WeRead Powered by ReaderPub
Φαίδρος cover

Φαίδρος

Chapter 5: 2. ΑΝΑΛΥΣΙΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The dialogue opens with a reading of a popular speech arguing that a non-lover is preferable; Socrates and his interlocutor examine the limits of written rhetoric and of standard persuasive techniques, leading Socrates to deliver contrasting speeches about love, the soul's divine nature, and inspired madness. He develops an extended charioteer allegory to describe the soul's journey between mortal desire and rational control, distinguishes varieties of divine mania, and argues that authentic rhetoric must rest on knowledge of the soul and the pursuit of truth and beauty rather than mere persuasive effect. The discussion closes by weighing the merits of speech over writing and sketching an ideal art of discourse.

The Project Gutenberg eBook of Φαίδρος

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Φαίδρος

Author: Plato

Translator: K. Gounaris

Release date: March 18, 2011 [eBook #35604]
Most recently updated: January 7, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstntinides

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΦΑΊΔΡΟΣ ***

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstntinides.

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words have been included in &&. Footnotes have been converted to endnotes. Words between square brackets represent corrections by the translator.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε &&. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Λέξεις εντός αγκυλών έχουν παρεμφληθεί από τον μεταφραστή.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΠΛΑΤΩΝ ΦΑΙΔΡΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Κ. ΓΟΥΝΑΡΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

Π Λ Α Τ Ω Ν Ο Σ

ΦΑΙΔΡΟΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ Κ. Σ. Γ Ο Υ Ν Α Ρ Η
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΦΑΙΔΡΟΝ

1. Ο ΦΑΙΔΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΚΑΔΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ

Από τα σπουδαιότατα έργα του θείου Πλάτωνος, ο Φαίδρος, είναι μικρογραφία όλου του κόσμου των θεωριών του φιλοσόφου, είναι καλλιτέχνημα του ποιητού της σκέψεως, είναι απεικόνισις αυτού του ακαδημαϊκού διδασκάλου της παρά τον Κηφισόν φιλοσοφικής Ακαδημείας. Εις το έργον τούτο ο φιλόσοφος Πλάτων αναπτύσσει οντολογίαν, ηθικήν, αισθητικήν, ο διδάσκαλος απανθίζει εκ των άνω θεωριών την αναγκαίαν γενικήν μόρφωσιν του ρήτορος και του συγγραφέως εν γένει, κ' εξυμνεί τον προφορικόν λόγον ως τον τέλειον δημιουργόν, διότι έμψυχα έργα, μαθητάς, φιλοτεχνεί· ο δε καλλιτέχνης Πλάτων νεανικήν χάριν και ζωηρότητα εμφυσά εις τα πολλά μέρη κ' επεισόδια του έργου, τα οποία, φαινομενικώς διάφορα, συνάπτονται με λογικόν και δραματικόν συνειρμόν.

Ψυχολογικήν τριλογίαν απαρτίζουν οι διάλογοι, οι έχοντες πολλά τα κοινά, Φαίδων, Συμπόσιον και Φαίδρος, διότι παριστάνουν ο μεν πρώτος την ψυχήν μετά θάνατον και τον έρωτα της αθανασίας, ο δε δεύτερος την ψυχήν εντός του κόσμου τούτου και την γένεσιν του έρωτος, ο δε τρίτος την προΰπαρξιν της ψυχής και την σχέσιν του έρωτος προς το κάλλος· αλλ' όμως εις την τριλογίαν αυτήν διακρίνει κανείς την απόπειραν και τον σκοπόν να μας παρουσιάσωσι τον διδάσκαλον και τον μαθητήν. Και ιδού εις τον Φαίδωνα ο θάνατος του Σωκράτους, εις το Συμπόσιον η αποθέωσις του Σωκράτους, εις τον Φαίδρον η Ακαδήμεια του Πλάτωνος· μετά το δράμα του Φαίδωνος, η ευγενής κωμωδία του Συμποσίου, και ο Ακαδημαϊκός λόγος του Φαίδρου.

Προ πάντων όμως το Συμπόσιον και ο Φαίδρος, εν ώ δεν υστερούσι και κατά το ύψος των ιδεών, διά το περιεχόμενον αυτών, διά το εύθυμον και τεχνικόν, διά τον φραστικόν χαρακτήρα των εμφανίζονται ως δίδυμα αδελφά του Πλάτωνος αριστουργήματα. Εις το Συμπόσιον εξυμνείται το ηθικόν μεγαλείον του Σωκράτους, εις τον Φαίδρον διαγράφεται η φιλόμουσος επιστημονική φυσιογνωμία του Πλάτωνος. Εκεί ο Σωκράτης, ο φίλος της αγοράς και των συναναστροφών, ο φιλόπολις, ο όμοιος με Σειληνόν, ο εγκρατής, ο ακάματος συζητητής, ο κατηγορηθείς ως διαφθορεύς των νέων, εξαίρεται από το στόμα του ιδίου ακολάστου μαθητού του, του Αλκιβιάδου· εδώ ο Πλάτων, ο φιλόκαλος, με τας αισθητικάς αντιλήψεις του έρωτος, ο αριστοκρατικός αναχωρητής, ο φεύγων τον αγοραίον θόρυβον των ρητόρων και των πολιτικών, αλλά και φιλότιμος εις τας επιστημονικάς ζητήσεις, υπό το σωκρατικόν προσωπείον τονίζει την ανάγκην της φιλοσοφίας, υποδεικνύων την αξίαν της σχολής του εις τον Φαίδρον, ο οποίος είναι τόσον φιλομαθής, ώστε συγκινεί διά τούτο, και ο οποίος, κατά τινα παλαιάν μαρτυρίαν, ήτο χρηστός και ελεήμων και όχι διεφθαρμένος, ως αναφέρουσιν άλλοι ψέγοντες την στενήν του φιλίαν προς τον Πλάτωνα.

Ωρισμένως περιγράφων ο Πλάτων την ιεράν εις τας Νύμφας και τον Πάνα &καταγωγήν του Ιλισού&, όπου απεσύρθησαν ο Σωκράτης — Πλάτων με τον Φαίδρον ίνα επιδοθούν εις την έρευναν σπουδαίων θεωριών, υπό την υψηλήν πλάτανον, κατά τας θερινάς ώρας, όταν οι κοινοί θνητοί έχουν ριφθή εις τον ύπνον και μόνον οι τέττιγες, οι αγγελιοφόροι των Μουσών, τραγουδούν ακούραστοι, θ' αντέγραφεν εκουσίως ή χωρίς να θέλη σκηνήν εκ της ιδικής του Φιλοσοφικής Ακαδημείας. Διότι τοιουτοτρόπως ακριβώς παρά τούς κήπους του Κηφισού, εις την αφιερωμένην εις τας Μούσας σχολήν του, και δη εις την Καλλιόπην και Ουρανίαν τας εφόρους της Φιλοσοφίας, ως τις πνευματικός ημίθεος της εποχής του (και τούτο το εσυμβόλισαν οι αρχαίοι μυθολογούντες ότι η ευγενής Περικτιόνη τον εγέννησεν εκ του Απόλλωνος), εν μέσω των φιλομαθέστατων και λάλων, ως οι τέττιγες, μαθητών του ησχολείτο με την γενικήν του εκείνην θεωρίαν περί των ιδεών, με την οποίαν συνέδεσε και το κάλλος, και θύων εις τας χάριτας και σχεδιάζων την ιδανικήν του πολιτείαν διέτριβε μακαρίζων εαυτόν διότι εγεννήθη άνθρωπος, διότι Έλλην, διότι επί Σωκράτους.

Αλλά καθώς υπό το παιγνιώδες και ποιητικόν του Φαίδρου διακρίνεις την σοβαρότητα έργου συνθετικού και υψηλού, τοιουτοτρόπως και υπό τον καλλιτέχνην αναχωρητήν της Ακαδημείας, ο οποίος εφαίνετο διστάζων ν' αναμιχθή εις τα πολιτικά της πατρίδος του, και ο οποίος εθεωρήθη ως ουτοπικός και υπερθεωρητικός εις τας κοινωνικάς του ιδέας, διακρίνεις τον ακάματον εργάτην της φιλοσοφίας και της προόδου. Κατ' αρχάς εταξίδευσεν εις τας εστίας του τότε πολιτισμού ίνα μορφώση τον εαυτόν του, έπειτα από ευγενούς πεποιθήσεως και από συστήματος, ο μαθητής του Σωκράτους, ηγωνίσθη επιτιθέμενος δριμύς κατά των λυμαινομένων το Άστυ και την Ελλάδα σοφιστών και αισχροκερδών λογογράφων. Διά της αμισθί παρεχομένης διδασκαλίας του, εις την επί τούτω ιδρυθείσαν Ακαδήμειαν, εμόρφωσε μαθητάς, οποίος και ο Αριστοτέλης, μας παρέδωκε δε τόσα αθάνατα έργα, όχι υπομνήματα γήρατος όπως ηθέλησε να τα ονομάση από υπερβολικόν ζήλον προς μόνον το αληθές, αλλ' αρμονικάς συνθέσεις, εις τας οποίας η μη δαμασθείσα απολλώνια φλέβα του αίματός του έδωκε την ωραίαν αττικήν μορφήν, ην έχουν. Και τέλος, αυτός ο οποίος εις τον Φαίδρον δεικνύει πώς πρέπει να εργάζεται ο φιλόσοφος, από την Ακαδήμειαν αυτήν εξήλθε δύο φοράς, γέρων πλέον, διά τας Συρακούσας, μακρυνόν τότε ταξίδιον, όπου επήγε να δώση σάρκα εις την πολιτείαν του· και τότε μεν δεν κατώρθωσε να πραγματοποιήση το πολιτικόν του σύστημα, αλλ' οι αιώνες ολίγον κατ' ολίγον πραγματοποιούν και θα πραγματοποιήσουν μίαν προς μίαν τας κοσμοπολιτικάς του ιδέας.

Η Ακαδήμεια του Πλάτωνος εκλείσθη μόλις το 529 μ. Χ. επί του Ιουστινιανού. Τότε, ενώ ιδρύετο εν Κωνσταντινουπόλει ο ναός της του &Θεού Σοφίας&, εξηφανίζετο εις τας Αθήνας αθορύβως η σχολή εκείνη, η οποία διά του τέκνου της, του μυστικού νεοπλατωνισμού, είχε συντελέσει τόσον πολύ εις την κατάρτισιν των δογμάτων του Χριστιανισμού.

Πολυάριθμοι και άξιοι μεγάλης τιμής επιστήμονες, ιδία ξένοι, ασχοληθέντες με τα έργα του Πλάτωνος, πολλά έφεραν εις φως και πολλά καθώρισαν. Ιδιαιτέρας αμφισβητήσεως έτυχε και ο χρόνος της συγγραφής του Φαίδρου. Ημείς ελαχίστην συμβολήν παρέχοντες εις την πλατωνικήν κίνησιν διά της μεταφράσεως του Φαίδρου, τον οποίον δεν εδίστασε κάποιος να ονομάση το κάλλιστον έργον του Πλάτωνος και εις τον οποίον τόσον συχνά παραπέμπουσιν αρχαίοι και νεώτεροι, θα προτάξωμεν μετά την ανάμνησιν του έργου καί τινα περί του χρόνου της συγγραφής αυτού, και πορίσματα εκ του περιεχομένου διά να κατανοηθή τελείως το ύψος και ο σκοπός του διαλόγου. Αντλήσαντες λοιπόν από τας αξιολογωτέρας γνώμας των πλατωνιστών περί του Φαίδρου παραθέτομεμεν εδώ ό,τι κρίνομεν αληθέστερον.

2. ΑΝΑΛΥΣΙΣ

Πρώτον μέρος

Ο Σωκράτης συναντά τον Φαίδρον, όστις πηγαίνει περίπατον έξω της πόλεως με σκοπόν να μελετήση τον λόγον του Λυσίου, τον οποίον κρύβει υπό το ένδυμά του. Ο Σωκράτης ανακαλύπτει τον λόγον και τον αναγκάζει με τας παρακλήσεις του να του τον διαβάση. Καταφεύγουν εις σκιερόν μέρος του Ιλισού αφιερωμένον εις τας Νύμφας. Διαβάζεται ο λόγος του Λυσίου, του οποίου η υπόθεσις είναι ότι &ο αγαπώμενος πρέπει να ευνοή όχι τον εραστήν του, αλλά τον μη εραστήν&. Εις τον Σωκράτην δεν αρέσκει ο λόγος ως προς το ρητορικόν μέρος. Δι' ό αναγκάζεται από τον Φαίδρον με την ιδίαν βάσιν, την οποίαν ευρίσκει καλήν, ν' απαγγείλη ιδικόν του λόγον καλύτερον, διότι του εγέμιζον το στήθος αι ιδέαι των παλαιών ποιητών περί του έρωτος και τον ενέπνεον αι Μούσαι.

Ορίζει λοιπόν κατ' αρχάς τον έρωτα και τελειώνει απαριθμών τα κακά τα οποία, προξενεί ο εραστής εις τον αγαπώμενον νέον, εν ώ από την αισχύνην, διά το αισχρόν θέμα, σκεπάζει το πρόσωπόν του.

Αλλ' ο Φαίδρος είναι αδύνατον ν' αρκεσθή έως εδώ. Ζητεί από τον Σωκράτην να του απαριθμήση και τα καλά τα οποία προξενεί εις τον αγαπώμενον ο μη ερών. Ο Σωκράτης αρνείται κ' επιχειρεί να φύγη, αλλ' έξαφνα το δαιμόνιον, το σοφόν αυτό ασυνείδητον ελατήριον της ψυχής του, τον σταματά. Διότι εκφράσεις όχι καλάς θα είχον εκστομίσει. Οι λόγοι των, του Λυσίου και ο ιδικός του, ασφαλώς ύβρισαν τον έρωτα, διότι ο έρως δεν είναι μόνος εκείνος ο οποίος απαντάται μεταξύ των ναυτών, αλλ' είναι αυτό τούτο θεός. Ενθυμείται ότι ο Όμηρος ετυφλώθη διότι ύβρισε την Ελένην, δηλαδή το κάλλος, το όποιον είναι θείας καταγωγής, και ότι μόνον ο Στησίχορος, ο ποιητής, εσώθη διότι ανήρεσε με άλλο άσμα τας μομφάς του προς εκείνην. Έπρεπε και αυτός να παλινωδήση.

Ο δεύτερος λοιπόν λόγος του είναι ύμνος προς τον Έρωτα και το Κάλλος. Ακάλυπτος τώρα κ' ενθουσιασμένος ευρίσκει ότι έχομεν τεσσάρων ειδών μανίας και ότι εκ τούτων η ερωτική μανία δίδει ευτυχίαν εις την ψυχήν. Αλλ' η ψυχή μας αυτή, η αθάνατος και αγέννητος, ποία έχει ουσίαν, πόθεν ήλθε, πού πηγαίνει, τι αισθάνεται; Απαντών εις αυτά ο Σωκράτης αρχίζει τον περί ψυχής μύθον του. Η ψυχή αποτελείται από ένα ηνίοχον και δύο ίππους, ήτο δε πτερωτή, αλλ' απώλεσε τα πτερά της, διότι δεν κατώρθωσε να περάση εις τον επουράνιον τόπον και να ίδη τον Δία και τους θεούς, δηλαδή το καλόν, το αγαθόν και το αληθές, των οποίων η θέα τρέφει τα πτερά της ψυχής. Ένεκα λοιπόν του μεγάλου συνωστισμού των ψυχών, άπτερος πλέον η ψυχή πίπτει εις το κενόν, εμψυχώνεται εις ανθρώπους διαφόρους διά χιλιάδας έτη, μετά την παρέλευσιν των οποίων επανα[λα]μβάνει τον αγώνα της. Αι ενανθρωπίσασαι λοιπόν ψυχαί βλέπουσαι επί της γης ωραία σώματα ενθυμούνται το αιώνιον κάλλος και παρασύρονται εις έρωτα και πάθη. Ο ηνίοχος και ο καλός ίππος συγκρατούσι τον κακόν ίππον από την τάσιν του προς αισχράν πράξιν, και η ψυχή αγαπά θεωμένη μόνον, εν ώ ο αγαπώμενος αισθάνεται αντέρωτα. Κάμνει λοιπόν ο μετά φιλοσοφίας έρως των, ώστε να πτερούνται αι ψυχαί των μετά θάνατον.

Δεύτερον μέρος

Ο Σωκράτης κρίνων το έργον του λογογράφου Λυσίου και τα έργα των πολιτικών και νομοθετών αποφαίνεται ότι όχι το γράφειν αλλά το κακώς γράφειν φέρει αισχύνην. Αλλά διά να γράψη τις καλώς δεν αρκεί η ρητορική χωρίς την γνώσιν της αληθείας. Αναφέρει λεπτομερώς όλα τα είδη της ρητορικής και τας μεθόδους των ρητόρων, τα οποία δεν επιτυγχάνουν τον σκοπόν των. Επί παραδείγματι ο Λυσίας δεν ώρισεν εις την αρχήν τον έρωτα, με μεγάλην δε σύγχυσιν ανέπτυξε τα μέρη του θέματός του, ενώ αυτός ώρισε τον έρωτα ως μανίαν και με τας δύο φιλοσοφικάς μεθόδους, την αναλυτικήν και την συνθετικήν, επροχώρησεν εις το έργον του. Οι τοιουτοτρόπως φιλοσοφικώς εργαζόμενοι καλούνται διαλεκτικοί. Ενώ οι ρήτορες με τας ιδικάς μόνον γνώσεις μόλις το αλφάβητον του γράφειν λόγους γνωρίζουν.

Καλύτερος ρήτωρ ήτο ο Περικλής, διότι ακριβώς από τον φιλόσοφον Αναξαγόραν ήντλησεν. Οι ρήτορες λοιπόν πρέπει να γνωρίζωσι την ανθρωπίνην ψυχήν, έπειτα πρέπει να έχωσι σκοπόν την αλήθειαν και όχι το αληθοφανές. Κατόπιν εξετάζει την ευπρέπειαν και την απρέπειαν περί το γράφειν κ' ευρίσκει, αφού αναφέρει τον μύθον της ανακαλύψεως του γραπτού λόγου, ότι ο τελευταίος ούτος λόγος δεν είναι φάρμακον διαρκούς μνήμης, αλλ' απλής υπομνήσεως, ενώ ο προφορικός λόγος είναι αυτάρκης και σπείρεται εις ψυχάς ζώσας. Τέλος εξάγει συμπέρασμα περί του πώς πρέπει να εργάζεται και πώς να ονομάζεται ο αληθινός σοφός, δηλαδή ο φιλόσοφος. Κατόπιν συνιστών εις όλους τους συγγραφείς την φιλοσοφίαν, ευρίσκει ότι ο Ισοκράτης είναι καλύτερος του Λυσίου και παρέχει ελπίδας ως φιλοσοφικώτερος. Προσευχηθείς δε εις τον Πάνα διά να του δίδη εσωτερικήν ωραιότητα και να παρέχη εις τον νουν του σοφίαν και εις το σώμα του σωφροσύνην, επιστρέφει εις την πόλιν μαζί με τον Φαίδρον.

3. ΧΡΟΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΗΣ

Ο Πλάτων εγεννήθη το 427 π. Χ. και απέθανε το 348 π. Χ. Το 407 έγινε μαθητής του Σωκράτους, ο οποίος έπιε το κώνειον το 399 π. Χ. Η γνώμη του Άγγλου Γρότε, ότι κανείς εκ των διαλόγων του Πλάτωνος δεν εγράφη προ του θανάτου του Σωκράτους, και η γνώμη του Γερμανού Έρμανν, ότι ελάχιστοι είναι νόθοι, γενικώς επικρατούσι σήμερον.

Κυριώταται πηγαί προς χρονικήν κατάταξιν των διαλόγων εκτός των αρχαίων μαρτυριών, των υπαινιγμών του φιλοσόφου και της εξελίξεως των θεωριών του, είναι η ζωή αυτού, το περιβάλλον και αι περιστάσεις, και η γλωσσική μορφή των έργων του.

Εις την ζωήν του Πλάτωνος τρεις σπουδαίους σταθμούς δυνάμεθα να παρατηρήσωμεν, οι οποίοι ασφαλώς έχουν επίδρασιν εις το έργον του: &τον θάνατον του Σωκράτους και την φυγήν του εις Μέγαρα (399 — 398 π.Χ.)· την μετά τα ταξίδιά του εις Κυρήνην, Αίγυπτον, Ιταλίαν ίδρυσιν της Ακαδημείας (386 — 385 π.X.)· την εκ του δευτέρου εις Σικελίαν ταξιδίου επάνοδόν του εις την σχολήν, εις ην κατελέχθη ως μαθητής ο Αριστοτέλης (368 — 367 π. Χ.).&

Μεταξύ των δύο πρώτων σταθμών εγράφησαν τα έργα της πρώτης περιόδου, της Σωκρατικής, τα οποία φέρουσι τον χαρακτήρα της αμέσου επιδράσεως του Σωκράτους (Απολογία, Κρίτων, Γοργίας, Ευθύφρων, Λάχης, Ιππίας κ.τ.λ.). Μεταξύ του δευτέρου και του τρίτου σταθμού εγράφησαν τα έργα της δευτέρας περιόδου, της δυναμένης να κληθή &πρώτης ακαδημαϊκής ή συνθετικής&, διότι συνετάχθησαν εις την Ακαδήμειαν και περιέχουν τα πρώτα στοιχεία της δημιουργικής εργασίας του Πλάτωνος. Μεταξύ του τρίτου σταθμού και του θανάτου του φιλοσόφου εγράφησαν τα έργα της τρίτης περιόδου, της δυναμένης να κληθή &δευτέρας ακαδημαϊκής ή κριτικής&, διότι ο συγγραφεύς συστηματικώτερον αναπτύσσει τας θεωρίας του. Τα έργα της περιόδου ταύτης ορίζονται ασφαλέστερον των άλλων, εάν κρίνη κανείς και εκ της μορφής και εκ της ουσίας αυτών, (Φίληβος, Παρμενίδης, Σοφιστής, Πολιτικός, Τίμαιος, Κριτίας, Νόμοι κτλ.).

Ο ποιητικός και ο τεχνικός Φαίδρος, του οποίου η μεν γνησιότης από κανένα δεν αμφισβητείται, αλλά του οποίου ο χρόνος της συγγραφής έγινεν αντικείμενον πολλής διαφωνίας, δεν είναι δυνατόν ν' ανήκη εις τα έργα της ψυχράς τρίτης περιόδου. Επίσης δεν δύναται να ληφθή ως το πρώτον έργον του Πλάτωνος, διότι ούτε μειρακιώδες είναι (Διογένης Λαέρτιος), ούτε το διάγραμμα της όλης φιλοσοφίας του, ο πρόλογος δηλαδή του συστήματός του (Σλεϊερμάχερ), διότι δεν ήτο δυνατόν να είχε μορφώσει ο Πλάτων το σύστημά του αμέσως μετά τον θάνατον του Σωκράτους. Επίσης δεν είναι δυνατόν να εγράφη κατά το τέλος της πρώτης περιόδου, μετά τας αποδημίας (Κρίστ. κτλ.)· διότι ναι μεν περιέχει στοιχεία αιγυπτιακά και πυθαγόρεια δεικνύοντα την επίδρασιν των ξένων μερών, αλλ' ως παρέχων όψιν ακαδημαϊκήν και δεικνύων φιλοσοφικήν αναγέννησιν και ζωήν, προϋποθέτει την ίδρυσιν της Ακαδημείας. Ούτε είναι δυνατόν να εγράφη κατά τας αρχάς της δευτέρας περιόδου, ίνα χρησιμεύση ως εισιτήριος λόγος του φιλοσόφου εις την Ακαδήμειαν (Έρμανν), διότι τότε θα υποτεθή ότι όλα τα ατελέστερα αυτού έργα της δευτέρας περιόδου, και προ πάντων κατά την μορφήν, (Μένων, Κρατύλος, Ευθύδημος, Μενέξενος και ο Λύσις εάν ταχθή εις την περίοδον αυτήν) εγράφησαν μετά τον Φαίδρον. Ευφυεστάτη και πιθανωτάτη φαίνεται η γνώμη του ημετέρου Σ. Μωραΐτου (1), ότι ο Φαίδρος είναι σύγγραμμα ευκαιρίας και εγράφη κατά τα μέσα της βας περιόδου, το 378 π. Χ., μετά τον θάνατον του Λυσίου, ότε ο μαθητής του Αντισθένης και οι οπαδοί του εθορύβουν περί το όνομα του αποθανόντος διδασκάλου των προκαλούντες ούτω τον Πλάτωνα. Ήκμαζε δε τότε πνευματικώς ο Πλάτων, άγων το πεντηκοστόν έτος της ηλικίας του (2).

Τέλος άλλοι ερευνηταί (οι Στατιστικοί, Λουτοσλάβσκη κτλ.) πιστεύουσιν ότι είναι δυνατόν να εγράφη το έργον και εις το τέλος της δευτέρας περιόδου και μετά την Πολιτείαν ακόμη, δηλαδή και περί το εξηκοστόν έτος της ηλικίας του φιλοσόφου.

Καμμία αμφιβολία ότι ο Φαίδρος πρέπει να τεθή εις τα μεθόρια των δύο τελευταίων περιόδων, περί το 370 π. Χ., προ του εις Σικελίαν δευτέρου ταξιδίου του. Ο Φαίδων, το Συμπόσιον, ο Φαίδρος και η Πολιτεία είναι έργα σύγχρονα και σχετικά· εκ τούτων τα τρία πρώτα φαίνονται ότι είναι συγγράμματα έκτακτα, το δε τελευταίον είναι έργον συστηματικόν, το οποίον ίσως εξηκολούθει να γράφεται, εν ώ έβλεπον το φως τα προηγούμενα, και το οποίον ίσως ετελείωσε κατά την τρίτην περίοδον. Ο δε Φαίδρος, και διότι γλωσσικά τεκμήρια του αποδεικνύουν ομοιότητα τινά προς τα έργα της κριτικής περιόδου, και διότι εις αυτόν ευρίσκεται ο πρώτος εκ των συνεχών μεγάλων μύθων των οποίων γίνεται χρήσις κατόπιν, και διότι δι' αυτού υποδεικνύει ο συγγραφεύς ότι δεν είν' ευχαριστημένος εκ των συγγραφών του, αι οποίαι πρέπει να είναι απλά μνήμης υπομνήματα, τουθόπερ προσεπάθησε να τηρήση κατά την τρίτην συγγραφικήν περίοδον, πρέπει να θεωρηθή ως το τελευταίον έργον της δευτέρας περιόδου. Αλλ' ο Φαίδρος είναι και το τελευταίον ποιητικόν έργον του Πλάτωνος. Όστις δε νομίζει, ότι εις τοιαύτην ηλικίαν, πλησιάζουσαν το εξηκοστόν, δεν ήτο δυνατόν να γραφή έργον ούτω νεανικόν, δεν γνωρίζει την ανθρωπίνην καρδίαν εν γένει, και δεν εισέδυσεν εις την αρμονικήν κ' ενθουσιώδη πλατωνικήν ψυχήν, εις την οποίαν επάλαιεν από νεαράς ηλικίας το καλόν προς το αληθές, η ποίησις προς την φιλοσοφίαν.

Τέλος φαίνεται υπερισχύσασα η φιλοσοφία, και μολονότι εις τον Φαίδρον ομολογείται ότι η εκ Μουσών μανία είναι καλλίστη, εκ της Πολιτείας αποδιώκεται ο Όμηρος, τα έργα της τρίτης περιόδου χάνουσι κατ' ουσίαν την μορφήν του διαλόγου, εις δε τους Νόμους εξαφανίζεται και αυτό το πρόσωπον του Σωκράτους. Αλλ' εις την μεταβολήν αυτήν συνετέλεσαν και άλλα γεγονότα, η αποτυχία του φιλοσόφου εις την Σικέλιαν, η ανάγκη να βιασθή να συμπληρώση το ταχύτερον το έργον του, διότι ήγγιζε το τέρμα της ζωής, και τέλος η επίδρασις του επιστημονικού πνεύματος του μεγάλου μαθητού του Αριστοτέλους (3). Διά τούτο η τρίτη περίοδος δεν έχει να επιδείξη Πρωταγόρας, Συμπόσια, Φαίδρους.

4. ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΠΟΡΙΣΜΑΤΑ

Η Σκηνή του διαλόγου υποτίθεται μετά το 411 π. Χ., ότε ήλθεν εις Αθήνας ο Λυσίας, και προ του 399, ότε απέθανεν ο Σωκράτης, το κύριον πρόσωπον του διαλόγου. Πιθανώτατα όχι διαρκούντος του Πελοποννησιακού πολέμου και της τρομοκρατίας των 30, αλλά κατά το 403 ότε επέστρεψεν εις Πειραιά ο Λυσίας, όστις ήτο φυγάς.

Ο Λυσίας ο οποίος δημιουργεί την υπόθεσιν, διά της αναγνώσεως και ανασκευής τον ιδικού του λόγου, παρουσιάζεται ως φαύλος τον χαρακτήρα και άτεχνος λογογράφος. Το έργον του τούτο, το οποίον απεδείχθη ότι όντως εγράφη υπ' αυτού (Σπέγγελ) είναι μάλλον ερωτική επιστολή, ή πρόχειρον νεανικόν ρητορικόν δοκίμιον, γραφέν πιθανώς προ του 403, ότε ως γνωστόν διά του υπέρ του Ερατοσθένους λόγου του ενεφανίσθη ως ρήτωρ αξίας, λιτός, βραχύς, πιθανός, ίνα ασκήση το ευεργετικόν και πρακτικόν δικανικόν είδος του λόγου. Μικροπρεπής λοιπόν θα ήτο ο Πλάτων κατόπιν μακράς περιόδου ετών να επιχειρήση να στιγματίση τον άνθρωπον και την τέχνην του. Αλλ' εκ της αξίας των δικανικών λόγων του Λυσίου δεν δύναται να συμπαιράνη κανείς ότι δεν εξήσκει και κατόπιν τα άλλα είδη του λόγου και ότι οι μαθηταί του έπαυσαν να γράφουν τοιαύτας ρητορικάς τέχνας (4). Και δεικνύεται μεν ότι προεκάλουν την Ακαδήμειαν αι ρητορικαί σχολαί, του Λυσίου — Αντισθένους, όστις έσκωπτε τον Πλάτωνα Σάθωνα, και του Ισοκράτους, ο οποίος επικρίνεται εις τον Ευθύδημον και αμφιβόλως επαινείται εις τον Φαίδρον, αλλ' ο σκοπός του Πλάτωνος δεν ήτο να εξευτελίση τας ρητορικάς σχολάς και ν' αποσπάση από εκεί μαθητάς διά την φιλοσοφικήν του σχολήν (5).

Αφορμή μόνον της συγγραφής ήσαν αι προκλήσεις αυταί, αλλ' ο σκοπός είναι υψηλότερος πολύ· ο Πλάτων επιτίθεται κατ' αυτής της ρητορικής και υποσκάπτει τα θεμέλιά της· όπως εις την Πολιτείαν του αποδιώκει την ποίησιν, ούτω και εις τον Φαίδρον προσβάλλει, πολύ δικαιότερον, την ρητορικήν. Διείδε ότι βλάβης μάλλον ή ωφελείας πρόξενον έγινε και θα γίνη εις τον κόσμον το είδος τούτο του λόγου. Και παρασκευάζει μεν υπόδειγμα αληθούς ρητορικής, αλλά τούτο δεν είναι άλλο παρά η αληθής φιλοσοφία εις την ρητορικήν. Διότι η αλήθεια δεν χρειάζεται περιττά κοσμήματα, αλλ' απλουστάτην μέθοδον, όταν παραστή ανάγκη να φέρη πρακτικά αποτελέσματα, τα δε περιττά κοσμήματα συσκοτίζουν και πολλάκις διαστρέφουν την πρακτικήν επιστήμην. Όταν δε η ρητορική πρόκειται να πανηγυρίση ή να συγκινήση, δανείζεται τα πτερά της ποιήσεως, διότι δεν είναι αρκετά τα ταπεινά της μέσα.

Διά να φέρη εις πέρας τον μεγάλον σκοπόν του παρεισάγει ολόκληρον ιστορίαν της ρητορικής και παρουσιάζει τα διάφορα τεχνάσματα και την κενότητα των ρητόρων από του Τισίου, του πρώτου ρήτορος, και του Γοργίου μαθητού του πρώτου και διδασκάλου του Ισοκράτους, μέχρι του Περικλέους. Και τον μεν Περικλέα επαινεί ως φιλόσοφον ρήτορα, επίσης και τον Ισοκράτην ως πολλά υποσχόμενον διότι είναι φιλοφικώτερος του Λυσίου. Ακριβώς εάν είναι αληθής ο έπαινος του Ισοκράτους (ο συγγραφεύς εδώ παριστά τον Ισοκράτην και τον Λυσίαν όπως ήσαν κατά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου) εντός του Φαίδρου, όπου περιέχεται η σπουδαία παλινωδία του Σωκράτους εις τον έρωτα, ήτο ο κατάλληλος χώρος να παλινωδήση ο Πλάτων ως προς τον ρήτορα τούτον, διότι τον έψεξεν εις τον Ευθύδημον. Αλλ' ως είπομεν, εις το έργον του τούτο δεν φαίνεται κατεχόμενος από εμπάθειάν τινα, αλλά συναισθανόμενος την υπεροχήν του και εκ περιωπής κρίνων ελεεί τους δοκησισόφους τούτους ρήτορας λέγων, ότι δεν πρέπει να οργίζεται κανείς κατ' αυτών, διότι γνωρίζουν μόλις τα στοιχεία της τέχνης των, πράγμα το οποίον δεν είναι απορριπτέον, αλλ' εις ουδέν συντελεί άνευ φιλοσοφικής μορφώσεως και μεθόδου.

Αλλά διά του Λυσίου προσβάλλων την ρητορικήν, η οποία ήτο η κυριωτάτη πνευματική και πολιτική παιδεία της πατρίδος του κατά τους χρόνους εκείνους τους άνευ κατευθύνσεως και μεγαλείου, είχεν ανώτερον και τελικόν σκοπόν να εξυμνήση την φιλοσοφίαν. Υποδεικνύει ούτω την μεγάλην σημασίαν της φιλοσοφίας εις πάσαν σκέψιν, παν αίσθημα, παν έργον και εξυψώνων τον προφορικόν λόγον, φανερώνει πόσον είναι αναγκαία η διδασκαλία αυτής, και ποίον το έργον της Ακαδημείας του. Και διά να καταστήση φανερώτερον τον τελικόν του σκοπόν αναλαμβάνει την ανάπτυξιν των θεωριών του εν συνάψει, και μάλιστα του περί κάλλους θέματος, το οποίον συσχετίζει με την εξέτασιν κυριωτάτου ηθικού ζητήματος της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας, ήτις θεραπεύουσα γενικώς το καλόν, παρεξετράπη εις τον παιδέρωτα εις ευρυτάτην κλίμακα.

Ο Πλάτων ως φιλόσοφος και καλλιτέχνης εξετάζων και ζωγραφίζων την κοινωνικήν ζωήν της εποχής του ήτο αδύνατον να μη αναφέρη συχνά το φαινόμενον τούτο. Αλλ' εις τον Φαίδρον εξετάζει το ζήτημα ευρύτερον και σοβαρώτερον (ιδέ Λύσιν, Συμπόσιον). Αρχόμενος από της μεταφυσικής γενέσεως του κάλλους, διά φυσιολογικής αισθητικής, ερμηνεύει το πάθος του παιδέρωτος, το οποίον προσπαθεί να εξυψώση διά της φιλοσοφίας. Δεν είναι βεβαίως ψεκτός ο Πλάτων διότι περιέγραψε την εποχήν του. Η αιτία δε ήτις τον έκαμε να καταλήξη εις το ότι υπάρχει και &παιδεραστείν μετά φιλοσοφίας&, είναι διότι εξεκίνα από την τότε κοινωνικήν ανατροφήν, ήτις ήτο τοιαύτη ένεκα της μη πνευματικής θρησκείας, ένεκα της θέσεως της γυναικός, υποδεεστέρου όντος και απλώς παιδοποιητικής μηχανής γνησίων τέκνων, ένεκα της εθνικής τάσεως προς το καλόν, ένεκα των γυμνικών ασκήσεων και αγώνων, και ίσως ένεκα ασιατικών συνηθειών κληρονομηθεισών (6)· και δεύτερον διότι εκ του συστήματός του ορμώμενος εύρισκε φύσει υπάρχοντα εντός μας πόθον θέας και επομένως αισθητικόν έρωτα προς παν πλάσμα. Και είναι μεν αληθές ότι εις τον Φαίδρον, καίτοι δεικνύεται η ηθική πάλη του φιλοσόφου, καταδικάζεται όμως η μίξις δύο ανδρών. Αλλά δεν ήτο δυνατόν να φθάση ο Πλάτων εις τα συμπεράσματα του σημερινού πολιτισμού, ο οποίος την homosexualité θεωρεί κεφάλαιον του εκφυλισμού, και τόσον έχει πεισθή περί τούτου, ώστε ζητεί ν' απαλλάξη της τιμωρίας τους ασκούντας το έργον ως σωματικώς ή ψυχικώς ανωμάλους και ακαταλογίστους (7), και ο οποίος έχει να επιδείξη μεγίστους καλλιτέχνας και ποιητάς χωρίς να έχωσι τον παθολογικόν αισθητικόν πόθον της θέας νέων.

&Ο τελικός λοιπόν σκοπός του έργου είναι η κατάκρισις, διά του Λυσίου, της ρητορικής και της σοφιστικής και η ανάπτυξις των πηγών του κάλλους, διά του έρωτος, ίνα δειχθή η αξία της φιλοσοφίας και της διδασκαλίας αυτής.&

Διά να διεξαγάγη το θέμα τούτο ο Πλάτων πορεύεται διά μακράς και τεχνικής οδού (8). Αναφέρει ποιήματα, θεότητας, συγγραφείς, παραθέτει την αρτιωτέραν ιστορίαν της ρητορικής, ζωγραφίζει τόσον θαυμασίως τους ίππους, ώστε να θεωρηθή εκ τούτου ότι ανήκεν εις την τάξιν των ιππέων, και παριστάνει ζωηρότατα τον Φαίδρον, τον παραβαλλόμενον προς τον Σιμμίαν και τον Θεαίτητον διά την φιλομάθειάν του, ο οποίος και εις το Συμπόσιον είναι ο &πατήρ του λόγου& περί έρωτος. Παρεμβάλλει την αρπαγήν της Ωρειθυίας και την απόπειραν της φυσικής εξηγήσεως των μύθων, τον μύθον των τεττίγων, τον μύθον του Θευθ και Θαμμούν, την σοφιστικήν ιστορίαν του Τισίου, αποδιώκων την ανίαν την οποίαν γεννούν οι δύο προ πάντων παρατιθέμενοι λόγοι, οι οποίοι έκαμαν τους αρχαίους να ψέξωσι το έργον ως ανιαρόν. Ο τρίτος λόγος περιλαμβάνει τον μεγάλον μύθον περί της ψυχής και την περιγραφήν του υπερουρανίου τόπου.

Οι μύθοι ούτοι αποδεικνύουν την αδυναμίαν του Πλάτωνος να ορίση τα διάφορα μεταφυσικά και φυσικά προβλήματα, και διά τούτο αναγκάζεται ν' αναπτύσση τους κόσμους των ιδεών του οραματιζόμενος ούτως ειπείν και καθοδηγούμενος από το φιλοσοφικόν του αίσθημα και την προφητικήν φαντασίαν του. Αλλά μήπως και σήμερον ακόμη, εις τα μεταφυσικά ζητήματα, ήρθη η αδυναμία της γνώσεως, την οποίαν ο Πλάτων εζήτησε ν' αναπληρώση διά των φιλοσοφικών του οραματισμών; Κ. Σ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ

Π Λ Α Τ Ω Ν Ο Σ ΦΑΙΔΡΟΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΦΑΙΔΡΟΣ

Σωκράτης
   Φίλε Φαίδρε, πού πηγαίνεις και πόθεν έρχεσαι;

Φαίδρος
   Έρχομαι, Σωκράτη, από του Λυσίου (9), του υιού του Κεφάλου· πηγαίνω
   δε να περιπατήσω έξω του τείχους της πόλεως· διότι πολλάς ώρας
   επέρασα εκεί καθήμενος από το πρωί· ακολουθών δε το παράγγελμα του
   Ακουμενού (10), του κοινού μας φίλου, κάμνω τους περιπάτους μου εις
   τας οδούς· διότι διισχυρίζεται ότι είναι πλέον ξεκουραστικοί οι
   περίπατοι εις τας οδούς παρά εις τους τόπους όπου τρέχουν οι νέοι (11).

Σωκράτης
   Έχει δίκαιον, φίλε μου. Αλλ' ο Λυσίας ευρίσκετο καθώς φαίνεται εις
   την πόλιν (12).

Φαίδρος
   Ναι, κοντά 'ς τον Επικράτη (133), εις τούτο εδώ το σπίτι του
   Μορύχου (14), το πλησίον του ναού του Ολυμπίου Διός.

Σωκράτης
   Ποίον λοιπόν θέμα σας απησχόλησε; ή δίχως άλλο ο Λυσίας σας
   εφιλοδώρει λόγους;

Φαίδρος
   Θα το μάθης, εάν είσαι εύκαιρος να προχωρούμεν και να μ' ακούης.

Σωκράτης
   Διατί τάχα μου λέγεις τούτο; Δεν με νομίζεις ότι θα θεωρήσω, ίνα
   είπω κατά Πίνδαρον, &πράγμα και ασχολίας υπέρτερον& (15) το ν'
   ακούσω το θέμα εις το οποίον συ και ο Λυσίας διετρίψατε (16).

Φαίδρος
   Εμπρός λοιπόν.

Σωκράτης
   Δύνασαι ν' αρχίσης τον λόγον.

Φαίδρος
   Και μα την αλήθειαν, Σωκράτη, αποβλέπει εις σε το άκουσμα· διότι
   ακριβώς ο λόγος, ο οποίος μας απησχόλησε δεν γνωρίζω κατά ποίαν
   σύμπτωσιν ήτον ερωτικός (17). Έχει γράψει δηλαδή ο Λυσίας αυτό
   τούτο ακριβώς το παιγνιώδες, ότι ωραίος τις νέος προκαλούμενος υπό
   τινος μη αγαπώντος αυτόν πρέπει, λέγει, να ευνοήση μάλλον τούτον
   παρά τον αγαπώντα.

Σωκράτης
   Ω τον έξοχον! Ομοίως ηδύνατο να γράψη ότι πρέπει να προτιμά κανείς
   την πτωχείαν παρά τον πλούτον, τα γηρατεία παρά την νεότητα και
   όλας τας άλλας δυσμενείας αι οποίαι ανήκουν και εις εμέ και εις
   τους πολλούς εξ ημών· αληθώς αυτά θα τα έλεγεν άνθρωπος
   φιλοφρονητικός και θέλων να ωφελήση τον λαόν (18). Τόσον πολύ
   λοιπόν εγώ τουλάχιστον έχω επιθυμήσει ν' ακούσω τον λόγον, ώστε,
   εάν κάμης τον περίπατόν σου πεζή εις τα Μέγαρα, και κατά την
   μέθοδον του Ηροδίκου (19), άμα επανέλθης εις το τείχος των Αθηνών,
   πάλιν αρχίσης την πορείαν, εγώ δεν θα σε αφήσω καθόλου.

Φαίδρος
   Τι λέγεις, καλέ Σωκράτη; νομίζεις, όσα συνέθηκεν ο Λυσίας,
   δεινότατος συγγραφεύς μεταξύ των συγχρόνων, εις μακρόν διάστημα και
   με πολλήν άνεσιν, ότι εγώ ο άπειρος είμαι ικανός ν' απομνημονεύσω
   επαξίως εκείνου; Είμαι πολύ μακράν αν και θα ήθελα βεβαίως να είχα
   μάλλον αυτό το προσόν ή πολλά χρήματα.

Σωκράτης
   Ω Φαίδρε, εάν εγώ τον Φαίδρον δεν γνωρίζω τότε και τον εαυτόν μου
   έχω λησμονήσει. Αλλά βεβαίως τίποτε από αυτά τα δύο δεν συμβαίνει.
   Γνωρίζω πολύ καλά ότι εκείνος ακούων λόγον του Λυσίου δεν τον
   ήκουσε μόνον μίαν φοράν, αλλ' επαναλαμβάνων πολλάς φοράς αυτόν,
   παρεκάλει τον Λυσίαν να του τον λέγη· αυτός δ' επείθετο προθύμως·
   και όμως εις τον Φαίδρον ουδέ ταύτα ήσαν αρκετά, αλλ' εις το τέλος
   παρέλαβε το βιβλίον και επέστησε την προσοχήν του εις όσα μέρη του
   ήρεσαν, κ' έκαμνε τούτο καθήμενος από το πρωί, έως ότου εκουράσθη
   κ' εξήλθεν εις περίπατον, καθώς εγώ μα τον κύνα (20) νομίζω, αφού
   έμαθεν απ' έξω τον λόγον, εκτός αν ήτο τις πάρα πολύ μακρός.
   Επήγαινε δ' έξω του τείχους ίνα τον μελετά [με άνεσιν]. Όταν δε
   συνήντησε τον έχοντα την νόσον ν' ακούη λόγους, καθ' ην στιγμήν τον
   είδε ηυχαριστήθη διότι θα έχη άνθρωπον να συμμερισθή τον άμετρόν
   του ενθουσιασμόν και τον προέτρεπε να προχωρώσιν· αλλ' όταν ο των
   λόγων εραστής τον παρεκάλεσε να λέγη εκείνος, έκαμνε τον δύσκολον
   ως εάν δήθεν δεν είχεν επιθυμίαν να λέγη. Είχεν όμως απόφασιν εις
   το τέλος, και εάν δεν ήθελε κανείς εκουσίως ν' ακούη, διά της βίας
   να του είπη τον λόγον (21). Συ λοιπόν, Φαίδρε, παρακάλεσέ τον,
   εκείνο που θα κάμη εν πάση περιπτώσει, γρήγορα να το κάμη αυτήν δα
   την στιγμήν.

Φαίδρος
   Μα την αλήθειαν δι' εμέ πολύ καλύτερον είναι όπως ημπορέσω να σου
   επαναλάβω τον λόγον· διότι καθώς μου φαίνεσαι δεν θα με παραιτήσης
   καθόλου, εάν οπωσδήποτε δεν σου είπω.

Σωκράτης
   Πάρα πολύ αληθώς εσκέφθης περί εμού.

Φαίδρος
   Έτσι δα λοιπόν θα κάμω. Είναι αληθές βέβαια, Σωκράτη, ότι δεν έμαθ'
   απ' έξω όλον τον λόγον κατά λέξιν, την έννοιαν όμως όλων των
   επιχειρημάτων, με τα οποία αποδεικνύει ότι διαφέρουσιν αι σχέσεις
   και τα αισθήματα του ερώντος από τα του μη ερώντος, συνοπτικώς κατά
   σειράν θα διεξέλθω, αρχίζων από το πρώτον.

Σωκράτης
   Αλλ' αφού πρώτα μου δείξης, αγάπη μου, τι άραγε έχεις εις το
   αριστερόν χέρι κάτω από το ιμάτιον· διότι υποψιάζομαι ότι κρύβεις
   τον ίδιον τον λόγον. Και εάν το επέτυχα, πρέπει να κάνης την εξής
   σκέψιν περί εμού, ότι καίτοι σε αγαπώ πάρα πολύ, δεν θα παραδεχθώ
   όμως, ενώ είναι παρών ο Λυσίας να παρέχω τον εαυτόν μου εις σε διά
   ν' ασκήσαι εις τας μελέτας σου επάνω μου. Αλλ' εμπρός, δείκνυε τι
   έχεις.

Φαίδρος.
   Φθάνει. Μου απεδίωξες την ελπίδα, Σωκράτη, την οποίαν είχα ν'
   ασκηθώ επάνω σου. Αλλά πού λοιπόν θέλεις να καθίσωμεν διά να
   διαβάσωμεν τον λόγον;

Σωκράτης
   Έλα ν' αλλάξωμεν δρόμον και να υπάγωμεν προς τον Ιλισσόν, κατόπιν
   εις όποιον μέρος ήθελε μας αρέσει θα καθίσωμεν με ησυχίαν.

Φαίδρος
   Εις κατάλληλον στιγμήν, ως φαίνεται, ευρέθηκα ανυπόδητος· εσύ δα
   είσαι πάντοτε. Πολύ εύκολα λοιπόν μπορούμε να πηγαίνωμεν βρέχοντες
   τα πόδια μας εις το νεράκι του ποταμού, εξ άλλου δεν είναι και
   δυσάρεστον να γίνεται τούτο κατ' αυτήν εδώ την ώραν του έτους και
   της ημέρας.

Σωκράτης
   Βάδιζ' εμπρός, κ' εξέταζε συγχρόνως πού θα καθίσωμεν.

Φαίδρος
   Βλέπεις εκείνον τον υψηλότατον πλάτανον;

Σωκράτης
   Πώς όχι;

Φαίδρος
   Εκεί και σκιά είναι και φυσά ολίγον, και χλόη υπάρχει να καθίσωμεν
   ή να γύρωμεν εάν θέλωμεν.

Σωκράτης
   Μπορείς να προχωρήσης.

Φαίδρος
   Ειπέ μου, Σωκράτη, δεν λέγουν ότι από αυτό εδώ κάπου το μέρος ο
   Βορέας απήγαγε την Ωρείθυιαν;

Σωκράτης
   Ναι, το λέγουν.

Φαίδρος
   Πραγματικώς λοιπόν από εδώ; διότι φαίνονται γεμάτα χάριν και καθαρά
   και διαφανή τα νεράκια εδώ, και πρόσφορα για να παίζουν κόρες κοντά
   των.

Σωκράτης
   Όχι απ' εδώ, αλλ' από παρά κάτω δύο ή τρία στάδια, όπου διαβαίνομεν
   προς το ιερόν της Άγρας· (22) και αυτού κάπου υπάρχει βωμός τις του
   Βορέου.

Φαίδρος
   Δεν ενόησα πολύ καλά· αλλ' ειπέ μου μα τον θεόν, Σωκράτη, είσαι συ
   πεπεισμένος ότι τούτο το μυθολόγημα είναι αληθές;

Σωκράτης
   Αλλ' εάν δεν τα επίστευον, καθώς οι σοφοί, δεν θα ήμουν παράλογος·
   κατόπιν όμως σκεπτόμενος εσχημάτισα την γνώμην, ότι την Ωρείθυιαν
   θα έσπρωξε προς τα κάτω των πλησίον βράχων πνοή του Βορέου, ενώ
   έπαιζεν εκεί με την Φαρμακείαν, και ο τοιούτος θάνατος της έγινεν
   αιτία να λεχθή ότι ανηρπάγη από τον Βορέαν· [ή δυνάμεθα ακόμη να
   είπωμεν ότι από τον Άρειον Πάγον· διότι φέρεται εξ άλλου και η
   διάδοσις αυτή, ότι απ' εκεί και όχι απ' εδώ ηρπάσθη]. Εγώ δε,
   Φαίδρε, θεωρώ μεν ότι από μίαν έποψιν είναι νόστιμοι αι τοιαύται
   εξηγήσεις, αλλ' όμως έχουσιν ανάγκην από άνθρωπον πάρα πολύ ικανόν
   και ο οποίος θα κοπιάση υπερβολικά και δεν θα επιτύχη πάρα πολλά,
   όχι δι' άλλον κανένα λόγον, αλλά διότι θα ευρεθή εις την ανάγκην
   μετά την εξήγησιν αυτήν [της αρπαγής της Ωρειθυίας] και την μορφήν
   των Ιπποκενταύρων να ερμηνεύση, κ' έπειτα πάλιν την της Χιμαίρας,
   και τότε θα προστρέξη πληθώρα τοιούτων Γοργόνων και Πηγάσων και
   άλλων τινών τερατολογικών φύσεων ακαταλήπτων και διά τον μέγαν
   αριθμόν και διά το παράδοξον. Εις δε την εξέτασιν των τερατολογικών
   αυτών φύσεων, εάν τις άπιστος ων μεταχειρισθείς λαϊκήν τινα σοφίαν,
   προσπαθεί να συμβιβάση έκαστον άτοπον προς το πιθανόν, θα χρειασθή
   πολύν καιρόν αναπαύσεως· αλλ' εις εμέ δεν υπάρχει καθόλου ευκαιρία
   διά ν' ασχοληθώ με αυτάς τας ερεύνας· η δε αιτία τούτου, φίλε μου,
   είναι η εξής· δεν δύναμαι ακόμη κατά το Δελφικόν επίγραμμα (23) να
   γνωρίσω τον εαυτόν μου· γελοίον δε μου φαίνεται, ενώ τούτο αγνοώ,
   να εξετάζω τα ξένα. Διά τούτο ακριβώς τα παρήτησα και πειθόμενος
   εις ό,τι πιστεύουν κοινώς περί τούτων, καθώς σου έλεγον τώρα, δεν
   εξετάζω αυτά αλλά τον εαυτόν μου, εάν είμαι θηρίον τι
   πολυπλοκώτερον του Τυφώνος (24) και περισσότερον μανιακόν, ή εάν
   είμαι ζώον και ημερώτερον και απλούστερον, το οποίον μετέχει θεϊκής
   τινος και λογικής φύσεως. Αλλά, φίλε μου, ανάμεσα εις την
   συνομιλίαν, ειπέ μου τούτο εδώ το δένδρον είναι αρά γε προς το
   οποίον μας ωδήγεις;

Φαίδρος
   Αυτό το ίδιον.

Σωκράτης
   Μα την Ήραν, πολύ ωραίον το καταφύγιον! Πόσον είναι πλατύς και
   υψηλός ο πλάτανος αυτός, και της λυγαριάς το ύψος και η πυκνή σκιά
   πόσον εξαίρετα, και πόσον ακμάζει η άνθησις ως να ήθελε να ευωδιάση
   τον τόπον· εξ άλλου γεμάτη γλυκύτητα είναι και η πηγή που τρέχει
   κάτω από τον πλάτανον με υπερβολικά ψυχρό νερό, καθώς δύναται
   τουλάχιστον να συμπεράνη κανείς με το πόδι του· εις Νύμφας τινάς
   και εις τον ποταμόν Αχελώον φαίνεται ότι είναι το μέρος
   αφιερωμένον, εάν κρίνη κανείς, από της κούκλες και τα αγάλματα αυτά
   εδώ. Εάν δε πάλιν θέλης [και άλλα], το καλό αεράκι πού πνέει εις
   τον τόπον πόσον είναι επιθυμητόν και πολύ γλυκύ· με θερινόν και
   λιγυρόν ήχον συνοδεύει την χορωδίαν των τεττίγων. Αλλ' εκείνο που
   παρέχει το περισσότερον θέλγητρον εξ όλων είναι η χλόη η οποία
   φυτρώνουσα εις μέρος ελαφρώς κεκλιμένον είναι εξαίρετα
   διασκευασμένη διά να γύρη κανείς την κεφαλήν. Ώστε, αγαπητέ Φαίδρε,
   άριστα με εξενάγησες.

Φαίδρος
   Συ δα πλέον, θαυμάσιε Σωκράτη, μου φαίνεσαι περιεργότατος άνθρωπος·
   διότι πραγματικώς με τους λόγους σου αυτούς ομοιάζεις με κάποιον
   ξένον επισκέπτην και όχι με εντόπιον· ενώ κατά τα φαινόμενα ούτε
   έξω των συνόρων ταξιδεύεις ούτε έξω του τείχους καθόλου δεν
   εξέρχεσαι.

Σωκράτης
   Συγχώρησέ με, καλέ μου φίλε, τούτο, επειδή αγαπώ πολύ να μανθάνω·
   οι μεν λοιπόν τόποι και τα δένδρα δεν θέλουσι τίποτε να με
   διδάσκωσι παρά μόνον οι άνθρωποι εις την πόλιν. Συ όμως φαίνεσαι
   ότι μου το έχεις εύρει το φάρμακον της εξόδου· διότι καθώς οδηγούν
   τα πεινασμένα ζώα με το να σείουν εμπρός των θαλερόν κλάδον ή
   κανένα καρπόν, έτσι και συ εις εμέ προτείνων λόγους εντός βιβλίων
   γραμμένους, φαίνεσαι ότι θα με περιφέρης εις όλην την Αττικήν και
   εις όποιον άλλο μέρος θα ήθελες. Τώρα λοιπόν εις το παρόν εδώ
   φθάσας, εγώ μεν έχω επιθυμίαν να ξαπλωθώ, συ δε έκλεξε αυτήν την
   θέσιν με την οποίαν νομίζεις ότι ευκολώτατα θ' αναγινώσκης και
   αναγίνωσκε.

Φαίδρος
   Άκουε λοιπόν.

Λόγος τον Λυσίου

Διά μεν τα ιδικά μου αισθήματα γνωρίζεις καλά, και καθώς νομίζω έχεις ακούσει ότι συμφέρει εις ημάς τους δύο η εκπλήρωσις των πόθων μου. Έχω δε την αξίωσιν να μη αποτύχω εις ό,τι επιθυμώ διά τούτο μόνον, ότι συνέπεσε να μην είμαι εραστής σου. Διότι οι ερώντες μεταμελούνται τότε δι' όσα προσέφερον [εις το αντικείμενον του πάθους των], όταν θα κορεσθώσι της επιθυμίας· εις δε τους μη ερώντας δεν θα έλθη ποτέ καιρός καθ' ον θα μεταμεληθώσι. Διότι δεν αναγκάζονται [υπό του πάθους των], αλλ' εκουσίως, αφού ήθελον σκεφθή άριστα προς τακτοποίησιν των ιδιωτικών των συμφερόντων, αναλόγως της δυνάμεως των προσφέρουσι. Προσέτι δε οι μεν ερώντες υπολογίζουσι τας ζημίας τας οποίας επέφερον εις τας υποθέσεις των χάριν του έρωτος και τα χαρίσματα τα οποία εχορήγησαν και, αφού προσθέσουν και όσα υπέφερον, ευρίσκουν ότι προ πολλού έχουσι πληρώσει εις τους αγαπωμένους την αξίαν της αγάπης των· οι δε μη ερώντες δεν είναι δυνατόν να προφασισθώσιν ότι ένεκα του έρωτος ημέλησαν τας υποθέσεις των, ούτε να υπολογίζωσι τα περασμένα βάσανά των, ούτε να παραπονεθώσι διά τας φιλονικίας πού έκαμον με την οικογένειάν των· ώστε αφού αφαιρεθώσι τόσον πολλά κακά, τίποτε άλλο δεν μένει παρά να κάμνωσι με προθυμίαν όσας πράξεις νομίζουν ότι θα είναι ευχάριστοι εις τους αγαπωμένους. Προσέτι δε δεν αξίζει να προτιμώνται οι ερώντες διά τούτο, διότι λέγουν ότι αυτοί προ πάντων αγαπώσι όσους αγαπούν και είναι πρόθυμοι και με λόγους και με έργα να χαρισθώσιν εις αυτούς, έστω και αν αποστρέφωνται από τους άλλους. Είναι ευκολώτατον να κατανοηθή εάν αυτοί λέγωσι την αλήθειαν, διότι όσους ήθελον αγαπήσει ύστερον, εκείνους θα τους εκτιμήσωσι πολύ περισσότερον από τους πρώτους, και είναι φανερόν ότι και θα τους κακοποιήσωσιν ακόμη [τους πρώτους], εάν φανή καλόν εις τους τελευταίους.

Είναι λοιπόν εύλογον να παράσχη κανείς την τόσον πολύτιμον εύνοιάν του εις άνθρωπον έχοντα τόσον μεγάλην νόσον, την οποίαν ουδέ να επιχειρήση να θεραπεύση δεν δύναται κανείς πολύπειρος άνθρωπος; Αφού και οι ίδιοι ομολογούν ότι είναι μάλλον άρρωστοι παρά εις τα καλά των και ότι γνωρίζουν ότι κακώς σκέπτονται, αλλά δεν δύνανται να συγκρατήσουν τον εαυτόν των· ώστε πώς είναι δυνατόν, εάν συνέλθουν εις τα λογικά των, να θεωρήσουν ότι καλώς έχουν αι αποφάσεις των, αφού τας έλαβον εις τοιαύτην νοσηράν κατάστασιν; Προσέτι εάν μεν θελήσης να εκλέξης εκ των ερώντων τον κάλλιστον, η εκλογή σου θα γίνη μεταξύ ολίγων· ενώ εάν εκλέξης εκ των μη ερώντων τον εις σε καταλληλότατον [η εκλογή σου θα είναι ευκολωτέρα διότι] εκ πολλών θα εκλέξης· ώστε πολύ μεγαλυτέρα ελπίς υπάρχει να επιτύχης μεταξύ των πολλών τον άξιον της φιλίας σου.

Εάν πάλιν φοβήσαι την κοινήν γνώμην, μήπως δηλαδή δυσφημισθής υπό των ανθρώπων, εάν μάθωσι τας σχέσεις σου, επόμενον είναι, οι μεν ερώντες, επειδή νομίζουσιν ότι φθονούνται υπό των άλλων, όπως αυτοί φθονούσι τους άλλους, να επαρθώσι διαδίδοντες το κατόρθωμά των και να φιλοτιμώνται να επιδεικνύουν εις όλους ότι ματαίως δεν εκοπίασαν· οι δε μη ερώντες, κύριοι των εαυτών των γενόμενοι, θα προτιμήσωσι την ωφέλειαν [εκ των σχέσεών των] παρά την κενοδοξίαν [να θεωρηθώσι ζηλευτοί] από τους ανθρώπους. Προσέτι δε κατ' ανάγκην πολλοί θα μάθωσι και θ' αντιληφθώσι το πράγμα, επειδή οι ερώντες έχουσιν ως κύριον έργον των τούτο, το ν' ακολουθώσι τους αγαπωμένους, ώστε και όταν ακόμη ιδωθώσι να συνομιλούν μεταξύ των, παρέχουν την υπόνοιαν ότι έγινεν ή μέλλει να γίνη η επιθυμία της συνευρέσεως· οι δε μη ερώντες ουδέ παρέχουσι καν υποψίαν ότι προσπαθούσι δι' επιθυμίαν, επειδή γνωρίζουν οι άνθρωποι ότι κατ' ανάγκην ούτοι συνομιλούν με κάποιον ένεκα φιλίας ή ένεκα άλλης τινός εύχαριστήσεως. Και αν μεν λοιπόν σε φοβίζη η σκέψις ότι είναι δύσκολον να διατηρηθή μόνιμος η φιλία, και ότι εάν συμβή ρήξις, όταν η σχέσις σου δεν είναι ερωτική, θα βλαβώσι και οι δύο από κοινού, συλλογίσου πόσον μεγάλην βλάβην θα φέρη εις σε μόνον η ρήξις σου προς τους ερώντας, όταν έχης παραδώσει ό,τι πολυτιμότερον εις αυτούς, τους οποίους ευλόγως πρέπει να φοβήσαι περισσότερον, διότι πολλαί αφορμαί παρέχουν εις αυτούς λύπας και όλα τα νομίζουσιν ότι γίνονται προς βλάβην ιδικήν των. Δι' αυτό ακριβώς και τας συναναστροφάς των αγαπωμένων προς άλλους ανθρώπους αποτρέπουσιν, επειδή φοβούνται μήπως οι μεν πλούσιοι διά των χρημάτων τους υπερβάλωσιν, οι δε πεπαιδευμένοι μήπως διά της περισκέψεώς των αναδειχθώσι καλύτεροί των, προφυλάσσονται δε από την επιρροήν κάθε προτερήματος, το οποίον θα έχουν οι άλλοι· και αφού σε πείσουν να μισηθής υπ' εκείνων σε κάμουν τοιουτοτρόπως έρημον φίλων, εάν δε, αποβλέπουν εις το συμφέρον σου, έχης γνώμην καλυτέραν από εκείνους, θα έλθης με αυτούς εις ρήξιν· όσοι δε μη ερώντες επέτυχον την επιθυμίαν των ένεκα της αρετής των, δεν φθονούσι τους συναναστρρεφομένους με σας, αλλά τουναντίον μισούσι τους αποκρούοντας την συναναστροφήν σας θεωρούντες την αποφυγήν των ως περιφρόνησιν, ενώ την επικοινωνίαν των άλλων ως ωφέλειαν, ώστε υπάρχει ελπίς εκ του ζητήματος της συναναστροφής να επιτείνεται η φιλία παρά να γεννάται έχθρα.