WeRead Powered by ReaderPub
Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης cover

Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης

Chapter 14: ΙΑ'. Ο ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΟΡΟΣ
Open in WeRead

About This Book

The narrative recounts a medieval romance in which a young warrior and an Irish princess become bound by an overpowering love after ingesting a potion; their passion persists despite her marriage to a king and the couple's efforts to conceal the affair. The tale follows episodes of exile, courtly intrigue, secret meetings, betrayals, and duels, alternating tenderness and suffering. Various versions preserved in fragments are woven together here into a coherent prose retelling that restores missing episodes, reproduces medieval tone, and emphasizes themes of fate, honor, the clash between passion and social obligation, and the tragic consequences of irresistible desire.

Ένας δασοφύλακας ανακάλυψε στο δάσος ένα μέρος όπου τα χόρτα ήτανε πατημένα: την προηγουμένη είχαν κοιμηθή εκεί ο Τριστάνος και η Ιζόλδη. Μην αναγνωρίζοντας όμως το αποτύπωμα των σωμάτων, ακολούθησε τ' αχνάρια, κ' έφθασε έτσι μέχρι την καλύβα. Τους είδε να κοιμούνται, τους ανεγνώρισε, και τρομαγμένος μην ξυπνήση ξαφνικά ο Τριστάνος, τώβαλε στα πόδια. Έφυγε μέχρι το Τινταγκέλ, δυο λεύγες μακρυά, ανέβη τα σκαλιά της Βασιλικής σάλλας και ηύρε το Βασιληά που προήδρευε σε κάποια δίκη, στη μέση των συναθρισμένων υποτελών του.

«Φίλε, τι έρχεσαι, έτσι λαχανιασμένος, να ζητήσης εδώ μέσα; Θάλεγε κανείς πώς είσαι οδηγός λαγωνικών και τρέχεις κατ' οπίσω τους να τα πιάσης. Μήπως έρχεσαι και συ να ζητήσης δικαιοσύνη για κανένα άδικο που σου κάνανε; Ποιος σ' έδιωξε από το δάσος μου;»

Ο δασοφύλακας τον επήρε κατά μέρος, και χαμηλόφωνα του είπε:

 — «Είδα τη Βασίλισσα και τον Τριστάνο. Κοιμώντανε, και μ' έπιασε φόβος.

 — Σε ποιο μέρος;

 — Σε μια καλύβα, στο Μορουά. Κοιμούνται αγκαλιασμένοι. Έλα γρήγορα, αν θέλης να πάρης εκδίκησι.

 — Πήγαινε να με περιμένης στην είσοδο του δάσους, κοντά στον Κόκκινο σταυρό. Μην πης μιλιά σε κανένα για ό,τι είδες. Θα σου δώσω χρυσάφι και ασήμι, όσο θέλης.

Ο δασοφύλακας πηγαίνει και κάθεται κάτω από τον Κόκκινο Σταυρό. Καταραμένος νάναι ο σπιούνος! Αλλά, καθώς θα το δήτε πάρα κάτω, θα πάη με αισχρό θάνατο.

Ο Βασιληάς διάταξε και του σέλλωσαν το άλογο, έζωσε το σπαθί του, και ολομόναχος, έφυγε από την πολιτεία. Καλπάζοντας, θυμήθηκε τη νύχτα όπου είχε πιάσει τον ανηψιό του: τι τρυφερότητα είχε δείξει τότε για τον Τριστάνο η Ιζόλδη η Ξανθή, με το φωτεινό πρόσωπο. Αν τους πιάση, ω! πώς θα τιμωρήση τα μεγάλα τους κρίματα! Πώς θα εκδικηθή εκείνους που τον ατίμασαν!...

Στον Κόκκινο Σταυρό, ηύρε το δασοφύλακα. «Τράβα μπροστά. Πήγαινέ με γρήγορα, γρήγορα, γραμμή».

Ο μαύρος ίσκιος των δέντρων τους σκεπάζει. Ο Βασιληάς ακολουθεί τον κατάσκοπο. Έχει πεποίθησι στο σπαθί του που άλλοτε χτύπαγε τόσο καλά χτυπήματα! Α! Αν ξυπνήση ο Τριστάνος, ένας από τους δυο, ο Θεός ξέρει ποιος!, θα μείνη στον τόπο. Επιτέλους ο δασοφύλακας λέει σιγά- σιγά.

 — Μεγαλειότατε, κοντεύουμε.

Του κράτηοε τον αναβατήρα κ' έδεσε τα χαλινάρια τ' αλόγου στα κλαδιά μιας καταπράσινης μηλιάς. Πλησίασαν ακόμη, και ξαφνικά, σ' ένα ηλιοφωτισμένο πλάτωμα του δάσους είδαν την ανθοφορτωμένη καλύβα.

Ο Βασιλιάς ξεκουμπώνει τον περίχρυσο μαντύα, τον ρίχνει κάτω, κι' εμφανίζεται το ωραίο του σώμα. Βγάζει το σπαθί και ορκίζεται ακόμη μια φορά πως ή θα τους σκοτώση ή θα σκοτωθή.

Κάνει νόημα στο δασοφύλακα να γυρίση πίσω, και μόνος, κραδαίνοντας το γυμνό σπαθί, μπαίνει μέσ' την καλύβα. Α! τι πένθος αν χτυπήση... Αλλά βλέπει ότι τα χείλη τους δεν αγγίζουν. Κι' ένα γυμνό σπαθί χωρίζει τα σώματά τους:

«Θεέ! τι βλέπω; Πρέπει να τους σκοτώσω; Τόσον καιρό που ζουν μαζύ στο δάσος, αν αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη, θάβαζαν να τους χωρίζη αυτό το γυμνό σπαθί; Και δεν ξέρει καθένας, ότι μια ολόγυμνη λάμα που χωρίζει δυο σώματα, είναι εγγύησις και φύλακας αγνότητος; Αν αγαπιώντανε με τρελλή αγάπη, θα κοιμώντανε έτσι τόσο αγνά; Όχι, δε θα τους σκοτώσω. Θάτανε μεγάλη αμαρτία να τους χτυπήσω. Κι' αν ξυπνούσα τον Τριστάνο κ' ένας από τους δυο μας έμενε στον τόπο, πολύν καιρό θα μιλούσαν στη χώρα γι' αυτή την ντροπή, Αλλά θα κάμω έτσι ώστε, ξυπνώντας, να καταλάβουν, ότι τους έπιασα κοιμισμένους, ότι δε θέλησα το θάνατό τους, και ότι ο Θεός τους λυπήθηκε».

Ο ήλιος, περνώντας από της χαραματιές, έκαιγε το πρόσωπο της Ιζόλδης. Ο Βασιλιάς πήρε τα γάντιά του τα στολισμένα με γουναρικό. «Αυτή, σκέφτηκε μου τάφερε άλλοτε από την Ιρλανδία!. ..» Τάβαλε στα κλαδιά για να κλείση την χαραματιά από την οποία έμπαινε ο ήλιος. Έπειτα απαλά-απαλά τράβηξε το δαχτυλίδι με τα σμαράγδια που είχε δώσει στη Βασίλισσα: με πόση δυσκολία μπήκε τότε το δαχτυλίδι! Τώρα η Βασίλισσα τόσο είχε αδυνατίσει, που το δαχτυλίδι εβγήκε χωρίς την παραμικρή προσπάθεια. Στη θέσι του ο Βασιληάς έβαλε το δαχτυλίδι που του είχε χαρίσει άλλοτε η Βασίλισσα. Έπειτα πήρε το σπαθί που χώριζε τους αγαπημένους — το αναγνώρισε, ήτανε το ίδιο σπαθί που είχε σπάσει μέσ' το κεφάλι του Μόρχολτ — έβαλε στη θέσι του το δικό του, βγήκε από την καλύβα, πήδησε στο άτι του, και είπε στο δασοφύλακα.

«Δίνε του τώρα, κι' αν μπορής κύττα να γλυτώσης το τομάρι σου».

Στον ύπνο της η Ιζόλδη είχε δη μιαν οπτασία: βρέθηκε σε μια πλουσία σκηνή, στη μέση μεγάλου δάσους. Δυο λιοντάρια πέφτανε απάνω της και πολεμούσαν ποιο θα την πάρη. Έρριξε μια κραυγή και ξύπνησε: τα με γουναρικό στολισμένα γάντια έπεσαν ξαφνικά στο στήθος της. Με τη φωνή, σηκώνεται όρθιος ο Τριστάνος, θέλει να πάρη από χάμω το σπαθί του και στη θέσι του βλέπει το Βασιλικό σπαθί με τη χρυσή λαβή. Και η Βασίλισσα βλέπει στο δάχτυλό της το δαχτυλίδι του Μάρκου:

«Άρχοντα, φωνάζει, δυστυχία μας! Μας έπιασε ο Βασιληάς!»

 — Ναι, είπε ο Τριστάνος, επήρε το σπαθί μου. Ήτανε μόνος, θα φοβήθηκε, και πήγε να φέρη ενίσχυσι. Θα γυρίση, και θα μας κάψη μπροστά σε όλο το λαό. Ας φεύγουμε!...»

Βαδίζοντας ολημερίς, μαζύ με τον Γκορνεβάλη, φεύγουν για την Ουαλλία, μέχρι τα τελευταία όρια του Μορουά. Τι μαρτύρια τους φέρνει αυτή η αγάπη! ...

Ι'. Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΟΓΚΡΙΝ

Τρεις ημέρες αργότερα, καθώς ο Τριστάνος είχε πολλή ώρα ακολουθήσει ταχνάρια πληγωμένου ελαφιού, τον πρόφτασε η νύχτα μέσα στο σκοτεινό δάσος, κάθησε χάμου και σκέφτηκε.

«Όχι, δεν είναι από φόβο που δε μας χτύπησε ο Βασιληάς. Πήρε το σπαθί μου, κοιμώμουνα, ήμουν στη διάκρισί του, μπορούσε να με χτυπήση. Ποια η ανάγκη να φέρη βοήθεια; Κι' αν ήθελε πάλι να με πιάση ζωντανό γιατί, αφού με αφώπλισε, έπειτα μάφησε το ίδιο το σπαθί του; Α! σε κατάλαβα, Πατέρα! Όχι από φόβο, παρά από τρυφερότητα κι' από οίκτο, θέλησες να μας συγχωρήσης. Να μας συγχωρήση; Ποιος θα μπορούσε λοιπόν να δώση αθώωσι για ένα τέτοιο έγκλημα χωρίς να εξευτελισθή; Όχι, δεν εσυγχώρησε, παρά εκατάλαβε. Είδε, από τα επεισόδια της φωτιάς, του πηδήματος από την εκκλησιά, της ενέδρας κατά των λεπρών, ότι ο Θεός μας είχε πάρει στην προστασία του. Θυμήθηκε τότε το παιδί που, παληά, έπαιζε την άρπα στα πόδια του, και τη χώρα του Λοοννουά που για χάρι του εγκατέλειψα, και τη λόγχη του Μόρχολτ, και το αίμα που έχυσα για την τιμή του. Θυμήθηκε ότι δεν ανεγνώρισα το έγκλημά μου, κι' ότι μάταια ζήτησα κρίσι, δικαιοσύνη και μονομαχία, και με την ευγένεια της καρδιάς του κατάλαβε τα πράγματα, που γύρω του δεν καταλαβαίνει κανείς. Όχι πως ξέρει ή μπορεί ποτέ να μάθη την αλήθεια για την αγάπη μας. Αλλ' αμφιβάλλει, ελπίζει, αισθάνεται ότι δεν είπα ψέμματα, θέλει ν' αποδείξω το δίκηο μου. Α! ωραίε θείε, να νικήσω σε μάχη με τη βοήθεια του Θεού, να κερδίσω την ειρήνη σου, και για σένα, να ξαναφορέσω το θώρακα και την περικεφαλαία! Αλλά τι σκέφτηκα; Θα ξανάπερνε την Ιζόλδη... Θα του την έδινα; Γιατί καλλίτερα, να μη με σφάξη στον ύπνο μου; Προ ολίγου, καταδιωγμένος απ' αυτόν, μπορούσα να το μισώ και να τον ξεχάσω. Είχε παραδώσει την Ιζόλδη στα χέρια των λεπρών. Δεν ήτανε πεια δική του, ήτανε δική μου. Να τώρα που με τη σπλαχνική στοργή του ξύπνησε την τρυφερότητά μου κι' απόκτησε πάλι τη Βασίλισσα. Τη Βασίλισσα; Βασίλισσα ήτανε δίπλα του και τώρα εδώ στο δάσος ζη σαν σκλάβα. Τι έκαμα τα νειάτα της; Αντί των αιθουσών με τα πλούσια μεταξωτά, της δίνω αυτό το άγριο δάσος. Μια καλύβα. Και προς χάρι μου ακολουθεί αυτόν τον κακό δρόμο. Συχώρεσι ζητώ από το Θεό, το Βασιληά του κόσμου, και τον ικετεύω να μου δώση τη δύναμι να παραδώσω πάλι την Ιζόλδη στα χέρια του Βασιληά Μάρκου. Δεν είναι γυναίκα του, που την επήρε με το Νόμο της Ρώμης, μπροστά σ' όλους τους πλουσίους ανθρώπους του τόπου του;»

Ακουμπάει στο τόξο του, και πολλή ώρα θρηνεί ο Τριστάνος μέσα στη νύχτα.

Στο μυχό του δάσους, τον περιτριγυρισμένο με κλαδιά, που τους εχρησίμευε για άσυλο, η Ιζόλδη η ξανθή περίμενε την επάνοδο του Τριστάνου. Μια ακτίνα του φεγγαριού φώτισε το χρυσό δαχτυλίδι, που είχε αφήσει στο δάχτυλό της ο Βασιληάς Μάρκος. Σκέφτηκε:

«Αυτός που έτσι ευγενικά μου έδωκε τούτο το χρυσό δαχτυλίδι, δεν είναι ο ίδιος θυμωμένος άνθρωπος που με παρέδωκε στους λεπρούς. Όχι, είναι ο στοργικός άρχοντας που από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στη χώρα του, με υπεδέχτη και με προστάτεψε. Πώς αγαπούσε τον Τριστάνο! Αλλά ήρθα εγώ, και τι έκαμα; Δεν έπρεπε να ζη ο Τριστάνος στο παλάτι του Βασιληά, με εκατό νεαρούς ακολούθους γύρω του που θα τον υπηρετούσαν για να τους χρίση μια μέρα ιππότες; Δεν έπρεπε, γυρίζοντας με τάλογό του στης Αυλές και στης Βαρωνείες να ζητάη κατορθώματα και περιπέτειες; Αλλά προς χάρι μου ξεχνάει όλες αυτές της δόξες, εξορισμένος από την Αυλή, καταδιωγμένος σ' αυτό το δάσος, και ζη έτσι σαν άγριος!...»

Άκουσε ξαφνικά στα κλαδιά και στα ξερά φύλλα να πλησιάζουν τα βήματα του Τριστάνου. Ήρθε να τον απαντήση, όπως πάντα, και να τον αλαφρώση από τάρματα. Του πήρε από τα χέρια το τόξο το «αλάθευτο» και τα βέλη, και του ξέζωσε το σπαθί.

«Φίλη, είπεν ο Τριστάνος, είναι το ξίφος του Βασιληά Μάρκου. Ήρθε να μας σφάξη. Κι' όμως δεν τώκαμε».

Η Ιζόλδη πήρε το σπαθί, και φίλησε τη χρυσή λαβή του. Ο Τριστάνος την είδε να κλαίη.

«Φίλη, είπε, αν μπορούσα να τα συμβιβάσω με το Βασιληά Μάρκο! Αν μου επέτρεπε να υποστηρίξω με μονομαχία, ότι ποτέ ούτε με γεγονότα ούτε με λόγια σε αγάπησα με ένοχο έρωτα, όποιος ιππότης του Βασιλείου του από το Ντινάν μέχρι το Ντούρχαμ θα τολμούσε να με διαψεύση, θα μεύρισκε αντιμέτωπο μπροστά του σε κλειστό χώρο. Κ' έπειτα αν ο Βασιλιάς ήθελε να επιτρέψη να μείνω στην υπηρεσία του, θα τον υπηρετούσα με μεγάλη τιμή σαν κύριό μου και σαν πατέρα μου. Κι' αν προτιμούσε να με διώξη και να σας κρατήση, εσάς, θα πήγαινα στη Βρεττάνη με τον Γκορνεβάλη για μόνο μου σύντροφο. Μα όπου κι' αν πήγαινα, Βασίλισσα, παντού και πάντοτε, θάμενα δικός σας. Ιζόλδη, ποτέ δε θα συλλογιζόμουν αυτόν το χωρισμό αν δεν ήτανε η μίζερη αυτή ζωή που προς χάρι μου υποφέρετε τόσον καιρό τώρα, Ωραία, σ' αυτόν τον έρημο τόπο».

 — Τριστάνε, θυμηθήτε τον ερημίτη Ογκρίν στο άλσος του. Ας γυρίσουμε σ' αυτόν. Κ' είθε να μπορέσουμε να ζητήσουμε έλεος από τον Ουράνιο Πατέρα, Τριστάνε, φίλε!»

Ξύπνησαν τον Γκορνεβάλη. Η Ιζόλδη καβάλλησε στο άλογο που οδηγούσε ο Τριστάνος από το χαλινάρι, κι' όλη την νύχτα περνώντας τ' αγαπημένα δάση για τελευταία φορά, εβάδισαν δίχως μιλιά.

Το πρωί, ξεκουράστηκαν λίγο, έπειτα εβάδισαν ακόμη, όσο που έφτασαν στο ερημητήριο. Στο κατώφλι της εκκλησίτσας του, ο Ογκρίν εδιάβαζε σ' ένα βιβλίο. Τους είδε, κι' από μακρυά τους φώναξε τρυφερά:

«Φίλοι! Σε τι δυστυχίες σας σέρνει η αγάπη! Πόσο θα βαστήξη η τρέλλα σας; Θάρρος! Μετανοήστε, επί τέλους!»

Ο Τριστάνος του είπε:

« Ακούστε, άρχοντα Ογκρίν. Βοηθήστε μας να προτείνουμε ένα συμβιβασμό στο Βασιληά. Θα του ξανάδινα τη Βασίλισσα. Έπειτα, θάφευγα μακρυά, στη Βρεττάνη. Μια μέρα, αν ο Βασιληάς ήθελε να με ανεχθή κοντά του, θα γύριζα και θα τον υπηρετούσα όπως οφείλω».

Σκυμμένη στα πόδια του ερημίτη, η Ιζόλδη είπε κι' αυτή, θρηνητικά:

«Δε θα ζήσω πεια άλλο έτσι. Δεν λέω πώς μετανοώ επειδή αγάπησα τον Τριστάνο και τον αγαπώ, ακόμη και πάντοτε. Αλλά τα σώματά μας τουλάχιστον, από δω και πέρα, θα χωριστούν».

Ο ερημίτης έκλαψε κ' εδόξασε το Θεό. «Θεέ! ωραίε παντοδύναμε Βασιλέα! Δοξασμένος νάσαι που μ' άφηκες να ζήσω αρκετά ώστε να μπορέσω να βοηθήσω τούτους εδώ!» Τους συμβούλεψε γνωστικά, έπειτα πήρε μελάνι και χαρτί κ' έγραψε μια επιστολή όπου ο Τριστάνος επρότεινε συμβιβασμό στο Βασιληά. Όταν έγραψε όλα όσα είπε ο Τριστάνος την εσφράγισε από κάτω με το δαχτυλίδι του.

 — Ποιος θα πάη αυτή την επιστολή; ρώτησε ο ερημίτης.

 — Θα την πάω μοναχός μου.

 — Όχι, άρχοντα Τριστάνε, δεν θα επιχειρήστε αυτήν την παράτολμη εκδρομή. Θα πάω εγώ αντί για σας: γνωρίζω καλά τους ανθρώπους του Παλατιού.

 — Αφήστε, ωραίε άρχοντα Ογκρίν. Η Βασίλισσα θα μείνη στο ερημητήριό σας. Μόλις πέση η νύχτα θα πάω μαζύ με τον ιπποκόμο μου, ο οποίος θα φυλάξη το άλογό μου».

Όταν το σκοτάδι κατέβηκε στο δάσος, ο Τριστάνος πήρε δρόμο μαζύ με τον Γκορνεβάλη. Στης πύλες του Τινταγκέλ τον αφήκε. Στα τείχη, οι φρουροί χτυπούσαν της σάλπιγγες. Εχώθηκε μέσα στην τάφρο και διέσχισε την Πολιτεία με κίνδυνο της ζωής του. Πέρασε όπως άλλοτε τους μυτερούς στύλους του κήπου, ξαναείδε τη μαρμάρινη σκάλα, την πηγή και το μεγάλο πεύκο και πλησίασε στο παράθυρο πίσω από το οποίο κοιμώτανε ο Βασιληάς Μάρκος. Τον εφώναξε σιγά. Ο Μάρκος εξύπνησε.

«Ποιος είσαι, συ, που με φωνάζεις μέσ' τη νύχτα, τέτοια ώρα;

 — Μεγαλειότατε, είμαι ο Τριστάνος, σας φέρνω μια επιστολή. Την αφήνω κει, στη γρίλλια του παραθύρου. Στείλτε κρεμάστε την απάντησί σας στο κλαδί του Κόκκινου Σταυρού.

 — Γι' αγάπη του Θεού, ωραίε ανηψιέ, περίμενέ με.

Έτρεξε στο κατώφλι και τρεις φορές εφώναξε μέσα στη νύχτα.

«Τριστάνε, Τριστάνε, Τριστάνε, υγιέ μου!

Αλλά ο Τριστάνος είχε φύγει. Ηύρε τον ιπποκόμο του και μ' ένα ελαφρό πήδημα βρέθηκε στη σέλλα.

«Τρελλέ, είπε ο Γκορνεβάλης. Γρήγορα ας φύγουμε απ' αυτόν το δρόμο».

Έφθασε τέλος στο ερημητήριο όπου ηύραν να τους περιμένουν τον ερημίτη που παρακαλούσε και την Ιζόλδη που έκλαιγε.

ΙΑ'. Ο ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΣ ΠΟΡΟΣ

Ο Μάρκος ξύπνησε τον εφημέριο και γραμματέα του και τούδωσε το γράμμα. Ο γραμματέας έσπασε το κερί και χαιρέτισε κατά πρώτον το Βασιλέα εξ ονόματος του Τριστάνου. Έπειτα του ιστόρησε όλα όσα παρήγγελνε ο Τριστάνος. Ο Μάρκος άκουγε χωρίς μιλιά και κατά βάθος εχαιρότανε, γιατί αγαπούσε ακόμη τη Βασίλισσα.

Ονομαστί συγκάλεσε τους πειο ξακουστούς βαρώνους του, κι' όταν μαζεύτηκαν όλοι, έκαναν ησυχία και μίλησε ο Βασιληάς:

«Άρχοντες, έλαβα αυτή την επιστολή. Είμαι Βασιληάς σας κ' είστε υποταχτικοί μου. Ακούστε τι μου παραγγέλνουν. Έπειτα συμβουλεύτε με, το απαιτώ, γιατί μου οφείλετε συμβουλή».

Ο γραμματέας σηκώθηκε, ξεδίπλωσε την επιστολή με τα χέρια του, κι' όρθιος μπροστά στο Βασιληά:

«Άρχοντες, είπε, ο Τριστάνος παραγγέλνει πρώτα πρώτα χαιρετίσματα και αγάπη στο Βασιληά και σε όλη την βαρωνεία του. Έπειτα προσθέτει: Βασιληά, όταν εσκότωσα το δράκοντα και κατάκτησα την κόρη του Βασιληά της Ιρλανδίας, σε μένα την έδωκαν. Ήμουν κύριος να την κρατήσω, μα δεν το θέλησα. Την έφερα στον τόπο σας και σας τήνε παράδωσα. Μολαταύτα μόλις την πήρατε γυναίκα σας, οι προδότες σας έκαμαν να πιστέψετε τα ψέμματά τους. Απάνω στο θυμό σας, ωραίε θείε και κύριέ μου, θελήσατε να μας κάψετε χωρίς δίκη. Αλλά ο Θεός μας λυπήθηκε. Τον ικετεύσαμε, έσωσε τη Βασίλισσα και ήτανε δικαιοσύνη που την έσωσε. Κι' εγώ επίσης πήδησα από έναν ψηλό βράχο, και γλύτωσα με τη βοήθεια του Θεού. Τι έκανα έπειτα το αξιοκατάκριτο; Η Βασίλισσα ήτανε παραδομένη στους λεπρούς, έτρεξα να την βοηθήσω, και την επήρα. Μπορούσα να μείνω με δεμένα τα χέρια βλέποντας σ' αυτή την κατάστασι εκείνη που, αθώα, κινδύνευσε μολαταύτα να χάση τη ζωή της; Έφυγα μαζύ της στα δάση. Μήπως μπορούσα να βγω από το δάσος και να κατέβω στην πεδιάδα, για να σας την παραδώσω; Δεν είχατε δώσει διαταγή να μας πιάσουν νεκρούς ή ζωντανούς; Αλλά και σήμερα όπως τότε, είμαι έτοιμος, ωραίε Άρχοντα, να προκαλέσω οποιονδήποτε και να υποστηρίξω σε μονομαχία, εναντίον όποιου θέλη, ότι ποτέ η Βασίλισσα δεν είχε για μένα και ποτέ εγώ δεν είχα για τη Βασίλισσα έρωτα τέτοιον που να σας προσβάλλη. Διατάχτε τη μάχη: δεν αρνούμαι κανέναν αντίπαλο, κι' αν δεν μπορέσω ν' αποδείξω το δίκηο μου, κάψετέ με μπροστά στους ανθρώπους σας. Αλλ' αν νικήσω κι' αν σας ξαναρέση να πάρτε πάλι την Ιζόλδη με το φωτεινό πρόσωπο, κανείς από τους βαρώνους δε θα σας υπηρετήση πειο πιστά από μένα. Αν, απεναντίας, δεν θέλετε της υπηρεσίες μου, θα περάσω τη θάλασσα και θα πάω στον Βασιληά της Γαβοΐας ή στον Βασιληά της Φρίζης, και δεν θακούστε πεια ποτέ να μιλάνε για μένα. Μεγαλειότατε, πάρτε συμβουλή από τους βαρώνους σας, κι' αν δε δέχεστε κανένα συμβιβασμό, θα ξαναπάω την Ιζόλδη στην Ιρλανδία από όπου την επήρα. Θα είναι Βασίλισσα στον τόπο της».

Όταν οι βαρώνοι της Κορνουάλλης άκουσαν, ότι ο Τριστάνος τους πρότεινε μονομαχία, είπαν όλοι στο Βασιληά:

«Μεγαλειότατε, πάρε πάλι τη Βασίλισσα. Ανόητοι ήτανε αυτοί που την εσυκοφάντησαν. Όσο για τον Τριστάνο, ας φύγη, όπως το προτείνει, να πολεμήση στη Γαβοΐα ή κοντά στο Βασιληά της Φρίζης. Παράγγειλέ του να σας ξαναφέρη την Ιζόλδη, την τάδε μέρα και γρήγορα».

Ο Βασιληάς ρώτησε τρεις φορές:

«Κανείς δε σηκώνεται να κατηγορήση τον Τριστάνο;».

Όλοι σιωπούσαν. Τότε είπε στο γραμματέα:

«Κάνετε λοιπόν το γρηγορώτερο μια επιστολή. Ακούσατε τι πρέπει να γράψετε. Κάνετε γρήγορα: η Ιζόλδη υπέφερε πάρα πολύ μέσα στα καλλίτερα χρόνια της. Διατάζω να κρεμαστή η απάντησις στο κλαδί του Κόκκινου Σταυρού πριν από απόψε το βράδυ. Κάνετε γρήγορα».

Προσέθεσε:

«Θα πήτε ακόμη ότι στέλνω και στους δύο χαιρετισμούς και αγάπη».

Κατά το βραδάκι, ο Τριστάνος πέρασε τον άσπρο Κάμπο, ηύρε την επιστολή και σφραγισμένη την επήγε στον ερημίτη Ογκρίν. Ο ερημίτης διάβασε τα γράμματα: Ο Βασιληάς Μάρκος συγκατετίθετο, σύμφωνα με τη συμβουλή όλων των βαρώνων του, να ξαναπάρη την Ιζόλδη, μα όχι να κρατήση κοντά του τον Τριστάνο ως πολεμιστή του. Όσο για τον Τριστάνο, αφού σε τρεις ημέρες παράδινε τη Βασίλισσα στα χέρια του Βασιληά Μάρκου, στον Επικίνδυνο Πόρο, όφειλε ύστερα να περάση τη θάλασσα και να φύγη».

«Θεέ! είπε ο Τριστάνος. Τι, πόνος να σε χάσω, φίλη! Είναι ανάγκη μολαταύτα, αφού μπορώ έτσι να σε γλυτώσω απ' όσα εξ αιτίας μου υπέφερες. Όταν θάρθη η στιγμή να χωριστούμε, θα σας χαρίσω ένα δώρο, εγγύησι της αγάπης μου. Από τον άγνωστο τόπο όπου πηγαίνω, θα σας στείλω έναν απεσταλμένο. Θα του πήτε τη θέλησί σας και στην πρώτη πρόσκλησι, από το μακρυνό τόπο, αμέσως θα τρέξω». Στέναξε η Ιζόλδη και είπε:

«Τριστάνε, άφησέ μου τον Χουσδάν, το σκύλλο σου. Ποτέ λαγωνικό δε θάχη φυλαχτή με μεγαλύτερες τιμές. Όταν τον βλέπω θα σε θυμάμαι και θάμαι λιγώτερο θλιμμένη. Φίλε, έχω ένα δαχτυλίδι με πράσινη πέτρα, πάρ' το γι' αγάπη μου, και φόρα το στο δάχτυλό σου. Όταν κανένας απεσταλμένος λέη ότι έρχεται από μέρους σου, δεν θα τον πιστέψω ό,τι κι' αν κάνη, ό,τι κι' αν πη, όσο δε μου δείξη αυτό το δαχτυλίδι. Αλλά μόλις το ιδώ, καμμιά δύναμι, καμμιά βασιλική απαγόρευσι, δε θα μ' εμποδίσουν να κάνω ό,τι μου παραγγείλης, είτε γνωστικό είτε τρέλλα είναι.

 — Φίλη, σου αφήνω το Χουσδάν.

 — Φίλε, πάρε και συ αυτό το δαχτυλίδι.

Και οι δυο φιλήθηκαν στα χείλη.

Στο αναμεταξύ, αφήνοντας τους αγαπημένους στο ερημητήριο, ο Ογκρίν είχε βαδίσει με το ραβδί του μέχρι το Μοντ. Αγόρασε γουναρικό, πορφύρα, και κόκκινο βελούδο, μεταξωτά υφάσματα, ερμίνα, σιντζάπια, κ' ένα πέπλο λευκότερο από κρίνο, κι' ακόμη ένα βασιλικό άλογο σελλωμένο με χρυσάφι, που πήγαινε βάδην, σιγά-σιγά. Οι άνθρωποι γελούσαν βλέποντάς τον να σκορπίζη γι' αυτά τα αλλόκοτα και μεγαλοπρεπή ψώνια, της οικονομίες που τόσον καιρό είχε μαζέψει. Αλλά, ο γέρως ερημίτης φόρτωσε στο άλογο τα πλούσια υφάσματα και γύρισε κοντά στην Ιζόλδη:

«Βασίλισσα τα ρούχα σας πέφτουν κουρέλια. Δεχθήτε αυτά τα δώρα, για νάσαστε πειο ώμορφη την ημέρα που θα πάτε στον Πόρο του Κινδύνου. Φοβούμαι μήπως δε σας αρέσουν, γιατί δεν έχω καθόλου πείρα σ' αυτά τα πράγματα».

Μολαταύτα ο Βασιληάς εκήρυξε σ' όλη την Κορνουάλλη ότι εντός τριών ημερών, στον Πόρο του Κινδύνου, θάκανε συμβιβασμό με τη Βασίλισσα. Κυρίες και ιππότες, πλήθος, έτρεξαν για την τελετή. Όλοι επιθυμούσαν να ξαναϊδούν τη Βασίλισσα Ιζόλδη, όλοι την αγαπούσαν, εκτός από τους προδότες, τους τρεις που ζούσαν ακόμη.

Από τους τρεις, ο ένας θα σκοτωθή με το σπαθί, ο άλλος με το βέλος που θα τον περάση κατάστηθα, ο άλλος θα πάη πνιχτός. Όσο για το δασοκόμο, αυτόνε ο Περινίς ο Πιστός, ο Ξανθός, θα τον σκοτώση μ' ένα ραβδί, μέσα στο δάσος. Έτσι ο Θεός, που μισεί την αδικία, θα δώση εκδίκησι στους αγαπημένους, κατά των εχθρών των.

Την ημέρα που είχε ορισθή για την τελετή, στον Πόρο του Κινδύνου, τα λειβάδια έλαμπαν μακρυά σκεπασμένα, και στολισμένα απ' άκρη σ' άκρη με της πλούσιες σκηνές των βαρώνων. Στο δάσος, ο Τριστάνος εκάλπαζε με την Ιζόλδη, κι' από φόβο παγίδας, είχε φορέσει την περικεφαλαία του και το θώρακά του. Ξαφνικά, και οι δύο φάνηκαν έξω από το δάσος και είδαν μακρυά, μέσα στους βαρώνους το Βασιληά Μάρκο.

«Φίλη, είπε ο Τριστάνος, να ο Βασιληάς και κύριός σου, οι ιππότες του και οι πολεμιστές του. Σε μια στιγμή δε θα μπορούμε πεια να μιλάμε. Στ' όνομα του παντοδυνάμου και δοξασμένου Θεού, σ' εξορκίζω αν ποτέ σου στείλω κανέναν απεσταλμένο, κάνε ό,τι θα σου παραγγείλω!

 — Φίλε Τριστάνε, μόλις ιδώ το δαχτυλίδι με την πράσινη πέτρα, ούτε πύργος ούτε τείχος, ούτε φρούριο κανένα θα μεμποδίση να κάνω το θέλημα του φίλου μου.

 — Ιζόλδη, ο Θεός να σε προστατεύη.

Τα δυο τους άλογα βάδιζαν κοντά-κοντά. Την τράβηξε κοντά του και την έσφιξε στην αγκαλιά του.

«Φίλε, είπεν η Ιζόλδη, άκουσε την τελευταία μου παράκλησι. Σε λίγο θ' αφήσης αυτόν τον τόπο. Περίμενε τουλάχιστον μερικές ημέρες. Κρύψου κάπου μέχρις ότου μάθης πώς μου φέρεται ο Βασιληάς, στο θυμό του ή την καλωσύνη του. Είμαι καταμονάχη. Ποιος θα με υπερασπιστή κατά των προδοτών; Φοβάμαι. Ο δασοφύλακας Όρρι θα σε κρατήση μυστικά, στο ερειπωμένο κελλί του όσο χρειαστή: πήγαινε ως εκεί τη νύχτα. Θα στείλω τον Περινίς να σε ειδοποιήσω αν κανείς με κακομεταχειρίζεται.

 — Φίλη κανείς δε θα τολμήση. Θα μείνω κρυμμένος στου Όρρι. Όποιος σε πειράξη, ας φυλαχτή το θυμό μου σαν το Διάβολο».

Οι δύο όμιλοι είχαν αρκετά πλησιάσει ώστε ν' ανταλλάξουν τους χαιρετισμούς των. Σε απόστασι βέλους μπροστά από τους δικούς του, ο Βασιληάς Μάρκος εκάλπαζε τολμηρά: μαζύ του ήτανε ο Ντινάς ντε Λιντάν.

Όταν συναντήθησαν, ο Τριστάνος κράτησε από τα χαλινάρια το άλογο της Ιζόλδης, εχαιρέτησε το Βασιληά και είπε:

«Βασιληά, σου παραδίνω πάλι την Ιζόλδη την Ξανθή. Μπροστά σ' όλο τον κόσμο εδώ, ζητώ να με παραδεχτής στην Αυλή σου για να μπορέσω να υπερασπίσω τον εαυτό μου κατά των συκοφαντών. Ποτέ δεν εδικάστηκα. Διάταξε, Βασιληά, να δώσω μάχη. Αν νικηθώ, κάψε με στο θειάφι. Αν νικήσω κράτησέ με κοντά σου. Ή, αν δε θέλης να με κρατήσης, θα φύγω σε μακρυνόν τόπο».

Κανείς δεν εδέχθη την πρόκλησι του Τριστάνου. Ο Μάρκος πήρε στα χέρια του τα χαλινάρια του αλόγου της Ιζόλδης, κ' εμπιστευόμενος τη Βασίλισσα στο Λιντάν, πήγε παράμερα για να πάρη συμβουλή.

Χαρούμενος ο Ντινάς έκαμε στη Βασίλισσα χίλιες τιμές και χίλιες περιποιήσεις. Της έβγαλε τον πλούσιο πορφυρό μαντύα, και χαριτωμένο φάνηκε το σώμα της στη λεπτή τουνίκα και στο μεγάλο μεταξωτό φόρεμα. Κ' η Βασίλισσα δε μπόρεσε να κρατήση τα γέλοια σαν θυμήθηκε τον καλό γέρω-ερημίτη που είχε σκορπίση και της τελευταίες οικονομίες του, για να την στολίση. Η ρόμπα της είναι πλούσια, λεπτά τα μέλη της, τα μάτια της γαλανά, και φωτεινά τα μαλλιά της σαν ακτίνες του ήλιου.

Όταν οι προδότες την είδαν έτσι ωραία και τιμημένη σαν άλλοτε, ωργισμένοι, εκάλπασαν προς το Βασιληά. Κείνη την στιγμή, ένας βαρώνος, ο Αντρέ Ντενικόλ προσπαθούσε να τον πείση:

«Μεγαλειότατε, κράτησε κοντά σου τον Τριστάνο. Χάρις σ' αυτόν θα εμπνέης μεγαλύτερο φόβο στους εχθρούς σου».

Και, σιγά σιγά, εμαλάκωνε την καρδιά του Μάρκου. Αλλά οι προδότες είπαν:

«Βασιληά, άκουσε τη συμβουλή που τίμια σου δίνουμε και πιστά. Εσυκοφάντησαν τη Βασίλισσα, άδικα, το παραδεχόμαστε. Αλλά, αν ο Τριστάνος κι' αυτή γυρίσουν μαζύ στην Αυλή, πάλι θ' αρχίσουν τα λόγια. Άφησε καλλίτερα τον Τριστάνο να φύγη για λίγον καιρό, και μια μέρα βέβαια θα τον ανακαλέσης».

Ο Μάρκος παράγγειλε στον Τριστάνο με τους βαρώνους του, ν' απομακρυνθή δίχως αναβολή. Τότε ο Τριστάνος πλησίασε τη Βασίλισσα, να την αποχαιρετίση. Κυττάχτηκαν στα μάτια. Η Βασίλισσα ντράπηκε μπρος στον κόσμο και κοκκίνησε.

Αλλά ο Βασιληάς συγκινήθηκε, και για πρώτη φορά μιλώντας στον ανηψιό του:

«Πού θα πας μ' αυτά τα κουρέλια; Πάρε από το θησαυροφυλάκιό μου ελεύθερα ό,τι θέλεις, χρυσάφι, ασήμι, γουναρικά, υφάσματα.

 — Βασιλιά, είπε ο Τριστάνος, δε θα πάρω ούτε πεντάρα, τίποτα. Όπως μπορέσω, θα πάω πιστά να υπηρετήσω τον πλούσιο Βασιληά της Φρίζης».

Γύρισε τάλογό του και κατέβη κατά τη θάλασσα. Η Ιζόλδη τον ακολούθησε με το μάτι κι' όσο μπορούσε να τον κυττάζη μακρυά, δεν εγύρισε καθόλου το πρόσωπό της.

Με την είδησι του συμβιβασμού, μεγάλοι και μικροί, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, έτρεξαν αθρόοι έξω από την πόλι να υποδεχτούν την Ιζόλδη. Καταλυπημένοι για την ιστορία του Τριστάνου, χαιρέτιζαν με μεγάλο ενθουσιασμό την επιστροφή της Βασίλισσας. Η καμπάνες χτυπούσαν. Μέσα από τους καλοστρωμένους δρόμους, στολισμένους με μεταξωτές γιρλάντες, περνούσε η λαμπρή συνοδεία: ο Βασιληάς, οι κόμητες και οι πρίγκηπες, με την Ιζόλδη στη μέση. Η πόρτες του παλατιού ανοίχτηκαν σε όλο το λαό: πλούσιοι και φτωχοί στρώθηκαν στο τραπέζι, και για να πανηγυρίση την ημέρα, ο Βασιληάς Μάρκος έδωσε την ελευθερία σε εκατό σκλάβους, και ώπλισε με τα χέρια του είκοσι ιππότες, δίνοντάς τους το θώρακα και τάλλα ιπποτικά άρματα.

Μολαταύτα, σαν έπεσε η νύχτα, — καθώς το είχε υποσχεθή στη Βασίλισσα, — ο Τριστάνος τρύπωσε στου δασοκόμου Όρρι, ο οποίος τον έκρυψε μυστικά στο ερειπωμένο κελλάρι. Ας τρέμουν οι προδότες!

ΙΒ'. Η ΙΖΟΛΔΗ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗΝ ΑΘΟΩΤΗΤΑ ΤΗΣ

Γρήγορα ο Ντενοαλέν, ο Αντρέ, και ο Γκοντοΐν, επίστεψαν ότι σιγουρεύτηκαν. Δίχως άλλο ο Τριστάνος περνούσε τη ζωή του πέρα από τη θάλασσα, σε τόπο πολύ μακρυνό για να μπορή να τους φθάση. Λοιπόν μια μέρα, στο κυνήγι, καθώς ο Βασιλέας ακούγοντας το θόρυβο των κυνηγών και των λαγωνικών, κρατούσε το άλογο του στη μέση ενός ωργωμένου χωραφιού, πήγαν κοντά του καλπάζοντας και οι τρεις:

«Βασιληά, άκουσέ μας. Είχες καταδικάσει τη Βασίλισσα χωρίς δίκη, κ' ήταν άδικο. Σήμερα την αθώωσες πάλι χωρίς δίκη. Δεν είναι και πάλι άδικο; Ποτέ δεν εδικαιολογήθη, και οι Βαρώνοι του τόπου σου σας κατηγορούν και τους δυο. Συμβούλεψέ τη καλλίτερα να ζητήση μόνη της την κρίσι του Θεού. Τι θα της στοιχίση, μια κ' είναι αθώα, να ορκισθή στα οστά των Αγίων ότι δεν έσφαλε ποτέ της. Ή να πιάση ένα σίδερο κοκκινισμένο στη φωτιά; Έτσι το θέλει το έθιμο. Και μ' αυτήν την εύκολη δοκιμή θα διαλυθούν για πάντα η παληές υποψίες».

Ωργισμένος, απάντησε ο Μάρκος:

«Ο Θεός να σας τιμωρήση κακά, άρχοντες της Κορνουάλλης, που ακατάπαυστα ζητάτε να με ντροπιάστε. Από σας έδιωξα τον ανηψιό μου. Τι άλλο θέλετε πεια; Να διώξω τη Βασίλισσα στην Ιρλανδία; Τι καινούργιες κατηγόριες έχετε; Για της παληές κατηγόριες, δεν προσεφέρθη να την υπερασπίση ο Τριστάνος; Για να την υπερασπίση, σας προσέφερε μάχη, κι' όλοι σας τον ακούγατε. Γιατί δε ζωστήκατε εναντίον του τους θώρακές σας και γιατί δεν πήρατε τα κοντάρια σας; Άρχοντες, μου ζητάτε άδικα πράγματα. Φοβηθήτε, μήπως ανακαλέσω πάλι εδώ πέρα αυτόν που, από σας, έδιωξα!»

Τρεμούλα τους έπιασε τους τιποτένιους.

Τρομερός παρουσιάστηκε στα μάτια τους ο Τριστάνος. Τον έβλεπαν κι' όλα να βυθίζη το σπαθί του στα κορμιά τους ...

«Μεγαλειότατε, καθώς είναι το καθήκον των υποτελών σας, σας δίναμε τίμια και πιστή συμβουλή, για την τιμή σας. Μα από δω και πίσω θα σωπάσουμε. Ξεχάστε το θυμό σας, και δώστε μας πάλι την αγάπη σας!»

Ολόρθος σηκώθηκε ο Μάρκος στης σκάλες του αλόγου του:

«Όξω από τον τόπο μου, προδότες! Ποτέ πεια δε θάχετε την αγάπη μου! Από σας, έδιωξα τον Τριστάνο. Όξω λοιπόν και σεις από τον τόπο μου!

 — Καλά, ωραίε Βασιλιά. Οι πύργοι μας είναι οχυροί, για ν' ανέβη κανείς!»

Και χωρίς να χαιρετήσουν, γύρισαν της πλάτες.

Χωρίς να περιμένη κυνηγούς και λαγωνικά, ο Βασιλιάς Μάρκος βάρεσε τ' άλογο για το Τινταγκέλ. Ανέβηκε τα σκαλιά της αιθούσης, κ' η Βασίλισσα άκουσε τα βιαστικά βήματά του ν' αντηχούν στης πλάκες.

Σηκώθηκε, πήγε να τον συναντήση, του πήρε τάρματα, τούλυσε το σπαθί καθώς συνήθιζε, και υποκλίθηκε ως τα πόδια του. Ο Μάρκος την πήρε από τα χέρια και την εσήκωνε, όταν η Ιζόλδη ρίχνοντας απάνω του τα μάτια της, είδε τα ευγενικά χαρακτηριστικά του παραμορφωμένα από το θυμό. Τέτοιος της είχε φανή, τότε, μπροστά στη φωτιά, — σα μανιασμένος.

«Α! σκέφτηκε, ο φίλος μου ανακαλύφτηκε. Τον έπιασε ο Βασιλιάς».

Επάγωσε η καρδιά της, κι' αμίλητη η Ιζόλδη έπεσε στα πόδια του Βασιλιά. Την πήρε στα χέρια του και την εφίλησε γλυκά. Λίγο-λίγο πήρε κουράγιο εκείνη.

«Φίλη, ω φίλη, τι σε βασανίζει έτσι;

 — Φοβάμαι, Μεγαλειότατε. Σας είδα τόσο θυμωμένο.

 — Ναι, γύριζα θυμωμένος απ' αυτό το κυνήγι.

 — Α! Μεγαλειότατε, αν σας λύπησαν οι κυνηγοί, αξίζει τάχα να τα πέρνετε τόσο κατάκαρδα αυτά τα πράγματα;»

Γέλασε ο Μάρκος μ' αυτή την κουβέντα.

«Όχι, φίλη, δεν με θύμωσαν οι κυνηγοί μου. Με θύμωσαν τρεις προδότες που πολύν καιρό τώρα μας μισούν. Τους γνωρίζεις: Αντρέ, Δενοαλέν, και Γκοντοΐν. Τους έδιωξα από τον τόπο μου.

 — Μεγαλειότατε, τι κακό ετόλμησαν να πουν εναντίον μου;

 — Τι σε νοιάζει; Τους έδιωξα.

 — Μεγαλειότατε, καθένας έχει το δικαίωμα να λέη τη σκέψι του. Αλλά έχω κ' εγώ το δικαίωμα να μάθω τι κατηγόρια είπαν εναντίον μου. Κι' από ποιον θα το μάθαινα, αν όχι από σας; Μόνη σ' αυτό τον τόπο, ξένη, δεν έχω κανένα εκτός από σας, Μεγαλειότατε, για να με υπερασπίση.

 — Έστω. Ήθελαν λοιπόν να σε προκαλέσουν να δικαιολογηθής με όρκο και με τη δοκιμασία του καυτού σίδερου. «Η Βασίλισσα, έλεγαν, δεν οφείλει από μόνη της να ζητήση την κρίσι; Αυτή η δοκιμή είναι τίποτα για τους αθώους. Τι θα της εστοίχιζε; Ο Θεός είναι αληθινός κριτής. Έτσι μια για πάντα θα μπορούσε να διαλύση της παληές υποψίες». Αυτό έλεγαν. Αλλ' ας τ' αφήσουμε. Τους έδιωξα, σου λέω».

Ανατρίχιασε η Ιζόλδη. Κύτταξε το Βασιλιά.

«Μεγαλειότατε, παραγγείλατε τους να ξαναγυρίσουν στην Αυλή σας. Θα δικαιολογηθώ με όρκο.

 — Πότε;

 — Σε δέκα μέρες.

 — Η προθεσμία, φίλη, είναι πολύ σύντομη.

 — Είναι πολύ μακρυνή, μάλιστα. Αλλά ζητώ το εξής: Να παραγγείλετε στο Βασιληά Αρθούρο να έρθη με τ' άλογό του μαζύ με τον άρχοντα Γκωβαίν, τον Ζίρφλετ, τον αυλάρχη Κε, και εκατό ιππότες ως τα σύνορα της χώρας σου, στον Άσπρο Κάμπο, στην όχθη του ποταμού που χωρίζει τα Βασίλειά σας. Θέλω κει, μπροστά σ' αυτούς να ορκιστώ, κι' όχι μοναχά μπροστά στους βαρώνους σου. Γιατί δε θα πρόφθανα καλά-καλά να ορκιστώ, κι' οι βαρώνοι σου θα ζητούσαν να μου επιβάλετε καμμιά καινούργια δοκιμή, και ποτέ τα βάσανα μας δε θάπερναν τέλος. Αλλά δε θα τολμήσουν πεια, αν ο Αρθούρος κι' οι ιππότες του γίνουν εγγυηταί της δίκης».

Ενώ έσπευδαν για το Καρδουέλ οι κήρυκες, απεσταλμένοι του Μάρκου στο Βασιληά Αρθούρο, μυστικά η Ιζόλδη έστειλε στον Τριστάνο τον ακόλουθό της Περινίς, τον Ξανθό, τον Πιστό.

Ο Περινίς έτρεξε μέσα στα δάση, αποφεύγοντας τα πατημένα μονοπάτια, ως ότου έφθασε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι όπου, από πολλές ημέρες, τον περίμενε ο Τριστάνος. Ο Περινίς του ιστόρησε όλα τα συμβάντα, την καινούργια προδοσία, την ημέρα της δίκης, την ώρα και τον τόπο που είχαν ορισθή.

«Άρχοντα, η κυρία μου σας παραγγέλνει, την ωρισμένη μέρα, μ' ένδυμα προσκυνητού, χωρίς όπλα να βρεθήτε στον Άσπρο Κάμπο, αλλά τόσο καλά αλλαγμένος που κανείς να μη μπορέση να σας αναγνωρίση. Για να φθάση στον τόπο της δίκης, θα χρειασθή να περάση το ποτάμι με βάρκα. Στην αντίθετη όχθη, κει που θα βρίσκωνται οι ιππότες του Βασιληά Αρθούρου, θα την περιμένετε. Δίχως άλλο, θα μπορέστε βέβαια να την βοηθήστε. Η κυρία μου φοβάται την ημέρα της δίκης: μολαταύτα έχει εμπιστοσύνη στην καλωσύνη του Θεού, που την επήρε άλλοτε από τα χέρια των λεπρών».

 — Γύρισε στη Βασίλισσα, ωραίε γλυκέ φίλε Περινίς. Πες της ότι θα κάνω το θέλημά της».

Λοιπόν, Άρχοντες, όταν ο Περινίς γύριζε στο Τινταγκέλ, συνέβη να παρατηρήση μέσα σε κάτι δέντρα τον ίδιο δασοφύλακα που άλλοτε ανακάλυψε τους αγαπημένους, κοιμισμένους στην καλύβα, και τους πρόδωσε στο Βασιληά. (Μια μέρα, μεθυσμένος, είχε περηφανευτή για την προδοσία του). Τώρα είχε σκάψει ένα λάκκο βαθύ, και τον εσκέπαζε προσεχτικά με φυλλώματα, για να πιάση λύκους κι' αγριογούρουνα. Είδε που ερχότανε καταπάνω του ο ακόλουθος της Βασίλισσας και θέλησε να φύγη. Ο Περινίς τον εστύλωσε στο γκρεμό της παγίδας:

«Σπιούνε που πρόδωσες τη Βασίλισσα, να φύγης μου θέλεις, αί; Κάθησε αυτού κοντά στον τάφο, που μοναχός σου έκαμες κι' όλα τον κόπο να σκάψης».

Το ραβδί του στριφογύρισε στον αέρα βουίζοντας. Ραβδί και κεφάλι έσπασαν μαζύ κομμάτια, κι' ο Περινίς, ο Ξανθός, ο Πιστός, έσπρωξε με το πόδι το πτώμα μέσα στο λάκκο τον σκεπασμένο με φύλλα.

Την ωρισμένη μέρα, ο Βασιλιάς Μάρκος, η Ιζόλδη και οι βαρώνοι της Κορνουάλλης, καβάλλα στα υπερήφανα άλογά τους, έφθασαν — λαμπρή συνοδεία — στον Άσπρο Κάμπο, μέχρι τον ποταμό. Από την αντικρυνή όχθη, οι ιππότες του Βασιληά Αρθούρου τους εχαιρέτισαν με τ' αστραφτερά τους λάβαρα.

Μπροστά τους, ένας κακομοιριασμένος προσκυνητής, καθισμένος στην όχθη, τυλιγμένος στον μαντύα του, άπλωνε το ξύλινο δισκάκι του και με μια στριγγή και θρηνητική φωνή ζητούσε ελεημοσύνη.

Η βάρκες των Κορνουαλλών επλησίαζαν. Σαν έφθασαν στην όχθη, η Ιζόλδη ρώτησε τους ιππότες που την συνώδευαν:

«Άρχοντες, πώς θα μπορέσω να φθάσω στη στεριά χωρίς να λερώσω τα μακρυά μου φορέματα στη λάσπη; Θάπρεπε νάρθη κανένας πορθμέας να με βοηθήση».

Ένας από τους ιππότες φώναξε τον προσκυνητή.

«Φίλε, σήκωσε το μαντύα σου, κατέβα στο νερό, και βάστηξε τη Βασίλισσα, αν δηλαδή δε φοβάσαι, έτσι τσακισμένο που σε βλέπω, μη λυγίσης στη μέση του δρόμου».

Ο προσκυνητής πήρε τη Βασίλισσα στα χέρια του. «Φίλε» του είπε κείνη σιγά. Έπειτα ακόμη σιγώτερα: «Κάνε να πέσης στον άμμο».

Σαν έφθασε στην όχθη, εσκόνταψε κι' έπεσε, κρατώντας τη Βασίλισσα σφιγμένη στα χέρια του. Ιπποκόμοι και βαρκάρηδες άδραξαν τα κουπιά και τα καμάκια, κυνηγώντας το φτωχό άνθρωπο.

«Αφήστε τον, είπε η Βασίλισσα, δίχως άλλο έχει εξαντληθή από μακρυνές περιοδείες σε άγιους τόπους».

Και βγάζοντας μια χρυσή αλυσσίδα, την πέταξε στον προσκυνητή.

Μπροστά στη σκηνή του Βασιληά Αρθούρου, είχαν απλώση χάμω ένα πλούσιο ύφασμα της Νικαίας, και απάνω είχαν τοποθετήσει τα λείψανα των αγίων, βγαλμένα από της ιερές θήκες τους. Ο άρχοντας Γκωβαίν, ο Ζιρφλέ, και ο αυλάρχης Κε τα κρατούσαν υπό την επίβλεψί τους.

Η Βασίλισσα, αφού παρακάλεσε το Θεό, έβγαλε έπειτα τα στολίδια της από το λαιμό και τα χέρια, και τάδωσε στους φτωχούς επαίτες. Έβγαλε τον πορφυρό μαντύα, έβγαλε το πλούσιο σάλι, και τάδωσε κι' αυτά. Έδωσε ακόμη το μπούστο της, και το φόρεμά της, και τα ποδήματά της τα στολισμένα με πολύτιμα πετράδια. Κράτησε μοναχά επάνω της μια τουνίκα χωρίς μανίκια, και με τα μπράτσα και τα πόδια γυμνά, προχώρησε μπροστά στους Βασιληάδες. Γύρω οι βαρώνοι την κύτταζαν σιωπηλοί, κ' έκλαιγαν. Κοντά στα λείψανα των αγίων έκαιγε φωτιά. Με τρεμούλα άπλωσε η Ιζόλδη το δεξί χέρι στα οστά των αγίων και είπε:

«Βασιληά του Λογρ, και σεις Βασιληά της Κορνουάλλης, και σεις άρχοντα Γκωβαίν, άρχοντα Κε, άρχοντα Ζιρφλέ, και σεις όλοι που ήρθατε δω εγγυητές μου, σ' αυτά τα άγια λείψανα και σ' όλα τα άγια λείψανα που βρίσκονται στον κόσμο, ορκίζομαι ότι ποτέ κανείς άνθρωπος γεννημένος από γυναίκα δε με κράτησε στα χέρια του εκτός από το Βασιληά Μάρκο τον κύριό μου, κι' από το φτωχό προσκυνητή που προ ολίγου έπεσε χάμω μπρος στα πόδια σας.

 — Βασιληά Μάρκε, φθάνει ο όρκος;

 — Ναι, Βασίλισσα. Κι' ο Θεός ας φανερώση την κρίσι του την αληθινή.

 — Αμήν, είπε η Ιζόλδη».

Επλησίασε στη φωτιά, χλωμή και κλονιζομένη.

Όλοι σιωπούσαν. Κόκκινο ήτανε το καυτό σίδερο. Βύθισε τα γυμνά μπράτσα της μέσ' τη φωτιά, έπιασε το σιδερένιο ραβδί, έκανε εννιά βήματα κρατώντας το στα χέρια της σε σχήμα σταυρόν, ανοιχτά. Κι' όλοι είδαν που το κρέας της έμεινε απείραχτο και αβρό σαν το δαμάσκηνο της δαμασκηνιάς.

Τότε απ' όλα τα στήθεια μεγάλη κραυγή ευχαριστίας βγήκε προς το Θεό.

ΙΓ'. Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΑΗΔΟΝΙΟΥ

Όταν ο Τριστάνος γύρισε στην καλύβα του δασοκόμου Όρρι, κ' έρριξε μακρυά το ραβδί και την κάπα του προσκυνητή, αισθάνθηκε βαθειά στην καρδιά του ότι ήρθε η ώρα να κρατήση το λόγο που είχε δώσει στο Βασιληά Μάρκο, και να φύγη μακρυά από την Κορνουάλλη.

Τι χασομερούσε ακόμη; Η Βασίλισσα είχε δικαιλογηθή, ο Βασιληάς την αγαπούσε, την τιμούσε. Εν ανάγκη ο Βασιληάς Αρθούρος θ' ανελάμβανε την προστασία της, και στο μέλλον, καμμιά απιστία δε μπορούσε πεια να τη βάλη σε κίνδυνο. Γιατί να τριγυρίζη άλλο, γύρω από το Τινταγκέλ; Άδικα έβανε σε κίνδυνο τη ζωή του δασοκόμου, και την ησυχία της Ιζόλδης. Δίχως άλλο έπρεπε να φύγη, και να το πάρη απόφασι πως για τελευταία φορά είχε κρατήσει, κάτω από την κάπα του προσκυνητή — στον Άσπρο Κάμπο — τ' ωραίο σώμα της Ιζόλδης στα χέρια του.

Τρεις ημέρες ακόμη έφαγε έτσι, χωρίς να μπορή να ξεκολλήση από τον τόπο που ζούσε η Βασίλισσα. Αλλά όταν ήρθε η τετάρτη ημέρα, αποχαιρέτησε το δασοκόμο που τον είχε φιλοξενήσει, και είπε στο Γκορνεβάλη:

«Ωραίε κύριε, ήρθε η ώρα του μεγάλου ταξιδιού: θα πάμε στη χώρα της Ουαλλίας.»

Θλιβερά μέσα στη νύχτα, βάλθηκαν στο δρόμο. Αλλά ο δρόμος τους περνούσε από τον κήπο το φραγμένο με πασσάλους, όπου άλλοτε ο Τριστάνος περίμενε τη φίλη του. Καθαρή έλαμπε η νύχτα. Στη στροφή, όχι μακρυά από το ψηλό κιγκλίδωμα, είδε να υψώνεται στην ξαστεριά τ' ουρανού τον εύρωστο κορμό του μεγάλου πεύκου.

«Ωραίε κύριε, περίμενέ με στο πρώτο δάσος που θ' απαντήσης. Θα γυρίσω σε λίγο.

 — Πού πάς; Τρελλέ, ζητάς κι' όλα το θάνατό σου;»

Αλλά ο Τριστάνος, μ' ένα σίγουρο, πήδημα, είχε περάσει κι' όλα το κιγκλίδωμα. Πήγε κάτω από το μεγάλο πεύκο, κοντά στο μαρμαρένιο πλατύσκαλο. Μα τι ώφελος κι' αν έρριχνε τώρα, καλοκομμένα ξυλάκια στο νερό της πηγής; Η Ιζόλδη δε θαρχότανε πεια. Με φρόνιμα και αλαφρά βήματα, από το μονοπάτι που έπερνε άλλοτε η Βασίλισσα, ετόλμησε να πλησιάση στο Παλάτι.

Στο δωμάτιό της, στα χέρια του Μάρκου αποκοιμισμένου, έμενε άγρυπνη η Ιζόλδη. Ξαφνικά, από τα μισοανοιγμένα τζάμια του παραθύρου όπου έπαιζαν η ακτίνες του φεγγαριού, μπήκε η φωνή ενός αηδονιού.

Η Ιζόλδη άκουγε την καθαρή και γλυκειά φωνή που ερχότανε να μαγέψη τη νύχτα, κ' η φωνή ανέβαινε παραπονετική — τόσο γλυκειά που καμμιά σκληρή καρδιά, ούτε φονηά καρδιά δε θα μπορούσε να την ακούση δίχως να συγκινηθή. «Από που νάρχεται αυτή η μελωδία;...» σκέφτηκε η Βασίλισσα. Ξαφνικά, κατάλαβε: »Α! είναι ο Τριστάνος. Έτσι και στο δάσος του Μορουά έκανε, για να μ' ευχαριστήση, τη φωνή των πουλιών. Φεύγει, κι' αυτό, είναι το τελευταίο του χαίρε... Πώς θρηνεί! Έτσι το αηδόνι, όταν τελειώνη το καλοκαίρι, φεύγει, αποχαιρώντας με μεγάλη θλίψι. Φίλε, ποτέ πεια δε θ' ακούσω τη φωνή σου!»

Πειο φλογερή άρχισε να πάλλεται η μελωδία.

«Α! τι ζητάς; Νάρθω; Όχι! Θυμήσου τον ερημίτη Ογκρίν και τους όρκους που κάναμε. Σώπαινε, ο θάνατος μας τριγυρίζει. Τι με νοιάζει ο θάνατος; Με φωνάζεις, με θέλεις, έρχομαι!»

Γλύστρησε από τα μπράτσα του Βασιληά κ' έρριξε στ' ολόγυμνο σχεδόν κορμί της ένα μαντύα με γουναρικό. Έπρεπε να περάση τη γειτονική αίθουσα όπου κάθε νύχτα δέκα ιππότες αγρυπνούσαν με τη σειρά τους. Ενώ οι πέντε κοιμώντανε, οι άλλοι πέντε ωπλισμένοι, όρθιοι μπροστά στης πόρτες και στα παράθυρα, φύλαγαν άγρυπνοι. Αλλά, κατά τύχη, είχαν όλοι αποκοιμηθή, πέντε στα κρεββάτια, πέντε στης πλάκες. Η Ιζόλδη πέρασε τα ξαπλωμένα σώματά τους, σήκωσε το σίδερο της πόρτας. Έκαμε κρότο ο σύρτης, μα χωρίς να ξυπνήση κανείς από τους φρουρούς. Πέρασε το κατώφλι, κι' ο τραγουδιστής έπαψε.

Κάτω από τα δέντρα, δίχως μιλιά, την έσφιξε στο στήθος του. Σφιχτά δέθηκαν τα μπράτσα τους γύρω από τα κορμιά τους, και ως την αυγή, σαν τυλιγμένοι με σχοινιά, έμειναν έτσι. Παρά τον Βασιληά και όλους τους φρουρούς του κόσμου, οι αγαπημένοι εγλέντησαν τη χαρά τους και την αγάπη τους.

Αυτή η νυχτιά ξετρέλλανε τους αγαπημένους. Και της άλλες μέρες, καθώς συνέβη ν' αφήση ο Βασιληάς το Τινταγκέλ για να πάη στης δίκες του Σαιν-Λουβέν, ο Τριστάνος ξαναγύρισε στου Όρρι, και τόλμησε κάθε πρωί — με τον ήλιο! — να γλυστράη από τον κήπο ως της αίθουσες των γυναικών.

Ένας σκλάβος τον έπιασε, κ' έτρεξε να βρη τον Αντρέ, τον Ντενοαλέν, και τον Γκοντοΐν.

«Άρχοντες, το θερίο που το νομίζετε μακρυά ξαναγύρισε στη φωληά.

 — Ποιος;

 — Ο Τριστάνος.

 — Πότε τον είδες;

 — Αυτό το πρωί και τον εγνώρισα καλά. Μπορείτε και σεις αύριο την αυγή να τον δήτε που έρχεται, με το σπαθί του ζωσμένο, ένα τόξο στο χέρι, δυο βέλη στο άλλο.

 — Πού θα τον δούμε;

 — Από ένα παράθυρο που ξέρω γω. Μα αν σας τον δείξω τι θα μου δώστε;

 — Ένα χρυσό μάρκο, και θα γίνης ένας πλούσιος σκλάβος.

 — Λοιπόν, ακούστε, είπεν ο δούλος. Μπορεί κανείς να ιδή στο δωμάτιο της Βασίλισσας από ένα στενό παραθυράκι που βρίσκεται πειο ψηλά στο τείχος. Αλλά μια μεγάλη κουρτίνα τεντωμένη κατά μήκος της αιθούσης σκεπάζει τη θέα. Ένας από τους τρεις σας ας μπη αύριο με τρόπο στον κήπο. Θα κόψη ένα μακρύ κλαδί και θα το ξεμυτίση στην άκρη. Ας σκαρφαλώση τότε ως το ψηλό παράθυρο κι' ας παραμερίση λίγο με το κλαδί το πανί της κουρτίνας. Αν πίσω από το παραπέτασμα δεν ιδήτε τότε ό,τι σας είπα, το κορμί μου να κάψετε, Άρχοντες!»

Ο Αντρέ, ο Γκοντοΐν, και ο Ντενοαλέν, πιάστηκαν ποιος πρώτος θάχε τη χαρά να ιδή αυτό το θέαμα. Στο τέλος συνεφώνησαν υπέρ του Γκοντοΐν. Χωρίστηκαν. Την άλλη μέρα, την αυγή, ήθελαν πάλι συναντηθή. Την άλλη μέρα την αυγή, ωραίοι Άρχοντες, φυλαχθήτε τον Τριστάνο!

Την άλλη μέρα, μέσα στη σκοτεινή ακόμη νύχτα, ο Τριστάνος, αφήνοντας την καλύβα του Όρρι του δασοκόμου, πήρε το δρόμο του παλατιού μέσα από πυκνές συστάδες βάτων και δέντρων. Καθώς έβγαινε από μια λόχμη, κύτταξε πέρα σ' ένα πλάτωμα κ' είδε τον Γκοντοΐν που έβγαινε από τον πύργο του.

Ο Τριστάνος κρύφτηκε μέσα στα βάτα και σμούλωξε παραμονεύοντας:

«Α! Θεέ! Κάνε ώστε αυτός που προχωρεί κει κάτω να μη με αντιληφθή πριν από την στιγμή που θέλω!»

Με το ξίφος στο χέρι, τον περίμενε. Αλλά κατά σύμπτωσι ο Γκοντοΐν πήρε έναν άλλο δρόμο και απεμακρύνθη. Ο Τριστάνος βγήκε από τη λόχμη απογοητευμένος, τέντωσε το τόξο του, σημάδεψε. Αλλοίμονο! ο άθλιος ήτανε εκτός βολής φτασμένος.

Αυτήν τη στιγμή, να που ερχότανε από μακρυά, κατεβαίνοντας σιγά-σιγά το μονοπάτι, σ' ένα μαύρο αλογάκι που πήγαινε βάδην, ο Ντενοαλέν, ακολουθούμενος από δυο μεγάλα λαγωνικά. Ο Τριστάνος τον παραφύλαξε, κρυμμένος πίσω από μια μηλιά. Τον είδε που παρακινούσε τα σκυλλιά του να ξετρυπώσουν κάποιο αγριογούρουνο από μια συστάδα δέντρων και πυκνών χόρτων. Μα, προτού τα λαγωνικά το ξεπετάξουν από τον κρυψώνα του, ο κύριός τους θα λάβη τέτοια πληγή που κανείς γιατρός δε θα μπορέση να την γιατρέψη. Όταν ο Ντενοαλέν έφτασε κοντά, ο Τριστάνος πέταξε χάμω την κάπα του, ώρμησε, κι' ωρθώθηκε μπρος στον εχτρό του. Ο προδότης θέλει να φύγη. Δεν πρόφτασε να φωνάξη: «Μ' έφαγες!», κ' έπεσε από τάλογο. Ο Τριστάνος τούκοψε το κεφάλι, έκοψε της μπούκλες που κρεμόντανε γύρω στο πρόσωπό του, και της έχωσε στη μπότα του. Ήθελε να της δείξη στην Ιζόλδη για να κάνη χαρά στην καρδιά της φίλης του. «Αλλοίμονο! συλλογιζότανε, τι έγινε ο Γκοντοΐν; Ξέφυγε! αχ, να μη μπορέσω να τον ανταμείψω με την ίδια πληρωμή!»