WeRead Powered by ReaderPub
Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Α cover

Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Α

Chapter 6: ΒΙΒΛΙΟΝ Γ' ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A philosophical dialogue explores the nature, origin, and aims of legislation, considering how laws, customs, and education shape cities and citizens. Speakers examine historical lawgivers and contemporary statutes, debate communal institutions such as shared meals and military training, and treat justice as both public and inward conflict, arguing that good laws must govern cities and individual souls. Practical proposals and theoretical reflections alternate as the interlocutors weigh tradition, religion, and the role of coercion in cultivating virtue, aiming to outline a legal framework that secures order, moral education, and the common good.

Βεβαίως πας άνθρωπος, όταν γηράση, κάπως αποκτά πολλήν αποστροφήν προς τας ωδάς, και όχι μόνον ολιγώτερον ευχαριστείται να εκτελή αυτό, αλλά, και αν παρουσιασθή ανάγκη προς τούτο, θα εντραπή τόσον περισσότερον, όσον γίνεται γεροντότερος και σωφρονέστερος. Άραγε δεν είναι αυτό αληθές;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν μέσα εις το θέατρον και εις πολυποίκιλον ακροατήριον δεν θα εντραπή ακόμη περισσότερον να ψάλλη στεκόμενος όρθιος; Μάλιστα δε, αν αναγκασθούν οι τοιούτοι να ψάλλουν, καθώς οι χοροί, που αγωνίζονται διά την νίκην και ξεφωνούν ισχνοί και πειναλέοι, δεν θα ψάλλουν εντελώς χωρίς όρεξιν και με εντροπήν και δεν θα είναι εντελώς απρόθυμοι εις τούτο;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ομιλείς βεβαίως πολύ λογικά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πως λοιπόν θα τους παρηγορήσωμεν να είναι πρόθυμοι εις τας ωδάς; Άραγε δεν θα νομοθετήσωμεν πρώτον μεν οι παίδες μέχρι των δέκα οκτώ ετών απολύτως να μη δοκιμάζουν τον οίνον, διαφωτίζοντες αυτούς ότι δεν πρέπει να διοχετεύουν εις το πυρ νέον πυρ και εις το σώμα και εις την ψυχήν των, πριν να δοκιμάσουν να προχωρήσουν εις τους κόπους, φοβούμενοι την μανιώδη διάθεσιν των νέων; Κατόπιν δε από αυτήν την ηλικίαν ότι πρέπει να πίνουν οίνον μέτριον μέχρι των τριάντα ετών, από την μέθην όμως και τον πολύν οίνον απολύτως να απέχη ο νέος; όταν δε εμβή εις τα σαράντα να συμποσιάζη εις τα συσσίτια και να προσκαλή και τους άλλους θεούς και προ πάντων τον Διόνυσον εις αυτήν την τελετήν και συγχρόνως διασκέδασιν των γεροντοτέρων, κατά την οποίαν εδώρισε εις τους ανθρώπους ως βοήθημα εις τας σκληρότητας του γήρατος τον θεραπευτικόν οίνον, ώστε να μας ξανανεώνη και να φέρη λήθην της δυσθυμίας, και να γίνεται μαλακώτερον από σκληρότερον το ήθος της ψυχής, καθώς ο σίδηρος όταν τον θέτωμεν εις το πυρ, ώστε να είναι ευπλαστότερος ούτω πως; Πρώτον λοιπόν, εάν έκαστος διατεθή ούτω πως, άραγε δεν θα θέλη να είναι προθυμότερος, και δεν θα εντρέπεται ολιγώτερον όχι εμπρός εις πολλούς αλλά εις μετρίους, και όχι εις ξένους αλλά ιδικούς του, να ψάλλη και, καθώς είπαμεν πολλάκις, να μαγεύη;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ως προς το να παρακινήσωμεν αυτούς να λάβουν μέρος εις την ωδήν προς χάριν μας ίσως αυτός ο τρόπος δεν είναι εντελώς άσχημος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διόλου μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ποίαν όμως φωνήν ή μουσικήν θα ψάλουν οι άνδρες; Ή είναι φανερά βεβαίως ότι θα ψάλουν την αρμόζουσαν εις αυτούς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ποία λοιπόν αρμόζει εις θείους άνδρας; Μήπως άραγε η φωνή των χορών;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ημείς τουλάχιστον, καλέ Ξένε, και οι κύριοι απ' εδώ δεν θα ημπορούσαμεν να ψάλωμεν καμμίαν άλλην ωδήν παρά αυτήν που εσυνηθίσαμεν να ψάλωμεν εις τους χορούς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτό είναι επόμενον βεβαίως. Διότι πραγματικώς δεν εμάθατε την καλλιτέραν ωδήν. Διότι έχετε πολίτευμα στρατιωτικόν και όχι δι' ανθρώπους που κατοικούν μέσα εις πόλεις, αλλά έχετε τους νέους σας να βόσκουν μαζί ωσάν πουλάρια που βόσκουν με την αγέλην. Κανείς όμως από σας δεν απέσπασε τον ιδικόν του έξω από τους συντρόφους του, ενώ αγριεύει και ανθίσταται υπερβολικά, διά να του δώση ιδιαίτερον επιστάτην και να τον αναθρέψη με αναψυχήν και ημερότητα και με όλους τους ορθούς τρόπους, οι οποίοι ανήκουν εις την παιδαγωγίαν, ώστε όχι μόνον καλός στρατιώτης να γίνη, αλλά και την πατρίδα του και την πόλιν να ημπορή να διοική, ακριβώς πολεμικώτερος από εκείνους τους πολεμικούς του Τυρταίου, τους οποίους είπαμεν εις την αρχήν, ο οποίος να εκτιμά ως τέταρτον και όχι ως πρώτον προσόν την ανδρείαν πάντοτε και παντού και μεταξύ ιδιωτών και εις όλην την πόλιν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Καλέ Ξένε, δεν εννοώ πώς πάλιν εξευτελίζεις τους νομοθέτας μας.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αγαπητέ μου, δεν το κάμνω επίτηδες, εάν το κάμνω τυχόν. Αλλά, όπως μας φέρει ο λόγος μας, ας προχωρούμεν με αυτόν τον τρόπον, αν αγαπάτε. Δηλαδή, αν έχωμεν μούσαν καλλιτέραν από τους χορούς και από τα κοινά θέατρα, ας προσπαθήσωμεν να την αποδώσωμεν εις αυτούς, οι οποίοι λέγομεν ότι εκείνην μεν την εντρέπονται, ζητούν δε ποία είναι η καλλιτέρα διά να την αποκτήσουν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν δεν χρειάζεται πρώτον μεν αυτό τουλάχιστον να υπάρχη εις όσα πράγματα συνοδεύει κάποια ευχαρίστησις, δηλαδή ή αυτό να είναι το σπουδαιότερον προσόν των, ή κάποια ορθότης ή τρίτον κάποια ωφέλεια; Εννοώ δε καθώς λόγου χάριν εις το φαγητόν και εις το ποτόν και όλην την τροφήν παρακολουθεί μεν κάποια ευχαρίστησις, την οποίαν ημπορούμεν να ονομάσωμεν ηδονήν, ως προς την ορθότητα όμως και ωφέλειαν, ό,τι ονομάζομεν υγιεινόν εις τα προσφερόμενα προς απόλαυσιν, αυτό το ίδιον εννοώ ότι είναι εις αυτά και το ορθότατον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και βεβαίως και ότι το να παρακολουθήται η μάθησις από ευχαρίστησιν, το κάμνει η ηδονή, το δε να παρακολουθήται η ορθότης και η ωφέλεια και το πρέπον και το καλόν από ευχαρίστησιν το κάμνει η αλήθεια.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι αληθές.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν; Είς την κατασκευήν των μιμήσεων από τας τέχνας αι οποίαι λέγονται εικαστικαί, όταν εκτελούν τούτο, άραγε την ηδονήν, η οποία συμβαίνει ως επακολούθημα εις αυτά, όταν συμβαίνη, δεν είναι δικαιότατον να την ονομάζωμεν ευχαρίστησιν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Την ορθότητα όμως βεβαίως των τοιούτων ίσως την εκτελεί προηγουμένως η ισότης, διά να ομιλήσωμεν γενικώς, και του ποσού και του ποιού, όχι όμως η ηδονή.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν δεν θα κριθή ορθώς με την ηδονήν εκείνο μόνον το οποίον δεν προσφέρει ούτε καμμίαν ωφέλειαν, ούτε αλήθειαν, ούτε ομοιότητα, ούτε πάλιν βλάβην βεβαίως, αλλά συμβαίνει μόνον προς χάριν εκείνου το οποίον παρακολουθεί τα άλλα, δηλαδή της ευχαριστήσεως την οποίαν βεβαίως κάλλιστα ημπορεί κανείς να την ονομάση ηδονήν, όταν δεν την συνοδεύη κανέν από αυτά;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Θα εννοής μόνον την αβλαβή ηδονήν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μάλιστα, ακόμη δε λέγω και ότι η ιδία είναι και διασκέδασις, όταν δεν παράγη ούτε βλάβην ούτε ωφέλειαν αξίαν λόγου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επομένως δεν θα ειπούμεν ότι δεν πρέπει διόλου πάσα μίμησις συμφώνως προς αυτά που λέγομεν τόρα να κρίνεται από την ηδονήν και από την ψευδή γνώμην και μάλιστα και πάσα ισότης; Διότι βεβαίως με το να ευχαριστήται κανείς ή όχι με κανέν πράγμα από ό,τι του φαίνεται δεν γίνεται ίσον το ίσον ούτε γενικώς το συμμετρικόν συμμετρικόν, αλλά προ πάντων μεν από την αλήθειαν, ελάχιστα δε από κάθε άλλο.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν όλη η μουσική δεν λέγομεν ότι είναι εικαστική και μιμητική;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τότε λοιπόν, αν ειπή κανείς ότι η μουσική κρίνεται από την ηδονήν, διόλου δεν πρέπει να δεχθώμεν αυτόν τον διισχυρισμόν, ούτε διόλου να ερευνήσωμεν αυτήν την μουσικήν ως σπουδαίαν, εάν τυχόν συμβή να υπάρξη, αλλά εκείνην η οποία, έχει την ομοιότητα με το απομίμημα του ωραίου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν, και αυτοί οι οποίοι ερευνούν την ωραιοτέραν ωδήν και μούσαν, πρέπει, καθώς φαίνεται, να ερευνήσουν όχι ποία είναι ηδονική, αλλά ποία η ορθή. Διότι της μιμήσεως ιδιότης καθώς είπαμεν, ήτο η ορθότης, δηλαδή όταν εκτελεσθή το πρότυπον όσον είναι και οποίου είδους είναι.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και όμως τούτο τουλάχιστον έκαστος θα το παραδεχθή διά την μουσικήν, ότι δηλαδή όλα τα έργα του περιστρεφόμενα εις αυτήν είναι μίμησις και απεικόνισις. Και τούτο μήπως τάχα δεν θα το ομολογήσουν μαζί όλοι ανεξαιρέτως οι ποιηταί και ακροαταί και ηθοποιοί;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, καθώς φαίνεται, πρέπει να γνωρίζη τι είναι το καθέν από τα ποιήματα όστις θέλει να μη σφάλλη εις αυτά. Διότι, αν δεν γνωρίζη την ουσίαν, δηλαδή τι θέλουν να ειπούν και ποίου άραγε πράγματος είναι όντως εικών, πολύ ολιγώτερον βεβαίως θα εννοήση την ορθότητα του σκοπού ή την αποτυχίαν αυτού.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως πολύ ολιγώτερον. Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Όστις όμως δεν γνωρίζει το ορθόν, άραγε είναι ποτε δυνατόν να είναι ικανός να εννοήση το καλόν και το κακόν; Δεν τα λέγω όμως τόσον καθαρά, αλλ' ίσως ημπορεί να λεχθή καθαρώτερον με τον εξής τρόπον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως υπάρχουν απεικονίσεις άπειροι προσιταί εις την όρασίν μας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν; Αν εις αυτάς κανείς δεν γνωρίζη τι είναι το καθέν από τα εξεικονιζόμενα (πρότυπα) εις αυτάς σώματα, ημπορεί άραγε να διακρίνη ποίον από αυτά είναι ορθώς κατασκευασμένον; Εννοώ δε το εξής· λόγου χάριν τας διαιρέσεις του σώματος και την τοποθεσίαν των μερών αν είναι εις την θέσιν των και πόσα είναι και ποία προς ποία όταν είναι πλησίον, έχουν την αρμόζουσαν τάξιν των, ακόμη δε και τα χρώματα και τα σχήματα, ή μήπως ετοποθετήθησαν με σύγχυσιν. Μήπως τάχα σας φαίνεται ότι ημπορεί κανείς να τα εννοήση αυτά απολύτως, όταν δεν γνωρίζη τι είναι το πρότυπον ζώον το οποίον απεικονίζεται;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς είναι δυνατόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τόρα όμως; αν εγνωρίζαμεν ότι το ζωγραφισμένον ή το λαξευμένον είναι άνθρωπος και ότι έλαβε από την τέχνην όλα τα μέρη του και τα χρώματα συγχρόνως και τα σχήματα, άραγε είναι λογικώς επόμενον όστις ενόησε αυτά να γνωρίζη αμέσως και εκείνο, αν είναι ωραίον ή αν έχει κάπου καμμίαν έλλειψιν του κάλλους;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αλλά τότε βεβαίως, καλέ Ξένε, όλοι μας θα εγνωρίζαμεν τα ωραία ζώα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς. Δεν έπεται λοιπόν ότι εις εκάστην απεικόνισιν και της ζωγραφικής και της μουσικής και όλων των τεχνών ανεξαιρέτως, όστις θέλει να είναι νοήμων κριτής πρέπει να έχη αυτά τα τρία, δηλαδή πρώτον να γνωρίζη τι είναι αυτή, έπειτα αν είναι πιστή, και τρίτον αν εξετελέσθη καλώς οποιαδήποτε από τας εικόνας με λέξεις και με μελωδίας και ρυθμούς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό φαίνεται τουλάχιστον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας μην απαυδήσωμεν να εξετάσωμεν τας δυσκολίας της μουσικής. Δηλαδή, επειδή πολύ περισσότερον ομιλούν δι' αυτήν παρά διά τας άλλας απεικονίσεις, διά τούτο βεβαίως χρειάζεται περισσοτέραν προσοχήν από όλας τας άλλας. Διότι, και όταν αποτύχη κανείς, θα βλαφθή υπερβολικά, διότι κολακεύει κακοηθείας, και εκτός τούτου είναι δυσκολώτερον να το αντιληφθή, διότι οι ποιηταί είναι κατώτεροι συνθέται από τας ιδίας τας Μούσας. Δηλαδή δεν είναι δυνατόν βεβαίως εκείναι να σφάλουν τόσον πολύ, ώστε, ενώ συνθέτουν λέξεις ανδρών, να αποδώσουν εις αυτάς σχήμα και μελωδίαν γυναικών, και, όταν πάλιν συνθέτουν μελωδίας και σχήματα ελευθέρων, να προσαρμόσουν ρυθμούς δούλων και ανελεύθερων, ούτε πάλιν, όταν έχουν ως βάσιν ρυθμούς και σχήμα ελευθέρων, να αποδώσουν μελωδίαν ή λέξεις αντιθέτους προς τους ρυθμούς, ακόμη δε δεν είναι δυνατόν τας φωνάς των ζώων και των ανθρώπων και των οργάνων και όλους τους κρότους να τους ενώσουν εις μίαν σύνθεσιν, ως να είναι έν πρότυπον, το οποίον απομιμούνται. Οι ανθρώπινοι όμως συνθέται παρά πολύ περιπλέκουν και συνταράσσουν τα τοιαύτα παραλόγως, και ημπορούν να προξενούν γέλωτα εις όσους από τους ανθρώπους λέγει ο Ορφεύς ότι εδόθη από την μοίραν καλαισθησία της τέρψεως. Διότι και αυτά βεβαίως όλα τα βλέπουν ανάστατα και ότι οι ποιηταί αποσχίζουν τον ρυθμόν και τα σχήματα χωριστά από την μελωδίαν εφαρμόζοντες τα μέτρα εις λόγους ψιλούς (απαγγελλομένους), εξ άλλου δε πάλιν μεταχειρίζονται την μελωδίαν και τον ρυθμόν χωρίς λέξεις, ως γυμνόν από λέξεις παίξιμον κιθάρας και αυλού, οπότε βεβαίως είναι δυσκολώτατον να εννοήση κανείς τι να σημαίνη άραγε: ρυθμός και αρμονία εκτελουμένη χωρίς λέξεις και με ποίον από τα αξιόλογα πρότυπα ομοιάζει. Αλλ' είναι ανάγκη να απαντήσωμεν, ότι είναι φορτωμένον από πολλήν αγροικίαν παν ό,τι έχει πολλήν φιλίαν με την ταχύτητα και με την ζωώδη φωνήν χωρίς διακοπήν. Επομένως η χρήσις του αυλού και της κιθάρας εκτός μόνον όταν συνοδεύη τον χορόν και το άσμα, η κάθε μία απογυμνωμένη θα ήτο χρήσις εντελώς άμουσος και αγυρτική. Και εις αυτά μεν αυτά έχομεν να ειπούμεν. Ημείς όμως δεν εξετάζομεν τι δεν πρέπει να μεταχειρίζωνται από τας Μούσας όσοι από ημάς είναι πλέον τριάντα ετών και όσοι επέρασαν τα πενήντα, αλλά τι πρέπει λοιπόν. Το εξής μου φαίνεται ότι από τα προηγούμενα πλέον μας πληροφορεί ο λόγος μας, ότι δηλαδή την Μούσαν του χορού πρέπει να την σπουδάσουν καλλίτερον όσοι από τους έχοντας ηλικίαν πενήντα ετών είναι αρμόδιοι να ψάλλουν. Διότι είναι επόμενον αυτοί να αισθάνωνται καλώς τους ρυθμούς και τας αρμονίας και να τας γνωρίζουν. Αλλέως πώς είναι δυνατόν να γνωρίση κανείς την ορθότητα των μελωδιών, εις ποίαν δηλαδή αρμόζει ή δεν αρμόζει η δωριστί κλίμαξ και αν ο ρυθμός τον όποιον εφήρμοσαν ο ποιητής είναι ορθός ή όχι;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως όχι αλλέως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δηλαδή είναι γελοίος ο κοινός λαός, ο οποίος νομίζει ότι γνωρίζει αρκετά και την καλήν αρμονίαν και τον καλόν ρυθμόν ή τον αντίθετον, επειδή πολλοί από αυτούς με την βίαν εσυνήθισαν να ψάλλουν με άλλους και να βηματίζουν. Ότι δε τα εκτελούν χωρίς να γνωρίζουν τι είναι το καθέν, δεν το συλλογίζονται. Και όμως, όταν μεν έκαστον μέλος έχη ό,τι του αρμόζει, είναι ορθόν, όταν όμως έχη ό,τι δεν του αρμόζει, είναι εσφαλμένον.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ λογικά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τόρα; Άραγε όστις δεν γνωρίζει ούτε τι είναι αυτό που είπαμεν, είναι δυνατόν να εννοήση αν αυτό είναι ορθόν εις οποιονδήποτε.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και ποία μέθοδος ημπορεί να υπάρχη δι' αυτό;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, καθώς φαίνεται, αυτό το ίδιον ευρίσκομεν πάλιν, ότι δηλαδή οι τραγουδιστοί μας, τους οποίους τόρα παρακαλούμεν και κάπως εκουσίως τους εξαναγκάζομεν να ψάλλουν, είναι ανάγκη να εκπαιδευθούν μέχρι του βαθμού που να είναι δυνατόν να παρακολουθή έκαστος και με τας βάσεις (πατήματα) των ρυθμών και με τας χορδάς (τόνους) των μελωδιών, διά να εννοούν καλά και τας αρμονίας (κλίμακας) και τους ρυθμούς και να είναι ικανοί να προμηθεύωνται όσα αρμόζουν να ψάλλουν οι τόσον ηλικιωμένοι και τοιούτου είδους άνθρωποι, και να τα ψάλλουν πλέον και οι ίδιοι με τα άσματά των να απολαμβάνουν ηδονάς αθώας και διά τους νεωτέρους να γίνωνται οδηγοί διά να ασπάζωνται ορθά τα χρηστά ήθη. Εάν δε εκπαιδευθούν έως εις αυτόν τον βαθμόν, τότε θα είχαν εις το χέρι των ακριβεστέραν εκπαίδευσιν από εκείνην που αρμόζει διά τον λαόν, ακόμη δε και διά τους συνθέτας. Διότι το τρίτον μέρος δεν έπεται κατ' ανάγκην ότι το γνωρίζει ο συνθέτης, δηλαδή αν είναι το πρότυπον καλόν ή όχι, ενώ την αρμονίαν και τον ρυθμόν σχεδόν τον γνωρίζει κατ' ανάγκην. Αυτοί όμως (οι γεροντότεροί μας) είναι ανάγκη να γνωρίζουν και τα τρία, να εκλέγουν το πρώτιστον και το δεύτερον, διότι αλλέως δεν θα κάμουν καλήν εισήγησιν εις τους νέους διά την αρετήν. Και αυτό που εσκόπευε εις την αρχήν ο λόγος μας, δηλαδή να παρουσιάσωμεν καλώς την χρησιμότητα του χορού του Διονύσου, το έπραξε όσον ήτο δυνατόν. Λοιπόν ας σκεφθώμεν καλά να ιδούμεν αν επέτυχε. Βεβαίως η τοιαύτη συνάθροισις όσον προχωρεί το ποτόν γίνεται εξ ανάγκης θορυβωδεστέρα διαρκώς, καθώς είπαμεν εις την αρχήν ότι συμβαίνει κατ' ανάγκην, με τας σημερινάς συνηθείας.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Έκαστος δε βεβαίως από κάθε άλλην φοράν πηδά ελαφρότερα και φαιδρύνεται και φορτώνεται παρρησιαστικότητα και απροσεξίαν διά τους πλησίον του μέσα εις αυτήν την διάθεσιν, απαιτεί δε να αναδειχθή άρχων ικανός και διά τον εαυτόν του και διά τους άλλους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι άλλο;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Δεν είπαμεν λοιπόν ότι, όταν γίνωνται αυτά, αι ψυχαί των πινόντων ωσάν σίδηρος φλογίζονται και γίνονται μαλακώτεραι και νεώτεροι, ώστε να καταστούν ευάγωγοι δι' εκείνον που ημπορεί και γνωρίζει να τας μορφώση και να τας διαπλάση, καθώς όταν ήσαν νέαι; Τοιούτος δε δεν είναι άραγε ο ίδιος μορφωτής που ήτο τότε, δηλαδή ο αγαθός νομοθέτης, του οποίου πρέπει να υπάρχουν νόμοι συμποσιακοί, που να ημπορούν, αυτόν που έγινε εύελπις και θαρραλέος και πέραν του ορίου αναιδής, και δεν θέλει να υποφέρη το ανάλογόν του εις την σιωπήν και τον λόγον και το ποτόν και την μούσαν, να τον αναγκάσουν να κάμνη τα αντίθετα με αυτά, και όταν τους καταλαμβάνη το άσχημον θάρρος να τους εμπνέουν εκείνον τον αντιτασσόμενον λαμπρότατον φόβον μαζί με την δικαιοσύνην, τον όποιον ονομάζομεν ανέκαθεν αιδημοσύνην και εντροπήν, και είναι θείος φόβος;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι αληθές,

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εις αυτούς δε τους νόμους να υπάρχουν νομοφύλακες και συνεργάται των οι αθόρυβοι και νηφάλιοι στρατηγοί των μη νηφαλίων, άνευ των οποίων βεβαίως είναι δυσκολώτερον να παλαίσωμεν με την μέθην παρά με τους εχθρούς, αν δεν υπάρχουν αρχηγοί αθόρυβοι, και πάλιν όστις δεν ημπορεί να συμμορφωθή και να υποτάσσεται εις αυτούς και εις τους οδηγούς του Διονύσου (οίνου), οι οποίοι επέρασαν τα εξήντα έτη της ηλικίας των, να φέρη επάνω του ίσην και μεγαλιτέραν εντροπήν, παρά εκείνος που δεν πειθαρχεί εις τους αρχηγούς του Άρεως (πολέμου).

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, εάν υπήρχε τοιούτου είδους μέθη και διασκέδασις, μήπως τάχα δεν θα ωφεληθούν οι τοιούτοι συμποσιασταί και δεν θα αποχωρισθούν με περισσότερον συσφιγμένην φιλίαν παρά προηγουμένως, και όχι καθώς τόρα, αλλά συμφώνως με νόμους δεν θα περνούν όλην την συναναστροφήν και δεν θα βαδίζουν όπως οδηγούν οι νηφάλιοι τους μη νηφαλίους;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά, εάν βεβαίως γίνη καθώς την λέγεις τόρα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επομένως την δωρεάν του Διονύσου ας μη την κατακρίνωμεν απολύτως, ότι είναι κακή και αναξία να επιτραπή εις μίαν πόλιν. Διότι και άλλα περισσότερα επιχειρήματα ημπορούσε να εύρη κανείς. Αφού και το μεγαλίτερον αγαθόν, το οποίον προσφέρει ως δώρον, υπάρχει δισταγμός να το φανερώσωμεν εις τους περισσοτέρους ανθρώπους, διότι θα το θεωρήσουν κακόν, εάν το ειπούμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίον δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Κάποια παράδοσις και διάδοσις κυκλοφορεί λαθραίως κάπως, ότι από αυτόν τον θεόν η μητρυιά του Ήρα ανέστρεψε την κρίσιν της ψυχής του, και ότι διά τούτο παρουσιάζει τους βακχικούς και παν είδος εξωφρενικών χορών, διά να την εκδικηθή, επομένως και τον οίνον διά τον ίδιον σκοπόν τον εδώρισε, εγώ όμως αυτά τα αφήνω να τα λέγουν όσοι νομίζουν ότι δεν υπάρχει φόβος, όταν ομιλούν περί των θεών, τούτο δε μόνον γνωρίζω, ότι όσον νουν πρέπει να έχη έκαστον ζώον, όταν τελειοποιηθή, ποτέ δεν τον έχει κανέν τοιούτου είδους και τόσον πολύν, όταν γεννάται. Λοιπόν εις το διάστημα αυτό οπού ακόμη δεν απέκτησε την αναλογούσαν εις αυτό νόησιν, το καθέν είναι μανιώδες και φωνάζει ατάκτως και, μόλις ριφθή, πηδά πάλιν ατάκτως. Ας ενθυμηθούμεν δε ότι τοιαύται είπαμεν ότι είναι αι αρχαί της μουσικής και γυμναστικής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Το ενθυμούμεθα. Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν θα ενθυμηθούμεν και ότι αυτή η αρχή έδωκε εις ημάς τους ανθρώπους την αίσθησιν του ρυθμού και της αρμονίας, και ότι ο Απόλλων και αι Μούσαι και ο Διόνυσος υπήρξαν οι πρωταίτιοι από όλους τους θεούς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν, καθώς φαίνεται, και ο οίνος βεβαίως λέγουν οι άλλοι ότι εδόθη προς τιμωρίαν των ανθρώπων, διά να παραφρονήσωμεν. Ο ιδικός μας όμως λόγος τόρα λέγει αντιθέτως ότι εδόθη ως φάρμακον εις μεν την ψυχήν διά να αποκτήση αιδημοσύνην, εις δε το σώμα διά να αποκτήση υγείαν και δύναμιν

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά ενθυμείσαι, τον λόγον, καλέ Ξένε.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν τα μισά μεν του χορού ας τελειώσουν έως εδώ. Τα άλλα μισά όμως πώς να τα κρίνωμεν, ας εξακολουθήσωμεν ή ας τα αφήσωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποία δηλαδή εννοείς, και πώς διακρίνεις το έν από το άλλο;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Βεβαίως ολόκληρος ο χορός είπαμεν ότι είναι ολόκληρος η εκπαίδευσις, από αυτήν δε πάλιν το έν μέρος είναι οι ρυθμοί και αι αρμονίαι, το περιστρεφόμενον εις τους τόνους.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τα δε άλλο, το περιστρεφόμενον εις την κίνησιν του σώματος, τον μεν ρυθμόν τον είχε κοινόν με την κίνησιν της φωνής, έχει όμως ως ιδιαίτερον το σχήμα (τσάκισμα), καθώς η κίνησις της φωνής έχει ως ιδιαίτερον την μελωδίαν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και λοιπόν την επίδρασιν της φωνής έως εις την ψυχήν χάριν της αρετής δεν γνωρίζω κατά ποίον τρόπον την ωνομάσαμεν μουσικήν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και όμως πολύ ορθά εκάμαμεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Τας δε σωματικάς κινήσεις, τας οποίας, όταν παίζωνται, τας ωνομάσαμεν χορόν, αν έχουν επίδρασιν έως εις την διάπλασιν του σώματος, την τεχνικήν αγωγήν του σώματος εις αυτάς την ωνομάσαμεν γυμναστικήν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ως προς δε την μουσικήν, σχεδόν αυτά το οποίον είπαμεν και ανεπτύξαμεν ως τα ήμισυ μέρος του χορού, το ίδιον ας εφαρμοσθή και εδώ. Το δε άλλο ήμισυ θέλετε να το ειπούμεν, ή πώς θέλετε να κάμωμεν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αγαπητέ μου, αφού έχεις απέναντί σου Κρήτας και Λακεδαιμονίους, και αφού ωμιλήσαμεν περί μουσικής, παρελείψαμεν όμως την γυμναστικήν, τι φρονείς ότι θα σου απαντήση κανείς από τους δύο μας εις αυτήν την ερώτησιν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εγώ θα έλεγα ότι συ μου απήντησες καθαρά εις αυτά που σε ερώτησα, και εννοώ, ότι, ενώ αυτό που μου απέτεινες είναι ερώτησις, είναι συγχρόνως και απάντησις, καθώς είπα, και εκτός τούτου και προσταγή να αναπτύξω τα περί γυμναστικής.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά με επρόλαβες και λοιπόν κάμε το αυτό.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πρέπει να το κάμω. Διότι βεβαίως δεν είναι και δύσκολον πράγμα να ειπή κανείς πράγματα γνωστά και εις τους δύο σας. Δηλαδή σεις έχετε πολύ περισσοτέραν πείραν εις αυτήν την τέχνην παρά εις εκείνην.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Σχεδόν λέγεις την αλήθειαν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν αυτής πάλιν της διασκεδάσεως αρχή είναι το να συνηθίζη κατά φύσιν να πηδά έκαστον ζώον, ο δε άνθρωπος, καθώς είπαμεν, αποκτήσας αίσθησιν του ρυθμού εδημιούργησε τον χορόν, επειδή δε η μελωδία ενθύμιζε και διήγειρε τον ρυθμόν, ενώθησαν μεταξύ των και εγέννησαν την χορωδίαν και την διασκέδασιν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και τούτο εν μέρει μεν, πιστεύω, το είπαμεν πλέον, εν μέρει δε θα προσπαθήσωμεν εις τα κατωτέρω να τα αναπτύξωμεν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν πρώτον να προσθέσωμεν προηγουμένως την κορωνίδα εις την χρήσιν της μέθης, αν τα εγκρίνετε και σεις.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίου είδους δηλαδή και ποίαν εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν μεν καμμία πόλις πρόκειται να μεταχειρίζεται αυτήν την ασχολίαν που είπαμεν ως σπουδαίαν συμφώνως με νόμους και με τάξιν, ως εξάσκησιν εις την σωφροσύνην, και δεν αποφεύγη και τας άλλας ηδονάς εξ ίσου και με τον ίδιον σκοπόν, δηλαδή μελετώσα πώς να κυριαρχή αυτάς, τότε πρέπει όλα αυτά να τα χρησιμοποιή κατ' αυτόν τον τρόπον. Εάν όμως πρόκειται να την χρησιμοποιήση ως διασκέδασιν και θα έχη δικαίωμα όποιος θέλει και όταν θέλη και με όποιους θέλει να πίνη, μέσα εις οποιασδήποτε άλλας ασχολίας, τότε δεν θα έδιδα την ψήφον μου εις τούτο, ότι πρέπει να χρησιμοποιή ποτε την μέθην αυτή η πόλις ή αυτός ο άνθρωπος, αλλά πολύ καλλίτερα και από την χρησιμοποίησιν των Κρητών και Λακεδαιμονίων θα έδιδα την ψήφον μου εις τον νόμον των Καρχηδονίων, δηλαδή κανείς να μη δοκιμάζη ποτέ εις εκστρατείαν αυτό το ποτόν, αλλά να συνηθίζη την υδροποσίαν εις όλον αυτό το διάστημα, και μέσα εις την πόλιν ούτε η δούλη ούτε ο δούλος να το δοκιμάζη ποτέ, ούτε οι άρχοντες κατά το χρονικόν διάστημα της εξουσίας των, ούτε πάλιν οι πλοίαρχοι και οι δικασταί επάνω εις το έργον των να δοκιμάζουν τον οίνον απολύτως, ούτε όστις συγκαλείται εις οποιονδήποτε συμβούλιον αξιόλογον διά να σκεφθή, ούτε απολύτως κανείς εν καιρώ ημέρας παρά μόνον χάριν τονώσεως του σώματος και των ασθενειών, ούτε πάλιν την νύκτα, όταν κανείς σχεδιάζη να τεκνοποιήση, είτε ο ανήρ είτε η γυνή. Και άλλας δε βέβαια απείρους περιπτώσεις ημπορεί κανείς να αναφέρη, εις τας οποίας όσοι έχουν νουν και νόμον ορθόν δεν πρέπει να πίνουν οίνον. Επομένως, συμφώνως με αυτόν τον λόγον, δεν θα χρειάζωνται ούτε αμπέλια πολλά εις καμμίαν πόλιν, πρέπει δε να είναι ωρισμέναι και αι άλλαι γεωργικαί εργασίαι και όλη η δίαιτα, και προ παντός τα σχετιζόμενα με τον οίνον σχεδόν από όλα πρέπει να είναι πολύ μετρημένα και ολίγα. Αυτήν την κορωνίδα, φίλοι ξένοι, ας θέσωμεν, αν συμφωνήτε και σεις, επάνω εις την συζήτησίν μας περί του οίνου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ καλά, συμφωνούμεν.

ΒΙΒΛΙΟΝ Γ'

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτά λοιπόν έτσι είναι. Αλλά του πολιτεύματος ποία πρέπει να δεχθώμεν ότι υπήρξε η αρχή; Μήπως τάχα δεν θα εννοήση κανείς αυτήν ευκολώτερα και καλλίτερα από το εξής;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Από πού;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Από όπου οφείλει κανείς να εννοήση και πώς εκάστοτε προοδεύουν αι πόλεις εις την αρετήν και συγχρόνως μεταπίπτουν εις την κακίαν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Από πού όμως εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Νομίζω από τον προσδιορισμόν του μήκους και της απειρίας του χρόνου, και των μεταβολών αι οποίαι συνέβησαν εις το διάστημα αυτό.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πρόσεξε. Αφ' ότου υπάρχουν πόλεις και άνθρωποι κοινωνικοί, νομίζεις ότι ενόησες ποτε ακριβώς πόσον χρονικόν διάστημα επέρασες

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως αυτό δεν είναι διόλου εύκολον.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ενόησες όμως τουλάχιστον ότι ημπορεί να είναι άφθονον και αμέτρητον;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Όσον δι' αυτό, βεβαιότατα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μήπως λοιπόν τάχα δεν εκτίσθησαν από ημάς εις αυτό το διάστημα χιλιάδες των χιλιάδων πόλεις, όχι δε ολιγώτεραι ως προς τον αριθμόν κατεστράφησαν, και πάλιν με όλα τα είδη των πολιτευμάτων διοικηθείσαι πολλάκις εις όλα τα μέρη. Και άλλοτε μεν από μικροτέρας εγίνοντο μεγαλύτεραι, άλλοτε δε από μεγαλιτέρας μικρότεροι, και χειρότεραι από καλλιτέρας, και καλλίτεραι από χειροτέρας;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι λογικόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αυτής λοιπόν της μεταβολής ας εννοήσωμεν, εάν ημπορούμεν, την αιτίαν. Διότι πολύ πιθανόν αυτή να μας δείξη την πρώτην γένεσιν και μεταβολήν των πολιτευμάτων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Καλά λέγεις και πρέπει να φανούμεν πρόθυμοι, συ μεν εις το να ειπής τι σκέπτεσαι περί αυτών, ημείς δε εις το να σε παρακολουθήσωμεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν σας φαίνεται άραγε ότι αι παλαιαί παραδόσεις περιέχουν κάποιαν αλήθειαν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ποίαι δηλαδή;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι συνέβησαν πολλαί καταστροφαί των ανθρώπων με κατακλυσμούς και ασθενείας και άλλα πολλά, από τα οποία είχε μείνει πολύ ολιγοστόν το ανθρώπινον γένος;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως αυτό είναι πιστευτόν εντελώς εις τον καθένα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πρόσεξε λοιπόν να αναπαραστήσωμεν μίαν από τας πολλάς καταστροφάς, αυτήν, που έγινε κάποτε με τον κατακλυσμόν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Τι να φαντασθώμεν δι' αυτήν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ότι όσοι εσώθησαν τότε από την εξόντωσιν θα ήσαν σχεδόν κάποιοι ορεινοί και νομάδες, αποτελούντες ελάχιστα ζώπυρα σωθέντα από το ανθρώπινον γένος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι φανερόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Και ωρισμένως οι τοιούτοι ήτο επόμενον να είναι άπειροι των άλλων τεχνών και των εφαρμοζομένων εις τας πόλεις μεταξύ των πολιτών μεθόδων ως προς τας πλεονεξίας και τας φιλονικίας και όσα άλλα κακουργήματα εφευρίσκουν μεταξύ των.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Φαίνεται τουλάχιστον πιθανόν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ας υποθέσωμεν λοιπόν ότι αι πόλεις των πεδιάδων και των παραλίων κατεστράφησαν άρδην την εποχήν εκείνην.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Ας υποθέσωμεν.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν δεν θα δεχθώμεν ότι και τα εργαλεία όλα εχάθησαν και οτιδήποτε είχεν εφευρεθή προς σπουδαίαν εξυπηρέτησιν της τέχνης ή της πολιτικής ή κάποιας άλλης σοφίας, όλα αυτά δεν ερήμαξαν την εποχήν εκείνην;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως, αγαπητέ, διότι, εάν ο κόσμος έμενεν αιωνίως όπως είναι τόρα τακτοποιημένος, πώς ήτο δυνατόν να ανακαλυφθή ποτε και το ελάχιστον πρωτοφανές πράγμα; Και βεβαίως αυτή η αλήθεια χιλιάδες των χιλιάδων έτη διέφευγε την παρατήρησιν των τοτινών ανθρώπων, μόλις δε προ χιλίων ή δύο χιλιάδων ετών άλλα μεν ενοήθησαν από τον Δαίδαλον, άλλα δε από τον Ορφέα, άλλα δε από τον Παλαμήδη, τα δε σχετικά με την μουσικήν από τον Μαρσύαν και τον Όλυμπον, και τα σχετικά με την λύραν από τον Αμφίονα, άλλα δε πάρα πολλά, ημπορούμεν να ειπούμεν, μόλις τόρα τελευταίως εφευρέθησαν από άλλους.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άραγε γνωρίζεις, καλέ Κλεινία, ότι παρέλειψες τον φίλον σου, ο οποίος έζησε κυριολεκτικώς χθες;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Μη τυχόν εννοείς τον Επιμενίδην;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Μάλιστα, αυτόν. Διότι αυτός, φίλε μου, πολύ υπερτέρησε όλους μαζί με την εφεύρεσίν του, την οποίαν θεωρητικώς μεν την προέβλεψε ο Ησίοδος, πραγματικώς όμως εκείνος την ετελείωσε, καθώς διισχυρίζεσθε σεις.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως διισχυριζόμεθα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας παραδεχθώμεν ότι, τότε που έγινε η καταστροφή, ήλθαν εις τοιαύτην κατάστασιν τα ανθρώπινα πράγματα, δηλαδή ότι υπήρχε μία απείρως φοβερά ερημία, χώραι δε πολυπληθείς έμειναν χωρίς κατοίκους και με την εξόντωσιν όλων των άλλων ζώων έμειναν μερικαί αγέλαι, και, αν απέμεινε κανέν γένος των αιγών, αραιά και αυτά έβοσκαν και εζούσαν εις την αρχήν.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι άλλο;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Της πόλεως δε και του πολιτεύματος και της νομοθεσίας, διά τα οποία τόρα ημείς συζητούμεν, άραγε νομίζομεν κάπως ότι απέμεινε ακόμη και απλή ανάμνησις;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Διόλου μάλιστα.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν δεν προήλθαν από εκείνην την κατάστασιν όλα τα σημερινά μας πράγματα, δηλαδή αι πόλεις και τα πολιτεύματα και αι τέχναι και οι νόμοι, και η μεγάλη μεν κακία, αλλά συγχρόνως και η μεγάλη αρετή;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς το εννοείς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άραγε, αξιοθαύμαστε φίλε, φανταζόμεθα ότι οι τοτινοί άνθρωποι, αφού ήσαν άπειροι των πολλών καλών, αλλά και των πολλών κακών, τα οποία συμβαίνουν εις τας πόλεις, ημπορούσαν να είναι τέλειοι εις την αρετήν ή την κακίαν;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Καλά είπες, και εννοούμεν τι θέλεις να ειπής.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν με τον καιρόν και όσον επληθύνετο το γένος μας δεν επροχωρούσε εις όλον το σημερινόν καθεστώς;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Όχι βέβαια αιφνιδίως, καθώς φαίνεται, αλλά ολίγον κατ' ολίγον εις πάρα πολύ μεγάλον χρονικόν διάστημα.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αυτό είναι πολύ πρέπον να έγινε ούτω πως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Διότι, διά να αρχίσουν να καταβαίνουν από τα υψηλά μέρη εις τας πεδιάδας, υπήρχε, νομίζω, πρόσφατος εις την ακοήν όλων ο φόβος.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Και πώς όχι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Άραγε δεν εβλέποντο μεταξύ των με ευχαρίστησιν, αφού ήσαν ολιγοστοί εκείνην την εποχήν και αφού τα μέσα της συγκοινωνίας μεταξύ των και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν όλα σχεδόν εξηφανίσθησαν μαζί με τας τέχνας; Επομένως, νομίζω, δεν ήτο παρά πολύ δυνατόν να συναντώνται μεταξύ των. Διότι ο σίδηρος και ο χαλκός και όλα τα μέταλλα εχάθησαν συγχωνευθέντα, ώστε υπήρχε απόλυτος ανικανότης να ξεκαθαρίσουν αυτά εκ νέου, και η ξυλική δε ήτο σπανία. Διότι, και αν ακόμη είχε διασωθή κανέν εργαλείον εις τα όρη, εις ολίγον καιρόν εφθείρετο και εχάνετο, άλλα όμως δεν ημπορούσαν να κατασκευασθούν ενόσω δεν ήρχετο πάλιν εις τους ανθρώπους η τέχνη των μετάλλων.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Βεβαίως πώς ήτο δυνατόν;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Αλλά κατόπιν από πόσας γενεάς μας περνά η ιδέα ότι έγινε τούτο;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Είναι προφανές ότι κατόπιν από πάρα πολλάς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν και αι τέχναι, όσαι έχουν ανάγκην σιδήρου και χαλκού και όλων των παρομοίων μετάλλων, δεν ήσαν εξηφανισμέναι τότε εις όλον αυτό το χρονικόν διάστημα και περισσότερον ακόμη;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Αμέ τι;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Επομένως δεν εξηφανίσθη και ο φατριασμός και ο πόλεμος την εποχήν εκείνην κατά πολλούς τρόπους;

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Πρώτον μεν αγαπούσαν και εφέροντο ως φίλοι μεταξύ των ένεκα της ερημίας, έπειτα δεν ήτο περιζήτητος η τροφή των με κινδύνους. Διότι δεν υπήρχε έλλειψις βοσκής, εκτός ίσως εις ολίγους εις την αρχήν, η οποία βεβαίως ήτο ο κυριότερος πόρος της ζωής των την εποχήν εκείνην. Δηλαδή από γάλα και κρέατα δεν είχαν καμμίαν έλλειψιν, εκτός δε τούτου και από το κυνήγιον δεν επρομηθεύοντο μηδαμινήν τροφήν ούτε ολίγην. Και βεβαίως και από ενδυμασίας και στρώματα και κατοικίας και σκεύη μαγειρικά και οικιακά είχαν αφθονίαν. Διότι αι κεραμοπλαστικαί τέχναι και αι πλεκτικαί δεν έχουν καμμίαν ανάγκην του σιδήρου. Όλα δε αυτά ο θεός έδωκε εις αυτάς τας δύο τέχνας να τα προμηθεύουν εις τους ανθρώπους, διά να ημπορή, οσάκις καταντούν εις την ιδίαν στενοχωρίαν, να ευρίσκη αναγέννησιν και πρόοδον το ανθρώπινον γένος. Επομένως εξ αιτίας αυτού δεν ήσαν πολύ πτωχοί, ούτε εστενοχωρούντο από την πτωχείαν, διά να γίνουν διαφορετικοί από ό,τι ήσαν. Πλούσιοι δε δεν ήτο δυνατόν να γίνουν ποτέ, αφού τους έλειπε ο χρυσός και ο άργυρος. Αλλά εις όποιον συνοικισμόν δεν συγκατοικεί ούτε ο πλούτος ούτε η πτωχεία, σχεδόν εις αυτήν αναδεικνύονται τα πλέον ευγενή ήθη. Διότι δεν συγκατοικεί η ύβρις και η αδικία, αι δε ζηλοτυπίαι και οι φθόνοι πάλιν δεν γεννώνται. Επομένως δι' αυτούς τους λόγους ήσαν βεβαίως αγαθοί και δι' εκείνο που ονομάζεται ευπιστία. Δηλαδή όσα ήκουαν ότι είναι καλά και κακά, επειδή ήσαν ευήθεις (απόνηροι), τα ενόμιζαν αληθινά και τα επίστευαν. Δηλαδή να υποπτευθή το ψεύδος κανείς δεν εγνώριζε από σοφίαν (εξυπνάδα) καθώς τόρα, αλλά επίστευαν ως αληθή όσα λέγονται περί θεών και ανθρώπων και έζων συμφώνως με αυτά. Δι' αυτό ακριβώς ήσαν εντελώς τοιούτοι, οποίους τους επεριγράψαμεν προ ολίγου.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Εγώ τουλάχιστον και ο φίλος απ' εδώ συμφωνούμεν εις αυτά τελείως.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν θέλετε να παραδεχθώμεν ότι πολλαί γενεαί έζησαν προ του κατακλυσμού κατ' αυτόν τον τρόπον και ότι θα ήσαν ατεχνότεραι και αμαθέστεραι από τας σημερινάς και ως προς τας άλλας τέχνας και ως προς τας πολεμικάς, αι οποίαι σήμερον γίνονται κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, ακόμη δε και όσαι γίνονται μέσα εις μίαν πόλιν, αι οποίαι λέγονται δίκαι και κομματικά, και εφευρίσκουν με λόγους και με έργα όλας τας μεθόδους διά να κακοποιούνται και αδικούνται μεταξύ των, ότι όμως θα ήσαν πλέον απόνηροι και ανδρειότεροι και συγχρόνως σωφρονέστεροι και γενικώς δικαιότεροι; Την δε αιτίαν αυτήν την ανεπτύξαμεν προηγουμένως.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πολύ ορθά ομιλείς.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Λοιπόν ας παραδεχθώμεν αυτά και ας ειπούμεν ακόμη και όλα όσα είναι συνέπεια αυτών, διά να εννοήσωμεν ποία άραγε ανάγκη νομοθεσίας υπήρχε εις τους τότε, και ποίος υπήρξε νομοθέτης εις αυτούς.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.