WeRead Powered by ReaderPub
Ο Πεντάρφανος cover

Ο Πεντάρφανος

Chapter 3: ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
Open in WeRead

About This Book

A rural narrative follows Stamos, an orphan raised amid contested kinship after his mother's accidental death in a wine vat and his father's subsequent drowning. Two elderly aunts quarrel over his marriage and guardianship, exposing customary expectations about kinship, inheritance, and social standing. The account traces successive marriages and step-relations, the care and rivalries that shape Stamos's upbringing, and a violent episode that crystallizes familial tensions. Detailed village scenes and ritual moments illuminate themes of fate, loss, and the practical struggles of peasant life.

The Project Gutenberg eBook of Ο Πεντάρφανος

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Ο Πεντάρφανος

Author: Alexandros Papadiamantes

Release date: April 27, 2011 [eBook #35978]

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. George Canonis provided valuable help in proofreading

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK Ο ΠΕΝΤΆΡΦΑΝΟΣ ***

Produced by Sophia Canoni. George Canonis provided valuable

help in proofreading.

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, the spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words are included in &. Three footnotes have been placed at the end of the book.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Τρεις υποσημειώσεις σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

O ΠΕΝΤΑΡΦΑΝΟΣ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ

1912

ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. Α. ΧΙΩΤΗ — ΑΘΗΝΑΙ, ΟΔΟΣ ΓΛΑΣΤΩΝΟΣ

Ο ΠΕΝΤΑΡΦΑΝΟΣ

— Α! αυτό πρώτη φορά είνε· άντρωπο να τρώη άλλο άντρωπο!

Ούτω πως εξέφραζε μετά γέλωτος την έκπληξίν του ο αγαθός Βαυαρός Γουλιέλμος Βιλδ, ο εξασκήσας επί πενήντα έτη σωστά το ιατρικόν επάγγελμα εις Σ . . . , όταν έν δειλινόν εκλήθη να επισκεφθή χάσκουσαν και αιμάσσουσαν πληγήν επάνω εις το δεξιόν οφρύδιον μιας καλής οικοκυράς, της Αρετής Καβούλαινας. Ο ιατρός εξήτασε το τραύμα, το εκαθάρισε καλώς διά του χειρουργικού ψαλιδίου, είτα το έρραψε λίαν επιτηδείως. Ήτο προφανώς από δαγκωματιάν ανθρώπου, και μάλιστα γυναικός· αλλά το βάθος και το εύρος των ιχνών απεδείκνυον ότι είχε δοθή σχεδόν μετά θηριώδους ορμής.

Ελέχθη, και ο κόσμος όλος επίστευσεν, αν και δεν είχε κληθή ο ειρηνοδίκης ή ο αστυνόμος του τόπου διά να ενεργήσωσιν ανακρίσεις και συντάξωσιν έκθεσιν, ότι είχον μαλώσει από ημερών δύο συμπεθέραις, η παθούσα, η Αρετή Καβούλαινα, και η δράσασα, η Αρετή Χαρανίνα, (οποία σύμπτωσις, δύο Αρεταί να τρώγωνται ούτω μεταξύ των), και η δευτέρα, εν τη μανία της οργής της, ερρίφθη κατεπάνω της άλλης και την εδάγκασε τόσον φοβερά εις το πρόσωπον. Όθεν το τόσω αφελές σχόλιον του Γερμανού ιατρού είχε κάπως τον τόπον του.

Εν τούτοις η αγχιστεία των ήτο πολύ παλαιά, και, κατά την παροιμίαν, «είχε ψοφήσει το βώδι τους — πάει η κολληγιά τους». Ο αδελφός της Καβούλαινας και η αδελφή της Χαρανίνας, οίτινες απετέλουν πάλαι ποτέ ανδρόγυνον, προ πολλού δεν υπήρχον πλέον εις τον κόσμον. Ο μόνος καρπός της συζυγίας των, το ίχνος της διαβάσεώς των, (το μόνον, διότι παν άλλο ίχνος των εχάθη εις το υγρόν στοιχείον, καθώς θα ίδωμεν), ήτον ο μοναχογυιός των Στάμος Καβούλης, εικοσιδύο ετών σήμερον, εξ αφορμής του οποίου σχεδόν είχαν μαλώσει αι δυο παλαιαί συμπεθέραι.

Πώς να μη μαλώσουν, αφού η θεια του η Καβούλαινα ήθελε να τον παντρέψη με το μέρος όπου επροτίμα αυτή, χωρίς να λάβη την άδειαν και της θειας του της Χαρανίνας. Ήτον, αλήθεια, ακριβός και περιζήτητος γαμβρός ο Στάμος. Αλλά να θέλη, η προς πατρός θεία του να τον μεταχειρισθή ως πράγμα ιδικόν της, χωρίς να έχη είδησιν και η άλλη θεια του, η από το μέρος της μητρός, πού ηκούσθη αυτό; Γίνονται ποτέ αυταίς η δουλειαίς χωρίς να ερωτηθούν οι συγγενείς μεταξύ τους; Μερικοί συγγενείς μάλιστα είνε πολύ αυστηροί εις το κεφάλαιον τούτο, ώστε, εάν δεν ερωτηθούν να δώσουν γνώμην περί του υποψηφίου προσώπου και της οικογενείας του και δεν κληθούν εις τα μπασίδια, εις τον γάμον, ούτε θέλουν ν' αναγνωρίσουν τον νέον εξ αγχιστείας συγγενή, είτε νύμφη είτε γαμβρός είνε.

Του Στάμου οι γονείς είχον αποθάνει, όταν αυτός ήτο βρέφος, και όλοι μεν οι συγγενείς εφρόντισαν περί της ανατροφής του, αλλ' υπέρ πάντας και πάσας η προς μητρός θεία του η Χαρανίνα. Ούτος υπήρξεν όχι απλώς ορφανός, αλλ' αυτό τούτο «πεντάρφανος». Διότι μετά τον θάνατον της μητρός του Ζωίτσας, (θάνατον τραγικόν, ή μάλλον τρυγικόν, ως θα ίδωμεν), ευθύς, μετ' ολίγον ο πατήρ του ο Γιάννης Καβούλης είχε λάβει δευτέραν σύζυγον, με την εύλογον πρόφασιν την οποίαν ευρίσκουν πρόχειρον όλοι οι έχοντες τέκνα χηρευμένοι· αλλ' εις αυτήν την περίπτωσιν δεν επρόκειτο μόνον διά την περίθαλψιν του μικρού Στάμου, έχοντος ηλικίαν ολίγων μηνών· υπήρχε και είς παλαιός έρως του Γιάννη με την Φλωρού, την δευτέραν σύζυγόν του. Είτα μετά έν έτος επήγε κι' ο πατέρας του, αδικοθάνατος κι' αυτός. Ύστερον η μητρυιά του, μετ' ου πολύ, εξέχασε τον παλαιόν έρωτα κ' έλαβε δεύτερον άνδρα. Τότε ο μικρός Στάμος ευρέθη εις την οικίαν, ήτις ήτο προικώα της μητρός του, μεταξύ μιας μητρυιάς κ' ενός συζύγου της μητρυιάς, παραμητρυιού. Οι συγγενείς τότε εζήτησαν να παραλάβουν τον μικρόν από τας χείρας της μητρυιάς του, αλλ' αύτη μη έχουσα τέκνον, και ίσως θέλουσα να έχη απολογίαν εις την συνείδησίν της, επειδή εκατοίκει και διητάτο εις την οικίαν της προκατόχου της, επέμεινε να τον κρατήση κ' επεδείκνυε προς αυτόν μελετημένην στοργήν. Δυστυχώς, η Φλωρού μετ' ολίγον χρόνον απέθανε κι' αυτή. Ο χάρος εμάχετο πολύ το σπίτι εκείνο. Τότε ο παραμητρυιός του επήρεν άλλην παραμητρυιάν, κ' εκατοίκησεν αλλού. Τέλος, η θεια η Χαρανίνα επήρε τον Στάμον εις την οικίαν της και εις αυτής τας χείρας εμεγάλωσεν ο νέος.

Είχεν εγερθή ζήτημα επ' ευκαιρία της τελευταίας ταύτης επιγαμίας, αν επετρέπετο να γείνη γάμος, και ο αρχαϊκός παππ' Αλέξανδρος, ο επίτροπος του δεσπότη, δεν ήθελε να δώση άδειαν, λόγω ότι η τελευταία αυτή παραμητρυιά, καίτοι πρώτην φοράν υπανδρευομένη αυτή, ενυμφεύετο τον παραμητρυιόν δίγαμον εκ διγαμίας, και άρα απετελείτο τετραγαμία. Αλλ' οι ενδιαφερόμενοι «επήγαν παραμέσα», δηλ. έκαμον έκκλησιν εις την αρχιεπισκοπήν, και Πρωτοσύγκελλος, αφού έλαβεν, ως ελέχθη, δύο εκατοστάρικα (όπως πιστεύουν τινές ότι συμβαίνει κάποτε λόγω εκκλησιαστικής «οικονομίας»), εν αγνοία, ως φαίνεται, του Δεσπότη, όστις διετέλει σχεδόν εις ανικανότητα, επέτρεψε τον γάμον.

Ούτω πως ανετράφη ο Στάμος, ο υιός του Γιάννη Καβούλη, ο «πεντάρφανος». Και σήμερον, όταν επρόκειτο να τον νυμφεύσουν, εφιλονείκησαν τόσον κακά αι δύο του θείαι. Εν τούτοις, το μέρος το οποίον ήθελεν η θεια η Καβούλαινα ήτο καλόν και ήρεσκεν εις αυτόν τον νέον. Αλλ' η Χαρανίνα ησθάνετο την φιλοτιμίαν της προσβαλλομένην, επειδή ήθελε να φανή ότι αυτή έπρεπε να τον υπανδρεύση και όχι η θεία του η άλλη.

Ο νέος, ικετικώς, είχεν ειπεί εις την θεια Χαρανίναν·

— Ντέρτι δικό μου, θεια, κασσαβέτι δικό σου!

Η φράσις αύτη, την οποίαν μαζί με άλλα ρητά και παροιμίας είχεν ακούσει από τους θείους του τους Χαραναίους (απλοϊκούς και λίαν εντίμους γεωργοκτηματίας) εσήμαινε περίπου, ότι το πρώτον πρόσωπον ήτο αρμόδιον να κρίνη περί υποθέσεως αφορώσης αυτό, και όχι τα δεύτερα και τα τρίτα. Ήλπιζε δε διά της πραότητός του ν' αφοπλίση την ανδρογυναίκα την οποίαν μεγάλως εσέβετο, διότι εις την οικίαν της είχεν ανδρωθή και την εγνώριζεν ως μητέρα.

Αλλ' υπό ποίας περιστάσεις είχον αποθάνει οι γονείς του, τούτο θα διηγηθώμεν τώρα. Κατά την εποχήν του τρυγητού η ατυχής μάνα του, όταν αυτός ήτο νήπιον, επνίγη εντός της καρούτας όπου επατούσε τα σταφύλια.

Η καρούτα, ξυλίνη, ήτο τεραστία, χωρούσα στέμφυλα περί τα εκατόν φορτώματα, ισοδυναμούντα σχεδόν με άλλας τόσας βαρέλας μούστου. Είχε κατά μήκος άνω προς τα χείλη δύο λεπτάς δοκούς, συνεχούσας τας δύο πλευράς του πλάτους, αλλ' η γυνή, ηναγκασμένη να κρατή με την αριστεράν άνω των κνημών τα φορέματά της, επιάνετο με την δεξιάν από την μίαν δοκόν· αλλ' επί μίαν στιγμήν συνέβη, ποίος ειξεύρει πώς, να ξεπιασθή, και τότε εβούλιαξε μέχρι του λαιμού εις τον μούστον. Η αγωνία υπήρξε βραχεία· μόλις επρόφθασε να εκβάλη κραυγήν. Μετ' ολίγα λεπτά της ώρας την ηύραν πνιγμένην μέσα εις μεθυστικόν ρευστόν του Διονύσου.

Το πώς εχάθη ο πατήρ του ολίγους μήνας μετά τον δεύτερον γάμον, δεν έμαθε ποτέ ούτε αυτός ο Στάμος, ούτε αι θείαι του, ούτε παππάς, ούτε πνευματικός, ούτε κανείς άλλος εις τον τόπον. Εγνώσθη μόνον ότι εβυθίσθη κ' επνίγη με την ιδίαν γολέτταν του, με την οποίαν εταξείδευε κατ' έτος τα ίδια κρασιά του και όσα άλλα ηγόραζεν από γείτονας. Είχε φορτώσει τα κρασιά της άλλης χρονιάς, κατόπιν εκείνων τα οποία επέπρωτο να γίνωσι πλημμύρα σπονδών εις την αυλήν της οικίας και εις τον δρόμον, μετά τον πνιγμόν της πρώτης γυναικός του. Ω! τα μοιραία εκείνα κρασιά των ατυχών αμπέλων! Πλην πόθεν προήλθε το ναυάγιον και εκ ποίας αφορμής εβυθίσθη η γολέττα; Επιστεύθη κατ' αρχάς ότι έγεινεν όπως όλα τα ναυάγια, δηλ. από τρικυμίαν, από ύφαλον ή σκόπελον, κτλ. Την αληθή αιτίαν μόνον ίσως κανείς γηραλέος πνευματικός, εις την Αγίαν Άνναν ή εις τα Καψοκαλύβια του Άθωνος, θα την έμαθεν. Αλλ' εχρειάσθη να παρέλθωσι καιροί και χρόνοι, ν' αποθάνη ο κρυφός αίτιος της συμφοράς, και η αδελφή του ενόχου να διηγηθη είς τινας εξαδέλφας της το γεγονός, διά να ξεκολάση, ως είπε, τον μακαρίτην τον αδελφόν της.

Ο αδελφός της αφηγητρίας ήτο μαραγκός (ήτοι ναυπηγός) και μάλιστα &πουργοτζής& (τριβελιστής) εκτάκτως επιδέξιος. Το επάγγελμα τούτο δεν τον εμπόδιζε να είνε καλλωπιστής, όλας τας Κυριακάς και τας εορτάς, θεωρούμενος ως «ασίκης», ωραίος νέος. Τον καιρόν εκείνον οι νέοι πάσης τάξεως είξευραν τι θα πη «έρωτας». Έκαμναν πατινάδες συχνά, τας νύκτας, και μάλιστα όταν εξημέρωνεν εορτή, εις τας ωραίας του τόπου. Ο Γιάννης ο Καβούλης και ο Νίκος ο Μπελκαρής, ο πουργοτζής, περί ου ο λόγος, υπήρξαν ποτε αντερασταί.

Εις τον απάνω Μαχαλάν, άνω της κρημνώδους ακτής, όπου θραύονται τα κύματα και λαλούν θρηνωδίας οι γλάροι, υπήρχε μία εύμορφη κοπέλλα η «Φλωρού του Μανάκη», την οποίαν πολλοί νέοι, καί τινες γέροι, ερωτεύοντο. Διότι υπήρχον πολλά γεροντοπαλλήκαρα, τα οποία ελάμβαναν μέρος εις τους νυκτερινούς κώμους. Μίαν νύκτα, υπό τα παράθυρα της ωραίας Φλωρούς, μεγάλη έρις και σύγκρουσις επήλθε μεταξύ δύο ομίλων. Η παρέα του Νίκου του πουργοτζή αργοπορούσεν υπό τον εξώστην της οικίας, τραγουδούσα το «Άστρο της αυγής» και την «Πάπια του γιαλού»· τότε έφθασεν η παρέα του Γιάννη του Καβούλη, ψάλλουσα τον «Διπλόν καϋμόν». Τότε αι δυο ομάδες ήλθον εις ρήξιν. Φαίνεται ότι ο Γιάννης εφάνη σκληρός και βάρβαρος, κ' εκτύπησε με τας ιδίας χείρας του τον αντεραστήν του.

Ο Νίκος του είπε «να το κρεμάση σκουλαρίκι», αλλ' ο Καβούλης δεν το εψήφισεν. Ύστερον από ολίγον καιρόν, ο Γιάννης, αν και επροτίμα την ωραίαν Φλωρού, υπείκων εις συγγενικάς επιρροάς, την παρέβλεψε κ' ενυμφεύθη την Ζωίτσαν. Όταν αύτη μετά τινα χρόνον επνίγη εντός της καρούτας του μούστου, τότε ο Γιάννης ενθυμήθη την παλαιάν αγάπην του. Η Φλωρού, αν και απόχηρον, τον ηθέλησε, κ' έγεινεν ο δεύτερος γάμος. Αύτη υπήρξεν η κυρίως μητρυιά του Στάμου, ήτις είχε δείξει φιλοστοργίαν τινά προς τον πρόγονόν της κατά τον βραχύν χρόνον ον επέζησε.

Χαρακτηριστικόν είνε ότι, πριν αποφασίση αύτη να λάβη τον δεύτερον σύζυγον, τον οποίον έλαβε μετά τον εν θαλάσση θάνατον του Γιάννη Καβούλη, οι συγγενείς της εξ ονόματος αυτής είχον ζητήσει αυτόν εκείνον τον Νίκον, τον πουργοτζήν, τον παλαιόν εραστήν της, μένοντα άγαμον. Αλλ' ούτος ενώ εις μάτην την είχε ζητήσει άλλοτε, τώρα ηρνήθη. Όλοι οι φίλοι και οικείοι του δεν ημπόρεσαν τότε να εννοήσουν την αποποίησιν αυτήν του Νίκου. Αλλ' ο άνθρωπος, καθώς φαίνεται εκ των ύστερον γνωσθέντων, ίσως είχεν έγκλημα εις την συνείδησίν του. Ευθύς ύστερον εξενιτεύθη, και αφού έμεινεν επ' ολίγον καιρόν εις τους αρσανάδες του Αγίου Όρους, εργαζόμενος ως μαραγκός, απήλθεν εις μίαν παραθαλάσσιον πόλιν της Θράκης, όπου αποκατεστάθη.

Ιδού τώρα, καθώς εβεβαίωσεν η αδελφή του, οποίον υπήρξε το έγκλημα του Νίκου Μπελκαρή. Ούτος δεν ήτο επιτήδειος πουργοτζής εις μάτην. Έπνεεν εκδίκησιν κατά του Καβούλη, όστις του είχε ομιλήση υβριστικώς υπό τα παράθυρα της Φλωρούς, και ύστερον, μετά καιρόν, του επήρε την αγάπην του, και μάλιστα εις δεύτερον γάμον· ενώ αυτόν, όταν την εζήτησε, δεν τον είχε θελήσει εκείνη, και μετά τον γάμον του αντεραστού με άλλην.

Ολίγον καιρόν ύστερον από τον δεύτερον γάμον του, η γολέττα του Καβούλη, είχεν αρχίσει να φορτώνη κρασιά της χρονιάς. Βαθειά την νύκτα, ενώ ο νεαρός μούτσος εκοιμάτο εις τον θαλαμίσκον κάτω, ο Νίκος ο Μπελκαρής, ελαφρά-ελαφρά, ως να επάτει «βαμβακάκια», καθώς λέγουν αι γυναίκες του τόπου, ετόλμησε να εισέλθη εις την γολέτταν, φέρων δύο μεγάλα τρύπανα ή τριβέλια περιτυλιγμένα εις λεπτότατον τουλοπάνι. Κατέβη κάτω εις το αμπάρι, ήναψεν έν κλεπτοφάναρον το οποίον είχεν εις τον κόλπον του, παρεμέρισεν ολίγους ασκούς γεμάτους οίνον σιμά εις τα πλευρά του σκάφους, ήνοιξεν οκτώ ή δέκα τρύπες δεξιά και αριστερά εις τα μαδέρια του πλοίου. Τας τρύπας ταύτας κατεσκεύασε με την τέχνην την οποίαν αυτός εγνώριζεν, ουδέ θα συγκατένευε ποτέ να την διδάξη εις άλλον. Είχε διατρυπήσει όλον σχεδόν το πάχος των σανίδων, αλλ' εις την αιχμήν του τρυπάνου, προς τα έξω, άφησεν ατρύπητον λεπτόν φλοιόν, τον οποίον διέθεσε κατά τινα τρόπον, και υπελόγιζεν ότι εις τόσας ακριβώς ημέρας ή ώρας, έμελλε να τον διαπεράση το ακάματον μονότονον κύμα, το οποίον θα έπληττε τα πλευρά του σκάφους. Είχε πληροφορίας ότι η μικρά σκούνα, μέλλουσα να συμπληρώση το φορτίον την ερχομένην ημέραν, θα απέπλεε την μεθαύριον· αλλά και αν τυχόν ένεκα περιστάσεων ανεβάλλετο ο απόπλους, ο &μάστορης& ήτο βέβαιος ότι ο λεπτός φλοιός εις τον πυθμένα των ωπών, ενόσω το πλοίον έμενεν αραγμένον εις τον λιμένα, θα αντείχεν εις την μαλακήν προστριβήν του κύματος· αλλ' άμα το σκάφος θα επελαγώνενο, η δύναμις της προστριβής θα ήτο πολλαπλασία, και τότε, μετά τινας ώρας, θα επήρχετο η διάτρησις τον φλοιού και η εισροή των υδάτων εις το κύτος.

Επανέφερεν εις την θέσιν των τους ασκούς του οίνου, όσους είχε χρειασθή να παραμερίση, τους ετοποθέτησε λίαν επιδεξίως άλλους επ' άλλων, διά να κρύψουν καλώς τας οπάς εις τα κάτω, δεν ελησμόνησε να σκουπίση και να κάμη άφαντα τα πριονίδια ή τα μικρά ψήγματα του ξύλου, εμάζωξε τα τριβέλια του, έσβυσε το κλεπτοφάναρον, και πατών και πάλιν ελαφρά, ανυπόδητος, επανήλθεν εις το μικρόν φελουκάκι του, το οποίον είχε δέσει εις το πορτέλλο της γολέττας, και απήλθε να κοιμηθή . . . Τις οίδεν αν έκαμε και τον σταυρόν του πριν πλαγιάση.

Εν τοσούτω, η αδελφή του διηγείτο, ότι ο κακοποιός είχε μεταμεληθή μέχρι της πρωίας και τον έτυπτε μεν η συνείδησις, αλλά και εφοβείτο μη φωραθή, όθεν επερίμενε την άλλην νύκτα.

Εμελέτα να υπάγη πάλιν βαθειά τα μεσάνυκτα, διά να ματαιώση το καταχθόνιον έργον. Είξευρε να φράξη καλώς τας οπάς όπως είξευρε να τας ανοίξη· τούτο θα κατώρθωνε διά συμπαγούς τινος μάζης εκ πίσσης και ξύλου. Πλην, φευ! το φόρτωμα της σκούνας είχε συμπληρωθή έως τ' απόγευμα, κ' επειδή εφύσσα καλός άνεμος, ο πρώτος Βορράς όστις ήρχισε τον Νοέμβριον να πνέη, ο Καβούλης, μη θέλων να χάση τον καλόν καιρόν, απεφάσισε κ' έκαμε πανιά, εκτάκτως όλως προ του μεσονυκτίου, και με τον απόγειον του βουνού. Τότε ο Νίκος εθεώρησε το πράγμα ως σημείον, και είπεν ότι, όχι αυτός, αλλ' ο δίκαιος Θεός είχε καταδικάσει την γολέτταν και τον καραβοκύρην της· ο Θεός ας έκαμνεν έλεος!

Μετά τρεις ημέρας ήλθεν είδησις ότι η γολέττα εχάθη. Όλοι οι θαλασσινοί του τόπου ηπόρησαν με την «ατζαμωσύνην» του Καβούλη — αγκαλά αυτός ήτο κτηματίας και οινέμπορος, δεν ήτο ναύτης. Διότι μεγάλη τρικυμία δεν έγεινε, πλην αυτός θα έπεσεν ως στραβός επάνω εις καμίαν ξέραν . . .

Μεταξύ ουρανού και πελάγους άγνωστον μυστήριον εδραματουργήθη την νύκτα εκείνην. Κανείς δεν είξευρε τι είχε συμβή. Η εκδίκησις του &πουργοτζή& σκληρώς συνετελέσθη.

Και πάλιν πλούσιαι σπονδαί, όχι πλέον εις την αυλήν και εις τον δρόμον, αλλ' εις την θάλασσαν αυτήν την φοράν. Ο Βάκχος εφιλοτιμήθη να δωρήση χιλίους ασκούς οίνου εις τον Ποσειδώνα. Και έως την αυγήν εφάνησαν μεθυσμένοι όλοι οι Τρίτωνες, και αι Γοργόνες ελαφρά ζαλισμέναι, πλέουσαι μαλακά εις το κύμα, κ' αι Σειρήνες ετόνισαν φαιδρόν παροίνιον άσμα διά τους θεούς, το οποίον ήτο θρήνος και πικρά ειρωνεία διά τους θνητούς ανθρώπους και την μοίραν των . . .

Εκ τοιούτων ωρμάτο ο μοναχογυιός ο πεντάρφανος, του οποίου το περί γάμου ζήτημα είχε δώσει αφορμήν να ρηθή υπό του ιατρού Βιλδ το αφελές εκείνο απόφθεγμα:

— Άντρωπο να τρώη άλλο άντρωπο.

Αφού ο χειρουργός επέδεσε το αιμάσσον τραύμα οι αρραβώνες του Στάμου ανεβλήθησαν, διότι δεν θα ήτο δυνατόν πλέον να παρευρεθώσιν αι δύο θείαι του, η μία με μισό φρύδι φαγωμένον κ' εστραμμένον, η άλλη με οδόντας παραπολύ οξείς. Τέλος, ύστερον από ολίγας εβδομάδας, η πρώτη έμεινε με μίαν εις τα κάτω του μετώπου βαθείαν ουλήν, η δευτέρα δεν ειξεύρω αν ερρίνισε τους οδόντας της, αλλ' εζήτησε υποκριτικήν συγχώρησιν, και πρόσκαιρος λυκοφιλία επήλθεν. Ο νέος εζήτησεν ως χάριν από την θείαν του την αδιάλλακτον να συγκατατεθή εις τον γάμον, τον οποίον είχε προξενεύσει η άλλη. Ο γάμος έγεινε.

Μετά είκοσιν έτη ακόμη ευρίσκομεν τον Στάμον χηρευμένον από την πρώτην σύζυγον, εισελθόντα εις δεύτερον γάμον. Έκαμε και από τας δύο πολλά τέκνα, με πλεονασμόν των κορασίων, ως συνήθως. Αι υποθέσεις δεν επήγαν καλά· όλοι οι &κάπηλοι& και οι μικρέμποροι του τόπου ήσαν φοβεροί τοκογλύφοι. Ο Θεός, όστις έκαμε τας αράχνας διά να συλλαμβάνουν τας μυίας, παρεχώρησε να υπάρχουν οι τοκογλύφοι διά να τιμωρούνται οι μέθυσοι και οι οκνηροί.

Ο Στάμος είχεν υποθηκεύσει &το βιος του&, διά το οποίον εκαυχάτο άλλοτε· επώλησε μέρος των κτημάτων. Εγήρασε προ του 45 έτους, έγεινε φαλακρός. Εκάπνιζε ναργιλέ κατ' οίκον, έπινε ρώμι και πολύ κρασί, και εις πάσαν υπόθεσιν την οποίαν διεπραγματεύετο, είτε περί υποθηκεύσεως επρόκειτο, είτε περί πωλήσεως αγρού, — αλλά συχνά και εις απλάς ομιλίας με φίλους — δεν έπαυε να επαναλαμβάνη την επωδόν του·

— Ντέρτι, δικό μου, βρε παιδιά! κασσαβέτι δικό σας.

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Ανάμεσα εις συντρίμματα και ερείπια, λείψανα παλαιάς κατοικίας ανθρώπων, εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, προς μίαν παραλίαν βορειοδυτικήν της νήσου, όπου την νύκτα επόμενον ήτο να βγαίνουν και πολλά φαντάσματα, είδωλα ψυχών κουρασμένων, σκιαί επιστρέφουσαι, καθώς λέγουν, από τον ασφοδελόν λειμώνα, αφήνουσαι κενάς οιμωγάς εις την ερημίαν, θρηνούσαι το πάλαι ποτέ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εις τον επάνω κόσμον — εκεί ανάμεσα εσώζετο ακόμη ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Δεν υπήρχε πλέον οικία ορθή, δεν υπήρχε στέγη και άσυλον εις όλον το οροπέδιον εκείνο, παρά την απορρώγα ακτήν. Μόνος ο μικρός ναΐσκος υπήρχε και εις το προαύλιον του ναΐσκου ο Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας είχε κτίσει μικρόν υπόστεγον, καλύβην μάλλον ή οικίαν, λαβών την ξυλείαν, όσην ηδυνήθη να εύρη, καί τινας λίθους από τα τόσα τριγύρω ερείπια, διά να στεγάζεται προχείρως εκεί και καπνίζη ακατακρίτως το τσιμπούκι του, με τον ηλέκτρινον μαμόν, έξω του ναού, ο φιλέρημος γέρων.

Ο ναΐσκος ήτο ιδιόκτητος· πράγμα σπάνιον εις τον τόπον, λείψανον παλαιού θεσμού· ήτον κτήμα αυτού του γέροντος Φραγκούλα. Ο αξιότιμος πρεσβύτης, φέρων όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα προεστού, ωραίον φέσι του Τουνεζίου, επανωβράκι τσόχινον, με ζώνην πλατείαν κεντητήν, μακράν τσιμπούκαν με ηλέκτρινον μαμόν, και κρατών με την αριστερόν ηλέκτρινον μακρόν κομβολόγιον, δεν ήτο και πολύ γέρων, ως πενηνταπέντε χρόνων άνθρωπος. Κατήγετο από την αρχαιοτέραν και πλέον γνησίως αυτόχθονα οικογένειαν του τόπου. Ήτον εκ νεαράς ηλικίας ευσταλής, υψηλός, λεπτός την μέσην, μελαγχροινός, με αδρούς χαρακτήρας του προσώπου, δασείας οφρύς, οφθαλμούς μεγάλους, ογκώδη ρίνα, χονδρά χείλη προέχοντα. Ηγάπα πολύ τα μουσικά τα τε εκκλησιαστικά και τα εξωτερικά, υπήρξε δε με την χονδρήν, αλλά παθητικήν φωνήν του, ψάλτης και τραγουδιστής εις τον καιρόν του μέχρι γήρατος.

Την Σινιώραν, ωραίαν νέαν, λεπτοφυή, λευκοτάτην, την είχε νυμφευθή από έρωτα. Ήδη είχε συζήσει μαζί της υπέρ τα είκοσι πέντε έτη, και είχεν αποκτήσει τέσσαρας υιούς και τρεις θυγατέρας. Αλλά τώρα, εις τον ουδόν του γήρατος, δεν συνέζη πλέον μαζί της.

Είχε χωρίσει άπαξ ήδη, αφού εγεννήθησαν τα τέσσαρα πρώτα παιδία, δύο υιοί και δύο θυγατέρες· ο πρώτος ούτος χωρισμός διήρκεσεν επί τινας μήνας. Είτα επήλθε συνδιαλλαγή και συμβίωσις πάλιν. Τότε εγεννήθησαν άλλα δύο τέκνα, υιός και θυγάτριον. Είτα επήλθε δεύτερος χωρισμός, υπέρ το έτος διαρκέσας. Μετά τον χωρισμόν δευτέρα συνδιαλλαγή. Τότε εγεννήθη ο τελευταίος υιός. Ακολούθως επήλθε μακρός χωρισμός μεταξύ των συζύγων. Ο τελευταίος ούτος χωρισμός, μετά πολλάς αγόνους αποπείρας συνδιαλλαγής, διήρκει ήδη από τριών ετών και ημίσεος. Δεν ήτο πλέον φόβος να γεννηθούν άλλα τέκνα. Η Σινιώρα ήτον υπερτεσσαρακοντούτις ήδη.

Την εσπέραν εκείνην, της 13 Αυγούστου του έτους 186 . . . εκάθητο μόνος, ολομόναχος, έξω του ναΐσκου, εις το προαύλιον, έμπροσθεν της καλύβης την οποίαν είχε κτίσει, εκάπνιζε το τσιμπούκι του κ' ερρέμβαζεν. Ο καπνός από τον λουλάν ανέθρωσκε και ανέβαινεν εις κυανούς κύκλους εις το κενόν, και οι λογισμοί του ανθρώπου εφαίνοντο να παρακολουθούν τους κύκλους του καπνού και να χάνωνται μετ' αυτών εις το αχανές, το άπειρον. Τι εσκέπτετο;

Βεβαίως την σύζυγόν του, με την οποίαν ήσαν εις διάστασιν, και τα τέκνα του, τα οποία σπανίως έβλεπεν. Εσχάτως του είχον παρουσιασθή, πρώτην φοράν εις την ζωήν του, και οικονομικαί στενοχωρίαι. Ο Φραγκούλας ήτο μεγαλοκτηματίας. Είχε παμπόλλους ελαιώνας, αμπέλια αρκετά, και χωράφια αμέτρητα. Μόνον από τον αντίσπορον των χωραφίων ημπορούσε να μην αγοράζη ψωμί δι' όλου του έτους αυτός και η οικογένειά του. Οι δε ελαιώνες, όταν εκαρποφόρουν, έδιδον αρκετόν εισόδημα. Αλλ' επειδή δεν ειργάζετο ποτέ μόνος του, τα έξοδα «τον έτρωγαν!». Είτα αυξανομένης της οικογενείας, συνηυξάνοντο και αι ανάγκαι. Και όσον ηύξανον τα έξοδα, τόσον τα έσοδα ηλαττούντο. Ήλθαν «δυστυχισμένες χρονιές», αφορίαι, συμφοραί, θεομηνίαι. Είτα, διά πρώτην φοράν, έλαβεν ανάγκην μικρών δανείων. Δεν εφαντάζετο ποτέ ότι μία μικρά κάμπη αρκεί διά να καταστρέψη ολόκληρον φυτείαν. Απηυθύνθη εις ένα τοκογλύφον του τόπου.

Οι τοιούτοι ήσαν άνθρωποι «φερτοί», απ' έξω, και όταν κατέφυγον εις τον τόπον, εν ώρα συμφοράς και ανεμοζάλης, κατά την Μεγάλην Επανάστασην, ή κατά τα άλλα κινήματα τα προ αυτής, αρχομένης της εκατονταετηρίδος, κανείς δεν έδωκε προσοχήν και σημασίαν εις αυτούς.

Αλλ' επειδή οι εντόπιοι είχαν αποκλειστικήν προσήλωσιν εις τα κτήματα, ούτοι, οι επήλυδες, ως πράττουσιν όλοι οι φύσει και θέσει Εβραίοι, έδωκαν όλην την σημασίαν και την προσοχήν των εις τα χρήματα. Ήνοιξαν εργαστήρια, μαγαζεία, κ' εμπορεύοντο κ' εχρηματίζοντο. Είτα ήλθεν ώρα, όπως και τώρα και πάντοτε συμβαίνει, οπότε οι εντόπιοι έλαβον ανάγκην των χρημάτων, και τότε ήρχισαν να υποθηκεύουν τα κτήματα. Εωσότου παρήλθε μία γενεά, ή μία και ημίσεια, και τα χρήματα επέστρεψαν εις τους δανειστάς συμπαραλαβόντα μεθ' εαυτών και τα κτήματα.

Έως τότε δεν είχε συλλογισθή τοιαύτα πράγματα ο Φραγκούλης Φραγκούλας, ούτε τον έμελε ποτέ του περί χρημάτων. Αλλ' επ' εσχάτων είχε λάβει ανάγκην και δευτέρου και τρίτου δανείου, και οι δανεισται προθύμως του έδιδαν, αλλ' απήτουν να τους καθιστά υπέγγυα τα καλλίτερα κτήματα, εκ των οποίων έκαστον είχε, κατ' αυτόν εκτιμητήν, δεκαπλασίαν αξίαν του ποσού του δανειζομένου. . . Πλην φευ! αυτός δεν ήτον ο μόνος καϋμός του . . .

Ο Φραγκούλης Φραγκούλας δεν εφόρει πλέον το ωραίον του μαύρον φέσι, το τουνεζιάνικον· έφερεν οικιακόν μαύρον σκούφον επί της κεφαλής. Αλλ' ευρίσκετο σήμερον εις την εξοχήν. Εάν τον συνηντώμεν την προτεραίαν εις την αγοράν, κάτω εις την πολίχνην, θα εβλέπομεν ότι είχε βάψει μαύρον το φέσι του . . . Είχε πρόσφατον πένθος.

— Αχ! Τώχασα το καϋμένο μ', το ευάγωγο, τώχασα!

Ο γέρο-Φραγκούλης εστέναζε, και είχε δίκαιον να στενάζη· Το καλλίτερον κοράσιόν του, το τρίτον, το μικρότερον, δεκατετραετές μόλις την ηλικίαν — το οποίον είχε γεννηθή κατά τι διάλειμμα έρωτος, μεταξύ δύο χωρισμών — του είχεν αποθάνει προ ολίγων μηνών . . .

Και αυτός ήλθεν εις την Παναγίαν διά να κλαύση και να πη τον πόνον του. Ήτον κτήμα του ο ναΐσκος της Παναγίας της Πρέκλας. Το εκκλησίδιον ήτον ευπρεπέστατον, ωραία στολισμένον, και είχε καλάς εικόνας — και μάλιστα την φερώνυμον, την γλυκείαν Παναγίαν την Πρέκλαν — σκαλιστόν χρυσωμένον τέμπλον, πολυέλεον και μανουάλια ορειχάλκινα, κανδύλια αργυρά. Έφερε πάντοτε ο ιδιοκτήτης μαζί του την βαρείαν υπερμεγέθη κλείδα της δρυίνης θύρας της στερεάς, και δεν έλειπε συχνά να επισκέπτεται την Παναγίαν του. Ιερόσυλος ευτυχώς κανείς ακόμη δεν είχεν αναφανή εις τα μέρη αυτά.

Ήτο η προπαραμονή της εορτής, ότε θα ετελείτο πανήγυρις εις τον ναΐσκον, τιμώμενον επ' ονόματι της Κοιμήσεως. Θα ήρχοντο από τον τόπον πολλαί οικογένειαι και άτομα, δωδεκάδες τινές προσκυνητών και πανηγυριστών και ο Παππανικόλας ο συμπέθερός του. Εις τον Παππανικόλαν έδιδεν ο Φραγκούλης διά τον κόπον του έν τάλληρον, περιπλέον δε εισέπραττεν ο παππάς διά λογαριασμόν του τας δεκάρας, όσας έδιδαν αι γυναίκες «διά να γράψουν τα ονόματα» ή τα «ψυχοχάρτια». Όλα τ' άλλα, προσφοράς, αρτοκλασίαν, πώλησιν κηρίων, κ.τ.λ. τα εισέπραττεν ο Φραγκούλης ως εισόδημα ιδικόν του . . .

Και τώρα τους επερίμενε να έλθουν πάλιν . . . . και ανελογίζετο πως άλλοτε, όταν ήτο νέος ακόμη, μετά τον πρώτον χωρισμόν από την γυναίκα του, η πανήγυρις αύτη της Παναγίας της Κοιμήσεως έγινεν αφορμή διά να επέλθη συνδιαλλαγή μετά της γυναικός του. Κατόπιν της συνδιαλλαγής εκείνης εγεννήθη ο τρίτος υιός, και το Κουμπώ, το θυγάτριον το οποίον εθρήνει τώρα ο γερο-Φραγκούλης.

— Τώχασα, το καϋμένο μου, το ευάγωγο, τώχασα! . . .

Ω δεν ελυπείτο τώρα τόσον πολύ τον από της γυναικός του χωρισμόν — την οποίαν άλλως τρυφερώς ηγάπα — , όσον εθρήνει την σκληράν απώλειαν εκείνην της κορασίδος, την οποίαν εις τον άλλον κόσμον ήλπιζε μόνον να επανεύρη . . . Και κατενύσσετο πολύ η καρδία του κ' εθλίβετο . . . Και ανελογίσθη ότι το πάλαι εδώ οι χριστιανοί, όσοι ήσαν ως αυτός τεθλιμμένοι, εις τον ναΐσκον αυτόν της Παναγίας της Πρέκλας ήρχοντο τας ημέρας αυτάς, να εύρωσι διά της εγκρατείας και της προσευχής και του ιερού άσματος αναψυχήν και παραμυθίαν . . . Τον παλαιόν καιρόν, προ του εικοσιένα, όταν το σήμερον έρημον και κατηρειπωμένον χωρίον εκατοικείτο ακόμη, όλοι οι κάτοικοι, και των δύο ενοριών, ήρχοντο εις τον ναόν της Πρέκλας, όστις ήτο απλούν παρεκκλήσιον, ν' ακούσωσι τας ψαλλομένας Παρακλήσεις καθ' όλον το Δεκαπενταύγουστον . . .

Άφησεν εις την άκρην το τσιμπούκι, το οποίον είχε σβύσει ήδη ανεπαισθήτως, εν μέσω της αλλοφροσύνης των ρεμβασμών του καπνιστού, και ακουσίως ήρχισε να υποψάλλη.

Έλεγε τον Μέγαν Παρακλητικόν Κανόνα τον εις την Παναγίαν, όπου διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής και την σειράν όλην των κατανυκτικών ύμνων, όπου είς βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς όσους υπέφερεν από τα στήφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει «νέφη». Είτα, κατά μικρόν, αφού είπεν όσα τροπάρια ενθυμείτο από στήθους, ύψωσεν ακουσίως την φωνήν, και ήρχισε να μέλπη το αθάνατον εκείνο:

    «Απόστολοι εκ περάτων συναθροισθέντες ενθάδε,
    Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα.
    Και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα».

. . . Και είτα προσέτι, παρεκάλει διά του άσματος την Παναγίαν, να είνε μεσίτρια προς τον Θεόν, «μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των Αγγέλων . . . » Ω, αυτό είχε την δύναμιν και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι τον παλαιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη εκούσια δάκρυα εκ συναισθήσεως . . .

Ο γερο-Φραγκούλης, επίστευε και έκλαιεν . . . Ω, ναι, ήτον άνθρωπος ασθενής· ηγάπα και ημάρτανε και μετενόει…..Ηγάπα την θρησκείαν, ηγάπα την σύζυγον και τα τέκνα του, επόθει ακόμη τον συζυγικόν βίον, επόθει και τον βίον τον μοναχικόν. Τον καιρόν εκείνον είχεν αγαπήσει εξ όλης καρδίας την Σινιωρίτισάν του . . . και την ηγάπα ακόμη. Αλλ' όσον τρυφερός ήτον εις τον έρωτα, τόσον ευεπίφορος εις το πείσμα, και τόσον γοργός εις την οργήν. Ω ατέλειαι των ανθρώπων!

Τώρα, εις τους τελευταίους χρόνους, είχε γνωρίσει ακόμα και την οικονομικήν στενοχωρίαν, το παράπονον της ξεπεσμένης αρχοντιάς, τας πιέσεις και τας απειλάς των τοκογλύφων. «Το διάφορο κεφάλι! το διάφορο κεφάλι!». Επί τέσσαρας εαυτούς ήτον αφορία, αι ελαίαι δεν εκαρποφόρησαν· ο καρπός είχε προσβληθή από άγνωστον ασθένειαν, διά τας αμαρτίας των ιδιοκτητών. Είχαν κιτρινίσει και μαυρίσει αι ελαίαι, και ήσαν γεμάται από βούλες, και είχαν πέσει άκαιρα. Τόσα «υποστατικά», τόσα «μούλκια», τόσο «βιος», αγύριστα κτήματα, σχεδόν τσιφλίκια, ηπειλούντο να περιέλθωσιν εις χείρας των τοκογλύφων. Εγέννα ή όχι η γη, εκαρποφόρουν ή όχι τα δένδρα, ο τόκος δεν έπαυε. Τα κεφάλια «έτικτον» Έπαυσε να τίκτη η γόνιμος (όπως λέγει ο Άγιος Βασίλειος), αφού τα άγονα ήρχισαν κ' εξηκολούθουν να τίκτουν . . .

Ανελογίζετο αυτά, κ' έκλαιεν η ψυχή του. Δεν ήλπιζε πλέον, ούτε ηύχετο σχεδόν, να ήρχετο η Σινιωρίτσα αύριον εις την πανήγυριν, όπως ήρχετο τακτικά κάθε χρόνον, άλλοτε, όταν ήσαν «μονιασμένοι», — όπως είχεν έλθει και άπαξ, εις καιρόν όπου ευρίσκοντο χωρισμένοι, προ δεκαπέντε ετών . . . Τώρα μόνον η ψυχή της Κούμπως, της αθώας μικράς παρθένου, είθε να παρίστατο αοράτως εις την πανήγυριν αγαλλομένη.

Ω! άλλοτε, προ δεκαπέντε ετών, πριν γεννηθή ακόμη η Κούμπω — ναι, η Παναγία είχε δωρήσει το αβρόν εκείνο άνθος εις τον Φραγκούλην και την Σινιώραν, και η Παναγία πάλιν το είχε δρέψει και το είχεν αναλάβει πλησίον της, πριν μολυνθή εκ της επαφής των ματαίων του κόσμου . . . Τον καιρόν εκείνον, είχε συμβή ο πρώτος χωρισμός, το πρώτον πείσμα, το πρώτον κάκιωμα μεταξύ των συζύγων. Και ο Φραγκούλης, θυμώδης, οξύχολος, δριμύς, είχεν αναβή, όπως τώρα, από την πολίχνην την κατοικημένην εις το παλαιόν χωρίον το έρημον, του οποίου εσώζοντο τότε ακόμη ολίγισται οικίαι, και δεν ήτο ερείπιον όλον, όπως σήμερον. Και καθώς τώρα, είχεν έλθει δύο ή τρεις ημέρας προ της εορτής εις το παρεκκλήσιον της Πρέκλας, εκάθητο δε εις τα πρόθυρα του ναΐσκου, κ' εκάπνιζε το μακρόν τσιμπούκι με το ηλέκτρινον επιστόμιον. Πλην τότε το φέσι του ήτο κατακόκκινον, και τώρα εφόρει μαύρον σκούφον . . . Και τότε ο Φραγκούλης ήτον σαράντα χρόνων, και τώρα ήτο πενηνταπέντε. Τότε έτρεφε πείσμα και χολήν, αλλ' είχε πολύ περισσότερον και βαθύτερον συζυγικόν έρωτα, και μόνον νύξιν ήθελεν· ήτον έτοιμος να συγχωρήση και ν' αγαπήση . . . Αλλά τώρα δεν είχε πλέον ούτε πείσμα σχεδόν ούτε οργήν· ηγάπα την Σινιώραν, την επόνει, αλλ' έκλαιε πολύ περισσότερον διά το θυγάτριόν τον, το Κουμπιώ, «το καϋμένο το ευάγωγο!».

Εκείνην την φοράν, ο παππα-Νικόλας, άμα έφθασε την παραμονήν, ακολουθούμενος από πλήθος προσκυνητών διά την πανήγυριν, εστάθη πλησίον της θύρας του ναού, παρά την γωνίαν, και του είπε μυστηριωδώς·

— Θάχης μουσαφιρλίκια, θαρρώ.

 — Τι τρέχει παππά; ηρώτησε μειδιών ο Φραγκούλης, όστις
εμάντευσε πάραυτα.

 — Θα σου έλθη τ' ασκέρι . . . Κύτταξε, Φραγκούλη, φρόνιμα,
χωρίς πείσματα . . .

Ο παππάς, ασκέρι λέγων, εννοούσε προφανώς την οικογένειαν του Φραγκούλα· αλλά τάχα μόνον τα παιδία, τα δύο μεγαλείτερα εκ των τεσσάρων; — καθόσον τα άλλα δύο τα μικρά, δεν θα ηδύναντο να κουβαληθούν εις διάστημα τριών ωρών οδοιπορίας χωρίς την μητέρα των. Ο Φραγκούλης ηθέλησε να βεβαιωθή.

— Θάρθη μαζί κ' η μάνα τους;

— Βέβαια . . . πιστεύω, είπεν ο παππάς.

Τω όντι, όταν εβράδυασε καλά και ήρχισε να σκοτεινιάζη, η κυρά Σινιώρα ήλθε, μαζύ με την γραίαν μητέρα της και με τα τέσσαρα παιδιά της, εν συνοδεία και άλλων προσκυνητριών, γειτονισσών ή συγγενών της. Από πολλών μηνών δεν είχεν ιδεί τον σύζυγόν της, όστις είχε κατοικήσει χωριστά — εις ευτελές δωμάτιον, χάριν ταπεινώσεως, το οποίον ωνόμαζε «το κελλί του», και έζη από μηνών ως καλόγηρος. Επλησίασε δειλή, κάτω νεύουσα· ο Φραγκούλης ίστατο εκεί παραπέρα από την θύραν της εκκλησίας, κ' έκαμνε πως έβλεπεν αλλού και πως επρόσεχεν είς τινα ομιλίαν περί αγροτικών υποθέσεων μεταξύ δύο ή τριών χωρικών.

Η Σινιώρα εισήλθεν εις τον ναΐσκον, επροσκύνησεν, εκόλλησε κηρία και ησπάσθη τας εικόνας. Είτα μετά τινα ώραν εξήλθεν. Επλησίασε συνεσταλμένη κ' εχαιρέτησε τον σύζυγόν της. Ούτος έτεινε προς αυτήν την χείρα, και ησπάσθη φιλοστόργως τα τέκνα του.

Ήδη ενύκτωνε, και εψάλη ο Μικρός Εσπερινός. Ακολούθως μετά το λιτόν σαρακοστιανόν, το οποίον έφαγον καθ' ομάδας καθίσαντες οι διάφοροι προσκυνηταί εδώ κ' εκεί επί των χόρτων και των ερειπίων, ο Φραγκούλης ητοίμασεν ιδιοχείρως ξύλινον σήμαντρον πρόχειρον κατά μίμησιν εκείνων τα οποία συνηθίζονται εις τα μοναστήρια, και φέρων τρεις γύρους περί τον ναόν, το έκρουσε μόνος του, πρώτον εις τροχαϊκόν ρυθμόν: «τον Αδάμ, Αδάμ, Αδάμ!», είτα εις ιαμβικόν: «το τάλαντον, το τάλαντον!»

Ευθύς τότε τα δύο παιδία του Φραγκούλα και πέντε ή έξ άλλου μικροί μοσχομάγκαι ανερριχήθησαν επάνω εις την στέγην του ναού, άνωθεν της θύρας, και ήρχισαν να βαρούν τρελλά, αλύπητα, αχόρταστα, τον μικρόν μισορραγισμένον κώδωνα, τον κρεμάμενον από δύο διχαλών ξύλων, εκεί επάνω. Ύστερον από πολλάς φωνάς, μαλώματα και επιπλήξεις του Φραγκούλα, του μπάρμπα-Δημητρού του ψάλτου, και του Παναγιώτου της Αντωνίτσας (ενός καλού χωρικού, όστις δεν εκουράζετο να τρέχη εις όλα τα εξωκκλήσια και να κάμνη «κουμάντο», έως ου επί τέλους η δημαρχία ηναγκάσθη να τον αναγνωρίση ως ισόβιον επίτροπον όλων των εξοχικών ναών), τα παιδία μόλις έπαυσαν οψέποτε να κρούουν τον κώδωνα, κ' εξεκόλλησαν τέλος από την στέγην του ναΐσκου. Ο παππά-Νικόλας έβαλεν ευλογητόν, και ήρχισεν η ακολουθία της Αγρυπνίας.

Ο Φραγκούλας ήτο τόσον ευδιάθετος εκείνην την εσπέραν, ώστε από του «Ελέησόν με ο Θεός», της αρχής του Αποδείπνου, μέχρι του «Είη το όνομα», εις το τέλος της λειτουργίας — όπου η παννυχίς διήρκεσεν οκτώ ώρας άνευ διαλείμματος — όλα τα έψαλλε και τα απήγγειλε μόνος του, από του δεξιού χορού, μόλις επιτρέπων εις τον κυρ-Δημητρόν τον κάτοχον του αριστερού χορού να λέγη κι' αυτός από κανένα τροπαράκι, διά να ξενυστάξη. Έψαλε το «Θεαρχίω νεύματι» και εις τους οκτώ ήχους μοναχός του, προφάσει ότι ο κυρ-Δημητρός, «δεν εύρισκεν εύκολα τον ήχον», ήτοι δεν ηδύνατο να μεταβή αβιάστως και άνευ χασμωδίας από ήχου εις ήχον. Εις το τέλος του Εσπερινού, μοναχός του εδιάβασε το Συναξάρι, και, χωρίς να πάρη ανασασμόν, μοναχός του πάλιν άρχισε τον εξάψαλμον. Έψαλε Καθίσματα, Πολυελέους, Αναβαθμούς και Προκείμενα, είτα όλον το «Πεποικιλμένη» έως το «Συνέστειλε χορός», και όλον το «Ανοίξω το στόμα μου», έως το «Δέχου παρ' ημών». Είτα έψαλεν Αίνους, Δοξολογίαν, εδιάβασεν Ώρας και Μετάληψιν, προς χάριν όλων των ητοιμασμένων διά την Θείαν Κοινωνίαν, και εις την Λειτουργίαν πάλιν όλα, Τυπικά, Μακαρισμούς, Τρισάγιον, το Χερουβικόν, το «Αι γενεαί πάσαι», το Κοινωνικόν κτλ. κτλ.

Όλα αυτά τα ενθυμείτο ακόμη, ως να ήτον χθες, ο γέρο- Φραγκούλας, και είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη έκτοτε. Ακόμη και μικρά τινα φαιδρά επεισόδια, τα οποία συνέβησαν εις την Λιτήν, μικρόν προ του μεσονυκτίου, κατά την έξοδον της ιεράς εικόνος εις το ύπαιθρον. Επειδή αι γυναίκες είχαν κολλήσει πολλά και χονδρά κηρία, τα πλείστα έργα αυτών των ιδίων χειρομάλλακτα, τα δε κηρία συμπλεκόμενα εις δέσμας και περιπλοκάδας από τον Παναγιώτην της Αντωνίνας, τον πρόθυμον εις την υπηρεσίαν της ιεράς πανηγύρεως, είχαν λαμπαδιάσει· εις μίαν στιγμήν ολίγον έλειψε να πάρη φωτιάν το φελόνι του παππά, είτα και το γένειόν του. Τότε ο Παναγιώτης της Αντωνίτσας, μη ευρίσκων άλλο προχειρότερον μέσον, ήρπαζε τας ογκώδεις δέσμας των φλεγόντων κηρίων, τας έφερε κάτω εις το έδαφος, κ' επάτει δυνατά με τα τσαρούχια του, διά να τα σβύση. Αι γυναίκες δυσφορούσαι εγόγγυζον να μην πατή τα κηρία, γιατί είνε κρίμα.

Τότε είς των παρεστώτων, υιός πλουσίου του τόπου, από εκείνους οίτινες εις το ύστερον κατέστησαν δανεισταί του Φραγκούλα — και όστις έλέγετο ότι εις τας εκλογάς εμελέτα να βάλη κάλπην ως υποψήφιος δήμαρχος — , ηκούσθη να λέγη ότι πρέπει να μάθουν να κάμνουν «οικονομία, οικονομία στα κηρία! . . . η νύχτα μεγαλώνει . . . ισημερία τώρα κοντεύει . . . έχει νύκτα . . . »

Αλλ' αι γυναίκες, ενώ είξευραν καλλίτερα από εκείνον όλας τας οικονομίας του κόσμου, δεν εννοούσαν τι θα πη «οικονομία στα κηρία», αφού άπαξ είνε αγορασμένα και πληρωμένα και είνε μελετημένα και ταμένα εξ άπαντος να καούν διά την χάριν της Παναγίας. Μία απ' αυτάς, γερόντισσα, ανεπόλησε κάτι τι δι' ένα θαύμα, το οποίον είχεν ακούσει από το συναξάρι του Αγίου Δημητρίου, όπου ο Άγιος, εις την Σαλονίκην, επέπληξεν αυστηρώς τον νεωκόρον, έχοντα την μανίαν να σβύνη μισοκαμμένα τα κηρία — και η γερόντισσα ήρχισε να το διηγήται χθαμαλή τη φωνή εις την πλησίον της: «Αδελφέ Ονήσιμε, άφες να καούν τα κηρία όσα προσφέρουν οι Χριστιανοί, και μη αμαρτάνης . . . ».

Την ιδίαν ώραν συνέβη και τούτο. Ενώ ο παππάς απήγγελλε τας μακράς αιτήσεις της Λιτής, επισυνάπτων και τα ονόματα όλα ζωντανά και πεθαμένα, όσα του είχον υπαγορεύσει αφ' εσπέρας αι ευλαβείς προσκυνήτριαι, ο Φραγκούλης έψαλλε μεγαλοφώνως το τριπλούν «Κύριε Ελέησον» με την χονδρήν φωνήν του, και με όλον το πάθος της ψαλτικής του. Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις εφαίνετο να είχε πειραχθή ολίγον, ίσως διότι ο Φραγκούλας εν τη ψαλτομανία του δεν του επέτρεπε να 'πη κ' εκείνος ένα τροπαράκι σωστό (διότι, άμα ήρχιζεν ο Δημητρός το δικό του, ο Φραγκούλας, με την γερήν κεφαλικήν φωνήν του, εκθύμως συνέψαλλε, του ήρπαζε την πρωτοφωνίαν, και υπέτασσε κ' εκάλυπτε την ασθενή και τερετίζουσαν φωνήν εκείνου), έλαβε το θάρρος να του κάμη παρατήρησιν.

— Πειο σιγά, πειο ταπεινά, κυρ-Φραγκούλη· σιγανώτερα να το λες το Κύριε ελέησον, γιατί δεν ακούονται τα ονόματα, και θέλουν η γυναίκες να τ' ακούνε.

Είχε κάπως δίκαιον, διότι πράγματι αι γυναίκες απήτουν να λέγωνται εκφώνως τα ονόματα, όσα είχαν ειπεί εις τον παππάν να γράψη. Εννοούσαν να τ' ακούη κι' ο Θεός, κ' η Παναγία, κ' όλος ο κόσμος. Η καθεμία ήθελε ν' ακούση «τα δικά της τα ονόματα», και να τ' αναγνωρίση, καθώς απηγγέλλοντο αραδιαστά. Άλλως θα είχαν παράπονα κατά του παππά, κι' ο παππάς αν ήθελε να φάγη κι' άλλοτε, εις το μέλλον, προσφορές, ώφειλε να τα έχη καλά με της ενορίτισσαις.

Τότε η Αργυρή, η πρωτότοκος του Φραγκούλα, ούσα τότε δωδεκαέτις, πονηρά, θυμόσοφος κορασίς, καθώς έστεκε πλησίον εις τον πατέρα της, εψήλωσεν ολίγον διά να φθάση εις το ους του, και του λέγει κρυφά·

 — Πατέρα, άφησε και τον μπάρμπα-Δημητρό να ψάλλη «Κύριε
Ελέησον!»

Τούτο ήτο ως έμπνευσις και βοήθημα διά τον Φραγκούλην. Επειδή ούτος δεν ήθελε φανερά να υπακούση εις την σχεδόν αυθάδη παραίνεσιν του Δημητρού, και πάλιν δεν ήθελε να δείξη ότι εθύμωσεν, εστράφη προς τον καλόν γέροντα και του λέγει·

— Πε, Δημητρό, σαράντα φορές το «Κύριε ελέησον».

Τότε ο μπάρμπα-Δημητρός, όστις αν και είχε γηράσει, δεν είχε μάθει ακόμη καλά τα τυπικά, και δεν είξευρεν ακριβώς πότε κατά την Λιτήν το Κύριον ελέησον λέγεται τρις και πότε τεσσαρακοντάκις, ήρχισε πράγματι να το ψάλλη σαράντα φορές, ώστε ο παπάς εβιάσθη ν' απαγγείλη ραγδαίως και αθρόα τα τελευταία ονόματα, και, διά να είνε σύμφωνος με τον ψάλτην, ήρχισε προ της ώρας να λέγη: « . . . υπέρ του διαφυλαχθήναι, από λιμού, λοιμού, σεισμού, καταποντισμού, πυρός, μαχαίρας» και τα εξής.

Τέλος, μετά την λειτουργίαν ο παππάς, ο Φραγκούλας και η οικογένειά του και ολίγοι φίλοι εκάθισαν κ' έφαγαν ομού και ηυφράνθησαν, και την εσπέραν ο Φραγκούλας επανήρχετο, ειρηνικώς και με αγάπην, μετά της συζύγου και των τέκνων του υπό την οικιακήν στέγην.

Πριν παρέλθη έτος εγεννήθη η Κούμπω. Η κόρη αύτη, πλάσμα χαριτωμένον και συμπαθές, ανετρέφετο και ηλικιούτο, εγένετο το χάρμα και η παρηγορία του πατρός της. Δεν είχε μόνον νοημοσύνην πρώιμον, αλλά κάτι άλλο παράδοξον γνώρισμα, οιονεί χαρακτήρα φρονίμου γυναικός εις ηλικίαν παιδίσκης.

Ύστερον, μετά χρόνους, όταν επήλθεν ο δεύτερος χωρισμός, η Κούμπω, οκταέτις τότε, έτρεχε πλησίον του πατρός της, εις το «κελλί του», όπου κατώκει εις την ανωφερή εσχατιάν της πολίχνης, και την εγέμιζε περιποιήσεις και τρυφερότητας.

Αυτή μόνον εδέχετο προθύμως τους πατρικούς χαλινούς, ενώ τα άλλα τέκνα δεν ήρχοντο ποτέ πλησίον του πατρός των, και διά τούτο εκείνος την ωνόμαζε «το ευάγωγο». Καθημερινώς έτρεχε να τον εύρη, και δεν έπαυε να τον παρακαλή·

 — Έλα, πατέρα, στο σπίτι· μη μας αφήσης, λέγ' η μητέρα,
ζωνταρφανά.

Μίαν των ημερών έτρεξε δρομαία, φαιδρά, και πνευστιώσα του είπε:

— Τάμαθες, πατέρα; . . . Θα παντρέψουμε τ' Αργυρώ μας. . . Έλα στο σπίτι, γιατί δεν είνε πρέπον, λέγει η μητέρα, να είσθε χωρισμένοι εσείς, που θα παντρευτή τ' Αργυρώ μας . . . για να μην κακιώση ο γαμπρός! . . .

Τω όντι ο Φραγκούλας επείσθη κ' εφιλιώθη με την σύζυγόν του. Ηρραβώνισαν την Αργυρώ, είτα μετ' ολίγους μήνας την εστεφάνωσαν . . . Είτα πάλιν επήλθε τρίτος χωρισμός μεταξύ του παλαιού ανδρογύνου, και μ' ένα γεροντόπαιδον μαζί, το οποίον ήλθεν εις τον κόσμον σχεδόν συγχρόνως με τον γάμον της πρωτοτόκου.

Τότε η Κούμπω, ήτις είχε γείνει δεκατριών ετών, δεν έπαυε να τρέχη πλησίον του πατρός της, και να τον παρακινή ν' αγαπήση με την μητέρα.

Μίαν ημέραν θλιβερά του είπεν

— Δεν θα μπορώ πλέον νάρχωμαι, ούτε στο κελλί σου, πατέρα. . . Είνε κάτι κακές γυναίκες, εκεί στο μαχαλά, στο δρόμο που περνώ, και της άκουσα που λέγανε καθώς περνούσα: «Να, το κορίτσι της Φραγκούλαινας, που την έχει απαρατήσει ο άνδρας της . . .» Δεν το βαστώ πλέον, πατέρα.

Τω όντι, παρήλθον τρεις ημέραι, και η Κούμπω δεν εφάνη εις το κελλί του πατρός της. Την τετάρτην ημέραν ήλθε πολύ ωχρά και μαραμένη· εφαίνετο να πάσχη.

— Τι έχεις, κορίτσι μου, της είπεν ο πατήρ της.

— Αν δεν έλθης, πατέρα, του απήντησεν αποτόμως αίφνης, με παράπονον και με πνιγμένα δάκρυα, να ξεύρης, θα πεθάνω από τον καϋμό μου!

Έρχομαι, κορίτσι μου, είπεν ο Φραγκούλης.

Τω όντι, την άλλην ημέραν επήγεν εις την οικίαν. Αλλ' η νεαρά κόρη έπεσε πράγματι ασθενής και είχε δεινόν πυρετόν. Όταν ο πατέρας ήλθε παρά την κλίνην της και της ανήγγειλεν ότι έκαμε αγάπην με την μητέρα της, διά να χαρή, ήτον αργά πλέον. Η τρυφερά παιδίσκη εμαράνθη εξ αγνώστου νόσου, και ούτε φάρμακον ούτε νοσηλεία ίσχυσε να την ανακαλέση εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Εκοιμήθη χωρίς αγωνίαν και πόνον, εξέπνευσεν ως πουλί, με την λαλιάν εις το στόμα·

— Πατέρα! πατέρα! στην Παναγία να κάμετε μια λειτουργία . . . με την μητέρα μαζί! . . .

Είπε και απέθανε!

Ο Φραγκούλης έκλαυσεν απαρηγόρητα· έκλαυσεν αχόρταστα ομού με την σύζυγόν του . . . Κατόπιν απεσύρθη, κ' εξηκολούθησε να κλαίη μόνος του εις την ερημίαν . . .

Ο τελευταίος ούτος χωρισμός ήτο μάλλον φιλικός και με την συναίνεσιν της Σινιώρας, ήτις έβλεπεν ότι ο γέρων σύζυγος της επεθύμει μάλλον να γείνη μοναχός. Ο Φραγκούλης ενθυμείτο την τελευταίαν σύστασιν της Κούμπως: «με την μητέρα μαζί». Μόνον έν παροδικόν πείσμα του είχεν έλθει. Του εφάνη ότι αι ίδιαι αδελφαί της, η ύπανδρος, και η άλλη η δευτερότοκος, δεν την ελυπήθησαν όσον έπρεπε, δεν την επένθησαν, όσον της ήξιζε, την ατυχή μικράν, την Κούμπω. Έκτοτε εξηκολούθει να ζη ολομόναχος πάλιν, τώρα «επί γήρατος ουδώ». Και ενθυμείτο τον στίχον του Ψαλτηρίου: «Μη απώση με εις καιρόν γήρως, . . . και έως γήρως και πρεσβείου, μη εγκαταλίπης με».