WeRead Powered by ReaderPub
Τίμαιος, Τόμος Α cover

Τίμαιος, Τόμος Α

Chapter 23: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A group of interlocutors frame a unified exposition in which one speaker offers a rational account of the universe's origin and structure. A benevolent divine craftsman shapes the cosmos by imposing mathematical order on chaotic matter, composing the world soul and the celestial spheres. The dialogue analyzes the four elemental constituents, their geometric ratios, and the motions of stars and planets. It treats the generation of living beings, detailing the soul's proportions and the relation between soul and body. Natural phenomena, perception, health, and illness are explained by bodily composition and cosmic influence. Throughout, the cosmos is presented as purposive, intelligible, and ordered toward the good.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

Δημιουργεί λοιπόν τας λογικάς ψυχάς και διανέμει εις τα άστρα, όπου δεικνύει εις αυτάς την φύσιν των πραγμάτων (τας ιδέας), ίνα αναμιμνήσκωνται, όταν θα καταβώσιν εις τα επί της γης και των άλλων πλανητών σώματα. Και όσαι θα ζήσωσι μετά δικαιοσύνης θα επιστρέψωσι πάλιν εις τον αστέρα αυτών, αι δε άλλαι θα μεταβώσιν εις σώματα ζώων.

Ταύτα είπε, και πάλιν εις τον αυτόν κρατήρα, εντός του
οποίου πρότερον αναμιγνύων έκαμνε με το κράμα την ψυχήν,
έχυσεν ό,τι είχε πρότερον υπολειφθή(101) αναμιγνύων αυτό εν μέ-
ρει μεν κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' όχι πλέον ούτω καθαρόν
και αμετάβλητον, αλλά δεύτερον και τρίτον (ως προς ταύτας τας
ιδιότητας). Ότε δε εσύστησεν αυτό εις έν όλον, το διήρεσεν εις
ψυχάς ισαρίθμους με τα άστρα, έδωκεν εκάστην ψυχήν εις έκα-
στον άστρον, και επιβιβάσας αυτάς ούτως ως εις έν όχημα έδει-
Ε. | ξεν εις αυτάς την φύσιν του παντός και είπεν εις αυτάς τους
μοιραίους νόμους του: — ότι η πρώτη γένεσις(102) θα είναι διατε-
ταγμένη η αυτή εις όλας, ίνα μη τις στερηθή τι υπ' αυτού· ότι
πρέπει αύται διασπαρείσαι εις έκαστον όργανον του χρόνου(103)
το κατάλληλον εις εκάστην, να γεννήσωσι το θεοσεβέστατον
42. | ζώον· και ότι, επειδή είναι διπλή η ανθρωπίνη φύσις, το
καλύτερον φύλον θα είναι εκείνο, όπερ και έπειτα θα καλήται
ανήρ· ότι, ότε έπειτα εξ ανάγκης θα φυτευθώσιν εις (ενωθώσι
με) τα σώματα, και μέρος μεν θα προστίθηται, μέρος δε θα
αφαιρήται από του σώματος αυτών, πρώτον μεν θα είναι ανάγκη,
όπως εκ των βιαίων τούτων παθημάτων γεννάται αίσθημα εις
όλας έμφυτον, δεύτερον δε έρως μεμιγμένος με ηδονήν και λύ-
Β. | πην, και προς τούτοις φόβος και θυμός, και όσα άλλα πάθη
ακολουθούσιν εις ταύτα και όσα αντιστρόφως είναι φύσει εναν-
τία προς αυτά· και αν αύται δεσπόσωσι των παθών τούτων, θα
ζήσωσιν εν δικαιοσύνη, αν δε δουλωθώσιν εις αυτά, εν αδικία.
Και όστις ζήση καλώς κατά τον δοθέντα εις αυτόν χρόνον, πά-
λιν επανελθών εις την κατοικίαν του οικείου εις αυτόν άστρου,
θα ζη ζωήν ευδαίμονα και ειθισμένην(104), όστις όμως αμαρτήση,
ούτος κατά την δευτέραν γέννησιν θα μεταβληθή εις γυναίκα(105),
και αν ακόμη και τότε δεν παύση από του να πράττη το κακόν,
συμφώνως με το είδος της κακίας του θα μεταβάλληται εκάστοτε,
C. | καθ' ομοιότητα των ηθών τα οποία απέκτησεν, εις τοιαύ-
την φύσιν θηρίου, και δεν θα εύρη την λήξιν των μεταμορφώ-
σεων και των βασάνων τούτων, πριν ή ακολουθών την περι-
φοράν εκείνου, όπερ εν εαυτώ είναι ταυτόν και όμοιον, και διά
του λόγου καθυποτάξας τον πολύν όχλον, όστις και ύστερον
έχει προσκολληθή εις αυτόν εκ μερών πυρός και ύδατος και αέ-
Δ. | ρος και γης, όγκον θορυβώδη και παράλογον, επανέλθη εις
την μορφήν της πρώτης και αρίστης καταστάσεώς του.
Ότε δε πάντα ταύτα ενομοθέτησεν εις αυτούς(106) τότε διά να
είναι αθώος από πάσης μετά ταύτα κακίας εκάστου αυτών, έσπει-
ρεν άλλους μεν εις τον Ήλιον, άλλους δε εις την Σελήνην, άλ-
λους εις άλλα, όσα υπάρχουσιν όργανα χρόνου, και μετά την
σποράν ταύτην ανέθηκεν εις τους νέους θεούς να πλάσωσι τα
θνητά σώματα, και πλάττοντες ούτοι όσον έλειπεν ακόμη εκ της
ανθρωπίνης ψυχής και το οποίον έπρεπε να προστεθή, τούτο και
Ε. | ακόμη αφού πάντα όσα είναι ακόλουθα εις ταύτα δημιουρ-
γήσωσι, να άρχωσι και να κυβερνώσιν όσον το δυνατόν κάλλιστα
και άριστα το θνητόν ζώον, εκτός εάν αυτό τούτο γίνηται αίτιον
συμφορών εις εαυτό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

Οι γενητοί θεοί πλάττουσι το σώμα εκ των τεσσάρων στοιχείων. Αλλ' η τροφή, την οποίαν αναγκάζεται τούτο να εισάγη και εξάγη, και άλλα αίτια φέρουσιν αλλοιώσεις και γίνονται κώλυμα εις τας λογικάς κινήσεις. Εκ τούτου η ανάγκη της παιδαγωγίας.

Και ότε ταύτα πάντα διέταξεν ο δημιουργός, έμενε κατά την
φύσιν αυτού εις το οικείον ήθος(107). Και ενώ έμενεν ούτω, τα τέ-
κνα νοήσαντα την διάταξιν του πατρός, υπήκουον εις αυτήν, και
λαβόντες την αθάνατον αρχήν του θνητού ζώου, μιμούμενοι τον
πατέρα αυτών, εδανείζοντο εκ του κόσμου, με τον σκοπόν να τα
αποδώσωσι πάλιν(108), μόρια πυρός και γης και ύδατος και αέρος,
43. | και όσα ελάμβανον τα συνεκόλλων όχι με εκείνους τους
αδιαλύτους δεσμούς με τους οποίους αυτοί συνεδέοντο, αλλά τα
συνέδεον με πυκνούς γόμφους, αοράτους ένεκα της σμικρότη-
τός των, και πλάττοντες εξ όλων τούτων των στοιχείων έκαστον
σώμα, έν όλον, τας περιφοράς (κύκλους) της αθανάτου ψυχής
συνέδεον εις σώμα πάσχον εισροάς και απορροάς (μορίων). Αι
περιφοραί δε, εις ποταμόν εξωγκωμένον βυθισθείσαι, ούτε ενίκων
Β. | αυτόν ούτε ενικώντο, αλλά βιαίως εσύροντο και έσυρον ώστε
το όλον ζωον εκινείτο, ατάκτως όμως και όπως έτυχε προχωρούν
και αλόγως, έχον όλας τας έξ κινήσεις· διότι έβαινε και εμ-
πρός και όπισθεν, και πάλιν δεξιά και αριστερά, και άνω και
κάτω, και πανταχού πλανώμενον κατά τους έξ τούτους τρόπους.
Τω όντι, ει και ήτο πολύ το ρεύμα το οποίον και επλημμύρει
και έρρεεν έξω του σώματος και το οποίον έδιδε την τροφήν,
ακόμη περισσότερον θόρυβον παρήγεν εκείνο το οποίον έκαστος
C. | έπασχεν από τα εξωτερικά συμβάντα, ότε το σώμα αυτού
ήθελε τύχει να προσκρούση εις πυρ ξένον ή ήθελε καταληφθή
υπό της στερεότητος της γης ή υπό υγράς ολισθήσεως του ύδα-
τος, ή υπό θυέλλης των άνεμων συρομένων υπό του αέρος, και
ότε υπό πάντων τούτων ωθούμεναι αι κινήσεις ήθελον διά του
σώματος εμπέσει εις την ψυχήν. Αι κινήσεις δε αύται και έπειτα
ωνομάσθησαν διά ταύτα και ακόμη και τώρα καλούνται αι-
σθήσεις όλαι. Και τω όντι πάραυτα και τότε αύται παράγουσαι
πλείστην και μεγίστην κίνησιν, και μετά του απαύστως ρέοντος
Δ. | ποταμού κινούσαι και σείουσαι σφοδρώς τους κύκλους της
ψυχής, τον μεν του ταυτού εντελώς έδεσαν, ρέουσαι εναντίον αυ-
τού, και τον ημπόδισαν να εξουσιάζη και να προχωρή, και τον
κύκλον πάλιν του ετέρου διετάραξαν ούτως, ώστε και τας τρεις
αποστάσεις του διπλασίου και τας τρεις του τριπλασίου και τα διά-
στήματα (μεσότητας) και τους δεσμούς του ενός και ημίσεος (1 1/2),
του ενός και ενός τρίτου (1 1/3) και του ενός και ενός ογδόου (1 1/8),
επειδή ούτοι και πρότερον δεν ήσαν εντελώς άλυτοι, ειμή υπό
Ε. | του συνδέσαντος αυτούς, έστρεψαν κατά πάσας τας στροφάς,
επέφερον δε παν είδος θλάσεως και φθοράς των κύκλων, καθ'
όσους εδύναντο τρόπους. Ούτως αι περιφοραί αύται (της ψυχής),
μόλις συνεχόμεναι μεταξύ των, εκινούντο μεν, αλλ' εκινούντο
αλόγως, άλλοτε εναντίαι, άλλοτε πλάγιαι και άλλοτε ύπτιαι. Ού-
τω, και όταν τις ανάποδα στηρίξας την κεφαλήν του, επί της γης,
τους δε πόδας υψώσας προς τα άνω, ευρίσκηται απέναντι άλλου,
τότε εις τοιαύτην κατάστασιν του πάσχοντος και του βλέποντος
αυτόν τα δεξιά μέρη του ενός φαίνονται αριστερά εις τον άλλον,
και τα αριστερά δεξιά αμοιβαίως. Το αυτό λοιπόν πάθος και
άλλα τοιαύτα πάσχουσαι σφοδρώς αι περιφοραί, όταν τύχη να
44. | συναντήσωσι πράγμα τι εξωτερικόν ανήκον εις την τάξιν
του ταυτού ή του ετέρου, τότε, λέγουσαι ότι αυτό είναι ταυτόν
προς τι και διάφορον άλλου(109) εναντίον της αληθείας, γίνονται
ψευδείς και ανόητοι, και ουδεμία υπάρχει πλέον μεταξύ αυ-
τών περιστροφή άρχουσα και κυβερνώσα τας άλλας. Αν δε πά-
λιν αισθήσεις τινές, ωθούμεναι έξωθεν, εισέλθωσι και παρασύ-
ρωσι μεθ' εαυτών όλην την ψυχήν, τότε αι περιφοραί, ενώ εξου-
σιάζονται(110), φαίνονται ότι εξουσιάζουσι. Και δι' όλα ταύτα τα
Β. | παθήματά της η ψυχή και τώρα, όπως απ' αρχής, γένεται
ανόητος ευθύς άμα δεθή εις θνητόν σώμα. Όταν όμως το ρεύμα
της αυξήσεως και της θρέψεως καταντά βαθμηδόν ολιγώτερον,
και οι κύκλοι πάλιν επιτυχόντες γαλήνην πορεύωνται την οδόν
αυτών, και γίνωνται κανονικώτεροι με την πρόοδον του χρόνου,
τότε πλέον αι τροχιαί κατευθυνόμεναι κατά την τάξιν (το σχήμα)
των κατ' ιδίαν κύκλων οίτινες κινούνται κατά φύσιν, τότε λέγου-
σαι ορθώς τα κατηγορήματα του ταυτού και του ετέρου κατορ-
θούσιν ώστε να γίνη συνετός ο έχων αυτάς. Αν δε και ορθή
C. | ανατροφή και παίδευσις επέλθη βοηθός είς τινα, ούτος απο-
φυγών την μεγίστην νόσον γίνεται ακέραιος και υγιής εντελώς.
Εάν όμως αμελήση, πορευθείς την οδόν της ζωής με χωλόν τον
πόδα, επιστρέφει εις τον Άδην χωρίς ουδέν να κατορθώση
και να κερδήση. Τούτο δε συμβαίνει ύστερον κατά τινα χρόνον.
Τώρα όμως πρέπει να εξετάσωμεν ακριβέστέρον τα προταθέντα
(ζητήματα) και προ πάντων περί της γενέσεως των σωμά-
των καθ' έκαστον μέλος αυτών, και περί της ψυχής, διά ποίας
αιτίας και προνοίας των θεών εγεννήθησαν, προσέχοντες εις το
Δ. | πιθανώτατον· ούτω και κατά ταύτα προχωρούντες πρέπει
να εξετάσωμεν(111).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.

Την κεφαλήν πλάττουσι σφαιροειδή, ίνα κατοική εν αυτή η λογική ψυχή, και θέτουσιν επί της κορυφής του σώματος, όπερ είναι το όχημα αυτής. Εις το έμπροσθεν μέρος, εις το πρόσωπον προσέδεσαν τα όργανα των αισθήσεων και μάλιστα τα φωσφόρα όμματα, άτινα εμπεριέχουσι πυρ μη καίον, αλλά φωτεινόν. Εκ της συναντήσεως αυτού και του εξωτερικού φωτός γεννάται η αίσθησις της οράσεως, δι' ης θεωρούμεν την τάξιν του παντός και τον αριθμόν, και ούτω κανονίζομεν τας εσωτερικάς κινήσεις της διανοίας και της βουλήσεως ημών. Προς τον αυτόν σκοπόν χρησιμεύει και η ακοή.

Οι Θεοί λοιπόν απομιμηθέντες το σχήμα του παντός, το
οποίον είναι στρογγύλον, συνέδεσαν τους θείους κύκλους, οίτινες
είναι δύο, εις έν σφαιροειδές σώμα, τούτο όπερ τώρα καλούμεν κε-
φαλήν και είναι το θειότατον πάντων των εν ημίν πραγμάτων
και εξουσιάζει πάντα. Εις αυτό παρέδοσαν οι θεοί προς υπηρε-
σίαν και όλον το σώμα, συνενώσαντες τούτο, διότι κατενόη-
σαν ότι έμελλε να μετέχη όλων των κινήσεων, αίτινες θα γίνων-
ται. Ίνα λοιπόν η κεφαλή κυλιομένη επί της γης, ήτις έχει
Ε. | ύψη και βάθη παντός είδους, μη δυσκολεύηται εκείνα μεν
να υπερβαίνη, εκ τούτων δε να εξέρχηται, έδοσαν εις αυτήν το
σώμα ως όχημα και προς ευκολίαν. Διά τούτο ακριβώς το σώμα
έλαβε μήκος και εγέννησε τέσσαρα άκρα μέλη δυνάμενα να εκ-
τείνωνται και να κάμπτωνται, τα οποία επρομήθευσεν ο Θεός(112)
και διά τούτων συλλαμβάνον και στηριζόμενον έγινεν ικανόν
45. | να πορεύηται διά παντός τόπου, φέρον επάνωθεν ημών την
κατοικίαν του θειοτάτου και ιερωτάτου. Σκέλη λοιπόν και χείρες
τοιουτοτρόπως και διά τας αιτίας ταύτας προσετέθησαν εις πάν-
τας. Επειδή δε οι θεοί ενόμιζον, ότι το έμπροσθεν μέρος είναι
περισσότερον άξιον τιμής και εξουσίας παρά το όπισθεν, κατά
την διεύθυνσιν ταύτην μας έδοσαν τον συνηθέστερον τρόπον του
βαδίζειν. Έπρεπε δε ο άνθρωπος να έχη το έμπροσθεν του σώμα-
τος ανόμοιον με το όπισθεν. Διά τούτο πρώτον μεν πέριξ του δο-
χείου της κεφαλής, αφού έθεσαν εις τούτο το μέρος το πρόσω-
πον, συνέδεσαν μετ' αυτού όργανα κατάλληλα προς πάσαν πρό-
Β. | νοιαν της ψυχής, και διέταξαν τούτο, το οποίον είναι φύσει
έμπροσθεν, να είναι μέτοχον της κυβερνήσεως.
Και εκ των οργάνων τούτων πρώτα έπλασαν τα φέροντα το
φως, τα όμματα, και τα συνέδεσαν (εις το πρόσωπον) κατά τον
εξής τρόπον: Όσον μέρος του πυρός δεν έχει την ιδιότητα να
καίη, αλλά να μας δίδη το ήμερον φως, το ανήκον εις την ημέ-
ραν, εμηχανεύθησαν να το κάμωσιν εν σώμα. Τω όντι το εντός
ημών καθαρόν πυρ, το οποίον είναι αδελφόν εκείνου, το έκαμον
να ρέη διά μέσου των ομμάτων λείον και πυκνόν, αφού συνέ-
C. | σφίγξαν όλον το όμμα, αλλά περισσότερον το μέσον αυτού,
ούτως ώστε να εμποδίζη το λοιπόν μέρος του πυρός, όσον ήτο
πυκνότερον, και να αφίνη να διέρχηται το λεπτόν μόνον καθα-
ρόν. Όταν λοιπόν υπάρχη φως της ημέρας πέριξ του ρεύματος
τούτου της όψεως, τότε πίπτει όμοιον εις όμοιον(113) και συνενού-
μενα στερεώς αποτελούσιν έν μόνον σώμα ομοίας φύσεως κατά
την διεύθυνσιν των ομμάτων εκεί, όπου το προστιθέμενον έσωθεν
συγκρούεται προς εκείνο, όπερ έρχεται εις συνάντησίν του έξωθεν.
Όθεν διά την ομοιότητα ταύτην όλον τούτο γινόμενον ομοιοπα-
θές οιονδήποτε πράγμα ήθελέ ποτε εγγίσει αυτό, ή εγγιχθή
Δ. | τούτο υπ' άλλου, και διαδίδον τας κινήσεις αυτών καθ' όλον το
σώμα μέχρι της ψυχής παράγει την αίσθησιν εκείνην, διά της
οποίας ακριβώς λέγομεν ότι βλέπομεν(114). Αλλ' όταν το συγγενές
πυρ απέρχηται, ότε γίνεται νυξ, το άλλο μένει αποκεκομμένον,
διότι εξερχόμενον προς εκείνο, όπερ είναι ανόμοιον, μεταβάλλεται
αυτό τούτο και σβύνεται, μη ον πλέον (συμφυές) της αυτής φύσεως
με τον πλησίον αέρα, διότι ούτος δεν έχει πυρ. Παύει λοιπόν να
βλέπη και προσέτι προκαλεί τον ύπνον. Διότι εκείνο το μέσον
της σωτηρίας, όπερ οι θεοί επενόησαν χάριν της όψεως, τα βλέ-
Ε. | φαρα, όταν συγκλείωνται κατακλείουσιν εντός την δύναμιν
του πυρός, αύτη δε διαλύει και εξομαλύνει τας εσωτερικάς κινή-
σεις και, όταν αύται εξομαλυνθώσιν, επέρχεται ησυχία. Και όταν
μεν η ησυχία είναι πολλή, τότε μας έρχεται ύπνος με μικρά
όνειρα· αλλ' εάν απομείνωσι κινήσεις τινές ολίγον μεγάλαι, οποίαι
46. | είναι αύται και οποίοι είναι οι τόποι εις τους οποίους απέ-
μειναν, τοιαύτα και τοσαύτα φαντάσματα παράγουσι κατ' αφο-
μοίωσιν των εντός και των έξωθεν, και ταύτα έπειτα, όταν εγερ-
θώμεν, μας επανέρχονται εις την μνήμην.
Ως προς δε τας εικόνας, αι οποίαι παράγονται εις τα κά-
τοπτρα και εις όλα τα πράγματα, τα οποία είναι στιλπνά και
λεία, δεν είναι δύσκολον να τας εννοήσωμεν. Διότι εκ της προς
άλληλα συνενώσεως και των δύο πυρών, του εσωτερικού και του
εξωτερικού, εκ των οποίων πάλιν γίνεται εκάστοτε επί της λείας
Β. | επιφανείας έν μόνον, όπερ κατά πολλούς τρόπους ανακλάται,
όλα τα τοιαύτα εξ ανάγκης εμφανίζονται, καθ όσον συνενούνται
εις έν στερεώς επί της λείας και λαμπράς επιφανείας το πυρ, το
οποίον είναι πέριξ του προσώπου, και εκείνο το οποίον εξέρχεται
εκ της όψεως. Εκείνο δε το οποίον είναι δεξιά φαίνεται αριστερά,
διότι η επαφή συμβαίνει εις μέρη αντίθετα της όψεως με μέρη
αντίθετα (του λείου κατόπτρου), εναντίον του συνήθους τρόπου της
οπτικής επαφής. Απεναντίας τα δεξιά φαίνονται δεξιά και τα αρι-
στερά φαίνονται αριστερά (του κοίλου κατόπτρου), όταν το φως συν-
C. | δυαζόμενον με εκείνο, με το οποίον συνδυάζεται, μεταβάλλει
την θέσιν του. Τούτο δε συμβαίνει, όταν η λειότης των κατόπτρων,
υψουμένη από την μίαν και από την άλλην πλευράν, απωθήση
το δεξιόν μέρος της όψεως εις το αριστερόν και αντιστρόφως.
Εάν δε το κάτοπτρον στραφή ούτως ώστε η καμπύλη να διατί-
θεται κατά το μήκος του προσώπου, τούτο κάμνει τα πάντα να
φαίνωνται ανεστραμμένα, απωθούν το κάτω μέρος εις το άνω
του προσώπου και το άνω εις το κάτω.
Ταύτα λοιπόν πάντα είναι από τα σΥνεργά αίτια (συναίτια),
τα οποία μεταχειρίζεται ο Θεός ως υπηρέτας, ίνα πραγματο-
Δ. | ποιήση κατά το δυνατόν την ιδέαν του αρίστου. Και πιστεύε-
ται μεν υπό των πλείστων, ότι ταύτα είναι ουχί συναίτια αλλά
αίτια πάντων των πραγμάτων, ότι ταύτα ψύχουσι και θερ-
μαίνουσι, συστέλλουσι και διαστέλλουσι, και παράγουσιν όσα
είναι τοιαύτα, ενώ δεν είναι ικανά να έχωσι λόγον ούτε νουν
προς ουδέν πράγμα. Διότι εκ των όντων, εκείνο εις το οποίον
μόνον ανήκει να έχη τον νουν, πρέπει να είπωμεν ότι είναι η
ψυχή· αύτη δε είναι αόρατος, ενώ το πυρ και το ύδωρ και ο
αήρ και η γη είναι πάντα σώματα ορατά. Ο δε εραστής του
νου και της επιστήμης ανάγκη να επιδιώκη τας πρώτας αιτίας
Ε. | τας αναφερομένας εις την νοούσαν φύσιν, όσαι δε γεννών-
ται από άλλας, αίτινες κινούνται και εξ ανάγκης κινούσιν άλλα,
πρέπει να θεωρή ταύτας δευτέρας. Λοιπόν και ημείς πρέπει
κατά ταύτα να εξετάζωμεν και τα δύο είδη των αιτίων, αλλά
χωριστά εκείνα τα οποία μετά νου είναι δημιουργά πραγμάτων
καλών και αγαθών, και εκείνα όσα εστερημένα φρονήσεως ποιού-
σιν εκάστοτε ό,τι τύχη άνευ τάξεως.
Αρκούσι λοιπόν ταύτα ως προς τα συναίτια του να λάβωσι
τα όμματα την δύναμιν εκείνην, την οποίαν έχουσιν. Αλλά ποίον
είναι το μέγιστον έργον αυτών προς ωφέλειαν, διά το οποίον ο
47. | Θεός μας εδώρησεν αυτούς, πρέπει να είπωμεν τώρα. Η
όψις τω όντι κατ' εμέ μας είναι αιτία μεγίστης ωφελείας, διότι
εκ των λόγων, όσοι τώρα λέγονται περί του παντός, ουδείς ήθελΈ
ποτε λεχθή υπό των μη ιδόντων μήτε άστρα μήτε ήλιον μήτε
ουρανόν, αλλά νυν η ημέρα και η νυξ, τας οποίας είδομεν, και
οι μήνες και αι περίοδοι των ενιαυτών παρήγαγον τον αριθμόν
και μας έδοσαν την έννοιαν του χρόνου και την έρευναν περί
Β. | της φύσεως του παντός. Εκ τούτων επορίσθημεν την αρχήν
της φιλοσοφίας, της οποίας ουδέν μεγαλύτερον αγαθόν ούτε ήλ-
θεν ούτε θα έλθη ποτέ εις το θνητόν γένος ως δώρον των Θεών.
Λέγω λοιπόν ότι τούτο είναι το μέγιστον αγαθόν των οφθαλμών.
Τα δε άλλα όσα είναι μικρότερα, προς τι να τα υμνώμεν; διά
ταύτα μόνος ο μη ων φιλόσοφος τυφλωθείς, όταν οδύρηται, μα-
ταίως θρηνεί. Αλλά τούτο ας λέγωμεν ημείς, ότι διά την αι-
τίαν ταύτην ο Θεός ανεύρε και μας εδώρησε την όψιν, ίνα βλέ-
ποντες τας περιόδους του Νου εν τω ουρανώ μεταχειριζώμεθα εις
τας περιφοράς της εν ημίν διανοήσεως, αίτινες είναι συγγενείς
C. | με εκείνας, καίτοι αύται μεν είναι τεταραγμέναι, εκείναι δε
αδιατάρακτοι· και ίνα ούτω λαμβάνοντες μαθήματα και μετέχον-
τες της ορθότητος των κατά φύσιν συλλογισμών, μιμούμενοι τας
περιφοράς των Θεών, αίτινες είναι όλως σταθεραί, θέσωμεν εις
τάξιν τας εν ημίν πεπλανημένας κινήσεις.
Ως προς την φωνήν δε και την ακοήν ισχύει πάλιν ο αυτός
λόγος, ότι δηλ. μας εδωρήθησαν παρά των Θεών προς τον αυτόν
σκοπόν διά τας αυτάς αιτίας. Διότι και ο λόγος ετάχθη προς
τον αυτόν σκοπόν και εις τούτον συνεισφέρει μεγίστην μερίδα.
Και πάλιν ό,τι υπάρχει χρήσιμον προς ακοήν εις τον μουσικόν
ήχον μας εδόθη ένεκα της αρμονίας. Η δε αρμονία, επειδή έχει
κινήσεις ομοίας με τας περιόδους της ψυχής, αίτινες είναι εντός
ημών, εδόθη υπό των μουσών εις τον μετά φρονήσεως μεταχει-
ριζόμενον ταύτας· ουχί προς ηδονήν άλογον, καθώς τώρα νομί-
ζεται ότι είναι χρήσιμος, αλλά ως σύμμαχος, ίνα φέρη εις τάξιν
και συμφωνίαν προς εαυτήν την περιόδον της ψυχής, ήτις έγι-
νεν εντός ημών άνευ αρμονίας. Και ο ρυθμός ομοίως μας εδόθη
υπό των αυτών προς τον αυτόν σκοπόν ως επίκουρος διά την
Ε. | άνευ μέτρου και άνευ χάριτος διάθεσιν, ήτις είναι εις τους
πλείστους ημών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.

Εδείξαμεν τα δημιουργήματα του νου, αλλά μετά του νου συνεργάζεται και η ανάγκη, το στοιχείον όπερ δέχεται την δημιουργίαν. Ανάγκη λοιπόν να επαναλάβωμεν τα πράγματα απ' αρχής, ίνα δώσωμεν πληρεστέραν εξήγησιν αυτών.

Όσα είπομεν έως εδώ, πλην ολίγων, έχουσι δείξει ό,τι εδη-
μιουργήθη υπό του νου. Τώρα πρέπει να προσθέσωμεν εις τον
λόγον και τα υπό της ανάγκης γινόμενα. Διότι η γένεσις τούτου
48. | του κόσμου υπήρξε μικτή, εκ συνδυασμού ανάγκης και νου.
Επειδή δε ο νους εδέσποζε της ανάγκης, πείθων αυτήν να φέ-
ρωσιν εις το βέλτιστον τα πλείστα των γινομένων, κατά ταύτα
διά της ανάγκης νικωμένης υπό έμφρονος πειθούς, ούτω κατ' αρ-
χάς έλαβε σύστασιν τούτο το σύμπαν. Εάν τις λοιπόν, όπως έγινε
το σύμπαν, ούτω και πράγματι θέλη να ομιλήση, πρέπει να ανα-
μίξη (εις τον λόγον) και το είδος της μεταβαλλομένης αιτίας, και
να την ακολουθή όπου κατά την φύσιν της φέρει. Πρέπει λοιπόν
Β. | να επανέλθωμεν οπίσω και λαβόντες αύθις άλλην αρχήν
αυτών τούτων, αρμόζουσαν εις αυτά, καθώς επράξαμεν τότε περί
αυτών, ούτω τώρα περί τούτων πρέπει να αρχίσωμεν απ' αρχής.
Και πρέπει την φύσιν του πυρός και του ύδατος και του αέρος
και της γης, οποία ήτο προ της γενέσεως του ουρανού, να εξετά-
σωμεν αυτήν καθ' εαυτήν και τα πρότερα πάθη αυτής. Διότι μέ-
χρι του νυν ουδείς ακόμη εξέθεσε την γένεσιν αυτών, αλλ' ως
εάν εγνωρίζομεν τι είναι το πυρ και έκαστον αυτών, λέγομεν ότι
είναι αρχαί, υποθέτοντες αυτά ως στοιχεία(115) (του αλφαβήτου) του
παντός, ενώ δεν έπρεπεν ούτε με τας συλλαβάς λογικώς να παρο-
μοιάζωνται ταύτα υπό ανθρώπου και ολίγην έχοντος φρόνησιν.
Τώρα λοιπόν ό,τι ημείς διανοούμεθα έχει ως εξής: Περί της αρ-
χής πάντων των πραγμάτων, ή περί των αρχών, ή όπως θέλει
τις να εκφρασθή περί τούτων, τώρα δεν θα είπωμεν ουχί δι' άλ-
λην αιτίαν παρά διότι είναι δύσκολον κατά τον παρόντα τρόπον
του εκθέτειν τα πράγματα να δηλώσω την γνώμην μου. Μη νο-
μίζετε λοιπόν μήτε υμείς ότι πρέπει εγώ να είπω αυτήν, (διότι)
ούτε εγώ αυτός θα ήμην ικανός να πείσω τον εαυτόν μου ότι
ορθώς θα επεχείρουν, αν ανελάμβανον τοιούτον έργον. Αλλά
Δ. | διατηρών ό,τι κατ' αρχάς είπον, δηλ. αποβλέπων εις την δύ-
ναμιν των πιθανών συλλογισμών, θα προσπαθήσω να είπω πρά-
γματα ουχί ολιγώτερον αλλά περισσότερον άλλων πιθανά, ως
πρότερον είπον απ' αρχής περί εκάστου και περί όλων ομού των
πραγμάτων. Και τώρα πάλιν εις την αρχήν του λόγου τούτου τον
Θεόν επικαλούμενος σωτήρα, όπως μας οδηγήση σώους εκ διηγή-
Ε. | σεως παραδόξου και ασυνήθους εις δοξασίας πιθανάς, ας αρ-
χίσωμεν εκ νέου να λέγωμεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.

Εις τας αρχάς ας διεκρίναμεν πρότερον, ήτοι 1) το παρά- δειγμα, το ον (ιδέαν) και 2) το μίμημα, τα αισθητά αντικείμενα, προσθετέον 3) την δεξαμενήν και την τροφόν παντός όπερ γίνεται. Το στοιχείον τούτο δεν είναι πυρ, αήρ, ύδωρ, γη, διότι ταύτα μεταβάλλονται απαύστως και μεταβαίνουσιν εκ μιας εις άλλην κατάστασιν. Αι μεταβολαί όμως αύται συμβαίνουσιν αναγκαίως είς τι, όπερ μένει ταυτόν εαυτώ, και όπερ μη ον ωρισμένον σώμα δύναται να γίνη πάντα και να δεχθή πάσας τας ποιότητας, είναι άφθαρτον και αόρατον, καταληπτόν διά εικασίας και αναλογίας, αιώνιος Χώρος, παρέχων τόπον εις παν ό,τι γίνεται.

Η νέα λοιπόν αρχή περί του παντός ας λάβη διαιρέσεις πε-
ρισσοτέρας της πρώτης. Δηλαδή τότε μεν διεκρίναμεν δύο είδη,
τώρα δε πρέπει να δηλώσωμεν και τρίτον άλλο είδος. Διότι τα
δύο ήσαν επαρκή, προς όσα είπομεν πρότερον, έν μεν υπετέθη
49. | ως παράδειγμα, νοητόν και αιωνίως υπάρχον κατά τον αυτόν
τρόπον, δεύτερον δε ως μίμημα του παραδείγματος, έχον γέννησιν
και ον ορατόν. Τρίτον δε τότε δεν διεκρίναμεν, επειδή ενομίσαμεν
ότι τα δύο ήσαν αρκετά. Αλλά τώρα φαίνεται ότι ο λόγος μας
αναγκάζει και τρίτον είδος, δύσκολον και σκοτεινόν, να επιχειρή-
σωμεν να διασαφήσωμεν διά λόγων. Ποίαν λοιπόν φύσιν, ποίαν
δύναμιν πρέπει να υπολάβωμεν ότι έχει αυτό; Τοιαύτην ακριβώς,
ότι δηλ. είναι το υποδεχόμενον παν ό,τι γεννάται, ως μία τρο-
φός. Είπομεν ούτω την αλήθειαν αλλά πρέπει να είπωμεν σαφέ-
Β. | στερα περί αυτού· τούτο όμως είναι δύσκολον, και δι' άλλους
λόγους και διότι χάριν αυτού είναι αναγκαίον να προβάλωμεν
απορίας περί του πυρός και των άλλων τριών ειδών. Διότι είναι
δύσκολον να είπωμεν περί εκάστου αυτών, ποίον πραγματικώς
πρέπει να λέγωμεν ύδωρ μάλλον παρά πυρ, και ποίον οτιδή-
ποτε άλλο, είτε όλα ομού (λαμβάνοντες) είτε και έν έκαστον,
ούτως ώστε να λέγωμεν αξιόπιστα και ασφαλή. Πώς λοιπόν θα
λέγωμεν ευλόγως το πράγμα αυτό καθ' εαυτό, και τίνι τρόπω,
και τι, όταν ευρισκώμεθα εις απορίαν; Και πρώτον εκείνο το
C. | οποίον ωνομάσαμεν ύδωρ, όταν πηγνύηται, ως φαίνεται
βλέπομεν ότι γίνεται λίθοι και γη, έπειτα δε όταν διαλύηται
και διαστέλληται, αυτό τούτο γίνεται αήρ και άνεμος. Και
ο αήρ, όταν καή, γίνεται πυρ· τανάπαλιν δε το πυρ, όταν πυ-
κνωθή και σβεσθή, μεταβαίνει πάλιν εις μορφήν αέρος. Και πά-
λιν ο αήρ, όταν συσταλή και πυκνωθή, γίνεται νέφος και ομίχλη·
και εκ τούτων, όταν επί μάλλον συμπυκνωθώσι, ρέει ύδωρ· εξ
ύδατος δε πάλιν γίνονται γη και λίθοι. Και τοιουτοτρόπως ταύτα
αποτελούσι κύκλον μεταδίδοντα εις άλληλα την γέννησιν, ως εί-
Δ. | δομεν. Αλλ' ούτως, επειδή ταύτα ουδέποτε φαίνονται έκαστον
τα αυτά, ποιον εξ αυτών είναι εκείνο, όπερ εάν τις διισχυρισθή
ότι είναι μονίμως τούτο και ουχί άλλο, δεν θα καταισχύνη εαυ-
τόν; Δεν είναι (κανέν)· διό πολύ ασφαλέστερον περί τοιούτων
πραγμάτων είναι να ομιλώμεν, όταν θέτωμεν ως βάσιν τούτο:
ότι εκείνο το οποίον βλέπομεν, ότι πάντοτε γίνεται άλλο, π. χ.
το πυρ, να μη λέγωμεν τούτο πυρ, αλλ' εκείνο όπερ σταθερώς
είναι τοιούτον(116) μήτε να λέγωμεν ύδωρ τούτο εδώ, αλλ' εκείνο
Ε. | όπερ πάντοτε είναι τοιούτον, μήτε άλλο ουδέν ποτε ως να
είχε σταθερότητά τινα, από εκείνα, όσα δηλούμεν μεταχειριζόμενοι
την λέξιν τούτο και εκείνο και νομίζομεν ότι λέγομέν τι (ορθόν).
Διότι ταύτα μη μένοντα πάντοτε αποφεύγουσι τον προσδιορισμόν
του τούτου και εκείνου και του κατά τούτον τον τρόπον και οιονδή-
ποτε άλλον, όστις δεικνύει ότι ταύτα είναι μόνιμα. Ταύτα λοιπόν
δεν πρέπει να λέγωνται ούτω καθέν, αλλ' εκείνο όπερ είναι πάν-
τοτε τοιούτον και μεταβαίνει σταθερώς (εξ ενός εις άλλο, μένον)
όμοιον, είτε περί εκάστου είτε περί πάντων των πραγμάτων πρέ-
πει να λέγωμεν ούτω, και επομένως πυρ εκείνο όπερ είναι πάντοτε
τοιούτον, και ομοίως παν άλλο πράγμα όπερ έχει γέννησιν. Και
ούτως εκείνο, εις το οποίον έκαστον εκ των πραγμάτων τούτων,
όταν γεννάται, εμφανίζεται, και πάλιν εκείθεν αφανίζεται, εκείνο
50. | μόνον δυνάμεθα να ονομάζωμεν μεταχειριζόμενοι τας λέξεις
τούτο και εκείνο, το δε άλλο, οποιονδήποτε είναι, ή θερμόν ή
λευκόν, ή οτιδήποτε εκ των εναντίων, και παν ό,τι γεννάται εκ
τούτων, κανέν από ταύτα δεν πρέπει να καλήται ούτως.