— Δάσκαλε, είπε, φέρον την χείρα εις το ους το παιδίον, γιατί ενώ το χαρτί μας μέσα λέει ότι η Επτάνησος αποτελείται από επτά νήσους, υστέρα βγαίνουν δέκα στο μέτρημα;
— Τας εμέτρησες εσύ;
— Ταις εμέτρησα, να!
Και ήρχισε να μετρή επί των δακτύλων του, «Κέρκυρα, Κορφοί,
Λευκάς, Αγία Μαύρα» κτλ.
Οι άλλοι συμμαθηταί του εγέλων εν χορώ διά την πολυπραγμοσύνην του. Το βέβαιον είνε ότι ουδέποτε είχαν υποπτευθή ότι είχον οιανδήποτε έννοιαν αι λέξεις όσαι ήσαν τυπωμέναι εντός των βιβλίων των. Ως διά να «μην τους χαλάση την καρδιά», επειδή εγέλων, ο διδάσκαλος έσπευσε ν' απαντήση·
— Αυτά θα τα μάθετε όταν . . .
Ίσως ήθελε να είπη «όταν θα πάτε στο Ελληνικό Σχολείο». Αλλά διεκόπη. Την στιγμήν εκείνην επέσυρε την προσοχήν του ο θόρυβος ον είχε προκαλέσει ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης εις το τελευταίον θρανίον. Ο διδάσκαλος ηγέρθη, εσφύριξε δυνατά με την σφυρίκτραν του, εκτύπησε με την βέργαν του επί του πρώτου χωλού θρανίου, έρριψε το τσιγάρον του. Εκύτταξε το ωρολόγιόν του, είδεν ότι ήτο ενδεκάτη παρά τέταρτον, και διέταξε τον πρωτόσχολον να σημάνη την κατ' ενορίας κατάταξιν, όπως ψαλή το σύνηθες άσμα της εξόδου και παύση το πρωινόν μάθημα.
Ό,τι καθίστα τον διδάσκαλον δυστυχή, ήτο ο περιορισμός τον οποίον είχεν επιβάλει εις τον εαυτόν του, αφ' ότου ηρραβωνίσθη, να φορή κατά το θέρος το σακκάκι του. Εστενοχωρείτο απιστεύτως και υπέφερε φοβερά από τον καύσωνα. Κατά τα προλαβόντα θέρη, όχι μόνον οίκοι, ένθα εκάπνιζε το μικρόν του τσιμπούκι, αλλά και εις την οδόν, όπου ενεφανίζετο με το τσιγάρον εις το στόμα, και εις το καφενείον, όπου εκάπνιζε δύο ή τρεις ναργιλέδες την ημέραν, παντού επαρουσιάζετο με τα μανίκια του υποκαμίσου λευκά, με μακρόν γελέκυ μισοκουμβωμένον, αναδεικνύον αμέσως τον πελώριον και εμπροσθοκλινή κορμόν του. Εκάπνιζεν ένα ναργιλέν το πρωί, είτα μόλις άφηνεν από την χείρα το μαρκούτσι, και πάραυτα ήναπτε το τσιγάρον, κυττάζων άμα το ωρολόγιόν του και εγειρόμενος ίνα απέλθη. Είτα έλεγεν : «Ας πιω κ' ένα ρώμι». Έπινε και δύο ρώμια και είτα μετέβαινεν εις το σχολείον, όπου έμενε πάντοτε «με τα μανίκια». Εις τας εξετάσεις περί τα τέλη Ιουλίου ή περί τας αρχάς Αύγουστου, επαρουσιάζετο ενώπιον της αξιοτίμου Επιτροπής «με τα μανίκια». Κατά τας περυσινάς εξετάσεις, ο δήμαρχος μόλις τον είχε πείσει, μετά πολλάς νουθεσίας και επιπλήξεις, να φορέση το σακάκι του· το εφόρεσεν, αλλ' αφού πρώτον απέβαλε το γελέκον.
Εφέτος οι μαθηταί, μετά τον αρραβώνα του διδασκάλου, εύρον μεν πλείονα άνεσιν και ακολασίαν εν τω σχολείω, αλλ' υπέφεραν στερηθέντες άλλων προσφιλών ψυχαγωγιών. Καθ' όλον το έαρ, ο διδάσκαλος τυρβάζων περί την αρραβωνιαστικήν του, δεν τους ωδήγησεν ούτε δις να παίξωσιν εις τα Λιβάδια, ούτε τρις καθ' όλον το θέρος να κολυμβήσωσιν εις την αμμουδιάν. Μεγάλη χαρά και αγαλλίασις ήτον άλλοτε ανά τα ημικύκλια ότε διεδίδετο από κλάσεως εις κλάσιν ως σύνθημα η μαγική λέξις : «Θα μας πάη ο δάσκαλος να παίξουμε! Θα μας πάη ο δάσκαλος να κολυμβήσουμε!» Ο γλυκύς ούτος ψίθυρος αντικαθίστα πάσαν φορτικήν ανάγνωσιν και πάντα επίπονον συλλαβισμόν.
Εξήρχοντο ανά δύο κρατούμενοι, μετά φαιδρού συνεχούς βόμβου, και μετέβαινον εις την χλοεράν πεδιάδα παρά την εσχατιάν της πολίχνης. Εκεί διανεμόμενοι εις δεκαπέντε ή είκοσιν ομάδας, έπαιζον επί μίαν ώραν, περί την δύσιν του ηλίου, το &σκλαβάκι& και άλλας παιδιάς. Εν τω μεταξύ, ο διδάσκαλος με τας χείρας οπίσω, με την βέργαν κρεμαμένην όπισθεν του σκέλους, με την σφυρίκτραν ανηρτημένην επί του στέρνου, περιήρχετο από κήπου εις κήπον, από σικυώνος εις άμπελον, καλησπερίζων τους ασχολούμενους εις το πότισμα των φυτών ιδιοκτήτας, λαμβάνων πληροφορίας και δίδων συμβουλάς. Είτα επανήρχετο εις το κοπάδι του, εσφύριζεν οξύ σφύριγμα και εν τω άμα έπαυαν αι παιδιαί, και οι μαθηταί απεπέμποντο κατά συνοικίας. Τούτο συνέβαινε μέχρι του Μαΐου μηνός. Κατά δε Ιούνιον μετέβαινον εις το κολύμβημα. Οι μικροί παίδες εγυμνούντο και επέβαινον εις το κύμα. Η αμμουδιά ήτο αβαθής εις απόστασιν είκοσι μέτρων από της παραλίας. Οι μικροί μαθηταί επροχώρουν εκατόν πενήντα και πλέον βήματα πριν φθάσουν εις την μέσην. Άμα έφθανον έως εκεί, εστρέφοντο προς την γην και επιστομιζόμενοι εις το κύμα εμάνθανον πρακτικώς να κολυμβώσιν, θίγοντες με τον αριστερόν πόδα την άμμον, προς την παραλίαν βαίνοντες. Ο διδάσκαλος εξηπλούτο επί τινος όχθου παρά την οδόν, ακουμβών την ράχιν επί βράχου, με τα λευκά του πλατέα μανίκια, κ' εκάπνιζε το βραχύ τσιμπουκάκι του, το οποίον είχεν εις την τσέπην διά τας εξοχικάς εκδρομάς. Εφορολόγει εις βερίκοκκα, απίδια, και πρώιμα μοσχάτα σταφύλια τας φιλοτίμους οικοκυράς, τας επιστρεφούσας με τα κομψά και εύπλεκτα καλαθάκια των εκ του αγρού ή της αμπέλου. Είτα εσφύριζε, και οι μικροί κολυμβηταί, οίτινες έκαμνον θαυμασίας προόδους, απέβαινον αναγκαστικώς εις την ξηράν, δυσφορούντες επί τη αποτόμω διακοπή του τόσον μαλακού και ξυπνητού ονείρου των.
Φευ! μετά έν έτος ακόμη, ο διδάσκαλος ήτο πάλιν με τα μανίκια του υποκαμίσου, αλλά μανίκια παρέχοντα την εντύπωσιν καμιζόλας ή γιακέτας, τόσον βαθύχροα βαμμένα, τόσον μαύρα ήσαν. Ο διδάσκαλος είχεν απογοητευθή διπλήν απογοήτευσιν, την εκ του θαλάμου και την εκ του θανάτου. Εισήρχετο κατηφής, αλλά και μετ' εγκαρτερήσεως εις το σχολείον, αφού εσήμαινεν επί μακρόν και με βραχνήν φωνήν ο σπασμένος κώδων, ο ανηρτημένος από δύο ορθίων ξύλων έξω της θύρας, τον οποίον φαγωμένων ήδη όντα από την σκωρίαν, όταν αφηρέθη από παλαιόν ερημοκκλήσιον, οι μαθηταί είχον σπάσει διά της υπερβολικής και παρακαίρου χρήσεως, ή διά χαλίκων ριπτομένων εξωδίκως — εν ώρα σχολής των μαθημάτων. Ήρχιζε την καθημερινήν ασχολίαν του σοβαρός και αυστηρός. Επρόσεχε συντόνως, όταν εξήταζε, και είτα ανέπτυσσεν αντί να σημειώνη απλώς το παρακάτω. Εζήτει εις το έργον του βάλσαμον κατά της διπλής πληγής, της εκ του στεφανώματος και της εκ της χηρείας. Είχεν υποβάλει συντόνους αναφοράς εις τον δήμαρχον όστις, πείσας και το συμβούλιον να ψηφίση τα έξοδα, απεφάσισε τέλος να διατάξη την επισκευήν της διαρρεούσης στέγης, των φαγωμένων παραθυροφύλλων, της σαπράς δασκαλοκαθέδρας και του πατώματος. Ολίγα τινά χωλά θρανία τα εκάρφωσε με τας χείρας του ο διδάσκαλος, άλλα πέντε ή έξ αντικατέστησαν οι ξυλουργοί. Είχε διατάξει να καθαρίσωσι το υπό την δασκαλοκαθέδραν σωφρονιστήριον, εκεί όπου έβοσκαν εν πάση ανέσει πολυάριθμοι ψαλλίδες, βλατούδες και ποντικοί. Είχε κάμει νέαν και πλουσίαν προμήθειαν από δεσμίδας βεργών, και είχεν αρχίσει «να της βρέχη» πάλιν γερά, καθώς άλλοτε. Είχεν απαιτήσει από την Εφορευτικήν Επιτροπήν, την αποβολήν ως «ανεπιδέκτου μαθήσεως» του Γιαννιού του Βρυκολακάκη, του Στρατή του Χατζηδημήτρη, και δύο ή τριών άλλων, αλλ' εις τούτο εύρε την επιτροπήν αντιπράττουσαν.
«Το σκολειό (κατά την θεωρίαν την οποίαν ανέπτυσσε μεν έν των μελών της επιτροπής, ησπάζοντο δε οι πλείστοι των γονέων), το σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγεινε για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, δηλαδή. Έγεινε για να μαζώνουνται η κλήραις, τα παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πως μπορεί, το λοιπόν, ένας γονιός να τα έχη μπελά απ' το πρωί ως το βράδυ; Και πού συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψη; Μπορεί να τα χορταίνη κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ; Και είνε ικανή μία χήρα γυναίκα να τρέχη από γιαλό σε γιαλό, από βράχο σε βράχο, για να τα συμμαζώνη; Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος; για να έχη το βάρος αυτό, να είνε οι γονιοί ήσυχοι. Όταν είνε συμμαζωμένα εκεί-δα, μες το σκολειό, γλυτώνει ο γονιός και καμπόσα κομμάτια, παραδείγματος χάριν. Ας τρώνε τα θρανία, που είνε ξύλινα, ας τρώνε τους πίνακας και τα χαρτιά τους, τους τοίχους και το πάτωμα, για να είνε οι νοικοκυραίοι ησυχώτεροι για της αχλαδιές των, της βερικοκκιές των, της συκιές και τ' αμπέλια των. Η καθεμιά πανδρεμμένη, το λοιπόν, πρέπει να έχη μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της, που οι πλειότεροι άνδρες λείπουν χρόνο-χρονικής, η καθεμιά χήρα πρέπει να έχη μέρος για να ρίχνη το στρίγλικό της, τ' αρφανό της. Η καθεμιά αρχόντισσα να έχη μέρος για να βάζη τον πάπο της, τον χήνο της, κ' η καθεμιά φτωχή το θάρρος της και την απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε».
Ο διδάσκαλος δεν είχεν όρεξιν να αντείπη εις ταύτα, αλλ' απλώς αφωσιώθη εις το έργον, ως να εζήτει παρηγορίαν διά το πένθος του. Την τετάρτην ημέραν μετά την κηδείαν της ατυχούς, ότε αύτη αρρωστήσασα αιφνίδιως απέθανε τεσσαράκοντα ημέρας μετά τον γάμον, εισήλθε, πρώτην φοράν από του δυστυχήματος, εις το σχολείον, στυγνός και σιωπηλός. Μετά την συνήθη δέησιν, ο πρωτόσχολος διέταξεν εκ νέου εις &προσοχήν&! Το παιδία παρετάχθησαν με τα νώτα προς τον τοίχον, κατά μήκος των τεσσάρων τοίχων του σχολείου. Ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, κρατών την βέργαν του, ήρχισε την επιθεώρησιν. Τα παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνειθισμένα, έπτυον εις τας παλάμας των, ύγραινον κ' έτριβον τας χείρας με τον σίελον διά να φανώσι νιμμένα. Αλλ' ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν, έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κ' έσπαζε τας σιελωμένας χείρας. Κατά το τέλος της επιθεωρήσεως απηύθυνε σύντομον νουθεσίαν, προλέγων, ότι όποιον ανακαλύψη εις το εξής άνιπτον θα τον αφίση νηστικόν τρεις ημέρας και τρεις νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν η βλατούδες. Εφυλάττετο καλώς μη εκφέρη ως απειλήν την αποβολήν, όπως θα έπραττε ξένος μη γνωρίζων τα ήθη του τόπου, διότι εγνώριζε κάλλιστα ότι οι μικροί διάβολοι εγέλων με την απειλήν ταύτην, ην ενόμιζον ως ευτυχίαν και ελευθερίαν. Επίσης τους είπεν ότι «όσοι έχουν παπούτσια να τα φορούν εις το εξής, όταν θα πηγαίνουν εις το σχολείον».
Τοιαύτα τινά παιδαγωγικά, και όχι καθ' ολοκληρίαν αψυχολόγητα εδίδασκεν ο πτωχός διδάσκαλος εις τους μικρούς μαθητάς του. Την ημέραν εκείνην το πρωινόν μάθημα παρετάθη έως την δωδεκάτην ακριβώς. Οι παίδες ησθάνθησαν τον ζυγόν, και από της δεκάτης ώρας επείνων φοβερά, όσοι δεν είχαν προβλέψει το πρωί να κλέψωσι τεμάχιον άρτου οπό της πατρικής οικίας. Το πράγμα ήτο επικίνδυνον άλλως, διότι ο διδάσκαλος ήτο ικανός, όπως και άλλοτε, πριν συνάψη τον τόσω ατυχή αρραβώνα, έπραττε, να ψάξη εις της τσέπαις των μαθητών και να ρίψη τεμάχια του άρτου εις τας όρνιθας, βοσκούσας κατ' αγέλας εις το προαύλιον.
Τέλος εσήμανε μεσημβρία. Ο πρωτόσχολος εσύριξε, και οι μαθηταί ανά δύο εκ των χειρών κρατούμενοι ήρχισαν να ψάλλωσι το:
Παύει πλέον η μελέτη κι' ο καιρός της προσοχής . . .
ΟΙ ΧΑΛΑΣΟΧΩΡΗΔΕΣ
Α'
Αφού περιήλθον όλα τα μαγαζεία της παραθαλασσίου αγοράς, όπου έπιον όχι ολίγον εις υγείαν και των δύο αντιπάλων μερίδων, ο Κωνσταντής ο Καλόβολος και ο Γιάννης της Χρυσάφως κατήντησαν εις το μικρόν καπηλείον του Δημήτρη του Τσιτσάνη, όπου εισελθόντες απήτουν από τον οινοπώλην να τους κεράση. Αλλ' ο κάπηλος ίστατο συλλογισμένος και ηρνείτο αποτόμως να κεράση, λέγων ότι κατά το έτος τούτο δεν είχε σκοπόν «να το κάμη φόρα» προς χάριν κανενός, διότι άλλοτε, όπου είχε φανή φιλότιμος με το παραπάνω, την είχε πάθει στα γερά. Διότι ο Λάμπρος ο Βατούλας και ο Μανώλης ο Πολύχρονος, αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, του έταξαν «φούρνους με καρβέλια» δώσαντες αυτώ ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά απέναντι, καθώς του είπαν, και παρακινήσαντες αυτόν να εξοδεύση κι' απ' τη σακκούλα του όσα θέλει, άφοβα, διότι θα πληρωθή μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν ον ήθελε παρουσιάσει. Τότε αυτός πιστεύσας «εξανοίχτηκε» κ' εξώδευσε ιδικά του λεπτά, παραπάνω από ένα εκατοστάρικο· αλλά μετά τας εκλογάς, ο Λάμπρος ο Βατούλας (τον οποίον αυτός ηρέσκετο να ονομάζη σήμερον «ο Λάμπρος ο Φατούλας») έκαμε πως δεν τον εγνώριζε και του εγύρισε της πλάτες. Πού επερίσσευε τραμπούκος απ' αυτούς που έχουν δόντια, κατάλαβες, για να φάνε κ' οι άλλοι, οι παραμικροί; Ο Λάμπρος ο Βατούλας κ' ο Μανώλης ο Πολύχρονος κι' άλλοι μερικοί, πέφτουν με τα μούτρα στη λαδιά, στο μούχτι . . . κ' ειξεύρουν πώς να κυνηγούν το πλιάστικο. Έχουν βλέπεις αυτοί, οι διάβολοι, τον τρόπον να τα κάμουν πλακάκια. Αν ερωτάς κι' από κοντραπούντους κι' από μπουκλούκια . . . κανείς δεν μπορεί να βγάλη πλώρη μαζί τους. Είνε εις όλα πρώτο νούμερο. Αλλ' όταν μίαν φοράν καή η γούνα ενός ταβερνάρη, ενός καφετζή ή ενός μικρομπακάλη (δεν σου λέγω, είνε άλλοι που καίονται στα πολιτικά κ' έχουν κρεμασμένο διά τας εκλογάς το ζουνάρι τους . . . κ' είνε πάλιν άλλοι που ξεύρουν με τρόπο και τα καταφέρνουν, παίρνοντες λεπτά κι' από τα δύο κόμματα, μαυρίζοντες πότε το έν πότε το άλλο, κ' εβγαίνοντες πάντοτε λάδι), τότε πολύ βλαξ θα είνε αν τους επιτρέψη να τον κοροϊδέψουν και δευτέραν φοράν.
Τοιαύτας θεωρίας εξέφερεν ο Δημήτρης ο Τσιτσάνης, αρνούμενος να κεράση τους δύο φίλους, οίτινες ευθυμότατοι είχον εισέλθει εις το καπηλείον του. Αλλά δεν ήσαν και διψασμένοι. Ήτο εσπέρα ήδη και από της δείλης είχον περιέλθει το ήμισυ της πολίχνης, παντού κερνώμενοι και πίνοντες. Ο Κωνσταντής ήρχισε να παραδίδη μάθημα εκλογικής ορθοφροσύνης εις τον κάπηλον, λέγων ότι, αυτός όπου του θέλει το καλόν του, λυπάται να τον βλέπη να πηγαίνη πάντοτε ωσάν τον κάβουρα, και τούτο ένεκα, αδικαιολογήτου παραξενιάς. Το να μη θέλη «να το κάμη φόρα» νομίζει ότι είνε δι' αυτόν το συμφερώτερον;
Κάθε άλλο· εξ εναντίας, με τούτο εμπνέει δυσπιστίαν και εις τα δύο κόμματα, και ένεκα τούτου δεν αποφασίζουν να δώσουν χρήματα εις έναν άνθρωπον κρυψίνουν, «στριμμένον», όστις θέλει να κάμη τον ανεξάρτητον, χωρίς να ξεύρη καλά-καλά τι πράγμα είνε ανεξαρτησία. Ενώ, αν αποφασίση να κηρυχθή θερμός, ή και χλιαρός, υπέρ του ενός κόμματος, τότε, ενώ του κόμματος τούτου θα εφελκύση ασφαλώς την εμπιστοσύνην, δεν είνε παράξενον να προκαλέση κολακείας και φιλοφρονήσεις και από το άλλο κόμμα, οι άνθρωποι του οποίου θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπον να τον κάμουν να τα γυρίση, ή θα πασχίσουν τουλάχιστον να τον μετριάσωσιν. Εάν θέλη μάλιστα να πάρη λεπτά και από τα δύο κόμματα, ο ασφαλέστερος τρόπος είνε να κηρυχθή φανερά υπέρ του ενός. Δεν παίρνει, παράδειγμα απ' αυτόν, κι' από τον φίλον του τον Γιάννην της Κ'σάφους; Ενώ άλλοι φανατίζονται και «χαλνούν την ζαχαρένια τους» και χολοσκάνουν, αυτοί οι δύο «ζευγαράκι ταιριαστό», παράδειγμα υγιούς εκλογικής φιλοσοφίας εις όλον το χωρίον, ανήκοντες εις δύο αντίπαλα και μέχρι καταστροφής πολεμούντα άλληλα κόμματα, περνούν με γέλοια και με χαραίς, τρώγοντες, πίνοντες, ευωχούμενοι, εις υγείαν όλων των υποψηφίων, ευλόγως θέτοντες την φιλίαν των υπεράνω των κομμάτων. Και με τοιούτον τρόπον «το έχουν δίπορτο». Με όποιον κόμμα νικήση, θα είνε φίλοι και οι δύο, αφού θα είνε ο είς. «Όποιος γάιδαρος κι' αυτοί σαμάρι».
Τοιαύτα πρακτικής ηθικής διδάγματα έδιδεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος εις τον Δημήτρην τον Τσιτσάνην. Είνε αληθές ότι τα πλείστα είχεν ακούσει την προτεραίαν παρά δικολάβου τινός, όστις τα ανέπτυσσε προς τους φίλους του. Ο κάπηλος τον ήκουε σείων την κεφαλήν, λέγων ότι αυτά τα είξευρε προτήτερα απ' εκείνον. Αλλ' είνε μεγάλη διαφορά να είνε τις αγωγιάτης απλώς ή ξωμερίτης, όπως αυτοί οι δύο, από του να έχη μαγαζί. Διότι, πρέπει να τηρή τις και κάποιαν αξιοπρέπειαν, «να φυλάγη την θέσιν του», αν θέλη να μην ξεπέση «στην παρακατινή σκάλα». Οι δύο φίλοι τον ήκουον μειδιώντες, ουδόλως προσβαλλόμενοι διότι τους υπεβίβαζε. Μόνον ο Γιάννης της Κ'σάφους τελευταίον είπεν ότι «δεν του γεμίζει το μάτι κι' αυτός και το μαγαζί του». Ο κάπηλος επειράχθη τότε και ήρχισε να τους ονειδίζη σκληρώς, αλλ' ο Κωνσταντής ο Καλόβολος με ατάραχον μειδίαμα του είπεν ότι, «αν θέλη να έχη μαγαζί, πρέπει να έχη και κοιλιά σαν το μαγαζί του, μεγαλείτερη μάλιστα απ' το μαγαζί του».
Ενταύθα ήτο η λογομαχία, και ο κάπηλος είχεν ανάψει την λάμπαν, διότι είχε νυκτώσει ήδη, όταν εισήλθε κομματική ομάς οδηγουμένη από τον Λάμπρον τον Βατούλαν. Ητο ανήρ μεγαλόσωμος, ωραίος, μετ' επιτηδεύσεως ενδεδυμένος, φιλοφρονέστατος και μελιχρός τους τρόπους.
Άμα εισελθών, διέταξεν έξ μαστίχαις διά τους μεθ' εαυτού, είτα ελθών όπισθεν του λογιστηρίου, έκυψεν εις το ους του καπήλου και ήρχισε να του κρυφομιλή και να τον κατηχή. Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας, αφού του είπε πολλά, και ο οινοπώλης του απήντα μόνον διά κατανεύσεων της κεφαλής, επέστρεψε πάλιν προς την τράπεζαν, περί ην είχε στρωθή η παρέα του, και διέταξεν εκ νέου μαστίχαις.
Επλήρωσεν εν κρότω δεκάρων τα ποτά, είτα απευθύνας τον λόγον προς τον Κωνσταντήν τον Καλόβολον, όστις ίστατο παράμερα με τον φίλον του τον Γιάννην της Κ'σάφους,
— Ε! Τι έχουμε, Κώστα; . . . Πώς πάει το κόμμα σας; είπε.
— Ποιο κόμμα μας, κυρ-Λάμπρο; απήντησεν ο Κωνσταντής ο
Καλόβολος· το κόμμα μας είνε το κόμμα σας.
— Τι; είμαστε από ένα κόμμα;
— Δεν το ξέρετε;
— Τότε πώς δεν ξεχωρίζετε από το Γιάννη το φίλο σου;
— Η φιλία φιλία, και το κόμμα κόμμα.
— Ας είνε τέλος πάντων, ο Θεός κ' η ψυχή σας. Πίνετε από μια μαστίχα;
— Απώνα κρασί . . . αν μας κεράσετε.
Και ο Λάμπρος ο Βατούλας διέταξε δύο κρασιά. Εν τω μεταξύ εισήλθεν εις το καπηλείον και άλλη ομάς εκ του αντιθέτου κόμματος.
— Εβίβα! Καλή επιτυχία.
Οι δύο φίλοι συνέκρουσαν τα ποτήρια και έπιον.
Η νεωστί εισελθούσα ομάς διέταξε και αυτή ποτά.
Επί κεφαλής της ομάδος ήτο ο Μανώλης ο Πολύχρονος, μεσήλιξ, μελαγχροινός, εύθυμος, αστείος.
— Α! εδώ είσθε σεις, που βυζαίνετε δύο μαννάδες;
— Το καλό αρνί, κυρ-Μανώλη, απήντησεν ο Γιάννης της
Κ'σάφους, τρώει από δύο προβατίναις.
Ο Μανώλης διέταξε τον κάπηλον να τους κεράση και τότε έπιον εις υγείαν του κόμματος, το οποίον εξεπροσώπει ο Μανώλης.
Με τοιαύτην τακτικήν εκαλοπερνούσαν εις τας εκλογάς οι δύο αγαπημένοι φίλοι. Είχον δε πίει την ημέραν εκείνην όχι ολίγα εις βάρος αμφοτέρων των κομμάτων. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος εγερθείς μετέβη όπισθεν του λογιστηρίου, όπως είχε κάμει προ μικρού ο Λάμπρος ο Βατούλας, και ήρχισε να ομιλή εις το ους του καπήλου.
Το λογιστήριον εκείνο, φαίνεται, ωμοίαζε κάπως μ' εξομολογητήριον φραγκοκκλησιάς, όπου μία-μία εισερχόμεναι ελαφρύνουσι την συνείδησίν των αι κομψοπρεπείς μετανοούσαι. Αφού δε του είπεν ό,τι είχε να του ειπή ταπεινή τη φωνή, ενώ ο Λάμπρος ο Βατούλας δεν έπαυσε να τους κυττάζη με τον κανθόν του οφθαλμού, επιστρέψας εις την θέσιν του ο Μανώλης, ηθέλησε να κουρδίση ολίγον τους δύο φίλους.
— Όλα καλά, τους είπε, μα εσείς οι δύο το καταλαβαίνετε που μας κοροΐδεύετε όλους, ή όχι;
— Αλήθεια! επεβεβαίωσεν από της πέραν τραπέζης και ο ηγέτης της άλλης ομάδος, ο Λάμπρος ο Βατούλας, όστις ηγάπα πάντοτε να είνε φιλόφρων προς τους αντιπάλους· αλήθεια, μας κοροϊδεύετε.
Οι δύο φίλοι μόλις κρατούμενοι εις τους πόδας των, ήρχισαν να διαμαρτύρωνται θορυβωδώς.
— Όχι! μα το φως μου, κυρ-Μανώλη . . .
— Μα την αγάπη μας, κυρ-Λάμπρο . . .
— Έτσι να έχω καλά γεράματα.
— Να χαρώ το στέφανό μου, κουμπάρε.
Και λέγοντες εστράφησαν ο είς προς την τράπεζαν περί ην ήτο συγκεντρωμένη η ομάς του Λάμπρου, ο έτερος προς την άλλην τράπεζαν περί ην εκάθηντο οι σύντροφοι του Μανώλη, στρέφοντες προς αλλήλους τα νώτα, χειρονομούντες υπερμέτρως ως αδέξιοι υποκριταί, ανοίγοντες τας αγκάλας προς περίπτυξιν των δύο αρχηγών των κομματικών ομάδων.
— Αν θέλετε να σας πιστέψουμε ότι δεν μας κοροϊδεύετε, είπεν ο Μανώλης ο Πολύχρονος, πρέπει ή να κόψετε ο ένας από τον άλλον αυταίς της ημέραις που θα είνε η εκλογαίς, ή . . .
— Αυτό θα είνε σκληρά καταδίκη δι' αυτούς, είπε γελών ο
Λάμπρος ο Βατούλας.
— Ή τουλάχιστον, εξηκολούθησεν ο Μανώλης ο Πολύχρονος, να μας δώσετε τώρα αμέσως απόδειξιν ότι ενδιαφέρεσθε ειλικρινώς και ολοψύχως, ο ένας σας υπέρ του ενός κόμματος, ο άλλος υπέρ του άλλου.
— Παίρνω όρκο, είπεν υψών την χείρα ο Γιάννης της Χρυσάφους.
— Κ' εγώ παίρνω όρκο, είπε και ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.
— Οι όρκοι είνε σήμερα το φθηνότερο πράμμα, είπε σαρκαστικώς
ο Μανώλης ο Πολύχρονος.
— Σου δίνω το λόγο μου, κουμπάρε, είπεν ο Γιάννης της
Χρυσάφους.
— Τι να τον κάμω το λόγο σου, κουμπάρε; είπεν ο Μανώλης·
καλλίτερα είχα να μου έδινες τα παληά τα τσαρούχια σου.
Ο Γιάννης της Χρυσάφους, κύψας, έλυσεν από των ποδών τα πέδιλα, και ορθωθείς σοβαρώς τα προσέφερεν εις τον Μανώλην.
— Πάρ' τα, κουμπάρε!
Τα απέθηκεν επί της τραπέζης, και είτα, γυμνόπους, εστράφη προς την θύραν να εξέλθη.
Όλοι εγέλασαν προς το σκηνικόν τούτο του κραιπαλώντος, αλλ' ο
Μανώλης τον ανεκάλεσεν·
— Έλα δω, κουμπάρε!
Ο Γιάννης της Χρυσάφους, επιστρέψας, εστάθη ενώπιον του
Μανώλη.
— Εις τους ορισμούς σου, κουμπάρε.
— Θέλω, είπε, να μας δώσετε απόδειξιν αναμφισβήτητον της πίστεώς σας εις τα δύο κόμματα.
— Τι απόδειξιν;
— Ιδού, είπεν ο Μανάιλης, απευθυνόμενος μάλλον προς τον Λάμπρον τον Βατούλαν· δεν είνε αληθές πως ό,τι επιθυμεί κανείς εκείνο και πιστεύει;
— Δηλαδή; είπεν ο Λάμπρος ο Βατούλας.
— Δηλαδή, δεν βλέπομεν πολλάκις δύο ανθρώπους, να στοιχηματίζουν μεγάλα ή μικρά ποσά, δι' έν πράγμα, του οποίου άδηλος είνε η έκβασις, πιστεύοντες και ο είς και ο άλλος ότι θα γίνη εκείνο το οποίον επιθυμούν;
— Καθώς, λόγου χάριν, εις τας εκλογάς, σαν καλή ώρα, είπεν ο Λάμπρος ο Βατούλας, όπου βάζουν στοίχημα ότι θα βγη εκείνος τον οποίον θέλει ο καθένας.
— Ίσα—ίσα! είπεν ο Μανώλης. Λοιπόν, δεν είνε καλό να βάλουν οι δυο τους, τώρα μπροστά μας, ένα στοίχημα;
— Σαν τι στοίχημα;
— Να στοιχηματίσετε, συ, κουμπάρε Γιάννη, ότι θα κερδίση το δικό μας κόμμα, και συ, Κωνσταντή, ότι θα κερδίση το άλλο κόμμα.
— Εγώ βάζω το γάιδαρό μου! ανέκραξεν ο Γιάννης της
Χρυσάφους.
— Κ' εγώ το βώδι μου! εφώναξεν ο Κωνσταντής ο Καλόβολος.
— Ο γάιδαρός σου ας έχη ζωή, κουμπάρε Γιάννη, και το βώδι σου σού χρειάζεται διά να ζήσης, Κωνσταντή Καλόβολε. Μόνον αρκεί να βάλετε κάτι τι που να τρώγεται, που να μασιέται εύκολα, για να ξεφαντώση όλο το ασκέρι, που καλώς ανταμωθήκαμε εδώ, καλή μας ώρα, όταν θα γίνουμε φίλοι μετά τας εκλογάς. Εσύ, κουμπάρε Γιάννη, δεν έχεις, θαρρώ, δύο προβατίναις κ' ένα κριάρι;
— Τα θυσιάζω! ανέκραξεν ο Γιάννης της Χρυσάφους. Για το
χατήρι σου, κουμπάρε, κουρμπάνι γίνομαι.
— Κ' εγώ, για την αγάπην σου, κυρ-Λάμπρο! εφώνησεν ο
Κωνσταντής ο Καλόβολος.
— Δεν είνε ανάγκη να θυσιάσης της προβατίναις, κουμπάρε
Γιάννη, το κριάρι, μας αρκεί.
— Βάζω το κριάρι, είπεν ο Γιάννης.
— Κ' εγώ βάζω τέσσαρα ζευγάρια κόττες που έχω, είπεν ο
Κωνσταντής.
— Λοιπόν σύμφωνοι· αν κερδίσωμεν και τους δύο βουλευτάς ημείς, εσύ, Καλόβουλε, θα βάλης τα τέσσαρα ζευγάρια κόττες, κι' αν κερδίσουν οι άλλοι, εσύ, κουμπάρε Γιάννη, θα θυσιάσης την προβατίνα. Εάν όμως βγάλουμε από ένα βουλευτήν τα δυο κόμματα, τότε έχεις κέρδος εσύ, κουμπάρε, την προβατίνα σου γλυτώνεις και εσύ, Κωνσταντή, της κόττες σου.
— Σύμφωνοι!
Έδωκαν τας χείρας και απεχωρίσθησαν.
Β'
Την εσπέραν εκείνην, Τρίτην της εβδομάδος, πέντε ημέρας προ της εκλογής, περί την ογδόην ώραν, ο Λάμπρος ο Βατούλας ήναψε μετά τον δείπνον το φαναράκι του, και συνοδευόμενος από τρεις ή τέσσαρας φίλους εξήλθεν εις επισκέψεις κατ' οίκους προς ψηφοθηρίαν. Διήλθον διά της αγοράς, και είτα, δι' ανωφερούς δρομίσκου, εβάδισαν ανερχόμενοι εις την άνω λαϊκήν συνοικίαν. Μόλις επροχώρησαν ολίγα βήματα, και δευτέρα συνοδεία, μετά φανού και αυτή, προέβαλε κατόπιν των ερχόμενη. Ήτον ο Μανώλης ο Πολύχρονος με την παρέαν του, από το άλλο κόμμα. Ο Λάμπρος ο Βατούλας είχε «τα μάτια τέσσερα», αλλ' εκείνην την στιγμήν ησχολείτο αυτός και απησχόλει και τους φίλους του, ενώ εβάδιζαν, διηγούμενος διαφέρουσαν προς αυτούς ιστορίαν. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος, αφού είχε κάμει λεπτά εις το Κάιρον, εμπορευόμενος επί δώδεκα έτη ως αλευράς, κατ' άλλους ως φούρναρης, έφθασε με το καλόν εις την πατρίδα του, πρωτεύουσαν της επαρχίας, και το είχεν απόφασιν να πολιτευθή. Εφαίνετο μορφωμένος, είχεν ιδεί κόσμον· τον εγνώριζεν αυτός παιδιόθεν, και προ ημερών, ότε μετέβη εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας, ανενέωσε την γνωριμίαν. Ο νεοφερμένος από την ξενιτείαν είχεν αισθήματα, εξέφερε γενικάς σκέψεις περί των πολιτικών πραγμάτων, «ξύλα, κούτσουρα, δαυλειά καμμένα». Δεν ωμοίαζε με τον Αλικιάδην, όστις επολιτεύετο χάριν των δημοσίων έργων, ούτε με τον Γεροντιάδην, όστις εξελέγετο βουλευτής διά το καλόν της πατρίδος του. Ήτον αφελής τους τρόπους, και έτι αφελέστερος τας ιδέας. Ήθελε να πολιτευθή «για δόξα». Ευκαιρία λαμπρά. Ο Αλικιάδης ήτο παμπόνηρος, και τα χέρια του ωμοίαζαν με γάντζους. Δεν ειμπορούσες να του βγάλης λεπτά ούτε με το δόλωμα ούτε με το «παρασούβλι». Δεν έδιδε πέντε χωρίς να είνε βέβαιος ότι θα λάβη δέκα. Εβραίος σωστός. Ο Γιαννάκος ο Χαρτουλάριος ήτον αγαθός, «ψυχαράκι, ο καϋμένος». Πώς εφαίνετο ότι ήρχετο από μακρυά! Σωστός Κελεπούρης! Είχε παραδάκια καλά, παιδιά, σκυλιά τίποτα. «Εφυσούσε». (Και ο Λάμπρος ο Βατούλας συνώδευε δι' ελαφρού φυσήματος, ως και διά προστριβής του αντίχειρος επί του δείκτου, υπό το φως του φαναρίου την λέξιν: «φυσάει-φυσάει»). Πού θα την εύρισκαν άλλην φοράν τοιαύτην ευκαιρίαν; Τον παλαιόν καιρόν, οι υποψήφιοι βουλευταί κατήρχοντο σύνδυο εις τον αγώνα, έκαμναν κολληγιαίς. Επειδή όμως εκάστοτε ο έτερος των συνδυαζόμενων ή οι στενώτεροι των περί αυτόν, εκόντος ή άκοντος αυτού, παρεσπόνδουν κ' έκρινον καλόν να μαυρίσουν τον σύντροφον, δίδοντες αποκλειστικήν την ψήφον των εις τον ιδικόν των, εξέλειπεν η εμπιστοσύνη, και οι συνδυασμοί εξέπεσαν κατά μικρόν εις την επαρχίαν, εωσότου ολοσχερώς κατηργήθησαν. Τώρα, ο καϋμένος ο Γιαννάκος, επειδή, καθώς σας είπα, ήρχετο από μακρυά, εζήτησεν εν τη αθωότητί του να συνδυασθή με τον Αλικιάδην, και ο τσιφούτης προθύμως τον εδέχετο. Άλλοι όμως πονηρότεροί του τού άνοιξαν τα μάτια, κ' έτσι ο συνδυασμός εναυάγησε. «Τόσο το καλλίτερο για μας, παιδιά». Αν ο συνδυασμός κατηρτίζετο, ο Αλικιάδης θα διηύθυνε το οικονομικόν μέρος, και θα του έτρωγε τα λεπτά χωρίς να του δώση ψήφους. Τώρα όμως ο Χαρτουλάριος θα διεπραγματεύετο απ' ευθείας προς αυτούς (εκτός αν τον ήρπαζε το σκυλί, ο Μανώλης ο Πολύχρονος, με τους ιδικούς του, αλλ' ο Λάμπρος θα είχε τον νουν του), και εύκολα, ήλπιζε, θα τον έβαζαν στο χέρι. Αν ειμπορούσαν να του δώσουν καμμιά εκατοστύ ψήφους (εκείνος βουλευτής δεν θα έβγαινε, κι' ας το είχε σίγουρο, μόνον για το ονόρε) από κείνους τους σμιγούς, τους φθηνούς, που θα τους αγόραζαν προς 4 έως 5 δραχμάς το κομμάτι και θα του τους επουλούσαν προς 15, ας είνε και προς δέκα δραχμάς, χαρά στην τύχην τους! αφού είπε τοιαύτα τινα ο Λάμπρος ευθύς προσέθηκε·
— Τάχα, ο λόγος το λέει, εμείς δεν είμαστε από κείνους . . . .
Α! ο Μανώλης, ναι, εκείνος είνε γι' αυταίς της δουλειαίς.
Συγχρόνως ανήρχετο κατόπιν των η άλλη συνοδεία, και ο Μανώλης ο Πολύχρονος, εν τω μέσω ιστάμενος, έλεγε ταπεινή τη φωνή, με αλληγορικάς, ως εσυνείθιζε, φράσεις·
— Αύριο, παιδιά, πέφτει το μεγάλο ψάρι . . . Νάχετε το νου σας . . . μη μας φάη το θεριό (κ' εδείκνυεν εκατό βήματα αποτέρω, διά μέσου του σκότους, περί την κινουμένην αμυδράν λάμψιν του προπορευομένου φανού, τον Λάμπρον τον Βατούλαν με την συνοδείαν του). Να πιάσουμε τα πόστα . . . Μη μας φάη το ψάρι ο γαλιός . . . Ως το μεσημέρι ο ροφός αρριβάρει (να πάρουμε, στα χωρατά, μια βάρκα, να πεταχτούμε ως τα νησιά, να κάμουμε καρτέρι) . . . . ροφός εφταοκαδιάρικο, φρέσκο! . . . θα πέσουν και κάτι συναγριδάκια, δε σας λέω . . . . Μα βάρδα απ' το σκυλόψαρο (κ' εδείκνυε τον Λάμπρον τον Βατούλαν). Διπλαίς απετουνιαίς, τριπλά παραγάδια . . . με χονδρούς φελλούς και με μολυβήθραις πενηντάρικαις . . . . Και τα μάτια σας τέσσερα . . . . Να στέκεσθε απρόντο, νάχετε απρόντο και της πράγκαις και τα καμάκια . . . και το σηπιογιάλι έτοιμο . . . γιατί αλλοιώς δε βγαίνει λαδιά.
Είτα ο Μανώλης προσέθηκεν·
— Ας είνε, ημείς τέτοιοι δεν είμαστε . . . Μα έπρεπε κάτι να γείνη, στο πείσμα εκείνου του θεριού, εκείνου του σκυλόψαρου.
Οι περί τον Μανώλην εγέλων πεπνιγμένους γέλωτας ακούοντες και άμα προυχώρουν, ώστε παρ' ολίγον έφθασαν την πρώτην συνοδείαν, ης τα μέλη ηκροώντο τας λεπτομερείς και σπουδαίας ανακοινώσεις του Λάμπρου, κ' εκοντοστέκοντο, και πάλιν εβάδιζον. Τότε είς των πέντε, ακούσας βήματα, εστράφη, και είδε την δευτέραν συνοδείαν, και την υπέδειξεν εις τους μετ' αυτού, ούτοι δε ετάχυνον το βήμα.
Εισήλθον πρώτον, ο Λάμπρος και δύο των συν αυτώ, εις τον οικίσκον του Περμαχογιάννη, γέροντος χωρικού, έχοντος τρεις υιούς εκλογείς, οι δε λοιποί δύο της συνοδείας έμειναν εις το προαύλιον ως καραούλι. Εκ της άλλης συντροφείας, ο Μανώλης και δύο άλλοι ανέβησαν εις την οικίαν του Ζυγαράκια, έχοντος τέσσαρας υιούς και ημίσειαν δωδεκάδα ανεψιών, όλους ψηφοφόρους, δύο δε και εκ της συνοδείας ταύτης έμειναν έξω της θύρας βιγλίζοντες. Δεύτερον ανέβησαν οι περί τον Λάμπρον εις την οικίαν του ζευγηλάτου Στροφλιώτου, οι δε περί τον Μανώλην εισήλθον εις την καλύβην του Μαλλιοδήμου του αιγοβοσκού. Ακολούθως επεσκέφθησαν και άλλας οικίας, κατά την αυτήν πάντοτε τακτικήν, δύο εξ εκατέρας συνοδείας μενόντων πάντοτε ως ουραγών έξω της θύρας ή κάτω της λιθίνης κλίμακος. Ήτο δε ογδόη ή δεκάτη εσπέρα αύτη, καθ' ην ο Μανώλης και ο Λάμπρος μετά των αυτών ή άλλων οπαδών δεν έπαυσαν επισκεπτόμενοι τας οικίας των χωρικών και ψηφοθηρούντες. Παντού ελάμβανον και έδιδαν λιπαράς διαβεβαιώσεις και υποσχέσεις δαψιλείς, τόσον χορταστικάς, ώστε είς των μετά του Μανώλη, συνοδεύσας αυτόν παλλάς εσπέρας εις τοιαύτας εκδρομάς, αλλά πρώτην φοράν εφέτος βλέπων εκλογάς, καθόσον ήτο ναυτικός και συνήθως απεδήμει, έλεγεν εύπιστος, οικτείρων της αντιθέτου μερίδος τους τόσους δρόμους·
— Τι χαλνούν τα παπούτσια τους. Τώρα πλεια οι ψήφοι μάς
περισσεύουν!
Αλλ' ο Μανώλης ο Πολύχρονος, λίαν πεπειραμένος περί τα τοιαύτα έσεισεν οικτιρμόνως την κεφαλήν και του είπε·
— Αχ! δεν ξέρεις, παιδί μ', απ' αυτά. Το ψάρι, ενώ θαρρείς ότι το κρατείς, έξαφνα γλυστράει και φεύγει. «Χάνος είμαι, χάνομαι . . . μπέρκα 'μαι, δεν πιάνουμαι . . . γιούλος είμαι σε γελώ . . . και τα δίχτυα σου χαλώ».
Εν τω μεταξύ ο Λάμπρος μετά των δύο συντρόφων του ανέβησαν εις του γέροντος πορθμέως μπάρμπα-Διοματάρη, εις καλύβη ανώγεων μετά μικρού σοφά, όπου εύρον τον γηραιόν ναυτικόν καθήμενον, αν και ήτο θέρος ήδη, παρά την εστίαν, καπνίζοντα ελεεινόν καπνόν με την πίππαν του, και θερμαίνοντα τας δύο κνήμας, ων η μία είχε παγώσει προ ετών εις τον Δούναβιν, και ερεθιζομένη από καιρού εις καιρόν τον καθίστα ανίκανον προς εργασίαν. Η γραία επαιδεύετο να βράση δύο ή τρία σκορπιδάκια, τα οποία της είχε φέρει, ο γέρων αργά φθάσας την εσπέραν εκείνην με την μικράν βάρκαν του εκ της ημερησίας ανά τον λιμένα εκδρομής. Ο Λάμπρος εκάθησεν επί τινος παλαιού κιβωτίου με γλυφαίς και με καρφία διατεθειμένα προς κόσμον εις ρόμβους και εις σταυρούς, οι δε δύο ακόλουθοί του εκάθισαν επί τινος χουλουριασμένου τροχίνου σχοινιού, χρησίμου εις την αλιευτικήν. Παραγάδια και δίκτυα επί κονταριών ηπλωμένα εκρέμαντο από τον χθαμαλύν όροφον έως το δάπεδον. Όλα, και το σχοινίον και το κιβώτιον, και τα κυλίμια, και η ψάθα και οι μύστακες του μπάρμπα-Διοματάρη, και το φουστάνι της γραίας του, όλα εμύριζαν ψαρίλας.
Ο Λάμπρος ήρχισε να εξηγή τον σκοπόν της επισκέψεώς του, λέγων, ότι την φοράν ταύτην, επί τέλους ευρέθη άνθρωπος να φροντίση διά την φτώχεια και να έβγαζαν βουλευτήν τον Αλικιάδην, θα έκαμναν χρυσή δουλειά, διότι αυτός ο Αλικιάδης ήτον φιλότιμος, και είχε να ζήση, και δεν είχεν ανάγκην να διορίση εις θέσεις τους ανεψιούς του και τον υιόν της κουμπάρας του, και αν έβγαινε βουλευτής, θα εφρόντιζεν αποκλειστικώς για την φτώχεια. Δεν ωμοίαζε με καμπόσους άλλους «όνομα και μη χωριό». Και ο Λάμπρος δεν είχεν αμφιβολίαν ότι, αυτήν την φοράν, ο μπαρμπα-Διοματάρης θα έδιδεν αποκλειστικήν την ψήφον του εις τον Αλικιάδην. Αυτά τα είπεν εντέχνως ο Λάμπρος, ελπίζων να εύρη τον σφυγμόν του γέροντος ναυτικού. Αλλ' ο μπαρμπα-Διοματάρης, ως να εζήτει αφορμήν να ξεσπάση, ήρχισε να διηγήται διά μακρών τι του είχε συμβή κατόπιν της άλλης εκλογής, καθ' ην είχε δώσει ψήφον εις τους αντιθέτους.
. . . Είχεν υπάγει εις τον Γεροντιάδην προ της διαλύσεως της βουλής, φέρων όλα τα έγγραφά του, τα χαρτιά του, τα πιστοποιητικά του. Αυτός όμως αγρόν ηγόρασε. «Πού σ' είδα πού σε ξέρω;» Δεν τον άφιναν ήσυχον, επί τέλους; Ποίαν υποχρέωσιν είχε να τρέχη δι' όλαις της παληοκαϊάσσαις, όσους εζήτουν να πάρουν σύνταξιν από το απομαχικόν; Αυτός, όσους ψήφους επήρε, τους είχεν αγοράσει ακριβά. Όλους πληρωμένους. Ένα εκλογέα δεν άφησεν απλήρωτον. Διεπραγματεύετο χονδρικώς με τον Μανώλην τον Πολύχρονον, όσους ψήφους — τόσα διπλά τάλληρα, ή όσους ψηφοφόρους — τόσα δεκάρικα. Ανάγκην αυτός δεν είχε να σκοτίζεται, να συναλλάσσεται απ' ευθείας με ένα έκαστον των εκλογέων. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, εκείνος έλυνε και έδενε, εκείνος έμβαζε κ' έβγαζε. Και εις το τέλος του λογαριασμού ακόμη, οι ψήφοι έβγαιναν ολιγώτεροι από τα δεκάρικα. Άρα και πολλοί πληρωμένοι τον είχαν μαυρίσει. Ο Μανώλης ο Πολύχρονος, ως τετραπερασμένος που ήταν, τα εμβάλωνε λέγων, ότι πρέπει να ξεπεσθούν από τον λογαριασμόν τόσα δεκάρικα, όσα επήγαν εις γενικά έξοδα, ή εις κεράσματα ακόμη, μη αρκέσαντος του κονδυλίου του ειδικού. Τέλος πάντων ό,τι έγινεν έγινεν, αλλά μετά την επιτυχίαν δεν εννοούσε να πληρώση λεπτόν παραπάνω. Και ου μόνον τούτο, αλλ' ήθελε να μη χάση και την ησυχίαν του. Είχεν εξοφλήσει ως ενόμιζεν. Επήρε χίλιους εκατόν ψήφους και εξώδευσε χίλια διακόσια δεκάρικα, δώδεκα χιλιαδούλες σωσταίς. Του ήλθε σχεδόν από ένδεκα δραχμάς, κατ' ακριβολογίαν από δέκα και ενενήντα έν λεπτά παρά έν κλάσμα η ψήφος. Δεν εξελέχθη αυτός βουλευτής διά να τρέχη διά της δουλειαίς των εκλογέων, καθώς άλλοι, εξελέχθη διά τα γενικά συμφέροντα της επαρχίας, αλλά και του έθνους όλου. Τι λέγει το Σύνταγμα; «Έκαστος βουλευτής αντιπροσωπεύει όλον το έθνος, και όχι μόνον την επαρχίαν εξ ης εκλέγεται». Και ευτυχώς η προλαβούσα βουλή δεν ήτο ως αι προκάτοχοί της, αίτινες διελύοντο μετά έν έτος ή και μετά οκτώ μήνας από του σχηματισμού των. Έφαγε τρεις σωστάς συνόδους τακτικάς και δύο εκτάκτους. Εφαίνετο ότι δεν έμελλε ποτέ να διαλυθή, αλλ' επί τέλους, περί τα τέλη της Γ' συνόδου, διελύθη. Κατά την πρώτην σύνοδον, ο Γεροντιάδης εφρόντισε να διορίση εις μικράς ή μεγάλας θέσεις όλους τους ανεψιούς του, επτά τον αριθμόν, καθώς δύο εξαδέλφους του και τρεις δευτέρους εξαδέλφους του, ως και δύο κουμπάρους, και τον υιόν της κουμπάρας του, και τον αδελφόν της υπηρετρίας του, και άλλους. Κατά την δευτέραν σύνοδον κατώρθωσε ν' ακύρωση δικαστικώς όλα τα ενοικιαστήρια των οικιών των αντιπάλων του ως δημοσίων γραφείων, και να ενοικιάση την μίαν οικίαν του ως επαρχείον, την άλλην ως ελληνικόν σχολείον, καθώς και της τρίτης μεγάλης παραθαλασσίου οικίας του το μεν άνω πάτωμα ως εφορίαν, το δε κάτω πάτωμα ως λιμεναρχείον. Έμενεν ακόμη το ταμείον, το τελωνείον και το ειρηνοδικείον, αλλά δυστυχως δεν είχεν άλλας οικίας ιδικάς του προς ενοικίασιν. Κατά την τρίτην σύνοδον επρόφθασε κ' έβαλε δύο εκ των υιών του υποτρόφους δύο διαφόρων κληροδοτημάτων, καθ' ό ανομοίου κλίσεως και προορισμού. Όσον διά την κόρην του, αυτήν την εισήγαγε, τη συναινέσει και της μητρός της, νομίμου συζύγου του, εις το «Σχολειό της Αμαλίας», ως ασφαλέστερον, μη ευρών άλλο πρόχειρον παρθεναγωγείον ίνα την εισαγάγη. Και άλλα ακόμη θα κατώρθωνε, διότι η βουλή εκείνη παραδόξως εφαίνετο έχουσα «μέραις απ' το θεό» διά να ζήση. Δυστυχώς και παρ' ελπίδα διελύθη τον τέταρτον μήνα της Γ' συνόδου άγουσα.
Γ'
Τοιαύτα ήρχισε να διηγήται εις τον Λάμπρον, όστις τα εγνώριζε καλλίτερ' απ' αυτόν, ο μπάρμπα-Διοματάρης, παρενθέτων ενίοτε εις την σειράν της διηγήσεως έν «καθώς έμαθα, καθώς μου είπαν». Τα πλείστα όμως προς συμπλήρωσιν της εικόνος τα προσέθηκε διακόπτων τον γέροντα αλιέα ο Λάμπρος αυτός, όστις δεν έπαυεν, εις το τέλος εκάστης περιόδου του απλοϊκού αφηγητού, να κατανεύη διά της κεφαλής επιδοκιμάζων και προσδοκών αίσιον δι' αυτόν το αποτέλεσμα. Αλλά το περιεργότερον ήτο το πείσμα και η οξύτης, μεθ' ων τα ήρευεν ο μπαρμπα-Διοματάρης. Αληθώς δε ο Λάμπρος δεν το επερίμενε, και μεγάλως εξεπλάγη, όταν εις το τέλος της διηγήσεως ο αφηγητής προσέθηκε·
— Τέτοιοι είνε όλοι τους! Ύστερα, δώσε τους ψήφο. Δεν πάω ούτε να ψηφοφορήσω, να μου λένε πως μ' αγόρασαν.
— Τι λες, μπαρμπα-Διοματάρη; ανέκραξεν ο Λάμπρος. Αυτή τη φορά δεν είνε ο Γεροντιάδης . . . είνε ο Αλικιάδης, και δεν έχεις να κάμης με τον Μανώλην τον Πολύχρονον, έχει να κάμης μ' εμένα . . .
— Όλοι το ίδιο είνε! επανέλαβε μετά πεισμονής ο μπαρμπα- Διοματάρης, αμεριμνών αν προσέβαλε κατά πρόσωπον τον Λάμπρον τον Βατούλαν.
— Πως όλοι το ίδιο είνε! επανέλαβεν ο Λάμπρος. Ημείς δεν καταδεχόμαστε, μπαρμπα-Διοματάρη να κάνουμε της δουλειαίς, που κάνει ο Μανώλης ο Πολύχρονος.
— Δεν το καταδιώχνετε! ανεκάγχασε σκληρώς ο τραχύς ναύτης.
— Ναι, αυτό που σου λέω εγώ. Δεν μου λες, μπαρμπα-
Διοματάρη, στην άλλη εκλογή επήρες παράδες απ' το Μανώλη;
— Εγώ να πάρω παράδες; είπε βλοσυρός ο γέρων πορθμεύς· εμένα
μου έταξαν να βγάλουν την σύνταξίν μου.
— Δεν σημαίνει· έκαμες κακά να μην πάρης παράδες.
— Γιατί;
— Γιατί ο Μανώλης θα σε πέρασε για πληρωμένον, αυτό να το
ξέρης σίγουρα.
— Τώρα το κατάλαβα κ' εγώ, και γι' αυτό, ούτε ξαναπάω πλειά
να ρίξω ψήφο.
— Είσαι κουριόζος άνθρωπος, μπαρμπα-Διοματάρη, εστέναξεν ο
Βατούλας.
— Το ξέρω κ' εγώ . . . Δεν θα υπάρχουν πολλοί τέτοιοι σαν
εμένα.
— Δεν υπάρχει κανείς . . . Είσαι μοναχός σου . . . Δεν έχεις
ταίρι.
Και ο Λάμπρος εστέναξεν εκ δευτέρου, αναλογιζόμενος ότι, αν υπήρχαν πενήντα τοιούτοι εκλογείς, μη δεχόμενοι χρήματα, αλλ' υποσχόμενοι, ουχί ως ο μπαρμπα-Διοματάρης, να ψηφοφορήσουν, κατ' ευχήν, θα εκέρδιζε και αυτός πενήντα χάρτινα δεκάδραχμα από μίαν εκλογήν. Εφθόνει δε τον Μανώλην τον Πολύχρονον, όστις είξευρε τον τρόπον, υποσχόμενος εις τον ένα διορισμόν, εις τον άλλον σύνταξιν, εις τον τρίτον αισίαν έκβασιν της δίκης, να ευρίσκη απληρώτους εκλογείς, τους οποίους να περνά εις το κατάστιχόν του ως πληρωμένους. Εν τοσούτω δεν απηλπίσθη να μεταπείση τον μπαρμπα-Διοματάρην, και ειξεύρων ότι, αν επέμενεν αποτόμως κατ' αυτήν την ιδίαν εσπέραν, θα εστόμωνε μόνον το γεροντικόν πείσμα του χελωνοδέρμου ναυτικού, τον εκαλονύκτισε δι' απόψε, επιφυλαχθείς να επανέλθη μετά δύο εσπέρας.
Ακολούθως ο Λάμπρος ο Βατούλας μετά των συνοδών του ανήλθεν εις την μικράν οικίαν του Θανάση του Τσιρογεώργη.
— Καλως τακάνετε! καλησπέρα, Θανάση με τη φαμίλια σου!, έκραξεν ο Λάμπρος με την λιγυράν και θωπευτικήν φωνήν του και με την μελισταγή ευπροσηγορίαν του.
— Καλως τον κυρ-Λάμπρο με την παρέα του.
— Ε; είμαστε για νάμαστε;
— Μα βέβαια . . . Εσείς δεν εφανήκατε κανένας σας, ούτε σεις, ούτε οι άλλοι . . . Είπα κ' εγώ μαθέ, γιατί δε μου μιλεί κανένας; . . . Να μη μ' πη κανένας ένα λόγο; . . .
Να που ήρθαμε . . . Ο οικοδεσπότης ωμολόγει αφελώς ότι ήτο έτοιμος να δώση τον λόγον του εις εκείνον των κομματαρχών, όστις πρώτος θα έσπευδε να τον αγκαζάρη. Ηγάπα, ως φαίνεται, τας θωπείας, και εθεώρει ως τιμήν προσγινομένην αυτώ το να έλθη τις παρακαλών να του δώση την ψήφον του.
— Άλλο σόι άνθρωπος, είπε μέσα του ο Λάμπρος ο Βατούλας. Καλά που πρόφτασα κ' ήρθα . . . πώς δεν το πήρε μυρουδιά εκείνο το σκυλί, ο Μανώλης ο Πολύχρονος, να έρθη να μου τον πάρη! Ο Θανάσης ο Τσιρογεώργης προσέφερεν οίνον και στραγάλια εις τους επισκέπτας, ο δε Λάμπρος του έδωσε παχείας υποσχέσεις δι' οιανδήποτε απαίτησιν και αν είχεν από τον μέλλοντα βουλευτήν, όστις ήτο σίγουρος «με το παραπάνω» και τον περικάλεσε να περάση από το γραφείον του, όσον είνε το εκλογικόν κέντρον, διά να τα ειπούν καλλίτερα.
Μόλις απήλθεν ούτος μετά των ακολούθων, και ο Μανώλης με τους ιδικούς του ανήλθον εις την οικίαν.
— Λοιπόν, κουμπάρε, πώς είμαστε;
Ο Μανώλης είχε συνηθίσει ν' αποκαλή κουμπάρους σχεδόν όλους τους συντέκνους των συμπεθέρων του.
— Τώρα, κουμπάρε, έδωσα το λόγο μ'.
— Σε ποιόνε;
— Στο Λάμπρο το Βατούλα . . . Τώρ-δα, τώρ-δα, ό,τι κατέβηκε . . . Δεν ειξεύρατε ναρθήτε μισή ώρα μπροστά;
Δ
Η οικία του Σπληνογιάννη, ανώγεως, με δύο δωμάτια και μέγαν πρόδομον, μετά μεγάλου σκεπαστού εξώστου, λιθίνης κλίμακος, έκειτο ολίγα βήματα απωτέρω προς ανατολάς βλέπουσα. Εκεί εισήλθε μετά των εταίρων του ο Λάμπρος ο Βατούλας, άμα εξελθών της οικίας του Τσιρογεώργη.
Μετ' ολίγα λεπτά, ότε ο Μανώλης κατήλθεν άπρακτος εκ της τελευταίας ανωτέρω περιγραφείσης επισκέψεώς του, ήκουσε θόρυβον, φωνάς και ταραχήν. Δύο φωναί ανδρικαί, η μία βραχνή, επίρρινος και οργίλη, η άλλη μελιχρά και καταπραϋντική, ηκούοντο συνεχώς εναλλάσσουσαι· αλλ' αμφοτέρων εδέσποζεν οξεία και διάτορος φωνή, φωνή γυναικός νευροπαθούς, διαμαρτυρομένη με γοεράς και απειλητικάς κραυγάς, ας ακούοντες ευλόγως υπέθετον ότι μεγάλη συμφορά είχεν ενσκήψει. Αι φωναί ήρχοντο προφανώς από την οικίαν του Σπληνογιάννη. Ο Μανώλης, όστις εγνώριζε μεν κάτι τι και από πριν, διέκρινε δε και ολίγας λέξεις εκ των πολυήχων κραυγών της νευροπαθούς γυναικός, ενόμισεν ότι την φοράν ταύτην δεν ήτο υπόχρεως να σεβασθή τους όρους της σιωπηλής συμβάσεως, ήτις ίσχυε μεταξύ των δύο αντιπάλων κομμάτων, όπως οι άνθρωποι του ενός κόμματος μη επιτρέχωσιν αδιακρίτως προς ψηφοθηρίαν εις το αυτό μέρος όπου έχουσιν ήδη εισβάλει οι οπαδοί του άλλου, και έσπευσε να παραβιάση την σύμβασιν. Χωρίς να διστάση, ένευσεν εις τους δύο συντρόφους του να τον ακολουθήσωσι, και ανέβη εις την οικίαν.
Οι δύο ακόλουθοι του Βατούλα, οίτινες είχον μείνει κατά την παραδεδεγμένην τακτικήν εις το προαύλιον της οικίας, διεμαρτυρήθησαν δι' υποκώφων γογγυσμών, αλλά δεν ετόλμησαν ν' αντισταθώσιν. Έμενον δε νυν αντικρύ των, προκλητικά ρίπτοντες επ' αυτούς βλέμματα, και οι δύο ουραγοί του Μανώλη, απώτερον ιστάμενοι και δυσκολευόμενοι να εννοήσωσι την στρατηγικήν του αρχηγού των.
Μόλις είχεν αναβή ο Μανώλης εις του Σπληνογιάννη, και παράθυρόν τι ελαφρώς τρίξαν υπανεώχθη αντικρύ. Εις το άνοιγμα του παραθύρου εξήλθεν η Τσιρογεώργαινα και έτεινεν άπληστον το ους. Εις τον μικρόν εξώστην της παρακειμένης οικίας, ενώ η θύρα έμενε κλειστή, σκοτεινή μορφή ίστατο από τινων λεπτών της ώρας. Η σκοτεινή μορφή, ήτις δεν ήτο άλλη παρά η Ζυγαράκαινα, μήτηρ τεσσάρων υιών εκλογέων, κ.τ.λ., είδε την διά του ανοίγματος του παραθύρου προκύψασαν φαιδράν όψιν, την ανεγνώρισε, και εψιθύρισε προς αυτήν