WeRead Powered by ReaderPub
Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης cover

Το μυθιστόρημα του Τριστάνου και της Ιζόλδης

Chapter 8: Η ΒΡΑΓΓΙΝΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΣΚΛΑΒΩΝ
Open in WeRead

About This Book

The narrative recounts a medieval romance in which a young warrior and an Irish princess become bound by an overpowering love after ingesting a potion; their passion persists despite her marriage to a king and the couple's efforts to conceal the affair. The tale follows episodes of exile, courtly intrigue, secret meetings, betrayals, and duels, alternating tenderness and suffering. Various versions preserved in fragments are woven together here into a coherent prose retelling that restores missing episodes, reproduces medieval tone, and emphasizes themes of fate, honor, the clash between passion and social obligation, and the tragic consequences of irresistible desire.

Την ωρισμένη μέρα μόνος μέσ' το δωμάτιο του τους περίμενε νάλθουν, και συλλογιζότανε θλιμμένος: «Πού να βρω λοιπόν κάποια βασιλοπούλα πάρα πολύ μακρυνή, ώστε να υποκριθώ, μα μονάχα να υποκριθώ, πως τη θέλω για γυναίκα;»

Εκείνη τη στιγμή από το ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε προς τη θάλασσα, δυο χελιδόνια πούχτιζαν τη φωληά τους, μπήκαν μέσα και εμαλώνανε.

Έπειτα τρομαγμένα ξαφνικά, έγιναν άφαντα.

Αλλά από τα ράμφη τους ξέφυγε μια μακρυά γυναικεία τρίχα, πειο λεπτή από κλωστή μεταξωτή, και λαμπρή σαν ακτίνα του ήλιου.

Ο Μάρκος, παίρνοντάς την στα δάκτυλά του, εκάλεσε μέσα τους βαρώνους και τους είπε:

«Για να σας κάμω τη χάρι, βαρώνοι, θα πάρω γυναίκα. Μόνον όμως αν θέλετε να ζητήστε εκείνη που διάλεξα.

 — Και βέβαια θέλουμε, ωραίε άρχοντα. Ποια διάλεξες λοιπόν;

 — Διάλεξα εκείνη που έπεσε από τα μαλλιά της αυτή η χρυσή τρίχα, και μάθετε ότι δε θέλω καμμιά άλλη.

 — Κι' από που, ωραίε άρχοντα, έρχεται αυτή η χρυσή τρίχα;

 — Έρχεται, άρχοντες, από την ωραία με τα χρυσά μαλλιά. Δυο χελιδόνια μου την έφεραν. Αυτά ξέρουν από ποιον τόπο».

Οι βαρώνοι κατάλαβαν ότι τους εκορόιδευε. Εκύτταζαν τον Τριστάνο με πείσμα. Γιατί τον υπωπτευόντανε ότι αυτός είχε συμβουλέψει την πανουργία. Αλλά ο Τριστάνος, κυττάζοντας τη χρυσή τρίχα, θυμήθηκε την Ιζόλδη την Ξανθή, εχαμογέλασε και μίλησε έτσι:

«Βασιλέα Μάρκε, κακά και άδικα φέρεσαι. Δε βλέπεις ότι η υποψίες των αρχόντων από δω με εξευτελίζουν; Αλλά μάταια ετοίμασες αυτό το τέχνασμα: Θα πάω να ζητήσω την ωραία με τα χρυσά μαλλιά. Μάθετε ότι το διάβημα είναι επικίνδυνο και ότι θα είναι δυσκολότερο να γυρίσω από τον τόπο της παρά από το νησί που σκότωσα τον Μόρχολτ. Αλλά και πάλι θέλω, ωραίε θείε, να βάλω προς χάρι σου το σώμα μου και τη ζωή μου στο ρεφούδο. Για να ξέρουν οι βαρώνοι σου αν σ' αγαπάω με πιστή και τίμια αγάπη, κάνω αυτόν τον όρκο: ή θα πεθάνω σ' αυτήν την επιχείρησι ή θα φέρω 'δώ στο ανάκτορο του Τινταγκέλ τη Βασίλισσα με τα χρυσά μαλλιά».

Αρμάτωσε ένα ωραίο καράβι, και το γέμισε με στάρι, κρασί, μέλι, και άλλες καλές τροφές. Πήρε μαζύ του, εκτός από τον Γκορνεβάλη, εκατό ιππότες από μεγάλες γενιές, διαλεγμένους μέσα στους πειο αντρείους, και τους έβαλε και φόρεσαν κοντοκάπια και μαντύες από χοντρά πρόστυχα πανιά, ώστε να μοιάζουν με εμπόρους. Αλλά κάτω από τη γέφυρα του καραβιού έκρυβαν της πλούσιες στολές από διάχρυσο ύφασμα, βελούδο, και πορφύρα, που αρμόζουν στους απεσταλμένους ενός Βασιληά ισχυρού και μεγάλου.

Όταν το καράβι μπήκε στο πέλαγος, ερώτησε ο πιλότος:

«Ωραίε άρχοντα, για ποιον τόπο να βάλω πλώρη;

 — Φίλε, τράβα κατά την Ιρλανδία, κατευθείαν για το λιμάνι του Βάιζεφορ».

Ανατρίχιασε ο πιλότος. Δεν ήξερε ο Τριστάνος, ότι έπειτα από τον φόνο του Μόρχολτ ο Βασιληάς της Ιρλανδίας κυνηγούσε τα πλοία της Κορνουάλλης; Κι' όσους ναυτικούς έπιανε, τους κρεμούσε σε δίκρανα; Μολαταύτα ο πιλότος υπάκουσε και έπλευσε στον επικίνδυνο τόπο.

Πρώτα-πρώτα ο Τριστάνος έπεισε τους ανθρώπους του Βάιζεφορ ότι οι σύντροφοι του ήτανε έμποροι από την Αγγλία κι' είχαν έλθει για ειρηνικό εμπόριο. Αλλά, καθώς οι παράξενοι αυτοί εμπόροι όλη την ημέρα έτρεχαν στα ευγενικά παιχνίδια, στο ζατρίκι, και στο τάβλι, και ξέρανε καλλίτερα να ρίχνουν τους κύβους παρά να μετράνε το σιτάρι, ο Τριστάνος φοβώτανε μη τους ανακαλύψουν, και δεν ήξερε πώς να κάνη.

Λοιπόν, ένα πρωί, κατά τα ξημερώματα, άκουσε μια φωνή τόσο τρομερή που θάλεγε κανείς ότι ήταν η κραυγή κάποιου δαίμονα. Ποτέ δεν είχεν ακούσει ζωντανό να μουγκρίζη με τέτοιον τρόπο, φρικαλέο και καταπληκτικό. Φώναξε μια γυναίκα που περνούσε στο λιμάνι:

«Πέστε μου, κυρία, από πού βγαίνει, αυτή η φωνή που άκουσα; Μη μου το κρύβετε.

 — Και βέβαια, δίχως ψέμμα, θα σας το πω, κύριε. Βγαίνει από το πειο αγέρωχο και το πειο φρικτό θηρίο που υπάρχει στον κόσμο. Κάθε μέρα κατεβαίνει από τη σπηλιά του και στέκεται σε μια από της πύλες της Πολιτείας. Κανείς δεν μπορεί να μπη, κανείς να βγη, αν δε δώσουν, πρώτα, στο δράκοντα μια τρυφερή κόρη. Κι' όταν την πάρη στα νύχια του την καταπίνει σε λιγώτερη ώρα απ' όση χρειάζεται κανείς για να πη τον πάτερ ημών.

 — Κυρία, είπεν ο Τριστάνος, μη με ειρωνεύεσθε, αλλά πέστε μου αν θα μπορούσε ένας άντρας γεννημένος από μάννα να πολεμήση το θεριό και να το σκοτώση.

 — Αλήθεια, ωραίε και γλυκέ μου κύριε, δεν ξέρω. Το βέβαιο είναι, ότι είκοσι δοκιμασμένοι ιππότες δοκίμασαν μέχρι τώρα. Γιατί ο Βασιληάς της Ιρλανδίας εδήλωσε με το δημόσιο κήρυκα ότι θα δώση την κόρη του την Ιζόλδη την Ξανθή σε όποιον σκοτώση το τέρας, Αλλά το τέρας τους έφαγε όλους».

Ο Τριστάνος αφήνει τη γυναίκα και γυρίζει στο καράβι του. Οπλίζεται μυστικά, και θάτανε ώμορφο νάβλεπε κανείς από αυτό το καράβι των εμπόρων να βγαίνη τόσο πλούσιο πολεμικό άτι και τόσο υπερήφανος καβαλλάρης. Αλλά το λιμάνι ήταν έρημο, γιατί μόλις είχε χαράξει, κ' έτσι κανείς δεν είδε τον αντρείο να καλπάζη κατά το μέρος που τούδειξε η γυναίκα. Ξαφνικά, πέντε άνδρες ξεχύθηκαν στο δρόμο. Σπηρούνιζαν τάλογά τους, με τα χαλινάρια αμπολημένα, και έφευγαν κατά την πόλι. Ο Τριστάνος έπιασε στο πέρασμα ένα απ' αυτούς από τα ορθωμένα κόκκινα μαλλιά τόσο δυνατά ώστε αναποδογύρισε στα καπούλια του αλόγου του, και τον εσταμάτησε.

 — Ο Θεός να σας σώση, ωραίε κύριε! είπεν ο Τριστάνος. Από ποιο δρόμο έρχεται ο δράκοντας;»

Και όταν ο φυγάς τούδειξε το δρόμο, ο Τριστάνος τον άφησε.

Το τέρας επλησίαζε. Είχε κεφάλι πελωρίου φειδιού, μάτια κόκκινα σαν κάρβουνα αναμμένα, κέρατα στο κούτελο, αυτιά μακρυά και τριχωτά, νύχια λέοντα, ουρά ερπετού, και το σώμα του ήταν λεπιδωτό.

Ο Τριστάνος έρριξε κατά πάνω του το άτι με τέτοια δύναμι, ώστε κείνο, με της τρίχες ολόρθες από τον τρόμο, ώρμησε μολαταύτα κατά του τέρατος. Το κοντάρι του Τριστάνου χτυπάει απάνου στα χοντρά λέπια και γίνεται κομμάτια. Τότε ο αντρειωμένος τραβάει το σπαθί του, το σηκώνει, και το κατεβάζει στο κεφάλι του δράκοντα, χωρίς όμως ούτε το τομάρι να σκίση. Μολαταύτα το θεριό αισθάνθηκε τα χτυπήματα. Ρίχνει να νύχια του στην ασπίδα και τη σκίζει. Με το στήθος ξέσκεπο ο Τριστάνος, σημαδεύει πάλι με το σπαθί, και χτυπάει το θεριό στα πλευρά με τόση δύναμι που σείεται ο αέρας. Άδικα. Δεν μπορεί να το πληγώση. Τότε ο Δράκοντας ξέρασε από τα ρουθούνια ένα διπλόν πίδακα φαρμακερές φωτιές: Ο θώρακας του Τριστάνου μαυρίζει σαν σβυμένο κάρβουνο, τ' άλογο του κυλιέται χάμου και ψοφάει. Αλλά ο Τριστάνος ξανασηκώνεται αμέσως και χώνει το γερό ξίφος του μέσα στο στόμα του θηρίου: το ξίφος περνάει πέρα για πέρα και του κόβει την καρδιά στα δύο. Ο δράκοντας βγάζει, μια τελευταία φορά, το φρικτό μουγκρητό του και ψοφάει.

Ο Τριστάνος τούκοψε την γλώσσα και την έβαλε μέσα στη μπότα του. Έπειτα, ζαλισμένος από τον καυτερό καπνό, τράβηξε, για να πιή, σ' ένα λάκκο με νερό στάσιμο που έβλεπε να γυαλίζη λίγο πάρα πέρα. Αλλά το διαλυμένο δηλητήριο που βγήκε από την γλώσσα του τέρατος άναψε απάνου στο σώμα του, και ο αντρείος έπεσε λιποθυμισμένος στα ψηλά χορτάρια που ήσαν γύρω από τον βάλτο.

Λοιπόν μάθετε, ότι ο φυγάς με τα σηκωμένα κόκκινα μαλλιά ήταν ο Αγκυγκεράν ο Ρούσσος, αυλάρχης του Βασιλέα της Ιρλανδίας, κι' ότι γύρευε την Ιζόλδη την Ξανθή. Ήτανε δειλός, αλλά τόση είναι η δύναμις της αγάπης, ώστε κάθε πρωί παραμόνευε για να σκοτώση το θερίο. Μολαταύτα σαν άκουγε από πολύ μακρυά το μουγκρητό του, ο ήρωας έφευγε. Εκείνη την ημέρα, ακολουθούμενος από τους τέσσερες συντρόφους του, ετόλμησε να γυρίση πίσω. Ηύρε τον δράκοντα σκοτωμένο, το νεκρό άλογο, την σπασμένη ασπίδα, και σκέφτηκε ότι ο νικητής θα πέθανε κι' όλα κάπου. Τότε έκοψε το κεφάλι του τέρατος, τώφερε στον Βασιλέα, και ζήτησε την ωραία αμοιβή που είχε υποσχεθή.

Ο Βασιλέας δεν πίστεψε καθόλου στο ανδραγάθημα. Μολαταύτα μη θέλοντας και να τον αδικήση έστειλε παραγγελία στους υποτελείς του να συναθροισθούν σε τρεις ημέρες στην αυλή του. Εκεί εμπρός στο συνέδριο των αρχόντων, ο αυλάρχης Αγκυγκεράν θάδινε αποδείξεις της νίκης του.

Όταν η Ιζόλδη η Ξανθή έμαθε ότι θα την έδιναν γυναίκα σ' αυτόν το θρασύδειλο, πρώτα γέλασε ώρα πολλή κ' έπειτα έκλαψε. Αλλά την άλλη μέρα καθώς υποπτευότανε την απάτη, πήρε μαζύ της τον ακόλουθό της, τον ξανθό Περινίς, και την Βραγγίνα, την νεαρά υπηρέτρια και σύντροφό της, και οι τρεις μαζύ πήγαν καβάλλα μυστικά κατά την σπηλιά του θερίου, μέχρις ότου η Ιζόλδη παρατήρησε στο δρόμο κάτι ίχνη με περίεργο σχήμα. Έπειτα ηύρε το θερίο χωρίς κεφάλι και το νεκρό άλογο: δεν ήτανε σελωμένο κατά τα έθιμα της Ιρλανδίας. Βεβαίως, κάποιος ξένος είχε σκοτώσει τον δράκοντα. Ζούσε όμως ακόμη;

Η Ιζόλδη, ο Περινίς, και η Βραγγίνα έψαξαν πολλή ώρα: στο τέλος, μέσ' τα χορτάρια του βάλτου η Βραγγίνα είδε να λάμπη το κράνος του αντρειωμένου. Ανέπνεε ακόμη. Ο Περινίς τον πήρε στο άλογό του και τον επήγε μυστικά στην αίθουσα των γυναικών. Εκεί η Ιζόλδη αφηγήθη την περιπέτεια στη μητέρα της, και της εμπιστεύτηκε τον ξένο. Καθώς η Βασίλισσα του έβγαζε την πανοπλία του, η φαρμακωμένη γλώσσα του δράκοντα έπεσε από την μπότα. Τότε η Βασίλισσα της Ιρλανδίας ξύπνησε τον πληγωμένο με κάποιο βότανο, και του είπε:

«Ξένε, γνωρίζω ότι συ πραγματικώς σκότωσες το θεριό. Όμως, ο αυλάρχης μας, ένας άπιστος, ένας τιποτένιος, τούκοψε το κεφάλι, και ζητάει γι' αμοιβή την κόρη μου την Ιζόλδη την Ξανθή. Θα μπορέσης, σε δυο μέρες να του αποδείξης το άδικό του με μονομαχία;

 — Βασίλισσα, είπεν ο Τριστάνος, η προθεσμία είναι μικρή. Αλλά βέβαια σε δυο μέρες θα μπορέστε να με γιατρέψετε. Κατάκτησα την Ιζόλδη παλαίβοντας προς το δράκοντα. Ίσως θα την κατακτήσω παλαίβοντας τώρα και προς τον αυλάρχη».

Τότε πλούσια τον επεριποιήθη η Βασίλισσα και του ετοίμασε αποτελεσματικά φάρμακα. Την άλλη μέρα, η Ιζόλδη η Ξανθή του ετοίμασε μπάνιο και απαλά άλειψε το σώμα του με ένα φίλτρο που είχε φτιάσει η μητέρα της. Έρριξε τα μάτια της στο πρόσωπο του πληγωμένου, είδε πόσο ήταν ωραίος, και συλλογίστηκε:

«Σίγουρα, αν η αντρεία του είναι ίση με την ωμορφιά του, ο ιππότης μου θα πολεμήση καλά και γερά». Αλλά ο Τριστάνος ζωογονημένος από τη ζέστα του νερού και τα δυνατά αρώματα, την εκύτταζε και σκεπτόμενος ότι είχε κατακτήσει την Βασίλισσα με τα χρυσά μαλλιά, άρχισε να χαμογελάη.

Η Ιζόλδη το πρόσεξε και είπε μέσα της. «Γιατί τάχα να γέλασε αυτός ο ξένος; Μήπως έκανα τάχα τίποτε που να μη στέκη; Μην παραμέλησα καμμιά από της περιποιήσεις που μια κόρη ώφειλε να του κάμη; Ναι, ίσως να γέλασε επειδή ξέχασα να γυαλίσω τα όπλα του που τα μαύρισε το δηλητήριο».

Πήγε λοιπόν στο μέρος όπου είχαν αποθέσει τα όπλα του Τριστάνου: «Αυτή η περικεφαλαία είνε από καλό ατσάλι, σκέφτηκε, γερή και σίγουρη. Κι' αυτός ο θώρακας δυνατός, αλαφρός, άξιος να τον φορή ένας ήρωας». Πήρε το ξίφος από την λαβή. «Βέβαια ωραίο σπαθί κι' αυτό, όπως πρέπει σ' έναν τολμηρό βαρώνο».

Βγάζει από το πλούσιο φυκάρι, για να την καθαρίση, τη ματωμένη λάμα. Βλέπει ότι έχει ένα μεγάλο τσάκισμα. Κυττάζει το σχήμα του τσακίσματος: μήπως τάχα είναι το ξίφος που έσπασε μέσα στο κεφάλι του Μόρχολτ; Διστάζει, κυττάζει πάλι, και θέλει να βεβαιωθή. Τρέχει στο δωμάτιο όπου φύλαγε το ατσαλένιο κομμάτι που είχαν άλλοτε βγάλει από το κρανίο του Μόρχολτ. Ενώνει το κομμάτι με το ξίφος στο μέρος που ήτανε τσακισμένο: μόλις που μπορούσε να διακρίνη το ίχνος του τσακίσματος. Τόσο καλά εφαρμόζανε!

Τότε ώρμησε κατ' απάνου στον Τριστάνο και στριφογυρίζοντας γύρω από το κεφάλι του πληγωμένου το μεγάλο σπαθί, του φώναξε:

«Είσαι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ο φονηάς του Μόρχολτ, του αγαπημένου μου θείου. Πέθανε λοιπόν τώρα και συ με τη σειρά σου!

Ο Τριστάνος προσπάθησε να συγκρατήση το χέρι της: άδικα. Το σώμα του ήταν ακόμη σαν παράλυτο. Το πνεύμα του όμως έμεινε ευκίνητο. Μίλησε λοιπόν με τέχνη:

«Έστω, θα πεθάνω. Μα, για να μην έχης βαρειές τύψεις, άκουσε. Βασιληά κόρη, μάθε ότι δεν έχεις μοναχά την εξουσία, αλλά και το δικαίωμα να με σκοτώσης. Ναι, έχεις δικαίωμα απάνω στη ζωή μου αφού δυο φορές μου την έσωσες και μου την απέδωκες. Μια φορά, άλλοτε: ήμουν ο πληγωμένος τραγουδιστής που έσωσες όταν έβγαλες από το σώμα του το φαρμάκι με το οποίο ήταν δηλητηριασμένη η λόγχη του Μόρχολτ. Μην κοκκινίζης, τρυφερή κόρη, όπου γιάτρεψες αυτές της πληγές. Δεν της επήρα μήπως, πολεμώντας τίμια και αντρίκια; Μήπως σκότωσα τον Μόρχολτ με προδοσία; Δεν με προεκάλεσε; Δεν ώφειλα να υπερασπίσω το σώμα μου; Για δεύτερη φορά μ' έσωσες που με περιμάζεψες στο βάλτο. Α! κόρη, για σένα πολέμησα το δράκοντα... Μα ας αφήσουμε αυτά. Ήθελα μοναχά να σου αποδείξω ότι αφού με έσωσες δυο φορές από κίνδυνο θανάτου, έχεις δικαίωμα στη ζωή μου. Σκότωσέ με λοιπόν, αν σκέπτεσαι ότι θα σε παινέσουν και θα δοξασθής γι' αυτό. Χωρίς άλλο, όταν θα βρίσκεσαι στην αγκαλιά του αυλάρχη, θα σου είναι γλυκό να συλλογιέσαι τον πληγωμένο ιππότη, που είχε βάλει τη ζωή του στο ρεφούδο για να σε κατακτήση, σε είχε κατακτήσει, και συ τον εσκότωσες έτσι ανυπεράσπιστο μέσα σ' αυτό το μπάνιο!»

Η Ιζόλδη εφώναξε:

«Αλλόκοτα λόγια ακούω. Γιατί ο φονηάς του Μόρχολτ θέλησε να με κατακτήση; Α! δίχως άλλο, — όπως ο Μόρχολτ ήθελε τότε να πάρη στο καράβι του τα τρυφερά κορίτσια της Κορνουάλλης, έτσι και συ τώρα με τη σειρά σου, για ωραία εκδίκησι καυχήθηκεςν να πάρης σκλάβα σου εκείνη που ο Μόρχολτ περισσότερο απ' όλες αγαπούσε...

 — Όχι, κόρη Βασιληά, είπεν ο Τριστάνος. Αλλά μια μέρα δυο χελιδόνια πέταξαν μέχρι το Τινταγκέλ κ' έφεραν μια τρίχα από τα χρυσά μαλλιά σου. Πίστεψα ότι ερχόντανε να μου αναγγείλουν ειρήνη και αγάπη. Να γιατί πέρασα τη θάλασσα κι' ήρθα να σε ζητήσω. Να γιατί αντιμετώπισα το θερίο και το φαρμάκι του. Κύτταξε αυτή την τρίχα, ραμμένη μέσα στης χρυσές κλωστές του επενδύτη μου. Η χρυσές κλωστές ξέβαψαν, αλλά όχι και η χρυσή τρίχα των μαλλιών σου».

Η Ιζόλδη έρριξε μακρυά το μεγάλο σπαθί και πήρε στα χέρια τον επενδύτη του Τριστάνου. Είδε τη χρυσή τρίχα και σώπασε ώρα πολλή. Έπειτα φίλησε τον πληγωμένο στα χείλη, για σημείο ειρήνης, και του φόρεσε τα πλούσια ρούχα του.

Την ημέρα της συναθροίσεως των βαρώνων, ο Τριστάνος έστειλε μυστικά στο καράβι του τον Περινίς, τον ακόλουθο της Ιζόλδης, για να παραγγείλη στους συντρόφους του να βρεθούν στην αυλή, στολισμένοι όπως έπρεπε στους απεσταλμένους πλουσίου Βασιληά: γιατί ήλπιζε την ίδια μέρα κι' όλας να φθάση στο τέρμα της περιπετείας. Ο Γκορνεβάλης και οι εκατό ιππότες θρηνούσαν από τέσσερες ημέρες που έχασαν τον Τριστάνο. Και πολύ χάρηκαν με την παραγγελία του.

Ένας-ένας, στην αίθουσα όπου άρχιζαν να μαζεύονται αναρίθμητοι οι βαρώνοι της Ιρλανδίας, μπήκαν και κάθησαν γραμμή στην ίδια σειρά. Και τα πολύτιμα πετράδια λαμποκοπούσαν απάνω στα πλούσια πορφυρά ενδύματά τους, τα μεταξωτά και βελουδένια. Οι Ιρλανδοί ρωτούσαν. «Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι μεγαλόπρεποι άρχοντες; Τους γνωρίζει κανείς; Κυττάχτε τι βαρύτιμοι μαντύες, στολισμένοι με γουναρικό και με χρυσάφι. Κυττάχτε στη λαβή των σπαθιών, στης πόρπες των γουναρικών, πώς αστραποβολούν και τι νερά κάνουνε τα ρουμπίνια, τα σμαράγδια, τα μπερούλια, και χίλιες άλλες πολύτιμες πέτρες που ούτε τόνομά τους δεν ξέρουμε! Ποιος λοιπόν είδε ποτέ τόση λαμπρότητα; Από πού έρχονται όλοι αυτοί οι άρχοντες; Και τίνος είναι;» Αλλά οι εκατό ιππότες έστεκαν αμίλητοι και δεν εσηκώνοντο από τα καθίσματά τους, οποίος και νάμπαινε.

Όταν ο βασιληάς της Ιρλανδίας κάθησε κάτω από το θόλο του θρόνου του, ο αυλάρχης Αγκυγκεράν ο Ρούσσος προσεφέρθη ν' αποδείξη με μάρτυρες ή και να υποστηρίξη με μονομαχία ότι αυτός εσκότωσε το θερίο κι' ότι έπρεπε να του δώσουν την Iζόλδη γυναίκα. Τότε η Ιζόλδη υπεκλίθη μπρος σ' τον πατέρα της, και είπε:

« Βασιληά, υπάρχει εδώ ένας άνθρωπος, που ισχυρίζεται ότι μπορεί ν' αποδείξη τον αυλάρχη σας ψεύτη και άπιστο. Σ' αυτόν τον άνδρα, έτοιμο ν' αποδείξη ότι ελευθέρωσε τον τόπο από το κακό, και ότι η κόρη σας δεν πρέπει να παραδοθή σ' έναν τιποτένιο, δίνετε υπόσχεσι να του συγχωρήστε όλα τα παληά σφάλματα του, όσο μεγάλα κι' αν είναι, και να του δώστε την ειρήνη και την ευχαριστία σας;»

Ο Βασιληάς συλλογίστηκε και δε βιαζότανε καθόλου ν' απαντήση. Αλλά οι βαρώνοι φώναξαν όλοι μαζύ, πλήθος:

 — Κάμετέ το, Μεγαλειότατε, κάμετέ το!

Ό Βασιληάς είπε:

«Το υπόσχομαι!»

Μα η Ιζόλδη γονάτισε τότε στα πόδια του.

«Πατέρα, δώσε μου πρώτα το φίλημα της ευχαριστίας και της ειρήνης, ως σημείο ότι θα το δώστε όμοια και σ' αυτόν τον άνθρωπο!»

Όταν πήρε το φίλημα, πήγε και ηύρε τον Τριστάνο, και τον ωδήγησεν από το χέρι στη συνάθροισι. Στη θέα του, οι εκατό ιππότες σηκώθηκαν όλοι μαζύ, τον εχαιρέτισαν με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, και οι Ιρλανδοί είδαν ότι ήτανε ο αρχηγός τους. Πολλοί τον ανεγνώρισαν όμως τότε, και μεγάλη κραυγή σηκώθηκε απ' όλες της μεριές:

 — Είναι ο Τριστάνος του Λοοννουά, ο φονηάς του Μόρχολτ!

Γυμνά λάμψανε τα σπαθιά, και μανιασμένες φωνές επανελάμβαναν:

 — Θάνατος! Θάνατος!

 — Βασιληά, φώναξε η Ιζόλδη, φίλησε αυτόν τον άνθρωπο στο στόμα καθώς το υπεσχέθης.

Ο Βασιληάς τον εφίλησε στο στόμα, και η βουή εγαλήνεψε.

Τότε ο Τριστάνος έδειξε τη γλώσσα του δράκοντα και προεκάλεσε τον αυλάρχη να πολεμήσουν· μα εκείνος δεν ετόλμησε να δεχτή, και ωμολόγησε την ψευτιά του.

Έπειτα ο Τριστάνος μίλησε έτσι:

«Άρχοντες, ναι, εσκότωσα το Μόρχολτ, αλλά πέρασα τη θάλασσα για να σας προσφέρω λαμπρή ικανοποίησι. Για να ξεπλύνω το άδικο, έβαλα τη ζωή μου σε κίνδυνο θανάτου και σας ελευθέρωσα από το θεριό. Και να που κατέκτησα έτσι την Ιζόλδη την Ξανθή. Θα την πάρω λοιπόν στο καράβι μου. Μολαταύτα, για να μη βασιλεύη πεια από δω και πέρα στης χώρες της Ιρλανδίας και της Κορνουάλλης το μίσος αλλά η αγάπη, μάθετε ότι ο Βασιληάς Μάρκος, ο αγαπητός μου κύριος, θα την πάρη γυναίκα. Κυττάχτε κει εκατό ιππότες από ψηλή γενειά έτοιμους να ορκισθούν στα λείψανα των Αγίων: ότι ο Βασιληάς Μάρκος στέλνει ειρήνη και αγάπη, και ότι το θέλημά του είναι να τιμήση την Ιζόλδη σαν αγαπημένη του νόμιμη γυναίκα. Και ότι όλοι οι άντρες της Κορνουάλλης θα την υπηρετήσουν σαν κυρία τους και σαν βασίλισσά τους!»

Με μεγάλη χαρά, φέρανε τα λείψανα των Αγίων, και οι εκατό ιππότες ωρκίσθηκαν ότι είπε την αλήθεια.

Ο Βασιληάς πήρε την Ιζόλδη από τα χέρια και ρώτησε τον Τριστάνο αν θα την ωδηγούσε τίμια στον κύριό του. Μπρος στους βαρώνους της Ιρλανδίας και τους εκατό ιππότες του, ο Τριστάνος ωρκίστη. Η Ιζόλδη η Ξανθή ανατρίχιαζε από ντροπή και αγωνία. Ώστε ο Τριστάνος αφού την κατέκτησε, την περιφρονούσε! Η ωραία ιστορία της χρυσής τρίχας δεν ήτανε παρά ένα ψέμμα... Και λοιπόν θα την παρέδινε σε άλλον... Αλλά ο Βασιληάς έβαλε το δεξί χέρι της Ιζόλδης στο δεξί χέρι του Τριστάνου. Και ο Τριστάνος το εκράτησε ως σημείο ότι εξ ονόματος του Βασιληά της Κορνουάλλης την έπαιρνε στην κατοχή του.

Έτσι για την αγάπη του Βασιληά Μάρκου, με την πονηρία και με τη δύναμι, ο Τριστάνος επραγματοποίησε την αίτησι της Βασίλισσας με τα χρυσά μαλλιά.

Δ'. ΤΟ ΦΙΛΤΡΟ

Όταν επλησίασε ο καιρός να παραδώση την Ιζόλδη στους ιππότες της Κορνουάλης, η μητέρα της εμάζεψε χόρτα, άνθη και ρίζες, τα ανακάτεψε μέσα σε κρασί, και ετοίμασε ένα δυνατό ποτό. Αφού το αποτελείωσε με μαγικές τέχνες, τώκλεισε μέσα σ' ένα μπουκαλάκι και είπε κρυφά στη Βραγγίνα.

 — Κόρη, θακολουθήσης την Ιζόλδη στη χώρα του Βασιληά Μάρκου, και θα την αγαπάς με πιστή αγάπη. Πάρε λοιπόν αυτό το μπουκαλάκι με το κρασί και κράτα καλά τα λόγια μου. Κρύφ' το με τέτοιον τρόπο ώστε κανένα μάτι να μη το ιδή και κανένα χείλι να μη τ' αγγίση. Αλλά όταν τη νύχτα του γάμου έρθη η στιγμή που αφήνουν μοναχούς τους συζύγους, θα χύσης αυτό το κρασί σ' ένα ποτήρι, και θα το παρουσιάσης στο Βασιληά Μάρκο και στην Ιζόλδη να το πιούν μαζύ. Πρόσεξε, κόρη, καλά ώστε μονάχα οι δυο τους να μπορέσουν να πιούν απ' αυτό το ποτό. Γιατί τέτοια είναι η δύναμί του: κείνοι που θα πιούν μαζύ, θ' αγαπηθούν με όλες της αισθήσεις τους και όλη τους την ψυχή, πάντα, στη ζωή και στο θάνατο».

Η Βραγγίνα υπεσχέθη στη Βασίλισσα ότι θάκανε κατά το θέλημά της.

Το καράβι έσχιζε τα βαθειά κύματα κ' έφερνε μακρυά την Ιζόλδη. Αλλά όσο έφευγε μακρύτερα από την Ιρλανδική γη, τόσο θλιβερώτερα θρηνούσε η τρυφερή κόρη. Καθισμένη κάτω από τη σκηνή όπου είχε κλειστή μαζύ με τη Βραγγίνα, την υπηρέτρια της, θυμότανε την πατρίδα της κ' έκλαιγε.

«Πού την επήγαιναν αυτοί οι ξένοι; Σε ποιον; Τι την περίμενε;» Όταν την επλησίαζε ο Τριστάνος κ' ήθελε να την ησυχάση με γλυκά λόγια, εθύμωνε, τον έδιωχνε, και το μίσος εφούσκωνε την καρδιά της. Είχ' ερθή αυτός ο άρπαγας, ο φονηάς του Μόρχολτ, και την επήρε με πανουργίες από τη μητέρα της και την πατρίδα της. Δεν κατεδέχτη να την κρατήση για τον εαυτό του, παρά να που την έπερνε σαν λάφυρο στα κύματα, για τον εχθρικό του τόπο. «Κακομοίρα! έλεγε μέσα της. Καταραμένη νάναι η θάλασσα που με βαστάει. Καλλίτερα θα προτιμούσα να πεθάνω στον τόπο που γεννήθηκα παρά να ζήσω κει κάτω!...»

Μια μέρα, οι άνεμοι έπεσαν, και τα πανιά κρεμόντανε, χαλαρωμένα, σ' τα κατάρτια. Ο Τριστάνος είπε κι' άραξαν σ' ένα νησί. Βαρυεστημένοι από τη θάλασσα, οι εκατό ιππότες της Κορνουάλλης και οι ναυτικοί κατέβηκαν στην παραλία. Μοναχά η Ιζόλδη με μια μικρή υπηρέτρια είχανε μείνει στο καράβι. Ο Τριστάνος ήρθε στη Βασίλισσα και προσπαθούσε να γαληνέψη την καρδιά της. Καθώς έκαιγε ο ήλιος και διψούσαν, ζητήσανε να πιούν. Η μικρή υπηρέτρια έψαξε να βρη κανένα ποτό, μέχρις ότου ανακάλυψε το μπουκαλάκι που είχεν εμπιστευτή η μητέρα της Ιζόλδης στη Βραγγίνα.

 — Ηύρα κρασί! τους εφώναξε.

Όχι δεν ήτανε κρασί. Ήτανε το πάθος, η τραχειά χαρά, και η αγωνία η ατελείωτη, κι' ο θάνατος. Η μικρή γέμισε ένα ποτήρι και τώδωσε στην κυρία της. Εκείνη ήπιε με μεγάλες ρουφηξιές, κ' έπειτα τώδωσε στον Τριστάνο, ο οποίος το άδειασε.

Εκείνη τη στιγμή εμπήκε η Βραγγίνα και τους είδε που κύτταζαν ο ένας τον άλλο αμίλητοι, σαν ζαλισμένοι και σαν μαγεμένοι. Είδε μπροστά τους το μπουκαλάκι, σχεδόν άδειο, και το ποτήρι. Πήρε το μπουκαλάκι, έτρεξε στην πρύμη, το πέταξε στη θάλασσα και φώναξε θρηνώντας:

«Δυστυχισμένη εγώ! Καταραμένη νάναι η μέρα που γεννήθηκα, καταραμένη η μέρα που μπήκα σ' αυτό το καράβι! Ιζόλδη, φίλη, και σεις, Τριστάνε, το θάνατό σας ήπιατε!»

... Και πάλι το καράβι αρμένιζε για το Τινταγκέλ. Φαινότανε στον Τριστάνο ότι ολοζώντανος βάτος με κοφτερά αγκάθια και μεθυστικά άνθη εβύθιζε της ρίζες του στο αίμα της καρδιάς του και με δυνατά δεσμά ένωνε το σώμα του στο ωραίο σώμα της Ιζόλδης, και μαζύ όλη τη σκέψι του κι' όλες της επιθυμίες του. Σκεφτότανε: «Αντρέ, Ντενοαλέν, Γκενελόν, και Γοντοΐν, άπιστοι που με κατηγορούσατε ότι είχα στο μάτι τη χώρα του Βασιληά Μάρκου! Α! είμαι ακόμα πειο τιποτένιος, κ' έχω άλλο πράγμα παρά τη χώρα του βάλει στο μάτι! Ωραίε θείε, που μ' αγάπησες ορφανό, προτού ακόμη ν' αναγνωρίσης το αίμα της αδερφής σου Μπλανσεφλέρ. Συ που μέκλαιγες τρυφερά όταν με τα ίδια σου τα χέρια με πήγαινες στη βάρκα που δεν είχε ούτε κουπιά ούτε πανιά. .. Γιατί καλλίτερα να μη διώξης από την πρώτη μέρα το περιπλανημένο παιδί, που ήρθε να σε προδώση; Α! μα τι έβαλα λοιπόν με το νου μου; Η Ιζόλδη είναι γυναίκα σου, κ' εγώ γυιός σου. Η Ιζόλδη είναι γυναίκα σου και δεν μπορεί να μ' αγαπήση!».

Η Ιζόλδη τον αγαπούσε. Ήθελε να τον μισή μολαταύτα: δεν την είχε περιφρονήσει κατά ένα χυδαίο τρόπο; Ήθελε να τον μισή. Και δεν μπορούσε. Και η καρδιά της ήτανε θυμωμένη για την τρυφερότητα αυτή, την πειο οδυνηρή από το μίσος.

Με αγωνία τους παρατηρούσε η Βραγγίνα. Και πειο σκληρά ακόμη βασανιζότανε αυτή, που μόνη ήξερε τι κακό είχε κάμει. Δυο μέρες τους παρακολούθησε, και τους είδε να διώχνουν κάθε τροφή, κάθε ποτό, πάθε στυλωτικό, και να ζητάη ο ένας τον άλλον σαν τυφλοί που βαδίζουν ψηλαφητά ο ένας προς τον άλλο: δυστυχισμένοι όταν εμαραίνοντο χωρισμένοι, και πειο πολύ δυστυχισμένοι όταν βρισκόντανε μαζύ και τρέμανε μπρος σ' τη φρίκη της πρώτης ομολογίας.

Την τρίτη μέρα, καθώς ο Τριστάνος πήγαινε κατά τη σκηνή τη στημένη στη γέφυρα του καραβιού, τον είδε η Ιζόλδη να πλησιάζη, και ταπεινά του είπε:

«Εμπάτε μέσα, κύριε.

 — Βασίλισσα, απάντησε ο Τριστάνος, γιατί με λέτε κύριο. Δεν είμαι ίσα-ίσα υποτελής και υποταχτικός σας; υποχρεωμένος να σας σέβωμαι, να σας υπηρετώ και να σας αγαπώ σαν βασίλισσα μου και σαν κυρία μου;

Η Ιζόλδη απάντησε:

 — Όχι, το γνωρίζεις ότι είσαι ο άρχοντάς μου και ο κύριός μου. Το γνωρίζεις ότι η δύναμί σου με κατέχει ολόκληρη και ότι είμαι σκλάβα σου. Α! γιατί καλλίτερα να μην ανοίξω τότε της πληγές του λαβωμένου τραγουδιστή; Γιατί να μην αφήσω να πεθάνη το φονηά του θεριού μέσα στα χόρτα του βάλτου; Γιατί να μην τον χτυπήσω, όταν ήτανε κατάκοιτος στο λουτρό, με το ξίφος που τώχα κι' όλα σηκώσει; Αλλοίμονο! δεν ήξερα τότε αυτό που ξέρω σήμερα!

 — Ιζόλδη, τι ξέρετε λοιπόν σήμερα; τι είναι αυτό που σας βασανίζει;

 — Α! όλα όσα ξέρω με βασανίζουν, κι' όλα όσα βλέπω. Κι' ο ουρανός αυτός με βασανίζει, κι' η θάλασσα και το σώμα μου κι' η ζωή μου.

Έβαλε το χέρι της στον ώμο του Τριστάνου.

Δάκρυα έσβυσαν της αστραπές των ματιών της. Τα χείλη της έτρεμαν.

Εκείνος ξανάπε:

 — Φίλη, τι είναι λοιπόν αυτό που σας βασανίζει;

 — Η αγάπη για σένα! απάντησε.

Τότε ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Αλλά καθώς, για πρώτη φορά κι' οι δυο τους, ροφούσαν τη χαρά της αγάπης, η Βραγγίνα που τους παρακολουθούσε, άφησε μια φωνή, και με τα χέρια τεντωμένα ικετευτικά, με το πρόσωπο πλημμυρισμένο από δάκρυα, ερρίχτηκε στα πόδια τους:

«Δυστυχισμένοι! σταματήστε, και γυρίστε πίσω αν μπορείτε ακόμη! Αλλά όχι. Ο δρόμος δεν έχει γυρισμό, γιατί η δύναμι της αγάπης από τώρα κι' όλα ανίκητα σας τραβάει, και ποτέ πεια δε θα βρήτε χαρά δίχως λύπη. Σας κατέχει το μαγεμένο κρασί που ήπιατε, το ερωτικό ποτό που η μητέρα σας, Ιζόλδη, μου είχεν εμπιστευθή. Μονάχα ο Βασιληάς Μάρκος ώφειλε να το πιή με σας. Αλλά ο Σατανάς μας εκορόιδεψε και τους τρεις, κ' έτσι αδειάσατε σεις το ποτήρι. Φίλε Τριστάνε, φίλη Ιζόλδη, τιμωρήστε με για την κακή φύλαξι που έκαμα. Σας παραδίνω το σώμα μου, τη ζωή μου. Γιατί από δικό μου έγκλημα ήπιατε, στο καταραμένο ποτήρι, την αγάπη και το θάνατο!»

Οι αγαπημένοι εσφίχτηκαν δυνατά. Στα ωραία κορμιά τους ανατρίχιαζε η επιθυμία και η ζωή.

Ο Τριστάνος είπε:

 — Ας έλθη λοιπόν ο θάνατος!

Και όταν η βραδυνή σκοτεινιά ετύλιξε το καράβι, — που ταχύτερα τώρα πηδούσε σ' τα κύματα για τη χώρα του Βασιληά Μάρκου, — αιώνια ενωμένοι, αφέθηκαν στον έρωτα!

Η ΒΡΑΓΓΙΝΑ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΣΚΛΑΒΩΝ

Ο Βασιληάς Μάρκος υπεδέχθη την Ιζόλδη την Ξανθή στην παραλία. Ο Τριστάνος την επήρε από το χέρι και την ωδήγησε μπρος στο Βασιληά. Ο Βασιληάς την πήρε στην κατοχή του πιάνοντάς την κι' αυτός από το χέρι. Με μεγάλες τιμές, την ωδήγησε στο παλάτι του Τινταγκέλ. Κι' όταν η Ιζόλδη παρουσιάστηκε στην αίθουσα, εν τω μέσω των υποτελών, τέτοια λάμψι έρριξε η ωμορφιά της όπου άστραψαν οι τοίχοι της σάλας σαν να τους φώτισε ξαφνικά ο ήλιος της ανατολής. Τότε ο Βασιληάς Μάρκος ευλόγησε τα χελιδόνια που τόσο ευγενικά είχανε φέρει τη χρυσή τρίχα. Ευλόγησε τον Τριστάνο και τους εκατό ιππότες που με το καράβι του κινδύνου είχανε πάει να βρουν τη χαρά των ματιών του και της καρδιάς του. Αλλοίμονο! Το καράβι σου κομίζει και σένα, ευγενικέ Βασιληά, το τραχύ πένθος και τα μεγάλα μαρτύρια.

Δέκα οχτώ μέρες αργότερα, συνάθροισε όλους τους βαρώνους, και έκανε το γάμο του με την Ιζόλδη την Ξανθή. Άλλα όταν ήρθε η νύχτα, η Βραγγίνα για να κρύψη την ντροπή της Βασίλισσας και για να ν' τη σώση από το θάνατο, επήρε τη θέσι της Ιζόλδης, στο γαμήλιο κρεβάτι. Για να τιμωρηθή που δε φύλαξε καλά το μαγεμένο ποτό, και από αγάπη για τη φίλη και κυρία της, εθυσίασε, η πιστή, την αγνότητα του κορμιού της. Το σκοτάδι της νύχτας έκρυψε από το Βασιληά την πανουργία της και την ντροπή της.

Οι ιστορητές ισχυρίζονται εδώ ότι η Βραγγίνα δεν είχε ρίξει στη θάλασσα το μπουκάλι το μισοαδειασμένο από τους αγαπημένους, το μπουκάλι με το μαγικό ποτό. Παρά ότι το πρωί όταν η κυρία της επήγε στο κρεβάτι του Βασιληά Μάρκου, η Βραγγίνα έχυσε σ' ένα ποτήρι, ό,τι έμενε από το φίλτρο και τώδωσε στους συζύγους. Και ότι ο μεν Βασιληάς Μάρκος ήπιε πολύ, ενώ η Ιζόλδη έχυσε κρυφά το δικό της χάμου. Αλλά μάθετε, άρχοντες, ότι όσοι τα λένε αυτά επλαστογράφησαν και ενόθεψαν την ιστορία. Αν επενόησαν αυτό το ψέμμα, τώκαναν γιατί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τον υπερκόσμιο έρωτα που ο Μάρκος αισθάνθηκε πάντα για τη Βασίλισσα. Βέβαια, καθώς θα το ακούστε σε λίγο, ποτέ ο Βασιληάς Μάρκος, με όλη την αγωνία, τα μαρτύρια, και τα τρομερά αντίποινα, ποτέ δε μπόρεσε να βγάλη από την καρδιά του ούτε την Ιζόλδη ούτε τον Τριστάνο: αλλά μάθετε, άρχοντες, ότι δεν είχε πιεί από το μαγεμένο κρασί. Ούτε φαρμάκι, ούτε μαγεία: μονάχα η ευγενική τρυφερότης της καρδιάς του τού ενέπνευσεν αυτήν την αγάπη.

Η Ιζόλδη είναι, βασίλισσα και φαίνεται να ζη ευτυχισμένη. Η Ιζόλδη είναι βασίλισσα και ζη με τον πόνο. Η Ιζόλδη έχει την τρυφερότητα του Βασιληά Μάρκου. Οι βαρώνοι την τιμούν. Και οι άνθρωποι του λαού την αγαπούν. Η Ιζόλδη περνάει την ημέρα της στης πλούσιες ζωγραφιστές αίθουσες της σπαρμένες με άνθη. Η Ιζόλδη έχει τα ευγενικά στολίδια, τα πορφυρά υφάσματα και τους τάπητες της Θεσσαλίας, τα τραγούδια των αρπιστών, και της κουρτίνες όπου είναι κεντημένες λεοπαρδάλεις, αετοί, παπαγάλοι της Αμερικής, κι' όλα τάλλα ζώα και τα θερία της θάλασσας και των δασών. Η Ιζόλδη έχει τους φλογερούς κι' ωραίους έρωτές της και ο Τριστάνος κοντά της, τη χαίρεται, και τη νύχτα και την ημέρα: γιατί, όπως είναι συνήθεια στους μεγάλους άρχοντες, κοιμάται μέσα στη βασιλική αίθουσα, μαζύ με τους πιστούς και τους σπιτικούς. Η Ιζόλδη τρέμει μολαταύτα. Γιατί να τρέμη; Δεν κρατεί μυστικούς τους έρωτές της; Ποιος θα μπορούσε να υποπτευθή τον Τριστάνο; Ποιος θα μπορούσε να υποπτευθή τον ίδιο το γυιό του Βασιληά; Ποιος τηνέ βλέπει; Ποιος την κατασκοπεύει; Ποιος μάρτυρας; Ναι, ένας μάρτυρας την κατασκοπεύει, η Βραγγίνα. Η Βραγγίνα την παραμονεύει. Η Βραγγίνα μοναχά γνωρίζει την ζωή της. Η Βραγγίνα την κρατεί στη διάκρισί της. Θεέ! Αν, βαρυεστημένη να ετοιμάζη το κρεββάτι όπου πρώτη αυτή κοιμήθηκε την νύχτα του γάμου, αν τους μαρτυρούσε στον Βασιλέα; Αν ο Τριστάνος πέθαινε, από την απιστία της! . . . Έτσι, ο φόβος κάνει τρελλή τη Βασίλισσα. Όχι, δεν προέρχεται από την Βραγγίνα την πιστή, αλλά από την ίδια την καρδιά της, το βασανιστήριο. Ακούστε, άρχοντες, τη μεγάλη προδοσία που εσχεδίασε. Αλλά ο Θεός, καθώς θα το ακούστε, την ελυπήθηκε. Λυπηθήτε την, και σεις άρχοντες!

Εκείνη την ημέρα, ο Τριστάνος κι' ο Βασιληάς κυνηγούσαν μακρυά, κι' ο Τριστάνος δεν έμαθε αυτό το έγκλημα. Η Ιζόλδη εκάλεσε δυο σκλάβους: τους έταξε ελευθερία και εξήντα χρυσά Βυζαντινά, αν έδιναν όρκο ότι θα κάνουν το θέλημά της. Ωρκίσθηκαν.

«Θα σας παραδώσω λοιπόν, είπε, μια κόρη. Θα την πάτε στο δάσος, μακρυά ή κοντά, αλλά σε τέτοιο μέρος που ποτέ κανείς να μην ανακαλύψη τίποτε. Εκεί θα την σκοτώσετε και θα μου φέρετε τη γλώσσα της. Θυμηθήτε, για να μου τα επαναλάβετε, τα λόγια που θα πη. Πηγαίνετε. Στο γυρισμό θάσαστε ελεύθεροι και πλούσιοι».

Έπειτα εκάλεσε τη Βραγγίνα.

«Φίλη, βλέπεις πώς υποφέρει το σώμα μου, και πώς λυώνει. Θέλεις να πας στο δάσος να βρης τα χόρτα που χρειάζονται στην αρρώστεια μου; Δυο σκλάβοι που είναι δω, θα σε οδηγήσουν. Γνωρίζουν πού φυτρώνουν τα μαγικά βότανα. Ακολούθησέ τους. λοιπόν. Αδερφή, πίστεψέ με: αν σε στέλνω στο δάσος, το κάνω επειδή πρόκειται για τη ζωή μου και την ησυχία μου».

Οι σκλάβοι την επήραν μαζύ τους. Όταν έφτασαν στο δάσος, εκείνη θέλησε να σταματήσουν, γιατί τα σωτήρια βότανα φύτρωναν γύρω τους άφθονα. Αλλά την ετράβηξαν πειο μακρυά.

Έλα, κόρη, δεν είναι δω το κατάλληλο μέρος».

Ο ένας σκλάβος εβάδιζε μπροστά της, ο άλλος την ακολουθούσε. Άφησαν τα πατημένο μονοπάτι, και μπήκαν μέσα σε βάτους, αγκάθια και γαϊδουράγκαθα ανακατωμένα. Τότε ο σκλάβος που βάδιζε μπροστά γύρισε κατά πίσω και τράβηξε το σπαθί του. Η Βραγγίνα γύρισε προς τον άλλο δούλο ζητώντας βοήθεια. Κρατούσε κι' αυτός γυμνό το σπαθί στο χέρι, και είπε:

 — Κόρη, πρέπει να σε σκοτώσουμε.

Η Βραγγίνα έπεσε στα χόρτα και με τα χέρια της πολεμούσε ν' απομακρύνη της αιχμές των σπαθιών. Ζητούσε έλεος, με τόσο λυπητερή και τρυφερή φωνή, που τη λυπηθήκανε και της είπαν:

«Κόρη, για να θέλη η Βασίλισσα Ιζόλδη το θάνατό σου, η κυρία η δική σου και η δική μας, χωρίς άλλο, κάποιο μεγάλο άδικο της έχεις κάνει».

Απάντησε:

«Δε γνωρίζω, φίλοι. Μοναχά ένα άδικο θυμάμαι. Όταν φύγαμε από την Ιρλανδία πήραμε καθεμία, σαν το πολυτιμότερο στολίδι, ένα πουκάμισο άσπρο σαν το χιόνι, ένα πουκάμισο για την νύχτα των γάμων μας. Στη θάλασσα, συνέβη να σχίση η Ιζόλδη το γαμήλιο πουκάμισό της, και τη νύχτα των γάμων της, της εδάνεισα εγώ το δικό μου. Φίλοι, να όλο το άδικο που της έκαμα. Αλλ' αφού θέλει να πεθάνω, πέστε της ότι της στέλνω αγάπη και ειρήνη, και την ευχαριστώ για όλα τα καλά και της τιμές που μου έκαμε από τότε που παιδί με άρπαξαν οι πειρατές, με πούλησαν στη μητέρα της, κι' αφωσιώθηκα στην υπηρεσία της. Ο καλός Θεός ας φυλάη την τιμή της, το σώμα της, και τη ζωή της. Αδερφοί, χτυπάτε με τώρα».

Οι δούλοι την ελυπήθηκαν. Σκεφθήκανε, και βρίσκοντας ότι ίσως ένα τέτοιο έγκλημα δεν άξιζε καθόλου το θάνατο, την έδεσαν σ' ένα δένδρο.

Έπειτα εσκότωσαν ένα μικρό σκυλί. Ο ένας του έκοψε τη γλώσσα, την έβαλε στη τσέπη του κοντοκακιού του, και παρουσιάσθηκαν έτσι πάλι στην Ιζόλδη.

 — Εμίλησε καθόλου; ρώτησε κείνη, ανήσυχη.

 — Ναι, Βασίλισσα, εμίλησε. Είπε ότι είσαστε ωργισμένη εξ αιτίας αυτού μοναχά του αδικήματος: ξεσχίσατε στη θάλασσα ένα πουκάμισο άσπρο σαν το χιόνι που φέρνατε από την Ιρλανδία, και σας δάνεισε το δικό της τη βραδυά των γάμων σας. Αυτό ήταν, έλεγε, το μόνο της έγκλημα. Είπε την ευγνωμοσύνη της σε σας για τόσα καλά που της κάνατε, και παρακάλεσε το Θεό να προστατεύση την τιμή σας και τη ζωή σας. Σας παραγγέλνει αγάπη και σωτηρία. Βασίλισσα, να η γλώσσα της που τη φέρνουμε.

 — Φονηάδες, εφώναξε η Ιζόλδη, δώστε μου πίσω τη Βραγγίνα, την αγαπητή μου υπηρέτρια. Δεν ξέρατε ότι ήτανε η μόνη μου φίλη; Φονηάδες, δώστετή μου πίσω.

 — Βασίλισσα, σωστά έχουνε πη: «Η γυναίκα αλλάζει σε λίγες ώρες. Την ίδια ώρα η γυναίκα γελάει, κλαίει, αγαπάει, μισεί». Την εσκοτώσαμε, καθώς διατάξατε.

 — Γιατί θα το διάταζα; Για ποιο έγκλημα; Δεν ήταν η αγαπημένη μου σύντροφος, η γλυκειά, η πιστή, η ωραία; Το ξέρατε κακούργοι. Την είχα στείλη να βρη σωτήρια βότανα. Και σας την εμπιστεύτηκα για να την προστατέψετε στο δρόμο, θα πω ότι την εσκοτώσατε, και θα σας κάψουνε απάνου στα κάρβουνα.

 — Βασίλισσα, μάθετε λοιπόν ότι ζη και ότι θα σας την ξαναφέρουμε σώα και απείραγη».

Αλλά η Ιζόλδη δεν τους επίστευε. Και σαν άλλη στρατισμένη, πότε καταριώτανε τους φονηάδες και πότε τον ίδιο τον εαυτό της. Κράτησε τον ένα σκλάβο κοντά της, ενώ ο άλλος έτρεξε στο δένδρο που ήτανε δεμένη η Βραγγίνα.

 — Ωραία, ο Θεός σε λυπήθηκε και να που η κυρία σου σε ξαναφωνάζει».

Όταν παρουσιάστηκε μπροστά στην Ιζόλδη, η Βραγγίνα γοτάτισε, ζητώντας να της συγχωρήση τ' άδικά της. Αλλά η Βασίλισσα έπεσε κι' αυτή στα γόνατα μπροστά της και, αγκαλιασμένες, ώρα πολλή έμειναν λιπόθυμες.

ΣΤ'. ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΕΥΚΟ

Δεν είναι η Βραγγίνα η πιστή, είναι ο ίδιος ο εαυτός τους που πρέπει να φοβούνται οι αγαπημένοι. Αλλά πώς θα μπορούσαν η μεθυσμένες καρδιές τους να γίνουν προσεκτικές; Η αγάπη τους σπρώχνει, όπως η δίψα σπρώχνει το ελάφι προς το ποτάμι. Κ' έτσι ακόμη, το γεράκι έπειτα από μακρυά νηστεία ρίχνεται στη λεία του. Αλλοίμονο! η αγάπη ποτέ δεν κρύβεται. Βέβαια, χάρις στης προφυλάξεις της Βραγγίνας, κανείς δεν έπιασε τη Βασίλισσα στα χέρια του φίλου της. Αλλά σε κάθε ώρα και σε κάθε τόπο, καθένας δε μπορεί να ιδή πώς τους ζαλίζει ο πόθος, πώς τους σφίγγει, και ξεχειλίζει από της αισθήσεις τους όπως το καινούργιο κρασί ξεχειλίζει από το βαρέλι;

Ήδη οι τέσσερες προδότες της αυλής, που μισούσαν τον Τριστάνο για τα κατορθώματά του, τριγυρίζουν τη Βασίλισσα. Γνωρίζουν κι' όλα το μυστικό των ωραίων ερώτων της. Καίγονται από επιθυμία, μίσος, και χαρά. Θα φέρουν την είδησι στο Βασιληά: θα ιδούν την τρυφερότητα να γίνεται μανία, τον Τριστάνο διωγμένο ή σκοτωμένο, και της Βασίλισσας τα μαρτύρια. Εφοβούντο μολαταύτα το θυμό του Τριστάνου. Αλλά στο τέλος το μίσος ενίκησε τον τρόμο: μια μέρα οι τέσσερες βαρώνοι εζήτησαν ακρόασι από το Βασιληά Μάρκο. Και ο Αντρέ του είπε:

 — Ωραίε Βασιληά, δίχως άλλο η καρδιά σου θα οργισθή. Λυπόμαστε και οι τέσσερες γι' αυτό πολύ. Αλλ' οφείλουμε να σου αποκαλύψουμε ό,τι ξαφνικά, εμάθαμε. Έδωσες την καρδιά σου στον Τριστάνο. Κι' ο Τριστάνος θέλει να σ' εξευτελίση. Άδικα σε είχαμε ειδοποιήσει. Για την αγάπη ενός ανθρώπου, περιφρονείς όλους σου τους συγγενείς κι' όλους σου τους βαρώνους, και μας αφήνεις μόνους. Μάθε λοιπόν, ότι ο Τριστάνος αγαπάει τη Βασίλισσα. Είναι πράγμα αποδειγμένο, και χίλια λόγια άρχισαν να λέγωνται δω και κει.

Ο ευγενικός Βασιληάς κλονίσθηκε, και απάντησε.

 — Άναντρε! Τι ατιμία σκέφτηκες; Βέβαια έδωσα την καρδιά μου στον Τριστάνο. Την ημέρα όπου ο Μόρχολτ σας προκάλεσε σε μάχη, κατεβάζατε όλοι τα κεφάλια τρέμοντας, και μένατε αμίλητοι σαν μουγγοί. Αλλά ο Τριστάνος, για την τιμή αυτού του τόπου, πήγε και τον αντιμετώπισε, και κάθε μια από της πληγές που πήρε τότε έφτανε για να πεθάνη. Αυτός είναι ο λόγος που τον μισείτε, και γι' αυτό τον αγαπώ εγώ περισσότερο από σένα, Αντρέ, περισσότερο από όλους σας, περισσότερο από κάθε τι. Αλλά τι ισχυρίζεσθε πως ανακαλύψατε; Τι είδατε; Τι ακούσατε;

 — Τίποτε, Μεγαλειότατε, μα την αλήθεια, που να μη μπορής να το ιδής με τα μάτια σου και να τ' ακούσης με τ' αυτιά σου. Κύτταξε, άκουσε, ωραίε Βασιληά. Ίσως είναι ακόμη καιρός.

Απεσύρθησαν, και με χαρά τον άφησαν να καταπίνη το φαρμάκι.

Ο Βασιληάς Μάρκος δε μπόρεσε ν' αντισταθή στον πειρασμό. Αθέλητα κατασκόπευσε τον ανηψιό του, παραμόνεψε τη Βασίλισσα. Αλλά η Βραγγίνα τα κατάλαβε, τους ειδοποίησε, και μάταια ο Βασιληάς προσπάθησε να πιάση την Ιζόλδη με πονηρίες. Έπειτα από λίγο αγανάκτησε μ' αυτήν τη χυδαία ιστορία, και καταλαβαίνοντας ότι δε θα μπορούσε πεια να διώξη της υποψίες του, εκάλεσε τον Τριστάνο και του είπε:

 — Τριστάνε, φύγε από το ανάκτορο. Κι' όταν θα το αφήσης, μη σούλθη πεια η τόλμη να περάσης την τάφρο του και της γέφυρές του. Άπιστοι άνθρωποι σε κατηγορούν για μεγάλη προδοσία. Μη ρωτάς: δε θα μπορούσα να επαναλάβω τα λόγια τους χωρίς και οι δυο μας να εξευτελισθούμε. Μη ζητάς λόγια να με καταπραΰνουν. Αισθάνομαι πώς θάμεναν χωρίς αποτέλεσμα. Μολαταύτα δεν πιστεύω τους προδότες. Αν τους πίστευα, θα σε είχα κι' όλας σκοτώσει με θάνατο ατιμωτικό. Αλλά τα σατανικά λόγια τους μου τάραξαν την καρδιά, και μόνη η αναχώρησίς σου θα με ησυχάση. Φεύγα. Και βέβαια πάλι θα σε καλέσω σε λίγο. Πήγαινε, πάντοτε αγαπημένο παιδί μου!»

Όταν οι προδότες έμαθαν το νέο:

Έφυγε, είπαν μεταξύ τους, έφυγε ο μάγος, διωγμένος σαν λωποδύτης. Τι θα καταντήση στο μέλλον; Δίχως άλλο θα περάση τη θάλασσα για να ζητήση περιπέτειες και να προσφέρη της άπιστες υπηρεσίες του σε κάποιον μακρυνό Βασιλέα!»

Όχι! Ο Τριστάνος δεν είχε τη δύναμι να φύγη. Όταν πέρασε την τάφρο και της γέφυρες του ανακτορικού πύργου, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε ν' απομακρυνθή περισσότερο. Εσταμάτησε μέσα στη μικρή πολιτεία του Τινταγκέλ, εγκατεστάθη στο σπήτι κάποιου αστού μαζύ με τον Γκορνεβάλη, κ' έλυωνε εκεί βασανισμένος από τον πυρετό, σκληρότερα πληγωμένος παρά άλλοτε, τον καιρό που η λόγχη του Μόρχολτ είχε δηλητηριάσει το σώμα του. Άλλοτε, όταν ήταν κατάκοιτος στην καλύβη μπρος στα κύματα και όλοι έφευγαν μακρυά από τη βρώμα των φρικτών πληγών του, τρεις άνθρωποι μολαταύτα τον παράστεκαν: ο Γκορνεβάλης, ο Ντινάς ντε Λιντάν, και ο Βασιληάς Μάρκος. Τώρα ο Ντινάς ντε Λιντάν και ο Γκορνεβάλης μένανε πάλι στο προσκέφαλό του. Αλλά ο Βασιληάς Μάρκος δεν ερχότανε πεια, και ο Τριστάνος θρηνούσε:

 — Βέβαια, ωραίε θείε, τώρα το σώμα μου βγάζει τη βρώμα κάποιου φαρμακιού πειο αποκρουστικού ακόμη, και η αγάπη σου δεν μπορεί πεια να υπερνικήση τη φρίκη.

Αλλά απάνω στη φλόγα του πυρετού, ακατάπαυστα η επιθυμία, σαν μανιασμένο άλογο τον έσπρωχνε κατά τους πύργους τους καλοφτιαγμένους όπου βρισκότανε κλεισμένη η Βασίλισσα: άλογο και καβαλάρης τσακιζόντανε στους πέτρινους τοίχους. Άλογο και καβαλάρης σηκωνόντανε αμέσως και ξανάρχιζαν τον ίδιο καλπασμό.

Πίσω από τους καλοκλεισμένους πύργους, η Ιζόλδη η Ξανθή λυώνει κι' αυτή, πειο πολύ δυστυχισμένη ακόμη: γιατί ανάμεσα στους ξένους που την παραμονεύουν είναι αναγκασμένη να φαίνεται διαρκώς χαρούμενη και γελαστή. Και τη νύχτα, ξαπλωμένη στο πλευρό του Βασιληά Μάρκου, αναγκάζεται να δαμάζη ακίνητη την ταραχή των μελών της και της ανατριχίλες του πυρετού. Θέλει να φύγη προς τον Τριστάνο. Της φαίνεται ότι σηκώνεται και τρέχει έως την πόρτα: αλλά οι προδότες έχουνε στήσει στο σκοτεινό κατώφλι μεγάλα κοφτερά δρέπανα. Η ακονισμένες και κακές λάμες πιάνουν, στο πέρασμα, τα λεπτά γόνατα της. Της φαίνεται ότι πέφτει, και ότι από τα κομμένα γόνατά της ξεχύνονται δυο κόκκινες βρύσες. Σε λίγο οι ερασταί θα πεθάνουν, αν κανείς δεν τους βοηθήση. Και ποιος άλλος θα τους βοηθήση λοιπόν εκτός από τη Βραγγίνα. Με κίνδυνο της ζωής της εγλύστρησε ως το σπήτι που έλυωνε ο Τριστάνος. Ο Γκορνεβάλης της ανοίγει με χαρά, και για να σώση τους αγαπημένους η Βραγγίνα συμβουλεύει ένα πονηρό τέχνασμα.

Όχι, Άρχοντες, ποτέ δε θ' ακούσατε να μιλούν για ωραιότερο ερωτικό τέχνασμα.

Πίσω από τον πύργο του Τινταγκέλ απλώνεται ένας κήπος, μεγάλος και κλεισμένος με γερούς πασσάλους. Αναρίθμητα ωραία δέντρα τονέ στολίζουν, φορτωμένα από καρπούς, άνθη, και πουλιά. Στο πειο μακρυνό από τον πύργο μέρος, πολύ κοντά στους πασσάλους του φράχτη, βρίσκεται ίσο και ψηλό ένα πεύκο: ο ρωμαλέος κορμός του βαστάει άφθονα κλαδιά και φύλλα. Στην ρίζα του, τρέχει γρήγορο το νερό καθαρής βρυσούλας, και πέφτει σε μαρμάρινη μικρή λίμνη, ήρεμο και διαυγές. Έπειτα ακολουθεί μια στενή κοίτη, περνάει έτσι όλον τον κήπο και φθάνει ως τον πύργο, περνώντας μέσα στο εσωτερικό του και μάλιστα μέσα στο διαμέρισμα των γυναικών. Λοιπόν, σύμφωνα με τη συμβουλή της Βραγγίνας, ο Τριστάνος έκοβε με τέχνη κομματάκια ξύλο και λεπτά κλαράκια. Περνούσε τους αιχμηρούς στύλους, ερχότανε κάτω από το πεύκο, κ' έρριχνε τα κομματάκια μέσ' την πηγή. Ελαφρά σαν τον αφρό πήγαιναν απάνω-απάνω, και κυλούσαν μαζύ του μέχρι πέρα, ως τα δωμάτια των γυναικών, όπου η Ιζόλδη παραμόνευε τον ερχομό τους. Αμέσως, — τα βράδυα που η Βραγγίνα είχε καταφέρει ν' απομακρύνη το Βασιληά Μάρκο και τους προδότες, — η Ιζόλδη έτρεχε στο φίλο της.

Ευκίνητη πηγαίνει κι' όμως περίφοβη, κυττάζοντας σε κάθε βήμα μήπως πίσω από τα δέντρα προδότες είναι κρυμμένοι. Μόλις τη βλέπει ο Τριστάνος με τα χέρια ανοιχτά, τρέχει απάνω της. Τότε η νύχτα κι' ο φιλικός ίσκιος του μεγάλου πεύκου τους προστατεύουν. . ..

 — Τριστάνε, λέει η Βασίλισσα, δεν παρασταίνουν οι θαλασσινοί πως ο πύργος του Τινταγκέλ είναι στοιχειωμένος, κι' ότι με μάγια δυο φορές το χρόνο, το χειμώνα και το καλοκαίρι, χάνεται και φεύγει από τα μάτια; Τώρα έχει χαθή. Αυτός δεν είναι ο θαυμάσιος κήπος για τον οποίο μιλάνε τα τραγούδια της άρπας; τοίχος από αέρα τον κλείνει απ' όλες της μεριές. Δέντρα ανθισμένα, χώμα που μυρίζει μαγευτικά. Ο ήρωας ζη μέσα, χωρίς να γερνάη ποτέ, στην αγκαλιά της φίλης του, και καμμιά εχθρική δύναμις δε μπορεί ποτέ να σπάση το αέρινο τοίχωμα...»