The Project Gutenberg eBook of Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης
Title: Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης
Author: Joseph Bédier
Translator: Nikolaos Ventiris
Release date: February 18, 2011 [eBook #35320]
Most recently updated: January 25, 2021
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Single quotation marks are left as in the edition.// Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Μονά εισαγωγικά έχουν παραμείνει, όπως φαίνονται στην έκδοση.
ΙΩΣΗΦ ΜΠΕΝΤΙΕ
(JOSEPH BÉDIER)
ΤΟ
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΖΟΛΔΗΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΓΑΛΛΙΚΟΎ
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α Ν Τ. Β Ε Ν Τ Η Ρ Η
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ
ΟΙΚΟΣ “ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
1922
Από το βιβλίο αυτό ετυπώθηκαν χωριστά, σε χαρτί πολυτελείας, εκατό αντίτυπα αριθμημένα από 1 έως 100.
Τυπογραφείον I. Βάρτσου, Πραξιτέλους 21
Με πολλήν ευχαρίστησι παρουσιάζω στους αναγνώστες το πειο
πρόσφατο από τα ποιήματα που εγέννησεν ο θαυμάσιος θρύλος του
Τριστάνου και της Ιζόλδης. Αν και γραμμένο σε ωραία και απλή
πρόζα, είναι, αλήθεια, ένα ποίημα. Ο κ. Ι. Μπεντιέ γίνεται ο
άξιος συνεχιστής των παληών τροβαδούρων που εδοκίμασαν να
χύσουν στο ελαφρό κρύσταλλο της γλώσσης μας το μεθυστικό ποτό
όπου οι δύο αγαπημένοι της Κορνουάλλης ήπιαν, στους παληούς
καιρούς, την αγάπη και τον θάνατο. Για να ξαναπή τη θαυμασία
τους ιστορία: το μάγευμά τους, της χαρές τους, τους πόνους
τους και το θάνατό τους, έτσι όπως εβγήκε από τα βάθη του
Κελτικού ονείρου και εγοήτευσε και συνετάραξε την ψυχή των
Γάλλων του δωδεκάτου αιώνος, εχρειάσθη να αναπαραστήση, με την
δύναμη μιας φαντασίας συμπαθητικής και μιας υπομονητικής
σπουδής, την ίδια εκείνη την ψυχή, την ώρα που μόλις έβγαινε
από την ομίχλη, και που η συγκινήσεις αυτές της ήτανε όλως
διόλου καινούργιες. Την ψυχή που αφηνότανε να κατακλυσθή απ'
αυτές χωρίς να σκέπτεται να της αναλύση, και προσήρμοζε χωρίς
να το κατορθώνη πλήρως, το παραμύθι που την έθελγε στης
συνθήκες της συνηθισμένης υπάρξεώς της. Αν είχε φθάσει μέχρι
των ημερών μας μία πλήρης Γαλλική απόδοσις του θρύλου, ο κ.
Μπεντιέ, για να γνωρίση τον θρύλον αυτό στους σύγχρονους
αναγνώστες, θα μπορούσε να περιορισθή σε μια πιστή μετάφρασι.
Η ιδιότροπη μοίρα που θέλησε να μας φθάση μόνον σε σκορπισμένα
κομμάτια, τον υπεχρέωσε ν' αναλάβη πειο ενεργητικό ρόλο, για
τον οποίον δεν έφθανε πεια νάναι σοφός, για τον οποίον
χρειαζότανε νάναι ποιητής. Από τα μυθιστορήματα του Τριστάνου,
όσων γνωρίζουμε στην ύπαρξι, και που όλα θα ήσαν μεγάλης
εκτάσεως, του Κρετιέν ντε Τροά και του Λασέβρ εχάθησαν
ολόκληρα. Από του Μπερούλ εσώθησαν τρεις χιλιάδες στίχοι
περίπου. Άλλοι τόσοι του Τομάς. Κάποιου άλλου, ανωνύμου,
χίλιοι πεντακόσιοι. Έπειτα υπάρχουν ξένες μεταφράσεις: Τρεις
απ' αυτές αποδίδουν αρκετά πλήρως, ως προς το βάθος, αλλ' όχι
κι' ως προς τη φόρμα, το έργο του Τομάς. Άλλη μας παρουσιάζει
ένα ποίημα αρκετά όμοιο με του Μπερούλ. Υπαινιγμοί
πολυτιμότατοι κάποτε· μικρά επεισοδιακά ποιήματα· και τέλος το
αχώνευτο εις πεζόν μυθιστόρημα όπου μέσα σε κυκεώνα αδιακόπως
αυξημένο από τους διαδοχικούς συντάκτες, διετηρήθησαν κάποια
λείψανα των χαμένων ποιημάτων. Τι να κάμη εκείνος που εμπρός
στο σωρό όλων αυτών των ερειπίων, θα ήθελε να ανεγείρη ένα από
τα γκρεμισμένα οικοδομήματα; Ένα από τα δύο: να προσκολληθή
στον Τομάς ή στον Μπερούλ. Ο πρώτος δρόμος παρουσίαζε το
πλεονέκτημα ότι κατέληγεν ασφαλώς, χάρις στης ξένες
μεταφράσεις, στην αναδημιουργία μιας αφηγήσεως πλήρους και
ομογενούς. Είχε το μειονέκτημα να μην αποδίδη παρά το λιγώτερο
αρχαίο από τα ποιήματα του Τριστάνου, εκείνο οπού το παληό
βαρβαρικό στοιχείο είχεν εντελώς αφομοιωθή με το πνεύμα και τα
έργα της ιπποτικής Αγγλογαλλικής κοινωνίας. Ο κ. Μπεντιέ
προτίμησε τη δεύτερη λύσι την πολύ δυσκολώτερη και γι' αυτό
ακριβώς πειο ελκυστική για την τέχνη του και τη μόρφωσί του,
και, ακόμη, πειο κατάλληλος ως προς το σκοπό που είχε τάξει:
ν' αναστήση για τους ανθρώπους των ημερών μας το θρύλο του
Τριστάνου υπό την αρχαιότερη μορφή που επήρε, εκείνη
τουλάχιστον που μπορούμε να φθάσουμε στην Γαλλία. Άρχισε
λοιπόν μεταφράζοντας όσο πειο πιστά μπορούσε το κομμάτι του
Μπερούλ που έφθασε μέχρι της εποχής μας, και που αποτελεί το
κέντρο της ιστορίας, περίπου. Αφού προσηνατολίσθη έτσι καλά
στο πνεύμα του αρχαίου ιστορικού, αφού αφωμοίωσε τον αφελή
τρόπο του τού αισθάνεσθαι, τον απλό τρόπο του τού σκέπτεσθαι,
μέχρι ως την παιδική κάποτε αμηχανία της αφηγήσεως και την
ελαφρώς αδεξία χάρι του ύφους του, ξανάδωσε στον κορμόν εκείνο
κεφάλι και μέλη, όχι με μια μηχανική προσαρμογή, αλλά μ' ένα
είδος οργανικής αναδημιουργίας, έτσι καθώς μας την
παρουσιάζουν τα ζώα εκείνα, που ακρωτηριασμένα, συμπληρώνονται
εκ νέου με την εσωτερική τους δύναμη στο σχέδιο της αρχικής
φόρμας τους.
Αυτές η αναδημιουργίες πιτυχαίνουν — είναι γνωστό — τόσο καλλίτερα όσο ο οργανισμός είναι λιγώτερο οριστικός και λιγώτερο ανεπτυγμένος. Αυτή ίσα-ίσα ήταν η περίπτωσις για τον Μπερούλ. Αφωμοίωνε ο ίδιος στοιχεία κάθε προελεύσεως, κάποτε αρκετά ανόμοια, και που η ανομοιότης τους δεν τον στενοχωρούσε, αφού άλλωστε τα υπέβαλλε συχνά σ' ένα είδος προσαρμογής που αρκούσε να τους δώση μια επιφανειακή ομοιογένεια. Ο μοντέρνος Μπερούλ μπόρεσε λοιπόν να κάνη κι' αυτός το ίδιο, εκτός φυσικά που έβαλε περισσότερη εκλεκτικότητα και καλαισθησία. Από το ανώνυμο κομμάτι που ακολουθεί το κομμάτι του Μπερούλ, από την Γερμανική μετάφρασι ενός ποιήματος συγγενεύοντος με του Μπερούλ, από τον Τομάς και τους μεταφραστές του, από τους υπαινιγμούς και τα επεισοδιακά ποιήματα, από το πεζό μυθιστόρημα ακόμη, επήρε ό,τι χρειαζότανε για να δημιουργήση εκ νέου στο διατηρημένο κομμάτι μια αρχή, συνέχεια και τέλος, ζητώντας πάντοτε, μέσα στης διάφορες εκδόσεις του παραμυθιού, εκείνη που καλλίτερα πήγαινε με το πνεύμα και τον τόνο του αυθεντικού. Έπειτα — κι' αυτή είναι η πειο πνευματώδης κι' η λεπτότερη προσπάθεια της τέχνης του — δοκίμασε να δώση σ' όλα αυτά τα σκόρπια μέρη τη φόρμα και το χρώμα που θα τους έδινε ο Μπερούλ. Θα ωρκιζόμουν ότι έγραψε ολόκληρο το ποίημα σε στίχους όσο το δυνατόν πειο όμοιους με τους στίχους του Μπερούλ, για να τους μεταφράση έπειτα στην μοντέρνα Γαλλική με όση επιμέλεια το είχε κάμει για τους τρεις χιλιάδες διατηρημένους στίχους. Αν ο παληός ποιητής ξαναζούσε σήμερα, και ρωτούσε για το έργο του, θα έμενε έκθαμβος βλέποντας με πόση ευλάβεια, ευφυία, κόπο και επιτυχία, το ανέσυραν από την άβυσσο από την οποίαν μόλις ένα λείψανο επέπλεε, και το έφεραν στην επιφάνεια, πληρέστερο αναμφιβόλως, λαμπρότερο, ελαφρότερο από ότι το είχε κάμει παλαιά.
Το βιβλίο του κ. Μπεντιέ είναι λοιπόν ένα ποίημα του δωδεκάτου αιώνος, που συνετέθη όμως στο τέλος του δεκάτου ενάτου. Έτσι έπρεπε να παρουσιάση στους Γάλλους αναγνώστες την ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης, αφού μ' αυτό το Γαλλικό κοστούμι του δωδεκάτου αιώνος εκυρίευσεν έκτοτε όλες της φαντασίες, αφού όλες η φόρμες που επήρε από τότε ανάγονται στον πρώτο εκείνο Γαλλικό τύπο, αφού, αναγκαστικά, βλέπουμε τον Τριστάνο με πανοπλία ιππότη και την Ιζόλδη με μακρυά ρόμπα στ' αγάλματα των Γαλλικών κατεντράλ. Αλλά το Γαλλικό και ιπποτικό αυτό κοστούμι, δεν είναι το αρχαϊκό. Όσο ανήκει στους ήρωες της Ελλάδος και της Ρώμης που συγχρόνως τους το φορούσε ο μεσαίωνας, άλλο τόσο ανήκει και στους ήρωές μας. Το βλέπει κανείς σε πολλά στοιχεία που διετήρησαν οι διασκευαστές. Ο Μπερούλ προ πάντων, που καυχιέται πως έσβυσε μερικά ίχνη της πρωτογενούς βαρβαρότητος, άφησε άθικτα πολλά άλλα. Κι' ο ίδιος ο Τομάς, πειο προσεκτικός τηρητής των κανόνων της ευγενείας, μας ανοίγει μολαταύτα δω και κει παράξενες απόψεις ως προς τον αληθινό χαρακτήρα των ηρώων του και του περιβάλλοντος όπου κινούνται. Συνδυάζοντας της πολύ αόριστες συνήθως ενδείξεις των Γάλλων ιστορητών, κατορθώνει κανείς να ιδή τι θα ήταν στους Κέλτες το άγριο αυτό ποίημα, νανουρισμένο ολόκληρο από τη θάλασσα και σκεπασμένο από το δάσος, που ο ήρωας του ημίθεος μάλλον παρά άνθρωπος, παρουσιαζότανε κάτοχος ή μάλιστα εφευρέτης όλων των βαρβάρων τεχνών, εσκότωνε ελάφια και αγριογούρουνα, ετεμάχιζε σοφά το κυνήγι, ήταν παλαιστής και άλτης ασύγκριτος, θαλασσοπόρος τολμηρός, ικανός μέσα σ' όλους να δίνη παλμούς στην άρπα, ήξερε να μιμήται εξαίσια το κελάδημα όλων των πουλιών, και μαζύ μ' αυτά, ήταν φυσικά ανίκητος στης μάχες, δαμαστής θηρίων, προστάτης των πιστών του, αλύπητος στους εχθρούς του, ζώντας μια ζωή σχεδόν υπεράνθρωπη, παντοτινό αντικείμενο θαυμασμού, αφοσιώσεως και φθόνου. Ο τύπος αυτός είχε σχηματισθή ασφαλώς από πολύ παλαιά στον Κελτικό κόσμο: ήταν απαραίτητο να συμπληρωθή με τον έρωτα. Δεν πρόκειται να επαναλάβω εδώ ποιος είναι στον θρύλο του Τριστάνου και της Ιζόλδης ο χαρακτήρας του πάθους που τους ενώνει, και τι είναι εκείνο που κάνει αυτόν τον θρύλο, στης διάφορες μορφές του, ένα ασύγκριτο έπος της αγάπης. Θα υπενθυμίσω μόνον ότι η ιδέα του συμβολισμού της αθέλητης, ανίκητης και παντοτεινής αγάπης με το ποτό, που η ενέργεια του — σ' αυτό διαφέρει από τα κοινά φίλτρα βαστάει σ' όλη τη ζωή, και μάλιστα επιμένει και μετά τον θάνατο, η ιδέα αυτή που δίνει στην ιστορία των δυο αγαπημένων τον μοιραίο και μυστηριώδη χαρακτήρα της, έχει προφανώς την καταγωγή της στης τέχνες της αρχαίας Κελτικής μαγείας. Δεν θέλω επίσης να επιμείνω στα χαρακτηριστικά σημεία των βαρβαρικών ηθών και αισθημάτων, που κάθε στιγμή, μέσα στην ήσυχη αφήγησι των Γάλλων ιστορητών, κάνουν τόσο δυνατή και τόσο παράξενη εντύπωσι. Ο κ. Μπεντιέ τα περισυνέλεξε φυσικά με στοργή. Οι αναγνώστες εύκολα θα τ' αντιληφθούν, και θα αισθανθούν πόσο η ιστορία που οι Γάλλοι ποιηταί μας του δωδεκάτου αιώνος αφηγούντο στους συγχρόνους τους, ήταν ξένη στο περιβάλλον όπου την διέδιδαν και με το οποίον μάταια προσπαθούσαν να την πλαισιώσουν.
Ό,τι τους τραβούσε από την ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης, και τους παρεκίνει να επιχειρήσουν να τη βάλουν, μ' όλες της δυσκολίες και της σκοτεινότητες που παρουσίαζε, στον καθιερωμένο ήδη τύπο των εκτοσυλλάβων στίχων, ό,τι έδωσε πραγματικά την επιτυχία στην προσπάθειά τους κ' έφερε στην ιστορία αυτή, αμέσως μόλις έγινε γνωστή στον Ρωμανογερμανικό κόσμο, μια χωρίς προηγούμενο δημοτικότητα, ήταν το πνεύμα που την εμψυχώνει απ' άκρη σ' άκρη, που κυκλοφορεί σε όλα της τα επεισόδια σαν το «ερωτικό ποτό» στης φλέβες των δυο ηρώων: η ιδέα του μοιραίου στην αγάπη, που την υψώνει πειο ψηλά απ' όλους τους νόμους. Ενσαρκωμένη σε δυο εξαιρετικές υπάρξεις, η ιδέα αυτή, που ανταποκρίνεται στο μυστικό αίσθημα τόσων ανδρών και τόσων γυναικών, τόσο πειο πολύ εκυρίευσε της καρδιές, όσο παρουσιάζεται εδώ εξαγνισμένη από τον πόνο και σαν καθηγιασμένη από τον θάνατο. Ανάμεσα στη συνηθισμένη αστασία των ανθρωπίνων αισθημάτων, στης διαρκείς απογοητεύσεις που παθαίνει η ερωτική ιλλυζιόν, ολοένα αλλάζουσα αντικείμενο, το ζεύγος του Τριστάνου και της Ιζόλδης, — εξ αρχής υποδουλωμένο από δεσμά μυστηριωδώς αδιάλυτα, κυνηγημένο απ' όλες της καταιγίδες και παλαίβοντας εναντίον τους, που μάταια δοκιμάζει να ξεφύγη και παραδίνεται τελικά, έξαλλο, σ' έναν τελευταίο και αιώνιο εναγκαλισμό, — φαινότανε και φαίνεται ακόμη σαν μια από της φόρμες του ιδανικού αυτού που ποτέ δεν κουράζεται ο άνθρωπος να φαντάζεται πλανώμενο απάνω από την πραγματικότητα, και που η διάφορες και αντίθετες όψεις του δεν είναι παρά εκδηλώσεις της επιμόνου τάσεώς μας προς την ευτυχία. Αν η μορφή αυτή είναι μια από της πειο συγκινητικές και της πειο γοητευτικές, είναι συγχρόνως από της πειο επικίνδυνες· η ιστορία του Τριστάνου και της Ιζόλδης σε πολλές ψυχές έχυσε παλαιικά, — δεν μπορεί κανείς ν' αμφιβάλλη, — διαπεραστικό δηλητήριο, κι' ακόμη σήμερα καθώς το παρεσκεύασε ο νεώτερος μάγος, που προσέθεσε και τη δύναμι της μουσικής γοητείας, το ποτό της αγάπης ασφαλώς εζάλισε, κι' ίσως παρεπλάνησε πολλές καρδιές. Αλλά δεν υπάρχει ιδανικό που το θέλγητρό του νάναι ακίνδυνο, κ' εν τούτοις δεν θα μπορούσε ν' αφαιρέση κανείς το ιδεώδες από την ζωή χωρίς να την καταδικάση στην χυδαιότητα ή στη ζοφερή απελπισία. Πρέπει μόνον να ξέρη κανείς, περνώντας από το άντρο των Σειρήνων, να κρατιέται στερεά δεμένος στο κατάρτι, χωρίς να παραιτήται από το άκουσμα της θείας μελωδίας που κάνει τους θνητούς να διαβλέπουν της υπεράνθρωπες ευδαιμονίες.
Άλλωστε, αν όλο το θέλγητρο του παληού ποιήματος διατηρείται στην «ανανέωσι» αυτή, ο κίνδυνος που μπορούσε να παρουσιάζη για τους συγχρόνους του Μπερούλ, είναι σημαντικά μικρότερος ως προς τους ανθρώπους της εποχής μας. Τα πάθη είναι τόσο περισσότερο μεταδοτικά στης ψυχές όσο παρουσιάζονται σε ψυχές όμοιες: όταν πρόκειται για ψυχές πολύ μακρυνές και πολύ διάφορες, αν όχι στο φόντο τους τουλάχιστον στης εξωτερικές συνθήκες της ενεργείας τους, τα πάθη διατηρούν όλο τους το μεγαλείο κι' όλη την καλλονή τους, αλλά χάνουν πολύ από την υποβλητική δύναμί τους. Ο Τριστάνος και η Ιζόλδη του Μπερούλ, αναστημένοι από τον κ. Μπεντιέ με τα κοστούμια και τα φερσίματα του αλλοτινού καιρού, με τον μεσαιωνικό τους τρόπο του ζην, του αισθάνεσθαι και του ομιλείν, θα είναι για τους μοντέρνους αναγνώστες σαν πρόσωπα αρχαίου vitrail, άκαμπτα, με εκφράσεις αφελείς, και φυσιογνωμίες αινιγματικές. Αλλά πίσω από την εικόνα αυτή τη σφραγισμένη με τον ειδικό χαρακτήρα μιας εποχής, βλέπουμε, όπως ο ήλιος πίσω από το vitrail, να λάμπη το πάθος, αιώνια το αυτό, που την φωτίζει και την κάνει ολόκληρη να λαμποκοπά και να ρίχνη αστραπές. Ένα αιώνιο θέμα μελέτης και σκέψεως και ταραχής της καρδιάς, αντιπροσωπευόμενο από μορφές που ο αρχαϊκός τύπος τους της κάνει ακριβώς πειο ενδιαφέρουσες: να όλο το ποίημα του ανανεωτού του Μπερούλ. Αρκεί αυτό για να θέλξη τους αναγνώστες που διψούν ιστορία και ποίησι μαζύ. Αλλ' ό,τι δεν μπόρεσα να πω, ό,τι θ' ανακαλύψετε με γοητεία διαβάζοντες το αρχαϊκό αυτό έργο, είναι το θέλγητρο των λεπτομερειών, η μυστηριώδης και μυθική καλλονή κάποιων επεισοδίων, η επιτυχής επινόησις άλλων πειο μοντέρνων, το απρόοπτο των καταστάσεων και των αισθημάτων, ό,τι κάνει αυτό το ποίημα ένα μοναδικό μίγμα αμνημονεύτου αρχαιότητος και διαρκώς νέας νωπότητος, Κελτικής μελαγχολίας και Γαλλικής χάριτος, δυνατού νατουραλισμού και λεπτής ψυχολογίας. Ανήκει αληθινά στην «φιλολογία του κόσμου» για την οποία μιλούσε ο Γκαίτε.
GASTON PARIS
Α'. Η ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝΟΥ
Άρχοντες, έχετε την ευχαρίστησι ν' ακούστε μια ωραία ιστορία αγάπης και θανάτου; Την ιστορία του Τριστάνου και της Βασίλισσας Ιζόλδης; Ακούστε πώς με μεγάλη χαρά και μεγάλη λύπη αγαπήθηκαν, και πώς πέθαναν έπειτα την ίδια μέρα — αυτός εξ αιτίας εκείνης, αυτή εξ αιτίας εκείνου.
Στους παληούς καιρούς, βασίλευε στην Κορνουάλλη ο Βασιληάς Μάρκος. Μαθαίνοντας ότι οι εχθροί του τού έστησαν πόλεμο, ο Βασιληάς του Λοοννουά ο Ριβαλάν, πέρασε τη θάλασσα για να του φέρη βοήθεια. Τον εβοήθησε και με το σπαθί και με τη συμβουλή, σαν υποτελής, — τόσο πιστά, που ο Μάρκος τούδωσε γι' αμοιβή την αδελφή του, την ωραία Μπλανσεφλέρ, που ο Βασιληάς Ριβαλάν αγαπούσε μ' έναν υπερκόσμιο έρωτα.
Οι γάμοι έγιναν στο Μοναστήρι του Τινταγκέλ. Αλλά ότι την είχε πάρει του έφεραν την είδησι ότι ο αρχαίος εχθρός του ο Δούκας Μόργκαν μπήκε στο Λοοννουά και κατέστρεφε τα χωράφια, τα χωριά, και της πολιτείες. Ο Ριβαλάν αρμάτωσε βιαστικά τα καράβια του και πήρε την Μπλανσεφλέρ, που είχε μείνη έγκυος, στην μακρυνή πατρίδα του. Άραξε μπρος στον Πύργο του, στο Κανοέλ. Άφησε τη Βασίλισσα στη φύλαξι του Στρατάρχου Ρόχαλτ, — του Ρόχαλτ που για την ευθύτητά του όλοι τον ονόμαζαν μ' ένα ωραίο όνομα «Ρόχαλτ ο Πιστός». Έπειτα ο Ριβαλάν συνάθροισε τους βαρώνους του κ' έφυγε για τον πόλεμο.
Πολύν καιρό τον περίμενε η Μπλανσεφλέρ. Αλλοίμονο! Δεν του ήτανε γραφτό να γυρίση. Μια μέρα έμαθε ότι ο Δούκας Μόργκαν τον είχε σκοτώσει με προδοσία. Δεν τον έκλαψε καθόλου: ούτε κλάμματα, ούτε θρήνους, μονάχα τα μέλη της έγιναν όλα άσπρα και αδυνάτισαν. Η ψυχή της πήρε μια δυνατή επιθυμία να χωριστή από το σώμα. Ο Ρόχαλτ προσπαθούσε να την παρηγορήση.
— Βασίλισσα, έλεγε, δεν θα βγη κανένα κέρδος από ένα καινούργιο πένθος. Όσοι γεννιούνται δε θα πεθάνουν όλοι μια μέρα; Ας παρακαλούμε μόνον να πέρνη ο Θεός τους πεθαμένους και να φυλάη τους ζωντανούς!...
Αλλά κείνη δεν ήθελε ν' ακούση. Τρεις μέρες περίμενε, θέλοντας να πάη με τον αγαπητό της κύριο. Την τετάρτη, γέννησε ένα παιδί, ένα γυιό. Τον αγκάλιασε.
«Παιδί μου, του είπε, πολύν καιρό είχα επιθυμία να σε ιδώ. Και βλέπω τώρα την ωραιότερη ύπαρξι που γέννησε ποτέ γυναίκα. Θλιμμένη σε γέννησα. Θλιβερή είναι η πρώτη γιορτή που σου κάνω. Εξ αιτίας σου είμαι περίλυπη μέχρι θανάτου. Κ' έτσι, αφού, γεννήθηκες με τη λύπη, τόνομά σου θε είναι Θλιβερός, Τριστάνος».
Είπε αυτά τα λόγια, τον εφίλησε, και μόλις τον εφίλησε πέθανε.
Ο Ρόχαλτ ο Πιστός πήρε το ορφανό. Οι άνθρωποι του Μόργκαν είχαν κι' όλας περικυκλώσει τον πύργο Κανοέλ. Πώς θα μπορούσε πεια ο Ρόχαλτ να βαστήξη περισσότερο τον πόλεμο; Σωστά έχουνε πη ότι: «η τρέλλα δεν είναι αντρεία». Αναγκάστηκε λοιπόν να παραδοθή στην διάκρισι του Δουκός Μόργκαν. Αλλά από το φόβο του μήπως ο Μόργκαν σφάξη τον γυιό του Ριβαλάν, ο Στρατάρχης τον παρουσίασε για δικό του, και τον ανάστησε μαζύ με τα παιδιά του.
Εφτά ολόκληρα χρόνια πέρασαν, κι' όταν ήλθε ο καιρός να τον πάρη από της γυναίκες, ο Ρόχαλτ εμπιστεύτηκε τον Τριστάνο σ' ένα γνωστικό δάσκαλο, τον καλό ιπποκόμο Γκορνεβάλη. Ο Γκορνεβάλης σε λίγα χρόνια του έμαθε όλες της τέχνες, που πρέπουνε στους βαρώνους. Τούμαθε να χειρίζεται το κοντάρι, το ξίφος, την ασπίδα, και το τόξο, να ρίχνη τους πέτρινους δίσκους, να πηδάη με μιας τα πειο πλατειά χαντάκια. Τον έμαθε να μισή το ψέμμα και την απιστία, να βοηθή τους αδυνάτους, να κρατάει τον όρκο του. Τούμαθε διάφορους τρόπους άσματα, τον έμαθε να παίζη άρπα, καθώς και την τέχνη του αρχικυνηγού. Κι' όταν το παιδί πήγαινε καβάλλα μαζύ με τους νεαρούς ιπποκόμους, θάλεγε κανείς ότι το άλογό του, τα όπλα του κι' αυτό το ίδιο δεν ήτανε παρά ένα, κι' ότι ποτέ δε θα χωριζόντανε. Βλέποντάς το τόσο ευγενικό και περήφανο, με τους πλατειούς ώμους του και τη λεπτή μέση, δυνατό, πιστό και αντρείο, όλοι παινούσαν τον Ρόχαλτ που είχε ένα τέτοιο γυιό. Αλλά ο Ρόχαλτ θυμότανε τον Ριβαλάν και την Μπλανσεφλέρ — που ξαναζούσε η χάρι τους και η νεότης τους — κι' αγαπούσε τον Τριστάνο σαν παιδί του, ενώ μυστικά τον εσέβετο σαν κύριο του.
Και λοιπόν συνέβηκε να του αρπάξουν όλη τη χαρά του... Μια μέρα κάποιοι έμποροι από την Νορβηγία τράβηξαν τον Τριστάνο στο καράβι τους, και τον πήραν σαν ωραίο λάφυρο. Καθώς αρμένιζαν γι' άγνωστα μέρη, ο Τριστάνος πάλαιβε σαν λυκόπουλο πιασμένο στη παγίδα. Μα αυτή η αλήθεια έχει αποδειχθή, και την ξέρουν όλοι οι ναυτικοί: πώς η θάλασσα οργίζεται τα άπιστα καράβια, και δεν βοηθάει ούτε της αρπαγές ούτε της προδοσίες. Σηκώθηκε λοιπόν μανιασμένη, σκέπασε το καράβι με σκοτάδια, κι' οχτώ μέρες κι' οχτώ νύχτες τώφερνε δω ή εκεί, στην τύχη. Στο τέλος, οι ναυτικοί παρατήρησαν μέσα από τη μαύρη καταχνιά μια ακτή που ύψωνε τους γκρεμούς της και της ξέρες της: κομμάτια θα τους έκανε κει απάνω η θάλασσα. Μετάνοιωσαν. Γνωρίζοντας ότι ο θυμός της θάλασσας ερχότανε από αυτό το παιδί — που, ώρα μαύρη, είχαν αρπάξει — αποφάσισαν να το ελευθερώσουν, και τώβαλαν σε μια βάρκα για να το βγάλη στη στεριά. Αμέσως έπεσαν οι άνεμοι και τα κύματα. Έλαμψε ο ουρανός. Κι' ενώ το καράβι των Νορβηγών έφευγε μακρυά, ήρεμα και γελαστά τα κύματα έφεραν τη βάρκα του Τριστάνου στην άμμο της παραλίας.
Με μεγάλη προσπάθεια, ανέβηκε στους γκρεμούς και είδε, πέρα από μια έρημη και βαθειά σαν κοιλάδα έκτασι, ένα δάσος απέραντο. Θρηνούσε πεθυμώντας τον Γκορνεβάλη, το Ρόχαλτ τον πατέρα του, και τη γη του Λοοννουά, όταν ο μακρυνός θόρυβος κυνηγιού με σάλπιγγες και κραυγές χαροποίησε ξαφνικά την ψυχή του. Στην άκρη του δάσους, ένα ωραίο ελάφι ξεπετάχτηκε. Το κοπάδι, τα λαγωνικά και οι κυνηγοί ξεχύθηκαν πίσω του με μεγάλο θόρυβο φωνών και σαλπίγγων. Αλλά, καθώς τα λαγωνικά είχαν κρεμαστεί από το λαιμό του, το ελάφι έπεσε χάμου και τα παράδωκε. Ένας κυνηγός το επέρασε με τη λόγχη. Ενώ οι κυνηγοί, στέκοντας σε κύκλο εσάλπιπιζαν με τα κέρατα, ο Τριστάνος είδεν έκπληκτος τον αρχικυνηγό να μαχαιρώνη βαθειά το λαιμό του ελαφιού σαν νάθελε να τον κόψη.
«Τι κάνετε, Άρχοντα; φώναξε. Πάει να κομματιάζετε ένα τόσο ευγενικό ζώο σα σφαχτό γουρούνι; Έτσι λοιπόν το συνηθάτε σ' αυτόν τον τόπο; — Ωραίο αδέρφι, απάντησε ο αρχικυνηγός· τι κάνω που σας φαίνεται παράξενο; Ναι, κόβω πρώτα το κεφάλι τον ελαφιού, έπειτα θα κόψω το σώμα του τέσσερα κομμάτια και θα τα πάμε, κρεμασμένα από τη σέλλα μας, στο Βασιλιά Μάρκο τον κύριό μας. Έτσι το κάνουμε πάντα κι' έτσι έκαναν από τα παλαιικά χρόνια οι άνθρωποι της Κορνουάλης. Μολαταύτα αν ξέρης καμμιά πειο καλή μέθοδο, δείχ'τη μας. Πάρε αυτό το μαχαίρι, ωραίο αδέρφι. Θα την μάθουμε ευχαρίστως».
Ο Τριστάνος γονάτισε και προτού κόψη το ελάφι, του έβγαλε το τομάρι. Έπειτα τεμάχισε το ζω, αφήνοντας τα κέρατα απείραγα. Έπειτα έκοψε τη γλώσσα, το ρύγχος, τα νεφρά, την καρδιά, και τάλλα εντόσθια.
Κυνηγοί και οδηγοί των λαγωνικών, σκυμμένοι γύρω του, τον κύτταζαν, γοητευμένοι.
«Φίλε, είπεν ο αρχικυνηγός, αυτές η συνήθειες είναι ωραίες. Σε ποιον τόπο της έμαθες; Πέσε μας την πατρίδα σου και τόνομά σου.
— Ωραίε άρχοντα, με λένε Τριστάνο κι' αυτές της συνήθειες της έμαθα στην πατρίδα μου, στο Λοοννουά.
— Τριστάνε, είπε ο αρχικυνηγός, ο Θεός ν' ανταμείψη τον πατέρα σου που σανάστησε τόσο ευγενικά. Χωρίς άλλο, θάναι κάποιος βαρώνος πλούσιος και δυνατός;
Αλλά ο Τριστάνος που ήξερε να μιλάη καλά και να σωπαίνη καλλίτερα, απάντησε με πονηρία.
«Όχι, Άρχοντα, ο πατέρας μου είναι έμπορος. Έφυγα μυστικά από το σπήτι μ' ένα καράβι που έφευγε για εμπόριο μακρυά, γιατί ήθελα να μάθω πώς είναι και τι κάνουν οι άνθρωποι των γειτονικών τόπων. Αν με θέλετε να με πάρετε μαζύ με τους κυνηγούς σας, θα σας ακολουθήσω ευχαρίστως, και θα σας μάθω, ωραίε Άρχοντα, κι' άλλα ευχάριστα συστήματα του κυνηγιού.»
— Ωραίε Τριστάνε, παράξενο μου φαίνεται να υπάρχη τόπος όπου οι γυιοί των εμπόρων μαθαίνουν πράγματα που αλλού δεν τα ξέρουν ούτε τα παιδιά των ιπποτών. Έλα όμως μαζύ μας, αφού το θέλεις, και καλοσωρισμένος νάσαι. Θα σε οδηγήσωμε μπρος στο Βασιληά Μάρκο, τον κύριό μας».
Ο Τριστάνος τέλειωσε το κομμάτιασμα του ελαφιού. Έδωσε στους σκύλους την καρδιά, και τάντερα, κι' έδειξε στους κυνηγούς πώς πρέπει να γίνεται με τη σάλπιγγα η πρόσκλησις και το τάισμα των σκυλιών. Έπειτα έβαλε απάνω σε διχάλες τα καλοκομμένα κομμάτια τον ελαφιού και τάδωσε στους κυνηγούς: Στον ένα το κεφάλι, στον άλλο τα πισινά και τα μεγάλα φιλέτα, σ' άλλους τους ώμους, σ' άλλους τα μπούτια, και σ' άλλον τα πόδια. Τους έδειξε πώς έπρεπε να ταχθούν δύο-δύο για να καλπάσουν με καλή διάταξι, αναλόγως της σπουδαιότητος του κομματιού που κρατούσε καθένας σ' τη διχάλα του.
Τότε ξεκίνησαν, και πήραν το δρόμο κουβεντιάζοντας, μέχρις ότου έφθασαν επί τέλους σ' έναν πλούσιο πύργο. Λειβάδια ήτανε γύρω, κήποι με λαχανικά, νερά τρεχούμενα, εγκαταστάσεις για ψάρεμα, και χωράφια καλλιεργημένα. Πολλά καράβια έμπαιναν στο λιμάνι. Ό Πύργος υψώνετο αντίκρυ στη θάλασσα, ισχυρός και ωραίος καλά προφυλαγμένος από κάθε επίθεσι και κάθε πολεμική προσβολή. Ο ψηλότερος πυργίσκος του, που τον είχαν χτίσει, παλαιικά οι γίγαντες, ήταν φτιαγμένος από μεγάλους και καλοκομμένους πέτρινους όγκους, πράσινους και γαλανούς.
Ο Τριστάνος ρώτησε τόνομα του Πύργου.
«Ωραίε ακόλουθε, Τινταγκέλ ονομάζεται.
— Τινταγκέλ, φώναξε ο Τριστάνος, ο Θεός να σ' ευλογήση σένα και τους άρχοντές σου!»
Άρχοντες, εδώ άλλοτε ο πατέρας του ο Ριβαλάν, με μεγάλη χαρά, είχε πάρει την Μπλανσεφλέρ. Αλλά — αλλοίμονο! — ο Τριστάνος δεν το ήξευρε.
Όταν έφθασαν κάτω από τη μεγάλη σκοπιά του πύργου, τα σαλπίσματα των κυνηγών αντήχησαν, και αμέσως κατέβηκαν στης πόρτες οι βαρώνοι κι' ο ίδιος ο Βασιληάς Μάρκος.
Αφού ο αρχικυνηγός του ιστόρησε τα συμβάντα, ο Μάρκος θαύμασε την ωραία διάταξι της συνοδείας, το καλό κόψιμο του ελαφιού, και τα σπουδαία συστήματα του κυνηγιού. Μα προ πάντων θαύμαζε το ωραίο, ξένο αγόρι, και τα μάτια του δε μπορούσαν να ξεκολλήσουν από πάνω του. Από πού του ερχότανε αυτή η πρώτη τρυφερότης; Ο Βασιληάς ρωτούσε την καρδιά του και δεν μπορούσε να καταλάβη.
Άρχοντες, ήταν το αίμα του που εσυγκινείτο και μιλούσε μέσα του, και η αγάπη που είχε άλλοτε για την αδερφή του την Μπλανσεφλέρ.
Το βράδυ, αφού σήκωσαν τα τραπέζια, ένας Ουαλλός θαυματοποιός, μάστορης στην τέχνη του, προχώρησε ανάμεσα στους συναθροισμένους βαρώνους, και τραγούδησε ποιήματα με την άρπα. Ο Τριστάνος ήτανε καθισμένος στα πόδια του Βασιληά. Και καθώς ο θαυματοποιός άρχιζε μια νέα μελωδία, ο Τριστάνος του μίλησε ως εξής:
«Πατριώτη, πολύ ωραίο είναι το τραγούδι. Γλυκός ο σκοπός του, και γλυκά τα λόγια. Τώκαναν τον παληό καιρό οι αρχαίοι Βρεττανοί για να υμνήσουν τον έρωτα της Γρηλέντας. Πατριώτη, η φωνή σου είναι ωραία, τραγούδησε το καλά με την άρπα».
Ο Ουαλλός τραγούδησε, έπειτα απάντησε:
«Παιδί, πού ξέρεις λοιπόν, εσύ, από την τέχνη των οργάνων; Αν οι έμποροι του Λοοννουά μαθαίνουν επίσης στα παιδιά τους να παίζουν την άρπα, και την σαμβύκη, σήκω, πάρε την άρπα και δείξε την τέχνη σου.
Ο Τριστάνος πήρε την άρπα και τραγούδησε τόσο ωραία που οι βαρώνοι συνεκινούντο ακούγοντάς τον. Και ο Βασιληάς Μάρκος θαύμαζε τον αρπιστή που είχεν έλθει από τον τόπο του Λοοννουά, όπου άλλοτε ο Ριβαλάν είχεν οδηγήσει την Μπλανσεφλέρ.
Όταν τελείωσε το τραγούδι, ο Βασιληάς έμεινε πολλή ώρα αμίλητος.
«Παιδί, είπε έπειτα, ευλογημένος νάναι ο δάσκαλος που σε δίδαξε, ευλογημένος και συ από το Θεό. Ο Θεός αγαπάει τους καλούς τραγουδιστές. Η φωνή τους και η φωνή της άρπας μπαίνουν μέσ' την καρδιά των ανθρώπων, ξυπνάνε της πειο αγαπημένες τους αναμνήσεις, και τους κάνουν να ξεχνάνε τόσες και τόσες λύπες και ατυχίες. Για χαρά μας μεγάλη ήλθες εδώ σπήτι μας. Μείνε πολύν καιρό κοντά μου, φίλε!
— Ευχαρίστως, θα σας υπηρετήσω, Μεγαλειότατε, ως αρπιστής, ως κυνηγός, και ως υποτελής».
Έτσι και έκαμε. Και μέσα σε τρία χρόνια μια αμοιβαία τρυφερότης μεγάλωσε μέσ' της καρδιές τους. Την ημέρα ο Τριστάνος ακολουθούσε τον Βασιληά στης δίκες ή στο κυνήγι, και τη νύχτα, καθώς κοιμώτανε στο Βασιλικό θάλαμο μαζύ με τους πιστούς και τους σπιτικούς, αν ο Βασιληάς ήτανε λυπημένος, έπαιζε με την άρπα για να γλυκάνη τη θλίψι του. Οι βαρώνοι τον αγαπούσαν, και απ' όλους πειο πολύ, καθώς θα το ιδούμε παρακάτω, ο Αυλάρχης Ντινάς ντε Λιντάν. Αλλά τρυφερώτερα ακόμη από τους βαρώνους και τον Ντινάς ντε Λιντάν, τον αγαπούσε ο Βασιληάς. Μ' όλη του όμως την τρυφερότητα, ο Τριστάνος δε μπορούσε να παρηγορηθή που είχε χάσει τον πατέρα του το Ρόχαλτ και το δάσκαλό του Γκορνεβάλη, και την πατρίδα του, το Λοοννουά.
Άρχοντες, δε στέκει στον ιστορητή, που θέλει να σας ευχαριστήση, να λέη πάρα πολλά. Το θέμα αυτής της ιστορίας είναι τόσο ωραίο και έχει τόση ποικιλία: γιατί να την μακραίνω φλυαρώντας; Θα πω λοιπόν σύντομα πώς, αφού πέρασε βουνά και θάλασσες, και πλανήθηκε πολύν καιρό δω και κει, ο Ρόχαλτ ο Πιστός έφθασε τέλος πάντων στην Κορνουάλη, ξαναύρε τον Τριστάνο, και πώς, δείχνοντας στο Βασιληά το ρουμπίνι, που άλλοτε είχε δώσει στην Μλανσεφλέρ για δώρο νυφικό, του είπε:
«Βασιληά Μάρκο, αυτός εδώ είναι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ανεψιός σου, γυιός του Βασιληά Ριβαλάν και της αδερφής σου Μπλανσεφλέρ. Ο Δούκας Μόργκαν κρατάει τον τόπο του με το άδικο. Είναι καιρός να γυρίση στον νόμιμο κληρονόμο».
Και θα πω σύντομα πώς ο Τριστάνος πήρε από το θείο του τα άρματα του ιππότη, πώς πέρασε τη θάλασσα μετά καράβια της Κουρνουάλης, πώς ανεγνωρίσθη από τους αρχαίους υποτελείς του πατέρα του, πώς προεκάλεσε το φονηά του Ριβαλάν, πώς τον εσκότωσε και ανέκτησε την πατρίδα του.
Έπειτα σκέφτηκε πώς ο Βασιληάς Μάρκος δεν μπορούσε πεια να ζήση ευτυχισμένος δίχως αυτόν, και καθώς η ευγενικιά καρδιά του τού έδειχνε πάντοτε την πειο φρόνιμη απόφασι, εμάζεψε τους κόμητες και τους βαρώνους του, και τους μίλησε έτσι:
«Άρχοντες του Λοοννουά, ανέκτησα αυτόν τον τόπο και εκδικήθηκα για τον Βασιληά Ριβαλάν με τη βοήθεια του Θεού και την δική σας. Όμως δυο άνθρωποι, ο Ρόχαλτ και ο Βασιληάς Μάρκος της Κορνουάλης υπεστήριξαν τ' ορφανό και το περιπλανώμενο παιδί, και οφείλω να τους ονομάζω πατέρες. Δεν έχω χρέος, το ίδιο, όπως απέδωκα στον πατέρα μου τα δικαιώματά του, να τ' αποδώσω και σ' αυτούς; Λοιπόν δυο πράγματα έχει ένας άνθρωπος σαν και μένα: τον τόπο του και το σώμα του. Στον Ρόχαλτ από δω, δίνω τον τόπο μου. Πατέρα, θα τον κρατήσης και ο γυιός σου κατόπιν θα τον κρατήση κατόπιν σου. Στον Βασιληά Μάρκο θα δώσω το σώμα μου. Θ' αφήσω αυτόν τον τόπο, αν και μου είναι πολύ αγαπητός, και θα πάω να υπηρετήσω τον κύριό μου τον Βασιληά Μάρκο της Κορνουάλλης. Αυτή είναι η σκέψις μου. Αλλά σεις, σαν πιστοί μου άρχοντες του Λοοννουά που είσθε, μου οφείλετε την συμβουλήν σας: Αν λοιπόν κανείς σας θέλη να μου συμβουλέψη άλλη, απόφασι καλλίτερη, ας σηκωθή κι' ας μιλήση!».
Αλλά όλοι οι βαρώνοι τον παίνεψαν με δάκρυα στα μάτια, και ο Τριστάνος, παίρνοντας μαζύ του μόνον τον Γκορνεβάλη, έφυγε για τη χώρα του Βασιληά Μάρκου.
Β'. Ο ΜΟΡΧΟΛΤ ΤΗΣ ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ
Όταν γύρισε ο Τριστάνος, ο Μάρκος και όλοι του οι βαρώνοι είχαν μεγάλο πένθος. Γιατί ο Βασιληάς της Ιρλανδίας αρμάτωσε μεγάλο στόλο για να λεηλατήση την Κορνουάλλη, αν ο Μάρκος εξακολουθούσε ν' αρνιέται, όπως τώκανε δω και δέκα πέντε χρόνια, να πληρώση ένα φόρο που έδιναν τον παληό καιρό οι πρόγονοί του. Λοιπόν μάθετε, ότι σύμφωνα με παληές συνθήκες, οι Ιρλανδοί μπορούσαν να πέρνουν από την Κορνουάλην τον πρώτο χρόνο τρακόσες λίτρες χάλκωμα, το δεύτερο τρακόσες λίτρες καθαρό ασήμι και τον τρίτο τρακόσες λίτρες χρυσάφι. Αλλά, κάθε τέταρτη χρονιά, έπερναν με κλήρο απ' όλες της οικογένειες της Κορνουάλης τρακόσια παιδιά και τρακόσια κορίτσια δέκα πέντε χρονών. Λοιπόν, αυτή τη χρονιά, ο Βασιληάς έστειλε στο Τινταγκέλ, για να φέρη την παραγγελία του, ένα γίγαντα ιππότη, τον Μόρχολτ που είχε πάρει την αδελφή του γυναίκα και βασίλισσα. Κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να νικήση τον Μόρχολτ σε μονομαχία. Αλλά ο Βασιλιάς Μάρκος με σφραγισμένα γράμματα είχε συγκαλέσει στην Αυλή του όλους τους βαρώνους του τόπου του, για να πάρη τη συμβουλή τους.
Την ωρισμένη μέρα, όταν οι βαρώνοι συναθροίσθηκαν στην θολωτή σάλα του ανακτόρου, και ο Βασιληάς Μάρκος κάθησε στο θρόνο του, ο Μόρχολτ μίλησε έτσι:
«Βασιληά Μάρκο, άκουσε για τελευταία φορά το μήνυμα του Βασιληά της Ιρλανδίας και κυρίου μου. Σου παραγγέλνει να πληρώσης επί τέλους τον φόρο που του οφείλεις. Επειδή τόσον καιρό τώρα τον έχεις αρνηθή, παραγγέλνει να μου παραδώσης σήμερα τρακόσα αγόρια και τρακόσα κορίτσια δέκα πέντε χρονών, που θα τα διαλέξουμε με τον κλήρο απ' όλες της οικογένειες της Κορνουάλλης. Το καράβι μου, αγκυροβολημένο στο λιμάνι του Τινταγκέλ, θα τα πάρη για να γίνουνε σκλάβοι μας. Μολαταύτα — και δεν βγάνω έξω παρά μοναχά σένα, καθώς πρέπει, Βασιληά Μάρκε — αν κανείς από τους βαρώνους σου θέλει ν' αποδείξη με μονομαχία ότι αυτός ο φόρος είναι άδικος, θα δεχθώ την πρόκλησί του. Ποιος από σας, Άρχοντες της Κορνουάλλης, θέλει να πολεμήση, για να μη πληρώση ο τόπος σας το φόρο;»
Οι βαρώνοι κύτταζαν λαθραία ο ένας τον άλλο, και χαμήλωναν τα κεφάλια. Ο ένας έλεγε: «Κύτταξε, δύστυχε, το ανάστημα του Μόρχολτ της Ιρλανδίας: είναι πειο δυνατός από τέσσερες ρωμαλέους άντρες. Κύτταξε το σπαθί του: δεν ξέρεις ότι αυτό το σπαθί, μεγεμένο, έκοψε τα κεφάλια των πειο τολμηρών μαχητών; — τόσα χρόνια τώρα που ο Βασιλιάς της Ιρλανδίας στέλνει το γίγαντα στους υποτελείς τόπους για να πηγαίνη τα μηνύματά του; Κοκόμοιρε το θάνατό σου γυρεύεις;». Ο άλλος συλλογιζότανε: «Σας ανάστησα, αγαπημένα παιδιά και αγαπημένα κορίτσια, για να γίνετε σκλάβοι; Αλλά μήπως ο θάνατός μου θα σας έσωζε τάχα;», Κι' όλοι σιωπούσαν.
Ο Μόρχολτ είπε πάλι:
«Ποιος από σας, άρχοντες της Κορνουάλης, θέλει να δεχθή την πρόκλησί μου; Του προσφέρω μια ωραία μάχη: σε τρεις ημέρες θα πάμε με βάρκες στο νησί του Αγίου Σαμψών, στο πέλαγος του Τινταγκέλ. Εκεί, ο ιππότης σας κ' εγώ θα παλαίψουμε ολομόναχοι. Και η δόξα ότι ανάλαβε τον αγώνα αυτό θα φωτίση όλη τη γενιά του».
Σώπαιναν πάντα εκείνοι. Ο Μόρχολτ έμοιαζε με γεράκι κλεισμένο στο κλουβί μαζύ με μικρά πουλάκια: όταν μπη εκεί μέσα όλα σωπαίνουν.
Ο Μόρχολτ μίλησε για τρίτη φορά.
«Αί λοιπόν, ωραίοι άρχοντες της Κουρνουάλλης, αφού αυτή η απόφασις σας φαίνεται πειο τιμητική, βάλτε τα παιδιά σας στον κλήρο και θα τα πάρω. Αλλά όμως δεν πίστευα ότι αυτός ο τόπος κατοικείται μοναχά από σκλάβους».
Τότε ο Τριστάνος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Βασιληά Μάρκου, και είπε:
«Βασιληά και κύριε, αν θέλης να μου κάνης αυτή τη χάρι, εγώ θα πολεμήσω».
Άδικα ο Βασιληάς Μάρκος θέλησε να του αλλάξη ιδέα. Ήταν τόσο νεαρός ιππότης: εις τι θα του εχρησίμευεν η τόλμη του; Αλλά ο Τριστάνος έδωσε την πρόκλησί του στο Μόρχολτ, και κείνος την εδέχτη.
Την ωρισμένη μέρα, ο Τριστάνος ετοποθετήθη στο μεταξωτό βυσσινί πάπλωμα, και κάθησε να του φορέσουν την πανοπλία του για τη μεγάλη περιπέτεια. Εφόρεσε το θώρακα και την περικεφαλαία από μελανό ατσάλι. Οι βαρώνοι έκλαιγαν από λύπη για τον αντρείο, και ντροπή για τον εαυτό τους. «Α! Τριστάνε, έλεγαν, τολμηρέ βαρώνε, για τι να μη δεχτώ καλλίτερα εγώ αυτόν τον αγώνα; Ο θάνατός μου θάρριχνε λιγώτερο πένθος στη χώρα». Η καμπάνες χτυπάνε, και όλοι, οι βαρώνοι και οι άνθρωποι του λαού, γέροι, παιδιά, και γυναίκες, με κλάμματα και ευχές, συνοδεύουν τον Τριστάνο ως την παραλία. Ήλπιζαν ακόμη, γιατί στην καρδιά του ανθρώπου η ελπίδα ζη με το τίποτε.
Ο Τριστάνος ανέβηκε μονάχος σε μια βάρκα και τράβηξε κατά το νησί του Αγίου Σαμψών. Ο Μόρχολτ είχε υψώσει στο κατάρτι του ένα πανί από πλούσια πορφύρα. Πρώτος έφτασε στο νησί. Έδενε τη βάρκα στην παραλία, όταν ο Τριστάνος πηδώντας κι' αυτός στη στεριά έσπρωξε με το πόδι τη δική του κατά τη θάλασσα, μέσα.
«Υποτελή, τι κάνεις εκεί; είπε ο Μόρχολτ. Και γιατί δεν κράτησες την βάρκα σου, όπως εγώ;
— Υποτελή, για ποιο λόγο; απάντησε ο Τριστάνος. Ένας από τους δυο μας θα φύγη μονάχος του από δω. Δεν του φτάνει μια βάρκα;».
Και οι δύο, ερεθιζόμενοι για τη μάχη με υβριστικά λόγια, ετράβηξαν μέσα στο νησί.
Κανείς δεν είδε τη φοβερή μάχη. Τρεις φορές όμως φάνηκε ότι ο θαλασσινός άνεμος έφερνε στην παραλία μια μανιασμένη κραυγή. Τότε, δείχνοντας το πένθος τους, η γυναίκες χτυπούσαν τα χέρια τους, ενώ οι σύντροφοι του Μόρχολτ, μαζεμένοι παράμερα μπρος στης σκηνές τους, γελούσαν. Κατά το δείλι, φάνηκε, στο βάθος, το πορφυρό ιστίο: Ήταν η βάρκα του Ιρλανδού, που έφευγε από το νησί. Ξεφωνητά απελπισίας αντηχήσανε: «Ο Μόρχολτ! Ο Μόρχολτ!» Αλλά καθώς μεγάλωνε, πλησιάζοντας, η βάρκα, και καθώς ξαφνικά την εσήκωσε στην κορυφή του ένα κύμα, φάνηκε ένας ιππότης που στεκότανε όρθιος στην πλώρη. Δυο σπαθιά κρατούσε στα χέρια. Ήτανε ο Τριστάνος. Αμέσως είκοσι βάρκες πέταξαν να τον συναντήσουν, και τ' αγόρια έτρεχαν κατ' απάνω του κολυμπώντας. Ο αντρείος επήδησε αλαφρά στην ακτή, κ' ενώ η μητέρες γονατιστές του φιλούσαν τα σιδερένια παπούτσια, εφώναξε στους συντρόφους του Μόρχολτ:
«Άρχοντες της Ιρλανδίας, ο Μόρχολτ επολέμησε καλά. Δέτε: το σπαθί μου είναι τσακισμένο στην άκρη. Ένα κομμάτι της λάμας έμεινε βυθισμένο στα κεφάλι του. Πάρτε, άρχοντες, αυτό το κομμάτι το ατσάλι: είνε ο φόρος της Κορνουάλλης!».
Έπειτα ανέβη κατά το Τινταγκέλ. Στο πέρασμά του, τα ελευθερωμένα παιδιά τον εχαιρέτιζαν με μεγάλες κραυγές κινώντας πράσινα κλαδιά, κι' από τα παράθυρα έβγαιναν η γυναίκες. Αλλά όταν, μέσα στο θόρυβο και τον ενθουσιασμό των ασμάτων, των κωδωνοκρουσιών, των σαλπίγγων και των κεράτων, — τόσο μεγάλο θόρυβο που ούτε τους κεραυνούς του Θεού δε θα μπορούσε κανείς ν' ακούση — όταν ο Τριστάνος έφθασε στο ανάκτορο, έπεσε μισολιπόθυμος στα χέρια του Βασιληά Μάρκου. Και το αίμα έτρεχε από της πληγές του ποτάμι.
Εν μέσω μεγάλης λύπης, οι σύντροφοι του Μόρχολτ έφθασαν στην Ιρλανδία. Άλλοτε, όταν έμπαινε στο λιμάνι του Βάιζεφορ, ο Μόρχολτ χαιρότανε βλέποντας μεζεμένους πλήθος, τους ανθρώπους του που τον χαιρετούσαν με ζητωκραυγές, και την αδερφή του την Βασίλισσα, και την Ιζόλδη την ανηψιά του με τα χρυσά μαλλιά, που η καλλονή της άρχιζε να λάμπη σαν απαλή αυγή. Τρυφερά τον υποδέχοντο, κι' αν είχε πληγωθή πουθενά τον εγιάτρευαν: γιατί ήξεραν τα βάλσαμα και τα γιάτρια που ανασταίνουν πληγωμένους ομοίους με νεκρούς. Αλλά τώρα πεια τι μπορούσαν να χρησιμεύσουν η μαγικές συνταγές, και τα βότανα τα μαγεμένα στην κατάλληλη ώρα, και τα φίλτρα όλα; Ήτανε κει νεκρός, ραμένος μέσα σε δέρμα ελαφιού, και το κομμάτι του εχθρικού σπαθιού έμενε ακόμη βυθισμένο στο κεφάλι. Η Ιζόλδη η Ξανθή το έβγαλε και τώκλεισε σ' ένα φιλντισένιο κουτί, πολύτιμο σαν αγιοθήκη. Και σκυμμένες απάνω στο πελώριο πτώμα, μητέρα και κόρη, ξανάλεγαν ατελείωτα το παινετικό μοιρολόγι του νεκρού και ρίχνανε την ίδια κατάρα κατά του φονηά. Και με τη σειρά της μία μία γυναίκα έπαιρνε το μοιρολόγι. Από κείνη την ημέρα, η Ιζόλδη η Ξανθή έμαθε να μισή το όνομα του Τριστάνου του Λοοννουά.
Αλλά στο Τινταγκέλ, ο Τριστάνος έλυωνε: φαρμακωμένο αίμα έτρεχε από της πληγές του. Οι γιατροί είπαν ότι ο Μόρχολτ είχε βυθίσει στη σάρκα του δηλητηριασμένο ξίφος, και καθώς με τα φάρμακά τους και τη θεριακή τους δεν μπορούσαν να τον κάμουν καλά, τον άφησαν στη φύλαξι του Θεού. Μια τόσο απαίσια βρώμα έβγαινε από της πληγές του, ώστε και οι πειο αγαπημένοι του φίλοι έφευγαν από κοντά του, όλοι εκτός από τον Βασιληά Μάρκο, τον Γκορνεβάλη, και τον Νανάς ντε Λιντάν, που μόνοι μπορούσαν κ' έμεναν στο προσκέφαλό του: η αγάπη τους υπερνικούσε τη φρίκη. Επί τέλους ο Τριστάνος είπε και τον μετέφεραν σε μια καλύβα χτισμένη απόμερα, στην παραλία. Κατάκοιτος μπρος στα κύματα περίμενε το θάνατο. Σκεφτότανε: «Μ' εγκαταλείψατε λοιπόν, Βασιληά Μάρκε, μένα που έσωσα την τιμή του τόπου σας; Όχι, το γνωρίζω, ωραίε θείε, ότι θα δίνατε την ζωή σας για τη δική μου. Αλλά τι μπορεί η αγάπη σας; Πρέπει να πεθάνω. Μολαταύτα είνε γλυκό πράγμα να βλέπη κάνεις τον ήλιο, και η καρδιά μου είναι τολμηρή ακόμη. Θέλω ν' αρμενίσω στην άγνωστη θάλασσα... Θέλω να με πάνε τα κύματα μακρυά, μακρυά, καταμόναχο. Σε ποιον τόπο; δεν ξέρω, αλλά κει που ίσως θα βρω τη γιατρειά μου. Και ίσως μια μέρα θα σας υπηρετήσω ακόμη, ωραίε θείε, ως αρπιστής, ως κυνηγός, και ως υποτελής».
Παρακάλεσε τόσο θερμά, που στο τέλος ο Βασιληάς Μάρκος τούκανε το θέλημά του. Τον έφερε σε μια βάρκα δίχως πανιά και δίχως κουπιά. Και ο Τριστάνος θέλησε να του βάλουν μονάχα κοντά του την άρπα του. Τι να τα κάνη τα πανιά που τα χέρια του δε θα μπορούσαν να τα σηκώσουν; Τι να τα κάνη τα κουπιά; Και τι το σπαθί; Όπως οι ναυτικοί, στα μεγάλα ταξίδια, ρίχνουν από το κατάστρωμα στη θάλασσα το πτώμα κάποιου παληού τους συντρόφου, έτσι και ο Γκορνεβάλης, με τρεμουλιαστά χέρια, έσπρωξε προς το πέλαγος τη βάρκα που ήτανε κατάκοιτος μέσα ο αγαπημένος του γυιός· και η θάλασσα τον επήρε και τον τράβηξε.
Εφτά μέρες κ' εφτά νύχτες η θάλασσα τον έφερνε αλαφρά. Κάποτε, ο Τριστάνος για να γλυκαίνη τον πόνο του έπαιζε με την άρπα. Επί τέλους, χωρίς να το καταλάβη, η θάλασσα τον έφερε κοντά σε μια παραλία. Ακριβώς εκείνη τη νύχτα κάτι ψαράδες είχαν αφήσει το λιμάνι, για να ρίξουν τα δίχτυα στα βαθειά, και τράβαγαν με τα κουπιά, όταν ξαφνικά άκουσαν μια γλυκειά μελωδία, ζωηρή και δυνατή, που κυλούσε απάνου στα κύματα. Ακίνητοι, με τα κουπιά κρεμασμένα απάνου από τα κύματα, άκουγαν. Με τα πρώτα θαμπά φώτα της αυγής παρατήρησαν την περιπλανημένη βάρκα.
«Έτσι, είπαν μέσα τους, μια υπερφυσική μουσική εσκέπαζε το καράβι του Αγίου Βρεντάν όταν αρμένιζε κοντά στα Νησιά της Τύχης απάνω σε μια θάλασσα άσπρη όπως το γάλα». Πήραν τα κουπιά και τράβηξαν γρήγωρα για να φθάσουν τη βάρκα, που πήγαινε στην τύχη και τίποτα δε φαινότανε να ζη μέσα εκτός από τη φωνή της άρπας. Μα όσο επλησίαζαν, η μελωδία αδυνάτιζε, στο τέλος έπαψε, κι' όταν επλεύρισαν, τα χέρια του Τριστάνου είχανε πέσει νεκρά απάνω στης χορδές που έφρισσαν ακόμη. Τον επεριμάζεψαν και γύρισαν ατό λιμάνι για να παραδώσουν τον πληγωμένο στην σπλαχνική κυρία τους που ίσως θα μπορούσε να τον γιατρέψη.
Αλλοίμονο! Αυτό το λιμάνι ήτανε το Βάιζεφορ, όπου κοίτονταν νεκρός ο Μόρχολτ, και η κυρία τους ήτανε η Ιζόλδη η Ξανθή. Μόνη αυτή, γνωρίζοντας τα φίλτρα, μπορούσε να σώση τον Τριστάνο. Αλλά μόνη αυτή μέσα σ' όλες της γυναίκες ήθελε το θάνατό του. Όταν ο Τριστάνος, ζωογονημένος από τα γιατρικά της, ανέλαβε και ξαναύρε της αισθήσεις του, κατάλαβε ότι τα κύματα τον είχαν ρίξει σ' ένα τόπο γεμάτο κινδύνους. Αλλά τολμηρός ακόμη, προκειμένου να υπερασπισθή τη ζωή του, μπόρεσε γρήγωρα να βρη ωραία πονηρά λόγια. Διηγήθη ότι ήτανε τραγουδιστής, και ταξίδευε μ' ένα εμπορικό καράβι για την Ισπανία όπου ήθελε να μάθη να διαβάζη στ' αστέρια. Πειραταί είχαν προσβάλει το καράβι, κι' αυτός πληγωμένος ξέφυγε μ' αυτή τη βάρκα. Τον πίστεψαν. Κανείς από τους συντρόφους του Μόρχολτ δεν ανεγνώρισε τον ωραίο ιππότη του Νησιού Αγίου Σαμψών. Τόσο άσχημα το φαρμάκι είχε παραμορφώσει τα χαρακτηριστικά του. Αλλά όταν, έπειτα από σαράντα μέρες, η Ιζόλδη με τα χρυσά μαλλιά τον είχε σχεδόν όλως διόλου γιατρέψει, κι' άρχιζε στα ξανανεωμένα μέλη του να φαίνεται η χάρη και η δύναμη, κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγη.
Έφυγε κρυφά. Κι' έπειτα από χίλιους κινδύνους, μια μέρα παρουσιάστηκε πάλι μπρος στον Βασιληά Μάρκο.
Γ'. Η ΩΡΑΙΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΥΣΑ ΜΑΛΛΙΑ
Μέσ' την αυλή του Βασιληά Μάρκου ήτανε τέσσερες βαρώνοι — οι πειο άπιστοι των ανθρώπων — που μισούσαν με μαύρο μίσος τον Τριστάνο για την αντρεία του και για την τρυφερή αγάπη που του είχε ο Βασιληάς. Και ξέρω καλά να σας ξαναπώ τα ονόματά τους: Αντρέ, Γκενελόν, Γοντοΐν, και Ντενοαλέν. Λοιπόν ο Δούκας Αντρέ ήταν όπως και ο Τριστάνος, ανηψιός του Βασιληά Μάρκου. Γνωρίζοντας ότι ο Βασιληάς μελετούσε να γεράση άτεκνος για ν' αφήση την χώρα του στον Τριστάνο, ο φθόνος τους άναψε και με ψέμματα ερέθιζαν κατά του Τριστάνου τους Άρχοντες της Κορνουάλλης.
«Πόσα θαύματα στη ζωή του! έλεγαν οι άπιστοι. Αλλ' είσαστε, άρχοντες, άνδρες με μεγάλη γνώσι και μπορείτε καλά να κρίνετε αυτά τα θαύματα. Ενίκησε τον Μόρχολτ: να ένα ωραίο ανδραγάθημα. Αλλά με ποιες μαγείες κατώρθωσε, σχεδόν πεθαμμένος, να ταξιδέψη καταμόναχος μέσα στη θάλασσα; Ποιος από μας, άρχοντες, θα μπορούσε να διευθύνη μια βάρκα χωρίς πανιά και χωρίς κουπιά; Οι μάγοι μπορούν μοναχά, καθώς λένε. Έπειτα σε ποιον τόπο μάγων κατώρθωσε να βρη φάρμακο για της πληγές του. Ασφαλώς είναι κάποιος μάγος. Ναι, η βάρκα του ήταν νεράιδα καθώς και το ξίφος του, και μαγεμένη είναι η άρπα του που κάθε μέρα σταλάζει δηλητήρια μέσ' την καρδιά του Βασιληά Μάρκου. Πώς μπόρεσε να δαμάση αυτή την καρδιά με τη δύναμι και τα θέλγητρα της μαγείας; Θα γίνη Βασιληάς, άρχοντες, και τα εδάφη σας θα εξαρτώνται από ένα μάγο!»
Έπεισαν τους πειο πολλούς βαρώνους: γιατί πολλοί άνθρωποι δεν ξέρουν ότι όσα ανήκουν στην εξουσία των μάγων, μπορεί και η καρδιά να τα κατορθώση με τη δύναμι της αγάπης και της τόλμης. Γι' αυτό οι βαρώνοι επίεσαν τον Βασιλέα Μάρκο να πάρη γυναίκα μια βασιλοπούλα, που θα τούδινε νόμιμους κληρονόμους. Αν αρνιότανε, θα πηγαίνανε στους πύργους των, να του στήσουν πόλεμο. Ο Βασιληάς αντιστεκότανε και έκανε όρκους ότι όσο ζούσε ο αγαπημένος του ανηψιός, ποτέ, καμμιά βασιλοπούλα δε θα γινότανε γυναίκα του. Αλλά και ο Τριστάνος, που πολύ τον ντρόπιαζε η υποψία ότι αγαπούσε το θείο του με υστεροβουλία, τον ηπείλησε: ότι αν ο Βασιληάς δεν κάνη το θέλημα των βαρώνων, θάφευγε από την αυλή και θα πήγαινε να υπηρετήση τον πλούσιο Βασιλέα της Γαβοΐας. Τότε ο Βασιληάς έβαλε προθεσμία στους βαρώνους του: σε σαράντα μέρες θάλεγε την απόφασί του.