WeRead Powered by ReaderPub
Ο Πεντάρφανος cover

Ο Πεντάρφανος

Chapter 8: ΟΙ ΕΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΙ
Open in WeRead

About This Book

A rural narrative follows Stamos, an orphan raised amid contested kinship after his mother's accidental death in a wine vat and his father's subsequent drowning. Two elderly aunts quarrel over his marriage and guardianship, exposing customary expectations about kinship, inheritance, and social standing. The account traces successive marriages and step-relations, the care and rivalries that shape Stamos's upbringing, and a violent episode that crystallizes familial tensions. Detailed village scenes and ritual moments illuminate themes of fate, loss, and the practical struggles of peasant life.

Εκεί, εις μίαν στιγμήν, καθώς &αβαράριζεν& αδεξίως ο Νίκος, η φελούκα περιεπλάκη εις συστάδα λιμναίων χόρτων υψηλών, σχεδόν έως την επιφάνειαν, και ο Νίκος έκαμνεν, έκαμνε ν' αβαράρη, και όσον αβαράριζε τόσον χειρότερον περιεπλέκετο η φελούκα, και το κοντάριον δεν εύρισκε πλέον πυθμένα, και τέλος το κοντάριον περιεπλάκη και αυτό εις τα πολύκλαδα, αδρά, μέλανα εκείνα χόρτα, και ο Νίκος εις μάτην επάσχιζε ν' απαλλάξη εκείθεν το κοντάριον, και όσον ετράβα ο Νίκος, τόσον το κοντάριον έφευγεν από τας χείρας του, εωσού έπεσεν από τους ασθενείς δακτύλους, και το μισόν ήτο εμπλεγμένον κάτω, το μισόν έπλεεν εις την επιφάνειαν.

Η Πολύμνια εγερθείσα με προφύλαξιν έκυψε διά να ίδη πού επήγε το κοντάριον από την αυτήν πλευράν της φελούκας, προς ην ίστατο και ο Νίκος, αλλά τότε η φελούκα έγειρε μονόπλευρα, και παρ' ολίγον ανετρέπετο. Εννοήσασα τον κίνδυνον η Πολύμνια, και μη επιθυμούσα να κάμη ακούσιον λουτρόν μέσα εις τα λιμναία χόρτα, ανεκάθισε ταχεία παρά την πρύμνην, και πάλιν υπεγερθείσα, ύψωσε το λευκόν μανδήλιόν της προς τους δύο συμπότας της μικρός καλύβης και συγχρόνως ήρχισε να φωνάζη·

— Ε! μπάρμπα-Λούκα!

Αλλ' έως να πάρη είδησιν ο Λούκας και αποφασίση να έλθη εις βοήθειαν (όπερ άλλως θα ήτο δύσκολον, διότι το έδαφος του πυθμένος ήτο πανταχού βαλτώδες και πας ο επιβαίνων εις το ύδωρ θα εχώνετο μέχρι του γόνατος εις ιλύν, το αβαθές δε του ύδατος δεν επέτρεπε να κολυμβήση μέγα σώμα, οίον το ίδιόν του), θα ενύκτωνε χωρίς να κατορθωθή τίποτε. Αλλ' ο Χριστοδουλής ευτυχώς, ο παιδικός φίλος σου, ήτο πολύ σιμώτερα εις την φελούκαν, από εκεί όπου ήτο χωμένος, μέσα εις τους καλαμώνας. Χωρίς να διστάση, με το υποκάμισον και την περισκελίδα, τα οποία απετέλουν πάντοτε όλην την ενδυμασίαν του, εκπηδήσας από τον καλαμώνα απροσδοκήτως, θαυμασίως, ως τελευταίον απομεινάριον αρχαίας θεότητος, λιμναίας και υδροβίου, άγνωστον και νοθογενές, λησμονημένον από δεκαεννέα αιώνων, διαιτώμενον εκεί εις τους καλαμώνας, διαφυγόν την προσοχήν του χριστιανικού κόσμου, ερρίφθη κολυμβών εις την λίμνην. Και με δέκα ειρεσίας των χειρών, με άλλα τόσα λακτίσματα των ποδών, με την κοιλίαν θίγουσαν κάποτε εις τους βάλτους, έφθασεν εις το μέρος όπου είχεν εμπλακή η βάρκα, ανεπήδησε στιβαρώς επί την δεξιάν πλευράν, έδραξε την πρώραν της σκάφης, και με απίστευτον διά την ηλικίαν του ρώμην, την ανεσήκωσε και την απήλλαξεν από του εμποδίου των υψηλών χόρτων. Είτα εξέπλεξε και το κοντάρι από το μέρος, όπου είχεν εμπλακή, και είπεν εις τον Νίκον·

— Να, πώς ν' αβαράρης!

Και του έδειξεν εμπράκτως τον τρόπον, ρίψας αυτώ το κοντάριον. Είτα ώθησε την φελούκαν από της πρύμνης, απομακρύνας αυτήν των λιμναίων χόρτων, ως και των ρηχών, ενώ η Πολυμνία τον εκύτταζε μειδιώσα και άκουσα τον εθαύμαζεν υποψιθυρίζουσα·

— Τι παράξενο παιδί!

Και τους κατευώδωσε προς το μέρος της καλύβης, όπου οι δύο συμπόται είχαν σηκωθή έκπληκτοι, μη εννοούντες τι συνέβαινε, και ο Λούκας φανταζόμενος την λίμνην ως θάλασσαν, έλεγε·

— Κανένα δελφίνι θα έπεσε κοντά στη βάρκα.

— Φθάνει να μην είνε κανένα σκυλόψαρο, και σου αφανίση τα κεφολόπ'λα, καρδάσ', είπεν ο Παρρήσης.

Ο Χριστοδουλής επέστρεψεν εις τον καλαμώνα του, όπου ο μπάρμπα-Κωνσταντής, αιωνία η μνήμη του, ο Μιτζέλος, από του λευκού του οικίσκου του γειτονεύοντος με τον καλαμώνα, είχεν ιδεί το συμβεβηκός, και καλέσας τον νέον, όστις γυμνωθείς προσεπάθει να στεγνώση τα ενδύματά του επί βράχου καίοντος ακόμη από το καύμα του άρτι δύσαντος ηλίου, του έδωκεν αυτός ενδύματα να φορέση. Και ο μπάρμπα-Γιωργός, Θεός χωρέσ' τον, ο Κοψιδάκης, όστις ευρίσκετο εκεί πλησίον με τας ολίγας αμνάδας του, του έδωκε «μιαν ευχή» και του είπεν ότι θα έχη «μεγάλον μισθό», χωρίς να υποπτεύση ότι αυτός ήτο νοθογενές απότοκον λησμονημένης θεότητος. Και ο Λούκας μαθών εκ στόματος της Πολυμνίας το μικρόν συμβεβηκός, κρατών εις χείρας την φλάσκαν, με τας απομεινάσας ολίγας σταγόνας μοσχάτου, έκραζεν από της αντίπεραν όχθης·

— Στην υγειά σ', Κ'στοδουλή!

Προς τι να χάνη τις την φιλίαν των φίλων του; Μη τυχόν η Πολύμνια ήτο διά σε ή δι' εκείνον; Παιδίον! Αυτή ήτο μεγαλειτέρα την ηλικίαν και των δύο σας. Αλλά πώς δύναταί τις να γείνη ανήρ χωρίς ν' αγαπήση δεκάκις τουλάχιστον και δεκάκις ν' απατηθή;

Τώρα η Πολύμνια απέθανεν ή υπανδρεύθη; Αγνοώ· ίσως και συ επίσης. Και ο Χριστοδουλής; Έγινε ναυτικός περίφημος, αλλ' από ετών δεν ήκουσέ τις περί αυτού. Ίσως να επήγεν εις την Αμερικήν καθώς τόσοι άλλοι. Και συ; Φιλοσοφείς, ως εγώ, και ουδέν πράττεις.

ΤΟ ΕΝΙΑΥΣΙΟΝ ΘΥΜΑ

Εμβαρκάρισαν και οι τρεις, από την παλαιάν ξυλίνην θαλασσοφαγωμένην αποβάθραν, κάτω από το κυματόπληκτον σπιτάκι της Μορφούλαινας, ο Καλούμπας, ο Νειόγαμπρος κι' ο Μπαμπούκος. Το παλαιόν θαλασσόπληκτον σπιτάκι είχε δοθή ένα καιρόν ως προιξ εις την Μορφούλαιναν, ακολούθως είχε μεταβή ως κληρονομία εις την θυγατέρα της και τέλος είχε δοθή εις την θυγατέρα της θυγατρός της.

Μίαν Κυριακήν, περί τα μέσα Νοεμβρίου, είχε τελεσθή ο γάμος. Όλη η γειτονιά και άλλοι καλεσμένοι είχον διασκεδάσει ολονυχτίς με άσματα και χορούς και με βιολιά και λαγούτα. Και μίαν Δευτέραν, φθίνοντος Δεκεμβρίου, κάτω από το παλαιόν σπιτάκι, από την σκάλαν την θαλασσοφαγωμένην από τα γρίφφια και τας πέτρας τας τραχείας και παραμερισμένας, εμβήκαν εις την φελούκαν ο Νειόγαμπρος και ο Μπαμπούκος, διά να υπάγουν προς αλιείαν.

Ο Καλούμπας ήτον ο εξακουστός «ψαράς με το ένα χέρι» — το άλλο του το είχε φάγει η δυναμίτις — όπου ηλίευε τους περιφήμους ορφούς, από 5 έως 12 οκάδων το βάρος, τους οποίους έδενεν ως βώδια από την πρύμνην της βάρκας, και τους έσυρεν εις το κύμα ζωντανούς, με το τεράστιον άγκιστρον εις το ρύγχος, ετοίμους προς σφαγήν άμα δύο ή τρεις αγορασταί προσήρχοντο. Ο Μπαμπούκος ήτον γηραιός θαλασσινός, ο οποίος επί σαράντα χρόνους είχε γυρίσει όλην την Μαύρην και την Άσπρην θάλασσαν, την Μεσόγειον και μέρος του Ωκεανού, ως λοστρόμος με τα καράβια. Είτα είχε ζητήσει να λάβη σύνταξιν, αλλά τα «χαρτιά του δεν ήσαν καλά», του είπαν. Τώρα επήγαινεν ως σύντροφος με μισό μερίδιον, με τας λέμβους τας αλιευτικάς και πορθμητικάς.

Ο Νειόγαμπρος είχε στεφανωθή την προ πέντε εβδομάδων
Κυριακήν, και ο γάμος δεν είχε σαραντήσει ακόμα.

Επί δύο ώρας ο Καλούμπας και ο Νειόγαμπρος επερίμεναν τον Μπαμπούκον πότε να έλθη διά να λύσουν την μπαρούμαν καί αποπλεύσουν. Επί δύο ώρας ο Μπομπούκος έτρεχεν από βράχον εις βράχον, από μονοπάτι εις κρημνόν, κυνηγών τον υιόν του τον Πάπον. Οι άλλοι δύο υιοί του γέρο-Μπαμπούκου έλειπαν. Ο ένας εταξείδευε με τα καράβια, ο άλλος υπηρέτει εις τα βασιλικά.

Εκ των θυγατέρων του, άλλη είχεν αποθάνει, άλλη υπανδρεύθη εις τα ξένα, άλλη ευρίσκετο εις ξένον σπίτι. Βάκτρον του γήρατός του, διά να υποβαστάζη τα ρευματισμένα γόνατά του, ο γέρων θαλασσινός δεν είχε παρά τον υιόν του τον Παναγιώτην, παιδίον δώδεκα ετών, τον οποίον είχε παρονοματίσει με γενναίαν θωπείαν «Πάπον της» η μακαρίτισσα η Αργυρώ, η σύζυγος του Μπαμπούκου.

Αλλ' ο Πάπος του έφευγεν. Επηδούσεν από βράχον εις βράχον, από ακρογιαλιάν εις ακρογιαλιάν. Αγαπούσε πολύ να τρέχη, να χαζεύη και να μην υπακούη. Όταν δεν ευρίσκετο εις τους αιγιαλούς, κυνηγών καβούρια εις τα θαλάμια ή μικρά χταποδάκια εν καιρώ γαλήνης εις τα ρηχά, έτρεχεν εις τα Κοτρώνια, άνωθεν της συνοικίας, επί του βραχώδους λόφου, όπου ήτο κτισμένον, σιμά εις τον ναΐσκον του αγίου Νικολάου, υψηλά εν απόπτω, το σπιτάκι των. Εκυνηγούσε τας φωλεάς. Δεν άφηνε μικράν κουκουβάγιαν να μεγαλώση, διά να μη λαλούν την νύκτα απαισίως εις τους βράχους. Αν έπεφτε μικρός γλάρος εις τα χέρια του, του έκοφτε τα φτερά, κ' εζητούσε να μάθη απ' αυτόν την τέχνην, πως να καταπίνη, χωρίς να μασσά τα μικρά γλυκά, όσα κατώρθωνε να κλέπτη από τον Βασίλην τον Καραμελάν.

Η θαλασσία εκδρομή έμελλε να διαρκέση 48 ώρας ή το πολύ τρεις ημέρας. Ο Μπαμπούκος δεν ήθελε ν' αφήση τον υιόν του να «ξεμπουρδαλιάζη» και εζήτει να τον πάρη μαζί. Αλλ' ο Πάπος αγαπούσε, ναι, της βάρκες, αγαπούσε και την θάλασσαν, αλλά δεν έστεργε την πειθαρχίαν. Η βάρκα εκείνη, επί της οποίας θα έπλεε με δύο άλλους ακόμη ο πατήρ του, θα ήτο πλωτή φυλακή δι' αυτόν. Και άμα εμυρίσθη, ότι ο πατήρ του εσκέπτετο να τον πάρη μαζί, εφρόντισε να γείνη άφαντος.

Ο γέρων τον εκυνήγησε. Μίαν η δύο φοράς είδε τον «διακαμό» του, τον φεύγοντα ίσκιον του όπισθεν των βράχων. Ο Πάπος είξευρε πολλά «κατσαμάκια», ήτοι ελικοειδείς κινήσεις και τα ποδάρια του «τον άκουαν». Δεν έπασχεν από ρευματισμούς. Ο γέρο-Μπαμπούκος πού να τον φθάση!

Τέλος, λαχανιασμένος, ξεγλωσσασμένος, επέστρεψεν ο Μπαμπούκος άπρακτος, πλησίον των δύο συντρόφων του, οι οποίοι ανυπομόνουν.

 — Μα έλα δα! έκραξε προς αυτόν ο Καλούμπας, άμα τον είδε να
έρχεται χωρίς τον υιόν του. Έλα, κι' ας κουρεύεται!

 — Καλλίτερα, λείπει κι' ο μπελάς του, παρετήρησεν ο
Νειόγαμπρος.

Ο γέρων θαλασσινός έκυψεν, έλυσε την μπαρούμαν, κ' επήδησε στη βάρκα. Ομοίως και οι άλλοι δύο.

 — Μου έβγαλε την ψυχή ανάποδα, το διαολόσκυλλο, είπεν ο·
Μπαμπούκος, να τρέχω να τον κυνηγώ.

Ήτον πράγματι πολύ ωργισμένος. Άμα εμβήκεν εις την βάρκαν, εξέχασε να κάμη τον σταυρόν του, μόνον είπεν αυτομάτως, χωρίς να σκεφθή·

Καλό πνίξιμο, παιδιά.

Ο Καλούμπας εκάγχασεν· ο Νειόγαμπρος εσιώπησεν. Η Νειόνυφη, η σύζυγός του, ήτις τους εκύτταζεν από το παράθυρον, ήκουσε τον απαίσιον αστεϊσμόν, το λευκόν μέτωπόν της συνεφρυώθη, και στεναγμός εφούσκωσε το εύκολπον στήθος της.

— Αστοχιά στο λόγο σου, εψιθύρισε.

Της ήλθε τότε η παράξενος ιδέα να φωνάξη οπίσω τον σύζυγόν της, να τον κρατήση, να μη τον αφήση να υπάγη. Αλλ' η τόλμη της έλειπεν και θάρρος αρκετόν δεν είχεν αποκτήσει. Είξευρεν ότι εκείνος θα την εσκώπτεν ίσως και ποτέ δεν θα επείθετο.

Μόνον όταν απεμακρύνθη η βάρκα, της ήλθον εις την μνήμην άλλαι τινές περιστάσεις και οι φόβοι της κατέστησαν τυραννικοί. Ο γαμπρός αυτός, με τον οποίον προ πέντε εβδομάδων είχε στεφανωθή, ήτο «ταβατζίδικος», ήτοι διαφιλονεικούμενος, βλασφημημένος, είχεν άλλον αρραβώνα, τον οποίον διέλυσε προ μικρού, εις την γειτονεύουσαν νήσον, οπόθεν κατήγετο. Της έλεγαν ότι η πρώην πενθερά του είξευρε μάγια, ότι θα τον εμάγευε και θα τους έκαμνε κακόν. Πού είξευρε κι' αυτή η κακομοίρα; Αυτόν της έδωκαν, αυτόν επήρε.

Αλλά και τα χρυσοκέντητα ρούχα, τα νυφιάτικα, τα οποία είχε φορέσει διά να στεφανωθή, κι' αυτά επίσης ήσαν βλασφημημένα.

Οι γονείς της τής τα είχαν αγοράσει έτοιμα από μίαν μητέρα, της οποίας η κόρη είχε κατεβή εις τον τάφον, πριν γείνη νύφη διά να τα φορέση. Ω, κακοσημαδιά!

Και η Νειόνυφη έκλαυσεν.

Εν τοσούτω η θαλάσσια ηχώ ήκουσε τον απαίσιον αστεϊσμόν του γέροντος ναύτου, και από κύμα εις κύμα τον μετεβίβασεν όχι εις την αντίπεραν ακρογιαλιάν, εκεί όπου απλώνονται φιλοπαίγμονα τα ήμερα γαλανά κύματα, αλλ' εις το κέντρον του πόντου, όπου ο βυθός ο αμέτρητος, η άβυσσος η τρομακτική, αλλ' εις την εσχατιάν του πελάγους, παρά τας ακτάς τας απορρώγας και τιτανείους, όπου δεν υπάρχει αγάπη και έλεος, αλλά μανία και φρίκη.

Άλλος θεατής της απομακρυνομένης λέμβου, εκτός της Νειόνυφης, δεν ήτο ειμή η Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι. Ευθύς μετ' ολίγον ο Πάπος, φαγκρίζων και γελών ως προσωπίς αποκρηάτικη, κάτισχνος, μελαμψός και ηλιοψημένος, ήλθε πλησίον εκεί, άμα η λέμβος εμακρύνθη ως πενήντα οργυιές, κ' εκύτταζε τους ναυβάτας,

Καθ' ην στιγμήν άφηναν τα κουπιά και ητοιμάζοντο να κάμουν πανιά προς το πέλαγος.

— Καλό κατευόδιο, πατέρα μου, είπε.

— Γιατί, παληόπαιδο, δεν πήγες μαζί; τον ηρώτησεν η Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι.

— Για να ρωτάς εσύ, απήντησε θρασύς ο Πάπος.

 — Και πού θα ερμοκατιάσης το βράδυ να ψοφολοήσης; Ο πατέρας
θα πήρε μαζί το κλειδί του σπιτιού σας.

 — Έρχομαι στο σπίτι σου, θεια-Σειραϊνώ, που έχει τους
τρεις τοίχους και τη μισή σκεπή, απήντησε πανούργως ο μάγκας.

— Αν θέλης, έλα, είπεν η πτωχή γραία.

Η Σειραϊνώ εκουβαλούσε στάμνες στα σπίτια από τα πηγάδια και τας βρύσεις του χωριού. Ερρόφα ταμβάκον, ήτο συμπαθεστάτη προς τους πάσχοντας, κ' επαρηγόρει τον γέρο-Γατζίνον και τον γέρο-Ζουμπωτλήν, διδάσκουσα αυτούς πώς να υποφέρωσι τα γηρατεία, οίτινες είχον κοινωνικήν υπόστασιν, και είχον υιούς και θυγατέρας. Κι' αυτή ήτο έρημη και μοναχή εις τον κόσμον.

Είχε χαρίσει το σπιτάκι της, νεόκτιστον, πενιχρόν, εις μίαν γειτονοπούλαν, προς την οποίαν εσυμπάθησε, χωρίς να γνωρίζη διατί. Με την δωρεάν ταύτην ως προίκα υπανδρεύθη η πτωχή γειτονοπούλα. Η Σειραϊνώ είχε ξεχειμωνιάσει δυο χρονιές εις το μισοχαλασμένον σπίτι της Σκωριανίνας, της μακαρίτισσας. Το σπίτι είχε πράγματι δύο λιθίνους τοίχους, ένα ξυλότοιχον και μισήν στέγην, ανοικτόν, χωρίς χώρισμα. Ο τέταρτος τοίχος είχε καταρρεύσει προ πολλού.

Καθ' όλας τας πιθανότητας, έμελλε κ' εφέτος να ξεχειμωνιάση εις το ίδιον οίκημα. Εάν η κόρη, την οποίαν είχε προικίσει, δεν εύρισκε τύχην τόσον γρήγορα να υπανδρευθή, θα είχεν η Σειραϊνώ καταφύγιον, μένουσα υπό την αυτήν στέγην με εκείνην. Αλλ' ηθέλησε να κάμη το καλόν σωστόν και την απήλλαξε της παρουσίας της.

Εις το σπίτι με τους τρεις τοίχους επήγε πράγματι να κοιμηθή την νύκτα ο Πάπος. Το κενόν το οποίον άφηνεν ο τέταρτος τοίχος εφράττετο εν μέρει με έν παλαιόν καραβόπανον, το οποίον της είχε χαρίσει άλλος πάλιν γείτων.

— Κ' εβάσταξε η ψυχή σου, μωρέ, να μην πας με τον πατέρα σου, που σε ήθελε; είπεν η Σειραϊνώ, άμα ούτος κατεκλίθη τυλιχθείς εις πάλαιαν τριμμένην βελέντζαν.

Εις απάντησιν ο Πάπος ήρχισε να ροχαλίζη.

Το φεγγάρι είχε «πιασθή χειμωνιάτικο», και όλοι έλεγαν «δίπλα φεγγάρι, ολόρθος καραβοκύρης». Την πρώτην ημέραν ήτο ευδία, και την δευτέραν ως το δειλινόν. Προς το βράδυ ο καιρός εχάλασεν. Απειλητικά σύννεφα είχον σωρευθή προς βορράν και προς ανατολάς· την νύκτα ο καιρός εχειροτέρευσε πολύ, και προς το πρωί αγρίεψε. Βροχή, άνεμος, τρικυμία.

Καιρός διά ψάρευμα δεν ήτο πλέον. Η βάρκα δεν εφάνη να γυρίση. Οι ναυτικοί έλεγον ότι ο άνεμος δεν θα επέτρεπε να πλησιάσουν οι τρεις αλιείς εις την απέναντι στερεάν, αλλ' ή θα ευρίσκοντο τρυπωμένοι είς τινα μικράν αγκάλην της ακτής της νήσου, ή έπρεπε να ερριψοκινδύνευσαν να επαναπλεύσουν εις τον λιμένα. Πιθανόν να ήσαν εις το πέλαγος. Βεβαίως η βάρκα θα έπλεε ξυλάρμενη· εντός ολίγου έπρεπε να έλθουν. «Όπου είνε, θα φανούν».

Την δευτέραν νύκτα ο Πάπος «εκάτιασε» πάλιν ή «εκούρνιασε», καθώς αι όρνιθες και τα περιστέρια, εις το σπίτι με τους τρεις τοίχους και την μισήν στέγην. Καθώς είχεν αρχίσει να βρέχη χιονόνερον, και να βοΐζη ο άνεμος σείων το καραβόπανον, το οποίον εφαίνετο πασχίζον να φράζη το φοβερόν χάσμα του τοίχου και της οροφής, όπως τα ράκη καλύπτουσι την γύμνωσιν της πτωχείας, κ' εγίνετο βοή, κ' εκρότουν από το ψύχος τα ολίγα δόντια που έμενον εις το στόμα της Σειραϊνώς, ο Πάπος, έτριζε τα δόντια τα ιδικά του, παρόμοια με μουτσούνας Αράπη, την αποκρηά, κ' έτριβε τας χείρας και εφώναζε·

— Κύττα, θεια-Σειραϊνώ . . . Δεν σου φαίνεται σα ν' αρμενίζουμε στο πέλαγο τώρα, μαζί με τον πατέρα μου, με τη βάρκα του Καλούμπα; Όλο το ίδιο δεν είνε; Ακούς, θεια- Σειραϊνώ, πώς πέφτει η βροχή, πώς βοΐζει ο αέρας, βρρρρ ! . . . κρρρρ! . . . μπρρρρ! . . . θεια-Σειραϊνώ.

Την τρίτην νύκτα, ήτοι μετά νυχθήμερον και εξάωρον από της δείλης της Δευτέρας, ο Πάπος δεν εφάνη πλέον εκεί. Η θεια- Σειραϊνώ τον επερίμενεν αργά, έως τα μεσάνυκτα, και ηρώτα όλας τας γυναίκας της γειτονιάς εάν τον είδαν. Αλλά μάτην. Ο Πάπος δεν ήλθεν.

Επί της ερήμου ακτής, επί της προβλήτος άκρας, εξ ης σχηματίζεται ο λιμήν έν μίλιον αντικρύ της πολίχνης, ενύκτωνεν ήδη και κάτι ζωντανόν εσάλευεν εκεί, πλησίον εις μίαν σπηλιάν, κάτω από ένα υψηλόν απόκρημνον βράχον. Είχεν έλθει εκεί περί την δύσιν του ηλίου. Με την αμφιλύκην της νυκτός, υπό τον συννεφιασμένον ουρανόν της τρικυμίας, δεν εφαίνετο πλέον αν ήτο αγρίμιον ή παιδίον το ζωντανόν, το οποίον εκινείτο εκεί εις το σκότος.

Ο Πάπος είχεν αρχίσει να εντρέπεται, διότι δεν είχεν υπάγει μαζί με τον πατέρα του. Όλοι οι θαλασσινοί έλεγον, τους ήκουεν αυτός να λέγουν, ότι διά να γείνη τις καλός ναυτικός, πρέπει να περάση από φουρτούναν, από πολλές μάλιστα φουρτούνες. Και έπειτα να «κατιάζη» τις απαράλλακτα, όπως η κόττες 'ς το σπιτάκι της θεια-Σειραϊνώς με τους τρεις τοίχους και την μισήν στέγην και με το καραβόπανον, δοκιμάζει όλα τα δυσάρεστα της τρικυμίας — χωρίς να μπορή ποτέ να γείνη καλός ναυτικός.

Ως είδεν ο Πάπος ότι παρήλθον σαρανταοκτώ ώραι, και η βάρκα δεν εφάνη πουθενά, και οι θαλασσινοί έλεγαν, ότι δεν ηδύνατο να είνε εις την αντιπέραν ακτήν, αλλά κάπου περί την νήσον θα ευρίσκεται, και πιθανόν να φανή οσονούπω — το κακοκέφαλον παιδίον ανησύχησεν, όσον μπορούσε ν' ανησυχήση, και έφερεν όλον τον γύρον του λιμένος, κ' έφθασεν αντικρύ προς το μέρος όπου είχεν εκπλεύσει η βάρκα. Εκεί, έμενε κ' εκύτταζε το πέλαγος, το χορεύον από αγρίαν τρικυμίαν, κι' αγνάντευε, ζητούν να ξανοίξη πουθενά την βάρκαν. Κ' έκλαιεν η ψυχή του μέσα βαθειά, κ' εδάκνετο η καρδία του, διότι είχε κάμει παρακοήν και δεν επήγε μαζί με τον πατέρα του.

Η χιονώδης βροχή είχε διακοπή, και πάλιν επανελήφθη, και πάλιν έπαυσε. Και ο άνεμος, βορειοανατολικός, Γραίος, εφύσα δυνατά, με όλην την δύναμιν όπου μπορούσεν ο Γραίος να έχη και την οποίαν ο Πάπος ησθάνετο ότι δεν μπορούσεν αυτός να έχη ποτέ, μόλις δε το τρίτον ή το τέταρτον της δυνάμεως αυτής, επίστευεν, ότι μπορούσε να έχη.

— Κάμε, Θε μου, έλεγεν ο Πάπος, να' ρθη ο πατέρας μου, και να μη με καταριέται που δεν επήγα μαζί του. Άι μ' Νικόλα μ', που σ' έχω γείτονα, ούτε σου έφερα ποτέ κερί και λιβάνι . . . αχ! καμμιά φορά έκλεψα κανένα σπίρτο ή κανέν απόκερο από μέσ' απ' το εκκλησιδάκι σου, μπροστά στο κόνισμά σου, οπού συ έκανες πως δε με γλέπεις . . . για να κυνηγώ της νυχτερίδες και τα κουκουβαγιόπουλα τη νύχτα . . . μη με ξεσυνερίζεσαι, και φέρε γλήγορα τον πατέρα μου πίσω . . . και να μη βαρυγνωμά που δεν πήγα μαζί του . . . κ' εγώ να σου φέρω άλλα τόσα, κι' άλλα τόσα, κι' άλλα τόσα, όσα σπίρτα και κεριά σου έκλεψα.

Με την αμφιλύκην της εσπέρας είχεν ιδεί ο Πάπος, πέραν εκεί, ανοικτά, εις το πέλαγος, ένα πράγμα ωσάν φελλόν, ωσάν κέλυφος καρυδίου, να παραδαίρνη και να κατέρχεται εις τον αφρόν των κυμάτων. Λευκόν ιστίον όχι, αλλά μαύρον πράγμα, ως μίαν κηλίδα. Ύστερον επυκνώθη η αμφιλύκη και έγεινε νυξ. Και αφού παρήλθεν ώρα αρκετή, πόση δεν είξευρεν, αλλά «μία ώρα, μια ωρίτσα», του εφάνη ν' ακούση βρόντον, είτα συγκεχυμένας κραυγάς, είτα πάλιν συριγμούς οξείς και φοβερόν ροίβδον, είτα τον ρόχθον του κύματος, όστις τα συνεκάλυπτεν όλα και τον οξύν γογγυσμόν του ανέμου, όστις τα έπνιγεν όλα.

Ο Πάπος ήλπισεν, επίστευσεν, ότι εκείνο το μελανόν σημείον ήτο, χωρίς άλλο, η βάρκα η φέρουσα τον πατέρα του. Και ήκουε τον ρόχθον εκείνον και την κραυγήν, τα οποία ηπείλει να συγχέη ο άνεμος, και δυνατόν να μην ήσαν άλλο τι ειμή ιδιότροποι ήχοι της τρικυμίας, και όμως ο μικρός θαλασσινός μάγκας ήτο βέβαιος ότι οι θόρυβοι εκείνοι ήσαν χωριστοί, ότι ο κρότος ήτο προσαράξαντος σώματος, και η κραυγή, κραυγή αγωνίας.

Είς την κραυγήν ταύτην απήντησεν ο Πάπος διά σπαρακτικού ολολυγμού. Ήρχισε να κλαίη μετά λυγμών. Ο πατήρ του βεβαίως επνίγετο. Και αυτός δεν ηδύνατο να τον βοηθήση. Ω! να είχε τόσην δύναμιν, τόσην, όσην ο άνεμος και η θάλασσα!

Αστραπή διέσχισε το σκότος. Ως εκατόν οργυιάς ανοικτά εις το πέλαγος είδεν ο Πάπος εν ακαρεί μαύρα τινα σώματα, προεξέχοντα του κύματος.

 — Τ' Αραπάκια! επρόφερεν εν μέσω των λυγμών του ο νέος.
Απάνω στ' αραπάκια έπεσαν. Ω! κ' εγώ που δεν επήγα μαζί τους.

Η πρώτη ιδέα του ήτο ότι, αν είχε πάγει μαζί, θα τους εγλύτωνε. Η δευτέρα ορμή του ήτο να γδυθή να πέση εις την θάλασσαν ή χωρίς να γδυθή να κολυμβήση να τρέξη εις βοήθειαν του πατρός του. Αλλά πώς; Πού να πάγη; Πώς να φθάση εκεί; Μήπως ήτο πλησίον; Ησθάνθη ότι θα εγίνετο ασφαλώς λεία του κύματος ή σύντριμμα των βράχων.

Η τρίτη σκέψις του υπήρξε να φωνάξη προς την πολίχνην, εις τους κατοίκους, εις τους φίλους και τους γείτονας να τρέξουν με βάρκες να σώσουν τους πνιγομένους. Αλλ' έπρεπε να τρέξη χίλια βήματα τον ανήφορον διά να φθάση εις την κορυφήν της ακτής, οπόθεν αντίκρυζεν η πολίχνη. Και αι φωναί του όσον οξείαι, όσον διαπεραστικαί και αν ήσαν, δεν θα ηκούοντο πέραν· θα επνίγοντο και θα εβωβαίνοντο εν μέσω του φοβερού βόμβου της τρικυμίας.

Τ' Αραπάκια ήσαν ύφαλοι, ή μάλλον σκόπελοι, ολίγον ανέχοντες άνω του κύματος μαύρας οξείας κορυφάς. Ο Πάπος ενεθυμήθη ακουσίως την στιγμήν εκείνην έν αυστριακόν θωρηκτόν, το οποίον κατά τον αποκλεισμόν του 1886, εφάνη ότι εκινδύνευσε να πέση στ' Αραπάκια, αλλά δεν έπεσε. Τότε αυτός ήτο επτά ετών, και το ενθυμείτο καλά.

— Ήσαν μαζωμένοι (έλεγεν ακουσίως μέσα του) πέρα στο Μεγάλο Λιμάνι, ο μπάρμπα-Λουκάς, ο Κοτίμπας, ο Διολέττας και τόσοι άλλοι θαλασσινοί, κ' εκύτταζαν τ' Αυστριακό, κοτζάμ' βουνό, που γύριζε κατά τα νησιά, και λιγάκι ήθελε ακόμη να πέση στα ρηχά, κοντά στ' Αραπάκια, κ' επαρακαλούσαν κ' έλεγαν : «Παναϊά μ', να πέση απάν' στ' Αραπάκια, Παναϊά μ' να πέσ' απάν'». Και με μια βόλτα έστρηψε πάλι κ' έφτασε κατά τα Μυρμήγκια, κι' ο μπάρμπα-Λουκάς είπε : «Γλύτωσ' απ' τ' Αραπάκια, απ' τ' Μυρμηγκάκια να μη γλυτώσ'». Μα κι' απ' εκεί γλύτωσε.

Και τ' Αραπάκια, τα οποία εφείσθησαν των Αυστριακών, συνέτριβον σήμερον την βάρκαν του πατρός του, και τον έπνιγον αυτόν και δύο άλλους δικούς μας! Ω, κάμετε έλεος, καλά Αραπάκια, γλυτώστε τους και μην τους αφήνετε να πνιγούν! Έλεος, Αραπάκια, έλεος!

Λίαν πρωί, τα εξημερώματα της Πέμπτης, δύο μεγάλαι και δυναταί λέμβοι επήγαν κ' έψαξαν τριγύρω εις τ' Αραπάκια, μεταξύ της Ασπρονήσου και της Άρκτου, και κατά μήκος της Πούντας ακτής και πλησίον εις τα Μυρμήγκια, τους άλλους σκοπέλους, προς τον λιμένα. Αλλά δεν εύρον σώμα, ούτε ανθρώπου, ούτε λέμβου.

Δύο ή τρεις ημέρας ύστερον, όταν έγεινε γαλήνη, μία βρατσέρα ξένη, εύρε κωπίον επιπλέον εις το κύμα, προς το μέρος το αντίθετον του πελάγους. Και άλλος πάλιν αλιεύς εύρεν αλιευτικά σύνεργα, τα οποία είχον εξοκείλει εις την άμμον.

Και αν ήτο πραγματική η όψις την οποίαν είχεν ιδεί ο Πάπος, σώματα προσκεκολλημένα επάνω εις τας υφάλους Αραπάκια, και αν πράγματι είχεν ακούσει αγωνίας κραυγάς, και αν η φαντασία τον είχεν απατήσει, οι άνθρωποι εθεωρούντο χαμένοι πλέον. Μετά τόσας ημέρας δεν ανεφάνησαν. Είτε εις τ' Αραπάκια, είτε αλλού, ενομίζοντο πνιγμένοι.

Την ογδόην ημέραν από της εκδρομής των, τα πτώματα των δύο πνιγμένων ηλιεύθησαν πλησίον ερήμου ακτής. Το τρίτον δεν ευρέθη.

Ω, τις θα διηγηθή τα συναξάρια των θαλασσομαρτύρων τούτων, των βιοπαλαιστών, των αξίων παντός οίκτου και συμπαθείας; Κατά παν έτος η θάλασσά μας ζητεί το θύμα της. Φρίκη και πένθος διαχύνεται ανά την μικράν μας νήσον.

Όταν μετά την συμφοράν επανείδε τον Πάπον, όστις εφαίνετο τόσον σύννους και σοβαρός, ώστε εφάνη ότι διά της συμφοράς είχε γείνει διά μιας ανήρ, η πτωχή Σειραϊνώ το Κουρτεσάκι, κλαίουσα, όσα δάκρυα της είχαν μείνει από τα ιδικά της παθήματα, η πρώτη λέξις την οποίαν εύρε να του είπη ήτον·

— Καλά που δεν επήγες μαζί, παιδάκι μου.

ΟΙ ΕΛΑΦΡΟΪΣΚΙΩΤΟΙ

Είχε κινήσει αποβραδής, ημίσειαν ώραν πριν κρυφθή εις το βουνόν ο ήλιος, να υπάγη 'πίσω μακράν εις τ' Αρβανίτη τ' Μανώλη τ' Σουφριά . . . , όχι στον Αραδιά, στης Κεχριάς το ρέμμα, ο άγαλλος Μανουήλ Αγάλλου. Δεν ήτο και πολύ σιμά . . . όχι, δεν ήτο και πολύ μακρυά ο νερόμυλος, ολιγώτερον από δύο ώραις με τα πόδια. Αλλ' εις τον δρόμον είχεν αργοπορήσει, ποιος ξεύρει διατί. Ίσως ενθυμείτο την προ ολίγων χρόνων τερπνήν και ευάρεστον και ζηλεμμένην θέσιν του, όταν ήτο γαμβρός ωραίος και περιζήτητος, με μακρυά φούντα, με γλυκά μάτια, με φέσι ψηλό, μεγάλο και κατακόκκινο, που να το φορή στραβά ως το αυτί. Και την παρέβαλε με την σημερινήν κατάστασίν του, να κάθεται γυναίκα χάσασα όλην την δρόσον και την περιποίησίν της να σε καρτερή εις τον νερόμυλον με δύο παιδιά, οπού το ένα να διηγήται παραμύθια στο άλλο. Βεβαίως η δευτέρα θέσις τον συνεκίνει κάπως, αλλ' η πρώτη του εφαίνετο πλέον επιθυμητή, και ευχαρίστως θα εδέχετο να ξαναρχίση πάλιν. Βάλε με το νου σου, οκτώ χρόνια να είσαι αρραβωνιασμένος, με δύο αρραβωνιαστηκές, πότε με την μίαν πότε με την άλλην, κάποτε συγχρόνως και με τας δύο. Αν εκαλοπέρασέ ποτε γαμβρός εις τον κόσμον, εκαλοπέρασε κι' αυτός. Και η γρηά-Αγάλλαινα, ας είνε άγια τα κόκκαλά της εκεί που είνε, ήτον πολύ ευχαριστημένη. Ήρχετο του Χριστού, χριστόψωμα η μία αρραβωνιαστική, χριστόψωμα η άλλη. Λοκμάδες η πρώτη, τηγανίτες η δεύτερη. Σε οκτώ ημέρας πάλιν του Αγίου Βασιλείου, βασιλόπητα η μία, βασιλόπητα η άλλη. Ήρχετο πάλιν η Λαμπρή, χαμαλιά εκείνη, μπακλαβά αυτή. Ήρχετο του Αγίου Αγαθονίκου, μπακλαβά η Σμαράγδω, μπακλαβά η Αφέντρα. Και δος του η Μπονώραινα η επιτηδεία τεχνίτις χαμαλιά, και δος του μπακλαβάδες. Και την κάθε φοράν ηύξανε το μέγεθος των χαμαλιών, και το πάχος του μπακλαβά εδιπλασιάζετο. Αλλ' η πρώτη δεν μπορούσε να τα βγάλη πέρα με την δεύτερη. Ήτο, η ατυχής, πεντάρφανη, ποίος να την προστατεύση, ποίος να της ειπή καλόν εις τα συμπεθερικά της. Η άλλη είχε και παραείχε γονείς, ώστε της επερίσσευαν, και οι αδελφοί της, με την βρατσέραν, της εκουβαλούσαν καλούδια. Και της έκαμναν προικιά και πανωπροίκια. Διά τούτο και ενίκησεν αυτή.

Άμα ενύκτωσεν, η Αφέντρα ήναψε τον λύχνον, έκλεισε την πόρταν της και πλύνασα τα αγρολάχανα, τα έβαλεν εις το μικρόν χάλκωμα, έχυσε νερόν εντός, έρριψε ξηρά ξύλα εις την εστίαν, και ανεβίβασε το χάλκωμα εις την πυροστιάν· είτα ήρχισε να φυσά το πυρ. Τα δύο της παιδία, καθήμενα επί της ψάθης, έπαιζαν, η Λενιώ με την κούκλαν της, ο Μανώλης με το καραβάκι του. Η πρώτη πενταέτις εδοκίμαζε να ειπή ένα παραμύθι εις τον δεύρον, τετραετή, όστις έχασκε να την ακούη. Ήρχιζε δε πάντοτε από στίχους:

Άδζα μάννα, βάτος μαμή, αητός μ' επήρε . . .

Σχεδόν δεν είξευρε να ειπή άλλα.

Αλλά και τόσα ήρκουν διά τον Μανώλην.

Η Λινιώ παρεκάλει την μητέρα της να είπη τα λοιπά.

— Πώς το λένε, μάννα;

— «Αητός μ' επήρε, στο δέντρο μ' ανέβασε».

— Ύστερα; ύστερα; ηρώτα το Λενιώ.

— Ύτελα; επανελάμβανε και ο Μανώλης.

— Και η Αφέντρα διηγείτο με ολίγας λέξεις, πώς η εκ του γαστροκνημίου ανδρός τη βοηθεία βάτου μαιευτήρος γεννηθείσα ηγαπήθη υπό του βασιλέως και είτα τη διαβολή της πενθεράς της εγκατελείφθη υπ' αυτού καταδικασθείσα να βόσκη χήνας.

    Στο δέντρο μ' ανέβασε,
    γρηά μ' εξεπλάνεσε.

Και η Αφέντρα κύπτουσα εφύσα το πυρ, διακοπτομένη μόνον διά να είπη εις τα τέκνα της·

— Τώρα θαρθή ο πατέρας σας . . . όπου είνε, έφτασε. Να κάμετε φρόνιμα . . . Θα σας φέρη καλούδια . . . Στραγάλια και μύγδαλα.

— Ταάλια κη μύλαλα! επανελάμβανεν ο Μανώλης με το στόμα ανοικτόν.

Εν τούτοις παρήρχετο η ώρα και ο Αγάλλος δεν εφαίνετο.

Η Αφέντρα δεν ανησύχει, είξευρεν ότι ο σύζυγός της ήτον «αργοστόλιστος». Ωμοίαζε με την νύμφην που αργεί να στολισθή και, ως νύμφη, επερπατούσε καμαρωμένα. Α! νύμφη! . . . Υπήρξε και αυτή νύμφη . . . Το ενθυμείτο ακόμη . . . Και πώς να το ξεχάση; Οκτώ χρόνια, η πενθερά της, «τους είχε ψήσει το ψάρι εις τα χείλη», αυτής και των οικείων της. Ο Αγάλλος ήτον περιμάχητος γαμβρός. Οκτώ χρόνια, δέκα έξ μπακλαβάδες, εικοσιτέσσαρες σουπιέρες χαμαλιά, παραπάνω από σαράντα κότταις και πήτταις. Και ποιος τα λυπείται αυτά; Μόνον εκατό φοραίς πείσματα, κακιώματα. Πότε με την μίαν αρραβωνιαστικήν τα εχαλνούσε, πότε με την άλλην. Κατ' αρχάς είχε δώσει σημάδια εις την άλλην. Ύστερον τα εχάλασε κ' «έδεσε πανδρειαίς» μ' αυτήν. Κατόπιν τα σκαρώνει πάλιν με την άλλην, και γυρίζει πίσω την αρραβώνα εις αυτήν. Ακολούθως πετά τα σημάδια της Σμαράγδως και τα σάζει πάλιν με την Αφέντραν. Και ήτον εύμορφος γαμβρός, να έχη ζωήν, και τον αγαπούσαν και η δυο. Από την άλλην ήτο βεβαίως πλέον εύμορφος, εφρόνει η Αφέντρα, άσπρος, γαλανός, κοκκινοροϊδίτης. Πλέον εύμορφος ήτον ακόμη και από την Αφέντραν, ήτις ήτο ισχνή, χλωμή και αδύνατος. Τέλος, αφού έκαμε τελευταίαν βόλταν προς την Σμαράγδω, και όλην την εβδομάδα δεν τον είχαν ιδεί στα μάτια, ανελπίστως την Κυριακήν το μεσημέρι οι δύο αδελφοί, οίτινες είχαν φθάσει το Σάββατον με την βρατσέραν, τον καταφέρνουν, βγάζουν της άδειαις, και τον στεφανώνουν την Κυριακήν το βράδυ με την Αφέντραν.

Μόλις έλαβον καιρόν η γενειαίς της να στολίσουν την νύμφην. Τόσα καλούδια, τόσα πανωπροίκια. Είχε κεντήσει η ιδία τον ήλιον και το φεγγάρι εις τα μανίκια του μεταξωτού άλικου υποκαμίσου της. Εις την σκούφιαν της πάλιν είχε κεντήσει μεγάλην γάστραν με λουλούδια και με κλαδιά. Και εις την τραχηλιάν της είχε κεντήσει, διάφοραις κλάραις. Είχε και ωραία προμάνικα ανασηκωμένα εκ βαρυτίμου ρωσσικού χρυσοϋφάντου. Και το ποδογύρι ολόχρυσον τρεις σπιθαμαίς πλατύ.

Η πενθερά της, μόλις είχε πεισθή την τελευταίαν ώραν να δώση την ευχήν της, σκληρυνομένη έως τότε, λέγουσα ότι επόνεσε την άλλην, ότι την λυπείται, ως ορφανήν. Τέλος εφόρεσε τα καλά της και ήλθε, φέρουσα την μαύρην μανδήλαν της χηρείας της, επιφυλαχθείσα να φορέση χρωματιστήν «πολίτικην» την στιγμήν μόνον που ήθελεν ασπασθή τα στέφανα. Ήλθε και η ανδραδέλφη της κ' εστάθη υψηλή, σιμά εις την τέμπλαν, άλλη τέμπλα έμψυχος αυτή, πλατεία, ακίνητος, στολισμένη ως νύμφη. Διότι η τέμπλα δεν είνε να λείψη από την αίθουσαν όπου θα τελεσθή ο γάμος. Στρώματα, και παπλώματα, και κηλίμια, επιμελώς διπλωμένα, προσκέφαλα, σινδόνια, σωρεύονται ευτάκτως και κοσμίως κατά τον τοίχον, παρά μίαν γωνίαν του θαλάμου, καλύπτονται με μεταξωτήν σινδόνα, και επιστέφονται με δύο προσκεφαλάδες με μεταξωτά περιβλήματα. Αυτή είνε η τέμπλα.

Αφού έφθασε με τα βιολιά ο κουμπάρος, ήλθαν και οι καλεσμένοι, ύστερον οι παππάδες, και ήρχισεν η τελετή. Αντηλλάγησαν οι δακτύλιοι, είτα τα στέφανα, ανεγνώσθησαν αι ωραίαι ευχαί, εψάλη το «Ησαΐα χόρευε», έφεραν γύρον τρεις φοραίς, έρραναν τους νεονύμφους με ορύζιον και με κοφέτα, και τέλος ο Παππα-Νικόλας με την σκληράν και οστεώδη χείρα του, λαβών εκ του βραχίονος οκταετές παιδίον, το οποίον είχε μάννα και πατέρα, το ώθησεν εν τω μέσω των νεονύμφων, κ' εχώρισε διά της κεφαλής του παιδιού τας συνδεδεμένος χείρας των, επευχηθείς μεγαλοφώνως·

— Όλο κεφαλάδες.

Ακολούθως ο γαμβρός, λαβών τον μέγαν δίσκον, εκέρασεν ο ίδιος τους ιερείς, τον κουμπάρον και τους καλεσμένους, ενώ η νύμφη ισταμένη ορθή, μεταξύ της τέμπλας και της ανδραδέλφης της, εκαμάρωνε, κ' εχρειάζετο να της σείουν όπισθεν την κεφαλήν ηρέμα αι παράνυμφοι, στολισμέναι όλαι παριστάμενοι, διά να απαντήση διά κατανεύσεως εις τας αφθόνους ευχάς των καλεσμένων: «στερεωμένοι, καλορρίζικοι, με γυιούς», ενώ μόλις εκινούντο τα χείλη της χωρίς ν' ακούηται η φωνή της, λεγούσης «ευχαριστώ».

Εν τω μεταξύ, ο μπάρμπα-Γκιουλής, ο κατ' αποκοπήν μάγειρος όλων των γάμων, είχεν ανάψει κάτω, εις την αυλήν του οικίσκου, δύο μεγάλας πυράς, και επί της μιας ανεβίβασε τεράστιον ρακοκάζανον, τεμαχίσας εντός του οκτάμηνον πρόβατον και ήρχισε να το τσιγαρίζη διά να κάμη το σύνηθες εις τους γάμους περσικόν πιλάφι, ενώ επί της άλλης, ευθύς ως έγεινεν ανθρακιά, έτεινε παραλλήλους δύο σούβλας με δύο άλλα σφαχτά.

Κύπτων επί των δύο πυρών, με την μίαν χείρα εγύριζε την σούβλαν, με την άλλην εχειρίζετο την τεραστίαν κουτάλαν, δι' ης ανεκάτωνε κ' ετσιγάριζε το κρέας με τα κρόμμυα. Ήλθε και ο γέρο-Σιγουράντσας αυτόκλητος βοηθός, διά να γυρίζη την άλλην σούβλαν. Μόλις ήρχισε να ροδοκοκκινίζη το ψητόν, μόλις ήρχισε να μυρίζη προκλητικώς το τσιγαριστόν, και ο Γκιουλής, ανασπάσας την μάχαιραν από το πλατύ κίτρινον ζωνάρι του, ήρχισε να κόπτη γενναίους μεζέδες από τα δύο ψητά, και διά της κουτάλας έβγαζε μεγάλα κομμάτια από το τσιγαριστόν. Κατεβρόχθιζεν αυτός τρία, διά προφταστήρα, ως έλεγεν, έδιδε και εις τον γέρο-Σιγουράντσαν έν διά ψυχόστασμα, και συγχρόνως ιδών δύο ή τρεις άλλους προθύμους μουστερήδες, εξ εκείνων τους οποίους οι παλαιοί εκάλουν μνάμονας, και οίτινες φαίνονται ως να κρατούν κατάστιχον ακριβές με πιστάς χρονολογίας δι' όλας τας γεννήσεις, τους γάμους και μάλιστα τα εορταζόμενα εις τας μνήμας των Αγίων ονόματα, ήρχισε να τους αποδιώκη με ονειδισμούς και απειλάς, όμοιος με την γάτταν του σπιτιού, την ανευρίσκουσαν όλην την φύσιν της τίγριδος και ανορθούσαν τας τρίχας και γρύζουσαν υπούλως και εξαπίνης σχίζουσαν εις τους οφθαλμούς τον απονήρευτον και υπό του εμφύτου μόνον ελαυνόμενον επιδρομέα σκύλον.

Είς των καλεσμένων ακούσας απ' επάνω την τραχείαν φωνήν του Γκιουλή, δι' ης απεδίωκε τους οχληρούς απαιτητάς (τους οποίους αυτός ο ίδιος είχεν αποπέμψει προ μικρού από την οικίαν, αφού τους εφίλευσε δις και τρις μπακλαβάδες και μαστίχαις και ρώμια), επρόβαλεν από το παράθυρον και βλέπει τον Γκιουλήν, όστις ήτο κεκηρυγμένος εχθρός του μπακλαβά και όλων των γλυκυσμάτων, εγχειρούντα γενναίως με την πλατείαν μάχαιράν του επί των νεφραμιών του ροδοκοκκινίζοντος ψητού. Τότε ο εκ των καλεσμένων, όχι μόνον δεν τον εμέμφθη, αλλ' αισθανθείς και αυτός την όρεξίν του να τον κεντά, έλαβε λάθρα μίαν από τας πολλάς φλάσκας, τας οποίας είχον εισφέρει πλήρεις οίνου οι καλεσμένοι, και κατελθών ηρέμα εις την αυλήν, την επρόσφερεν εις τον Γκιουλήν, όστις ερρόφησεν όχι μετρίαν δόσιν, και κόψας ευγνωμόνως μέγαν μεζέν τον αντιπροσέφερεν εις τον διακριτικόν άνθρωπον. Μετά δύο δε ή τρεις αμοιβαίας φιλοφρονήσεις η φλάσκα εμέσασεν.

Αλλ' έμελλον οπωσδήποτε να ψηθώσι τέλος τα δύο σφαχτά, ώφειλε και το πιλάφι να γείνη επί τέλους. Τότε ο Γκιουλής κατεβίβασεν από το πυρ το πελώριον ρακοκάζανον, μετετόπισε και τας δύο σούβλας. Και αφού ανεκάτωσεν, ανεκάτωσε το ορύζιον κ' έφαγε δύο ή τρεις κουταλιές διά να το δοκιμάση, ήρχισε να κενώνη εις πλατέα βαθουλά πινάκια το πιλάφι, να κόπτη δε εις μεγάλα τεμάχια τα δύο ψητά, εξακολουθών εν τω μεταξύ να διπλοδοκιμάζη την γεύσιν των. Αλλ' ήτο καιρός να μεταφερθώσι τέλος επάνω εις την οικίαν τα πλήρη πινάκια, και οι καλεσμένοι εστρώθησαν εις μακροτάτην σειράν κατά μήκος και πλάτος του μεγάλου θαλάμου, και έφαγον και ευφράνθησαν εις τιμήν των νεονύμφων.

Τότε αι διάφοροι φλάσκαι και φιάλαι ήρχισαν να κυκλοφορώσι κατά πολλάς διευθύνσεις ανά τας τάξεις των συμποσιαστών. Και ο μπάρμπα-Κωσταντής ο Ξέσουρος, θείος της νύμφης, κρατών διά της αριστεράς ακουμβημένην επί του γόνατος του μεγάλην χιλιάρικην και διά της δεξιάς μικρόν πενηντάρικον ποτήριον, εκέρνα τους καλεσμένους προσφέρων φιλοφρόνως έν ποτήριον εις τον πρώτον γείτονά του προς τα δεξιά, είτα πίνων μετριοφρόνως και αυτός έν, είτα κερνών έν τον πρώτον γείτονά του προς τα αριστερά, υποφέρων και αυτός έν, διά να διπλοχαιρετήση· είτα μεταβιβάζων έν ποτήριον εις τον δεύτερον προς τα δεξιά γείτονά του, ροφών και αυτός έν διά ν' αποδώση τον χαιρετισμόν, και ούτω καθεξής. Μεγίστη δε υπήρξεν η ευθυμία, και, το πάτωμα εκινδύνευσε να πέση από τον χορόν. Η χαρά εκείνη διήρκεσεν επί εβδομάδα. Τον γάμον αυτόν, έλεγεν η Αφέντρα, θα τον ενθυμείτο ακόμη διά πολύν καιρόν το χωρίον.

Από μιας ώρας ήδη είχε γείνει σκότος, και ο λύχνος νυστασμένα έφεγγε τον πενιχρόν θάλαμον τον χωρισμένον μέσα εις αυτό το κτίριον του μύλου, και η εστία έκαιε παρηγόρως εις την γωνίαν, και τα λάχανα, τα οποία η Αφέντρα είχε κόψει δροσερά μοναχή της, μετά κόπου εκλέξασα αυτά ανάμεσα εις την χιονισμένην κλιτύν του ρεύματος, μεταξύ βράχων και θάμνων, περικυκλούντων ολόγυρα τον πενιχρόν νερόμυλον, υπό τας γηραιάς πλατάνους, τα λάχανα είχαν βράσει.

Ο Αγάλλος εν τούτοις δεν ήρχετο και η Λενιώ εξηκολούθει ακόμη να διηγήται προς τον αδελφόν της το παραμύθι. Είχεν ήδη δεκάκις επαναλάβει τους πρώτους στίχους του τραγουδιού, τους συνοψίζοντας εις το στόμα της ωραίας του παραμυθιού την παράδοξον ιστορίαν της και ακόμη δεν τους είχε μάθει. Ευρίσκετο δε τώρα εις τους τελευταίους στίχους:

        Γρηά μ' εξεπλάνεσε
        σ' βασιληά τα χέρια.

Κ' επεκαλείτο εις βοήθειαν την μητέρα της, ήτις συνεπλήρου το τραγούδι ως εξής :

σ' βασιληά τα χέρια . . . βασιληάς με τ' μάννα τ' κ' εγώ φλάω τα χηνάρια.

Και η Λενιώ πριν τους μάθη αυτή εφιλοτιμείτο να διδάξη εις τον Μανώλην τους στίχους, όστις τραυλίζων επανελάμβανε:

        Σληά μ' εξεπλάνεσε
        σ' βασιληά τα χίδια.

Αίφνης ηκούσθη κρότος. Έκρουον έξωθεν την θύραν, εις την οποίαν είχε βάλει τον σύρτην έσωθεν η Αφέντρα, καθώς συνήθιζεν, όταν ήτο εις τον νερόμυλον μόνη με τα παιδάκια της. Η Αφέντρα με κίνημα χαράς εσηκώθη, έλαβε τον λύχνον, κατέβη τας τεσσάρας βαθμίδας της ξυλίνης κλίμακος, δι' ης ανήρχετο τις από το έδαφος του μύλου εις τον θάλαμον, κ' επήγε ν' ανοίξη την εξωτερικήν θύραν. Τα παιδία σκιρτώντα έτρεξαν κατόπιν της.

Πριν ανοίξη ακόμη την θύραν η Αφέντρα ηκούσθη έξωθεν γυναικεία φωνή απορηματική·

— Τι κλειστήκατε, θα-πω, μέσα; ακόμη δεν ενύκτωσε.

Δεν ήτο ο Αγάλλος. Η Αφέντρα εγνώρισε την φωνήν. Ήτο η μήτηρ της.

Η γραία εισήλθε κρατούσα καλάθιον υπό τον αγκώνα, κ' έχουσα την μαύρην φουστάναν της περασμένην υπό κάτω εις το χερούλι του καλαθιού, φορούσα μόνον επάνω της το κοντόν, παλαιόν, ξασπρισμένον φουστάνι της, μάλλινα τσοράπια τρύπια εις τους δακτύλους και τας πτέρνας, και ξυπόλητη. Τα παιδία ώρμησαν αμέσως εις το καλάθιον, κ' έψαξαν να εύρουν τι εκρύπτετο εντός αυτού, υπό την διπλωμένην φουστάναν, ελπίζοντα ότι θα τους είχε φέρει η μάμμη κάτι τι διά να τα φιλεύση από το χωρίον, αλλά δεν ηύραν ειμή μόνα τα παλαιά τσόκαρα της γραίας, το οποία αύτη έθετε πάντοτε εντός του καλαθιού, προτιμώσα να βαδίζη ξυπόλητη, διά να είνε ελεύθερα τα πόδια της και χάριν οικονομίας.

Η Αφέντρα ιδούσα την μητέρα της ελθούσαν αντί του συζύγου, υπέθεσεν ότι ο τελευταίος θα είχε μείνει εις την πολίχνην να διανυκτερεύση, όπως ενίοτε έκαμνε, και δεν επαραξενεύθη πολύ. Αλλ' άμα ανέβησαν εις τον θάλαμον, η γρηα-Συνοδιά ιδούσα ότι έλειπεν ο Αγάλλος ηρώτησε·

— Πού είνε ο άντρας σου;

Η Αφέντρα την εκύτταξεν εν απορία.

— Δεν τον άφηκες στο χωριό;

— Όχι· έφυγε μια ώρα μπροστήτερα από μένα.

— Για δω;

— Για δω·

— Και πώς δεν ήρθε;

— Πώς δεν ήρθε μαθές;

— Τι γείνηκε;

— Τι γείνηκε, σ' ερωτώ κ' εγώ!

Εναγώνιος ανησυχία εκυρίευσε τας δύο γυναίκας. Η Αφέντρα συνήψε τας χείρας εν απογνώσει.

— Τι να έπαθε τάχα;

— Πού είνε τος;

— Γιατί δεν ήρθατε μαζί, αφού ήσουν για νάρθης και συ; ήρχισε να παραπονήται η Αφέντρα.

— Δεν ήμουν σίγουρη· εγώ είχα δουλειαίς. Ή έρχομαι, ή δεν έρχομαι του είπα. Πήγαινε συ, του είπα, να μη νυχτώσης, κ' εγώ, όπως διω. Εγώ είμαι μαθημένη να περπατώ τη νύκτα στα ρέμματα.

Τω όντι, όλοι τους ήσαν συνειθισμένοι εις νυκτερινάς οδοιπορίας ανά τα όρη και τας κοιλάδας. Η δύο συμπεθέραις, η θεια-Συνοδιά, και η μάννα του Αγάλλου η μακαρίτισσα, είχαν δύο νερομύλους εις της Κεχρεάς το ρέμμα. Ο μύλος ο πατρικός του Αγάλλου είχε χαλάσει προ πολλού και ήτον έρημος τώρα. Αλλ' ο μύλος της Συνοδιάς χηρευσάσης τελευταίον από του ανδρός της ήτο εν ακμή εισέτι. Ο Αγάλλος, επειδή ήτο συνειθισμένος να έχη μύλον, απήτησε τον μύλον ως προίκα, και η θεια-Συνοδιά ηναγκάσθη να τον δώση. Και αι δύο οικογένειαι, από γονέων και προγόνων, είχαν ανατραφή εν μέρει εις την πολίχνην, όπου είχαν οικίσκους, εν μέρει εις της Κεχρεάς το ρέμμα, όπου είχαν τους μύλους των. Γυναίκες και άνδρες, παίδες και κοράσια, δεν εφοβούντο να περιπατώσι την νύκτα εις το δάσος.

Τους έλεγαν ολίγον «ελαφροΐσκιωτους», αλλ' αυτοί δεν εφοβούντο τα στοιχειά. Είνε αληθές ότι οι ίδιοι διηγούντο πολλάκις ότι έβλεπαν εξωτικά πράγματα, αλλ' ωμίλουν με φιλόφρονα γλώσσαν περί φαντασμάτων. Δεν τους κατέτρεχαν, δεν τους έκαμναν κακόν. Είχα φιλικάς σχέσεις μεταξύ των. Ο Αγάλλος διηγείτο πολλάκις ότι είχεν ιδεί νεράιδας με τα μάτια του, ότι του είχαν ομιλήσει, αλλ' αυτός εφυλάχθη καλώς να ταις δώση απάντησιν, γνωρίζων ότι είχαν την δύναμιν «να του πάρουν την μιλιά του». Μίαν φοράν πάλιν παρουσιασθείσα προς αυτόν, όταν ήτο παιδί, εις τον μύλον του πατρός του, η Μοίρα του, του είχε δώσει με την χείρα της έν φλωρίον. Το εβεβαίου, και είχε ακόμη το φλωρί και το εδείκνυε. Μη νομίση τις ότι ήτο απατεών, ότι δεν επίστευεν ο ίδιος ό,τι έλεγε. Τουναντίον. Το επίστευε με τα σωστά του.

Εμπρός όμως εις την θεια-Συνοδιά κανείς δεν ηδύνατο να παραβγή όσον αφορά τα εξωτικά πράγματα. Αυτή είχεν εκ γενετής φιλικωτάτας σχέσεις με της νεράιδες. Εγνώριζε τα στοιχειά, τους αράπηδες με την τσιμπούκα, της λάμιες και τους καλικαντζάρους, όπου έρχονται τώρα τα Χριστούγεννα. Το στοιχειό του σπιτιού ποτέ δεν κάμνει κακόν. Επιφαίνεται πότε ως ήμερον αρνάκι, πότε ως κλώσσα με τα πουλιά. Η νεράιδες αγαπούν να βγαίνουν την ημέραν εις τον ήλιον, όταν είνε ζέστη, καταμεσήμερα, και να χορεύουν.

Να μη γελασθής και ανοίξης το στόμα σου, να ταις ομιλήσης, γιατί θα σου πάρουν την φωνήν να μείνης βουβός. Ο αράπης με την τσιμπούκα του, η καντίνα με τον φερετζέ της, βγαίνουν την νύκτα εις τα ρέμματα και κάθονται κοντά εις της βρύσαις. Οι καλικάντζαροι αγαπούν να σκιάζουν τον κόσμον, να κρύπτωνται με τους καπνοδόχους και να παίζουν δυσάρεστα παιγνίδια. Κατά τα άλλα είνε ακίνδυνοι. Μόνον ο βρυκόλακας είνε κακό πράγμα. Θεός να φυλάη. Αλλά μόνον τη γενειά του κυνηγά.

Η θεια-Συνοδιά ήτο βεβαία ότι ο γαμβρός της δεν θα έπαθε τίποτε από τους καλικαντζάρους, οι οποίοι, μόλις θα ήσαν εις τον δρόμον τώρα, να έρχονται, διότι εξημέρωνε Χριστούγεννα. Άλλως ο Αγάλλος ήτο σαββατογεννημένος, και είνε γνωστόν ότι οι έχοντες το πλεονέκτημα τούτο δεν υπόκεινται εις εξωτικάς επηρείας. Αλλ' εν τούτοις δεν ηδύνατο να εννοήση διατί ο γαμβρός της εβράδυνε τόσον, αφού είχεν εκκινήσει από του χωρίου μίαν ώραν προ αυτής, αφού αυτή είχεν έλθει από τον ίδιον δρόμον τον συνήθη, δι' ου πάντοτε ήρχοντο.

— Από κει που αραδίζομε πάντα, παιδάκι μου, έλεγεν εις την κόρην της, τι θελά πάθη; Τ' ήταν αυτό;

— Μην ήτο πιωμένος κ' έπεσε πουθενά με τα χιόνια;

— Δεν εφαίνετο νάνε πολύ πιωμένος, παιδί μου· και πού βρεθήκανε τα χιόνια; Ο δρόμος ανοιχτός όλος πέρα-πέρα . . . . Ολίγο πατημένο χιόνι δω εκεί . . . . Καμπόσο χιόνι έχει μοναχά στα ψηλώματα. Και πού τα ίδετε σεις τα χιόνια; Να βλέπατε στον καιρό του παππού μου, που ήμουνα μικρό κορίτσι, δύο μπόια, τρία μπόια χιόνι . . . . Μας σφράγιζε μπροστά την πόρτα, ίσα με το ανώφλιο, δυο οργυιαίς. Όσο να ξεχιονίσουμε την πόρτα που παιδευόμαστε δύο ώραις με της τσάπες και με τα φτυάρια, η σκεπή που ήταν καταφορτωμένη απ' τα χιόνια έπεφτε κρακ, και μας πλάκωνε.