WeRead Powered by ReaderPub
Ο Αυτοκράτωρ Ιουστινιανός cover

Ο Αυτοκράτωρ Ιουστινιανός

Chapter 3: ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1905 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The narrative traces the life of an emperor who rose from modest origins to supreme power, detailing his education, rise under his predecessor, and accession to sole rule. It examines his military campaigns that expanded imperial territory, his legal reforms through compilation and publication of laws, and his extensive building program — churches, fortifications, roads, aqueducts, and baths — that reshaped cities and secured commerce. Attention is given to patronage of the arts, promotion of Christian worship, economic and administrative measures, and efforts to stabilize internal order while projecting authority abroad.

The Project Gutenberg eBook of Ο Αυτοκράτωρ Ιουστινιανός

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Ο Αυτοκράτωρ Ιουστινιανός

Author: Paulos Karolides

Release date: May 13, 2011 [eBook #36096]
Most recently updated: January 7, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK Ο ΑΥΤΟΚΡΆΤΩΡ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΌΣ ***

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, the spelling of the book has not been changed otherwise. Words in italics are included in _, while bold words have been included in &. One footnote has been placed at the end of the book.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με πλαγίους χαρακτήρες περικλείονται σε _, ενώ λέξεις με έντονους χαρακτήρες σε &. Μία υποσημείωση σελίδας έχει μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

Π. ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΣ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1905

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

ΑΡΙΘ. 71 — ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1905

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ ΡΑΦΤΑΝΗ-ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΣ

&Γενικός χαρακτήρ της βασιλείας τον Ιουστινιανού.&

Μεταξύ των ενδοξοτέρων ηγεμόνων εις την ιστορίαν του κόσμου, και ιδίως την του Ελληνικού έθνους, είναι ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός Α', βασιλεύσας κατά τα έτη 527 — 565 μ.Χ. Ο Ιουστινιανός είνε εκ των ηγεμόνων εκείνων, οι οποίοι καθήμενοι επί θρόνων ισχυρών και διέποντες τας τύχας μεγάλων κρατών, επέδρασαν επί της τύχης όχι μόνον των ιδίων αυτών λαών, αλλά και της όλης ανθρωπότητος.

Ανήλθεν εις τον θρόνον του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, ακριβώς ότε τούτο ευρίσκετο εις την αρχήν της μεγίστης εξωτερικής του δυνάμεως και της εσωτερικής ακμής του. Προικισμένος με μεγάλην διάνοιαν και ισχυράν θέλησιν, προσέτι δε μορφωμένος άριστα πνευματικώς και εμπνεόμενος από ευγενή φιλοδοξίαν, ειργάσθη δι' όλου του χρόνου της 38ετούς βασιλείας του προς διάπραξιν μεγάλων έργων εν ειρήνη, και εν πολέμω. Δι' επιτυχών πολέμων έδωκεν εις το κράτος του έκτασιν διπλασίαν της επί των προκατόχων του και ανεγνωρίσθη υπό ολοκλήρου της χριστιανικής δυτικής Ευρώπης ως υπέρτατος κυρίαρχος. Εν ειρήνη επλούτισε και εκόσμησε το κράτος διά μεγάλων έργων επιστήμης και τέχνης. Διά συναγωγής παλαιοτέρων και εκδόσεως νέων νόμων ανέπτυξε και εστερέωσε την εσωτερικήν ευνομίαν και ευημερίαν του κράτους. Διά λαμπρών μνημείων εστόλισε την πρωτεύουσαν και άλλας πόλεις και διά μεγαλοπρεπών χριστιανικών ναών ανύψωσε την χριστιανικήν καλλιτεχνίαν και δι' αυτής το θρησκευτικόν αίσθημα· εξ άλλου δε διά της οικοδομής πόλεων, φρουρίων, τειχών, οχυρωμάτων και της κατασκευής οδών αμαξιτών, γεφυρών, υδραγωγείων, λουτρώνων, ηγωνίσθη να στερεώση την εξωτερικήν ασφάλειαν και την εσωτερικήν ευημερίαν των υπηκόων. Προς τούτοις, προστατεύων το εμπόριον και την βιομηχανίαν, ήνοιξε και δύο νέας οδούς, και ενεκαίνισε πηγάς πλούτου και εφευρέσεων βιοτεχνικών εις το κράτος του. Τέλος διά του ζήλου του υπέρ της χριστιανικής πίστεως ειργάσθη εξ ενός προς εμπέδωσιν της θρησκευτικής ειρήνης του κράτους, και εξ άλλου προς διάδοσιν της χριστιανικής πίστεως μεταξύ βαρβάρων λαών. Δι' όλα ταύτα η βασιλεία του Ιουστινιανού Α' κατέλαβε θέσιν περιφανή εις την ιστορίαν. Η εξιστόρησις του βίου του είνε διδακτικωτάτη και αξία μελέτης διά πάντα Έλληνα.

Ο Ιουστινιανός Α' είναι ο δέκατος πέμπτος των από Κωνσταντίνου του Μεγάλου βασιλευσάντων αυτοκρατόρων, ανελθών εις τον θρόνον τω 527 μ.Χ. ήτοι 197 έτη μετά την κτίσιν της Κωνσταντινουπόλεως και 190 έτη μετά τον θάνατον Κωνσταντίνου του Μεγάλου. Ο οίκος του δεν διεκρίνετο διά την αρχαίαν αριστοκρατικήν καταγωγήν. Ήτο μεν ανεψιός αυτοκράτορος· αλλ' ο αυτοκράτωρ εκείνος, Ιουστίνος Α', βασιλεύσας από 518 μέχρι 527 μ.Χ., ήτο ο πρώτος εκ του οίκου αναδειχθείς και εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον ανελθών. Επί δε του προκατόχου του αυτοκράτορος Αναστασίου Α' ήτο αρχηγός της αυτοκρατορικής σωματοφυλακής, και κατήγετο εξ αφανών γονέων έχων πατρίδα την Μακεδονικήν πόλιν Ταυρήσιον (την ύστερον και νυν Αχρίδα). Εκεί εγεννήθη και ο Ιουστινιανός τω 483 μ.Χ. Την νεανικήν του ηλικίαν διήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν ως εκ της θέσεως του θείου του.

Εκεί δε και εξεπαιδεύθη με επιμέλειαν σπουδάσας κατά βάθος την νομικήν, προσέτι δε και την φιλοσοφίαν και θεολογίαν και την μουσικήν και την αρχιτεκτονικήν. Ησκήθη δε συγχρόνως εις τα στρατιωτικά και ήδη επί της βασιλείας του θείου του προήχθη εις του στρατηγού το αξίωμα. Επί της βασιλείας του Ιουστίνου ο Ιουστινιανός, ήδη τέλειος ανήρ, κατέλαβε σπουδαίαν θέσιν εις την κοινωνίαν και την πολιτείαν, προήχθη εις το αξίωμα Πατρικίου και εισήχθη εις την Σύγκλητον. Ένεκα δε της παιδεύσεώς του, της άλλης πνευματικής υπεροχής και της στενωτάτης συγγενείας προς τον άκληρον αυτοκράτορα, όχι μόνον ανήλθεν εις το αξίωμα συμβούλου, αλλά και σχεδόν αυτός διηύθυνε τα του κράτους, θεωρούμενος ως διάδοχος του θείου του. Ούτως επί της εννεαετούς βασιλείας του Ιουστίνου Α' (518 — 527) ο Ιουστινιανός ησκήθη και παρεσκευάσθη προσηκόντως εις το μέγα έργον του Κυβερνήτου της τότε έτι αχανούς αυτοκρατορίας. Και ναι μεν δεν υπήρχε νόμος καθιστών τον θρόνον κληρονομικόν εις οιονδήποτε οίκον αυτοκρατορικόν, ούτε κατ' έθος, ήτοι νόμον άγραφον, ήτο καθιερωμένον το σύστημα της κληρονομικής αρχής· αλλ' όμως οσάκις ο βασιλεύων είχεν υιούς ή άλλους στενούς συγγενείς αξίους της υπερτάτης αρχής, οι τοιούτοι εθεωρούντο ως φυσικοί δικαιούχοι του θρόνου και όχι σπανίως ανήρχοντο εις αυτόν. Τούτο συνέβη και ως προς τον Ιουστινιανόν τω 527. Τέσσαρας μήνας προ του θανάτου του θείου του, κατά Απρίλιον του έτους τούτου, προσελήφθη ως συμβασιλεύς, διά να καταλάβη ασφαλέστερον την αρχήν μετά τον θάνατον του Ιουστίνου. Έλαβε δε και την τιμητικήν προσηγορίαν Αύγουστος (το οποίον σημαίνει κυρίως Σεβαστός και είνε ανάλογον του σημερινού τίτλου μεγαλειότατος). Τον αύγουστον δε μήνα του αυτού έτους, αποθανόντος του Ιουστίνου, έγεινε βασιλεύς μονοκράτωρ.

Ούτως από του 527 π.Χ. ο Ιουστινιανός εκάθητο επί θρόνου ηγεμονικού, ήρκει δε να έχη την αρετήν του άρχειν διά να κατασταθή βασιλεύς μεγαλεπήβολος και μεγαλουργός.

Ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως ήτο τότε ο λαμπρότατος της Οικουμένης και ως προς την εσωτερικήν και ως προς την εξωτερικήν δύναμιν και λάμψιν. Εσωτερικώς, το κράτος εκείνο ήτο το πλέον πολιτισμένον του κόσμου και το πλέον ευνομούμενον. Διεφύλαττεν όλους τους θησαυρούς της πολιτικής σοφίας και της στρατιωτικής τέχνης και όλας τας παραδόσεις του πνευματικού βίου των δύο μεγαλητέρων λαών του αρχαίου κόσμου, των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Εξουσίαζε τας λαμπροτέρας και ενδοξοτέρας χώρας των τότε γνωστών τριών ηπείρων· είχε την τελειοτέραν βιομηχανίαν και τας εμπορικωτέρας πόλεις του κόσμου, και κατά συνέπειαν τας φύσει πλουσιωτάτας πηγάς του δημοσίου και του ιδιωτικού πλούτου. Κωνσταντινούπολις, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Δαμασκός, Βηρυτός, Έφεσος, Σμύρνη, Καισάρεια, Αδριανούπολις, Θεσσαλονίκη, εν μέρει και αυταί αι Αθήναι, ήσαν μεγαλοπόλεις και κέντρα ζωηράς πνευματικής και εμπορικής κινήσεως. Ήτο δε προσέτι εστία και κέντρον της Χριστιανικής πίστεως, της εκκλησίας και πάσης θεολογικής επιστήμης. Εξωτερικώς δε το κράτος τούτο ήτο το μέγιστον, κατά την έκτασιν, ισχυρόν και ως προς την πολιτικήν και ως προς την στρατιωτικήν δύναμιν, ένδοξον διά το παρελθόν του και σεβαστόν εις τους ξένους λαούς και μάλιστα τους χριστιανικούς. Εις την Ευρώπην δεν υπήρχε τότε κανέν κράτος δυνάμενον να παραβληθή προς αυτό, τουναντίον δε ολόκληρος η Ευρώπη, και μάλιστα όσον μέρος αυτής τότε είχε προσέλθη εις τον Χριστιανισμόν, ήτο τρόπον τινά άμεσον ή έμμεσον, πολιτικόν ή ηθικόν εξάρτημα του κράτους εκείνου.

Εν Ευρώπη περιελάμβανε τότε κυρίως τας από του Δανουβίου μέχρι της Μεσογείου και από της Αδριατικής μέχρι του Αιγαίου και Ευξείνου εκτεινομένας χώρας (την νυν Ευρωπαϊκήν Τουρκίαν, Βουλγαρίαν, Σερβίαν, Βοσνίαν, Ερζεγοβίνην και το βασίλειον το Ελληνικόν)· αλλά και άλλαι χώραι της Ευρώπης: Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Βρεττανία, όχι προ πολλού χρόνου, επί του Κωνσταντίνου του Μεγάλου και των διαδόχων του, ανήκαν εις το κράτος. Και αφού δε κατά τον 5 π.Χ. αιώνα κατελήφθησαν υπό βαρβάρων Γερμανικών εθνών, εθεωρούντο δικαιώματι κληρονομικαί χώραι του κράτους, δικαιουμένου να τας υποτάξη εις οιανδήποτε ευκαιρίαν· τινών μάλιστα των χωρών τούτων οι ηγεμόνες, ως ο των εν Ιταλία Ουστρογότθων, και επισήμως ανεγνώριζαν την κυριαρχίαν του αυτοκράτορος. Άλλων δε βαρβάρων οι άρχοντες, καθώς των εν Γαλλία Φράγκων, τον ανεγνώρισαν ως προστάτην και ηθικόν κυρίαρχον, λαμβάνοντες τιμητικώς το αξίωμα του υπάτου, και διοριζόμενοι πατρίκιοι εσεμνύνοντο διά τα αξιώματα ταύτα. Η Βρεττανία, πρώην επαρχία του κράτους, είχε καταληφθή τω 449 μ.Χ. υπό των βαρβάρων ειδωλολατρών Άγγλων, οι οποίοι, καθώς και οι τότε ειδωλολάτραι βάρβαροι Γερμανικοί λαοί της νυν Γερμανίας και των Σκανδιναυικών χωρών, οι και πρότερον μη υποτεταγμένοι εις τους Ρωμαίους, δεν είχαν σχέσιν προς το κράτος. Τουναντίον οι βάρβαροι Γερμανικοί λαοί των σημερινών Αυστριακών χωρών και οι κατοικούντες περί τον άνω και τον κάτω Δανούβιον (Γηπίδαι, Λογγοβάρδοι, Έρουλοι) ανεγνώριζαν ηθικώς την κυριαρχίαν του κράτους. Εις δε τας χώρας τας εκτεινομένας από του Δανουβίου και του Προύθου μέχρι του Βόλγα και του Καυκάσου, ήτοι τας νοτίους χώρας της σημερινής Ευρωπαϊκής Ρωσίας, κατώκουν διάφοροι Σλαυικοί και Μογγολικοί λαοί, οι οποίοι υπηρέτουν συνήθως εις τον στρατόν του κράτους ως μισθοφόροι, μεταβαλλόμενοι ενίοτε και εις ληστρικούς επιδρομείς. Οι κατοικούντες εις την Κριμαϊκήν και την περί αυτήν χώραν (Βόσπορον) Γότθοι ήσαν υπήκοοι του κράτους.

Ούτως εν Ευρώπη το Ανατολικόν Ρωμαϊκόν Κράτος ήτο το μόνον ισχυρόν και πολιτισμένον, το πολιτικώς ή ηθικώς άρχον της ηπείρου ταύτης.

Εν Αφρική η Αίγυπτος μέχρι του Σουδάν ήτο επαρχία του κράτους. Η Χριστιανική Αιθιοπία (η Αβησσυνία), η συνδεομένη ηθικώς προς το Ρωμαϊκόν κράτος από των χρόνων Κωνσταντίνου του Μεγάλου, έτι στενώτερον συνεδέθη επί του Ιουστινιανού, καθώς θα ίδωμεν. Όλη δε η λοιπή βόρειος Αφρική, εκτεινομένη από των δυτικών ορίων της Αιγύπτου μέχρι του Ατλαντικού και περιλαμβάνουσα τας ιστορικωτάτας χώρας της ηπείρου ταύτης, η ανήκουσα μέχρι του 429 μ.Χ. εις τον αυτοκράτορα, είχε μεν από του χρόνου εκείνου καταληφθή υπό βαρβάρου Γερμανικού λαού, των Βανδήλων, αλλ' εθεωρείτο ακόμη νόμιμος κτήσις της αυτοκρατορίας. Οι δε διατελούντες υπό τον ζυγόν των βαρβάρων Έλληνες και Ρωμαίοι κάτοικοι προσεδόκων μετά πόθου την επάνοδον υπό το σκήπτρον του Χριστιανού αυτοκράτορος.

Εις την Ασίαν ο αυτοκράτωρ εδέσποζεν όλων των χωρών, όσαι κατέχονται σήμερον υπό των Οθωμανών, ήτοι της Μικράς Ασίας, Συρίας, Παλαιστίνης, του μεγαλειτέρου μέρους της Αρμενίας, Μεσοποταμίας, ήτοι της Ασσυρίας και Βαβυλωνίας. Και οι Σαρακηνοί Άραβες της βορείου Αραβίας, εις τους οποίους δεν είχεν ακόμη τότε κηρυχθή η διδασκαλία του Ισλάμ (ο προφήτης του Ισλάμ εγεννήθη πέντε έτη μετά τον θάνατον του Ιουστινιανού Α'), ανεγνώριζαν την κυριαρχίαν του αυτοκράτορος, τεταγμένοι υπό ηγεμόνας υποτελείς. Ωσαύτως οι άνωθεν της Αρμενίας παρά τον Καύκασον κατοικούντες τας σήμερον εις το Ρωσικόν κράτος υποκειμένας χώρας Λαζικήν και Γεωργίαν, ήσαν υπό την προστασίαν του αυτοκράτορος

Ούτω το Ανατολικόν Ρωμαϊκόν Κράτος, ήτο το μεγαλείτερον, το ισχυρότερον και το λαμπρότερον και εις τας τρεις ηπείρους του αρχαίου κόσμου, επί κεφαλής των πολιτισμένων χωρών και των τριών ηπείρων.

Είνε αληθές ότι εις την Ασίαν υπήρχαν τότε και άλλα κράτη: Περσία, Ινδική, Κίνα, Ιαπωνία. Αλλά εκ τούτων η μεν Κίνα και η Ιαπωνία εις ουδεμίαν σχέσιν ή συνάφειαν διετέλουν προς τον λοιπόν κόσμον. Η Ινδία, ήτοι το Ινδοστάν, ήτο διηρημένη εις μικρά έθνη και κράτη. Μόνον το Περσικόν κράτος το εις την Μέσην Ασίαν, όπερ δεν ήτο συνέχεια του εκ της αρχαίας ιστορίας γνωστού Περσικού κράτους των Αχαιμενιδών, του καταλυθέντος υπό του Αλεξάνδρου, αλλά νέον Περσικόν κράτος, το καλούμενον κράτος των Σασσανιδών από του ονόματος της δυναστείας, το ιδρυθέν τω 226 μ.Χ. υπό του Αρταξέρξου υιού του Σασσάν, είχεν ιστορικήν τινα και πολιτικήν σπουδαιότητα και δύναμιν υλικήν και ηθικήν, δυναμένην οπωσδήποτε να αντιταχθή προς το Ελληνικόν· και τούτο ακριβώς, καθώς θα ίδωμεν, ημφισβήτησε προς τον Ιουστινιανόν την επί της Δυτικής Ασίας ηγεμονίαν.

Εκ της ούτω σκιαγραφηθείσης θέσεως του κοινώς καλουμένου Βυζαντινού κράτους εν συγκρίσει και απέναντι των εθνών και χωρών της λοιπής Ευρώπης, της βορείου Αφρικής και του Περσικού κράτους της Ασίας, εννοείται εκ των προτέρων η πολιτική η επιβαλλομένη εις μέγαν και μεγαλουργόν αυτοκράτορα, οποίος ήτο ο Ιουστινιανός. Ανήρ βασιλοπρεπής, αρχικός, δραστήριος έχων ισχυράν συνείδησιν της βασιλικής δυνάμεως και της υψηλής και μεγάλης του θέσεως, κατείχετο υπό φιλοδοξίας να φανή αληθής Ρωμαίος αυτοκράτωρ. Ούτως εξήσκει υπερτάτην κυριαρχίαν επί των χωρών, όσαι υπήγοντο μεν πρότερον εις το Ρωμαϊκόν κράτος, περιήλθαν δε κατόπιν εις βαρβάρους ηγεμόνας, και εν ανάγκη διά της βίας τας υπέτασσεν εις την θέλησίν του ή και κατέλυε τας αρχάς των. Φυσικόν δε ήτο να φέρεται προς τον υπερήφανον βασιλέα της Περσίας ως υπέρτερος αυτού κατά την δύναμιν και το μεγαλείον, και προκαλούμενος να πολεμή προς αυτόν ισχυρώς και επιμόνως. Ταύτα εξηγούν εκ των προτέρων τας μεγάλας εκστρατείας του Ιουστινιανού εις την Αφρικήν και την Ιταλίαν και τους μακροχρονίους και επανειλημμένους αγώνας προς τους Πέρσας.

Αλλ' εκτός των τοιούτων μεγάλων πολέμων προς τους βαρβάρους της Δύσεως και προς τους Πέρσας, η βασιλεία του Ιουστινιανού είχε να παλαίση και προς άλλους εντός του Κράτους βαρβάρους εχθρούς. Το κράτος του Ιουστινιανού ωμοίαζε, καθώς λέγει Γερμανός ιστορικός, προς μεγάλην ευτυχισμένην νήσον πολιτισμού περικυκλουμένην από Ωκεανόν βαρβαρότητος. Ακριβώς δε διότι ήτο το μόνον μέγα άσυλον του πολιτισμού, διά τούτο περιεστοιχίζετο υπό πολλών βαρβάρων λαών. Η γεωγραφική θέσις του ιδίως εν Ευρώπη ήτο τοιαύτη, ώστε ευκόλως ο βαρβαρικός κόσμος περιήρχετο εις συνάφειαν προς τας κυριωτάτας επαρχίας του κράτους. Διότι εις την Ευρώπην μεταξύ των Καρπαθίων ορέων, του ποταμού Δανουβίου και προς ανατολάς τούτων μέχρι των Ουραλίων και του Καυκάσου κατώκουν πλήθη βαρβάρων ευκόλως μεταναστεύοντα. Τα πλήθη εκείνα διερχόμενα τον Δανούβιον επροχώρουν προς τον Αίμον, διεχύνοντο εις τας κεντρικωτάτας του κράτους επαρχίας, Θράκην και Μακεδονίαν, και ηπείλουν και αυτήν ακόμη την πρωτεύουσαν.

Τουναντίον εις την Ασίαν το κράτος εφρουρείτο εναντίον τοιούτων επιδρομών από του Καυκάσου δι' αυτών των Περσών, των άλλως πολεμίως ως επί το πολύ διακειμένων, οι οποίοι εφρούρουν τας Καυκασίας ή Κασπίας λεγομένας Πύλας και ημπόδιζαν την εις τας Ασιατικάς επαρχίας εισβολήν των πέραν του Καυκάσου βαρβάρων. Εναντίον δε των από της Κεντρικής και ανατολικής Ασίας βαρβάρων αυτό το Περσικόν κράτος απετέλει φραγμόν ισχυρόν και ανυπέρβλητον. Αλλ' ένεκα της ευκολίας με την οποίαν εν Ευρώπη οι πέραν του Δανουβίου βάρβαροι ηδύναντο να εισβάλουν εις το κράτος, συνέβησαν κατά τους χρόνους τούτους και επί της βασιλείας του Ιουστινιανού πράγματα παράδοξα. Ενώ ο πολύς στρατός του αυτοκράτορος διεξήγε μεγάλους πολέμους εις Αφρικήν, Ιταλίαν, Ισπανίαν και επί των ορίων της Περσίας παρά τον Καύκασον και τον Τίγρητα, αι κεντρικαί επαρχίαι του κράτους, και αυτή ενίοτε η πρωτεύουσα, εξετίθεντο εις επιδρομάς βαρβάρων, αι οποίαι ουδέν άλλο ήσαν ή μεγάλαι ληστρικαί επιδρομαί.

Θα ίδωμεν ότι ο στρατός συνεκροτείτο κατά το πλείστον εκ βαρβάρων. Πλην των ολίγων εκ Μικράς Ασίας ιδίως Ελλήνων και Αρμενίων, το μεγαλείτερον μέρος συνίστατο από διαφόρους Γερμανικούς λαούς καθώς και από Σλαύους και από Μογγολικάς ή Ουννικάς φυλάς. Στρατηγοί δε και αξιωματικοί του στρατού ήσαν όχι σπανίως βαρβαρικής καταγωγής: Αρμένιοι, Γερμανοί, Ούννοι, ακόμη και Πέρσαι. Αλλά δεν δύναταί τις ένεκα τούτου να είπη ότι το κράτος του Ιουστινιανού δεν ήτο κατ' ουσίαν Ελληνικόν. Ναι μεν ελέγετο επισήμως Ρωμαϊκόν, και ο αυτοκράτωρ εκαλείτο Βασιλεύς Ρωμαίων και ο λαός ελέγετο Ρωμαϊκός και οι πολίται, Έλληνες κατά μέγιστον μέρος την καταγωγήν και την γλώσσαν, ωνομάζοντο Ρωμαίοι. Αλλά το όνομα Ρωμαίος είχε σημασίαν απλώς πολιτικήν, διότι το κράτος είχε προέλθει πολιτικώς εκ του αρχαίου παγκοσμίου Ρωμαϊκού κράτους. Οι πολίται εκαλούντο Ρωμαίοι, πρώτον διότι το όνομα τούτο πολιτικώς ήτο τότε εν μεγίστη τιμή, συνδεόμενον μετά της κοσμοκρατορίας των αρχαίων Ρωμαίων, δεύτερον, διότι το όνομα Έλλην είχε λάβει τότε θρησκευτικήν σημασίαν και εσήμαινε τον πρεσβεύοντα την θρησκείαν των αρχαίων Ελλήνων, ήτοι τον εθνικόν, τον ειδωλολάτρην. Το όνομα Γραικός, διά του οποίου οι δυτικοί ήρχισαν να ονομάζουν τους Ελληνορρωμαίους της Ανατολής, ήτο εις σπανίαν χρήσιν. Σημειωτέον δε, ότι το όνομα Ρωμαίος, έχον πολιτικόν απλώς χαρακτήρα μεταξύ των ημετέρων, ουδαμώς εσήμαινεν Ιταλούς ή Λατίνους· τουναντίον, οι ημέτεροι, ενώ ωνομάζοντο οι ίδιοι Ρωμαίοι, εν αντιθέσει εκάλουν Λατίνους τους Ιταλούς και αυτούς ακόμη τους κατοίκους της παλαιάς Ρώμης. Ούτω δε κατά μικρόν το Ρωμαίος κατέστη παρ' ημίν όνομα εθνικόν και διετήρησε την σημασίαν αυτήν εις τας λαϊκάς λέξεις, Ρωμιός, Ρωμηοσύνη, Ρωμαίικο, και εις το όνομα Ρωμαίος (Ουρούμ), διά του οποίου και οι εξ Ασίας κατακτηταί εις την επίσημον και εις την κοινήν γλώσσαν των δηλούν τους Έλληνας.

Ο πολιτικός και στρατιωτικός οργανισμός του κράτους, εις του οποίου τον θρόνον, ανήλθεν ο Ιουστινιανός, ήτο κατά μέγα μέρος Ρωμαϊκός, προήρχετο δηλονότι από του οργανισμού της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας· και η γλώσσα η επίσημος του κράτους ήτο εν μέρει Λατινική. Και αυτός ο Ιουστινιανός αυτήν την γλώσσαν καλεί πάτριον, την δε Ελληνικήν απλώς κοινήν. Και όμως ο Ιουστινιανός ελάλει κυρίως την κοινήν αυτήν γλώσσαν, και τους νόμους του εξέδωκεν εις αυτήν την γλώσσαν, και προς τον λαόν και προς τους συμβούλους του της ελληνικής γλώσσης έκαμνε χρήσιν. Εγνώριζε βεβαίως την Λατινικήν και την ελάλει, και ως διάκονος των Ρωμαίων αυτοκρατόρων ωνομάζετο και αυτός Ρωμαίος, καθώς και όλος ο λαός της αυτοκρατορίας· ότι δε το όνομά του, Ιουστινιανός καθώς και το όνομα του θείου του Ιουστίνου ήσαν Λατινικά, τούτο ουδόλως μαρτυρεί περί Λατινικής καταγωγής· διότι τα Λατινικά καθώς και τα Εβραϊκά ονόματα ήσαν τότε συνηθέστατα εις τους Έλληνας, σπανιώτερα δε σχετικώς ήσαν τα κυρίως Ελληνικά.

Οπωσδήποτε, το κράτος το καλούμενον επισήμως Ρωμαϊκόν, υπό δε των Λατίνων Γραικικόν, είχε μεν πολλούς και ποικίλης καταγωγής λαούς επί του Ιουστινιανού· αλλ' η ψυχή του κράτους και η πραγματική δύναμίς του ήτο Ελληνική. Έλληνες ήσαν οι αποτελούντες τον κυρίως λαόν του, τον πολυπληθέστατον δηλονότι και άρχοντα λαόν, τον συγκεντρούντα εν εαυτώ όλον τον πνευματικόν βίον και πολιτισμόν. Ελληνική ήτο η γλώσσα η λαλουμένη υπό των κατοίκων, και αυτών έτι των αλλογενών. Ελληνική ήτο η γλώσσα της οικογενείας, της Εκκλησίας, της παιδεύσεως, εις δε τα κυριώτατα και αυτού του κράτους· τέλος δε Ελληνική ήτο η συνείδησις και η διάνοια του λαού μεθ' όλων των ηθικών πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων του τότε Ελληνισμού.

Αλλά καθώς συμβαίνει σήμερον εις το Ρωσικόν και ιδίως εις το Αγγλικόν κράτος, ούτω και εις το αρχαίον εκείνο κράτος, κατά τους χρόνους μάλιστα του Ιουστινιανού, πολλοί υπήρχαν λαοί εις την αχανή αυτοκρατορίαν κυβερνώμενοι υπό του άρχοντος Ελληνικού λαού, αλλ' εκπροσωπούμενοι ισχυρώς εις τον στρατόν, ενίοτε δε και εις την διοίκησιν του στρατού, όχι δε σπανίως και εις αυτά τα πολιτικά και αυλικά αξιώματα. Μήπως εις τον Ρωσικόν στρατόν δεν εκπροσωπούνται τώρα τόσοι λαοί μη Ρώσοι και μη Σλαύοι; Μήπως ο στρατός του μεγάλου Βρεττανικού κράτους δεν σύγκειται εν μέρει και εξ αλλοφύλων; Είναι αληθές ότι εις τον στρατόν του Ιουστινιανού κατά μείζονα αναλογίαν επεκράτει το μη Ελληνικόν βαρβαρικόν στοιχείον· αλλά τούτο έχει την ιδιαιτέραν αυτού αιτίαν. Καθ' ους χρόνους το αρχαίον Ρωμαϊκόν κράτος κατεστάθη παγκόσμιον εις την Ευρώπην και ήλθεν εις συνάφειαν προς τους βαρβάρους, οι αυτοκράτορες συνείθιζαν να συγκροτούν τον στρατόν εκ παντοίων λαών των κατοικούντων την αχανή αυτοκρατορίαν. Οι λαοί εκείνοι ελέγοντο όλοι Ρωμαίοι και απέλαυαν ισοπολιτείας εις το κράτος, προπάντων δε συνεκροτούντο οι στρατοί εκ των βαρβάρων, οι οποίοι εφαίνοντο αρμοδιώτεροι προς τοιαύτην υπηρεσίαν. Έλληνες και Ιταλοί εις μικράν αναλογίαν εξεπροσωπούντο εις τον στρατόν, το πλείστον όμως ήτο βαρβαρικόν, και η στρατιωτική υπηρεσία ήρχισε να θεωρήται εργασία βάναυσος, ανήκουσα μάλλον εις βαρβάρους.

Το κατακόρυφον της βαρβαροκρατίας εις τον Ελληνορρωμαϊκόν στρατόν απετέλει η βασιλεία του Αρκαδίου (395 — 410 μ Χ.). Αλλ' άνδρες Έλληνες σπουδαίοι κατά μικρόν κατεξανέστησαν κατά του τοιούτου συστήματος και της τοιαύτης παρανοήσεως της ηθικής σημασίας και της σπουδαιότητος του στρατού. Ούτως ο περίφημος λόγιος και φιλόσοφος επίσκοπος Πτολεμαΐδος, ο Συνέσιος, εις λόγον τον οποίον προσεφώνησεν εις τον Αρκάδιον εν Κωνσταντινουπόλει, κατέκρινε σφοδρότατα το τοιούτον σύστημα και κατέδειξε τους εξ αυτού κινδύνους, λέγων ότι έπρεπεν όχι εις Σκύθας να εμπιστεύεται η φρούρησις του κράτους, αλλά εις τους πολίτας του, τους γεωργούς, τους λογίους, τους βιομηχάνους. «Δέον, έλεγε, παρά της γεωργίας άνδρας αιτήσαι μαχητάς, και τον φιλόσοφον από του φροντιστηρίου και τον χειροτέχνην. Τέτακται γαρ ώσπερ εν οίκω και πολιτείαις ομοίως το μεν υπερασπίζον κατά το άρρεν, το δε εις την επιμέλειαν εστραμμένον των είσω κατά το θήλυ· πώς ουν ανεκτόν παρ' ημίν αλλότριον είναι το άρρεν; πώς δε ουκ αίσχιον παραχωρήσαι την ευανδροτάτην αρχήν ετέροις της εν πολεμώ φιλοτιμίας».

Συνέβαινε δε τη αληθεία κατά τους χρόνους εκείνους πράγμα παραδοξότατον και ακατανόητον σήμερον. Γότθοι διατελούντες εις την στρατιωτικήν υπηρεσίαν του κράτους επολέμουν κατά ομοφύλων Γότθων επιδρομέων. Η Κωνσταντινούπολις επί του Αρκαδίου επολιορκείτο υπό Γότθων και η φρουρά η υπερασπίζουσα την πόλιν συνέκειτο από Γότθους. Η γνώμη του Συνεσίου και των ομοφρόνων δεν επεκράτησεν ευθύς, αλλ' εκαρποφόρησε βαθμηδόν. Επί των διαδόχων του Αρκαδίου, κατά τον Ε' αιώνα, ήρχισε κατά μικρόν ο στρατός να συγκροτήται και εξ Ελλήνων, ιδίως των Μικρασιατών Ισαύρων, προσελαμβάνοντο δε και πολλοί Αρμένιοι. Οι Μικρασιάται αυτοί και οι Αρμένιοι επί του Ιουστινιανού απετέλουν τον πυρήνα του στρατού· αλλ' ουχ ήττον και βάρβαροι λαοί απετέλουν το πολυπληθές μέρος του και εξηκολούθει ακόμη το σύστημα του πολεμείν κατά βαρβάρων δι' άλλων βαρβάρων. Ο Ιουστινιανός τους πολέμους εις την Αφρικήν και την Ιταλίαν εναντίον των Γερμανικών εθνών διεξήγε δι' άλλων βαρβάρων Γερμανικών και Ουννικών λαών. Αλλά βαθμηδόν έτι μάλλον εξελληνίζετο ο στρατός, και επί των αμέσων διαδόχων του Ιουστινιανού, Ιουστίνου του Β', Μαυρικίου, Φωκά, και ιδίως επί του Ηρακλείου εξελληνίσθη εντελώς και έγεινε στρατός εθνικός.

Στρατηγούς μεγάλους είχεν ο Ιουστινιανός τον Βελισάριον (Ελληνορρωμαίον), δεύτερον μετά τούτον τον Ναρσήν (Αρμένιον το γένος) τον θαλαμηπόλον, έτερον Ναρσήν (Αρμένιον και τούτον), Αράτιον (Αρμένιον), Πομπήιον (Ελληνορρωμαίον), Ιωάννην τον υιόν του Βιταλιανού (Ελληνορρωμαίον), Βαλεριανόν (Ελληνορρωμαίον), Σίτταν (Ελληνορρωμαίον), Βούζην (Ελληνορρωμαίον), Βέσσαν (Γότθον), Φαράς (Γότθον), Σουνίκαν (Ούννον), Δαγισθαίον (Πέρσην αυτόμολον πολεμούντα κατά Περσών), και τον υποτελή του αυτοκράτορος Άραβα Αρέθαν ηγεμόνα μέρους της Πετραίας Αραβίας. Πολιτικούς δε συμβούλους και υπουργούς είχε πολλούς. Μεταξύ αυτών την πρώτην θέσιν είχεν Ιωάννης ο Καππαδόκης, ανήρ αντιληπτικώτατος των της κυβερνήσεως πραγμάτων, έχων μεγάλην επιτηδειότητα περί το κυβερνάν, αλλ' εστερημένος χρηστότητας, φωραθείς πλεονέκτης περί τα ίδια και καταχραστής του δημοσίου. Είχε δε ο Ιουστινιανός περί εαυτόν και πλήθος νομικών συμβούλων, ο επιφανέσταστος των οποίων ήτο ο κουαίστωρ (ήτοι υπουργός τρόπον τινά της αστυνομίας ή της δικαιοσύνης) Τριβωνιανός.

Άλλο πρόσωπον σπουδαιοτάτην κατέχον θέσιν ήτο η περίφημος σύζυγος του Ιουστινιανού, η γενομένη βασιλίς και αυτοκράτειρα και Αυγούστα προσαγορευομένη Θεοδώρα. Εν Κωνσταντινουπόλει γεννηθείσα και ανατραφείσα η Θεοδώρα, πατέρα είχε Κύπριόν τινα, Ακάκιον καλούμενον, θηριοκόμον το επάγγελμα. Υποστάσα πολλά εις την αρχήν της νεότητος, διά του κάλλους, της χάριτος της σωματικής, και διά των πλεονεκτημάτων του πνεύματος κατώρθωσε να ελκύση την συμπάθειαν του Ιουστινιανού εις τοιούτον βαθμόν, ώστε προτού ανέλθη ούτος εις τον θρόνον, την κατέστησε νόμιμον σύζυγόν του, κατόπιν δε την συνανύψωσεν ως βασιλίδα και Αυγούσταν εις τον λαμπρότατον θρόνον του κόσμου, έχων αυτήν πολύτιμον σύμβουλον και βοηθόν και εις δεινοτάτας ενίοτε περιστάσεις.

&Πολεμικά έργα&.

Το πρώτον σπουδαίον πολεμικόν έργον της βασιλείας του Ιουστινιανού ήτο ο προς τους Πέρσας αγών, ο οποίος ήρχισε το 528 μ.Χ. Βασιλεύς της Περσίας, εκ του μνημονευθέντος ανωτέρω οίκου των Σασσανιδών ήτο ο Καβάδης (Κοβάδ περσιστί), βασιλεύων από του 487 μ.Χ. Το Περσικόν κράτος των Σασσανιδών από του χρόνου της ιδρύσεώς του (226 μ.Χ.) διετέλει εις συχνούς πολέμους προς τους Ρωμαίους αυτοκράτορας· κατ' αρχάς μεν προς τους αυτοκράτορας της αρχαίας Ρώμης, από δε του Κωνσταντίνου του Μεγάλου προς τους Ελληνορρωμαίους αυτοκράτορας της Ανατολής. Οι Σασσανίδαι καλούμενοι Πέρσαι βασιλείς, θεωρούντες εαυτούς διαδόχους των αρχαίων βασιλέων της Περσίας, των Αχαιμενιδών, και κληρονόμους του μεγάλου εν Ασία Περσικού κράτους, του καταλυθέντος υπό του Αλεξάνδρου, είχαν την αξίωσιν να προσθέσουν εις το κράτος των όλας τας από του Αιγαίου μέχρι του Ευφράτου χώρας. Οι πόλεμοι αυτοί ήσαν συχνότατοι από του χρόνου της συστάσεως του κράτους των Σασσανιδών, αλλ' είχαν γίνη σπανιώτεροι από του τέλους του τετάρτου μ.Χ. αιώνος, διότι από του χρόνου εκείνου και το Περσικόν κράτος υπέκειτο εις πολλάς βαρβαρικάς επιδρομάς, αι οποίαι ημπόδιζαν πάσαν άλλην ενέργειαν των βασιλέων της Περσίας. Από τας αρχάς όμως του έκτου μ.Χ. αιώνος, ότε περιωρίσθησαν οπωσούν αι βαρβαρικαί επιδρομαί, ήρχισαν πάλιν πολεμικαί τινες πράξεις εκ μέρους των Περσών, αλλά ταχέως έληξαν. Το δε 526 μ.Χ., ότε εβασίλευεν ακόμη ο Ιουστίνος Α', ο Καβάδης διά πρεσβείας έκαμεν εις τον Ιουστίνον πρότασιν εκ πρώτης όψεως αρκετά παράδοξον: Εζήτει δηλαδή παρ' αυτού να υιοθετήση τον υιόν του Καβάβου Χοσρόην ή, κατ' άλλην παράδοσιν, να επιτροπεύση αυτόν μετά τον θάνατον του γηραιού πατρός.

Τοιαύται πράξεις δεν ήσαν όλως ασυνήθεις εις την ιστορίαν των δύο κρατών. Και ο αυτοκράτωρ Αρκάδιος, προ εκατόν και πλέον ετών, είχε καταστήσει διά διαθήκης επίτροπον, ήτοι προστάτην του ανηλίκου υιού και διαδόχου του Θεοδοσίου του Β' τον βασιλέα της Περσίας Ισδίγερδον, πιθανώς διά να προλάβη διά τοιαύτης πολιτικής πάσαν εκ μέρους του Ισδιγέρδου εναντίον του κράτους επιβουλήν κατά την ανηλικότητα του διαδόχου, ή διά να ασφαλίση την του Ισδιγέρδου σύμπραξιν εναντίον τρίτου τινός εξωτερικού ή εσωτερικού πολεμίου του Θεοδοσίου Β'. Εις την προκειμένην περίστασιν, επειδή ο Καβάδης διάδοχον της αρχής καθίστα όχι τον πρωτότοκον, αλλά τον τριτότοκον υιόν του Χοσρόην, τον οποίον ιδιαιτέρως ηγάπα, η πρότασις περί υιοθεσίας ή επιτροπείας δεν εξελήφθη κατ' αρχάς ως σχέδιον επίβουλον. Αλλ' είς των συμβούλων του Ιουστίνου, ο Πρόκλος, παρέστησε την πρότασιν ως αποβλέπουσαν εις την δημιουργίαν αξιώσεων επί του χριστιανικού θρόνου, και διά τούτο απερρίφθη. Την απόρριψιν ηκολούθησεν η κήρυξις πολέμου εκ μέρους του Καβάδου.

Ο πόλεμος δεν είχεν ακόμη λάβει μεγάλας διαστάσεις, ότε απέθανεν ο Ιουστίνος Α' και ανήλθεν εις τον θρόνον οριστικώς ο Ιουστινιανός (527). Επί τούτου, μετά τινας όχι αποτελεσματικάς μάχας, συγκροτηθείσας κατά το 528 εν Αρμενία και παρά τον Ευφράτην, ο Βελισάριος διορισθείς το επόμενον έτος αρχιστράτηγος των Ανατολικών στρατευμάτων ενίκησε παρά την περίφημον εν Μεσοποταμία πόλιν Νίσιβιν τον εκ 40 χιλ. ανδρών συγκείμενον στρατόν των Περσών, ηγούμενος αυτός 25 χιλιάδων μόνον ανδρών. Συγχρόνως δε άλλοι στρατηγοί του αυτοκράτορος επροχώρησαν νικηφόροι εις την Περσικήν Αρμενίαν ή Περσαρμενίαν (η Αρμενία από του 428 μ.Χ., εκλιπόντος του βασιλικού εκεί οίκου, είχε διανεμηθή ειρηνικώς μεταξύ του Ρωμαϊκού και του Περσικού κράτους), και εκυρίευσαν οχυρά τινα φρούρια. Ο πόλεμος εξηκολούθησε και μετά τας επιτυχίας αυτάς των στρατευμάτων του Ιουστινιανού, το μεν διότι οι Σαμαρείται επανεστάτησαν τότε και εζήτουν να συμπράξουν μετά του Καβάδου, το δε διότι ο Άραψ φύλαρχος της Πετραίας Αραβίας Αλαμύνδωρ ηπείλει να εισβάλη εις την Συρίαν. Μοίρα του αυτοκρατορικού στρατού εξ Ούννων συγκειμένη, υπό την αρχηγίαν του Ούννου Σουνίκα, ενίκησε πάλιν τους Πέρσας· αλλ' η μεγάλη παρά το Καλλίνικον το 530 συγκροτηθείσα μάχη δεν απέβη υπέρ των αυτοκρατορικών όπλων. Ουχ ήττον το επόμενον έτος 531 συνωμολογήθη «ειρήνη απέραντος» δηλαδή αιώνιος, ως ωνομάσθη εις την συνθήκην, διότι εις την Περσίαν απέθανεν ο Καβάδης, και ο ανελθών εις τον θρόνον Χοσρόης ήθελε την ειρήνην διά να στερεώση τον θρόνον του.

Εξ άλλου δε και ο Ιουστινιανός ήθελε να στρέψη την προσοχήν και την ενέργειάν του προς την Δύσιν, δηλαδή προς την Αφρικήν και την Ιταλίαν. Διά της «απεράντου ειρήνης» ο Ιουστινιανός απέδιδεν εις τους Πέρσας τα εν Αρμενία κυριευθέντα φρούρια, η δε παρά τον Καύκασον χριστιανική χώρα Ιβηρία, ήτοι η Γεωργία, υποτελής εις την Περσίαν και προ του πολέμου, επανήρχετο πάλιν εις την εξουσίαν των, εδίδετο δε αμνηστία εις όλους τους Ίβηρας, όσοι κατέφυγαν εις το χριστιανικόν κράτος, και επετρέπετο η ελευθέρα εις την πατρίδα των επάνοδος. Εις την Μεσοποταμίαν αποκαθίσταντο τα προ του πολέμου όρια. Τέλος οι Πέρσαι ανελάμβαναν κατά τας παλαιάς συνθήκας την διά στρατού ιδικού των διαφύλαξιν των στενών του Καυκάσου, διά να μη εισβάλλουν διά τούτων εις Περσίαν ή εις τας εν Ασία Ελληνικάς χώρας βάρβαροι εκ των πέραν του Καυκάσου χωρών. Χάριν της υπηρεσίας ταύτης ελάμβαναν παρά του αυτοκράτορος εφάπαξ 11 χιλιάδας λίτρας χρυσίου (περίπου 12,375,000 δρ. αργυράς). Η συνθήκη της ειρήνης επεκυρώθη το επόμενον έτος (532) υπό των δύο βασιλέων. Και ούτω μεν έληξε το 532 ο τετραετής αυτός πόλεμος.

Κατά το αυτό έτος εξερράγη εις την Κωνσταντινούπολιν στάσις δεινή. Έλαβεν αρχήν από τας εις το ιπποδρόμιον αντιμαχομένας μερίδας. Οι ιπποδρομικοί αγώνες είχαν μεταφερθή εις την Κωνσταντινούπολιν από την Ρώμην, όπου ετελούντο εξ αρχαιοτάτων χρόνων. Επί των αυτοκρατορικών χρόνων είχαν σχηματισθή μερίδες εις τους ιπποδρόμους λαμβάνουσαι το όνομα εκ των χρωμάτων της στολής των αρματηλατών, κατά τα οποία ωνομάζοντο και οι ανήκοντες εις μίαν ή την άλλην μερίδα Πράσινοι, Κυανοί, Λευκοί, Ερυθροί. Αλλ' η διαίρεσις περιωρίσθη εν Κωνσταντινουπόλει μόνον εις _Πρασίνους__ και __Κυανούς_. Κατά μικρόν αι μερίδες αυταί περιελάμβαναν όλους σχεδόν τους κατοίκους. Μεταξύ των μερίδων συνέβαιναν πολλάκις έριδες αιματηραί λαμβάνουσαι μεγάλας διαστάσεις και έχουσαι πολιτικόν χαρακτήρα σοβαρόν, καθ' όσον αι αρχαί, και ενίοτε αυτός ο αυτοκράτωρ, εθεωρείτο ότι εδείκνυαν εύνοιαν εις την μίαν ή την άλλην μερίδα. Επί του Ιουστινιανού δε, το 532, η έρις ήρχισε μεταξύ των δύο μερίδων και κατέληξεν εις την ένωσιν και των δύο εναντίον του αυτοκράτορος, μεταβληθείσα εις επανάστασιν αντιδυναστικήν. Οι στασιασταί εκηρύχθησαν αναφανδόν κατά του Ιουστινιανού. Τον καθήρεσαν και ανηγόρευσαν αυτοκράτορα τον μέχρι τούδε πιστόν εις αυτόν ανεψιόν του Αναστασίου Υπάτιον Α', τον οποίον και έστεψαν εις τον ιππόδρομον.

Η θέσις των πραγμάτων ήτο δεινή. Πολλά μέρη της πόλεως πλησίον των ανακτόρων κατεστρέφοντο υπό του πυρός των στασιαστών. Στρατός πολύς δεν υπήρχεν εντός της πόλεως, του δε υπάρχοντος στρατού, και αυτής της αυτοκρατορικής φρουράς, ήρχισε να κλονίζεται η προς τον Ιουστινιανόν πίστις. Ούτος περιωρισμένος εντός των ανακτόρων εσκέπτετο περί του πρακτέου μετά των συμβούλων, παρασκευάζων πλοία διά να φύγη. Πράγματι δε όλοι σχεδόν οι περί αυτόν συνεβούλευαν την φυγήν. Τότε έσωσε τον αυτοκράτορα διά του πνεύματος και της τόλμης της η Θεοδώρα. Λαβούσα τον λόγον εις το συμβούλιον, κατέκρινεν εντονώτατα τας περί φυγής συμβουλάς. «Την φυγήν, είπε, και αν μας φέρη την σωτηρίαν, θεωρώ ολεθρίαν· ο άνθρωπος, επρόσθεσεν, άπαξ ελθών εις τον κόσμον είναι αδύνατον να αποφύγη τον θάνατον· αλλ' εις τον ανελθόντα άπαξ εις τον θρόνον της βασιλείας δεν είναι ανεκτόν να είναι φυγάς· μη γένοιτο να στερηθώ την βασιλικήν μου αλουργίδα μηδέ να ζήσω την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν ο λαός δεν θα με προσφωνή ως βασιλίδα δέσποιναν! Αν θέλης, βασιλεύ, να σώσης απλώς την ζωήν σου, ουδόλως τούτο είναι δύσκολον· χρήματα έχομεν πολλά· εδώ είναι η θάλασσα, εδώ τα πλοία· σκέψου όμως μήπως αφού σωθής εύρης ότι είνε προτιμότερος ο θάνατος της τοιαύτης αδόξου σωτηρίας· εις εμέ αρέσκει ο παλαιός λόγος: ότι καλόν εντάφιον είνε η βασιλεία».

Οι λόγοι ούτοι ενέπνευσαν θάρρος εις όλους και ο βασιλεύς με ανδρειότερον το φρόνημα άφησε πάσαν σκέψιν περί φυγής και απεφάσισε να αντισταθή· ανέθεσε δε το έργον της αμύνης εις τον στρατηγόν Βελισάριον, προ ολίγου επιστρέψαντα εκ του κατά των Περσών πολέμου. Ευτυχώς είχεν έλθει τότε εις την Κωνσταντινούπολιν μετά των έξ Ερούλων συγκειμένων ταγμάτων του ο στρατηγός Μούνδος, ο προ μικρού ανδραγαθήσας παρά τον Δανούβιον εναντίον των Βουλγάρων. Ο Βελισάριος διέταξεν έφοδον εναντίον του εις τον ιππόδρομον συνηγμένου ενόπλου αλλ' ατάκτου πλήθους. Η τολμηρά εμφάνισις του στρατού του Βελισαρίου, συμπράττοντος και του Μούνδου, έφεραν την αταξίαν εις το πλήθος και, ως συμβαίνει συνήθως εις τοιαύτας περιστάσεις, η μάχη μετεβλήθη μετ' ολίγον εις σφαγήν. Περισσότεραι των τριάκοντα χιλιάδων εφονεύθησαν την ημέραν εκείνην (18 Ιανουαρίου 532). Ο Υπάτιος, φέρων έτι το βασιλικόν στέμμα και καθήμενος επί του βασιλικού θρόνου εις τον ιππόδρομον, συνελήφθη μετά του αδελφού του Πομπηίου υπό των ανθρώπων του Ιουστινιανού, χωρίς να προσδράμη κανείς εις βοήθειάν των, και παραδοθέντες εις τον Ιουστινιανόν εις τα ανάκτορα ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας εφονεύθησαν και εδημεύθη η περιουσία των. Αλλ' ο Ιουστινιανός απέδωκεν έπειτα εις εκείνους εκ των συγγενών, όσοι απεδείχθησαν αθώοι, την δημευθείσαν περιουσίαν. Ούτως έληξεν, αφού επί τέσσαρας ημέρας τοσούτον σφοδρώς ετάραξε την βασιλεύουσαν πόλιν και επέφερε τοσαύτας καταστροφάς ανθρώπων και αποτεφρώσεις κτιρίων, η στάσις εκείνη, η κληθείσα στάσις του Νίκα, εκ της λέξεως νίκα, την οποίαν είχαν η στασιασταί ως σύνθημα.

Έν έτος μετά το γεγονός τούτο επεχείρησεν ο Ιουστινιανός νέον σπουδαίον εξωτερικόν πόλεμον εις Αφρικήν εναντίον των Βανδήλων.

Οι Βανδήλοι ήσαν έθνος Γερμανικόν βάρβαρον. Περί τα τέλη του τετάρτου και τας αρχάς του πέμπτου μ.Χ. αιώνος είχαν κατέλθει από τα περί την Βαλτικήν θάλασσαν μέρη, επέρασαν τας Γερμανικάς και τας Γαλατικάς χώρας και μετέβησαν εις την Ισπανίαν· εκείθεν δε τω 429 μετέβησαν εις την Αφρικήν (διά του Ηρακλείου πορθμού, του σημερινού Γιβραλτάρ) και κατέλαβαν όλας τας από του Ατλαντικού μέχρι των δυτικών ορίων της Αιγύπτου εκτεινομένας χώρας της βορείου Αφρικής (τας σήμερον καλουμένας Μαρόκκον, Αλγέριον, Τύνιδα και Τρίπολιν της Βαρβαρίας). Οι βάρβαροι αυτοί, υπό τον αρχηγόν των Γειζέριχον, φοβερόν διά την βαρβαρότητα, την ωμότητα και την πανουργίαν του, κατήντησαν επί μακρόν χρόνον η μάστιξ των χωρών της Μεσογείου. Διά πειρατικού στόλου ελεηλάτουν τας παραλίους χώρας της Ιταλίας και της Ελλάδος, εκυρίευσαν την Σαρδηνίαν και την Κορσικήν, και αυτής της Ρώμης επί μικρόν έγειναν κύριοι τω 453 και διέπραξαν απείρους διαρπαγάς χρημάτων και πραγμάτων και εξανδραποδισμούς ανθρώπων, τους οποίους, έπειτα απέλυαν αντί βαρυτάτων λύτρων. Αι φοβεραί πειρατικαί επιδρομαί των έφθασαν εις την Ελλάδα από των Ιονίων νήσων και των δυτικών παραλίων της Πελοποννήσου μέχρι των νήσων του Αιγαίου, και πανταχόθεν εκομίζοντο άπειρα λάφυρα εις το ληστρικόν των κράτος. Οι Βανδήλοι των χρόνων εκείνων έκαμναν εις τους Έλληνας και τους Ιταλούς τα αυτά και χειρότερα από όσα υπέφεραν μέχρι των αρχών του 19ου αιώνος οι χριστιανικοί λαοί της Μεσογείου από τους κατοικούντας τους ιδίους τόπους της Αφρικής Βερβέρους πειρατάς (Τυνησίους και Αλγερινούς). Εις μάτην επεχείρησάν τινες των αυτοκρατόρων να τιμωρήσουν τους Βανδήλους και τον ηγεμόνα των και να καταλύσουν το ληστρικόν εκείνο κράτος. Ούτω το 467 μ.Χ. ο αυτοκράτωρ της Ανατολής Λέων Α' από κοινού μετά του εν Ρώμη αυτοκράτορος Ανθεμίου εξέπεμψαν μεγάλην στρατιάν συγκειμένην από 1100 πλοία και 100 χιλ. στρατιωτών. Και όμως την φοβεράν αυτήν δύναμιν, την απαιτήσασαν δαπάνην 130 χιλ. λιτρών χρυσίου ήτοι 146,255,000 δρ. αργυρών, κατώρθωσε να ματαιώση ο πολυμήχανος και παμπόνηρος Γειζέριχος καταστρέψας διά πυρός τον στόλον. Και ο μεν Γειζέριχος απέθανε τέλος το 474 μ.Χ., αλλ' αι ληστοπειρατικαί επιδρομαί των Βανδήλων εξηκολούθουν και επί των διαδόχων του. Δεν περιωρίζοντο δε οι Βανδήλοι εις το να λυμαίνωνται τας Ιταλικάς και Ελληνικάς χώρας, αλλ' επίεζαν δεινώς και τους εγχωρίους Ρωμαίους και Έλληνας κατοίκους των χωρών τας οποίας εξουσίαζαν. Τούτους τους εμίσουν και ως ορθοδόξους, διότι αυτοί ήσαν χριστιανοί Αρειανοί, εξήγειραν δε κατά των Ρωμαίων και Ελλήνων τους αρχαιοτέρους βαρβάρους ιθαγενείς της χώρας, τους Μαυριτανούς ή Μαυρουσίους και τους Νουμίδας.

Η κατάστασις εφάνη επί μίαν στιγμήν βελτιωθείσα οπωσδήποτε, ότε το 523 ανήλθεν εις τον Βανδηλικόν θρόνον ο έγγονος του Γειζερίχου (του Ονωρίχου υιός) Ιλδέριχος, ο οποίος έπαυσε τους κατά των Ορθοδόξων διωγμούς. Αλλά διά τούτο ακριβώς εξεθρονίσθη και εφυλακίσθη το 530, βασιλεύοντος του Ιουστινιανού, υπό του συγγενούς του Γελιμέρου, ο οποίος κατέλαβε την αρχήν και ήρχισε πάλιν να καταδιώκη τους ορθοδόξους. Τότε ο Ιουστινιανός έγραψε προς αυτόν γράμματα εν αρχή συμβουλευτικά, έπειτα δε απειλητικά. Αφού δε ο Γελίμερος εις μεν τον Ιουστινιανόν απήντησε με αυθάδειαν, κατέστησε δε αυστηροτέραν την φυλακήν του Ιλδερίχου και των φίλων του, ο Ιουστινιανός έσπευσε να περατώση τον προς τους Πέρσας πόλεμον και να ανακαλέση τον Βελισάριον εκ της Ασίας διά να αναθέση εις αυτόν την διεξαγωγήν του κατά Γελιμέρου πολέμου.

Ο Βελισάριος επανελθών εις Κωνσταντινούπολιν, αφού κατέβαλεν εκεί την στάσιν Νίκα, ανέλαβε την αρχηγίαν του κατά των Βανδήλων πολέμου. Οι σύμβουλοι του Ιουστινιανού, και ιδίως ο Ιωάννης ο Καππαδόκης, απέτρεπαν τον αυτοκράτορα της επιχειρήσεως, υπενθυμίζοντες τα αποτελέσματα της επί του Λέοντος του μεγάλου εκστρατείας. Αλλ' ο αυτοκράτωρ επέμεινε και παρεσκευάσθη στόλος 600 πλοίων και 30 χιλιάδων ανδρών, στρατιωτών ομού και ναυτών, και 3000 ίππων. Ο στόλος ανεχώρησεν από την Κωνσταντινούπολιν εν μέσω μεγάλης πομπής και πανηγύρεως, αφού ο πατριάρχης Επιφάνιος ετέλεσεν επί της ναυαρχίδας ενώπιον του αυτοκράτορος την κανονισμένην δέησιν εις τον Ύψιστον.

Ο στόλος έπλευσεν ασφαλώς το μακρόν μέχρι Σικελίας διάστημα, εκ της νήσου δε ταύτης παρέλαβαν στρατόν επικουρικόν του Ουστρογοτθικού κράτους και έπλευσαν εις την παραλίαν της Αφρικής. Ο στρατός απεβιβάσθη εις θέσιν εκλεχθείσαν καταλληλότατα υπό του Βελισαρίου και απέχουσαν πέντε ημερών οδόν από την Καρχηδόνα, την οποίαν οι Βανδήλοι είχαν καταστήσει πρωτεύουσάν των. Μετά μεγάλης στρατιωτικής πειθαρχίας και στρατηγικής ικανότητος ωδήγησεν ο Βελισάριος τον στρατόν του προς την Καρχηδόνα, φιλανθρωπότατα και ηπιώτατα φερόμενος προς τους ορθοδόξους εγχώριους, μη ευρίσκων δε κρατεράν αντίστασιν εκ μέρους των Βανδήλων. Ούτοι ενεδρεύοντες περί την πρωτεύουσαν προσέβαλαν τον στρατόν του Βελισαρίου, αλλά ταχέως κατετροπώθησαν και ετράπησαν εις φυγήν. Η Καρχηδών, η κατοικουμένη το πλείστον υπό Ορθοδόξων Ρωμαίων και Ελλήνων, ήνοιξε τας πύλας της και πανηγυρικώς υπεδέχθη τους νικητάς ως ελευθερωτάς. Ο Γελίμερος φεύγων έδωκε διαταγάς να φονευθή εις το δεσμωτήριον ο Ιλδέριχος μετά των οπαδών του, συναθροίσας δε τα λείψανα του στρατού του και καλέσας τους αρχαίους Ιθαγενείς Νουμίδας και Μαυρουσίους ετόλμησε και πάλιν να αντιταχθή κατά του Βελισαρίου.

Αλλ' εκείνος μετά στρατού αριθμητικώς μικροτέρου προσέβαλε περί την πόλιν Βούλλαν και διεσκόρπισε τον βαρβαρικόν στρατόν και εκυρίευσε το στρατόπεδον του Γελιμέρου με όλους τους θησαυρούς του. Μετά το γεγονός τούτο όλαι αι πόλεις και αι χώραι του Βανδηλικού κράτους εις την Αφρικήν υπετάγησαν εις τον νικητήν, και ο πόλεμος έληξεν εντός τριών μόνον μηνών. Ο Γελίμερος κατέφυγεν εις τας απροσίτους κορυφάς των ορέων της Νουμιδίας (Αλγερίου), αλλά καταβληθείς μετ' ολίγον από την πείναν και από τας κακουχίας παρεδόθη εις τον Βελισάριον. Ο νικηφόρος στρατηγός εστρατοπέδευσεν εις την Καρχηδόνα εντός αυτών των υπό του Γειζερίχου κτισθέντων ανακτόρων και κατέλυσεν οριστικώς το Βανδηλικόν κράτος, αφού ο Ιλδέριχος και οι συγγενείς του είχαν φονευθή κατά διαταγήν του Γελιμέρου, και προσήρτησεν εις την άμεσον αρχήν του αυτοκράτορος όλας τας μέχρι τούδε αποτελούσας αυτό χώρας. Μετά ταύτα ο Βελισάριος επέστρεψεν εις την Κωνσταντινούπολιν φέρων τον Γελίμερον και τους Γότθους μεγιστάνας αιχμαλώτους, καθώς και τα λάφυρα, όσα είχαν αρπάσει οι Βανδήλοι εκ των Ρωμαϊκών και των Ελληνικών χωρών και εφύλατταν εις την Καρχηδόνα. Μετά μεγάλου ενθουσιασμού υπεδέχθησαν εις την Κωνσταντινούπολιν τον εξ Αφρικής επιστρέφοντα δαφνοστεφή στρατηγόν και τον νικηφόρον στρατόν. Μεγαλοπρεπής δε έγινε κατά το αρχαίον Ρωμαϊκόν έθιμον θρίαμβος. Ο Βελισάριος και ο στρατός μετέβησαν εις τον Ιππόδρομον, όπου ανέμενεν ο αυτοκράτωρ επί του θρόνου. Ο θρίαμβος διέφερε του αρχαίου Ρωμαϊκού κατά τούτο, ότι ο νικητής δεν εφέρετο επί άρματος, αλλ' εβάδιζε πεζός. Παρηκολούθει δε τους νικητάς ο Γελίμερος και οι Γότθοι αιχμάλωτοι και εκομίζοντο κατά το σύνηθες όλα τα πολύτιμα λάφυρα του πολέμου: θρόνοι χρυσοί και οχήματα και πλήθος πολυτίμων λίθων, επιτραπέζια σκεύη χρυσά, και άργυρος και πολλά έπιπλα βασιλικών παλατίων (όσα είχε λαφυραγωγήσει πρότερον ο Γειζερίχος εις Ρώμην). Εν μέσω δε του χριστιανικού τούτου θριάμβου, τον οποίον παρηκολούθει ο λαός μετά φανών και λαμπάδων και ψαλτών ψαλλόντων επινικίους ύμνους της Εκκλησίας, ο Γελίμερος επανελάμβανε το του Εκκλησιαστού: «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης».

Εκτός των άλλων λαφύρων εις τον θρίαμβον εκείνον εκομίζοντο και τα χρυσά σκεύη του εν Ιερουσαλήμ ναού του Σολομώντος. Τα βαρύτιμα σκεύη, κοσμήσαντα τον ναόν της Ιερουσαλήμ περί το 1000 π.Χ., εκομίσθησαν εις Βαβυλώνα τω 588 π.Χ. υπό του Ναβουχοδονόσορος, του βασιλέως των Βαβυλωνίων, του καταστρέψαντος τον ναόν. Ότε δε κατά το 538 εκυριεύθη η Βαβυλών υπό των Περσών και κατελύθη το Βαβυλωνιακόν κράτος, απεδόθησαν εις τους εκ της Βαβυλωνιακής αιχμαλωσίας επιστρέφοντας Ιουδαίους και κατετέθησαν εις τον επί του Δαρείου του Υστάσπους ανοικοδομηθέντα ναόν της Ιερουσαλήμ. Μετά 600 περίπου έτη, ότε επί του αυτοκράτορος Ουεσπασιανού η Ιερουσαλήμ επαναστατήσασα κατά των Ρωμαίων κατεστράφη (70 μ.Χ.) και ο ναός επυρπολήθη και κατεσκάφη, τα ιερά σκεύη διηρπάγησαν και μετεφέρθησαν ως λάφυρα εις την Ρώμην. Μετά 383 έτη συληθέντα υπό του Βανδήλου Γειζερίχου μετεφέρθησαν εις την Αφρικήν και εκείθεν μετά την κατάλυσιν του Βανδηλικού κράτους μετεκομίσθησαν εις Κωνσταντινούπολιν διά να κοσμήσουν τον θρίαμβον του Βελισαρίου. Κατόπιν δε έμελλαν ν' αποσταλούν εις την Ιερουσαλήμ διά να κατατεθούν όχι εις τον μη υπάρχοντα πλέον ναόν του Σολομώντος, αλλά εις τον παρά τα θεμέλιά του ανεγερθέντα υπό του Ιουστινιανού νέον χριστιανικόν ναόν της Θεοτόκου, τα μέχρι σήμερον Άγια των Αγίων, και ως μωαμεθανικόν έτι τέμενος, καλούμενα. Ούτως ο Γελίμερος με όλους τους συγγενείς και ομοφύλους του παρηκολούθει τον θρίαμβον φέρων επί των ώμων εσθήτα πορφυράν. Ότε δε έφθασεν εις τον Ιππόδρομον και είδε τον βασιλέα καθήμενον επί θρόνου υψηλού και τον λαόν όλον της Κωνσταντινουπόλεως, αναλογισθείς πού κατήντησε, δεν έκλαυσεν ούτε εστέναξεν, αλλ' επανέλαβε πάλιν την ρήσιν του Εκκλησιαστού περί ματαιοτήτων. Τότε δε αφαιρεθείσης της βασιλικής του πορφύρας ηναγκάσθη να πέση εις τους πόδας του βασιλέως και να τον προσκυνήση ως ικέτης. Ο Ιουστινιανός γενναίως φερόμενος έδωκε, καθώς και η Θεοδώρα, πολλά δώρα εις τον Γελίμερον και εις τους Γότθους μεγιστάνας, παρεχώρησε δε εις αυτούς και μεγάλα κτήματα εις την Μικράν Ασίαν, όπου να διαβιώσουν εν ειρήνη, θα κατετάσσετο δε ο Γελίμερος και εις την τάξιν των Πατρικίων, αν δεν επέμενεν εις τα δόγματα του Αρειανισμού. Οι λοιποί των Βανδήλων ετάχθησαν εις τον στρατόν του κράτους αποτελέσαντες ίδιον τάγμα.