WeRead Powered by ReaderPub
Ο Αγαθούλης cover

Ο Αγαθούλης

Chapter 25: `ΙΟ XVIII. Τι είδανε στη χώρα του Ελδοράδου.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A naive young man raised in an aristocratic household accepts his tutor's doctrine that this is the best of all possible worlds; after being expelled for a romantic indiscretion he embarks on a whirlwind of misadventures across continents. He witnesses war, natural disaster, religious persecution, slavery, and human greed, encounters a prosperous utopia, and repeatedly confronts the gap between philosophical optimism and lived suffering. The narrative strings together rapid, often comic episodes to satirize blind optimism and institutional hypocrisy, ending in a concrete turn toward work and modest self-sufficiency as a response to pain.

 — Δεν είναι καθόλου Ιησουίτης! Δεν είναι καθόλου Ιησουίτης!

 — Ο Αγαθούλης δεν έπαψε να θαυμάζη τον απελευθερωτή του.

 — Τι λαός! έλεγε. Τι άνθρωποι! Τι ήθη! Αν δεν είχα την τιμή να δώσω μια μεγάλη σπαθιά περνώντας πέρα-πέρα το κορμί του αδερφού της δεσποινίδας Κυνεγόνδης, θα είχα φαγωθή χωρίς άλλο. Όμως παρ' όλα αυτά η καθαρή φύση είναι αγαθή, αφού αυτοί εδώ οι άνθρωποι, αντί να με φάνε, μου κάνανε χίλιες τιμές, όταν μάθανε, πως δεν ήμουνα ιησουίτης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVII

Ο Αγαθούλης κι ο σύντροφός τον φτάνουνε στο Ελδοράδο και τι βλέπουν εκεί.


Όταν φτάσανε στα σύνορα των Αυτιάδων:

 — Βλέπετε, είπε ο Κακαμπός στον Αγαθούλη, πως αυτό εδώ το ημισφαίριο δεν είναι καλύτερο από τάλλο. Πιστέψετέ με, ας γυρίσουμε στην Ευρώπη με το συντομώτερο δρόμο.

 — Πώς να γυρίσουμε; είπε ο Αγαθούλης. Και που να πάμε; Αν πάω στην πατρίδα μου, εκεί οι Βούλγαροι και οι Άβαροι σφάζουνε τα πάντα. Αν γυρίσω στην Πορτογαλλία, θα με ψήσουνε. Αν μείνουμε σ' αυτόν εδώ τον τόπο, κινδυνεύουμε κάθε στιγμή να μας περάσουνε στη σούβλα. Αλλά πώς ν' αποφασίσω ν' αφήσω το μέρος του κόσμου, που η δεσποινίς Κυνεγόνδη κατοικεί;

 — Ας στρίψουμε προς τη Γαϋέννα, είπεν ο Κακαμπός· θα βρούμε κει Γάλλους, που γυρίζουνε όλο τον κόσμο: θα μπορέσουνε να μας βοηθήσουνε. Ο Θεός ίσως μας λυπηθή.

Δεν ήταν εύκολο να πάνε στη Γαϋέννα· ξέρανε καλά προς ποιο μέρος έπρεπε να βαδίσουν· αλλά παντού βουνά, ποτάμια, γκρεμοί, ληστές, άγριοι· υπήρχαν παντού τρομερά εμπόδια. Τ' άλογά τους ψοφήσανε από την κούραση· οι προμήθειές τους τελειώσανε, τραφήκαν ένα ολόκληρο μήνα με άγριους καρπούς και βρεθήκανε τέλος κοντά σ' ένα μικρό ποταμάκι, που σ' όλο του το ρέμα είχε κοκοφοίνικες· μ' αυτούς διατηρήσανε τη ζωή τους και τις ελπίδες τους.

Ο Κακαμπός, που έδινε πάντα καλές συμβουλές σαν τη γριά, είπε στον Αγαθούλη:

 — Δε μπορούμε πια, περπατήσαμε αρκετά, βλέπω μια μικρή βάρκα στην όχθη, ας τη γεμίσουμε κοκοκάρυδα, ας ριχτούμε εμείς μέσα κι' ας αφεθούμε στο ρέμα να μας πάη· ένα ποτάμι φέρνει πάντα σε κάποιο κατοικημένο μέρος. Αν δε βρούμε πράγματα ευχάριστα, θα βρούμε τουλάχιστο πράγματα νέα.

 — Εμπρός! είπε ο Αγαθούλης· ας αφεθούμε στη θεία πρόνοια.

Πλέξανε μερικές λεύγες ανάμεσα σε όχθες, άλλοτε ανθισμένες, άλλοτε χέρσες, άλλοτε ομαλές, άλλοτε απόκρημνες. Το ποτάμι φάρδαινε πάντα· τέλος χανότανε κάτου σε μια καμάρα από βράχους τρομαχτικούς, που υψωνόντανε ως τον ουρανό. Οι δυο ταξιδιώτες είχανε το θάρρος, να εγκαταλειφτούνε στα κύματα κάτου απ' αυτή την καμάρα. Το ποτάμι, στενεύοντας σ' αυτό το μέρος, τους έσερνε με μια φριχτή ταχύτητα. Μετά εικοσιτέσσερις ώρες ξανάειδαν την ημέρα· αλλ' η βάρκα τους τσακίστηκε ανάμεσα στις πέτρες· χρειάστηκε να συρθούνε από βράχο σε βράχο σ' ένα διάστημα μιας ολόκληρης λεύγας· τέλος ανακαλύψανε έναν απέραντο ορίζοντα περικλεισμένο από βουνά ασίμωτα. Ο τόπος ήτανε καλλιεργημένος κι' από ευχαρίστηση απλή κι' από ανάγκη· παντού το χρήσιμο ήτανε ενωμένο με το ευχάριστο: οι δρόμοι ήτανε γεμάτοι ή καλύτερα στολισμένοι με αμάξια από υλικό λαμπερό, κουβαλώντας άντρες και γυναίκες μοναδικής ομορφιάς, και που τα σέρνανε μεγάλα κόκκινα πρόβατα, που ξεπερνούσανε, στη γρηγοράδα τα καλύτερα άλογα της Ανδαλουσίας, του Ζετουάν και του Μεκινέζ.

 — Να, ωστόσο, είπε ο Αγαθούλης, ένας τόπος, που αξίζει καλύτερα από τη Βεστφαλία. Πήδησε στη γη με τον Κακαμπό κοντά στο πρώτο χωριό που απαντήσανε. Μερικά παιδιά του χωριού, φορώντας χρωματιστά μεταξόρουχα καταξεσκισμένα, παίζανε τις αμάδες στο έμπα του χωριού. Οι δυο μας άνθρωποι του άλλου κόσμου διασκεδάζανε κοιτάζοντάς τα: οι αμάδες τους ήτανε πολύ πλατιές και στρογγυλές, κίτρινες, κόκκινες, πράσινες, και λαμποκοπούσαν εξαιρετικά. Τους ήρθε επιθυμία να μάσουνε μερικές· ήτανε μάλαμμα, σμαράγδια, ρουμπίνια, που το μικρότερό τους θα μπορούσε νάναι το μεγαλύτερο στόλισμα του θρόνου της Μογγολίας.

 — Χωρίς αμφιβολία, είπεν ο Κακαμπός, αυτά τα παιδιά, θάναι τα βασιλόπουλα του τόπου, που παίζουνε τις αμάδες.

Ο δάσκαλος του χωριού παρουσιάστηκε αυτή τη στιγμή για να τα μπάση στο σκολειό.

 — Να, είπε ο Αγαθούλης, ο παιδαγωγός της βασιλικής οικογένειας.

Οι μικροί διαβολάκηδες πάψανε αμέσως το παιχνίδι τους αφήνοντας καταγίς τις αμάδες τους κι' ό,τι τους χρησίμεψε στη διασκέδασί τους. Ο Αγαθούλης τα μαζεύει, τρέχει στον παιδαγωγό και του τα παρουσιάζει ταπεινά, δίνοντάς του να καταλάβη με σημεία, ότι οι βασιλικές τους υψηλότητες είχανε λησμονήσει το χρυσάφι τους και τα πολύτιμα πετράδια τους. Ο δάσκαλος του χωριού χαμογελώντας τα πέταξε χάμω, παρατήρησε μια στιγμή το πρόσωπο του Αγαθούλη με πολλήν απορία κ' εξακολούθησε το δρόμο του.

Οι ταξιδιώτες δεν παραλείψανε να μαζέψουνε χρυσάφι, ρουμπίνια και σμαράγδια.

 — Πού είμαστε; φώναζε ο Αγαθούλης. Πρέπει τα βασιλόπουλα αυτού του τόπου νάναι πολύ καλά αναθρεμμένα, αφού τα μαθαίνουν να περιφρονούνε το χρυσάφι και τα πολύτιμα πετράδια.

Ο Κακαμπός θάμαζε σαν τον Αγαθούλη. Πλησιάσανε τέλος στο πρώτο σπίτι του χωριού· ήτανε χτισμένο σαν ευρωπαϊκό παλάτι. Πλήθος κόσμος σφιγγότανε στην πόρτα κι' ακόμα περισσότερο μέσα· μια πολύ ευχάριστη μουσική ακουότανε και μια ηδονική μυρωδιά κουζίνας τους έφτανε. Ο Κακαμπός πλησίασε στην πόρτα κι' άκουσε να μιλούνε περουβιανά· ήτανε η μητρική του γλώσσα· γιατί όλος ο κόσμος ξέρει, πως ο Κακαμπός είχε γεννηθή στο Τουκουάν, σ' ένα χωριό που δεν ξέρανε άλλη γλώσσα απ' αυτήν.

 — Θα σας κάνω το διερμηνέα, λέγει στον Αγαθούλη. Ας μπούμε· είναι ταβέρνα.

Ευθύς δυο γκαρσόνια και δυο κοπέλλες του ξενοδοχείου, ντυμένοι χρυσά φορέματα, με μαλλιά δεμένα με κορδέλλες, τους προσκαλούνε να κάτσουνε στο τραπέζι. Τους σερβίρανε τέσσερες σούπες γαρνιρισμένες καθεμία με δυο παπαγάλους, ένα μπούτι βραστό που ζύγιζε διακόσιες λίτρες, δυο μαϊμούδες ψητές εξαίσιας γεύσης, τριακόσια κολύβρια σ' ένα πιάτο και εξακόσια μυγοπούλια σ' ένα άλλο· επίσης ραγγού εκλεχτώτατα, γλυκίσματα νοστιμώτατα όλα μέσα σε πιάτα από ορυχτό κρύσταλλο. Τα γκαρσόνια κ' οι κοπέλλες του ξενοδοχείου τους κερνούσανε διάφορα λικέρ φκιασμένα από ζαχαροκάλαμο.

Οι συμπότες ήσαν οι περισσότεροι έμποροι κι' αμαξάδες, όλοι τους ασύγκριτα ευγενικοί, που κάνανε μερικές ερωτήσεις στον Κακαμπό με την πιο μεγάλη διάκριση κι' απαντήσανε στις δικές τους με τρόπο ικανοποιητικό.

Όταν τελείωσε το φαγί, ο Κακαμπός νόμισε, καθώς κι' ο Αγαθούλης, ότι πληρώσανε καλά το λογαριασμό τους, ρίχνοντας απάνω στο τραπέζι δύο απ' αυτά τα πλατιά κομμάτια του χρυσαφιού, πούχαν μαζέψει. Ο ξενοδόχος κ' η ξενοδόχα σπάσανε στα γέλια και βαστούσανε πολλιώρα τα πλευρά τους. Τέλος συνήλθανε.

 — Κύριοι, είπε ο ξενοδόχος, βλέπουμε καλά, πως είστε ξένοι· δεν είμαστε συνηθισμένοι να βλέπουμε ξένους. Συχωρέστε μας, αν αρχίσαμε να γελάμε, όταν μας προσφέρατε για πληρωμή τα χαλίκια των μεγάλων μας δρόμων. Δεν έχετε, χωρίς αμφιβολία, χρήματα του τόπου, μα δε χρειάζονται για να φάτ' εδώ. Όλα τα ξενοδοχεία τα ιδρυμένα για την ευκολία του εμπορίου πληρώνονται από το κράτος. Δεν είσαστε τυχεροί εδώ, γιατί ναι φτωχό το χωριό, μα κάθε αλλού θα φιλοξενηθήτε, όπως σας αξίζει.

Ο Κακαμπός εξηγούσε στον Αγαθούλη όλα τα λόγια του ξενοδόχου κι' ο Αγαθούλης τον άκουε με τον ίδιο θαυμασμό και το ίδιο ξάφνισμα, που ο φίλος του Κακαμπός του τα μετάδινε.

 — Ποιος τόπος λοιπόν είναι αυτός, λέγανε κι' ο ένας κι' ο άλλος, άγνωστος απ' όλο τον άλλο κόσμο κι' όπου όλη η φύση είναι τόσο διάφορη από τη δική μας; Είναι πιθανώς ο τόπος όπου όλα είναι καλά: γιατί πρέπει απολύτως να υπάρχη ένας τέτοιος τόπος! Κι' ό,τι κι' αν είπε ο διδάσκαλος Παγγλώσης, συχνά παρατήρησα, πως όλα ήτανε κακά στη Βεστφαλία.

`ΙΟ XVIII.

Τι είδανε στη χώρα του Ελδοράδου.


Ο Κακαμπός παράστησε στον ξενοδόχο όλη του την περιέργεια. Ο ξενοδόχος του είπε:

 — Δεν ξέρω πολλά πράγματα, μα δεν είμαι δυσαρεστημένος. Έχουμ' εδώ ένα γέρο, πρώην αυλικό, που είναι ο πιο σοφός άνθρωπος του βασιλείου κι' ο πιο ομιλητικός! Αμέσως οδηγεί τον Κακαμπό στου γέρου. Ο Αγαθούλης έπαιζε τώρα το δεύτερο ρόλο κι' ακολουθούσε τον υπηρέτη του. Μπήκανε σ' ένα σπίτι πάρα πολύ απλό, γιατί η πόρτα ήτανε μόνο από ασήμι και τα κουφώματα των διαμερισμάτων μόνο από χρυσάφι, αλλά δουλεμένα με τόσο γούστο, που τα πλουσιώτερα κουφώματα δε μπορούνε να τους παραβγούνε. Ο αντιθάλαμος, αληθινά, δεν ήτανε στολισμένος παρά μόνο με ρουμπίνια και σμαράγδια, αλλ' η τάξη, που ήσαν όλα βαλμένα αντικαθιστούσε αρκετά αυτή την έσχατη απλότητα.

Ο γέρος υποδέχτηκε τους ξένους απάνω σ' ένα σοφά που το στρώμα του ήτανε κανωμένο από φτερά κολυβρίων, και τους πρόσφερε λικέρ σε ποτήρια από διαμάντι· κατόπι ικανοποίησε την περιέργειά τους ως εξής:

 — Είμαι εκατόν εβδομήντα δυο χρονών κι' έμαθα από το μακαρίτη πατέρα μου, υπασπιστή του βασιλιά, τις καταπληχτικές επαναστάσεις του Περού, που τις είδε με τα μάτια του. Το βασίλειο, που βρισκόμαστε, είναι η παλιά πατρίδα των Ινκάς, που βγήκανε απ' εδώ πολύ απερίσκεπτα για να πάνε να υποτάξουν ένα άλλο μέρος του κόσμου και που τέλος καταστραφήκανε από τους Ισπανούς.

Οι πρίγκηπες της φυλής τους, που δε φύγανε από τον τόπο τους, ήσαν σοφώτεροι. Νομοθέτησαν με τη συγκατάθεση του έθνους κανείς κάτοικος να μη βγη στο μέλλον από το μικρό μας βασίλειο· κι' αυτό διατήρησε την αγνότητά μας και την ευτυχία μας. Οι Ισπανοί έχουνε μια συγχισμένη ιδέα για τον τόπο μας, τον ωνόμασαν Ελδοράδο, κ' ένας Άγγλος ονομαζόμενος ιππότης Ράλαϊχ κατώρθωσε να πλησιάση ως εδώ προ εκατό χρόνια. Αλλ' όπως ήμαστε περικυκλωμένοι από βράχους αζύγωτους κι' από γκρεμούς, σταθήκαμε έως τώρα εξασφαλισμένοι από την αρπαχτικότητα των λαών της Ευρώπης, που έχουνε μιαν ακατανόητη μανία για τα χαλίκια και τη λάσπη της γης μας και που για να τ' αποχτήσουνε, θα μας σκοτώνανε όλους ως τον τελευταίο.

Η συνομιλία βάσταξε αρκετά· κουβεντιάσανε για τη μορφή του πολιτεύματος, τα έθιμα, τις γυναίκες, τα δημόσια θεάματα, τις τέχνες. Τέλος ο Αγαθούλης, πούχε πάντα κλίση προς τη μεταφυσική, ρώτησε μέσον του Κακαμπό εάν στον τόπο τους υπήρχε θρησκεία. Ο γέρος κοκκίνησε λιγάκι.

 — Πώς λοιπόν! είπε, μπορείτε ν' αμφιβάλλετε; Μήπως μας θεωρείτε αχάριστους;

Ο Κακαμπός ρώτησε ταπεινά ποια ήτανε η θρησκεία του Ελδοράδο. Ο γέρος κοκκίνησε άλλη μια φορά.

 — Μήπως μπορεί να υπάρχουν δυο θρησκείες; είπε. Έχουμε νομίζω, τη θρησκεία όλων των ανθρώπων· λατρεύουμε το Θεό απ' το βράδυ ως το πρωί.

 — Λατρεύετε ένα Θεό; ρώτησε ο Κακαμπός, χρησιμεύοντας πάντα ως διερμηνέας των αποριών του Αγαθούλη.

 — Φανερό, είπε ο γέρος, πως δεν υπάρχουνε ούτε δυο, ούτε τρεις, ούτε τέσσερις. Ομολογώ, πως οι άνθρωποι του κόσμου σας κάνουνε πολύ παράξενες ερωτήσεις.

Ο Αγαθούλης δεν έπαψε να ρωτά το γέρο. Θέλησε να μάθη, πώς προσευχόντανε στο Ελδοράδο.

 — Δεν προσευχόμαστε καθόλου, είπε ο αγαθός και σεβάσμιος σοφός. Δεν έχουμε τίποτε να του ζητήσουμε, μας τάδωσε όλα, όσα μας χρειάζονται· τον ευχαριστούμε ακατάπαυτα.

Ο Αγαθούλης είχε την περιέργεια να ιδή κανένα παπά· ρώτησε πού είναι. Ο αγαθός γέρος χαμογέλασε.

 — Φίλοι μου, είπε, είμαστε όλοι παπάδες. Ο βασιλιάς κι' όλοι οι αρχηγοί οικογενειών ψέλνουνε ύμνους ευχαριστήριους πανηγυρικά κάθε πρωί και πέντε έως εξ χιλιάδες μουσικοί τους συνοδεύουνε.

 — Πώς! δεν έχετε καθόλου καλογέρους που διδάσκουνε, συζητούνε, κυβερνούνε, ραδιουργούνε και που ψήνουνε τους ανθρώπους, που δε συμφωνούνε μαζί τους;

 — Θάπρεπε νάμαστε τρελοί, είπε ο γέρος· εδώ είμαστε όλοι σύμφωνοι και δεν καταλαβαίνω, τι θέλετε να πήτε με τους καλογέρους σας.

Ο Αγαθούλης σ' όλον αυτό το διάλογο στεκότανε εκστατικός κ' έλεγε μέσα του:

Αυτός ο τόπος διαφέρει πολύ από τη Βεστφαλία κι' από τον πύργο του κυρίου βαρώνου. Αν ο δικός μας ο Παγγλώσσης έβλεπε το Ελδοράδο, δε θάλεγε πλέον πως ο πύργος του Τούντ-τεν-τρονκ ήτανε ό,τι καλύτερο υπήρχε πάνω στη γη· είναι βέβαιο, πως πρέπει κανείς να ταξιδεύη!

Μετά απ' αυτή τη μακρυά συνομιλία, ο αγαθός γέρος διάταξε να ζέψουνε μια καρότσα μ' έξη πρόβατα κ' έδωσε δώδεκα υπηρέτες του στους δυο ταξιδιώτες, για να τους οδηγήσουνε στο Παλάτι.

 — Συχωρέστε με, τους είπε, αν η ηλικία μου με στερεί την τιμή να σας συνοδέψω. Ο βασιλιάς θα σας δεχθή με τρόπο, που δε θα μείνετε δυσαρεστημένοι και θα παραβλέψετε τα έθιμα του τόπου, αν μερικά δε σας αρέσουν.

Ο Αγαθούλης και ο Κακαμπός ανεβαίνουνε στην καρότσα· τα έξι πρόβατα πετούσανε και σε λιγώτερο από τέσσερις ώρες φτάνουνε στο παλάτι του βασιλιά, που βρισκότανε σε μιαν άκρη της πρωτεύουσας. Η πύλη ήτανε διακόσια είκοσι πόδια ψηλή κ' εκατό πλατυά· είναι αδύνατο να εκφρασθή από τι υλικό ήτανε· καταλαβαίνει κανείς εύκολα πόση τεράστια υπεροχή έπρεπε νάχη σχετικά μ' αυτά τα χαλίκια και μ' αυτήν την άμμο που τα ονομάζομε μεις χρυσάφι και πολύτιμα πετράδια.

Είκοσι κοπέλλες της φρουράς υποδεχτήκανε τον Αγαθούλη και τον Κακαμπό, μόλις κατεβήκανε από την καρότσα, τους ωδηγήσανε στο λουτρό και τους ντύσανε με φορέματα κανωμένα από χνούδι κολυβριού· ύστερα οι ανώτεροι αξιωματικοί, οι ανώτερες αξιωματικίνες του στέμματος τους ωδηγήσανε στο διαμέρισμα της μεγαλειότητός του, ανάμεσα σε δυο σειρές από χίλιους μουσικούς, καθεμιά σύμφωνα με το έθιμο. Όταν πλησιάσανε στην αίθουσα του θρόνου, ο Κακαμπός ρώτησε έναν ανώτερο αξιωματικό, τι έπρεπε να κάνουνε για να χαιρετήσουνε την μεγαλειότητά του: αν πρέπει να πέσουνε στα γόνατα ή να συρτούνε με την κοιλιά· αν πρέπει να βάλουνε τα χέρια στο κεφάλι ή στον πισινό· αν φιλούνε τη σκόνη της σάλλας: μ' ένα λόγο ποια είναι η εθιμοτυπία.

Η συνήθεια, είπε ο ανώτερος αξιωματικός, είναι ν' αγκαλιάζουνε το βασιλιά και να τον φιλούνε από τα δυο μάγουλα.

Ο Αγαθούλης κι' ο Κακαμπός πηδήσανε στα λαιμό του βασιλιά, ο οποίος τους δέχτηκε με τη μεγαλύτερη καλωσύνη, που μπορεί κανείς να φαντασθή και τους προσκάλεσε ευγενικά στο δείπνο.

Στο αναμεταξύ τους σεργιανίσανε να ιδούν την πόλη, τα δημόσια χτίρια, ψηλά ως τα σύγνεφα, τις αγορές με τις χίλιες κολόννες, τις βρύσες του καθάριου νερού, τις βρύσες του ρόδινου νερού και των λικέρ από ζαχαροκάλαμο, που τρέχουνε ακατάπαυτα σε μεγάλες πλατείες, στρωμένες μ' ένα είδος πετραδιών, που σκορπούσανε μια μυρουδιά όμοια με του μοσκοκαρφιού και της κανέλλας. Ο Αγαθούλης ζήτησε να ιδή το δικαστήριο, τη βουλή. Του είπανε πως δεν υπήρχανε και πως δεν κάνουνε δίκες. Ρώτησε, αν υπήρχανε φυλακές, και του είπαν όχι. Ό,τι τον ξάφνισε περισσότερο και τον ευχαρίστησε περισσότερο, ήτανε το Μέγαρο των Επιστημών, μέσα στο οποίο είδε μια γαλαρία δυο χιλιάδες βήματα μάκρος, όλο γεμάτην από όργανα μαθηματικής και φυσικής.

Αφού σεργιανήσανε όλο το απόγευμα σχεδόν το χιλιοστό μέρος της πολιτείας, τους ωδηγήσανε στο βασιλιά. Ο Αγαθούλης κάθησε στο τραπέζι ανάμεσα στη Μεγαλειότητά του και στον υπηρέτη του τον Κακαμπό και πλήθος κυρίες. Ποτές δεν έγινε λαμπρότερο γεύμα, και ποτές δεν έδειξε κανείς περισσότερο κέφι απ' όσο η μεγαλειότητά του. Ο Κακαμπός εξηγούσε τα καλά λόγια του βασιλιά στον Αγαθούλη κι' αν και μεταφρασμένα, φαινόντανε πάντα καλά λόγια. Απ' όλα, που θαύμασε ο Αγαθούλης, αυτό δεν ήτανε το λιγώτερο εκπληχτικό.

Πέρασαν ένα μήνα φιλοξενούμενοι έτσι. Ο Αγαθούλης έλεγε πάντα στον Κακαμπό:

 — Είναι αλήθεια, φίλε μου, άλλη μια φορά, πως ο πύργος, που γεννήθηκα, δεν αξίζει τον τόπο, που βρισκόμαστε τώρα· μα επί τέλους η δεσποινίς Κυνεγόνδη δεν είναι εδώ κι' έχετε χωρίς αμφιβολία, κάποιαν ερωμένη στην Ευρώπη. Αν μείνουμε εδώ, θα είμαστε, όπως όλοι οι άλλοι· ενώ αν γυρίσουμε στον κόσμο μας, μονάχα μ' έξι πρόβατα φορτωμένα από τα χαλίκια του Ελδοράδου, θα είμαστε πιο πλούσιοι απ' όλους μαζί τους βασιλιάδες· δε θα φοβόμαστε τους ιεροξεταστές και θα μπορέσουμε εύκολα να ξαναπάρουμε τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.

Αυτός ο λόγος άρεσε του Κακαμπό· είναι τόσο ευχάριστο να τρέχη κανείς στον κόσμο, νάχη υπόληψη στους συμπατριώτες του, να διηγέται με στόμφο ό,τι είδε στα ταξίδιά του, ώστε οι δυο ευτυχισμένοι αποφασίσανε να μην είναι πια ευτυχισμένοι και να ζητήσουνε την άδεια από τη μεγαλειότητά του να φύγουνε.

 — Κάμνετε ανοησία, τους είπε ο βασιλιάς· ξέρω καλά, πως ο τόπος μου είναι ασήμαντος· μα όταν κανείς είναι βολεμένος κάπου, πρέπει να μένει. Δεν έχω βέβαια το δικαίωμα να κρατώ τους ξένους· αυτό είναι τυραννία που δεν υπάρχει ούτε στα ήθη μας ούτε στους νόμους μας· όλοι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι: φύγετε, όταν θέλετε, αλλ' η έξοδος είναι πολύ δύσκολη. Είναι αδύνατο ν' ανεβήτε τορμητικό ποτάμι, με το οποίον ήρθατε εδώ σαν από θαύμα, και που τρέχει κάτου από τη καμάρα των βράχων. Τα βουνά, που περιγυρίζουνε το βασίλειό μου, έχουνε ύψος δέκα χιλιάδων ποδιών κι' είναι ίσα σαν τοίχοι· πιάνουνε το καθένα σε πλάτος περισσότερο από δέκα χιλιάδες λεύγες· δε μπορεί κανείς να κατέβη απ' αυτά παρά από γκρεμούς. Όμως, επειδή το θέλετε απόλυτα να φύγετε, θα δώσω διαταγή στους μηχανικούς να κάνουνε μια μηχανή, που να μπορή να σας μεταφέρη με άνεση. Όταν θα σας φέρουνε απ' το πίσω μέρος των βουνών, κανείς δε θα μπορέση να σας συνοδέψη: γιατί οι υπήκοοί μου, ωρκιστήκανε να μη βγούνε ποτές από τον περίβολό τους κ' είναι αρκετά φρόνιμοι, που να μη παραβούνε τον όρκο τους. Ζητήστε μου άλλωστε ό,τι ευαρεστείσθε.

 — Δε ζητούμε από τη μεγαλειότητά σας, είπεν ο Κακαμπός, παρά λίγα πρόβατα φορτωμένα τρόφιμα, χαλίκια και λάσπη του τόπου.

Ο βασιλιάς γέλασε:

 — Δεν καταλαβαίνω, είπε, τι γούστο βρίσκουνε οι Ευρωπαίοι στην κίτρινη μας λάσπη· αλλά πάρετε όση θέλετε κι' άμποτε να σας χρησιμέψη.

Έδωσε διαταγή αμέσως στους μηχανικούς του να κάνουνε μια μηχανή για να σηκώσουνε ψηλά αυτούς τους δυο παράξενους ανθρώπους έξω από το βασίλειο.

Τρεις χιλιάδες άξιοι φυσικοί δουλέψανε γι' αυτήν· ήταν έτοιμη σε δεκαπέντε μέρες και δεν κόστισε περισσότερο από είκοσι εκατομμύρια λίρες στερλίνες, νόμισμα του τόπου. Βάλανε μέσα στη μηχανή τον Αγαθούλη και τον Κακαμπό· βάλανε ακόμα δυο μεγάλα κόκκινα πρόβατα με σέλλες και με χαλινάρια για να τους χρησιμέψουνε για καβάλλα, εάν θα περνούσανε τα βουνά, είκοσι πρόβατα σαμαρωμένα, κατάφορτα από τρόφιμα, άλλα τριάντα φορτωμένα με διάφορα δώρα από ό,τι ο τόπος έχει πιο αξιοπερίεργο και πενήντα φορτωμένα μάλαμα, πετράδια και διαμάντια. Ο βασιλιάς φίλησε τρυφερά τους δυο τυχοδιώχτες.

Ήταν έξοχο θέαμα η αναχώρησή τους και ο μεγαλοπρεπής τρόπος με τον οποίον υψωθήκανε αυτοί και τα πρόβατά τους πάνου από τα βουνά. Οι φυσικοί τους αποχαιρετίσανε, αφού τους φέρανε σε μέρος ασφαλισμένο κι' ο Αγαθούλης δεν είχε πια άλλη επιθυμία κι' άλλη σκέψι από το να πάη να προσφέρη τα πρόβατά του στη δεσποινίδα Κυνεγόνδη.

 — Έχουμε, είπε, με τι να πληρώσουμε τον Κυβερνήτη του Βουένος- Άυρες, αν η δεσποινίς Κυνεγόνδη ημπορεί να ξετιμηθή. Ας βαδίσουμε προς την Γαϋέννη, ας μπούμε σ' ένα καΐκι και θα ιδούμε κατόπι ποιο βασίλειο μπορούμε ν' αγοράσουμε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIX

Τι τους συνέβη στη Σουρινάμ και πώς ο Αγαθούλης γνώρισε το Μαρτίνο


Η πρώτη μέρα των δύο ταξιδιωτών μας υπήρξε πολύ ευχάριστη. Είχανε πολύ θάρρος με την ιδέα πως ήσαν οι κάτοχοι περισσότερων θησαυρών απ' όσους η Ασία, η Ευρώπη και η Αφρική μπορούσανε να μάσουνε. Ο Αγαθούλης ενθουσιασμένος έγραφε τ' όνομα της Κυνεγόνδης απάνου στα δένδρα. Τη δεύτερη μέρα δυο από τα πρόβατά τους βουλιάξανε μέσα στα έλη και χαθήκανε μαζί με τα φορτώματά τους. Δυο άλλα πρόβατα ψοφήσανε απ' την κούραση λίγες μέρες αργότερα· εφτά ή οχτώ ψοφήσανε κατόπι από την πείνα σε μια έρημο· άλλα πέσανε σε λίγες μέρες μέσα σε γκρεμούς. Τέλος μετά εκατό μερών πορεία τους μείνανε μονάχα δυο πρόβατα. Ο Αγαθούλης είπε στον Κακαμπό:

 — Φίλε μου, βλέπεις πόσο τα πλούτη αυτού του κόσμου είναι φθαρτά· δεν υπάρχει τίποτε σταθερό έξω από την αρετή κι' από την ευτυχία του να ξαναϊδούμε την δεσποινίδα Κυνεγόνδη.

 — Τ' ομολογώ, είπε ο Κακαμπός· αλλά μας μένουνε ακόμα δυο πρόβατα με περισσότερους θησαυρούς απ' όσους θα μπορούσε ν' αποχτήση ποτές ο βασιλιάς της Ισπανίας και διακρίνω πολύ μακρυά μια πολιτεία και θαρρώ, πως είναι η Σουρινάμ, που ανήκει στους Ολλανδούς. Είμαστε στο τέλος των ταλαιπωριών μας και στην αρχή της ευτυχίας μας.

Ζυγώνοντας στην πολιτεία, απαντήσανε ένα νέγρο ξαπλωμένο στο χώμα, που φορούσε μονάχα μισό φόρεμα δηλ. μισό πανταλόνι από γαλάζιο πανί. Του λείπανε η αριστερή γάμπα και το δεξί χέρι.

 — Ε! Θεέ μου, του είπε ο Αγαθούλης ολλαντέζικα, τι κάνεις εδώ φίλε μου σε τέτοια φριχτή κατάσταση;

 — Περιμένω τον αφέντη μου, απάντησε ο νέγρος, τον κύριο Βάντερντέντουρ, τον περίφημο μεγαλέμπορο.

 — Μήπως ο κύριος Βάντερντέντουρ σ' έκανε σ' αυτά τα χάλια;

 — Μάλιστα, κύριε, απάντησε ο νέγρος. Αυτή είναι η συνήθεια· μας δίνουν ένα πανένιο βρακί για φορεσιά δυο φορές το χρόνο. Όταν δουλεύουμε στα ζαχαροποιεία κι' ο τροχός μας αρπάξη το δάχτυλο μας κόβουνε το χέρι· όταν αποπειραθούμε να φύγουμε, μας κόβουνε το πόδι· μου τύχανε κ' οι δυο αυτές περίπτωσες. Αυτά κοστίζει η ζάχαρη, που τρώτε στην Ευρώπη. Ωστόσο, όταν η μητέρα μου με πούλησε για δυο σκούδα παταγωνικά στις αχτές της Γουινέας, μούλεγε: « Αγαπητό μου παιδί, ευλόγα τα φετίς, λάτρευέ τα πάντα και θα σε κάνουνε να ζήσης ευτυχής· έχεις την τιμή νάσαι σκλάβος των αφεντάδων μας των λευκών και κάμνεις έτσι πλούσιους τον πατέρα σου και τη μητέρα σου». Αλίμονο! δεν ξέρω, αν τους έκανα πλούσιους, όμως αυτοί δε με κάνανε εμένα! Οι σκύλλοι, οι μαϊμούδες κι οι παπαγάλοι είναι χίλιες φορές λιγώτερο δυστυχισμένοι από μας· τα ολλαντικά φετίς τα οποία μ' έχουνε προσηλυτίσει, μου λένε κάθε Κυριακή, πως είμαστε όλοι παιδιά του Αδάμ, λευκοί και μαύροι. Δεν είμαι γεννεαλόγος· αλλ' [αν] αυτοί οι ιεροκήρυκες λένε την αλήθεια, θα παραδεχθήτε, πως δεν είναι δυνατό να μεταχειρισθή κανείς με φριχτότερο τρόπο τους συγγενείς του.

 — Ω! Παγγλώσση, φώναξε ο Αγαθούλης, δεν είχες φαντασθή τέτοια βδελυγμία· θ' αρνηθώ κάθε αισιοδοξία!

 — Τι ' ναι η αισιοδοξία; ρωτούσε ο Κακαμπός.

 — Αλίμονο! είπε ο Αγαθούλης, είναι η λύσσα να υποστηρίζης, πως όλα είναι καλά, όταν είναι κακά! Κ' έχυνε άφθονα δάκρυα κοιτάζοντας το νέγρο· και κλαίοντας μπήκανε στη Σουρινάμ.

Το πρώτο πράμα που ρώτησαν ήτανε αν υπάρχη στο λιμάνι κανένα καΐκι που μπορεί να τους πάη στο Βουένος—Άυρες. Αυτός, στον οποίο απευθυνθήκανε, ήτανε ένας Ισπανός πλοίαρχος που προσεφέρθηκε να τους υπηρετήση τίμια. Τους έδωσε ραντεβού σε μια ταβέρνα. Ο Αγαθούλης κι' ο Κακαμπός πήγανε και τον περιμένανε με τα δυο τους πρόβατα.

Ο Αγαθούλης, πούχε την καρδιά στα χείλια, διηγήθηκε στον Ισπανό όλες του τις περιπέτειες και του ωμολόγησε, πως ήθελε ν' απαγάγη την δεσποινίδα Κυνεγόνδη.

 — Αδυνατώ να σας πάω στο Βουένος Άυρες, είπε ο πλοίαρχος: θα με κρεμάσουνε, καθώς και σας. Η ωραία Κυνεγόνδη είναι η ευνοούμενη μαιτρέσσα του Κυβερνήτη.

Η πληροφορία αυτή τούρθε του Αγαθούλη σαν κεραυνός· έκλαψε πολύ. Τέλος τράβηξε ιδιαιτέρως τον Κακαμπό.

 — Ιδού αγαπητέ μου φίλε, του είπε, τι πρέπει να κάνεις. Έχουμε καθένας στις τσέπες μας πέντε έως έξι εκατομμυρίων διαμάντια· είσαι πιο επιτήδειος από μένα· πήγαινε να πάρης τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη στο Βουένος Άυρες. Αν ο Κυβερνήτης παρουσιάση δυσκολίες, δόστου ένα εκατομμύριο: αν δεν υποχωρή, δόστου δυο· συ δε σκότωσες κανένα ιεροξεταστή, δε θα σε υποψιαστούν· θα ναυλώσω άλλο πλοίο και θα πάω να σε περιμένω στη Βενετία: είνε τόπος ελεύθερος, όπου δεν έχει κανείς να φοβηθή ούτε Βουλγάρους, ούτε Αβάρους, ούτε Εβραίους, ούτε Ιεροξεταστές.

Ο Κακαμπός χειροκρότησε αυτή τη σοφή λύση. Ήτανε απελπισμένος, αν θα χωριζότανε από έναν καλόν αφέντη που τούχε γίνει φίλος εγκάρδιος. Αλλ' η χαρά να του φανή χρήσιμος νίκησε τη λύπη που θα τον άφηνε. Φιληθήκανε κλαίοντας: ο Αγαθούλης του σύστησε να μην ξεχάση την αγαθή γριά: Ο Κακαμπός έφυγε την ίδια μέρα: ήτανε πολύ καλή καρδιά αυτός ο Κακαμπός.

Ο Αγαθούλης έμεινε ακόμα λίγον καιρό στο Σουρινάμ και περίμενε όσο νάβρη κανέναν άλλον πλοίαρχο να τον πάη στην Ιταλία, αυτόν και τα δυο πρόβατα, που του είχαν απομείνει. Πήρε υπηρέτες κι' αγόρασε ό,τι του χρησίμευε για ένα τόσο μακρύ ταξείδι. Τέλος ο κύριος Βάντερντέντουρ, αφέντης ενός μεγάλου καραβιού, παρουσιάζεται σ' αυτόν.

 — Πόσα θέλετε, τόνε ρώτησε ο Αγαθούλης, για να με πάτε κατ' ευθείαν στη Βενετία, εμένα, τους ανθρώπους μου, τις αποσκευές μου κι' αυτά τα δυο πρόβατα;

Ο πλοίαρχος ζήτησε δέκα χιλιάδες πιάστρα· ο Αγαθούλης δεν αντέτεινε.

 — Ω! ω! είπε μέσα του ο πονηρός Βάντερντέντουρ, αυτός ο ξένος δίνει μονομιάς δέκα χιλιάδες πιάστρα! Πρέπει νάναι πολύ πλούσιος.

Ύστερα, χαλώντας την συμφωνία μετά ένα λεπτό, δήλωσε, πως δε μπορεί να ταξιδέψη μ' ολιγώτερα από είκοσι χιλιάδες.

 — Ε! καλά, θα τα λάβης, είπε ο Αγαθούλης.

 — Ουά! είπε χαμηλόφωνα ο έμπορος, αυτός ο άνθρωπος δίνει είκοσι χιλιάδες πιάστρα με την ίδια ευκολία, που έδωσε δέκα.

Τάστριψε πάλι και τούπε, πως δε μπορούσε να τον πάη στη Βενετία μ' ολιγώτερα από τριάντα χιλιάδες πιάστρα.

 — Θα λάβης λοιπόν τριάντα, απάντησε ο Αγαθούλης.

 — Ω ω! είπε πάλι μέσα του ο Ολλανδός έμπορος, τριάντα χιλιάδες πιάστρα δεν κοστίζουν τίποτε σ' αυτό τον άνθρωπο! χωρίς αμφιβολία τα δυο πρόβατα είναι φορτωμένα άπειρους θησαυρούς. Ας μην επιμείνω περισσότερο: ας πληρωθούμε πρώτα τις τριάντα χιλιάδες πιάστρα κι' έπειτα βλέπουμε.

Ο Αγαθούλης πούλησε δυο μικρά διαμάντια, που το μικρότερό τους άξιζε περισσότερο απ' όλα τα χρήματα, που ζητούσε ο πλοίαρχος. Τον προπλήρωσε, τα δυο πρόβατα μπαρκαριστήκανε πρώτα. Ο Αγαθούλης ακολουθούσε μέσα σε μια μικρή βάρκα για να σμίξη το πλοίο στο λιμάνι· ο πλοίαρχος προλαβαίνει, ανοίγει τα πανιά, ξεκινάει, ο αέρας είναι πρίμος.

Ο Αγαθούλης απελπισμένος και κατάπληχτος τον χάνει σε λίγο από τα μάτια του.

Αλίμονο! να μια κατεργαριά άξια του παλαιού Κόσμου.

Ξαναγύρισε στην παραλία συντριμμένος από τη λύπη: γιατί, επί τέλους, έχασε περιουσία δέκα βασιλιάδων.

Πηγαίνει αμέσως στον Ολλανδό δικαστή· κι' όπως ήτανε λιγάκι ταραγμένος, χτυπά απότομα την πόρτα· μπαίνει, εκθέτει το δυστύχημά του, φωνάζει λιγάκι περισσότερο απ' ό,τι έπρεπε. Ο δικαστής πρώτα τον βάζει να πληρώση δέκα χιλιάδες πιάστρα για το θόρυβο, που έκανε· κατόπι τον άκουσε υπομονητικά, του υποσχέθηκε να εξετάση την υπόθεσή του, μόλις ο έμπορος ξαναγυρίση, και τον έβαλε να πληρώση άλλες δέκα χιλιάδες πιάστρα για έξοδα ακροάσεως.

Αυτός ο τρόπος έφερε σε τέλεια απελπισία τον Αγαθούλη. Είχε, αλήθεια, δοκιμάσει δυστυχήματα χίλιες φορές μεγαλύτερα· αλλ' η ψυχραιμία του δικαστή και του πλοιάρχου, που τον έκλεψε, ερέθισε τη χολή του και τον βύθισε σε μαύρη μελαγχολία. Η κακία των ανθρώπων παρουσιαζότανε στα μάτια του μ' όλη της την ασχημιά και τρεφόταν όλο με θλιβερές σκέψεις. Τέλος, επειδή ένα γαλλικό καράβι ήταν έτοιμο να φύγη για το Μπορντώ, αφού πια δεν είχε να μπαρκαρίση πρόβατα φορτωμένα διαμάντια, νοίκιασε μια καμπίνα στη σωστή τιμή της και κοινοποίησε, ενώ ακόμα ήτανε στην πόλη, πως θα πληρώση το ταξίδι, την τροφή και δυο χιλιάδες πιάστρα σε όποιον τίμιο άνθρωπο θάθελε να τον συνοδέψη στο ταξίδι, με τον όρο, πως αυτός ο άνθρωπος θάτανε ο πιο απογοητευμένος από την κατάστασή του κι' ο πιο δυστυχισμένος της επαρχίας.

Παρουσιαστήκανε πλήθος υποψήφιοι, που ολόκληρος στόλος δε θα μπορούσε να τους χωρέση. Ο Αγαθούλης θέλοντας να διαλέξη μεταξύ τους τον πιο ολοφάνερα δυστυχισμένο, ξεχώρισε καμιά εικοσαριά που φαινόντανε πιο κοινωνικοί και που όλοι αξιούσανε να προτιμηθούνε. Τους μάζεψε μέσα στην ταβέρνα του, τους έδωσε να φάνε με τον όρο, πως καθένας τους θα ορκιζότανε να διηγηθή την ιστορία του δίνοντας την υπόσχεση, πως θα διαλέξη τον πιο αξιολύπητο, τον πιο δικαιολογημένα δυσαρεστημένο από την κατάστασή του και πως θάδινε στους άλλους κάποιο δώρο.

Η συντροφιά κράτησε ως τις τέσσερες το πρωί.

Ο Αγαθούλης ακούοντας όλες τους τις περιπέτειες θυμότανε ό,τι τούλεγε η γριά, όταν ερχότανε στο Βουένος Άυρες, και το στοίχημα που έβαλε, πως δεν υπήρχε κανένας μέσα στο καράβι, που να μη του συνέβηκαν οι πιο μεγάλες δυστυχίες. Συλλογιζότανε τον Παγγλώσση σε κάθε περιπέτεια, που του διηγόντανε. — Αυτός ο Παγγλώσσης, έλεγε μέσα του, θα δυσκολευότανε ν' αποδείξη την αλήθεια του συστήματός του. Θάθελα νάταν εδώ. Ασφαλώς, αν όλα είναι καλά, αυτό συμβαίνει μόνο στο Ελδοράδο και σε κανένα μέρος του άλλου κόσμου.

Τέλος προτίμησε ένα δυστυχισμένο σοφό, πούχε δουλέψει δέκα χρόνια για τους βιβλιοπώλας του Άμστερνταμ. Σκέφτηκε, πως δεν υπάρχει άλλο επάγγελμα στον κόσμο, που ν' απαγοητεύη περισσότερο.

Αυτός ο σοφός, που ήταν άλλωστε ένας αγαθός άνθρωπος, τον είχε κλέψει η γυναίκα του, τον είχε δείρει ο γυιός του, τον είχε εγκαταλείψει η κόρη του, ακολουθώντας έναν Πορτογάλλο. Προ μικρού τον είχαν απολύσει από μια μικρή θέση, με την οποία ζούσε. Οι ιεροκήρυκες του Σουρινάμ τον καταδίωκαν ως σοσινιανό. Πρέπει να ομολογήσουμε, πως κι' οι άλλοι ήτανε τουλάχιστο τόσο δυστυχισμένοι, όσο κι' αυτός. Αλλ' ο Αγαθούλης έλπιζε, πως ο σοφός θα τον έκαμνε να ξεχνά τις λύπες του στο ταξίδι· οι αντίπαλοι του σοφού βρίσκανε, πως ο Αγαθούλης τους αδίκησε πολύ, αλλά τους κατεύνασε δίνοντας στον καθένα εκατό πιάστρα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XX.

Τι τους συνέβη στο ταξίδι του Αγαθούλη και του Μαρτίνου.


Ο γέρο-σοφός, που ονομαζότανε Μαρτίνος, επιβιβάσθηκε τέλος με τον Αγαθούλη για το Μπορντώ. Κι' ο ένας κι' ο άλλος είχανε πολλά ιδεί και πολλά πάθει. Κι' όταν το καράβι θάνοιγε πανιά από το Σουρινάμ για την Ιαπωνία περνώντας από το ακρωτήριο της Καλής-Ελπίδας,θάχανε καιρό να συζητήσουνε σε όλο τους το ταξίδι για το φυσικό και ηθικό κακό.

Ωστόσο ο Αγαθούλης υπερτερούσε κάπως τον Μαρτίνο, στο ότι έλπιζε πάντα να ξαναϊδή τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, ενώ ο Μαρτίνος δεν έλπιζε τίποτα: επί πλέον είχε χρυσάφι και διαμάντια· και μολονότι είχε χάσει εκατό μεγάλα πρόβατα κόκκινα, φορτωμένα από τους πιο μεγάλους θησαυρούς της γης, μολονότι είχε πάντα στην καρδιά του την ατιμία του ολλανδού πλοιάρχου, ωστόσο, σαν συλλογιζόταν αυτά, που του μείνανε στις τσέπες, και σαν μιλούσε για την Κυνεγόνδη, μάλιστα στο τέλος του φαγητού, έκλινε τότε προς το σύστημα του Παγγλώσση.

 — Μα σεις, κύριε Μαρτίνε, είπε στο σοφό· τι σκέπτεστε για όλ' αυτά; Ποια είναι η ιδέα σας για το ηθικό κακό και για το φυσικό κακό;

 — Κύριε, απάντησε ο Μαρτίνος, οι παπάδες μου με κατηγόρησαν ως σοσινιανό· αλλ' η πραγματική αλήθεια είναι, πως είμαι μανιχαίος.

 — Με κοροϊδεύετε, είπε ο Αγαθούλης· δεν υπάρχουνε πια μανιχαίοι στον κόσμο.

 — Είμ' εγώ! είπεν ο Μαρτίνος· σωστά στραβά, δε μπορώ να σκεφτώ αλλιώτικα.

 — Πρέπει νάχετε το διάβολο μέσα σας, είπε ο Αγαθούλης.

Ανακατεύεται τόσο πολύ στα πράγματα του κόσμου τούτου, είπε ο Μαρτίνος, που μπορεί πολύ καλά νάναι μέσα μου, όπως και παντού αλλού· αλλά σας ομολογώ, πως ρίχνοντας το βλέμμα μου απάνου σ' αυτή τη σφαίρα ή καλύτερα τη σφαιρίτσα, σκέπτομαι, πως ο Θεός την εγκατάλειψε όλην σε κάποιο πνεύμα κακοποιό, εξόν από το Ελδοράδο. Δεν έχω διόλου ιδωμένα πολιτεία, που να μη θέλη την καταστροφή της γειτονικής πολιτείας, ούτε οικογένεια που να μη θέλη το ξεπάτωμα άλλης οικογένειας. Παντού οι αδύνατοι μισούνε τους δυνατούς, που μπροστά τους σέρνονται κι' οι δυνατοί τους μεταχειρίζονται σαν κοπάδια και πουλούνε το μαλλί τους και το κρέας τους. Ένα εκατομμύριο δολοφόνοι καταταγμένοι σε συντάγματα, τρέχοντας από τη μια στην άλλη άκρα της Ευρώπης, σκοτώνουνε και ληστεύουνε με πειθαρχία για να κερδίσουνε το ψωμί τους, γιατί δεν υπάρχει επάγγελμα εντιμότερο απ' αυτό. Και στις πολιτείες που φαίνονται πως χαίρονται την ειρήνη κι' όπου οι τέχνες ανθούνε, οι άνθρωποι κατατρώγονται από περισσότερες επιθυμίες, φροντίδες κι' ανησυχίες, απ' όσα δοκιμάζει δεινά μια πολιορκημένη πολιτεία. Οι μυστικές λύπες είναι πολύ δριμύτερες από τα δημόσια δεινά. Μ' ένα λόγο, έχω τόσα ιδεί και τόσα υποφέρει, ώστε είμαι μανιχαίος.

 — Υπάρχουν ωστόσο και καλά, απαντούσε ο Αγαθούλης.

 — Ίσως, έλεγε ο Μαρτίνος, αλλά δεν το γνωρίζω.

Κει που συζητούσαν, ακούσανε μια κανονιά. Ο κρότος διπλασιάζεται από μια στιγμή σε άλλη. Παίρνουν καθένας τα κιάλια του. Διακρίνουνε δυο καράβια που πολεμούσανε σε απόσταση περίπου τριών μιλλιών· ο άνεμος έφερε και τόνα και τάλλο τόσο κοντά στο γαλλικό καράβι, που λάβανε την ευχαρίστηση να βλέπουνε τη μάχη με τέλειαν άνεση. Τέλος τόνα από τα δυο καράβια έρριξε στο άλλο μια ομοβροντία τόσο χαμηλά και τόσο πετυχημένη που το βύθισε ολότελα. Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος διακρίνανε πολύ καθαρά καμμιά εκατοστή ανθρώπους πάνω στη γέφυρα του πλοίου που βυθιζότανε. Σηκώναν όλοι τους τα χέρια στον ουρανό και ξεφωνίζανε με φρίκη. Σε μια στιγμή όλα καταπιοθήκανε!

 — Καλά! είπε ο Μαρτίνος, να πώς οι άνθρωποι φέρνονται αναμεταξύ τους.

 — Είναι αλήθεια, είπε ο Αγαθούλης, πως υπάρχει κάτι διαβολικό σ' αυτή την υπόθεση.

Ενώ μιλούσε, παρατήρησε κάτι λαμπερό κόκκινο, που κολυμπούσε κοντά στο καράβι τους. Κατεβάσανε τη βάρκα να ιδούνε τι ήτανε· ήταν ένα από τα πρόβατά του, που είχε χάσει άλλα εκατό τέτοια, φορτωμένα χοντρά διαμάντια του Ελδοράδο.

Ο Γάλλος καπετάνιος παρατήρησε σε λίγο, πως ο καπετάνιος του καραβιού που νίκησε ήταν ισπανός και του βυθισμένου ήταν ένας ολλανδός πειρατής. Ήταν ο ίδιος που έκλεψε τον Αγαθούλη. Τ' άπειρα πλούτη, που αυτός ο κακούργος είχε αρπάξει, θαφτήκανε μέσα στη θάλασσα μαζί με τον ίδιο και δε σώθηκε παρά ένα πρόβατο.

 — Βλέπετε, είπε ο Αγαθούλης στο Μαρτίνο, ότι το έγκλημα καμμιά φορά τιμωριέται· αυτός ο κατεργάρης ο πλοίαρχος έλαβε την τύχη, που του άξιζε.

 — Μάλιστα, είπε ο Μαρτίνος, αλλ' είναι σωστά νάχουνε χαθή μαζί του κι' οι ταξειδιώτες, που ήσαν στο καράβι του; Ο Θεός τιμώρησε τον απατεώνα, ο διάβολος έπνιξε τους άλλους.

Ωστόσο το γαλλικό κι' ισπανικό καράβι εξακολουθήσανε το δρόμο τους κι' ο Αγαθούλης εξακολούθησε τις συζητήσεις του με το Μαρτίνο. Συζητήσανε δεκαπέντε μέρες συνεχώς κ' είχανε προχωρήσει τόσο στο θέμα, όσο και την πρώτη μέρα. Μα επί τέλους μιλούσαν, έλεγαν τις ιδέες τους, παρηγοριόντανε. Ο Αγαθούλης χάηδευε το πρόβατό του:

Αφού σε ξαναβρήκα, έλεγε, ελπίζω να ξαναβρώ και την Κυνεγόνδη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXI

Ο Αγαθούλης κι' ο Μαρτίνος πλησιάζουνε στις αχτές της Γαλλίας και συζητούνε.


Είδαν επί τέλους τις αχτές της Γαλλίας.

 — Ήρθατε ποτέ στη Γαλλία κύριε Μαρτίνε; είπε ο Αγαθούλης.

 — Μάλιστα, είπε ο Μαρτίνος· έχω διατρέξει πολλές επαρχίες. Αλλού οι μισοί κάτοικοι είναι τρελοί, αλλού πολύ πονηροί, αλλού πολύ μαλακοί και πολύ κουτοί· αλλού κάνουνε πνεύμα· και παντού η πρώτη απασχόληση είναι ο έρωτας· η δεύτερη να κακολογούνε κ' η τρίτη να λένε ανοησίες.

 — Αλλά κύριε Μαρτίνε, έχετε ιδεί το Παρίσι;

 — Ναι, τόχω ιδεί το Παρίσι. Εκεί είναι όλα τα είδη των ανθρώπων, ένα χάος, μια σαλάτα, όπου καθένας ζητεί την ηδονή κι' όπου σχεδόν κανείς δεν τη βρίσκει, τουλάχιστο όπως μου φάνηκε. Έμεινα λίγον καιρό· όταν έφτασα μου κλέψαν ό,τι είχα οι λωποδύτες στην αγορά του Σαιν-Ζερμαίν· με πήρανε και μένα για κλέφτη και με κλείσανε οχτώ μέρες στη φυλακή· έπειτα έκαμα το διορθωτή σε κάποιο τυπογραφείο, για να κερδίσω τ' απαιτούμενα για την επιστροφή μου με τα πόδια στην Ολλανδία, Γνώρισα όλους τους κανάγηδες· συγγραφείς ραδιούργους, θεόληπτους. Λέγεται, πως υπάρχουν άνθρωποι πολύ ευγενικοί σ' αυτή την πόλη· ας το πιστέψουμε.

 — Όσο για μένα, δεν έχω καμιά περιέργεια να ιδώ τη Γαλλία, είπε ο Αγαθούλης. Μαντεύετε εύκολα, πως όταν κανείς έχει ζήσει ένα μήνα στο Ελδοράδο, δε φροντίζει να ιδή τίποτε επί της γης παρά μόνο τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη. Θα την περιμένω στη Βενετία· θα διασχίσουμε τη Γαλλία για να πάμε στην Iταλία· δε θα με συνοδέψετε;

 — Πολύ ευχαρίστως, είπε ο Μαρτίνος· λέγουν, πως η Βενετία είναι καλή μονάχα για τους ευγενείς Βενετσάνους· και πως, ωστόσο, δέχονται πολύ καλά τους ξένους πούχουνε παράδες. Εγώ δεν έχω· έχετε σεις· θα σας ακολουθήσω παντού.

 — Μια στιγμή! Πιστεύετε, πως η γης ήτανε πρώτα θάλασσα, όπως διατείνεται αυτό το χοντρό βιβλίο του καπετάνιου;

 — Δεν πιστεύω τίποτα, είπε ο Μαρτίνος, ούτε σ' όλα τα ονειροπολήματα, που μας διηγούνται αυτό τον τελευταίο καιρό.

 — Αλλά για ποιο σκοπό λοιπόν πλάστηκε αυτός ο κόσμος;

 — Για να μας κάνη να λυσσάξουμε, είπε ο Μαρτίνος.

 — Δε σας εκπλήσσει πολύ, εξακολούθησε ο Αγαθούλης, ο έρωτας αυτών των δυο κοριτσιών της χώρας των Αυτιάδων για τις δυο μαϊμούδες, που σας έχω μιλήσει;

 — Καθόλου, είπε ο Μαρτίνος· δε βλέπω τι παράξενο υπάρχει σ' αυτό το πάθος. Έχω δη τόσα αλλόκοτα πράγματα, ώστε δεν υπάρχει πλέον τίποτε αλλόκοτο.

 — Πιστεύετε, πως οι άνθρωποι σφαζόντανε πάντα αναμεταξύ τους, όπως το κάνουνε σήμερα; Πως ήτανε πάντα ψεύτες, δόλιοι, άπιστοι, αχάριστοι, κλέφτες, αχαρακτήριστοι, επιπόλαιοι, άνανδροι, φθονεροί, λαίμαργοι, μέθυσοι, φιλάργυροι, φίλαρχοι, αιμόδιψοι, συκοφάντες, παραλυμένοι, φανατικοί, υποκριτές και μωροί;

 — Παραδέχεστε, είπε ο Μαρτίνος, πως τα γεράκια τρώγανε πάντα περιστέρια, όταν τα βρίσκανε;

 — Βέβαια, δεν υπάρχει αμφιβολία.

 — Ε! λοιπόν, αν τα γεράκια είχανε πάντα την ίδια φύση, πως θέλετε νάχουν αλλάξει οι άνθρωποι τη δικιά τους;

 — Ω! υπάρχει μεγάλη διαφορά, είπε ο Αγαθούλης. Γιατί η ελευθερία της βουλήσεως....

Συζητώντας έτσι φτάσανε στο Μπορντώ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXII

Τι τους συνέβηκε στη Γαλλία


Ο Αγαθούλης έμεινε στο Μπορντώ τόσο μονάχα καιρό, όσος του χρειαζότανε να πουλήση μερικά βότσαλα του Ελδοράδο και να πετύχη ένα καλό αμάξι με δυο θέσεις, γιατί δε μπορούσε πια να στερηθή τον φιλόσοφό του Μαρτίνο· μονάχα λυπήθηκε πολύ, που χωρίστηκε το πρόβατό του, αφήνοντάς το στην Ακαδημία των επιστημών του Μπορντώ, η οποία έθεσε ως θέμα για το βραβείο κείνης της χρονιάς «γιατί το μαλλί αυτού του προβάτου ήτανε κόκκινο»· και το βραβείο δόθηκε σ' ένα σοφό από τη βόρεια Γαλλία, ο οποίος απόδειξε με το Α συν Β πλην Γ δια Ζ, πως το πρόβατο ώφειλε νάναι κόκκινο και πως θα πεθάνη από βλογιά.

Ωστόσο όλοι οι ταξιδιώτες, που συνάντησε στις ταβέρνες του δρόμου, του λέγανε!

 — Πάμε στο Παρίσι.

Αυτή η γενική σπουδή του γέννησε επί τέλους την επιθυμία να ιδή αυτήν την πρωτεύουσα· δεν θ' απομακρυνότανε και πολύ από το δρόμο της Βενετίας.

Μπήκε στην πόλη από το προάστειο του Σαιν-Μαρσώ και θάρρεψε, πως βρισκότανε στο χειρότερο χωριό της Βεστφαλίας.

Μόλις ο Αγαθούλης εγκαταστάθηκε σ' ένα ξένο δοχείο, τον έπιασε ελαφρός πυρετός από τους πολλούς κόπους. Επειδή είχε στο δάχτυλο ένα τεράστιο διαμάντι κ' είχανε παρατηρήση μέσα στις αποσκευές του μια βαλίζα τρομερά βαριά, βρεθήκανε αμέσως γύρω του δυο γιατροί, χωρίς να τους καλέση, μερικοί επιστήθιοι φίλοι, που δεν τον αφήσανε ποτές μόνο του, και δυο θρησκόληπτες γυναίκες, που του ζεσταίνανε τις σούπες. Ο Μαρτίνος έλεγε:

 — Θυμούμαι, πως αρρώστησα κ' εγώ στο Παρίσι στο πρώτο μου ταξίδι· ήμουνα πολύ φτωχός· έτσι δεν είχα ούτε φίλους, ούτε γυναίκες ούτε γιατρούς κ' έγιανα.

Εν τω μεταξύ χάρη στα γιατρικά και τις αφαίμαξες η αρρώστια του Αγαθούλη χειροτέρεψε. Ένας παπάς της συνοικίας ήρθε με πολύ γλυκάδα να του ζητήση ένα γραμμάτιο πληρωτέον στο νεκροφόρο. Ο Αγαθούλης αρνήθηκε· οι θρησκόληπτες τον βεβαιούσαμε, πως ήτανε καινούργια μόδα· ο Αγαθούλης απάντησε, πως δεν ήτανε καθόλου άνθρωπος της μόδας. Ο Μαρτίνος θέλησε να πετάξει απ' το παράθυρο αυτόν τον κύριο. Ο παπάς ορκιζότανε πως δε θα θάψει τον Αγαθούλη· ο Μαρτίνος ορκιζότανε, πως θα θάψη τον παπά, αν εξακολουθούσε να τους ζαλίζη. Ο καυγάς άναψε: Ο Μαρτίνος αρπάζει τον παπά από τον ώμο και τον πετάει όξω· αυτό προκάλεσε μεγάλο σκάνδαλο και τους κάνανε αγωγή.

Ο Αγαθούλης έγιανε· και κατά την ανάρρωσή του είχε πολύ καλή συντροφιά στο φαγητό του. Παίζανε δυνατό παιχνίδι. Ο Αγαθούλης απορούσε πολύ, πώς ποτέ δεν του ερχόντανε οι άσσοι· ο Μαρτίνος δεν απορούσε καθόλου!

Μεταξύ εκεινών, που τόνε συργιανίζανε στην πόλη, ήτανε κ' ένας κοντός αββάς Περιγουρδίνος, ένας απ' αυτούς τους πρόθυμους ανθρώπους, πάντα ευκίνητος πάντα περιποιητικός, αδιάντροπος, χαηδευτικός, ικανός για όλα, απ' αυτούς που παραμονεύουνε τους ξένους, όταν περνούνε, τους διηγούνται τη σκανταλιστική ιστορία της πόλης και τους προσφέρουνε ηδονές σε οποιαδήποτε τιμή. Αυτός οδήγησε πρώτα-πρώτα τον Αγαθούλη και το Μαρτίνο στην Κομεντί· Παίζανε μια νέα τραγωδία. Ο Αγαθούλης βρέθηκε καθισμένος πλάι σε μερικούς, που ξέραν από τραγωδίες. Αυτό δεν τον εμπόδισε να κλαίη σε σκηνές, παιγμένες τέλεια. Ένας από τους ειδικούς, που ήτανε πλάι του, τούπε σε κάποιο διάλειμμα:

 — Έχετε πολύ άδικο να κλαίτε· αυτή η ηθοποιός είναι πολύ κακή· ο ηθοποιός, που παίζει μαζί της, είναι πολύ χειρότερος· το έργο είναι ακόμα πιο χειρότερο από τους ηθοποιούς· ο συγγραφέας δεν ξέρει λέξι αραβικά, κι' όμως η σκηνή υποτίθεται στην Αραβία: Επί πλέον είναι ένας άνθρωπος, που δεν πιστεύει στις έμφυτες ιδέες· θα σας φέρω αύριο είκοσι μπροσούρες εναντίον του.

 — Κύριε; πόσα θεατρικά έργα έχετε στη Γαλλία; είπε ο Αγαθούλης στον αββά.

 — Πέντε έως έξι χιλιάδες.

 — Είναι πολλά; είπε ο Αγαθούλης. Πόσα απ' αυτά είνε καλά;

 — Δεκαπέντε έως δεκάξι; απάντησε ο άλλος.

 — Πολλά! είπε ο Μαρτίνος.

Του Αγαθούλη του άρεσε πολύ μια ηθοποιός, που έπαιζε τη βασίλισσα Ελισσάβετ, σε μια πολύ περολογική τραγωδία, που την παρασταίνουν κάποτε.

 — Αυτή η ηθοποιός είπε στο Μαρτίνο, μου αρέσει πολύ· ομοιάζει υπερβολικά με τη δεσποινίδα Κυνεγόνδη, θα χαιρόμουνα πολύ αν τήνε γνώριζα.

Ο Περιγουρδίνος αββάς προσεφέρθηκε να τον εισαγάγη στην ηθοποιό. Ο Αγαθούλης, αναθρεμμένος στη Γερμανία, ρώτησε, ποια ήτανε η ετικέττα και πώς φέρνονται στη Γαλλία προς τη βασίλισσα της Αγγλίας.

 — Κατά τις περιστάσεις, είπε ο αββάς. Στις επαρχίες τις πάνε στην ταβέρνα· στο Παρίσι τις σέβονται, σαν είναι ωραίες, και τις πετούνε στα σκουπίδια, σαν πεθαίνουνε.

 — Τις βασίλισσες στα σκουπίδια! είπε ο Αγαθούλης.

 — Μάλιστα, είπε ο Μαρτίνος. Ο κύριος αββάς έχει δίκιο. Ήμουνα στο Παρίσι, όταν η δεσποινίς Μονίμη πέρασε απ' αυτή τη ζωή στην άλλη. Της αρνηθήκανε, όπως λεν εδώ, τις τιμές της ταφής, δηλ. το να σαπίση μ' όλους τους ζητιάνους της συνοικίας σ' ένα άθλιο νεκροταφείο. Τη θάψανε χωριστά από τους συντρόφους της στη γωνιά της οδού της Βουργουνδίας· αυτό θα της εκόστισε πολύ, γιατί το πνεύμα της ήτανε πολύ ευγενικό.

 — Αυτό είνε μεγάλη αγένεια, είπε ο Αγαθούλης.

 — Τι θέλετε, είπε ο Μαρτίνος· οι εδώ κάτοικοι είν' έτσι κανωμένοι· όλες τις αντιφάσεις, που μπορείτε να φανταστήτε, όλες τις δυνατές ασυμφωνίες θα τις βρήτε στην κυβέρνηση, στα δικαστήρια, στις εκκλησίες, στα θεάματα αυτού του αλλόκοτου έθνους.

 — Είναι αλήθεια πως γελούνε πάντα στο Παρίσι; είπε ο Αγαθούλης.