WeRead Powered by ReaderPub
Φαίδων cover

Φαίδων

Chapter 6: ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A pupil narrates a sequence of conversations held in prison during the philosopher's final day, presenting sustained inquiry into whether a soul distinct from the body survives death. Interlocutors examine and weigh several arguments for the soul's immortality — recollection, affinity, and cyclical reasoning — while addressing objections and refining definitions of life, form, and purification. Practical gestures and ritual details frame a concluding mythic account of postmortem fate, and the account ends by portraying the philosopher's composed acceptance of death, illustrating his methodical temper and ethical equanimity in the face of execution.

Βεβαιότατα, είπεν ο Κέβης.

Και τώρα λοιπόν επίσης, είπεν ο Σωκράτης, προκειμένου διά το αθάνατον, αν μεν παραδεχθώμεν ότι το αθάνατον είναι και άφθαρτον, η ψυχή, κοντά εις το ότι είναι αθάνατος, θα ήτο και άφθαρτος. Εάν δε δεν παραδεχθώμεν, θα είναι χρεία άλλης αποδείξεως.

Αλλά δεν είναι διόλου χρεία τουλάχιστον διά τούτο, είπεν ο Κέβης, διότι ποίον πράγμα θα απέφευγε την φθοράν, αν βεβαίως εκείνο, το οποίον είναι αθάνατον και αναλλοίωτον, δέχεται φθοράν;

Ο δε θεός βέβαια, είπεν ο Σωκράτης, και η ιδέα της ζωής, και κάθε άλλο πράγμα, το οποίον είναι αθάνατον, δεν ημπορεί παρά όλοι να βεβαιώσουν, καθώς νομίζω, ότι ποτέ δεν φθείρονται.

Όλοι βέβαια, μα τον Δία, οι άνθρωποι τουλάχιστον θα το βεβαιώσουν· και πολύ περισσότερον, καθώς εγώ φρονώ, οι θεοί, είπεν ο Κέβης.

Αφού λοιπόν το αθάνατον είναι και άφθαρτον, η ψυχή, αν συμβαίνη να είναι αθάνατος, ημπορεί να είναι άλλο τίποτε παρά και άφθαρτος; Ηρώτησεν ο Σωκράτης.

Δεν ημπορεί παρά έτσι να είναι, είπεν ο Κέβης.

Όταν λοιπόν επέλθη θάνατος εις τον άνθρωπον, καθώς φαίνεται, το μεν θνητόν μέρος αποθνήσκει, το δε αθάνατον σηκώνεται και φεύγει απείρακτον και άφθαρτον, αφού σιγά σιγά δώση τόπον εις τον θάνατον.

Έτσι φαίνεται, είπεν ο Κέβης.

Η ψυχή λοιπόν, Κέβη, είπεν ο Σωκράτης, είναι πράγμα αθάνατον και άφθαρτον περισσότερον από κάθε άλλο· και αι ψυχαί μας πραγματικώς θα ευρίσκωνται εις την κατοικίαν του Άδου.

Εγώ λοιπόν βέβαια, ω Σώκρατες, είπεν ο Κέβης, δεν ευρίσκω τίποτε εναντίον να είπω εις αυτό, ούτε κανένα τρόπον να μη πιστεύσω εις τους λόγους σου· αλλ' αν αυτός εδώ ο Σιμμίας, ή κανείς άλλος έχη τι να είπη, θα κάμη καλά να μη κρατήση σιωπήν διότι, αν θέλη κανείς να είπη ή να ακούση τίποτε διά τα τοιαύτα πράγματα, δεν ηξεύρω εις ποίαν άλλην ευκαιρίαν παρά εις την παρουσιαζομένην τώρα ημπορεί ν' αναβάλη το πράγμα.

Αλλ' όμως, είπεν αυτός, δηλαδή ο Σιμμίας, δεν έχω πλέον λόγους να μη πιστεύω έπειτα από όσα είπες. Ένεκα όμως του μεγαλείου των πραγμάτων, περί των οποίων ωμιλήσαμεν, και επειδή δεν έχω υπόληψιν εις την ανθρωπίνην αδυναμίαν, ευρίσκομαι υποχρεωμένος να έχω ακόμη απιστίαν μέσα εις τον εαυτόν μου ως προς όσα είπομεν.

Όχι μόνον τούτο βέβαια, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, αλλά λέγεις καλά και αυτά τα πράγματα και τας πρώτας των βάσεις, και αν ακόμη τας πιστεύητε, πρέπει όμως πάλιν να τας εξετάσωμεν καθαρώτερα και αν τας αναλύσητε αρκετά, θα παρακολουθήσητε, καθώς νομίζω, την ομιλίαν μου, όσον περισσότερον ημπορεί είς άνθρωπος να την παρακολουθήση· και αν τούτο το ίδιον συμπέρασμα γείνη φανερόν, δεν θα ζητήσητε καμμίαν παραπάνω απόδειξιν.

Αλήθειαν λέγεις, είπεν ο Κέβης.

Αλλά το εξής βεβαίως, φίλοι μου, είπεν ο Σωκράτης, είναι δίκαιον να σκεφθώμεν, ότι, αν η ψυχή είναι αθάνατος, έχει επομένως ανάγκην από φροντίδα δι' αυτήν, όχι μόνον διά τούτον τον καιρόν, κατά τον οποίον διαρκεί εκείνο, το οποίον ονομάζομεν ζωήν, αλλά δι' όλον εν γένει τον καιρόν· και ο κίνδυνος τώρα μάλιστα και θα αποδειχθή, ότι είναι παρά πολύ φοβερός, εάν κανείς παραμελήση αυτήν. Διότι, εάν μεν ο θάνατος θα ήτο παύσις από κάθε πράγμα, το να αποθάνουν θα ήτο διά τους κακούς ανθρώπους εύρημα· ν' απελευθερωθούν δηλαδή συγχρόνως και από το σώμα των και από την κακίαν των, μαζί με την ψυχήν τώρα δε, επειδή φαίνεται ότι η ψυχή είναι αθάνατος, δεν ημπορεί να υπάρχη δι' αυτήν κανείς άλλος τρόπος ν' αποφύγη τα κακά, ούτε καμμία άλλη σωτηρία, παρά να γείνη όσω το δυνατόν καλυτέρα και σοφωτέρα. Διότι η ψυχή πηγαίνει εις την κατοικίαν του Άδου χωρίς να έχη τίποτε άλλο παρά την ανατροφήν της και τας συνηθείας της· τα οποία και λέγουσι μάλιστα ότι τα μέγιστα ωφελούν ή βλάπτουν εκείνον, ο οποίος έπαυσε να ζη, αμέσως άμα αρχίση το ταξείδιόν του δι' εκεί. Λέγουσι δε τοιουτοτρόπως, ότι τάχα ο άγγελος καθενός, εις τον οποίον έλαχεν, όταν έζη, αυτός αναλαμβάνει να οδηγήση κάθε αποθανόντα εις ένα κάποιον τόπον, όπου οι συναθροισθέντες, αφ' ού κριθούν, πρέπει να πορευθούν εις την κατοικίαν του Άδου μαζί με εκείνον (δηλαδή τον άγγελον) ως οδηγόν, εις τον οποίον είναι διατεταγμένον τους απ' εδώ να περάση εκεί. Εκεί δε, αφ' ού πάθωσιν όσα πρέπει να πάθωσι και μείνωσιν όσον καιρόν χρειάζεται, άλλος οδηγός τους φέρει πάλιν εδώ κατά διαστήματα καιρού πολλά και μεγάλα (23). Το δε ταξείδιον λοιπόν δεν είναι όπως ο Τήλεφος του Αισχύλου το διηγείται. Διότι εκείνος μεν λέγει ότι δρόμος απλούς φέρει εις τον τόπον του Άδου· εις εμέ όμως φαίνεται ότι ούτε απλούς είναι ο δρόμος ούτε είς· διότι τότε δεν θα υπήρχεν ανάγκη από οδηγούς· διότι, όταν ο δρόμος είναι είς, δεν είναι βέβαια δυνατόν να τον χάση κανείς ποτέ. Τώρα όμως φαίνεται ότι έχει και χαράδρας και γύρους πολλούς· και λέγω τούτο συμπεραίνων από τα γινόμενα και εις τας θυσίας και εις τας θρησκευτικάς τελετάς τας γινομένας εδώ (εις την γην). Η ψυχή λοιπόν η εγκρατής και σοφή ακολουθεί τον οδηγόν της και ηξεύρει τα συμβαίνοντα εις αυτήν. Εκείνη δε, η οποία έχει σωματικάς επιθυμίας, το οποίον είπον εις τα προηγούμενα, συρομένη από έρωτα προς το σώμα και προς τον ορατόν (δηλαδή τον υλικόν) τόπον επί πολύν καιρόν, αφ' ού αντισταθή πολύ και πάθη πολλά, φεύγει συρομένη με την βίαν από τον διατεταγμένον άγγελον και με δυσκολίαν. Άμα δε φθάση εκεί, οπού έφθασαν αι άλλαι, την μεν ακάθαρτον και η οποία έκαμε καμμίαν τοιαύτην ακαθαρσίαν, ή ανεμίχθη εις αδίκους φόνους, ή έχει πράξει άλλας τοιαύτας πράξεις, αι οποίαι τυγχάνει να είναι αδελφαί τούτων και πράξεις ψυχών αδελφών (δηλαδή ομοίων με αυτήν), κάθε μία ψυχή αποφεύγει αυτήν και δεν γυρίζει να την κυττάξη και δεν θέλει να γείνη ούτε συνοδοιπόρος αυτής ούτε οδηγός· αυτή δε γυρίζει εδώ και εκεί κυριευμένη από τελείαν αμηχανίαν, έως να περάσουν κάμποσοι χρόνοι, οι οποίοι αφ' ού περάσουν, αναγκαστικώς σύρεται εις την κατοικίαν, η οποία της αρμόζει. Εκείνη δε, η οποία επέρασε την ζωήν καθαρά και με εγκράτειαν, αφ' ού απαντήση συνοδοιπόρους και οδηγούς θεούς, κάθε μία, λέγω, τοιαύτη ψυχή θα κατοικήση εις τον τόπον, ο οποίος αρμόζει εις αυτήν.

Είναι δε πολλοί και αξιοθαύμαστοι τόποι της γης· και αυτή δε η ιδία (η γη) δεν είναι ούτε τοιαύτη ούτε τόσον μεγάλη, όσον νομίζουν εκείνοι, οι οποίοι συνηθίζουν να ομιλούν περί της γης, καθώς κάποιος μ' έχει πληροφορήσει.

Και ο Σιμμίας είπε· Πώς λέγεις αυτά, Σώκρατες; Διότι βεβαίως και εγώ έχω ακούσει πολλά διά την γην, όχι όμως αυτά, τα οποία σε επληροφόρησαν· θ' ακούσω ευχαρίστως.

Αλλ' όμως, Σιμμία, είπεν ο Σωκράτης, να διηγηθώ εκείνα τουλάχιστον, τα οποία υπάρχουν, δεν μου φαίνεται βέβαια ότι χρειάζεται η τέχνη του Γλαύκου (24)· το ν' αποδείξω όμως ότι είναι αληθινά μου φαίνεται τόσον δύσκολον, ώστε να μη φθάνη η τέχνη του Γλαύκου. Και αφ' ενός μεν ίσως δεν θα είμαι δι' αυτό ικανός, αφ' ετέρου δε, και αν ήξευρα, η ζωή η ιδική μου, Σιμμία, μου φαίνεται ότι δεν θα είναι αρκετή διά τόσον μακρυνήν ομιλίαν. Τίποτε όμως δεν μ' εμποδίζει να είπω ποία είμαι πληροφορημένος ότι είναι η μορφή της γης, και ποίοι είναι οι τόποι της.

Αλλά και αυτά είναι αρκετά, είπεν ο Σιμμίας.

Εγώ λοιπόν έχω πεισθή, είπεν ο Σωκράτης, ότι κατά πρώτον μεν, αν ευρίσκηται εις το μέσον του ουρανού και είναι στρογγυλή, αυτή δεν έχει ανάγκην ούτε από τον αέρα, ούτε από κανένα άλλο τοιούτον απαραίτητον στήριγμα, διά να μη πέση· αλλ' η ομοιότης του ουρανού του ιδίου με τον εαυτόν του από όλα τα μέρη, και της ιδίας της γης η ισορροπία, είναι αρκετή να την κρατή (να μη πέση). Διότι πράγμα ισόρροπον, όταν το βάλωμεν εις το μέσον ενός άλλου ομοίου πράγματος, δεν ημπορεί να κλίνη από κανέν μέρος ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον. Επειδή δε ευρίσκεται κατά τον ίδιον τρόπον, εξακολουθεί να μένη ακλινές. Κατά πρώτον λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, έχω σχηματίσει διά τούτο πεποίθησιν.

Και δικαίως, είπεν ο Σιμμίας.

Προς τούτοις λοιπόν, είπεν ο Σωκράτης, έχω σχηματίσει πεποίθησιν, ότι η γη είναι έν πράγμα πολύ μεγάλον· και ότε ημείς, οι οποίοι κατοικούμεν από τον ποταμόν Φάσιν(25) έως εις τας στήλας του Ηρακλέους, κατοικούμεν εις έν μικρόν μέρος της, κατοικούντες ολόγυρα εις την θάλασσαν, όπως μυρμήκια ή βάτραχοι ολόγυρα εις λίμνην, και ότι πολλοί άλλοι άνθρωποι κατοικούν αλλού εις πολλούς τόπους ωσάν αυτόν. Διότι από όλα τα μέρη ολόγυρα εις την γην υπάρχουν πολλά βαθουλά μέρη και είναι πολλών ειδών και κατά το σχήμα και κατά την μεγαλότητα, εις τα οποία έχει συναθροισθή και το νερόν και η ομίχλη και ο αήρ· η καθ' αυτό δε γη (η ιδέα δηλαδή της γης, ήτοι η πνευματική γη), ότι ευρίσκεται καθαρά μέσα εις τον ουρανόν τον καθαρόν, μέσα εις τον οποίον υπάρχουσι τα άστρα, τον οποίον λοιπόν οι περισσότεροι από εκείνους, οι οποίοι συνηθίζουν να ομιλούν περί των τοιούτων πραγμάτων, ονομάζουν αιθέρα· του οποίου αυτά (τα οποία είπομεν προτήτερα) είναι καταπάτια και συμμαζεύονται πάντοτε εις τα βαθουλά μέρη της γης. Ημείς λοιπόν κατοικούμεν εις τα βαθουλά μέρη της χωρίς να το καταλαμβάνωμεν, και νομίζομεν ότι κατοικούμεν επάνω εις την επιφάνειάν της, καθώς αν ένας, ο οποίος κατοικεί εις το μέσον του βυθού της θαλάσσης, ήθελε νομίζει ότι κατοικεί επάνω εις την επιφάνειαν αυτής, και βλέπων διά μέσου του νερού τον ήλιον και τα άλλα άστρα ήθελε νομίζει ότι η θάλασσα είναι ουρανός, ένεκα δε του βάρους και της αδυναμίας του ποτέ να μη έχη φθάσει εις τα επάνω επάνω μέρη της θαλάσσης, ούτε εξήλθέ ποτε και επρόβαλε το κεφάλι του έξω από την θάλασσαν, ώστε να έχη ίδει εις τον εδώ τόπον πόσον είναι καθαρώτερος και ωραιότερος από εκείνον, εις τον οποίον ευρίσκεται, ούτε έχει ακούσει περί αυτού κανένα άλλον, όστις τον έχει ίδει· έτσι λοιπόν και ημείς έχομεν πάθει το ίδιον. Διότι, εν ώ κατοικούμεν εις κάποιον βαθουλόν μέρος της γης, νομίζομεν ότι κατοικούμεν επάνω εις αυτήν, και ονομάζομεν ουρανόν τον αέρα, ωσάν να ήτο αυτός ουρανός και τα άστρα να εκινούντο διά μέσου τούτου· η αιτία δε οπού γίνεται τούτο είναι ότι ημείς ένεκα αδυναμίας και ένεκα βάρους δεν είμεθα ικανοί να διαπεράσωμεν τον αέρα και να φθάσωμεν εις το επάνω επάνω μέρος του. Επειδή, αν κανείς φθάση εις τα τελευταία επάνω μέρη αυτού, ή αφ' ού κάμη πτερά πετάξη υψηλά, αφ' ού προβάλη εκεί την κεφαλήν του, θα έβλεπε καλά (τα εκεί), καθώς εδώ τα ψάρια, όταν προβάλουν την κεφαλήν έξω από την θάλασσαν, βλέπουσι τα εδώ, έτσι ημπορεί να ίδη κανείς και τα εκεί· και αν η φυσική του αντοχή ήθελεν είναι αρκετή, ώστε ν' ανθέξη να θεωρή, θα ημπορούσε τότε να γνωρίση ότι εκείνος είναι ο αληθινός ουρανός και το αληθινόν φως και η πραγματικώς αληθινή γη. Διότι αυτή εδώ η γη και αι πέτραι και όλος εν γένει ο εδώ τόπος είναι χαλασμένα και καταφαγωμένα, καθώς τα εντός της θαλάσσης από την αλμύραν και ούτε φυτρώνουν ούτε ευρίσκονται μέσα εις την θάλασσαν άξια λόγου, ούτε τέλεια διά να είπωμεν μ' ένα λόγον· σπήλαια δε και άμμος, και όπου ήθελεν υπάρχει και ξηρά, υπάρχει άπειρος πηλός και λάσπαι πολλαί· και πράγματα, τα οποία ουδέ κατά το ελάχιστον δεν είναι άξια να παραβληθούν με τας ωραιότητας, αι οποίαι είναι εις τα μέρη μας. Εκείνα δε πάλιν (δηλ. του ουρανού τα πράγματα) ήθελον φανή ότι είναι πολύ ακόμη περισσότερον ανώτερα από τα πράγματα, τα οποία είναι εδώ εις ημάς. Αν δε είναι χρεία να είπωμεν και ένα ωραίον μύθον, αξίζει τον κόπον να τον ακούσης, Σιμμία, διά να μάθης τι είδους είναι τα ευρισκόμενα εις την (αληθινήν) γην, η οποία είναι υποκάτω του ουρανού.

Αλλά βεβαίως, ω Σώκρατες, είπεν ο Σιμμίας, ημείς τουλάχιστον ηθέλομεν ακούσει μ' ευχαρίστησιν.

Λέγουν λοιπόν, φίλε μου, είπεν ο Σωκράτης, πρώτον μεν ότι η τοιαύτη γη, εάν κανείς ήθελε την παρατηρήσει από υψηλά, θα τω εφαίνετο ότι είναι ωσάν μία από τας δωδεκασκύτους σφαίρας (δηλαδή σφαίρας, των οποίων η έξωθεν επιφάνεια έχει δώδεκα ζώνας διαφόρων χρωμάτων), με ποικίλα και διάφορα χρώματα χρωματισμένη, των οποίων χρωμάτων, ως και τα εδώ υπάρχοντα, τα οποία μεταχειρίζονται οι ζωγράφοι, είναι τρόπον τινά δείγματα. Εκεί δε λέγουν ότι η γη είναι από τοιαύτα χρώματα και από πολύ ακόμη λαμπρότερα και καθαρώτερα παρά αυτά. Διότι άλλο μεν μέρος είναι βαθύ κόκκινον και θαυμασίας ωραιότητος, άλλο δε έχει χρώμα χρυσούν· άλλο δε όσον γίνεται άσπρον, ασπρότερον από γύψον ή χιόνι και συμπληρώνεται με τον ίδιον τρόπον από τα άλλα χρώματα και από ακόμη περισσότερα και ωραιότερα παρά όσα ημείς έχομεν ίδει. Διότι ως και αυτά ακόμη τα βαθουλά μέρη της, τα οποία είναι γεμάτα από νερόν και αέρα παρουσιάζουν έν είδος χρώματος, διότι γυαλίζουν μέσα εις τα πολλά και διάφορα άλλα χρώματα, ώστε η θεωρία της να παρουσιάζηται ωσάν έν αδιάκοπον όλον με πολλά και διάφορα χρώματα. Εις αυτήν δε την γην, η οποία είναι τοιαύτη, εκείνα τα οποία φυτρώνουν, βγαίνουν ανάλογα (κατά την τελειότητα), και δένδρα δηλαδή και άνθη και καρποί και βουνά, όμοια δε πάλιν και αι πέτραι έχουν την τελειότητα με την ιδίαν αναλογίαν και την διαφάνειαν και τα χρώματα ωραιότερα· των οποίων και αι εδώ μικραί πέτραι, αι οποίαι πολύ εκτιμώνται, είναι μικρά κομμάτια, το σάρδιον δηλαδή και οι ιάσπιδες και οι σμάραγδοι, και όλοι οι τοιούτοι (πολύτιμοι λίθοι)· εκεί δε δεν υπάρχει τίποτε, το οποίον να μη είναι ωσάν αυτούς και ακόμη ωραιότερον. Και η αιτία τούτου του πράγματος είναι, ότι εκείναι αι πέτραι είναι καθαραί και δεν είναι καταφαγωμέναι, ούτε χαλασμέναι από σαπίλαν και αλμύραν, και από εκείνα, τα οποία έχουν συντρέξει εδώ, και τα οποία προξενούν ασχημίας και ασθενείας και εις τας πέτρας και εις την γην και εις τα άλλα και ζώα και φυτά· η δε γη αυτή λέγουν ότι είναι στολισμένη και με όλα αυτά και ακόμη με χρυσόν και με άργυρον και με τα άλλα τα παρόμοια επίσης· διότι αυτά τα μέταλλα υπάρχουν φανερά και είναι πολυάριθμα και μεγάλα και εις όλα τα μέρη της γης· ώστε το να ίδη κανείς αυτήν είναι από εκείνα όπου βλέπουν οι ευτυχισμένοι θεαταί. Λέγουν δε, ότι υπάρχουν επάνω εις αυτήν και άλλα πολλά ζώα και άνθρωποι, εκ των οποίων άλλοι μεν κατοικούν εις το εσωτερικόν της ξηράς, άλλοι δε ολόγυρα εις τον αέρα, καθώς ημείς, όπου κατοικούμεν ολόγυρα εις την θάλασσαν· άλλοι δε εις νησιά, τα οποία περιβρέχει ο αήρ, και είναι πλησίον εις την μεγάλην ξηράν και μ' ένα λόγον εις ό,τι μας χρησιμεύει εδώ, το νερόν και η θάλασσα, χρησιμεύει εκεί ο αήρ· εις ό,τι δε χρησιμεύει εις ημάς ο αήρ, χρησιμεύει εις εκείνους ο αιθήρ. Αι δε εποχαί του έτους είναι εις αυτούς τόσον εύκρατοι (δηλαδή ούτε πολύ ζεσταί ούτε πολύ ψυχραί), ώστε εκείνοι να μη αρρωστούν, και να ζουν πολύ περισσότερον καιρόν παρά οι εδώ, και είναι ανώτεροι από ημάς και κατά την όρασιν και κατά την ακοήν και κατά την νόησιν και καθ' όλα τα τοιαύτα, όσον είναι ανώτερος ο αήρ από το νερόν, και ο αιθήρ από τον αέρα κατά την καθαρότητα. Και υπάρχουν λοιπόν εις αυτούς και ιερά δάση και ναοί των θεών μέσα εις τα οποία είναι πραγματικώς κάτοικοι θεοί και προφητείαι και μαντείαι και παρουσιάσεις θεών και άλλαι τοιαύται συγκοινωνίαι συμβαίνουν μεταξύ αυτών και των θεών. Και ότι βεβαίως ο ήλιος και η σελήνη και τα άστρα βλέπονται από αυτούς καθ' αυτό, όπως είναι πραγματικώς, και σύμφωνος με αυτά τα πράγματα είναι και η επίλοιπος ευτυχία των.

Και λοιπόν όλη αυτή η γη και όσα είναι ολόγυρα εις την γην είναι εκ φύσεως όπως είπαμεν· ολόγυρα δε εις αυτήν ολόκληρον, εις τα βαθουλά της μέρη, υπάρχουν πολλοί τόποι· άλλοι βαθύτεροι και περισσότερον ανοικτοί παρά οι ευρισκόμενοι εδώ όπου κατοικούμεν ημείς· άλλοι δε, εν ώ είναι βαθύτεροι, έχουν άνοιγμα μικρότερον παρά ο τόπος, όπου είμεθα ημείς· υπάρχουν δε και μερικοί μικρότεροι κατά το βάθος παρά οι εδώ και πλατύτεροι· όλοι δε αυτοί (οι βαθείς τόποι) εις πολλά μέρη είναι τρυπημένοι κάτωθεν και συγκοινωνούν με υπονόμους πλατυτέρας και στενωτέρας ο ένας με τον άλλον υπογείως και έχουν μέρος που εξέρχεσαι από τον ένα εις τον άλλον· όπου πολύ μεν νερό τρέχει από τους μεν εις τους δε, καθώς εις τα σπήλαια των ηφαιστίων και άπειρους ποσότητες ακαταπαύστων ρευμάτων ποταμών, τα οποία τρέχουν υπογείως, και νερών ζεστών και κρύων, τρέχει δε και πολλή φωτιά και μεγάλοι ποταμοί φωτιάς, και πολλοί ποταμοί υγρού πηλού, άλλου πλέον καθαρού και άλλου πλέον λασπώδους· καθώς εις την Σικελίαν (εις το ηφαίστειον Αίτναν) οι ποταμοί του πηλού, οι οποίοι τρέχουν προτήτερα από το ρεύμα της λάβας και η ιδία η λάβα· από τους οποίους ποταμούς και κάθε τόπος (βαθύς) γεμίζει, από εκείνους δηλαδή, οι οποίοι ήθελε συμπέσει εις κάθε τόπον κάθε φοράν να περάσουν και όλα αυτά (τα ρεύματα) ότι κινούνται επάνω και κάτω ωσάν καμμία κούνια (η οποία να κουνιέται) υπάρχουσα μέσα εις την γην. Ιδού δε πώς κινείται φυσικά αυτή η κούνια· υπάρχει έν από τα χάσματα της γης, το μεγαλύτερον άλλως από όλα, το οποίον έχει τρυπημένην ολόκληρον την γην από το έν άκρον έως εις το άλλο και είναι εκείνο, το οποίον ο Όμηρος αναφέρει λέγων· «πολύ μακράν, όπου υπάρχει το βαθύτατον βάραθρον υποκάτω της γης». Το οποίον και εις άλλα μέρη και εκείνος και πολλοί άλλοι από τους ποιητάς ωνόμασαν Τάρταρον. Διότι και όλοι οι ποταμοί τρέχουσι μέσα εις αυτό το χάσμα και όλοι πάλιν από αυτό τρέχουν έξω. Καθείς δε από αυτούς τους ποταμούς γίνεται τοιούτος, όπως είναι η γη, από την οποίαν περνά. Η δε αιτία του ότι όλα τα ρεύματα και εξέρχονται από εδώ και τρέχουν πάλιν εδώ μέσα, είναι ότι αυτό το υγρόν δεν έχει ούτε βυθόν ούτε στήριγμα. Κρέμαται λοιπόν εις τον αέρα και βράζει αναβαίνον και καταβαίνον, και ο αήρ και ο άνεμος, όστις είναι ολόγυρα εις αυτό, κάμνει το ίδιον. Διότι το ακολουθεί και όταν ριφθή εις το εκείθεν της γης μέρος και όταν ριφθή εις το εδώθεν. Και καθώς ο αήρ εκείνων, οι οποίοι αναπνέουν, πάντοτε και εξέρχεται (από το στόμα) και εισέρχεται τρέχων, έτσι και εκεί ο άνεμος υψωνόμενος μαζί με το υγρόν προξενεί μερικούς ανέμους φοβερούς και απεριγράπτους, και όταν εισέρχηται και όταν εξέρχηται. Και όταν λοιπόν το νερόν, αφ' ού ορμήση, αποσυρθή εις τον τόπον, ο οποίος ονομάζεται κάτω, διά μέσου της γης τρέχει μέσα εις τα μέρη, τα οποία ευρίσκονται εις εκείνα τα ρεύματα και τα γεμίζει, καθώς όταν εκβάλωμεν νερόν με άντλημα· όταν δε πάλιν φύγη από εκεί και ορμήση προς τα εδώ, γεμίζει πάλιν τα εδώ· αυτά δε, αφ' ού γεμίσουν, τρέχουν διά μέσου των υπονόμων και διά μέσου της γης και, αφ' ού φθάσουν καθέν εις κάθε τόπον, εις τον οποίον διευθύνονται, κάμνουν θαλάσσας και λίμνας και ποταμούς και βρύσεις. Από εδώ δε πάλιν, αφ' ού βυθισθούν κάτω εις την γην, άλλα μεν περιτρέχουν τόπους μακρυνωτέρους και περισσοτέρους, άλλα δε ολιγωτέρους και συντομωτέρους και χύνονται πάλιν εις τον Τάρταρον· άλλα μεν πολύ, άλλα δε ολίγον παρακάτω του μέρους, από το οποίον εξήλθον· όλα δε τρέχουν μέσα εις τον Τάρταρον υποκάτω από το μέρος, από το οποίον εξήλθον. Και μερικά μεν εξήλθον ακριβώς απέναντι του μέρους, από το οποίον εισέρχονται, μερικά δε από το ίδιον μέρος. Υπάρχουν δε και μερικά, τα οποία, αφ' ού κάμουν ολόκληρον τον γύρον, περιτυλιχθούν δηλαδή ολόγυρα εις την γην ή μίαν ή και πολλάς φοράς καθώς οι όφεις, αφ' ού καταβούν όσον είναι δυνατόν κάτω, χύνονται πάλιν μέσα εις τον Τάρταρον· είναι δε δυνατόν να καταβούν από το έν μέρος ή από το άλλο έως εις το μέσον, παρά πέραν όμως όχι. Διότι, από το έν μέρος και από το άλλο, το μέρος γίνεται ανηφορικόν.

Τα μεν άλλα ρεύματα λοιπόν είναι πολλά και μεγάλα και κάθε λογής· εις αυτά δε τα πολλά ρεύματα υπάρχουν τέσσαρα, εκ των οποίων το μεγαλύτερον, το οποίον τρέχει πλέον έξω από όλα και γύρω γύρω, είναι ο ονομαζόμενος ωκεανός· ακριβώς δε απέναντι τούτου και τρέχων με αντίθετον διεύθυνσιν είναι ο Αχέρων, ο οποίος τρέχει και διά μέσου άλλων ερήμων τόπων και υποκάτω από την γην, τρέχων δε φθάνει εις την λίμνην Αχερουσιάδα, όπου αι ψυχαί των περισσοτέρων αποθανόντων φθάνουσι, και αφ' ού μείνωσι μερικούς χρόνους διωρισμένους, άλλαι μεν περισσοτέρους, άλλαι δε ολιγωτέρους, αποστέλλονται πάλιν (εις τούτον τον κόσμον), διά να γείνουν ζώα. Τρίτος δε ποταμός χύνεται ανάμεσα εις τούτους, και κοντά εις το μέρος, όπου πηγάζει, πίπτει μέσα εις ένα μεγάλον τόπον, όπου κάμνει πολλή φωτιά και κάμνει λίμνην μεγαλυτέραν από την ιδικήν μας θάλασσαν· εκεί βράζει νερό και πηλός. Από εδώ δε προχωρεί γύρω θολός και λασπωμένος· περιτυλίσσων δε την γην φθάνει και εις άλλα μέρη και εις τα άκρα της λίμνης Αχερουσιάδος, χωρίς ν' ανακατωθή με το νερόν της· αφ' ού δε κάμη πολλούς γύρους υποκάτω εις την γην, ρίπτεται εις τα παρακάτω από τον Τάρταρον μέρη· αυτός δε είναι ο ποταμός, τον οποίον ονομάζουν ακόμη Πυριφλεγέθοντα, του οποίου και τα ρυάκια εις όποιον μέρος της γης τύχωσι φυσώσιν επάνω κομμάτια του ρεύματος (δηλαδή την λάβαν εις τα ηφαίστεια). Ακριβώς δε πάλιν αντικρύ με τούτον ο τέταρτος ποταμός πίπτει εις ένα τόπον κατ' αρχάς φοβερόν και άγριον, καθώς λέγουν· ολόκληρος δ' έχει χρώμα ωσάν το γαλάζιον· τον οποίον ονομάζουσι Στύγιον· αυτός ο ποταμός κάμνει την λίμνην Στύγα, χυνόμενος εις αυτήν. Ούτος δε, αφ' ού πέση μέσα εις αυτήν την λίμνην και λάβη μέσα εις το νερόν της φοβεράς δυνάμεις, χύνεται τότε εις την γην και προχωρεί περιτυλισσόμενος κυκλοτερώς κατά διεύθυνσιν εναντίαν του Πυριφλεγέθοντος, και από το εναντίον μέρος ερχόμενος τον απαντά μέσα εις την λίμνην Αχερουσιάδα· και ούτε τούτου το νερόν ανακατεύεται με κανέν άλλο, αλλά και αυτός, αφ' ού περιτριγυρίση κυκλοτερώς, χύνεται μέσα εις τον Τάρταρον από το απέναντι μέρος του Πυριφλεγέθοντος. Το όνομά του δε είναι, καθώς λέγουν οι ποιηταί Κωκυτός.

Αυτά λοιπόν τα πράγματα η φύσις έτσι τα διέταξεν, όταν δε οι αποθανόντες φθάσωσιν εις τον τόπον, όπου ο άγγελος φέρει τον καθένα, κατά πρώτον μεν δικάζονται και εκείνοι, οι οποίοι έζησαν καλά και άγια, και εκείνοι, οι οποίοι δεν έζησαν καλά. Και εκείνοι μεν, οι οποίοι ήθελον θεωρηθή ότι έχουν ζήσει μέτρια (δηλαδή ούτε καλά ούτε κακά), αφ' ού πορευθούν εις τον Αχέροντα ποταμόν, αναβαίνουν επάνω εις πλοιάρια, τα οποία υπάρχουν εκεί δι' αυτούς, και επάνω εις αυτά ταξειδεύοντες φθάνουν εις την λίμνην και εκεί και κατοικούσι και ελευθερώνονται καθαριζόμενοι, υποφέροντες τιμωρίας διά τα αδικήματά των, αν κανείς από αυτούς έπραξε καμμίαν αδικίαν, και λαμβάνουσιν ανταμοιβάς διά καλά των έργα, ο καθείς σύμφωνα με την αξίαν του. Εκείνοι δε, οι οποίοι ήθελον θεωρηθή ότι είναι εις κατάστασιν αθεράπευτον ένεκα των μεγάλων των σφαλμάτων, διότι έχουν πράξει ή πολλάς και μεγάλας ιεροσυλίας, ή πολλούς αδίκους και παρανόμους φόνους, ή άλλας πράξεις του αυτού είδους, η δε αρμόζουσα εις αυτούς μοίρα τους ρίπτει μέσα εις τον Τάρταρον, όπου δεν εξέρχονται πλέον ποτέ· εκείνοι δε, οι οποίοι ήθελε θεωρηθή ότι υπέπεσαν εις σφάλματα, τα οποία ημπορούν μεν να θεραπευθούν, είναι όμως μεγάλα, διότι έπραξαν λόγου χάριν ένεκα θυμού καμμίαν βιαίαν πράξιν εναντίον του πατρός ή της μητρός των και μετανοούντες δι' αυτήν έζησαν την επίλοιπον ζωήν, ή με κανένα άλλον τοιούτον τρόπον έγειναν φονείς, είναι αναγκαίον αυτοί να πέσουν μεν μέσα εις τον Τάρταρον, άμα όμως πέσουν, το κύμα τους εκβάλλει, αφ' ού μένουν εκεί ένα χρόνον, και τους μεν φονείς φέρει εις τον Κωκυτόν, τους δε πατροκτόνους και μητροκτόνους εις τον Πυριφλεγέθοντα. Συρόμενοι δε όταν φθάσουν εις την λίμνην Αχερουσιάδα, εκεί φωνάζουν και προσκαλούν οι μεν πρώτοι εκείνους, τους οποίους εθανάτωσαν, οι δε άλλοι εκείνους, τους οποίους προσέβαλον, αφ' ού δε τους προσκαλέσουν, τους ικετεύουν και τους παρακαλούν να επιτρέψουν εις αυτούς να περάσουν εις την λίμνην και να τους δεχθούν. Και αν μεν τους καταφέρουν, εξέρχονται εις την ξηράν και παύουν τα βάσανά των· αν όμως δεν τους καταφέρουν, σύρονται πάλιν οπίσω εις τον Τάρταρον και από εκεί εκ νέου εις τους ποταμούς· και δεν παύουν από του να παθαίνουν αυτά έως ότου καταφέρωσιν εκείνους, τους οποίους ηδίκησαν. Διότι αυτή είναι η τιμωρία, η οποία επεβλήθη εις αυτούς από τους δικαστάς. Εκείνοι δε, οι οποίοι ήθελον θεωρηθή ότι έζησαν εξαιρετικώς με αγιότητα, αυτοί είναι εκείνοι, οι οποίοι ελευθερώνονται και λυτρώνονται από τούτους τους τόπους, οι οποίοι ευρίσκονται εις την γην, ωσάν από φυλακάς, φθάνουν δε επάνω εις την καθαράν κατοικίαν και ορίζονται να κατοικούν επάνω εις εκείνην την γην. Από τούτους δε τους ιδίους εκείνοι, οι οποίοι εκαθαρίσθησαν αρκετά διά της φιλοσοφίας, εις τον κατόπιν καιρόν ζουν όλως διόλου χωρίς σώματα και φθάνουν εις κατοικίας ακόμη ωραιοτέρας από αυτάς, τας οποίας ούτε εύκολον είναι ούτε ο καιρός κατά την παρούσαν στιγμήν μας εξαρκεί να παραστήσωμεν.

Αλλά πρέπει ένεκα τούτων των λόγων, τους οποίους εξεθέσαμεν, Σιμμία, να προσπαθώμεν με κάθε τρόπον, ώστε ν' αποκτήσωμεν εν καιρώ της ζωής μας αρετήν και σοφίαν. Διότι το βραβείον της νίκης είναι ωραίον και η ελπίς μεγάλη. Το μεν να βεβαιώση κανείς ότι αυτά είναι έτσι, όπως εγώ τα διηγήθην, δεν αρμόζει εις άνθρωπον, ο οποίος έχει νουν· ότι όμως ή ταύτα υπάρχουσι πραγματικώς ή κάποια άλλα παρόμοια οία τας ψυχάς μας και τας κατοικίας των, επειδή βεβαίως η ψυχή φαίνεται ότι είναι πράγμα αθάνατον, μου φαίνεται ότι τούτο και αρμόζει και αξίζει τον κόπον να κινδυνεύση κανείς να πιστεύση ότι είναι έτσι. Διότι ο κίνδυνος είναι ωραίος και χρειάζεται να τραγωδήση κανείς εις τον εαυτόν του τα τοιαύτα μαγικά τραγούδια. Διά τούτο λοιπόν εγώ από πολλήν ώραν μακραίνω την μυθολογικήν διήγησιν. Αλλά διά τούτους τους λόγους λοιπόν πρέπει να έχη πεποίθησιν διά την ψυχήν του εκείνος ο άνθρωπος, ο οποίος εις το διάστημα της ζωής του τας μεν άλλας ευχαριστήσεις τας σωματικάς και τους στολισμούς απεχαιρέτισε, διότι είναι ξένοι δι' αυτόν, και επειδή ενόμισεν ότι αυτοί προξενούν εις αυτόν το κακόν, επεδίωξε δε τας ευχαριστήσεις της μαθήσεως, και αφού εστόλισε την ψυχήν του όχι με στολισμόν ξένον, αλλά με τον ιδικόν της, δηλαδή με εγκράτειαν, και δικαιοσύνην, και ανδρείαν, και ελευθερίαν, και αλήθειαν, τοιουτοτρόπως περιμένει το ταξείδιον διά τον τόπον του Άδου, διά να υπάγη εκεί, όταν η ειμαρμένη τον καλέση. Σεις μεν λοιπόν, είπε, Σιμμία και Κέβη, και οι άλλοι καθείς με την σειράν του εις κάποιον καιρόν θα κάμητε το ταξείδιον τούτο· η δε ειμαρμένη, καθώς θα έλεγεν είς ποιητής τραγικός (26), προσκαλεί τώρα εμέ και επάνω κάτω είναι η ώρα μου να διευθυνθώ εις το λουτρόν. Διότι είναι καλύτερον βέβαια να πίω το δηλητήριον, αφού λουσθώ, και να μη δώσω ενόχλησιν εις τας γυναίκας.

Αφ' ού λοιπόν αυτός είπε ταύτα, ο Κρίτων είπεν· Έστω, ω Σώκρατες. Τι δε παραγγέλλεις εις τούτους ή εις εμέ, ή διά τα παιδία σου ή διά κανέν άλλο πράγμα, το οποίον ημπορούμεν να κάμωμεν διά σε, διά να σ' ευχαριστήσωμεν;

Ημπορείτε να κάμητε εκείνα, τα οποία λέγω πάντοτε, Κρίτων, είπεν ο Σωκράτης· κανέν νεώτερον δεν έχω να προσθέσω, ότι δηλαδή σεις φροντίζοντες διά τον εαυτόν σας θα πράξητε εκείνα, τα οποία θα πράξητε, ώστε να είναι ευχάριστα και εις εμέ και εις τους ιδικούς μου και εις τους εαυτούς σας, και αν ακόμη δεν το υποσχεθήτε τώρα· αν δε αμελήτε τον εαυτόν σας και δεν θέλητε να ζήτε σύμφωνα με εκείνα, τα οποία τώρα και εις τον προηγούμενον καιρόν είπομεν ωσάν με παραδείγματα, και πολλά αν υποσχεθήτε εις τον παρόντα καιρόν και δυνατά, τίποτε περισσότερον δεν θα κάμητε.

Θα βαλθώμεν λοιπόν με την καρδίαν μας να κάμωμεν αυτά έτσι, είπεν ο
Κρίτων. Με ποίον δε τρόπον να σε θάψωμεν;

Όπως θελήσητε, είπεν ο Σωκράτης· αν όμως με πιάσητε και δεν σας ξεφύγω. Αφ' ού δε συγχρόνως εγέλασε με γλυκύ χαμόγελον και μας εκύτταξεν, είπεν:

Δεν ημπορώ να καταπείσω τον Κρίτωνα, φίλοι μου, ότι εγώ είμαι αυτός ο Σωκράτης, ο οποίος συνομιλεί τώρα και θέτει εις τάξιν κάθε πράγμα, το οποίον λέγει, αλλά νομίζει ότι εγώ είμαι εκείνος, τον οποίον έπειτα θα ίδη από ολίγον αποθαμμένον, και διά τούτο ερωτά πώς να με θάψη. Ότι λοιπόν εγώ από πολύν καιρόν έκαμα πολύν λόγον, ότι, αφ' ού πίω το δηλητήριον, δεν θα μένω πλέον πλησίον σας, αλλά θα υπάγω να κατοικήσω εις τας κατοικίας της ευτυχίας, όπου κατοικούν οι μακάριοι, μου φαίνεται ότι είπον ουχί ανωφελώς, διά να παρηγορήσω από το έν μέρος σας και από το άλλο τον εαυτόν μου. Γίνετε λοιπόν εγγυηταί μου προς τον Κρίτωνα, είπε, δίδοντες εις αυτόν εγγύησιν εναντίαν προς εκείνην, την οποίαν αυτός έδωκε προς τους δικαστάς. Διότι ούτος μεν υπεσχέθη (εις τους δικαστάς), ότι εγώ τω όντι θα μείνω και δεν θα φύγω· σεις δε εγγυηθήτε, ότι τω όντι δεν θα μείνω, αφ' ού αποθάνω, αλλά θα πάρω να φύγω, διά να υποφέρη ευκολώτερα ο Κρίτων την λύπην και να μη αισθάνηται θλίψιν προς χάριν μου βλέπων ότι παθαίνω μερικά φοβερά πράγματα· βλέπων δηλαδή το σώμα μου ή να καίηται ή να χώνηται μέσα εις την γην, ούτε να λέγη εν καιρώ της κηδείας μου ότι, ή εκθέτει τον Σωκράτην, ή εκφέρει τον Σωκράτην, ή θάπτει τον Σωκράτην. Διότι ήξευρε καλά, είπεν ο Σωκράτης, κάλλιστε Κρίτων, ότι το να μη εκφράζηται κανείς καλά δεν είναι μόνον αυτό καθ' εαυτό σφάλμα, αλλά προξενεί και βλάβην εις τας ψυχάς. Αλλά πρέπει και γενναιότητα να έχω και να σου είπω να θάψης το σώμα μου και να το θάψης όπως σου αρέση καλύτερα και όπως νομίσης ότι ήθελεν είναι περισσότερον σύμφωνον με τους νόμους. Αφ' ού είπεν αυτά, εκείνος μεν εσηκώθη να υπάγη εις έν δωμάτιον, διά να λουσθή, και ο Κρίτων τον ηκολούθει· επεριμένομεν λοιπόν συνομιλούντες μεταξύ μας δι' όσα είχον λεχθή και εξετάζοντες αυτά πάλιν και τότε δε αναφέροντες πόσον μεγάλην συμφοράν θα πάθωμεν, νομίζοντες αληθώς ότι θα περάσωμεν την μετά ταύτα ζωήν ορφανοί, ωσάν να εχάσαμεν πατέρα. Αφ' ού δε ελούσθη, έφεραν προς αυτόν και τα παιδία του (διότι είχε δύο υιούς μικρούς και ένα μεγάλον), έφθασαν δε αι γυναίκες της οικογενείας του, και αφ' ού συνωμίλησε με εκείνας ενώπιον του Κρίτωνος και παρήγγειλεν εις αυτάς εκείνα, τα οποία ήθελε, τας μεν γυναίκας και τα παιδία διέταξε ν' αναχωρήσωσιν, ο ίδιος δε ήλθε πλησίον μας και επλησίαζε πλέον το βασίλευμα του ηλίου, διότι έμεινε μέσα πολύν καιρόν. Αφ' ού δε ήλθεν, εκάθισε λουσμένος και κατόπιν δεν είπε πλέον πολλάς ομιλίας. Και ο υπηρέτης των Ένδεκα ήλθε, και σταθείς πλησίον του είπεν Ω Σώκρατες, δεν θα σε καταδικάσω δι' εκείνο, διά το οποίον καταδικάζω άλλους, ότι θυμώνουν εναντίον μου και με καταρώνται, όταν παραγγέλλω εις αυτούς να πίωσι το δηλητήριον, εν ώ με υποχρεώνουν οι άρχοντες να κάμω τούτο· εγώ και από άλλα σε εγνώρισα εις το διάστημα του καιρού τούτου, ότι είσαι γενναιότατος και γλυκύτατος και ο κάλλιστος άνθρωπος από όσους έως τώρα ήλθον εδώ· και λοιπόν και τώρα καλώς γνωρίζω, ότι δεν δυσαρεστείσαι εναντίον μου, επειδή γνωρίζεις ποίοι είναι οι αίτιοι· αλλά με εκείνους. Τώρα λοιπόν, διότι ηξεύρεις εκείνο, το οποίον ήλθα να σου αναγγείλω, χαίρε και προσπάθησον να υποφέρης όσον το δυνατόν γενναιότερον εκείνο, το οποίον δεν ημπορείς ν' αποφύγης. Και συγχρόνως, αφ' ού εδάκρυσεν, εγύρισεν από το άλλο μέρος και ανεχώρει. Και ο Σωκράτης, ρίψας έν βλέμμα προς αυτόν, και συ, χαίρε, είπε· και ημείς θα πράξωμεν αυτά (τα οποία παρήγγειλας). Και συγχρόνως στρέψας προς ημάς είπε· Πόσον φιλόφρων(27) είναι ο άνθρωπος αυτός· και εις όλου του καιρού αυτού το διάστημα μ' επλησίαζε, και συνωμίλει κάποτε μαζί μου και ήτο ο καλύτερος άνθρωπος και τώρα με πόσον γενναίαν καρδίαν με κλαίει. Αλλ' έλα λοιπόν, Κρίτων, ας υπακούσωμεν εις αυτόν και ας φέρη κανείς το δηλητήριον, εάν έχη τριφθή· εάν δε όχι, ο άνθρωπος, ας το τρίψη.

Και ο Κρίτων είπεν· Αλλ' εγώ νομίζω, ω Σώκρατες, ότι είναι ακόμη ήλιος επάνω εις τα βουνά και ακόμη δεν έχει βασιλεύσει· και συγχρόνως ηξεύρω και άλλους, οι οποίοι το πίνουν πολύ αργά, αφ' ού δοθή εις αυτούς η παραγγελία και αφ' ού δειπνήσουν και πίουν πολύ καλά και μερικοί μάλιστα αφ' ού συνευρεθούν με εκείνους, τους οποίους ήθελον επιθυμήσει· αλλά διόλου μη βιάζησαι, διότι υπάρχει ακόμη καιρός.

Και ο Σωκράτης είπεν· Ευλόγως, βέβαια, ω Κρίτων, εκείνοι, τους οποίους συ λέγεις, κάμνουν αυτά· διότι νομίζουν ότι, να κάμουν αυτά, θα κερδίσουν και εγώ βέβαια ευλόγως δεν θα κάμω αυτά· διότι νομίζω ότι, αν πίω ολίγον υστερώτερα, τίποτε άλλο δεν θα κερδίσω παρ' ό,τι θα γείνω γελοίος εις τον εαυτόν μου επιθυμών την ζωήν και λυπούμενος έν πράγμα, το οποίον δεν είναι τίποτε. Αλλ' έλα, είπε, υπάκουσε και μη κάμης αλλέως.

Και ο Κρίτων, άμα ήκουσε τούτο, έκαμε νεύμα εις τον υπηρέτην, ο οποίος έστεκε πλησίον και ούτος, αφ' ού εξήλθε και έλειψε πολλήν ώραν, ήλθεν οδηγών εκείνον, ο οποίος έμελλε να δώση το δηλητήριον και το έφερε τριμμένον μέσα εις έν ποτήριον. Ο δε Σωκράτης, άμα είδε τον άνθρωπον, είπεν· Έστω, φίλτατε, ειπέ μοι (διότι συ ηξεύρεις αυτά τα πράγματα) τι πρέπει να κάμω.

Τίποτε άλλο, είπεν εκείνος, παρά αφού το πίης να περιφέρησαι, έως να αισθανθής βάρος εις τα σκέλη σου, έπειτα να πλαγιάσης και έτσι αυτό θα ενεργήση. Και συγχρόνως επρόσφερε το ποτήριον εις τον Σωκράτην. Και αυτός, αφού το έλαβε και παρά πολύ γαλήνιος, Εχεκράτη, χωρίς διόλου να τρέμη, ούτε ν' αλλάξη το χρώμα του, ούτε η όψις του προσώπου του, αλλά καθώς συνήθιζε, κυττάξας με σταθερότητα προς τον άνθρωπον είπε· Τι λέγεις δι' αυτό το ποτόν, επιτρέπεται να κάμωμεν σπονδήν από αυτό εις κάποιον ή όχι;

Τρίβομεν τόσον, ω Σώκρατες, είπεν, όσον νομίζομεν ότι είναι αρκετόν, διά να πίη κανείς.

Εκατάλαβα, είπεν ο Σωκράτης, αλλ' ίσως βέβαια επιτρέπεται και πρέπει να ευχηθή κανείς εις τους θεούς η αλλαγή της κατοικίας απ' εδώ εις τα εκεί να γείνη ευτυχής· το οποίον και εγώ εύχομαι λοιπόν και άμποτε να γείνη κατ' αυτόν τον τρόπον. Και άμα είπεν αυτούς τους λόγους εσταμάτησε και το έπιεν όλον με πολλήν ευκολίαν και ηρεμίαν. Και οι περισσότεροι από ημάς έως εκείνην την στιγμήν αρκετά ημπόρεσαν να κρατήσουν τα δάκρυα των· αλλά, άμα τον είδομεν να το πίνη και να το τελειώση, δεν ημπορέσαμεν πλέον να κρατηθώμεν. Αλλ' εναντίον βεβαίως της θελήσεώς μου τα δάκρυα επήραν δρόμον αφθόνως, ώστε σκεπάσας με τον μανδύαν το πρόσωπον έκλαια ελευθέρως τον εαυτόν μου, διότι δεν έκλαιον βεβαίως εκείνον, αλλά την κακήν μου τύχην, σκεπτόμενος ποίον άνδρα φίλον έχανα. Ο δε Κρίτων ακόμη προτήτερα από εμέ, επειδή δεν ήτο ικανός να κρατήση τα δάκρυα, εξήλθεν. Ο δε Απολλόδωρος και προηγουμένως δεν έπαυε διόλου από του να κλαίη, και τώρα, αφ' ού εξέβαλε δυνατόν βογγητόν κλαίων και στενάζων, έκαμεν όλους τους παρευρισκομένους να κλαίουν, εκτός μόνου του Σωκράτους. Εκείνος δε είπε· Τι είναι αυτά όπου κάμνετε, παράξενοι άνθρωποι; Αλλ' εγώ προ πάντων δι' αυτήν την αιτίαν (δηλαδή διά να μη κλαίουν) έδιωξα τας γυναίκας, διά να μη κάμνουν τοιαύτα σφάλματα· διότι έχω ακούσει ότι πρέπει κανείς να ξεψυχά εν τω μέσω καλών λόγων. Αλλά ησυχάσατε, παρακαλώ, και δείξατε γενναιότητα. Και ημείς, άμα ηκούσαμεν αυτά, εντράπημεν και εκρατήσαμεν τα δάκρυά μας. Εκείνος δε, αφ' ού περιεπάτησε, μόλις είπεν ότι αισθάνεται βάρος εις τα σκέλη, επλάγιασεν ανάσκελα, διότι ο άνθρωπος έτσι διέταξε να κάμη· και συγχρόνως αυτός, ο οποίος έδωκε το δηλητήριον, εγγίζων αυτόν, αφ' ού επέρασεν ολίγος καιρός, εξήταζε τους πόδας και τα σκέλη του και έπειτα πιέσας δυνατά τον πόδα του τον ηρώτησεν αν αισθάνεται· εκείνος δε είπεν ότι όχι· κατόπιν επίεσε τας κνήμας του και προχωρών εις τα επάνω μέρη του σώματος με πιέσεις εδείκνυε το σώμα του και εις ημάς ότι εκρύωνε και επάγωνε το σώμα. Και ο ίδιος ήγγισε πάλιν και είπεν ότι, όταν φθάση το ψύχος εις την καρδίαν, τότε θ' αποθάνη. Τώρα πλέον τα πέριξ της κάτω κοιλίας μέρη του σχεδόν εκρύωσαν· και ξεσκεπασθείς, διότι ήτο σκεπασμένος, είπε τους τελευταίους του λόγους· Ω Κρίτων, είπε, χρεωστούμεν ένα πετεινόν εις τον Ασκληπιόν· πληρώσατε λοιπόν το χρέος και μη αμελήσητε (28).

Αλλ' αυτά θα γείνουν, είπεν ο Κρίτων κύτταξε όμως μήπως έχης τίποτε άλλο να παραγγείλης. Ενώ δε αυτός έκαμεν αυτήν την ερώτησιν, ο Σωκράτης δεν απεκρίθη πλέον τίποτε. Αλλ' αφ' ού επέρασεν ολίγος καιρός εκινήθη, και ο άνθρωπος εξεσκέπασεν αυτόν. Και είχε τα μάτια του προσηλωμένα ακίνητα· ο δε Κρίτων, καθώς είδε τούτο, του έκλεισε και το στόμα και τα μάτια.

Τοιούτον μας υπήρξεν, Εχεκράτη, το τέλος της ζωής του φίλου μας, του καλυτέρου, καθώς ημείς ημπορούμεν να βεβαιώσωμεν, ανδρός, και αφ' ετέρου του σοφωτάτου και δικαιοτάτου από όλους τους τότε, όσους εγνωρίσαμεν.

ΤΕΛΟΣ

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

Φαίδων είναι υψηλή και μεγάλη μελέτη περί ψυχής. Εν μέσω των μαθητών του ο Σωκράτης εις τας τελευταίας ώρας της ζωής του διδάσκει με ηρεμίαν και γαλήνην τον θείον προορισμόν του ανθρώπου και προσάγει, ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της μετά θάνατον ζωής. Η λιτή δραματική αφήγησις του διά κωνείου θανάτου του Σωκράτους εις το τέλος του διαλόγου είναι μία από τας θαυμασιωτέρας σελίδας της παγκοσμίου φιλολογίας. Η μετάφρασις πιστή και σαφής υπό του κ. Αρ. Χαροκόπου.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 - ΤΗΛ. 614.686, 634.506
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΧ. 10

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1) Ο Φαίδων κατήγετο εξ Ήλιδος και ήτο είς των καλυτέρων του Σωκράτους και του Πλάτωνος φίλων. Νέον ακόμη τον συνέλαβον πειραταί και εξηγόρασε παρ' αυτών τούτον ο Σωκράτης, του οποίου εγένετο μετά τούτο μαθητής. Μετά τον θάνατον του διδασκάλου του επέστρεψεν εις την Ήλιδα και συνέστησε την καλουμένην Ερετριακήν φιλοσοφικήν σχολήν. — Ο Εχεκράτης δε ήτο εκ της Φλιούντος πόλεως της Σικυωνίας, αναφερόμενος και ως οπαδός του φιλοσόφου Πυθαγόρου.

2) Ο Σωκράτης, καθώς αναφέρει ο Ξενοφών, έπιε το κώνειον τριάκοντα ημέρας μετά την εις θάνατον καταδίκην του.

3) Μίνως ο β', βασιλεύς της Κρήτης, εκδικούμενος τους Αθηναίους θανατώσαντας τον υιόν αυτού Ανδρόγεων, επολιόρκησε τας Αθήνας και συγκατετέθη να λύση την πολιορκίαν μόνον, αφού οι Αθηναίοι ανέλαβον την υποχρέωσιν να πέμπουν εις Κρήτην κατ' έτος επτά νέους και επτά νέας προς τροφήν του Μινωταύρου, τέρατος κατά το ήμισυ βοός και κατά το έτερον ήμισυ ανθρώπου, κλεισμένου δε εντός του αδιεξόδου λαβυρίνθου. Η υποχρέωσις αύτη εξετελέσθη πιστώς επί δύο έτη, κατά δε το τρίτον έτος, ο Θησεύς, υιός του βασιλέως των Αθηνών Αιγέως, εκουσίως περιληφθείς μεταξύ των επτά νέων, απήλλαξε του φόρου τούτου την πατρίδα του φονεύσας τον Μινώταυρον και επανελθών σώος μετά των συντρόφων του.

4) Θεωρία εκαλείτο θρησκευτική αποστολή θυσίας μετά επισήμου πρεσβείας εις τον εν τη νήσω Δήλω φημιζόμενον ναόν του Απόλλωνος.

Η θεωρία ήρχιζε με διακόσμησιν διά στεφάνου της πρύμνης του αποσταλησομένου πλοίου.

5) Εκ των παρευρεθέντων κατά τας τελευταίας του Σωκράτους στιγμάς πολλοί εγένοντο ιδρυταί ή πεφημισμένοι οπαδοί Φιλοσοφικών σχολών. Ο Αθηναίος Αισχίνης ήτο πεφημισμένος του Σωκράτους οπαδός. Ό Αντισθένης εγένετο ιδρυτής της σχολής των Κυνικών. Ο Μενέξενος εν διαλόγω του Πλάτωνος φέροντι το όνομά του εξαίρεται διά την φιλοπατρίαν του. Ο Σιμμίας και ο Κέβης φέρονται ως ονομαστοί Σωκρατικοί· ο τελευταίος μάλιστα συνέγραψε τον «Πίνακα» αλληγορίαν έξοχον της ανθρωπίνης ζωής. Ο Ευκλείδης και ο Τερψίων ήσαν Μεγαρείς. Ο Ευκλείδης την εριστικήν καλουμένην φιλοσοφικήν σχολήν του Ξενοφάνους μετωνόμασε Μεγαρικήν, τόσον δε πόθον είχε ν' ακροάται, της διδασκαλίας του Σωκράτους, ώστε καταδικαζομένου εις θάνατον παντός Μεγαρέως τολμώντος να έλθη εις Αθήνας διά νόμου, αυτός ήρχετο ενδυμένος γυναικεία, ίνα μη τον αναγνωρίζουν. Ο Αρίστιππος εγένετο αρχηγός της Κυρηναϊκής φιλοσοφικής Σχολής. Είναι ο πρώτος εκ των Σωκρατικών, όστις απήτει δίδακτρα παρά των ακροατών της διδασκαλίας αυτού, κατηγορήθη δ' ως φιλήδονος και χαμερπής κόλαξ εν τη αυλή του τυράννου της Σικελίας Διονυσίου. Ο Πλάτων ομιλεί ενταύθα δηκτικώς περί αυτού και του εξ Αμβρακίας Κλεομβρότου, διότι ενώ διέμενον πλησίον των Αθηνών, δεν έσπευσαν κατά την τελευταίαν και κρίσιμον στιγμήν, ως είχον καθήκον, προς τον διδάσκαλον αυτών. Λέγουσι μάλιστα, ότι ο Κλεόμβροτος αναγνούς τον Φαίδωνα ερρίφθη αφ' υψηλού εις την θάλασσαν και επνίγη.

6) Η μεταφορά αύτη λαμβάνεται εκ του αποτελέσματος του παραγομένου εκ δύο σχοινιών συνδεδεμένον εχόντων το τελευταίον άκρον του ενός μετά του πρώτου του ετέρου, διαπεπερασμένων δε επί τροχαλίας, ώστε συρομένου του ενός συμπαρασύρεται και το έτερον.

7) Ο εκ Κρότωνος της Ιταλίας Φιλόλαος υπήρξε μαθητής του εκ Τάραντος Αρχύτα και κατ' ακολουθίαν οπαδός του Πυθαγόρου, επληροφορήθη δε περί αυτού ο Πλάτων διατριβών εν Ιταλία. Οι Πυθαγόρειοι επρέσβευον ότι δεν επιτρέπεται η αυτοκτονία. Ο Φιλόλαος εδίδαξεν έπειτα και εν Θήβαις, ένθα ο Σιμμίας και ο Κέβης ηκροάσαντο των διδασκαλιών αυτού.

8) Λέγων ο Σωκράτης ότι ο θάνατος είναι απλούν, δηλ. πάντοτε και διά πάντας μόνον αγαθόν, κατ' αντίθεσιν προς άλλα, οίον την νόσον, τον γάμον κτλ., τα οποία δι' άλλους είναι αγαθόν και δι' άλλους κακόν, νοεί τον απόλυτον θάνατον, δηλ. τον χωρισμόν της ψυχής από παντός εν γένει υλικού στοιχείου και από πάσης εν γένει υλικής επιδράσεως, την τελείαν δηλαδή αυτής απομόνωσιν και καθαρότητα.

9) Υπονοεί ενταύθα ο Σωκράτης τας μυστικάς διδασκαλίας τας γενομένας εις τα μυστήρια του Ορφέως και της Δήμητρος, τας οποίας μόνον οι μεμυημένοι ήκουον, τηρούντες αυτάς απολύτως μυστικάς, και διά τούτο απόρρητα εκαλούντο και τα μυστικά δόγματα της σχολής του Πυθαγόρου.

10) Το φάρμακον έδιδεν ο υπό τας διαταγάς των ένδεκα δούλος, τον οποίον εκάλουν και δημόσιον ή δήμιον.

Ο υπηρέτης παραγγέλλει εις τον Σωκράτην μετά την λήψιν του κωνείου να μη ομιλή, μήτε να κινήται διά να μη, θερμανθέντος του σώματος, γίνη πέψις του φαρμάκου και δεν επέλθη ο θάνατος εξ αυτού.

11) Ποιητάς ενταύθα εννοεί τον Παρμενίδην, Εμπεδοκλέα και Επίχαρμον, οι οποίοι πρεσβεύουν ότι διά των αισθήσεων ουδεμίαν ακριβή γνώσιν λαμβάνομεν. Ο Επίχαρμος έλεγε· «Νους ορά και νους ακούει, τα δ' άλλα πάντα κωφά και τυφλά».

12)Φλυαρίαν ονομάζει ο Πλάτων παν το περιττόν και εν λόγοις και εν έργοις.

13) Ο καθαρμός ήτο η πρώτη πράξις της μυήσεως εις τα μυστήρια, η β' ήτο η της τελετής παράδοσις, η γ' η εποπτεία, η δ' η ανάθεσις και επίδεσις στεμμάτων, η ε' το θεοφιλές και η θεοίς συνδίαιτος ευδαιμονία.

14) Δες κατωτέρω

15) Αυτή και η ανωτέρω υποσημείωση είναι παρωδία στίχων του Ορφέως, ο οποίος λέγει δι' αυτών ότι «όστις δεν λάβη μέρος εις την τελετήν των μυστηρίων θα ευρίσκεται κάτω ωσάν μέσα εις λάσπην» και ότι «πολλοί μεν είναι οι κρατούντες ράβδον (ναρθηκοφόροι)», οι παριστάμενοι δηλ. εις τα μυστήρια, «ολίγοι δε οι ιερείς γενόμενοι των μυστηρίων (Βάκχοι)». Νάρθηξ είναι η ράβδος, την οποίαν εκράτουν εις τα μυστήρια, Βάκχοι δ' εκαλούντο οι τελείως μεμυημένοι, οι ιερείς γενόμενοι των μυστηρίων.

16) Ο Αναξαγόρας επρέσβευεν ότι όλα τα στοιχεία απετέλουν εν αρχή μίγμα συγκεχυμένον, εις το οποίον το πνεύμα κατόπιν επήνεγκε την τάξιν. «Ομού, λέγει, πάντα χρήματα ην, νους δε αυτά διείλε και διεκόσμησε».

17) Οι αρχαίοι έκειρον τας τρίχας εις ένδειξιν πένθους αντιθέτως από σήμερον.

18) Ο πορθμός του Ευρίπου λέγουσιν ότι επτάκις της ημέρας είχε παλίρροιαν και άμπωτιν.

19) Οι Ίωνες φιλόσοφοι και ιδίως ο Αναξαγόρας και ο Αρχέλαος εφρόνουν ότι τα ζώα έγειναν «εξ υγρού τε και θερμού και γεώδους». Ο Αρχέλαος έλεγε «δύο αιτίας είναι της γενέσεως, θερμόν και ψυχρόν».

20) Προ του Αναξαγόρου, ο Αναξίμανδρος εφρόνει ότι η γη είναι επίπεδον, ο δε Αναξιμένης ότι είναι στρογγύλη.

21) Η γνώμη των Ιώνων και Ελεατών φιλοσόφων είναι ότι η γη ευρίσκεται εν τω μέσω του κόσμου.

22) Οι φίλοι του συνεβούλευον τον Σωκράτη να φύγη εις τα Μέγαρα ή την Βοιωτίαν.

23) Η μετενσάρκωσις υπεστηρίζετο και υπό του φιλοσόφου Εμπεδοκλέους

24) «Ουχ η Γλαύκου τέχνη» είναι ελληνική παροιμία λεγομένη διά τα μη έχοντα ανάγκην ευφυίας και ετοιμότητος διά να εκτελεσθώσιν. Άγνωστος είναι η προέλευσίς της.

25) Γενικώς τότε επιστεύετο ότι η Ευρώπη εξετείνετο μέχρι του Φάσιδος ποταμού προς Ανατολάς.

26) Υπαινίσσεται χωρίον τι της Αλκήστιδος του Ευριπίδου, το εξής:

«Ορώ δίκωπον ορώ σκάφος [εν λίμνα], νεκύων δε πορθμεύς έχων χέρ' επί κοντώ Χάρων μ' ήδη καλεί· τι μέλλεις;