Και ταύτα μεν δη ταύτα·
μα κι άλλο του κατόρθωμα μεγάλο του γενναίου (27)
εκεί κάποτε κατά την εκστρατείαν αυτήν, αξίζει τον κόπον να το ακούσετε. Μίαν φοράν λοιπόν είχε σταθή κάπου εκεί σύννους από το πρωί, προσηλωμένος εις κάτι, και επειδή το πράγμα δεν επήγαινε, φαίνεται, καλά, δεν παρητείτο, αλλ' εξηκολούθει να μένη εκεί ακίνητος ζητών να εύρη εκείνο που ήθελε. Είχεν έλθει ήδη μεσημβρία και πολλοί είχαν πλέον μυρισθή το πράγμα και εκοινολογείτο από τον ένα εις τον άλλον ότι ο Σωκράτης από την αυγήν εστέκετο εκεί κάτι συλλογιζόμενος. Εις το τέλος μερικοί από τους Ίωνας, επειδή είχε βραδυάσει πλέον, αφού εδείπνησαν, έφεραν έξω καθένας το χαμόστρωμά του — διότι ήτον θέρος τότε — και ενώ εκοιμώντο εις την δροσιάν, συγχρόνως παρηκολούθουν αυτόν διά να ιδούν αν θα μείνη έτσι όλην την νύκτα. Και τωόντι έμεινεν έως ότου εξημέρωσε και ανέτειλεν ο ήλιος· έπειτα ανεχώρησεν, αφού προσευχήθη εις τον ήλιον.
Αν θέλετε τόρα να μάθετε και οποίος είνε εις τας μάχας, ακούσατε· διότι επιβάλλεται να του αποδοθή δικαιοσύνη και ως προς αυτό. Όταν λοιπόν έγεινεν η μάχη, της οποίας τ' αριστεία έδωσαν εις εμέ οι στρατηγοί, αυτός μόνος μου έσωσε την ζωήν και κανείς άλλος, διότι πληγωμένον όντα δεν ηθέλησε να με αφήση, αλλά διέσωσε και τα όπλα μου και εμέ τον ίδιον. Και εγώ μεν, ω Σώκρατες, και τότε επέμενα να δώσουν εις σε τ' αριστεία οι στρατηγοί, ως προς αυτό δε βέβαια ούτε θα με κατηγορήσης ούτε θα ειπής ότι ψεύδομαι· αλλ' ενώ οι στρατηγοί ήθελαν να δώσουν εις εμέ τ' αριστεία αποβλέποντες εις την τάξιν μου, συ ο ίδιος εφάνης προθυμότερος των στρατηγών διά να τα λάβω εγώ και όχι συ.
Προς τούτοις έπρεπεν, ω άνδρες, να ιδήτε τον Σωκράτη κατά την άτακτον διά φυγής υποχώρησίν μας από το Δήλιον. Εγώ είχα ίππον εις την μάχην αυτήν, αυτός δε τον βαρύν του πεζού οπλισμόν. Υπεχώρει λοιπόν μετά τον διασκορπισμόν πλέον όλων αυτός και ο Λάχης μαζί· τους συναντώ δ' εγώ και μόλις τους είδα φωνάζω εις αυτούς να έχουν θάρρος και ότι εγώ δεν θα τους αφήσω. Εδώ δα είνε που είδα και καλύτερα τον Σωκράτη παρά εις την Ποτίδαιαν· διότι ο ίδιος διέτρεχα ολιγώτερον κίνδυνον, επειδή ήμουν έφιππος· και πρώτον παρετήρησα πόσον ανώτερος του Λάχητος ήτο εις αταραξίαν έπειτα μου εφαίνετο, ω Αριστόφανες, πώς τον έβλεπα όπως τον παρέστησες συ, περιπατούντα δηλαδή κ' εκεί όπως κ' εδώ, υπερήφανον και λοξοβλέποντα (28), ηρέμα περισκοπούντα και τους ιδικούς μας και τους πολεμίους, κατά τρόπον που εφανέρωνεν εις τον καθένα και από πολύ μακράν ακόμη, ότι αν κανείς ετολμούσε να πλησιάση τον άνδρα, θ' απεκρούετο ερρωμένως. Διά τούτο και η υποχώρησις και αυτού και του Λάχητος συνετελέσθη ακινδύνως· διότι σχεδόν πάντοτε εις τον πόλεμον τους ούτω διακειμένους ουδέ καν τους πλησιάζουν, αλλά καταδιώκουν τους προτροπάδην φεύγοντας.
Εις αυτά, και άλλα πολλά και θαυμάσια θα ημπορούσε κανείς να προσθέση εις έπαινον του Σωκράτους· αλλά προκειμένου μεν περί πάσης άλλης υπεροχής, ημπορεί κανείς ίσως να την εύρη και εις άλλους, το δε να μην ομοιάζη τις προς κανένα από τους ανθρώπους, μήτε από τους παλαιούς μήτε από τους τορινούς, αυτό είνε άξιον ιδιαιτέρου θαυμασμού. Με τον Αχιλλέα λόγου χάριν, όποιος ανεδείχθη, θα ημπορούσε να παρομοιάση κανείς και τον Βρασίδαν και άλλους, και με τον Περικλή πάλιν, και τον Νέστορα και τον Αντήνορα· είνε δε και άλλοι που ημπορούν να παραλληλισθούν κατ' αυτόν τον τρόπον· ενώ το αλλόκοτον του ανθρώπου τούτου, και εις τον χαρακτήρα και εις τους λόγους, δεν ημπορεί κανείς να το εύρη, οσονδήποτε και αν σκεφθή, εις κανένα ούτε από τους σημερινούς ούτε από τους παλαιούς, εκτός εάν τον παρομοιάση με ό,τι εγώ τον παρωμοίασα, όχι δηλαδή με άνθρωπον οιονδήποτε, αλλά με σειληνούς και σατύρους, και αυτόν και τους λόγους του.
Και του λόγου δοθέντος, πρέπει να προστεθή εδώ και τούτο, το οποίον παρέλειψα εις την αρχήν, ότι δηλαδή και οι λόγοι αυτού ομοιότατοι είνε προς τους διανοιγομένους σειληνούς. Τωόντι, τα λεγόμενα του Σωκράτους θα εφαίνοντο κατ' αρχάς γελοία εις τον επιθυμούντα να τον ακούση· τόσον αι λέξεις και αι εκφράσεις διά των οποίων περιβάλλεται έξωθεν η έννοια αυτών ομοιάζουν με αναιδούς τινος σατύρου δοράν. Διότι ομιλεί περί όνων σαμαρωμένων και χαλκέων και σκυτοτόμων και βυρσοδεψών, και φαίνεται τα αυτά διά των αυτών αεννάως λέγων, εις τρόπον ώστε κάθε άπειρος και ανόητος άνθρωπος ήθελε γελάσει περιφρονητικώς εις τους λόγους αυτού. Όταν όμως τους ιδή τις διανοιγομένους και εισδύση εντός αυτών, πρώτον μεν θα τους εύρη ως τους μόνους λόγους που έχουν έννοιαν μέσα τους, έπειτα δε θειοτάτους και πλείστ' αγάλματ' αρετής περικλείοντας και αναφερομένους εις πλείστα ή μάλλον εις όλα όσα αρμόζει να έχη υπ' όψιν ο θέλων να γείνη καλός και αγαθός.
Αυτά είνε, ω άνδρες, που επαινώ εγώ τον Σωκράτη· και επίσης που τον κατηγορώ, εκθέσας μαζί και τους εξευτελισμούς που υπέστην από αυτόν. Και δεν έχει μεταχειρισθή μόνον εμένα κατ' αυτόν τον τρόπον, αλλά και Χαρμίδην τον Γλαύκωνος και Ευθύδημον τον Διοκλέους και άλλους πάρα πολλούς, τους οποίους εξαπατών ως δήθεν εραστής, αγαπώμενος μάλλον ο ίδιος καθίσταται αντί εραστού. Αυτά δε τα λέγω και διά σε, Αγάθων, διά να μην εξαπατάσαι υπό τούτου, αλλά να πάρης μάθημα από τα ιδικά μας παθήματα και φυλαχθής, και μην αφήσης ωσάν νήπιον να πάθης πρώτα κ' έπειτα να μάθης κατά την παροιμίαν.
Αυτά είπεν ο Αλκιβιάδης, όλοι δε εγέλασαν διά την παρρησίαν αυτού και διότι εφαίνετο ερωτικώς ακόμη διακείμενος προς τον Σωκράτη.
— Δεν μου φαίνεται να είσαι διόλου μεθυσμένος, Αλκιβιάδη, είπε τότε ο Σωκράτης. Διότι άλλως δεν θα ήτον ποτέ δυνατόν να τα καταφέρης τόσον καλά με τας περιστροφάς σου ώστε ν' αποκρύψης τίνος ένεκα είπες όλ' αυτά, και μόνον εις το τέλος έκαμες λόγον περί αυτού και παρέργως τρόπον τινα, ωσάν τάχα αυτά που είπες να μην τα είπες δι' αυτό, διά να βάλης δηλαδή σκάνδαλα μεταξύ εμού και του Αγάθωνος, έχων την αξίωσιν εγώ μεν μόνον σε ν' αγαπώ και κανένα άλλον, ο δε Αγάθων πάλιν μόνον υπό σου ν' αγαπάται και υπό κανενός άλλου. Δεν μας εγέλασες όμως, και όλον σου αυτό το δράμα το σατυρικόν και σειληνικόν εφανερώθη τι σκοπόν είχε. Αλλ' ας μην του γείνη αυτή η χάρις, φίλτατε Αγάθων, και έχε τον νουν σου ώστε κανείς να μην ημπορή να βάλη σκάνδαλα μεταξύ εμού και σου.
Και ο Αγάθων:
— Πραγματικώς, ω Σώκρατες, είπε, μου φαίνεται πως έχεις δίκαιον. Το συμπεραίνω δε αυτό και εκ τούτου, ότι κατεκλίθη μεταξύ εμού και σου, διά να μας χωρίση. Δεν θα του περάση όμως, διότι εγώ θα σηκωθώ να κατακλιθώ κοντά σου.
— Εμπρός λοιπόν, επανέλαβεν ο Σωκράτης, έλα κ' εξαπλώσου εδώ, έπειτα από εμέ.
— Ω Ζευ! ανέκραξεν ο Αλκιβιάδης, τι υποφέρω διαρκώς από τον άνθρωπον αυτόν! Το νομίζει χρέος μου να είμαι παντού κατώτερός του. Αλλ' αν όχι τίποτε άλλο, ω θαυμάσιε, τουλάχιστον άφησε τον Αγάθωνα να κατακλιθή μεταξύ των δύο.
— Αλλ' αυτό είναι αδύνατον, είπεν ο Σωκράτης. Διότι αφού συ έκαμες τον έπαινόν μου, πρέπει κ' εγώ να επαινέσω τον προς τα δεξιά μου. Αλλ' εάν ο Αγάθων κατακλιθή έπειτα από σε, δεν θα μ' επαινέση βέβαια και πάλιν, πριν αυτός μάλλον υπ' εμού επαινεθή. Άφησε λοιπόν, ω δαιμόνιε, και μη φθονήσης τον νέον διά τον έπαινον που θα του κάμω· διότι πολύ επιθυμώ να τον εγκωμιάσω.
— Ιού, ιού! εφώναξεν ο Αγάθων, Αλκιβιάδη, δεν είνε δυνατόν να μείνω εδώ, διότι εννοώ προ παντός να επαινεθώ από τον Σωκράτη, και δι' αυτό θ' αλλάξω θέσιν.
— Τα ίδια τα συνηθισμένα, είπεν ο Αλκιβιάδης· Σωκράτους παρόντος, αδύνατον άλλος κανείς να έλθη εις επικοινωνίαν με την ωραιότητα. Και τόρα ακόμη τι εύκολα και τι ευλογοφανή πρόφασιν ευρήκε, διά να φέρη κοντά του και τούτον εδώ.
Ο Αγάθων εσηκώνετο ήδη διά να κατακλιθή πλησίον του Σωκράτους· αλλ' έξαφνα κατέφθασεν όμιλος από πολλούς ευθυμούντας, οι οποίοι ευρόντες την θύραν ανοικτήν διότι κάποιος εξήρχετο την στιγμήν αυτήν, επροχώρησαν κατ' ευθείαν μέσα και εξηπλώθησαν κοντά εις τους άλλους, θόρυβος δ' επεκράτησε τότε εις όλα και πάσα ευκοσμία εξέλιπεν, ηναγκάσθησαν δε όλοι να πίουν πολύν οίνον. Και ο μεν Ερυξίμαχος και ο Φαίδρος, επρόσθεσεν ο Αριστόδημος, ανεχώρησαν, αυτός δε ο ίδιος κατελήφθη από ύπνον και, καθώς ήτον εποχή των μακρών νυκτών, εκοιμήθη πάρα πολύ, όταν δ' εξύπνησε περί την αυγήν, των πετεινών λαλούντων πλέον, είδε τους μεν άλλους κοιμωμένους ή απελθόντας, μόνους δε τον Αγάθωνα, τον Αριστοφάνη και τον Σωκράτη αγρυπνούντας ακόμη και πίνοντας από μεγάλην κανάταν ερχομένων γύρω δεξιά. Είχε δε τον λόγον ο Σωκράτης την στιγμήν εκείνην· και τας μεν λεπτομερείας της συζητήσεως ο Αριστόδημος είπεν ότι δεν τας ενθυμείτο, και διότι δεν την επρόφθασεν εξ αρχής και διότι εμισονύσταζεν ακόμη· κεφαλαιώδης όμως είπεν ότι ο Σωκράτης ηνάγκασε τους άλλους δύο να συμφωνήσουν, ότι η ικανότης προς σύνθεαιν κωμωδίας και τραγωδίας του αυτού ανδρός ίδιον είνε, και ότι ο κατέχων την τέχνην του τραγωδιοποιού είνε και κωμωδιοποιός. Ευρισκόμενοι λοιπόν ούτοι εις την ανάγκην να συμφωνήσουν εις αυτά και μη παρακολουθούντες πολύ πολύ την συζήτησιν, ήρχισαν να νυστάζουν, και πρώτος μεν απεκοιμήθη ο Αριστοφάνης, ημέρας δε ήδη γινομένης και ο Αγάθων. Ο δε Σωκράτης, αφού τους αποκοίμισε, εσηκώθη και ανεχώρησε, συνοδευόμενος όπως συνήθως υπό του Αριστοδήμου, μεταβάς δε εις το Λύκειον, αφού επλύθη, διήλθεν εκεί όπως και άλλοτε το υπόλοιπον της ημέρας, και μόνον περί την εσπέραν επήγε ν' αναπαυθή εις την οικίαν του.
***
Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξεν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (Ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) σε δημιουργικές μεταφορές της, από τους άριστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Όμηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σιγούρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.
ΣΥΜΠΟΣΙΟ Σε συμπόσιο, όπου γιορτάζεται η νίκη του πλουσίου δραματικού ποιητού Αγάθωνος, οι συνδαιτυμόνες αποφασίζουν να εγκωμιάσουν, κάθε ένας χωριστά τον έρωτα. Τελευταίος μιλεί ο Σωκράτης για να ορίση ότι ο έρωτας, όπως τον εννοούν όλοι, είναι η επιθυμία του ανθρώπου για την ομορφιά. Στην διήγησή του περιλαμβάνει τον μύθο της γένεσης του Έρωτα, γεμάτον βαθύ και υψηλόν μυστικισμό, και παρουσιάζει ιδεολογικά τον ερωτικό πόθο σαν φιλοσοφική έφεση, ως τάση προς ευδαιμονία και, μαζί, αθανασία. Ο ξαφνικός ερχομός του Αλκιβιάδη, μεθυσμένου, που πειράζει φιλικά τον Σωκράτη, επιβεβαιώνει παραστατικά τη σωκρατική ιδεολογία.
Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.
ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 36
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61
1) Ιδέαν της παραστάσεως αυτής δύναται τις να σχηματίση από τα Κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανα, τα οποία παρουσιάζουν πολλήν αναλογίαν προς το σύμβολον αυτό, μολονότι παρηλλαγμένον. Το αυτό σύμβολον μεταμορφωμένον εις κριόν, με τον οποίον παρουσιάζει κάποιαν αόριστον αναλογίαν, ευρίσκομεν εις μερικάς μυστικάς εταιρείας, πράγμα το οποίον πιθανώς έδωκεν αφορμήν εις διαφόρους θρύλους περί λατρείας του Διαβόλου, ίσως δε και περί των λεγομένων σαββατιαίων οργίων των μάγων και των μαγισσών, τα οποία με τόσον παράδοξον επιμονήν ευρίσκομεν επιβεβαιούμενα ενόρκως ενώπιον δικαστηρίων κατά τον μεσαίωνα υπό αυτοπτών δήθεν μαρτύρων. ↩
2) Ο θέλων να λάβη ιδέαν του εθίμου της Φαλλοφορίας ας αναγνώση τους Αχαρνείς του Αριστοφάνους. Εις το έργον αυτό του μεγάλου της αρχαιότητος κωμικού η θυγάτηρ του Δικαιοπόλιδος προηγείται της πομπής ως κανηφόρος, έπονται οι θεράποντες κρατούντες ορθόν τον φαλλόν, ενώ δε η σύζυγος αυτού παρακολουθεί την πομπήν από της στέγης, ο ίδιος αρχίζει το φαλλικόν του άσμα με την εξής προσφώνησιν: «Φαλής, εταίρε Βακχίου ξύγκωμε, νυκτοπεριπλάνητε, μοιχέ, παιδεραστά». ↩
3) Βλέπε λ. χ τον μύθον του Θευθ εις τον Φαίδρον και τα περί μετεμψυχώσεως εις τον Τίμαιον ↩
4) Ο Αιών εδώ δεν έχει την συνήθη σημασίαν της λέξεως. Ο Θεός κατά τους Γνωστικούς, διά να φθάση εις την πληρότητά του, αποσυνετέθη τρόπον τινά εις αιώνας, οντότητας αιωνίας, απορρεούσας εξ αυτού. Καθ' όσον δε οι αιώνες απεμακρύνοντο της αρχικής αυτών πηγής εξησθένουν βαθμηδόν έως ότου έσβησαν μέσα εις την άρνησιν την οποίαν αποτελεί η ύλη. ↩
5) Ανάπτυξιν της εξελικτικής αυτής θεωρίας ευρίσκει τις εις τα Ψυχολογικά Παράδοξα του Μαξ Νορδάου, σελ. 35 επ. της ελληνικής μεταφράσεως (έκδοσις Γ. Φέξη). ↩
6) Η παροιμία ήτον: αυτόματοι δ' αγαθοί δειλών επί δαίτας ίασι, ανεφέρετο δε εις τον Ηρακλή παρουσιασθέντα αυτόκλητον εις το τραπέζι του Κήυκος. ↩
7) Ο υπαινιγμός είνε ευνόητος, όταν ληφθή υπ' όψιν ότι Διόνυσος είνε ο Βάκχος. ↩
8) Γυνή ελευθέρα (δηλαδή μη ανήκουσα εις την τάξιν των δούλων) δεν εθεωρείτο ώριμος προς γάμον προ του δεκάτου ογδόου έτους της ηλικίας. Τούτο δε φαίνεται υπονοούμενον ενταύθα. ↩
9) Εμεταχειρίσθηκα την λέξιν ταυτολεξία, ως αποδίδουσαν σαφέστερα το νόημα ενταύθα, μολονότι η σημασία της εκφράσεως ίσα λέγειν του πρωτοτύπου είνε βέβαια πολύ γενικωτέρα, περιλαμβάνουσα όλας τας συνηχήσεις κείνας των λέξεων τας γνωστάς υπό το όνομα πάρισα (ως το του Ισοκράτους «εάν ης φιλομαθής, έση και πολυμαθής»), των οποίων την χρήσιν εσυμβούλευον μερικοί εκ των σοφιστών, όπως ο Πώλος, όστις και πραγματείαν περί αυτών είχε γράψει επιγραφομένην «Τα πάρισα». Μουσεία λόγων ονομάζει αλλού τα πάρισα ταύτα ο Σωκράτης (Πλάτωνος Φαίδρος σελ 253 της στερεοτύπου εκδόσεως Teubner). ↩
10) Εφέσιος φιλόσοφος ζήσας κατά τον πέμπτον Π. Χ. αιώνα. Το περί φύσεως των όντων σύγγραμμα αυτού, μη διασωθέν μέχρις ημών, εκτός αποσπασμάτων αναφερομένων υπό διαφόρων αρχαίων συγγραφέων, χαρακτηρίζεται ως σκοτεινόν και γριφώδες, Διογένης δε ο Λαέρτιος αναφέρει ότι ο Σωκράτης είπε περί αυτού: «Όσα εκατάλαβα, γενναία· υποθέτω δε ότι τοιαύτα είνε και όσα δεν εκατάλαβα, αλλ' έχουν ανάγκην Δηλίου κολυμβητού». Περί του Ηρακλείτου γίνεται λόγος και εις άλλους διαλόγους του Πλάτωνος, όπως λ χ. εις τον Θεαίτητον και τον Κρατύλον. ↩
11) Η παραβολή αυτή προς το τόξον και την λύραν εκρίθη ενίοτε ως ασαφής από τους μελετητάς της φιλοσοφίας του Ηρακλείτου. Κατά την γνώμην μου ο Ηράκλειτος ηθέλησε να παραστήση την αρμονίαν των εναντιοτάτων εις την αυτήν ενότητα διά του τεντώματος των χορδών του τόξου και της λύρας, επιτυγχανομένου διά δύο δυνάμεων ελκουσών αντιθέτως τα δύο άκρα της χορδής και επομένως εναντίων διότι χωρίς τέντωμα χορδών ούτε το τόξον ούτε η λύρα ημπορούν να εννοηθούν ως ενότητες πλήρεις, αρμονικαί και σκόπιμοι. Επομένως η παραβολή δεν φαίνεται ν' αναφέρεται ιδιαιτέρως εις την μουσικήν αρμονίαν, όπως παριστάνεται νομίζων ο Ερυξίμαχος. Οπωσδήποτε, ως εκ του αποσπάσματος αυτού επιτρέπεται ίσως να συμπεράνη κανείς, ο Ηράκλειτος φαίνεται παραδεχόμενος ότι η ζωή δεν είνε τίποτε άλλο παρά η αρμονική συνδιαλλαγή προϋπαρχουσών εναντιοτήτων, ή, όπως θα έλεγεν απλούστερα νεώτερος τις, η συνισταμένη διαφόρων δυνάμεων, πράγμα άλλως το οποίον είνε απλούς τρόπος εκφράσεως μη εξηγών τίποτε. ↩
12) Έχει καμμίαν αλληγορικήν έννοιαν ο μύθος αυτός; Μάλλον φαίνεται επινοηθείς όπως περιλάβη και εξηγήση όλα τα είδη του σαρκικού έρωτος, ασυμβίβαστα άλλως, ως προς το φιλομόφυλον μέρος, με την υγιή ηθικήν όχι μόνον του νεωτέρου χριστιανικού πολιτισμού, αλλά κάθε εποχής, όπως καταφαίνεται από το εγκώμιον του Σωκράτους υπό του Αλκιβιάδου. Βέβαιον είνε μόνον, ότι η παράδοσις περί του ότι τα δύο φύλα ήσαν αρχικώς ηνωμένα, είνε παλαιοτάτη, όπως φαίνεται εκ των σωζομένων περί αυτής λειψάνων. Μάλιστα κατά τους ταλμουδιστάς ο Αδάμ δεν επλάσθη εξ αρχής μόνος, αλλά συνεπλάσθη μετά της Λιλίθ, πρώτης γυναικός του, κολλημένης μαζή του εκ των νώτων· ο χωρισμός των δύο σωμάτων έγεινε κατόπιν ένεκα ερίδων, μετ' αυτόν δε, της Λιλίθ επιδοθείσης εις την λατρείαν του διαβόλου, επλάσθη η Εύα. — Άρα γε εις την παράδοσιν έδωκεν αφορμήν η απορία, η οποία ενωρίτατα αναμφιβόλως ηγέρθη εις τον άνθρωπον, διά την ύπαρξιν εις τον άνδρα γυναικείων οργάνων, οποία οι μαστοί, μη εχόντων κανένα προορισμόν; Η υπόθεσις ίσως δεν είνε απίθανος. Οπωσδήποτε όμως και αν έχουν ταύτα, βέβαιον είνε ότι και η βαθυτέρα επιστημονική έρευνα εις το αυτά καταλήγει συμπέρασμα. Ιδού παραδείγματος χάριν τι λέγει επί του αντικειμένου αυτού ο Μετσνικώφ:
«Η εξέτασις των εσωτερικών γεννητικών οργάνων δεικνύει αρχήν τινα ερμαφροδιτισμού. Εις των άνδρα ανευρίσκονται λείψανα γυναικείων γεννητικών οργάνων, απομεινάρια μήτρας και σαλπίγγων. Εις την γυναίκα απαντώνται επίσης μερικά ίχνη γεννητικών οργάνων άρρενος. Το φαινόμενον τούτο έχει αναμφιβόλως την αρχήν του εις απώτατον παρελθόν, διότι παρατηρείται επίσης εις τα πλείστα των σπονδυλωτών· δεικνύει δε ότι εις εποχήν πολύ απομακρυσμένην τα ζώα αυτά ήσαν ερμαφρόδιτα και ότι με τον καιρόν τα φύλα εχωρίσθησαν οριστικώς, αφήσαντα ίχνη κατά το μάλλον ή ήττον καταφανή της εξελίξεώς των. Τα ίχνη αυτά, υπό την μορφήν οργάνων υποτυπωδών, είνε γνωστά υπό τα ονόματα όργανα του Βέμπερ, του Ρεζενμύλλερ κτλ.» (Elie Metchnikoff, Etudes sur la nature humaine σελ 101). ↩
13) Υιοί του Ποσειδώνος και της Ιφιμεδείας, οι οποίοι επισωρεύσαντες το ένα επάνω εις το άλλο τα όρη Όσσαν, Όλυμπον και Πήλιον απετόλμησαν ανάβασιν εις τον Ουρανόν εναντίον του Διός (βλ Οδυσσείας Λ στ 307). ↩
14) Τα σούρβα (όα υπό των αρχαίων καλούμενα) είνε καρπός της σουρβιάς ή αυγαριάς, όχι πολύ γνωστός σήμερον εις την Ελλάδα, εκτός της βορείου Ευβοίας, όπου φύεται και όπου υπάρχει και χωρίον Αυγαριά. Εις την Μικράν Ασίαν τα σούρβα καλούνται ούβα, διατηρηθείσης της αρχαίας λέξεως. ↩
15) Εις πολλάς ελληνικάς πόλεις η αγαμία ετιμωρείτο ως έγκλημα. Αλλ' ο γάμος εις τους αρχαίους δεν είχε τον σημερινόν χαρακτήρα, το δε υποχρεωτικόν αυτού βάσιν είχε την εκ θρησκευτικών λόγων επιβαλλομένην συνέχισιν της οικογενείας. Κύριος επομένως σκοπός αυτού ήτο η παιδοποιία, η γέννησις άρρενος, ο οποίος έμελλε να εξακολουθήση την λατρείαν της οικογενείας. Διά τούτο εάν ο γάμος απέβαινεν άγονος εξ αιτίας του συζύγου, η σύζυγος ήτον υποχρεωμένη να παραδοθή, εις τον αδελφόν ή άλλον συγγενή αυτού προς παιδοποιίαν, το δε εκ τοιαύτης σχέσεως γεννώμενον τέκνον εθεωρείτο ως υιός του συζύγου. Παρομοίαν αντίληψιν του γάμου ευρίσκομεν και εις τα ιερά βιβλία των Ινδών, την Παχαβαράταν και τους νόμους του Μανού. ↩
16) Λίσπαι εκαλούντο τα δύο ημίση αστραγάλου χωρισθέντος εις την μέσην, διατηρούμενα εις ανάμνησιν φιλοξενίας μεταξύ δύο προσώπων. ↩
17) Υιοί του Ουρανού και της Γης, κατά την θεογονίαν του Ησιόδου, εκ των οποίων τον πρώτον, καταπίνοντα τα τέκνα του, εξέβαλε της αρχής, ως κυβερνώντα θεόν, ο υιός αυτού Ζευς, διαφυγών την κατάποσιν. Και ο μεν Κρόνος υποτίθεται συμβολίζων τον Χρόνον, ο δε Ιαπετός την εκπεσούσαν της ευδαιμονίας ανθρωπότητα. Αλλά κατά την Ορφικήν θεογονίαν, την πολύ βαθυτέραν εις κοσμογονικάς αλληγορίας, ο Κρόνος δεν φαίνεται να έχη καμμίαν σχέσιν με τον Χρόνον. Διότι κατ' αυτήν ο μεν Χρόνος τάσσεται ως αρχή του παντός, έχων δημιουργικήν δύναμιν, ενώ ο Κρόνος αναφαίνεται πολύ αργότερα, έπειτα από γεννεαλογικήν σειράν κατά την οποίαν προηγούνται το Χάος και ο Αιθήρ, ο Έρως, η Νυξ, ο Ουρανός και η Γη και εκ τούτων οι Τιτάνες, μεταξύ των οποίων ο Κρόνος. ↩
18) Ανάγκη ή Ειμαρμένη, ανωτέρα τις θεότης εις την οποίαν και οι θεοί αυτοί υποτάσσονται (Ανάγκα και θεοί πείθονται). ↩
19) Η θεά αυτή της ελληνικής μυθολογίας, πρόξενος όλων των κακών εις τους ανθρώπους, έχει πολλήν αναλογίαν προς τον Σατανάν της χριστιανικής θρησκείας. Ο Ζευς εκρήμνισεν αυτήν από του ουρανού εις την γην, ομόσας ότι δεν θέλει αφήσει αυτήν πλέον ν' αναβή εις τον Όλυμπον. ↩
20) Σοφιστής δεινός και ρήτωρ θαυμαζόμενος, σύγχρονος του Σωκράτους, ένα δε από τα κυριώτερα πρόσωπα του ομωνύμου διαλόγου του Πλάτωνος. ↩
21) Η καλλονή, με άλλας λέξεις, παίζει πρόσωπον μαίας εις την γέννησιν. (Ειλείθυια, εις την ελληνικήν μυθολογίαν, είνε η προστάτις των τοκετών θεότης). ↩
22) Η κοτύλη ως μέτρον χωρητικότητος ήτον το δωδέκατον του χοός, ισοδυναμούντος με δύο περίπου ιδικάς μας οκάδας· ώστε αι οκτώ κοτύλαι ισοδυναμούν με 1 1/2 σχεδόν ιδικήν μας οκάν ή με 2 λίτρας περίπου. ↩
23) Η έκφρασις είνε παρμένη από τον Όμηρον. ↩
24) Σάτυρος, όστις ευρών τους υπό τους Αθηνάς ριφθέντας αυλούς και εκμαθών την μουσικήν, ετόλμησε να διαγωνισθή προς τον Απόλλωνα, αλλά νικηθείς εξεδάρη ζωντανός υπό τούτου. ↩
25) Αυλητής εκ Φρυγίας, ο οποίος κατ' άλλους μεν ήτο πατήρ, κατ' άλλους δε μαθητής του Μαρσύου. ↩
26) Χρύσεα χαλκείων διαμείβεσθαι, έκφρασις παροιμιακή την αρχήν της έχουσα εις την υπό του Ομήρου αναφερομένην ανταλλαγήν όπλων μεταξύ Γλαύκου και Διομήδους (Ιλιάδος Ζ στ. 236). ↩
27) Οίον δ' αυ τόδ' έρεξε και έτλη καρτερός ανήρ (Οδυσσείας Δ, στ. 242). Την ακριβή και συγχρόνως υποφερτήν οπωσδήτοτε αισθητικώς απόδοσιν του στίχου αυτού εν λογική συναφεία και προς τα επόμενα, την νομίζω ακατόρθωτον. Διά τούτο και απεμακρύνθην ολίγον της ακριβούς εννοίας τον λέξεων. Εν πάση περιπτώσει ιδού πώς αποδίδει ο Πολυλάς εις την σχετικώς καλλίστην της Οδυσσείας μετάφρασίν του τον στίχον αυτόν εν συναφεία και προς το όλον της ομηρικής εκφράσεως:
Και όλους εγώ δεν δύναμαι να είπω τους αγώνες
όσους ο στερεόκαρδος κατώρθωσε Οδυσσέας,
αλλ' ένα πώπραξε λαμπρόν με τόλμην ο ανδρείος
ςτήν Τροίαν, όπ' οι Αχαιοί είχετε μύρια πάθη.↩
28) Χαρακτηρισμός του Σωκράτους υπό του χορού των Νεφελών του Αριστοφάνους.↩