WeRead Powered by ReaderPub
Η Φόνισσα cover

Η Φόνισσα

Chapter 32: ΤΕΛΟΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The narrative follows an aging rural woman who tends a sick infant and revisits a lifetime spent serving family, while memories of earlier persecutions and local beliefs in magic shape her thinking. Haunted by past injustices and the precarious social position of young women in her community, she comes to a grim conviction that ending certain lives will spare them greater suffering. The plot traces her steady slide into deliberate violence and examines how poverty, grief, communal superstition, and gendered expectations combine to produce moral ambiguity and tragic consequences.

ΤΑ ΚΡΟΥΣΜΑΤΑ

Γενικόν προσκύνημα των κυμάτων, καθολική σύναξις όλων των ανέμων των βρυχηθμών και όλων των αλαλητών των καταιγίδων, ήτον ο ορφνός και φαλακρός, ο υψίνωτος της πέτρας πάγος. Παλάτιον της ερημίας και της σιγής, θρόνος βαθείας μελαγχολίας, ο πελώριος βράχος ο βορεινός, ο θαλασσόπληκτος, επάνω του οποίου ήτο κτισμένον ποτέ το παλαιόν, το κατηρειπωμένον σήμερον χωρίον. Δεν υπήρχε κύμα του θρακικού πελάγους και των κόλπων της Χαλκιδικής, δεν υπήρχε κύμα εξωσμένον εκ της Μαύρης Θαλάσσης και της Προποντίδος, διωγμένον από τους κόλπους και διυλισμένον διά των πορθμών, αποπτυσμένον από τους αφρούς του πελάγους και εξερευγμένον από τα αβόλιστα βάθη του πόντου, τα κάτωθεν του πολιού, καταπληκτικού Άθωνος, το οποίον να μην ήρχετο να φιλήση τα κράσπεδα του αμαυρού τιτανείου βράχου.

Ανέτεινεν επάνω της θαλάσσης εις ύφος έμπληκτον, πλήρες ιλίγγου και σκοτοδίνης, και ήτο ποτε καλιά πλήρης ψυχών και φωνών, και τώρα ήτο έρημος πλήρης ερειπίων. Και δύο μεγάλοι αιγιαλοί ένθεν και ένθεν, απλώνονται, κάτω, εις τα θεμέλια δύο φοβερών κρημνών. Ο είς σπαρμένος με βράχους κομμένους εις σχήματα πρανή και κωνοειδή, ως λείψανα παλαιάς γιγαντομαχίας σωζόμενα εις το πεδίον της μάχης, στρωμένος με χαλίκια λευκά, ερυθρά, μαργαρώδη, επίχρυσα, και με άμμον φαιάν στίλβουσαν· και η άμμος κυρτούται διά μιας, και ο βυθός αποτόμως βαθύνεται· ο κολυμβητής αν ήθελε τολμήσει να επιβή εις το κύμα, έλκεται προς την σύρτιν την βαθείαν, την λευκήν και πρασινίζουσαν και γαλανήν, την ούσαν λίκνον του μικρού Τρίτωνος και παστάδα της μελαγχολικής Σειρήνος, όπου αφρός και πόντος, όπου κύμα και άβυσσος, φαιδρώς παίζουσι ποικίλην και ενίοτε φοβεράν παιδιάν.

Δεξιά προς ανατολάς αντικρύζει ο μέγας βράχος, εις δέκα πρυμνησίων εναέριον απόστασιν με την ακτήν του Κουρούπη την λευκήν και κυρτήν, όπου φαντάσματα και δαίμονες, σπανίως ορατοί, δεν παύουν να κυλίωσι παμμεγέθεις λίθους, από την σάρραν και τον κρημνόν τον ευόλισθον. Κάτω εις την βάσιν του κρημνού, μίαν σπιθαμήν προ της άλμης του κύματος, επί της πέτρας της προβλήτος, ρέει βρύσις γλυκύ, ψυχρόν, παγωμένον νερόν. Το πρωί πολλάκις πλησιάζουν από του πελάγους ψαράδες με την βάρκαν, διά να πίουν και να γεμίσουν τα βαρέλια. Και το νερόν όλην την ημέραν μένει ψυχρόν και παγωμένον μέσα εις τα βαρέλια, κατά Ιούλιον μήνα, υπό τας φλεγούσας ακτίνας του ηλίου, από τας οποίας ψήνονται πεταλίδες και πορφύραι και οστρείδια επάνω του μικρού φατνώματος της πλώρης της βάρκας.

Πλην ανίσως, την νύκτα, οι ψαράδες, απόκοτοι, τολμήσουν να πλησιάσουν διά να υδρευθούν εις την δροσεράν βρύσιν την μαγικήν, κάτω εις τα κράσπεδα της ακτής, επί της προβλήτος χθαμαλής πέτρας, τότε βρόντος και πάταγος ριγηλός αντηχεί από του κρημνού άνωθεν, και λίθοι και βράχια τρομακτικά κυλίονται κατερχόμενα κατά των κεφαλών των ψαράδων . . . Τότε μόλις ούτοι προφθάνουν να κάνουν τον σταυρόν των και να τραπώσιν εις φυγήν . . . Οι λίθοι εκείνοι θα ήσαν ικανοί και αυτομάτως να κυλίονται από τον κρημνόν εκείνον . . . πόσω μάλλον όταν αόρατοι δυνάμεις δαιμονίων τους ωθούσι προσκολλώμενοι εις το ολισθηρόν της ακτής, όπως συνήθως προσκολλώνται εις το ασθενές μέρος, εις έρωτας και μίση, εξάπτοντες το πάθος εις φλεγμονήν, και τρέποντες την οργήν εις λύσσαν . . .

Αριστερόθεν του γιγαντιαίου βράχου του Ερήμου Χωριού, προς δυσμάς, άλλος αιγιαλός απρόσιτος, άνορμος απλώνεται. Δεν φαίνεται εκεί στρώμα κομψών χαλικίων και άμμου στιλπνής ούτε είναι ορατή της θαλασσίας νύμφης η παστάς, ο θάλαμος της Νηρηίδος. Πέλαγος βαθύ έως την αντικρινήν στερεάν απλούται, και μονόχορδος υμνωδός δεν παύει να το οργώνη ο άνεμος, ο Αργέστης. Και κατέμπροσθεν, ολίγον βορειοδυτικώς εις τον βράχον του Ερήμου Χωριού, απεσπασμένοι, βαπτισμένοι εις το κύμα δύο βράχοι παντέρημοι ανακύπτουσι. Κάτω εις τους πόδας τούτων, εις τα άντρα τα θαλάσσια και τας σπιλάδας τας θαλασσογλύπτους, εκεί βόσκουσι και λοξοπατούσι τα θαυμασιώτερα πετροκάβουρα και παγούρια του κόσμου, με τα ερυθρά προέχοντα ως κλαδωτά αυγά των, ψηνόμενα, ψάλλοντα μελωδικώς εις την ανθρακιάν, μεγάλα, εύχυμα την γεύσιν. Κ' επάνω εις τους δύο εκείνους υψηλοκρήμνους σκοπέλους, όστις θα ετόλμα ποτέ ν' αναρριχηθή, διά να συλλέξη αν δύναται εξαίσια λάχανα και θαυμάσιας αγριοκράμβας, οφείλει να ζωσθή καλώς με χονδρόν σχοινίον περί την μέσην, να προσδέση το έν άκρον εις τον χονδρόν κορμόν του γηραιού θαλασσίου θάμνου, του προσφυομένου επί της οφρύος του βράχου, είτα ν' αναρριχηθή εις το μέτωπον του κρημνού αργά και με άκραν προφύλαξιν, και πάλιν βέβαιος δεν θα είναι αν θα ευτυχήση να κατέλθη σώος και υγιής από το ύψος, εκείνο, όπου οι γλάροι θρηνωδώς κρώζοντες περιίπτανται περί τας γωνίας του βράχου και τας εξοχάς, περί το μέρος όπου κρύπτεται η φωλεά των, εις την θέαν του ξένου επιδρομέως.

Είναι τόσον πολύτιμα τα αγριολάχανα του θαυμασίου εκείνου βράχου, ώστε ποτέ δεν αγοράζονται αντί οσουδήποτε ποσού χρημάτων . . . Μόνον πληρώνονται ή με αγάπην και με φιλίαν, ή ενίοτε με κεράσματα, εις τον αφωσιωμένον κουμπάρον μας, τον Τζενεγόν, ή κάποτε και με ψήφους, όταν επίκεινται εκλογαί, επειδή ο κουμπάρος Τζενεγός είναι λίαν βαθέως αφωσιωμένος εις τους φίλους του, και τότε μόνον θα σε φιλέψη «λάχανα θαλασσινά», όταν είναι βέβαιος ότι θα δώσης ψήφον εις το «κόμμα μας».

Ολίγον απωτέρω, προς νότον των δύο βράχων, εις το μέσον του πόντου, πάντοτε σχεδόν εν γαλήνη και εν τρικυμία, ακούεται μία ορχήστρα, ήτις έχει πάντοτε «δικό της σκοπό», καθώς λέγουν. Είναι μία ύφαλος, ήτις καλείται κοινώς Καλαφάτης. Διά τινος οπής εκβλύζει υποβρυχίως το νερόν, είτα αναπηδά και αποτελεί κρότον όμοιον με τον της «ματσόλας» ή ξυλίνης σφύρας του καλαφάτη, — ή του «διανάκτου» όπως λέγουν εις τον Β. Ναύσταθμον, — επί των πλευρών επισκευαζομένου πλοίου. Η ματσόλα ή η σφύρα αυτή δεν παύει, ημέραν και νύκτα, ακούραστος, ακοίμητος ν' ακούεται. Κατ' άλλους ο Καλαφάτης ωνομάσθη ούτω μετ' είρωνος ευφημισμού, ως καλαφατίζων τάχα τα πλοία τα οποία θα εξέπιπτον σιμά εις την δικαιοδοσίαν του — οιονεί, εις το «Καρινάγιο» του.

Όλον το παλαιόν χωρίον ήτον ερείπιον, απλωμένον επί των νώτων του γίγαντος, του με τους πόδας θαλασσωμένους βράχου. Μέρος αυτού είχε κατεδαφίσει ο χρόνος, μέρος οι άνθρωποι. Πότε οι ίδιοι πρώην κάτοικοι των παλαιών οικιών, συχνότερον τα τέκνα των, πότε οι μαστόροι, οι κτίσται, κατ' εντολήν ή άνευ εντολής, έπαιρναν από τα παλαιά κτίρια ό,τι στερεόν είχον ταύτα, την ξυλείαν της στέγης, πόρτες, παράθυρα, πολλάκις τούβλα και κεραμίδια, βιαζόμενοι εκ της αχρηματίας, επειδή «η ξύντροφος πενία» εμάστιζε και τότε δεινώς το ελληνικόν, και μάλιστα τους κατοίκους της νήσου, μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων, κατόπιν του φοβερού Αγώνος — τα μετεκόμιζον δε διά ξηράς ή διά θαλάσσης εις την πολίχνην την νεόκτιστον, προς νότον, απέχουσαν δρόμον τριών ωρών. Αλλ' όμως η θεια Μαχώ το Φαλκάκι, ηγάπα το παλαιόν χωρίον της, το μέρος όπου είχε γεννηθή κι' αυτή ένα καιρόν, όταν το χωρίον εκατοικείτο ακόμη, περί τους χρόνους του Αγώνος, και όπου διήλθε τα προσφιλή εις πάσαν μνήμην έτη της παιδικής ηλικίας. Διά τούτο εφρόντισε με κάθε τρόπον να διατηρήση το παλαιό σπιτάκι, την φωλεάν των γονέων της, την κοιτίδα αυτής της ιδίας. Με πολλήν επιμέλειαν και καθαριότητα, και με συχνά ασβεστώματα, είχε κατορθώσει να διασώση την μικράν αυτήν γωνίαν, όπου ήρχετο ενίοτε να λάβη αναψυχήν και να κοιμηθή την νύκτα, συνήθως ομού με την μητέρα της, ή με συντροφίαν άλλων γυναικών.

Ο μικρός οικίσκος, μία επάνοδος εις το παρελθόν, μία οπή διά της οποίας έβλεπέ τις τα περασμένα ως εις πανόραμα, ζωντανή ανάμνησις μέσα εις την τέφραν της λήθης, ορθή σκοπιά μεταξύ κοιμωμένων σωμάτων, έκειτο πλησίον εις τον σωζόμενον τότε ωραίον ναΐσκον της Παναγίας της Μεγαλομμάτας, πέριξ του οποίου υπήρχον και δύο ή τρεις οικίαι ακόμη διατηρούμεναι, από άλλας γυναίκας, ζηλωτρίας του παρελθόντος. Ο ναΐσκος, εορτάζων το Σάββατον του Ακαθίστου, ήτον ευπρεπής, κ' εδέχετο συχνά τον φόρον της ευλαβείας αυτών των οικοκυράδων, όστις διετήρει και τας σωζομένας τριγύρω μικράς οικίας, όπως και άλλων γυναικών.

Η Μαχώ το Φαλκάκι έφθασεν ενωρίς, περί δύσιν ηλίου, την εσπέραν εκείνην του Οκτωβρίου μηνός, κρατούσα το καλαθάκι της, το οποίον περιείχεν άρτον, ελαίας χαμάδας, ολίγα κυδώνια καί τινας τομάτας. Είχεν αναχωρήσει από την πόλιν το πρωί. Όλην την ημέραν διήλθεν εις τον ελαιώνα συλλέγουσα ελαίας, είτα τας έβαλεν εις σάκκους, και δι' ημιόνου τας έστειλεν εις τα ελαιοτριβεία της πόλεως. Ο ελαιών ήτο πολύ πλησίον εις το παλαιόν χωρίον, απείχε δε πολύ από την σημερινήν πολίχνην. Επειδή έμελλε και την επιούσαν να εξακολουθήση την αυτήν εργασίαν εις τον ελαιώνα, ήλθεν εις το παλαιόν έρημον χωρίον, διά ν' ανάψη τα κανδήλια της Παναγίας της Μεγαλομμάτας και διανυκτερεύση, όπως ενίοτε συνείθιζεν, εις ερημικόν οικίσκον της, διά να επιστρέψη πάλιν το πρωί εις τον ελαιώνα.

Η Μαχώ το Φαλκάκι συνωδεύετο εις την εκδρομήν αυτήν από τον υιόν της τον Φάλκον, παιδίον δεκατριών ετών. Ο μικρός μάγκας είχεν ακούσει πολύ συχνά από παιδία μεγαλείτερα απ' αυτόν παμπόλλας διηγήσεις περί φαντασμάτων, το οποία έβγαιναν τακτικά την νύκτα εις το παλαιόν έρημον χωρίον, εν μέσω τόσων ερειπίων, επάνω εις τον βράχον τον υψηλόν, τον με θαλασσωμένα τα σκέλη γίγαντα, όπου η ηχώ των κυμάτων, το οποία εχόρευε μαινόμενος ο βορράς νύκτα και ημέραν, αντήχει εις τα καθίσματα των βράχων, κάτω, εις τα άντρα τα θαλάσσια.

Τα φαντάσματα ταύτα, στοιχειά, εξωτικά, λογιών — των — λογιών κρούσματα, δεν έπαυαν να εμφανίζωνται την νύκτα, να επισκέπτωνται μελαγχολικώς τα ερείπια, να περιφοιτώσιν εις τας κατεδαφισμένας οικίας, αίτινες εστέγασαν ποτέ ζωάς και ψυχάς, και τώρα εκάλυπτον μυστήρια άγνωστα υπό τους σωρούς των λίθων. Εκάστη παλαιά οικία είχε το ζώδιόν της. Το ζώδιον τούτο ελάμβανε την μορφήν εκείνου του σφαγίου, το οποίον είχε θυσιαστή κατά την θεμελίωσιν της οικίας της κτιζομένης εκάστοτε, μετά τον ψαλέντα αγιασμόν. Εάν το σφαγέν ζώον ήτο πετεινός, ο πετεινός έβγαινε συχνά την νύκτα, εξαφνίζων τους ενοίκους, ενόσω η οικία ήτον ορθία ακόμη, και εξακολουθούσε και τώρα να βγαίνη παραπονετικώς, λαλών με φωνήν θρηνώδη επάνω εις τα ερείπια. Εάν το θυσιασθέν ήτο αρνίον, έν πράγμα λευκόν, πράον, ήμερον, ομοιάζον με αρνίον, δεν έπαυε να βγαίνη ακόμη γύρω εις τα θεμέλια της οικίας βελάζον θλιβερώς. Εάν το θύμα ήτο μοσχάριον, ένα βοϊδάκι μικρόν, μαυροκόκκινον, επαρουσιάζετο τριγύρω εις τα ερείπια. Εμούγκριζε με σιγανήν φωνήν, και πολλάκις, ενόσω η οικία εκατοικείτο, το μούγκρισμά του προεσήμαινε κακόν διά τους οικοκυραίους.

Όλ' αυτά τα διηγούντο οι μάγκες όπως τα είχον ακούσει από τας προμήτοράς των, και μάλιστα το αυγάτιζαν κ' οι ίδιοι με την παιδικήν ψευδομανίαν των. Και τώρ' ακόμη πολλοί τα έβλεπον. Αυτή η Μαχώ είχε διηγηθή άλλοτε εις τον υιόν της, τον Φάλκον, ότι είδε με τα μάτια της, ένα μεσημέρι, νεράιδες να χορεύουν, από το ύψος του Ερήμου Χωριού, όπου ευρίσκετο, μίαν φοράν, όταν ήτο μικρά κόρη ακόμη, καταντικρύ, επί της κρημνώδους ακτής του Κουρούπη. Εκεί επάνω, εις τον κρημνόν, έβλεπε της νεράιδες, ένα πλήθος λευκοφορεμένων γυναικών, που ήσαν πιασμέναι εις χορόν, κ' εχόρευαν «στον καλό τους καιρό», κ' ετραγωδούσαν.

 — Και τι τραγούδι, έλεγαν, μάνα; ηρώτησεν η μικρά Τσιτσώ, εννέα ετών παιδίσκη, την μητέρα της.

 — Έλεγαν, κορίτσι μου : «Ακούτε μας· μιλάτε μας· ημείς, καλές κυράδες . . .»

 — Ήθελα κ' εγώ να τώβλεπ' αυτό, μάνα, είπεν ο Φάλκος.

 — Ο Θεός να μη σ' αξιώση, παιδάκι μου. Εγώ έπεσ' άρρωστη στο κρεββάτι, που το είδα, κ' επιάστηκε σαράντα μέραις η γλώσσα μου.

 — Και δε μου λες, θεια, υπέλαβεν ο ανεψιός της, ο Σταμάτης το Παπαδόπουλο, ένας άλλος μάγκας ομήλικος σχεδόν με τον Φάλκον, — πού τον ηύραν τον τόπο, για να χορέψουν; Απάνω εκεί, στον κρημνό, στην σάρρα, πώς δε γλυστρούσαν να πέσουν;

 — Αυταίς είναι η νεράιδες, παιδάκι μου, και πατούν στον αέρα, απήντησεν η Μαχώ. Την διήγησιν διά της νεράιδες που χόρευαν την επεβεβαίωσε και η γρηά Φαλκίτσα, η μητέρα της Μαχώς, μία γραία κοντή και κυρτή, ομοία μ' ένα κουβαράκι. Αυτή είχεν ιδεί 'στον καιρόν της πολλά απίστευτα πράγματα.

Ο Φάλκος διά πρώτην φοράν εύρισκε την ευκαιρίαν αυτήν, να διανυκτερεύση εις το Έρημο Χωριό, χωρίς να είναι πολύς κόσμος, η παρουσία του οποίου θα ήτον ικανή να διώξη τα στοιχειά. Είχε μεγάλην περιέργειαν μεμιγμένην με μεγαλείτερον φόβον, να έβλεπε στοιχειά.

Διά να λάβη ολίγον θάρρος, είχεν ερωτήσει την μάμμην του αν όλα τα φαντάσματα κάμνουν κακόν εις όσους τα ιδούν, καθώς είχαν κάμει άλλοτε η νεράιδες εις την μητέρα του. Η γραία του απήντησε ότι είναι και στοιχειά αβλαβή και ακίνδυνα, και μάλιστα τα ζώδια των σπιτιών ωρισμένως δεν κάμνουν ποτέ κακόν.

Μόλις είχαν φθάσει, και ήρχισε να νυκτώνη. Η Μαχώ επίστευεν ότι θα εύρισκεν εις το Έρημο Χωριό δύο ή τρεις άλλας γυναίκας μαζύ με άλλα τόσα παιδία ή κοράσια, αίτινες διενυκτέρευον από ημερών εις τον τόπον, διά τον αυτόν λόγον και η Μαχώ. Ησχολούντο την ημέραν εις την συλλογήν του ελαιοκάρπου, κ' επειδή το παλαιόν χωρίον ευρίσκετο σιμά εις τα κτήματά των, μη θέλουσαι να κοιμώνται εις το ύπαιθρον, και διότι έπιπτεν άφθονος δρόσος και υγρασία την νύκτα, και διότι ήσαν γυναίκες, χάριν ευκολίας κατήρχοντο και διενυκτέρευον αυτόθι, εις τας δύο ή τρεις σωζομένας μικρός οικίας, διά ν' αναλάβουν ενωρίς την εργασίαν την επαύριον.

Ήλπιζε λοιπόν η Μαχώ να εύρη συνστροφιάν, καθόσον δεν θα ευχαριστείτο να μείνη μόνη της με το παιδίον την νύκτα εις το έρημον μέρος, όπου «κροτίζει ο τόπος», από τας τόσας παλαιάς αναμνήσεις και τα τόσα στοιχειά. Αλλ' η Μαχώ εγελάσθη. Αι γυναίκες είχον τελειώσει προς το παρόν την πρώτην συλλογήν των ελαιών, και δι' άλλης οδού είχον επιστρέψει το βράδυ εις την πολίχνην.

Η Μαχώ δεν εύρε ψυχήν εις το Έρημον Χωρίον. Ενύκτωνεν ήδη, η πανσέληνος ήτον περασμένη, και η σελήνη θ' ανέτελλε δύο ή τρείς ώρας νύκτα. Άλλως, ο Φάλκος επεθύμει να διανυκτερεύση εις το άγριον μέρος, κ' επέμενε να μείνωσιν. Ήθελε να κάμη κι' αυτός τον ανδρειωμένον εις τον εξάδελφόν του Σταμάτην, — όστις συνήθως έκαμνε τον άφοβον μεταξύ όλων των παιδιών, — και να έχη να του διηγήται ότι είδε τόσα κρούσματα, τόσα στοιχειά, εις το Έρημο Χωριό, και «δεν ίδρωσε το μάτι του».

Η Μαχώ έκαμε την ανάγκην φιλοτιμίαν κ' έμεινεν. Εν πρώτοις, άναψε τα κανδήλια της Παναγίας της Μεγαλομμάτας. Ήτον μία μεγάλη εικών της Θεοτόκου, αρχαϊκή, με ανδρός χαρακτήρας, με πρόσωπον το διπλάσιον του φυσικού, με μεγάλους, πολύ μεγάλους οφθαλμούς, και με τον Χριστόν, έν βρέφος με παμμεγίστην κεφαλήν, φορούν χιτώνα επίχρυσον, φωτεινόν, τον «αναβαλλόμενον το φως ως ιμάτιον».

Είτα άναψε φωτιάν εις το στενόν, μεταξύ δύο ερειπίων, αντικρύ του ναΐσκου, και κατέμπροσθεν εις την θύραν του οικίσκου της. Έψησε καφέ διά τον Φάλκον της, τον καλομαθημένον, είτα εμαγείρευσε φαγητόν από τομάτες και κρόμμυα με λάδι. Αφού έφαγαν, εκλείσθησαν εις τον οικίσκον διά να κοιμηθούν.

Η Μαχώ ήτον κουρασμένη, και δεν άργησε ν' αποκοιμηθή. Ο Φάλκος όμως έκαμε τον ψόφιον κατ' αρχάς κι' άρχισε να ροχαλίζη. Άμα ενόησεν ότι η μητέρα του είχεν αποκοιμηθή, εσηκώθη, κι' άνοιξε την πόρταν. Θα ήτο κρίμα, εφαντάζετο, να μην απολαύση αυτό το θέαμα, τα πρωτοφανές δι' αυτόν, αν και δεν ήξευρε καλά πώς να το παραστήση· την νύκτα την μυστηριώδη και σιγηλήν, τον άπειρον ουρανόν, την αχανή θάλασσαν, υψηλά, άνωθεν του ερήμου μαγικού βράχου. Και ήτον, επί τέλους, πιθανόν να ίδη και κανέν φάντασμα . . .

Ερρίγησεν . . . Ας έλειπαν τα φαντάσματα! Καθώς εξήλθεν εις το ύπαιθρον ο Φάλκος, κατ' αρχάς εστράφη οπίσω προς την θύραν του οικίσκου την οποίαν αφήκεν ανοικτήν, και ηκροάτο διά ν' ακούση την αναπνοήν της μητρός του κοιμωμένης. Ησθάνετο την ανάγκην να έχη συντροφιάν την πνοήν της μητρός του,. . Ευτυχώς η μήτηρ του τού είχεν αφήσει και άλλην συντροφιάν, την φωτιάν την οποίαν είχε θρέψει με ξύλα πολλά και κουτσούρες επίτηδες, και αφού την περιώρισε μεταξύ πλακών και λίθων, μακράν παντός ξηρού χόρτου ή θάμνου χλωρού ή ρίζης δένδρου, είπεν ότι την αφίνει «για συντροφιά» και δεν την έσβυσε. Τώρα, όσον προέβαινεν η νυξ, ο βρόμος του πυρός και η λάμψις των καιόντων δαυλών, και το θάλπος το οποίον διέχυνεν η ανθρακιά, ήτο πράγματι ανεκτίμητος παρηγορία, εις την ερημίαν εκείνην, αναμέσον των τόσων ερειπίων.

Καθώς εξήλθεν ο Φάλκος έξω εις το ύπαιθρον, αντικρύ της θύρας του οικίσκου είδε να φαίνεται ένα μαύρον πράγμα, το οποίον δεν είχε παρατηρήσει αφ' εσπέρας. Τούτο ωμοίαζε πολύ με γραίαν μαυροφόραν καθημένην εις το σκότος, ήτις τον εκύτταζε μακρόθεν. Επειδή ησθάνετο φόβον, και ήθελε με κάθε τρόπον να διώξη τον φόβον από μέσα του, έλαβεν ένα δαυλόν, επήγε κατ' ευθείαν εις το πράγμα το μαύρον, και το εψηλάφησε κ' εβεβαιώθη ότι ήτο μαύρον κούτσουρον ρίζης πάλαι ποτέ υπάρξαντος δένδρου, το οποίον είχε καή, και ήτον ως καψάλα. Παραπέρα εκεί ίστατο έν πράγμα όρθιον, το οποίον εφαίνετο ως άνθρωπος με τον ένα βραχίονα άνω απλωμένον. Κρατών τον δαυλόν επλησίασε, και είδε καλά, κ' εβεβαιώθη ότι αυτό ήτο κορμός αγριοσυκής ξηραδιάρας, της οποίας τα φύλλα εφαίνοντο να είχον φαγωθή ή μαδηθή προσφάτως, και το ένα κλωνάρι ήτο σπασμένον, κ' έγερνε κάτω, το δε άλλο ευρισκόμενον εις την θέσιν του, έτεινε πέραν οριζοντίως.

Εκεί δίπλα, είδε την ανταύγειαν των κανδηλίων του εκκλησιδίου, τα οποία είχεν ανάψει ενωρίς η μήτηρ του. Ο Φάλκος, προέκυψε κ' εκύτταξε διά της υάλου του παραθύρου. Είδε την σκιάν και το ιερόν θάμβος των εικόνων και των θυρίδων και των γωνιών, τας αμαυράς μορφάς των Αγίων, ωσφράνθη το μικτόν άρωμα του κηρίου, του ελαίου και του θυμιάματος, κ' εκύτταξεν επί μακρόν, εις το φρίσσον φως των πυρσών της κανδήλας, τα μεγάλα όμματα της Παναγίας, τα οποία εφαίνοντο να τον προσβλέπουν μετ' αΰλου θωπείας και επιεικείας βασιλοπρεπώς, μέσον των υάλων του παραθύρου. Έκαμε ταχέως δύο σταυρούς και απεμακρύνθη.

Η ιαχή των κυμάτων υπόκωφος, μονότονος, ανήρχετο από τα θεμέλια των βράχων, από τα θαλάσσια άντρα. Ο ουρανός άνω εσελάγιζεν από άστρα, και κάτω εκεί, εις την ανταύγειαν των άστρων εφαίνετο να γυαλίζη το πέλαγος φρίσσον, και η ακτή του Κουρούπη, άσπριζεν απέναντι, μελαγχολική, επάνω εις την οποίαν εχόρευον η νεράιδες το μεσημέρι, ενώ την νύκτα έπιπτον μετά κρότου οι λίθοι, τους οποίους εκύλιον τα δαιμόνια, φυγαδεύοντα τους τολμώντας να πλησιάσουν εις την βρύσιν αλιείς . . . Ζέφυρος λεπτός, ευώδης, δρόσος ζωηφόρος έπνεεν. Ο Φάλκος ησθάνετο κάτι ως ελαφρότητα, ως διάθεσιν προς πτήσιν, την οποίαν ποτέ δεν είχε δοκιμάσει εις το χωρίον του, όταν εκυλίετο μέσα εις τα ποτόκια και τ' αυλάκια των λιθοστρώτων στενών δρομίσκων, παίζων ομού με τ' άλλα παιδία.

Ανάμεσα εις τον ρόχθον εκείνον των θαλασσών, ξεχώριζε κάτι ως δούπος, ως κτύπος σφύρας, μονότονον και ρυθμικόν, επίμονον όπως το άσμα του τέττιγος και το λάλημα των στρουθίων. Ο Φάλκος, όσον και αν εβασάνιζε τον νουν του, δεν ενόει τι πράγμα ήτον ο συνεχής εκείνος κρότος.

Ανυπόμονος επανήλθεν εις την οικίαν διά να ερωτήση την μητέρα του. Την έσεισε διά να την εξυπνήση.

 — Μητέρα, τι πράμμα είν' αυτό που κάνει τακ, τακ, στη θάλασσα, κάτω; Μην είναι κανένα στοιχειό;

Η Μαχώ εσάλευσεν, έτριψε τα μάτια της και είπεν·

 — Είν' ο Καλαφάτης, παιδί μου.

Κ' έκαμε να γυρίση από το άλλον πλευρόν.

 — Και τι πράμμα είν' ο Καλαφάτης; επανέλαβεν ο Φάλκος.

Η Μαχώ εχασμήθη, έκλεισε τα μάτια, και δεν απήντησεν.

Ο Φάλκος επέμεινε.

 — Πες μου, μητέρα, τι είν' ο Καλαφάτης; είπε σείων τον ώμον της κοιμωμένης.

 — Ο Καλαφάτης, είπε μετά κόπου η Μαχώ, είναι μια ξέρα κάτω στο γιαλό, που την λεν έτσι . . . Κοιμήσου, παιδί μου.

Η Μαχώ δεν είχεν εννοήσει ότι ο υιός της έλειπεν από πλησίον της, και ότι είχεν επανέλθει τώρα έξωθεν. Ενόμισεν ότι, πλαγιασμένος πλησίον της, είχεν ακούσει τον κρότον της υφάλου.

Πάραυτα, αφού είπε το «Κοιμήσου, παιδί μου», απεκοιμήθη πάλιν, ο δε Φάλκος και πάλιν έσπευσε να εξέλθη.

Μεσονύκτιον ήτον ήδη, και η σελήνη είχεν ανατείλη προ πολλού. Ο Φάλκος, όταν εξήλθε το δεύτερον έξω, έρριψε ξύλα εις την φωτιάν, διά να μη σβύση, επειδή μεγάλως τον έτερπε και τον εγοήτευε το πυρ, εις την σιγήν και την γαλήνην της νυκτός, εις το μέσον των ερειπίων.

Την στιγμήν εκείνην, ο Φάλκος ήκουσε λάλημα πετεινού, το οποίον δεν εφαίνετο να είναι από πολύ πλησίον, αλλ' ούτε και μακρόθεν. Αν δεν έπλεε καμμία βρατσέρα ή καμμία γολετίτσα την νύκτα εκείνην εις το πέλαγος, ολίγον ανοικτά από την ακτήν, η οποία θα έτυχε να έχη ορνιθώνα εις το κατάστρωμά της, το λάλημα πιθανόν να ήρχετο από το Καλύβι μιας ποιμενίδος, της Κοκκινίτσας λεγομένης, το οποίον δεν απείχε πολύ, ευρισκόμενον επάνω εις την ράχιν του βουνού, και αντικρύζον με το Έρημον Χωρίον.

Ο Φάλκος ενθυμήθη τας διηγήσεις των παιδίων, τας παραδόσεις όσας είχον παραλάβει από τας γραίας προμήτορας σχετικώς με τα «ζώδια» των οικιών, τα εμφανιζόμενα κάποτε την νύκτα.

Τότε, αν και η μάμμη του τον είχε βεβαιώσει ότι τα ζώδια ταύτα δεν ηδύναντο να βλάψουν, ησθάνθη αληθή τρόμον, έτρεξεν, εισήλθεν εις την θύραν έσωθεν, έκαμε τον σταυρόν του κ' επλάγιασε πλησίον της μητρός του.

 — Μητέρα, είπεν έντρομος· άκουσα έναν πετεινό . . . είναι το ζώδιο του σπιτιού μας!

Η μήτηρ του δεν απεκρίθη, εκοιμάτο βαθειά.

 — Πες μου, μητέρα, επανέλαβεν ο Φάλκος, σείων αυτήν διά να την εξυπνήση — επειδή ησθάνετο τώρα μεγαλειτέραν ανάγκην συντροφιάς, και προ πάντων της ανθρωπίνης ομιλίας — πες μου, τι πράγμα είχαν σφάξει όταν το έχτισαν αυτό το σπιτάκι; Δεν έσφαξαν πετεινό;

Η Μαχώ εξύπνησε, και ανεσηκώθη επί της μαλλίνης τσέργας, εφ' ης ήτο πλαγιασμένη,

 — Τι έχεις, παιδί μου, και δεν κοιμάσαι είπε. Δεν έχεις ύπνο;

 — Όχι, όχι . . . είπεν ο Φάλκος. Άκουσα έναν πετεινό.

 — Πού τον άκουσες;

 — Εδώ έξω.

 — Στο καλύβι της Κοκκινίτσας θα λάλησε . . . Έχει ένα σωρό πετεινάρια . . . θέλεις να σου αγοράσω ένα αύριο και να σου το σφάξω την Κυριακή . . .

 — Ακούς εκεί; Μακάρι . . .

 — Καλά, Φαλκάκι μου. Κοιμήσου τώρα, και μεθαύριο, σαν πάμε κάτω, εγώ θα σε φιλέψω πετεινό . . .

Τώρα ο Φάλκος ησθάνετο νυσταγμόν, τον οποίον το πριν είχε νικήσει η περιέργεια. Και πάλιν θα επεθύμει να σηκωθή και να εξέλθη, πλην ήρχισε να ζαλίζεται και να ναρκούται από την έφοδον του ύπνου. Τουναντίον η μήτηρ του, αφού είχε μισοχορτάσει τον ύπνον, εξενύσταξε, κ' έμεινε ανακαθισμένη και συλλογισμένη, σιμά εις το προσκέφαλον του Φάλκου της.

Μετ' ολίγον είχεν αποκοιμηθή ο Φάλκος, η δε μήτηρ του, καθισμένη καθώς ήτον, και στηρίζουσα με την χείρα κεκυφυίαν την κεφαλήν, ήρχισε να νυστάζη πάλιν και να λαγοκοιμάται.

Και οι δύο μετ' ολίγον εξύπνησαν από ένα κρότον και μίαν αλλόκοτον φωνήν.

Έξωθεν της θύρας των ηκούετο ωσάν μούγκρισμα·

 — Μπ! μου! βου! μου! μπου! μου!

Ο Φάλκος ανετινάχθη. Η Μαχώ εξαφνίσθη εις τον ελαφρόν ύπνον της. — Παναγία μου! τι είναι;

Εις την επιφώνησιν της Μαχώς, απήντησε καγχασμός, όστις όμως ουδόλως καθησύχασε την γυναίκα.

Πολλά φαντάσματα της νυκτός, καθώς και οι νεράιδες την ημέραν, είχον ακουσθή κατά καιρούς υπό πολλών να γελούν θορυβωδώς.

Αλλ' ο Φάλκος, παραδόξως, μέσα εις τον φόβον του εγέλασε.

 — Αν είναι στοιχειό, είπε, θα μοιάζη με τον εξάδελφό μου το Σταμάτη . . .

Τω όντι είχεν αναγνωρίσει την φωνήν και τον γέλωτα του ομήλικος εξαδέλφου του.

 — Βρε παιδί, παλάβωσες, θα τους σκιάξης . . . θα κοπή το αίμα τους, απήντησε φωνή έξωθεν εις τον ακουσθέντα καγχασμόν.

Δεύτερος γέλως αντήχησεν, είτα δροσερά, νεανική φωνή είπε·

 — Δεν τα φοβούμαι τα στοιχειά εγώ, θεια Μαχώ.

Ο Φάλκος ήνοιξε την θύραν.

Ο Σταμάτης εφάνη εις το χάσμα της θύρας, συνοδευόμενος από την γρηά Φαλκίτσα, την μάμμην του και μάμμην του Φάλκου, μητέρα δε της Μαχώς.

Η γρηά Φαλκίτσα, κοντή και κυρτή συμμαζωμένη, έβλεπε καλά την νύκτα, καθώς έκυπτε προς την γην, είχε γερά πόδια, κ' επάτει με βήμα ελαφρόν.

Ο Σταμάτης αφήκε κραυγήν θριάμβου.

 — Καλώς σας ηύραμε! . . .

Για χατήρι σας, κόντεψαν να μας φάνε τα στοιχειά!

Ο Φάλκος ηρώτησε την μάμμην του·

 — Ξέρεις να μου πης, μάνα, τον καιρόν που έκτιζαν αυτό το σπίτι, τι είχαν σφάξει στα θεμέλια; . . . Μην έσφαξαν πετεινό; . . . Γιατί άκουσα έναν πετεινό να μιλή, πολυώρα . . .

Η γρηά Φαλκίτσα απήντησεν ευθύμως·

 — Ακούς εκεί! τι άλλο θα έσφαξαν από πετεινό, παιδί μου . . . καλά εξεφάντωσαν εκείνοι, με τον πετεινό, τον μικρόν εκείνο . . . Μακάρι να είχαμε κ' εμείς ένανε!

 — Τώρα τον είχα μελετήσει, μάνα, και του έταξα του γυιου μου ένα πετεινάρι, είπεν η Μαχώ.

 — Και τι να μας κάμη ένα πετεινάρι, θεια, είπεν ο Σταμάτης, που έχουμε κι' άλλους δικούς μας κάτω στο χωριό; Μισό μοναχά θέλω εγώ στο μερδικό μου . . .

 — Θα πάρω δύο απ' την Κοκκινίτσα, Σταματάκη μου, φτάνει να μου δίνη, είπεν η Μαχώ.

Ευθύς τώρα η γρηά Φαλκίτσα ήρχισε να διηγήται πώς και διατί ήλθε, μαζύ με τον εγγονόν της εις τοιαύτην ώραν.

 — Σαν είδαμε, πλειο, παιδάκι μ', πως αργήσατε, και καταλάβαμε πως ήθελε κοιμηθήτε στο χωριό το δικό μας πλειό, και θα ήσαστε μοναχοί σας, γιατί η Διόμαινα και η Μπάλαινα κ' η γειτόνισσα μας το Γηρακώ είχαν φύγει νωρίς, γιατί δεν είχαν άλλες εληές να μαζέψουν, πλειό, κ' ήρθε το Γηρακώ, η γειτόνισσα, και μας είπε πως, να τάξερε, ήθελε καθίσει στο χωριό μας, για να σας κάμη συντροφιά (χωριό της ωνόμαζεν η γραία το παλαιόν Έρημον Χωρίον) και της κακοφάνηκε που δεν τώξερε, για να καθίση· σαν τάκουσε κι' ο Σταματάκης, αυτό το αγιόπαιδο, δεν ήθελε να βασταχθή, κ' εφοβέριζε να κινήση ναρθή στο χωριό μεσάνυχτα, μοναχός του· σαν εβγήκε το φεγγάρι, κ' εβλέπαμε να περπατούμε, πλειό, για να μην κινήση νάρθη μοναχός του ο Σταματάκης, ο απόκοτος, κ' έχω δυο καϋμούς, και για τ' εσάς και για τ' αυτόνε, είπα κ' εγώ, ας κινήσουμε να πάμε, τώρα που βγήκε το φεγγάρι, πλειό . . . Κ' έτσ' ήρθαμε.

Είχαν έλθει ψηλά από την ράχιν, από τα Καλύβια του βουνού, όπου είχαν μείνει να διανυκτερεύσουν, η γραία κ' ο εγγονός της. Από το πρωί ευρίσκοντο εις την μάνδραν, εις το βουνόν. Είχαν υπάγει διά να ζητήσουν από δύο βοσκούς κολλήγας των ολίγα καθυστερούμενα, εις μυζήθρες και τραχανάν, προερχόμενα από αντισπόρους και από ενοίκια βοσκών. Το βράδυ, αι τρεις γυναίκες, αίτινες είχον αναχωρήσει από την γειτονιάν του Ερήμου Χωριού, επιστρέφουσαι εις την πολίχνην επέρασαν από τα Καλύβια, και η Φαλκίτσα γνωρίζουσα ότι η κόρη της η Μαχώ είχε πρόθεσιν να μείνη εις το Έρμο Χωριό την νύκτα εκείνην, εξηγήθη με τας τρεις γυναίκας, αίτινες εξέφρασαν λύπην διότι δεν το ήξευραν να μείνουν χάριν συντροφιάς. Τότε, σαν ενύκτωσε, ο Σταμάτης, τ' αγιόπαιδο, καθώς τον επωνόμαζεν η μάμμη του, εσήκωσεν επανάστασιν, απαιτών να υπάγουν ομού εις το Παλαιόν Χωρίον, άλλως ηπείλει ότι θα επήγαινεν αυτός ή μόνος ή με δύο βοσκόπουλα τα οποία θα ωδήγουν τα μικρά κοπάδια τους προς το μέρος εκείνο.

Η γραία ενέδωκε, και άμα τη ανατολή της σελήνης ανεχώρησαν ομού.

Ο Σταμάτης τώρα άρχισε να διηγήται εις τον εξάδελφόν του το πώς εγέλασε τα δυο βοσκόπουλα, τα οποία είχαν σχεδιάσει να τον «σκιάξουν», και ματαιώσας τα σχέδιά των, τα έσκιαξεν αυτός, αντί να τον σκιάξουν εκείνα.

 — . . . Τα μυρίστηκα εγώ, που ήθελαν να κρυφτούν κάτω στο ρέμμα, δίπλα στο δρόμο μας . . . Τους άκουσα που μουρμούριζαν οι δύο τους: — «Βρε συ, Στάθη, καϋμένε, να, με την κάπα να στήσης ολόρθη την κουκούλα, και τα μανίκια της κάπας να τα σηκώσης ψηλά, να φαίνεται σα στιχειό — Πού, βρε συ, Γιάννη; του λέει ο άλλος — Να, κάτω, στα σχίνια εκεί . . . κ' εγώ να κάνω το βοϊδάκι, τάχα, να μουγκρίζω . . . κι' απέκει, σα λακκήσουν, τους παίρνουμε με τα κοτρώνια». Σαν τάκουσα, καλά, να σας δείξω εγώ! . . . Λέγω της γρηάς να καθίση στην άκρη, να βαστά τον ανασασμό της, και να με καρτερή, κ' έφτασα . . . «Πού πάς; — Σώπα!» Παίρνω το μονοπάτι, στην πέρα πάντα . . . Κατά τα σκίνια αυτοί, κατά τα πρινάρια εγώ . . . Τους βλέπω αντίκρυ που παραμόνευαν κρυμμένοι. Μια πετριά· δεύτερη πετριά· κ' εχώθηκα στα κλαριά μέσα . . . Ξαφνίζονται, γυρίζουν να ιδούν πόθεν έρχονται η πετριές, σηκώνομαι, τους βάζω στο κοντό, τους αρχινώ με τα βράχια . . . Κατά τα σκίνια αυτοί, κατά τα πρινάρια εγώ . . . Τώκοψαν κουμπούρι . . . κ' ελάκκησαν, κι' ακόμα λακκούν . . . Πίστεψαν πως ήτον στοιχειό που τους κυνήγησε. Τρέχω, ηύρα τη μανού μου, και το βάλαμε στα πόδια· για 'δω. Και να μας, ήρθαμε . . . Α! δεν φοβούμαι τα κρούσματα, θεια Μαχώ!

Κι' αφού είπε ταύτα, ο Σταμάτης το παπαδοπαίδι, τ' αγιόπαιδο, ήρπασε την φλάσκαν την γεμάτην νερόν, και την άδειασε σχεδόν όλην διά να ξεδιψάση . . . Είτα εξηπλώθη πρηνής, παρά το κατώφλιον της θύρας, και ήρχισε να ροχαλίζη ακόμη πριν κοιμηθή.

ΤΕΛΟΣ