς οι συνομήλικες που κατά τον Ευρώτα σαν άντρες θε να τρέξωμε, διακόσες τόσες κόρες, μόλις η Ελένη η ώμορφη προβάλη ανάμεσα μας καμμιά από 'μας δε δείχνεται, καμμιά δίχως ψεγάδι.
Αυγή, δείχνοντας ώμορφη τη διάφανή της όψη, σελήνη, ωραία βασίλισσα στη σκοτεινιά της νύχτας, άνοιξη Ανθοπερίχυτη κ' ύστερ' απ' το χειμώνα, τέτοια η χρυσή η Ελένη μας ανάμεσά μας λάμπει. Κι όπως στολίδ' είνε της γης ταθέριστο χωράφι, στολίδι του περιβολιού τωλόρθο κυπαρίσσι, στολίδι στο άρμα η ώμορφη θεσσαλική φοράδα, έτσι στη Λακεδαίμονα στολίδι είν' η Ελένη.
Ούτε καμμιά άλλη εργόχειρα με τόση τέχνη κάνει, ούτε καμμιά στον αργαλειό, φασμένο με το χτένι κόβει πανί τόσο κρουστό απ' τα ψηλά δοκάρια, ούτ' άλλη ξέρει να κτυπά τόσο καλά το υφάδι κ' υφαίνοντας να τραγουδή την Άρτεμι με χάρη και την τεχνήτραν Αθηνά, καμμιά σαν την Ελένη που μέσ' στα δυο ματάκια της οι πόθοι είνε κρυμμένοι.
Εσ' είσαι πια στο σπίτι σου, χαριτωμένη κόρη, [κ' εμείς κοράσια ελεύθερα θα πάμε στα λιβάδια] μόλις χαράξ' η χαραυγή, να μάσωμε λουλούδια, να μάσωμε, να πλέξωμε στεφάνια ευωδιασμένα και σένα θα θυμώμαστε και θα σε λαχταρούμε, όπως ποθούν και λαχταρούν της μάννας το μαστάρι τα βυζανιάρικα ταρνιά που τρέφονται με γάλα.
Πρώτες θε να σου πλέξωμε στεφάνι από τριφύλλι και θε να το κρεμάσωμε σε σκιερό πλατάνι, πρώτες λάδι θα στάξωμεν απ' αργυρό λαγήνι γύρω τριγύρω στη σκιά που ρίχνει το πλατάνι και τέτοια θα χαράξωμε στη φλούδα του κορμού του για να διαβάζη όποιος περνά, για να θωρή γραμμένο «Ελένης δέντρον είμ' εγώ, προσκύνα με, διαβάτη».
Χαίρετε, νύφη και γαμπρέ με πεθερό το Δία, χαίρετε! κι άμποτε η Λητώ, που τα παιδιά φροντίζει, πολλά παιδιά, καλά παιδιά στους δυο σας να χαρίση κ' ίσην αγάπη και στους δυο να στείλ' η Αφροδίτη, κι ο Ζευς να κάνη αμέτρητο κι αμέτρητο το βιος σας για νάνε πάντα ατέλειωτο και πάντα να πηγαίνη από φαμίλια αρχοντική σ' αρχοντική φαμίλια.
Αγκαλιαστήτε ερωτικά και γλυκοκοιμηθήτε κι ανάλαφρα ξυπνήσετε και πάλι την αυγούλα. Εμείς θε να ξανάρθωμε μόλις γλυκοχαράξη και κράξη ο πρώτος πετεινός με το λαιμό του ολόρθο
Γι' αυτό το γάμο, Υμέναιε, δείξε χαρά μεγάλη.
ΗΡΑΚΛΙΣΚΟΣ
(Απόσπασμα)
Τον Ηρακλή, δέκα μηνών, τον Ιφικλή, μια νύκτα μικρότερό του μοναχά, η μάννα τους η Αλκμήνη αφού πρώτα τους έλουσε κ' εχόρτασέ τους γάλα αγάλια τους επλάγιασε σε χάλκινην ασπίδα, όπου την είχε λάφυρο παρμένη ο Αμφιτρύων απ' τον Πτερέλαο, πούλαχεν εμπρός του σκοτωμένος. Κ' είπε, τα κεφαλάκια των χαϊδεύοντας η Αλκμήνη: «Ύπνο γλυκό κ' ύπνο αλαφρό, παιδιά μου κοιμηθήτε, »κλείσετε τα ματάκια σας, ευτυχισμένα αδέρφια· »καλότυχο το πλάγιασμα και το ξημέρωμά σας». Και λέγοντας τα λόγια αυτά κουνούσε την ασπίδα και τα παιδιά κοιμήθηκαν κ' ύπνος γλυκός τα πήρε.
Και 'κεί προς τα μεσάνυχτα, δυο δράκοντες, δυο φίδια, μαύροι, κυματοκούνητοι, σταλμένοι από την Ήρα με προσταγή τρομαχτική τον Ηρακλή να φάνε, ωρμήσανε κ' εδιάβηκαν της θύρας το κατώφλι. Εσέρνονταν κατάχαμα κ' οι δυο μ' άγρια λύσσα κι ανάλαμπαν τα μάτια των και φλόγες εσκορπούσαν και μέσ' από το στόμα των πικρό φαρμάκι εφτύναν. Μα όταν τα χείλη γλείφοντας εσίμωσαν τα βρέφη ευθύς εκείνα εξύπνησαν με φώτιση του Δία και φως εχύθη ολόγυρα κ' έλαμψε όλο το σπίτι.
Και μόλις είδ' ο Ιφικλής απάνω απ' την ασπίδα εκείνα τα κακά θεριά, τα σκιαχτερά των δόντια, έκραξεν απ' το φόβο του κ' εκλότσησεν αμέσως το μάλλινό του σκέπασμα γυρεύοντας να φύγη· όμως ο άλλος, ο Ηρακλής, άπλωσ' ευθύς τα χέρια κ' εγίνηκαν τα δάχτυλα χαλκάδες στο λαιμό τους εκεί που τα φαρμάκια τους όλα τα φίδια κρύβουν, τα φίδια αυτά που κ' οι θεοί τα εχθρεύονται για πάντα.
Τότε στο βυζανιάρικο ταδάκρυτο το βρέφος τυλίχτηκαν ολόγυρα σφικτά-σφικτά τα φίδια, και πάλι ξετυλίχτηκαν ζητώντας να ξεφύγουν απ' των χεριών το σφίξιμο που τόσο τους πονούσε. Άκουσ' η Αλκμήνη την κραυγή κ' εφώναξε κ' εκείνη: «Σήκω, Αμφιτρύων εμένα, ιδές, με παραπήρε ο φόβος· »σήκω όπως είσαι, μη ζητάς σάνδαλα να φορέσης. »Σήκω και βιάσου· δεν ακούς πως κράζει ο Ιφικλής μας; »ή μη δε βλέπεις πως ενώ νύκτα βαθειά είν' ακόμα »οι τοίχοι γύρω φέγγουνε σαν νάχη ξημερώσει; »Άντρα μου, μέσ' στο σπίτι μας κάτι κακό θα τρέχη».
Είπε· κι αυτός κατέβηκεν ευθύς απ' το κρεββάτι κι άρπαξε τώμορφο σπαθί που κρέμονταν αιώνια στο κέδρινο κρεββάτι του ψηλά σ' ένα παλούκι. Με τώνα χέρι του κρατεί το νιόκλωστο ζουνάρι, με τάλλο σέρνει το σπαθί μέσ' από το θηκάρι, θηκάρι καλοδούλευτο και κοσμοξακουσμένο. Τότε με μιας η κάμαρα σκοτείνιασε και πάλι· κ έκραξε αυτός τους δούλους του, που ύπνο βαρύ εκοιμώνταν «Φέρετε φως, ανάψτε φως από τη σκάρα αμέσως »και σύρετε τα δυνατά τα μάνταλα απ' τις θύρες».
(Λείπουν στίχοι εκ του αρχαίου κειμένου)
«Εκείνος κράζει· ατρόμητοι δούλοι του σηκωθήτε». Είπεν αυτή που στις σκληρές μυλόπετρες κοιμώταν. Κ' ήρθαν οι δούλοι βιαστικά και μ' αναμμένους λύχνους, κ' εγέμισεν η κάμαρα. Και μόλις είδαν όλοι το βυζανιάρικο Ηρακλή να σφίγγη με τα χέρια τους δράκοντας, ανάκραξαν χτυπώντας τις παλάμες. Κ' εκείνος, στον πατέρα του δείχνοντας τα δυο φίδια σπαρτάριζεν από χαρά σηκώνοντάς τα απάνω, κ' ύστερα γέλασε κ' εμπρός στα πόδια του πατέρα ταπόθεσε τα δυο θεριά ψόφια και καρωμένα.
Η Αλκμήνη ευθύς τον Ιφικλή στον κόρφο της επήρε ξερόν από το φόβο του· σκέπασ' ο Αμφιτρύων με μια προβειάν, αρνιού προβειά, τον Ηρακλή το βρέφος κ' έπεσε στο κρεββάτι του και πάλι αποκοιμήθη.
Τρίτη φορά τη χαραυγή τα ορνίθια ετραγουδούσαν· η Αλκμήνη στέλνει και καλεί το μάντι Τειρεσία που αλάθευτα επροφήτευε και έλεγε την αλήθεια. Η Αλκμήνη του ανιστόρησε το πράγμα όπως εγίνη και τον επαρακάλεσεν απόκριση να δώση. «Κι αν μέλλη νάβγη σε κακό κι αν οι θεοί το θέλουν, »μη φοβηθής να μου το 'πής, μηδέ να μου το κρύψης· » γιατί το ξέρω, δεν μπορεί κανένας να ξεφύγη »απ' όσα με ταδράχτι της η Μοίρα του τού κλώθει. »Εσύ το ξέρεις πιο καλά, εγώ θα σου το μάθω;» Έτσ' είπεν η βασίλισσα κι αυτός της αποκρίθη: «Θάρρευε και μη σκιάζεσαι, καλών παιδιών μητέρα, »που ρέει μέσα στις φλέβες σου το αίμα του Περσέως. »Απ' όσα μέλλει να γενούν τα πιο καλά στοχάσου. »Σ' τωρκίζομαι στο γλυκό φως που μούστωσε απ 'τα μάτια, »ότι πολλές, πάρα πολλές των Αχαιών γυναίκες, »τυλίγοντας το δειλινό το νήμα των στο γόνα »θα λένε και θα τραγουδούν τώνομα της Αλκμήνης· »οι Αργείες θε να τον σέβωνται το γυιό σου που μια μέρα »θε ν' ανεβή στον ουρανό τον αστροφωτισμένο, »ήρως αυτός πλατόστηθος που όλα μπροστά του κι όλοι »και τα θεριά κ' οι άνθρωποι μικρότεροι του θάνε. »Όταν με την αντρεία του θα κάνη δώδεκ' άθλους »είνε γραφτό του στου Διός να μένη τα παλάτια »και το θνητό του το κορμί θα κάψουν στην Τραχίνα, »και θε να τον καλέσουνε οι αθάνατοι γαμπρό τους » αυτοί που τώρα εστείλανε θεριά για να τον φάνε· [»θε νάρθ' ημέρα κάποτε που ο σουβλοδόντης λύκος »θα 'δή λαφάκι στη φωλιά και δεν θα το πειράξη]. »Μα νάχετ' έτοιμη φωτιά κρυμμένη μέσ' στη στάχτη »και ρίξετε ξερά κλαδιά, κατάξερα κλωνάρια »ασπαλουθιάς ή παλουριού, αγριαπιδιάς ή βάτου »και κατά τα μεσάνυχτα κάψετε τα δυο φίδια, »την ώρα πούθελαν αυτά να φάνε το παιδί σου. »Και την αυγή τη στάχτη τους μια δούλα να συνάξη »και να την φέρη μακρυά και μέσα στο ποτάμι »να τήνε ρίξη από ψηλά, ψηλά απ' τον άγριο βράχο, »και να μη στρέψη πίσω της όταν γυρνά στο σπίτι. »Στο σπίτι τότε κάψετε πρώτα καθάρειο θειάφι, »έπειτα μ' αρμυρό νερό και με νερό της βρύσης »ραντίσετε την κάμαρα μ' εληάς χλωρό κλωνάρι. »Και τότε χοίρο αρσενικό προσφέρετε στο Δία »θυσία, για να τον κάνετε να πάψη την οργή του».
Είπε, κι ανέβηκε γοργός, μ' όλα τα γηρατειά του, σ' ελεφαντένιαν άμαξαν ο μάντις Τειρεσίας.
ΒΟΥΚΟΛΙΣΚΟΣ
Γλυκό φιλάκι εζήτησα να πάρω απ' την Ευνίκη κ' εκείνη μ' αναγέλασε και τέτοια λόγια μούπε: «Γκρεμίσου, κακορρίζικε, και φύγε από κοντά μου! »βοσκός εσύ πως τόλμησες φιλί να μου ζητήσης; »εγώ δεν εσυνήθισα να με φιλούν χωριάτες, »μόνο σε χείλη χωριανά κολλώ τα δυο μου χείλη. »Εσύ μήτε στον ύπνο σου ποτέ θα με φιλήσης «Γλυκά θωρείς, γλυκά μιλείς κι ώμορφα χωρατεύεις »κ' είν' απαλά τα χάδια σου και τρυφερά τα λόγια »κ' έχεις τα γένεια μαλακά κι ώμορφα τα μαλλιά σου! »Τα χείλη σου έχουν αρρώστια κ' έχεις τα χέρια μαύρα »κ' η μουρουδιά σου είνε κακιά· φύγε μη με λερώσης». Και λέγοντάς τα, τρεις φορές έφτυσε μέσ' στον κόρφο κι' αδιάκοπα μ' εκύτταζεν απ' την κορφή ως τα νύχια και ζάρωνε τα χείλη της και με λοξοθωρούσε, κ' έπειτα καμαρώνοντας για τη γλυκειά ωμορφιά της. άπονα με περίπαιζε μ' ένα συρτό της γέλιο. Κ' εμένα μέσα μου έβρασε κ' εκόχλασε το αίμα κι' από τον πόνο τον πολύ κοκκίνισ' η θωριά μου όπως τα ρόδα γίνονται κόκκιν' απ' τη δροσούλα. Κ' έφυγε, με παράτησε· κ' εμέ ο θυμός με πνίγει πως έτσι μ' επερίπαιξε με τόσες χάρες πούχω.
Βοσκοί, δεν είμ' ωμορφονειός; πέτε μου την αλήθεια· ή μήπως έξαφνα ο θεός άλλαξε τη θωριά μου; γιατ' άλλοτε στην όψη μου σγουρό το χνούδι ανθούσε κ' εσκέπαζε κ' εστόλιζε τα κατωσάγωνά μου όπως του δένδρου τον κορμό χλωρός κισσός στολίζει· και τα μαλλιά σαν σέλινα μούπεφταν στα μηλίγγια, κ' είχα το μέτωπο λευκό πάνω απ' τα μαύρα φρύδια, κ' ήταν τα δυο τα μάτια μου πιο χαροπά απ' τα μάτια της Αθηνάς της ώμορφης και της γαλανομμάτας, κι είχα κορμί πιο παχουλό κι από το χλωροτύρι, κ' έβγαινεν απ' το στόμα μου γλυκειά-γλυκειά η φωνή μου κι από το μέλι πιο γλυκειά που βγαίνει απ' την κηρήθρα κ' ήταν και το τραγούδι μου γλυκό γλυκό κ' εκείνο είτε φλογέραν έπαιζα, σουραύλι είτε καλάμι· και στα βουνά που εγύριζα, όλες εκεί οι γυναίκες, όλες με βρίσκαν ώμορφο κι όλες των μ' αγαπούσαν και μόνο εκείνη η χωριανή δε μούδειξεν αγάπη παρά με καταφρόνεσε γιατ' είμαι βοϊδολάτης. Τάχα δεν άκουσε ποτέ πως βώδια στα λιβάδια έβοσκεν ο Διόνυσος, ο ώμορφος γυιός του Δία; Τάχα δεν ξέρ' η άπονη πως ένα βοϊδολάτη κ' η Αφροδίτη αγάπησε κ' ήταν τρελλή για 'κείνον και στης Φρυγίας τα βουνά γύριζε βοσκοπούλα, κι αγάπησε τον Άδωνι μέσ' στα πυκνά λαγκάδια και στα λαγκάδια τα πυκνά τον έκλαψεν εκείνη; Κι ο Ενδυμίων τι ήτανε; δεν ήταν βοϊδολάτης; μα τόσο τον αγάπησε κ' εκείνον η Σελήνη πούφευγεν απ' τον Όλυμπο κρυφά-κρυφά μονάχη και στις χαράδρες πήγαινε κ' επλάγιαζε μαζί του. Και συ, Κυβέλη, τάχατε δεν κλαις το βοϊδολάτη; Μήπως κι ο Ζευς δεν έγινεν αϊτός για βοϊδολάτη;
Μόνο η Ευνίκη, πιο ώμορφη τάχα κι απ' την Κυβέλη κι απ' τη Σελήνη πιο ώμορφη κι από την Αφροδίτη, αυτή δεν καταδέχεται, δε θέλει βοϊδολάτη. Και συ, Αφροδίτη, εδώ κ' εμπρός μην αγαπάς εκείνον, μη τον γυρεύης στο βουνό, μη τον ζητάς στη χώρα, μα μόνη κι ολομόναχη τη νύκτα να κοιμάσαι.
ΚΗΡΙΟΛΕΠΤΗΣ
Εκέντρωσε μια μέλισσα τον έρωτα τον κλέφτη όταν της έκλεβε κερί μέσ' από την κυψέλη, κι όλα του τακροδάχτυλα τα βρήκε το κεντρί της. Κι αυτός πονούσε ο δύστυχος κ' εφύσαγε τα χέρια κ' εχτύπαγε τα πόδια του πηδώντας απ' τον πόνο· κ' έτρεξε στη μητέρα του την ώμορφη Αφροδίτη κ' έδειξε τα χεράκια του και της παραπονέθη πως είν' η μέλισσα μικρή κι όμως σκληρά πληγώνει. Κ' εγέλασ' η μητέρα του και στράφηκε και τούπε: Γιατί απορείς; μήπως και συ της μέλισσας δε μοιάζεις; Έτσι μικρός είσαι και συ κ' έτσι σκληρά πληγώνεις.
ΗΛΑΚΑΤΗ
Αδράχτι, που σ' εχάρισε στις γνωστικές γυναίκες η γλαυκομμάτα η Αθηνά για νοικοκυροσύνη, έλα μαζί μου θαρρετά στην πόλη του Νηλέως πούνε ναός της Κύπριδος μέσ' σε χλωρά καλάμια. Εκεί θα πάμε, κι ο θεός καλό ταξίδι ας δώση, το φίλο το Νικία μου να 'δώ και να φιλήσω, που οι χάριτες γλυκόφωνες τον έχουν αναθρέψει, και σένα, καλοδούλευτο κ' ελεφαντένιο αδράχτι, εσένα στη γυναίκα του θε να σε κάνω δώρο, να κλώθης νήματ' απαλά για των αντρών τα ρούχα και νήματα για διάφανα φορέματα γυναικεία. Γιατ' οι μαννάδες των αρνιών στα πράσινα λιβάδια κουρεύονται για χάρη της και δίνουν το μαλλί τους πάντα το χρόνο δυο φορές· τ' είνε καλή δουλεύτρα κι όλα αγαπάει όσ' αγαπούν οι γνωστικές γυναίκες. Εγώ δε θα σ' εχάριζα μηδέ σε τιποτένιες μήτ' ήθελα να σ' έβλεπα μέσ' σ' ακάματρας σπίτι, γιατ' είσαι απ' την πατρίδα μου κ' έχεις εσύ πατρίδα την πόλη εκείνη που έκτισεν ο Εφυραίος Αρχίας, πόλη μ' ανθρώπους διαλεχτούς, της Σικελίας καμάρι. Τώρα θε νάχης σπίτι σου σοφού γιατρού το σπίτι που ξέρει μύρια γιατρικά και διώχνει τις αρρώστιες· αντάμα με τους Ίωνας στη Μίλητο θα μένης έτσι για νάχη η Θεύγενη το πιο ώμορφο ταδράχτι και να με φέρνη πάντοτε μέσ' την ενθύμησή της εμένα τον τραγουδιστή και τον καλό της φίλο. Όποιος σε 'δή στα χέρια της να λέη: Μεγάλη, αλήθεια, μεγάλη χάρη απόκτησε με το μικρό του δώρο. Όλα τα δώρα ατίμητα όσα χαρίζουν φίλοι.
ΛΗΝΑΙ Ή ΒΑΚΧΑΙ
Αγαύη κι Αυτονόη κ' Ινώ, του Κάδμου οι θυγατέρες, τρεις ήταν και τρεις έκαναν πομπές του Διονύσου στον Κιθαιρώνα. Εσύναξαν εκείθεν άγρια φύλλα πυκνόφυλλης βελανιδιάς, χλωρού κισσού κλωνάρια, επήρανε στα χέρια τους και νιόβγαλτα σπερδούκλια κ' έκαναν δώδεκα βωμούς σ' ολάνοιχτο λιβάδι, εννιά για το Διόνυσο και τρεις για τη Σεμέλη. Έβγαλαν τότε τα ιερά μέσ' από το κουτί των και στους βωμούς ταπίθωσαν μ' ευχές πολλές στο Βάκχο, όπως αυτός επιθυμεί κι όπως τις είχε μάθει.
Ο δύστυχος Πενθεύς κρυφά, από τραχύ ένα βράχο, πίσω από σκίνο γέρικο, εθώρει ό,τι γενόταν.
Πρώτη τον εκατάλαβεν η Αυτονόη, κι αμέσως έρριξε φοβερή κραυγή και ξαφνικά πηδώντας εγκρέμισε κ' εσκόρπισε τα σύμβολα του Βάκχου πούν' άπρεπο να τα θωρούν οι αμάθευτοι οι ανθρώποι. Τότε κ' εκείνη εμάνιωσε κ' εμάνιωσαν κ' οι άλλες. Φεύγει ο Πενθεύς τρεχάμενος και κατατρομαγμένος, κι αυτές, ανασηκώνοντας το φόρεμα στη ζώνη, έτρεχαν κατά πίσω του και τον εκυνηγούσαν. Κ' είπεν ο δύστυχος Πενθεύς: «τι θέλετε, γυναίκες;». «Τώρα θα 'δής τι θέλομε» τούπεν η Αυτονόη. Και σαν λιοντάρι που γεννά μουγκρύζοντας η Αγαύη τούκοψε το κεφάλι του μητέρα του κι' ας ήταν, και στην κοιλιά του ορμητικά η Ινώ ποδοπατώντας του σύντριψε τον ώμο του μ' όλη την ωμοπλάτη· τα ίδια κι απαράλλαχτα κ' η τρίτη η Αυτονόη· κ' οι άλλες που τη βακχική πομπήν ακολουθούσαν ταπομεινάρια κρέατα μοίρασαν μεταξύ των, κι όλες γεμάτες αίματα γυρίσανε στη Θήβα φέρνοντας από το βουνό πένθος κι όχι Πενθέα.
Δε νοιάζομαι· μηδέ κανείς ας νοιάζεται για 'κείνον που εχθρεύεται ο Διόνυσος, χειρότερα κι αν πάθη, άντρας απ' τη γυναίκα του ή και παιδί απ' τη μάννα· εγώ είμαι θρήσκος και ποθώ να ευχαριστώ τους θρήσκους. Πάντοτ' ο θρήσκος άνθρωπος έχει τιμή απ' το Δία. Του θρήσκου τα παιδιά ευτυχούν, κακοπαθούν του αθρήσκου. Χαίρε, Διόνυσε, που ο Ζευς σ' έβγαλ' απ' το μερί του και σέρριξε στο Δράκανο το χιονοσκεπασμένο· χαίρε, Σεμέλη, χαίρετε και σεις οι αδερφές της κόρες του Κάδμου ηρωικές που δίκαια τιμωρείτε· αυτό που εσείς εκάνατε τώχε προστάξει ο Βάκχος. Κανείς ας μην καταφρονή ό,τι οι θεοί προστάζουν.
ΑΛΙΕΙΣ
(Μετάφρασις Γ. Δροσίνη (6))
Δυο γέροι ψαροκυνηγοί μαζ' ήταν πλαγιασμένοι 'πάνω στα βούρλα τα στεγνά, μέσ' στην πλεκτή καλύβα· Της ψαρικής τα σύνεργα είχαν εκεί κοντά τους· τα κοφινάκια τα ρηχά, τα μακρυά καλάμια, ταγκίστρια, τα δολώματα, τις πετονιές, τα δίχτυα· τα βρόχια τους και τα κουπιά και τη γρηά τους βάρκα. Και κάτω απ' τα κεφάλια τους αντί για προσκεφάλι ένα στενό κοντόψαθο και ρούχο και στρωσίδι. Αυτά είν' όλα τα σύνεργα και πλούτη των ψαράδων. Δεν έχουν θύρα με κλειδί και φύλακά τους σκύλλο, μηδέ φοβούνται από κλεψιά — η φτώχια τους φυλάει. Έπειτα δα και γείτονα δεν έχουνε κανένα και γύρω βρέχει η θάλασσα τη χαμηλή καλύβα. I. Π.
Δεν ήτανε μεσουρανίς ακόμα το φεγγάρι κ' οι δυο ψαράδες ξύπνησαν απ' της δουλειάς την έννοια· εδιώξανε τον ύπνο τους κι αρχίσαν να 'μιλούνε: — Ψέμματα λένε, σύντροφε, πως τάχατες οι νύχτες το καλοκαίρ' είν' πλιο μικρές που μεγάλων' η 'μέρα· Εγώ είδα τόσα ονείρατα, κι ακόμα που να φέξη!… Μην τύχη κ' εγελάστηκα, για μάκρυναν οι ώρες; — Άδικα 'βρίζεις, γέρο μου, τώμορφο καλοκαίρι. Δεν παραστράτησ' ο καιρός από τον ίσιο δρόμο, μόνον οι έννοιες σε 'ξυπνούν και τις νυχτιές μακραίνουν. — Μην ξέρεις απ' ονείρατα; γιατ' είδα απόψε κάτι, κάτι καλό στον ύπνο μου και θέλω να το μάθης. Πρέπει καθώς μοιράζομε οι δυο την ψαρική μας, το ίδιο να μοιράζωμε και τα ονείρατά μας. Θα το 'ξηγήσης με τον νου και δε θε να λαθέψης· γιατ' όποιος έχει δάσκαλο το νου σε κάθε κρίση, εκείνος είνε πάντα του καλός ονειροκρίτης. Έπειτα δα χωρίς δουλειά και τι κανείς να κάνη πάνω στα φύκια ξαπλωτός, κοντά στο περιγιάλι;… — Έλα, για λέγε τώνειρο, κι αφού το λες σ' εμένα, στον σύντροφό σου τον παληό, καλά να το 'στορήσης. — Το βράδυ σαν πλαγιάσαμε απ' τις δουλειές κομμένοι (θυμάσαι που δειπνήσαμε και χθες καθώς και πάντα και δεν παραφορτώσαμε καθόλου το στομάχι) είδα πως τάχα καθιστός απάνω σ' ένα βράχο τα ψάρια παραμόνευα μ' ένα μακρύ καλάμι. Ετάραξα το δόλωμα και κάποιο τρυφερούδι γλυκάθηκε κ' ετσίμπησε και πιάστηκε σ' ταγκίστρι — Όποιος πεινά στον ύπνο του πάντα καρβέλια βλέπει κ' εγ' όλο βλέπω ψαρικές και σ' τώνειρό μου ακόμα, — λοιπόν το ψάρι επιάστηκε και 'μάτωσε ταγκίστρι, κ' εγώ σφιχτά στα χέρια μου κρατούσα το καλάμι, γιατί το ψάρι εσπάραζε και το καλάμι ελύγα. Μα όταν έσκυψα 'μπροστά, εσάστισεν ο νους μου· πως μ' έν' αγκίστρι τόσο δα να σύρω τέτοιο ψάρι; Έπειτα όμως τίναξα κι απόλυσα ταγκίστρι για να την νοιώση την πληγή σ' τα σπάραχνά του μέσα, και σαν δεν εσπαρτάριζεν, απάνω τανασέρνω και βλέπω πλούσια πληρωμή σ' τον τόσο μου τον κόπο, ψάρι μεγάλο ολόχρυσο και χρυσοπλουμισμένο. Μ' αληθινά φοβήθηκα, γιατ' είπα μήπως είνε κανένα ψάρι 'ξωτικό ή ψάρι μαγεμμένο. Προσεκτικά ξεκάρφωσα ταγκίστρι από τα χείλη, μήπως τυχόν το σίδερο του ξύση το χρυσάφι· τώρριξα απάνω σ' τη στεριά κι ωρκίστηκα και είπα πως δε θε να πατήσω πια σ' το πέλαγος το πόδι, παρά θα ζήσω σ' τη στεριά με το χρυσάφι πούχω. Τα είδ' αυτά και 'ξύπνησα. Και τώρα, σύντροφέ μου, πες μου και συ τη γνώμη σου, γιατί πολύ φοβούμαι μ αυτόν τον όρκο πώκανα μην πέσω σ' αμαρτία. — Κ' εγώ σου λέω, φίλε μου, καθόλου μη φοβάσαι, γιατί μηδ' όρκον έκανες και μηδέ ψάρι βρήκες· ήτανε ψεύτικ' όνειρο, κι αν θες να βγη σ' ταλήθεια, ψάρευε, ψάρια αληθινά με κόκκαλα και κρέας, γιατί μ' ονείρατα χρυσά της πείνας θα πεθάνης.
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506
***
1) Το επίγραμμα αυτό δεν θεωρείται εκ των αναμφισβητήτων. Συρακούσιος
2) Η σεισοπυγίς (σουσουράδα) ήτο αφιερωμένη εις την Αφροδίτην και δια τούτο την μετεχειρίζοντο εις τας ερωτικάς μαγγανείας.
3) Το ελαιοδοχείον δια την παλαίστραν. Θέλει να δείξη την μεγάλην οικειότητα που τους συνέδεε.
4) Το είδε λάδι = έχει ιδέαν από πάλην· διότι οι παλαίοντες ηλείφοντο με έλαιον.
5) Εννοεί τους χρυσοφόρους μύρμηκας των Ινδών, οι οποίοι, μεγάλοι ως αλώπεκες, εξώρυττον τον χρυσόν.
6) Σημ. Εις την σειράν των υπ' εμού μεταφρασθέντων Ειδυλλίων του Θεοκρίτου, παρεκάλεσα τον ποιητήν κ. Γ. Δροσίνην να μου επιτρέψη να συμπεριλάβω και το άνω, υπ' εκείνου άλλοτε μεταφρασθέν και δημοσιευθέν υπό τον τίτλον &Οι Ψαράδες& είς τινα των ποιητικών του συλλογών. Και τούτο, όχι μόνον διά την ακριβή απόδοσιν της ποιητικής χάριτος και απλότητος του πρωτοτύπου, αλλά και επί πλέον διότι είναι το μόνον εκ των Ειδυλλίων του Θεοκρίτου που πραγματεύεται θέμα θαλασσινόν.