WeRead Powered by ReaderPub
Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Ε cover

Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Ε

Chapter 2: ΠΛΑΤΩΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The text sets out a code of civic legislation that prescribes penalties and procedures for harms such as poisoning, magical practices, theft, extortion, and abuses of speech. It delineates responsibilities for judges and lawmakers to calibrate punishments to injury, prescribes confinement and fines for those judged mad or dangerous, and restricts insults, lampooning, and theatrical mockery to protect public order. It assigns oversight to officials and educators for regulating festivals, performances, and youthful instruction, arguing law and pedagogy must cooperate to maintain civic decorum and social stability.

The Project Gutenberg eBook of Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Ε

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Νόμοι και Επινομίς, Τόμος Ε

Author: Plato

Translator: Kyriakos Zambas

Release date: May 29, 2011 [eBook #36262]
Most recently updated: January 7, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΝΌΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΜΊΣ, ΤΌΜΟΣ Ε ***

Produced by Sophia Canoni. Book provided by Iason Konstantinides

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been placed at the end of the book.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν τεθεί στο τέλος του βιβλίου.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΠΛΑΤΩΝ

ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΜΙΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ

ΤΟΜΟΣ Ε

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΝΟΜΟΙ ΚΑΙ ΕΠΙΝΟΜΙΣ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΚΥΡ. ΖΑΜΠΑ

ΤΟΜΟΣ Ε.'

Χωρίζομεν λοιπόν εις δύο τον νόμον περί φαρμακεύσεων, ασχέτως προς τον τρόπον της φαρμακίας· και πρώτον μεν παρακαλούμεν και προτρέπομεν και συμβουλεύομεν τον φαρμακευτήν ότι δεν πρέπει να δοκιμάση να κάμη τοιούτον τι, ούτε να φοβερίζη τρομακτικά ωσάν παιδιά τους περισσοτέρους ανθρώπους, αλλά και ο νομοθέτης και ο δικαστής δεν οφείλουν να τον υποχρεώσουν να θεραπεύη τους τοιούτους φόβους των ανθρώπων, διότι πρώτον μεν όστις δοκιμάζει να φαρμακεύση δεν γνωρίζει τι κάμνει ούτε ως προς τα σώματα, εάν δεν είναι επιστήμων της ιατρικής, ούτε ως προς τας μαγείας, εάν δεν είναι μάντις ή τερατοσκόπος. Λοιπόν ας ορισθή ο εξής νόμος περί φαρμακεύσεων. Όστις φαρμακεύση κάποιον δια να βλάψη όχι θανασίμως ούτε αυτόν ούτε κανένα από τους ιδικούς του ανθρώπους, τα δε βοσκήματά του ή τα μελίσσια τα βλάψη είτε αλλέως πως είτε θανασίμως, εάν μεν είναι ιατρός και καταδικασθή δια φαρμάκευσιν, ας τιμωρηθή διά θανάτου, εάν δε ιδιώτης, ας ορίση δι' αυτόν το δικαστήριον τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση. Εάν δε με δεσίματα ή με μαγείας ή με διαβάσματα ή με οιαδήποτε παρόμοια μέσα κριθή ότι ομοιάζει με τους βλάπτοντας, τότε, εάν μεν είναι μάντις ή τερατοσκόπος, ας θανατωθή, εάν δε είναι συνεργός, άπειρος της μαντικής, τότε ό,τι αποφασισθή διά τον καταδικασθέντα διά φαρμακεύσεις ας πάθη και αυτός.

Δηλαδή και δι' αυτόν ας ορίση το δικαστήριον τι νομίζει ότι πρέπει να πάθη ή να πληρώση.

Δι' όσας βλάβας προξενεί ο είς εις τον άλλον διά κλοπής ή εκβιασμού, εάν μεν είναι μεγάλαι, να πληρώση μεγάλην αποζημίωσιν είς τον παθόντα, εάν δε είναι μικρότεραι αι ζημίαι, να πληρώση μικροτέραν, γενικώς δε να είναι η αποζημίωσις όση και η ζημία που επροξένησε εις άλλον, έως ότου να θεραπεύση την βλάβην. Εκτός δε τούτου διά πάσαν ικανοποίησιν ας υποστή τιμωρίαν έκαστος ακολουθούσαν χάριν σωφρονισμού. Και όστις μεν εκακοποίησε από ξένην ανοησίαν, διότι υπήκουσε εις αυτόν από επιπολαιότητα, ας υποστή ελαφροτέραν τιμωρίαν, όστις δε εκακοποίησε από ιδικήν του ανοησίαν ή από ακράτειαν των ηδονών του ή των λυπών του διατελών εις κάποιον φόβον ή επιθυμίαν ή φθόνον ή έξαψιν, τα οποία κατήντησαν αθεράπευτα, ας υποστή βαρυτέραν τιμωρίαν, και ας τιμωρηθή, όχι διότι εκακοποίησε, διότι βεβαίως ό,τι έγινε δεν είναι δυνατόν ν' απογίνη, αλλά με την ελπίδα να μισήση την αδικίαν και ο ίδιος και όσοι τον είδαν τιμωρούμενον, ή διά να ξελαφρώση πολλά μέρη αυτής της συμφοράς.

Δι' όλα αυτά λοιπόν, και όλα αυτά λαμβάνοντες υπ' όψιν, οι νόμοι πρέπει ωσάν σκοπευταί όχι άστοχοι να προσέχουν εις το μέγεθος της τιμωρίας και εντελώς όσον αξίζει. Το ίδιον δε έργον εκτελών και ο δικαστής πρέπει να συμπράττη με τον νομοθέτην, όταν κανείς νόμος επαφήνη εις αυτόν να ορίση την ποινήν, δηλαδή τι πρέπει να πάθη ο δικαζόμενος ή να πληρώση. Αυτός δε ωσάν ζωγράφος να σχεδιάζη έργα σύμφωνα με τα πρότυπά του. Αυτό λοιπόν και ημείς τόρα, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία, πρέπει να κάμωμεν όσον το δυνατόν ωραιότερα και καλλίτερα. Δηλαδή δι' όλα τα κλοπιμαία και εκβιαστικά πρέπει να ειπούμεν ποίαι τιμωρίαι πρέπει να επιβάλλωνται, εφ' όσον μας παραχωρήσουν οι θεοί και οι παίδες των θεών να νομοθετήσωμεν.

Εάν δε υπάρχη κανείς μανιακός, ας μη παρουσιάζεται έξω εις την πόλιν. Αλλά οι συγγενείς εκάστου ας τον φυλάττουν εις την οικίαν των, με όποιον τρόπον γνωρίζουν, ειδεμή να πληρώνη πρόστιμον όστις μεν ανήκει εις το ανώτατον τίμημα εκατόν δραχμάς, είτε δούλον είτε ελεύθερον παραμελεί, εάν δε ανήκη εις το δεύτερον τίμημα, να πληρώνη τα τέσσαρα πέμπτα της μνας, τρία δε ο τρίτος και δύο ο τέταρτος. Και βεβαίως είναι μανιακοί πολλοί κατά πολλούς τρόπους. Και αυτοί μεν που ανεφέραμεν είναι μανιακοί από ασθένειαν. Αλλά υπάρχουν και άλλοι, οι οποίοι είναι από την έξαψιν, η οποία και εκ φύσεως υπήρχε και εξ ανατροφής έγινε χειροτέρα. Αυτοί δε μόλις δοθή ολίγη αφορμή αρχίζουν δυνατήν φωνήν και βλασφημούν φοβερά ο είς τον άλλον, πράγμα το οποίον δεν είναι πρέπον να γίνεται μέσα εις εύνομον πόλιν ποτέ με κανένα τρόπον. Λοιπόν ας υπάρχη είς νόμος γενικώς δι' όλας τας βλασφημίας, ο εξής. Κανείς να μη υβρίζη κανένα. Όταν δε υπάρχη συζήτησις εις έν ζήτημα, ας διαφωτίζη ο είς τον άλλον και ας διαφωτίζεται όχι μόνον με τους φιλονικούντας, αλλά και με τους παρευρισκομένους και ωρισμένως ας αποφεύγη την ύβριν. Διότι από τας βλασφημίας και κατάρας μεταξύ των και από την απόδοσιν ονειδιστικών ονομάτων, τα οποία τους παρομοιάζουν προς γυναίκας, πρώτον μεν από τους λόγους, οι οποίοι είναι αέρας, προκύπτουν πραγματικά μίση και έχθραι βαρύταται. Διότι ο υβρίζων υποχωρεί εις πράγμα ανάξιον, δηλαδή τον θυμόν του, και χορταίνει το πάθος του με κακήν τροφήν, και όσον άλλοτε τον εξημέρωσε η εκπαίδευσις, τόσον πάλιν εξαγριώνει το μέρος τούτο της ψυχής του, και ωσάν θηρίον φέρει εις δυσκολον θέσιν την ζωήν του και λαμβάνει πικράν αμοιβήν διά την έξαψίν του.

Εξ άλλου πάλιν συνηθίζουν όλοι πολύ συχνά να παρεκτρέπωνται εις τοιαύτας συζητήσεις, ώστε να λέγουν το αντίθετον περιπαίζοντες τους άλλους. Το οποίον όταν συνηθίση κανείς παν τότε ανεξαιρέτως και εντελώς φεύγει από τον σοβαρόν χαρακτήρα ή χάνει πολλά μέρη της μεγαλοφροσύνης του (!). Λοιπόν χάριν αυτών εντός μεν προσκυνήματος ας μην ομιλή κανείς απολύτως τίποτε από αυτά ούτε εις άλλας πολυσυχνάστους θυσίας, ούτε πάλιν εις τους αγώνας ούτε εις την αγοράν ούτε εις το δικαστήριον ούτε εις καμμίαν δημοσίαν συγκέντρωσιν. Ας τον τιμωρή δε ο επιτόπιος άρχων με το αζημίωτον ειδεμή ας μη διαφιλονικήση ποτέ του διά τα πρωτεία, διότι δεν φροντίζει διά τους νόμους ούτε εκτελεί τας διαταγάς του νομοθέτου. Εάν δε και εις άλλα μέρη οποιοσδήποτε πρώτος εκστομίζων ύβρεις ή προκαλούμενος δεν αποφεύγη τοιούτους λόγους, όστις τον επιτύχη, αν είναι γεροντότερός του, ας υπερασπισθή τον νόμον, με ξυλοκοπήματα εμποδίζων την έξαψιν αυτών των φιλοφρονήσεων, δηλαδή το έν κακόν με το άλλο, ειδεμή ας υποστή ο δράστης το ωρισμένον πρόστιμον.

Προσθέτομεν δε τόρα ότι όστις έρχεται εις ύβρεις δεν είναι ικανός να υπερισχύση, εάν δεν θελήση να μεταχειρισθή εμπαιγμούς αυτό δε το κατακρίνομεν ημείς, όταν γίνεται με έξαψιν. Αλλά τόρα; Τάχα θα ανεχθώμεν την προθυμίαν των κωμικών να γελοιοποιούν τους ανθρώπους, εάν θελήσουν να εκτελέσουν το τοιούτον χωρίς έξαψιν εναντίον των πολιτών, ή θα διακρίνωμεν αν αστειεύονται ή όχι, και αν μεν αστειεύεται κανείς θα του επιτρέψωμεν να γελοιοποιή άλλον χωρίς έξαψιν, εάν όμως με επιμονήν και με έξαψιν, καθώς είπαμεν, τότε δεν θα επιτρέψωμεν εις κανένα; Και λοιπόν αυτό το πράγμα δεν θα το καταργήσωμεν, αλλά εις ποίον θα επιτρέπεται και εις ποίον όχι, αυτό ας νομοθετήσωμεν. Λοιπόν εις ποιητήν κωμωδίας ή ιαμβικών στίχων ή μουσικής συνθέσεως ας μην επιτρέπεται ούτε με παρομοιώσεις ούτε με έξαψιν ούτε χωρίς έξαψιν ποτέ να μη διακωμωδή κανένα πολίτην. Εάν δε κανείς απειθήση, τότε οι αθλοθέται να τον εκδιώξουν εντελώς από την χώραν αυθημερόν, ειδεμή να πληρώσουν πρόστιμον τρεις μνας εις το ταμείον του θεού, χάριν του οποίου εκτελείται ο αγών. Όσοι δε είπαμεν προηγουμένως ότι έχουν δικαίωμα να περιπαίζωνται μεταξύ των, αυτοί ας το εκτελούν χωρίς έξαψιν με αστειότητα, σοβαρά όμως και με έξαψιν ας μην επιτρέπεται. Η δε διάγνωσις τούτου ας ανατεθή εις τον επιμελητήν όλης της εκπαιδεύσεως των νέων. Και ό,τι μεν αυτός εγκρίνει να το φέρουν (εκθέτουν) μέσα εις τον κόσμον, ας επιτρέπεται, ό,τι δε αυτός αποδοκιμάζει ούτε ο ίδιος να το απαγγέλλη εις κανένα ούτε εις άλλον δούλον ούτε ελεύθερον να το διδάσκη, ειδεμή ας θεωρήται κακός και απειθής εις τους νόμους.

Αξιολύπητος δε είναι όχι ο πεινών ή πάσχων κανέν παρόμοιον, αλλά όστις είναι σώφρων ή έχει άλλην καμμίαν αρετήν ή μέρος, από αυτήν, και εκτός αυτής έχει περιπλέον καμμίαν δυστυχίαν. Διά τούτο θα είναι παράδοξον αν υπάρχει κανείς τοιούτος και ήθελε παραμεληθή εντελώς ώστε να φθάση εις την εσχάτην επαιτίαν είτε δούλος είτε ελεύθερος, εις πόλιν ή πολιτείαν, η οποία είναι έστω και με μετρίους νόμους. Διά τούτο χάριν ασφαλείας πρέπει, ο νομοθέτης να θέση κάπως τον εξής νόμον διά τους τοιούτους επαίτας: Ας μη γίνη κανείς εις την πόλιν μας, εάν δε κανείς επαίτης δοκιμάση να κάμη τοιούτον τι, δηλαδή να εξοικονομή την τροφήν του με ευχάς ανωφελείς, από μεν την αγοράν ας τον αποδιώκουν οι αγορανόμοι, από δε το προάστιον η αρχή των αστυνόμων, οι δε αγρονόμοι από την άλλην χώραν ας τον εκδιώκουν πέρα των συνόρων, διά να μείνη εντελώς καθαρά η χώρα από τοιούτου είδους ζώον.

Εάν δε δούλος ή δούλη βλάψη οτιδήποτε ξένον πράγμα χωρίς να πταίη συγχρόνως και αυτό το βλαφθέν από απροσεξίαν ή από άλλο σφάλμα όχι παραβαίνον την σωφροσύνην, ο κύριος του βλάψαντος ή την βλάβην ας θεραπεύση ή ας παραδώση τον ίδιον τον βλάψαντα. Εάν δε ο κύριος του δούλου προφασίζεται ότι εκ συνεννοήσεως του βλάψαντος με τον βλαφθέντα έγινε η κατηγορία, διά να του στερήσουν τον δούλον, ας καταγγέλλη ως κακόπιστον τον προφασιζόμενον ότι εβλάβη, και, αν μεν κερδίση την δίκην, ας λαμβάνη το διπλάσιον αντίτιμον του δούλου, όσον ήθελε τον εκτιμήσει το δικαστήριον, εάν δε χάση την δίκην, και την βλάβην ας θεραπεύση και τον δούλον ας παραδώση. Και αν φορτηγόν ζώον ή ίππος ή κύων ή κανέν από τα σφαχτά βλάψη κανέν πράγμα του πλησίον, ομοίως να πληρώση την βλάβην.

Εάν κανείς δεν θέλη να μαρτυρήση εκουσίως, να τον προσκαλέση όστις έχει ανάγκην, ο δε προσκληθείς ας παρουσιασθή εις την δίκην, και, εάν μεν γνωρίζη και θέλη να μαρτυρήση, ας μαρτυρήση, εάν όμως λέγη ότι δεν γνωρίζει, ας ορκισθή εις τους τρεις θεούς, τον Δία, τον Απόλλωνα και την Θέμιν ότι πράγματι δεν γνωρίζει και ας απαλλαγή από την τιμωρίαν. Όστις δε προσκληθή εις μαρτυρίαν και δεν παρουσιάζεται εμπρός εις τον προσκαλέσαντα αυτόν, ας υποστή δίκην διά την βλάβην εκείνου συμφώνως με τον νόμον.

Εάν δε κανείς σηκώση ως μάρτυρα κανένα δικαστήν, αυτός, αφού μαρτυρήση, ας μη δώση πλέον ψήφον εις αυτήν την δίκην. Η δε ελευθέρα γυνή ας έχη δικαίωμα να μαρτυρήση, και να συνηγορήση, αρκεί να έχη υπερβή το τεσσαρακοστόν έτος της ηλικίας της, και ας έχη δικαίωμα να ενάγη, εάν είναι χήρα. Ενόσω όμως ζη ο σύζυγός της ας έχη δικαίωμα μόνον να μαρτυρήση. Η δούλη δε και ο δούλος και ο παις μόνον επί φόνου έχουν δικαίωμα να μαρτυρήσουν και να συνηγορήσουν αρκεί ο καθείς να παραδώση εγγυητήν αξιόπιστον ότι θα μείνη μέχρι της δίκης του, εάν γίνη ένστασις ότι εμαρτύρησε ψευδώς. Να κάμη δε ένστασιν ο καθείς από τους αντιδίκους και εναντίον ολοκλήρου της μαρτυρίας και εναντίον μέρους αυτής, εάν νομίζη ότι εψευδομαρτύρησε κανείς, πριν να εκδοθή η απόφασις της δίκης. Τας δε ενστάσεις να τας φυλάττουν αι αρχαί σφραγισμένας και από τους δύο, και να τας παρουσιάσουν εις την εξέλεγξιν των ψευδομαρτυριών. Εάν δε κανείς αποδειχθή ότι εψευδομαρτύρησε δύο φοράς, αυτόν πλέον ας μην τον παραδέχεται ο νόμος να μαρτυρήση, εάν δε τρεις φοράς, ας μην επιτρέπεται πλέον εις αυτόν να μαρτυρήση. Εάν δε τολμήση να μαρτυρήση, αφού εξελέγχθη τρεις φοράς, ας τον καταγγέλλη όστις θέλει εις την αρχήν, η δε αρχή ας τον παραδώση εις το δικαστήριον και, αν χάση την δίκην, ας τιμωρηθή διά θανάτου.

Όσων δε αι μαρτυρίαι εξελεγχθούν ότι ήσαν ψευδείς και νομισθή ότι συνετέλεσαν εις την νίκην του ενάγοντος, εάν αι περισσότεραι του ημίσεος των τοιούτων μαρτυριών εξελεγχθούν, τότε να αναθεωρηθή η δίκη, να γίνη δε αμφισβήτησις και απόφασις αν εκρίθη συμφώνως με αυτάς ή όχι η δίκη, και, όπως κριθή, τοιούτον τέλος ας λάβουν αι προηγούμεναι δίκαι.

Εάν δε υπάρχουν πολλά αγαθά εις τον βίον των ανθρώπων, εις τα περισσότερα από αυτά εδόθησαν κάποιαι κατάραι, αι οποίαι μολύνουν και λερώνουν αυτά. Ομοίως λοιπόν και η δίκη διά τους ανθρώπους πώς δεν είναι καλή, αφού αυτή εξημέρωσε όλα τα ανθρώπινα πράγματα; Αφού δε αυτή είναι καλή, πώς δεν θα είναι καλόν και να συνηγορούμεν; Αυτά λοιπόν, ενώ είναι τοιαύτα, τα εσυκοφάντησε κάποια κακή τέχνη κρυπτομένη οπίσω από καλόν όνομα, η οποία λέγει πρώτον μεν ότι υπάρχει κάποια μέθοδος διά τας δίκας, και συνίσταται εις το να δικάζεται και να συνηγορή χάριν άλλου και να ημπορή να κερδίζη, είτε δικαίως είτε αδίκως έγινε η δικαζομένη υπόθεσις, παρέχεται δε αυτή η μέθοδος και οι λόγοι της μεθόδου, όταν κανείς δώση ως αμοιβήν χρήματα. Αυτή λοιπόν είτε είναι κάποια τέχνη είτε άτεχνος εμπειρία, κυρίως μεν πρέπει να μη βλαστήση εις την πόλιν μας, αφού όμως ο νομοθέτης ζητεί υπακοήν και όχι να εναντιώνεται κανείς εις την δικαιοσύνην, πρέπει να φύγη εις άλλην χώραν. Και αν μεν υπακούση τότε ο νόμος σιωπά, εάν όμως δεν υπακούση, τότε ο νόμος φωνάζει τα εξής: Αν κανείς προσπαθή να διαστρέψη την δύναμιν της δικαιοσύνης εις τας ψυχάς των δικαστών αντιθέτως και παρακαίρως να συχνοδικάζεται ή να συνηγορή, ας τον καταγγέλλη ο βουλόμενος ως καταχραστή της δίκης ή της συνηγορίας, και ας δικασθή εις το δικαστήριον των εκλεκτών, εάν δε χάση την δίκην, ας ορίση το δικαστήριον αν νομίζει ότι το κάμνει από φιλαργυρίαν ή από φιλοδικίαν, και, αν μεν το κάμνη από φιλοδικίαν, τότε να ορίση το δικαστήριον πόσον καιρόν δεν πρέπει να εγκαλέση αυτός εις δίκην ούτε να συνηγορήση, εάν δε από φιλαργυρίαν, εάν μεν είναι ξένος, να φύγη από την χώραν και να μην επιστρέψη ποτέ, ειδεμή να τιμωρήται διά θανάτου, εάν δε είναι πολίτης, ας θανατωθή, διότι με παν μέσον προτιμά την φιλαργυρίαν. Και πάλιν, εάν κανείς κριθή ότι έκαμε δύο φοράς το ίδιον από φιλοδικίαν, ας θανατωθή.

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Εάν κανείς ως δήθεν αποστελλόμενος πρέσβυς ή κήρυξ κάμη ψευδοπρεσβείαν προς καμμίαν πόλιν, ή πραγματικώς αποστελλόμενος δεν ανακοινώνη τας αληθινάς προτάσεις διά τας οποίας στέλλεται, ή αντιστρόφως αποδειχθή ότι τας προτάσεις των εχθρών ή των φίλων δεν τας ανακοινώνει ορθώς εις την πατρίδα, ας γίνουν καταγγελίαι εναντίον των τοιούτων, διότι εις του Ερμού και του Διός τας αγγελίας και τας διαταγάς ασεβούν παρανόμως, ας ορίσουν δε και τι πρέπει να πάθουν ή να πληρώσουν, εάν καταδικασθούν.

Η κλοπή των χρημάτων είναι δουλοπρεπής, η δε αρπαγή είναι αδιαντροπία. Από δε τους υιούς του Διός κανείς δεν έκαμε κανέν από αυτά τα δύο ούτε εις τους δόλους ευχαριστούμενος ούτε εις την βίαν. Λοιπόν κανείς ας μη παρασύρεται από τους ποιητάς ούτε από άλλους μυθολόγους να σφάλλη ως προς αυτά, και ας μη νομίζη κλέπτων και εκβιάζων ότι δεν κάμνει κανέν κακόν πράγμα, αφού το ίδιον το οποίον κάμνουν οι θεοί. Διότι αυτό δεν είναι ούτε αληθές ούτε λογικόν, αλλά όστις κάμνει κανέν τοιούτον παρανόμως, αυτός δεν είναι ούτε θεός ούτε υιός θεού ποτέ. Αυτά δε μάλλον ο νομοθέτης είναι πιθανόν να τα γνωρίζη παρά οι ποιηταί, όσοι και αν είναι. Όστις λοιπόν πιστεύση εις τον λόγον μας ευτυχεί και θα ευτυχή διά παντός, όστις δε δεν πιστεύση, τότε πλέον ας είναι ένοχος εις τον εξής νόμον. Εάν κανείς κλέπτη δημόσιον πράγμα ή μέγα ή μικρόν, την ιδίαν τιμωρίαν οφείλει να υποστή. Διότι και ο κλέπτων το μικρόν ως προς το πάθος μεν είναι ο ίδιος, έκλεψεν όμως με δύναμιν ολιγωτέραν, επίσης δε και ο μετακινών το μεγαλείτερον μέρος πράγματος, το οποίον δεν ετοποθέτησε ο ίδιος, είναι ως να λάβη το όλον. Ο νόμος λοιπόν δεν κρίνει κανένα από τους δύο άξιον ολιγωτέρας τιμωρίας αναλόγως του μεγέθους του κλαπέντος, αλλά μόνον εάν άλλος μεν είναι ακόμη ευκολοθεράπευτος, άλλος δε αθεράπευτος. Και λοιπόν ο ξένος ο ανήκων εις το δημόσιον ή ο δούλος, όταν αποδειχθή εις το δικαστήριον ότι έκλεψε, επειδή κατά πάσαν πιθανότητα ανήκει εις τους ευκολοθεραπεύτους, ας γίνη απόφασις τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση. Τον πολίτην όμως, αφού ανετράφη καθώς θα έχη ανατραφή, όταν αποδειχθή ότι ληστεύει ή εκβιάζει την πατρίδα του, είτε επ' αυτοφώρω είτε όχι, σχεδόν ως αθεράπευτον πρέπει να τον τιμωρήσωμεν διά θανάτου.

Ως προς δε τας εκστρατείας είναι ορθόν να δοθούν πολλαί συμβουλαί και να τεθούν πολλοί νόμοι, το κυριώτερον δε είναι να μην αφεθή κανείς ανεξάρτητος ούτε άρρην, ούτε θήλυς, ούτε να αποκτήση κανενός η ψυχή την συνήθειαν να κάμνη κάτι μόνος του, αλλά και εις πάντα πόλεμον και εν καιρώ ειρήνης να ζη ατενίζων πάντοτε προς τον αρχηγόν και ακολουθών αυτόν, και να διοικήται και εις τα μικρότερα ζητήματα από εκείνον, λόγου χάριν να στέκεται όταν διαταχθή, και να προχωρή και να γυμνάζεται και να λούεται, και να τρώγη και να εξυπνά την νύκτα διά τας φρουράς και τα συνθήματα, και μέσα εις τους κινδύνους κανείς ποτε· ούτε να καταδιώκη κανένα ούτε να υποχωρή εις άλλον χωρίς να το δηλώσουν οι άρχοντες, και με μίαν λέξιν να διδάξη την ψυχήν του διά της συνηθείας, ότι το να κάμη κάτι ανεξαρτήτως των άλλων δεν πρέπει ούτε να το γνωρίζη ούτε να ημπορή καθόλου, αλλά πρέπει να είναι ομοιόμορφος και κοινός ο βίος όσον το δυνατόν δι' όλους. Διότι άλλο από αυτό δεν υπάρχει ούτε ημπορεί να υπάρξη ανώτερον, ούτε καλλίτερον, ούτε τεχνικώτερον διά την σωτηρίαν και νίκην εν καιρώ πολέμου. Εις τούτο δε πρέπει και εν καιρώ ειρήνης να γυμνάζεται ο καθείς από την παιδικήν του ηλικίαν, δηλαδή να εξουσιάζη άλλους και να εξουσιάζεται από άλλους. Την δε αναρχίαν πρέπει να την εξορίσωμεν από την ζωήν όλων των ανθρώπων και όλων των ζώων των υπαγομένων εις τους ανθρώπους.

Μάλιστα δε και όλους τους χορούς πρέπει να τους χορεύουν αποβλέποντες εις τας πολεμικάς ανδραγαθίας και να επιδιώκουν τελείαν ευκολίαν και ευχέρειαν χάριν του ιδίου σκοπού. Εξ άλλου δε να υφίστανται καρτερήσεις φαγητών και ποτών και κακοκαιριών και των αντιθέτων και κλίνης σκληράς, και το σπουδαιότερον, να μη καταστρέφουν την δύναμιν της κεφαλής και των ποδών με ξένα περικαλύμματα χάνοντες την φύτρωσιν και αύξησιν των φυσικών πιλημάτων και υποδημάτων. Διότι αυτά τα δύο, επειδή είναι ακρωτήρια του σώματος, εάν μεν διαφυλάττωνται, διατηρούν την μεγαλειτέραν δύναμιν όλου του σώματος και το αντίθετον αντιθέτως, και οι μεν πόδες είναι το υπηρετικώτερον μέλος του όλου σώματος, η δε κεφαλή το κυριαρχικώτερον, διότι περιέχει εκ φύσεως όλας τας πρωτοστατούσας εις αυτό αισθήσεις. Αυτήν λοιπόν την προτροπήν νομίζομεν ότι πρέπει να ακούη ο νέος ως προς τον πολεμικόν βίον, νόμους δε τους εξής.

Να εκστρατεύουν όλοι οι εκστρατεύσιμοι ή έχοντες καμμίαν υπηρεσίαν. Εάν δε κανείς αφήση την τάξιν του από ανανδρίαν χωρίς την άδειαν των στρατηγών, να εγκαλήται ως λιποτάκτης εμπρός εις τους πολεμικούς άρχοντας, όταν επιστρέφουν από το στρατόπεδον, αυτούς δε να δικάζουν χωριστά τα διάφορα σώματα, δηλαδή τους οπλίτας, τους ιππείς και όλων των άλλων πολεμικών σωμάτων επίσης, και να εγκαλούνται οι μεν οπλίται εμπρός εις τους οπλίτας, οι δε ιππείς εμπρός εις τους ιππείς και όλοι εν γένει εις τους ομοίους των. Εάν δε κανείς καταδικασθή, τότε να είναι αποφασισμένον δι' αυτόν να μη συναγωνισθή ποτέ διά την υπερτάτην ανδραγαθίαν, ούτε να καταγγείλη άλλον ως λιποτάκτην ούτε να υβρίση άλλον διά τοιούτον ζήτημα, εκτός δε τούτου να ορίση το δικαστήριον τι πρέπει να πάθη ή να πληρώση.

Κατόπιν δε, αφού δικασθούν αι υποθέσεις περί λιποταξίας, πάλιν να συνεδριάσουν οι άρχοντες εκάστου σώματος, να κρίνεται δε ως προς την ανδραγαθίαν όστις θέλει ενώπιον του σώματος εις ό ανήκει, χωρίς να παρουσιάση τίποτε περί άλλου προηγουμένου πολέμου ούτε σημείον αποδεικτικόν ούτε πιστοποίησιν των λόγων του από μάρτυρας, αλλά μόνον διά την τότε γενομένην εκστρατείαν, το δε βραβείον δι' έκαστον να είναι στέφανος από κλάδον ελαίας. Αυτόν δε όστις θέλει ας τον αφιερώση εις τα προσκυνήματα των πολεμικών θεών με επιγραφήν, διά να υπάρχη ως μαρτυρία περί της απονομής των πρώτων βραβείων εις όλην του την ζωήν και των δευτέρων και των τρίτων.

Εάν δε εκστρατεύση κανείς, αλλά χωρίς να τον οδηγήσουν οι αρχηγοί του εις την κατοικίαν του επιστρέψη αυτός πριν συμπληρωθή ο καιρός του, να υπάρχη εναντίον του καταγγελία λιποταξίας, εμπρός εις τους ιδίους άρχοντας, καθώς και διά τους προηγουμένους λιποτάκτας, και, αν καταδικασθούν, ας υποστούν τας ιδίας τιμωρίας.

Βεβαίως όμως πρέπει εις πάσαν καταγγελίαν, την οποίαν ενεργεί έκαστος εναντίον άλλου, να προσέχη να μη του επιβάλη ανάρμοστον τιμωρίαν, ούτε εκουσίως ούτε ακουσίως όσον είναι δυνατόν. Διότι η δικαιοσύνη λέγεται παρθένος αιδήμων και πολύ ορθά λέγεται, το δε ψεύδος είναι μισητόν εις την αιδώ και την δίκην φυσικώ τω λόγω. Πρέπει λοιπόν και εις όλα τα άλλα να προσέχωμεν μήπως σφάλλωμεν, προ πάντων όμως προκειμένου περί απορρίψεως των όπλων εν καιρώ πολέμου, πρέπει να προσέχωμεν μη τυχόν κανείς κάμη λάθος διά τας υποχρεωτικάς απορρίψεις και θεωρήση αυτάς ονειδιστικώς ως ατιμωτικάς και αναξίως επιβάλη τιμωρίαν εις αναξιοπαθή.

Και βεβαίως δεν είναι εύκολον να ορισθή το καθέν από αυτά, ο νόμος όμως οφείλει οπωσδήποτε να προσπαθήση να ορίση τας λεπτομερείας. Λοιπόν ας μεταχειρισθώμεν ένα μύθον και ας υποθέσωμεν ότι μετεφέρετο αναπνέων ακόμη ο Πάτροκλος εις την σκηνήν του χωρίς όπλα, καθώς βεβαίως συνέπεσε εις πλείστους, εκείνα δε τα προηγούμενά του όπλα, τα οποία λέγει ο ποιητής (1) ότι εδόθησαν από τους θεούς εις τον Πηλέα ως προιξ εις τον γάμον του με την Θέτιν, τα εκράτει ο Έκτωρ, τότε άραγε θα επετρέπετο εις όλους τους τότε κακούς να ονειδίζουν τον υιόν του Μενοιτίου διά την απόρριψιν των όπλων; Ακόμη δε και όσοι άλλοι ερρίφθησαν εις κρημνούς και έχασαν τα όπλα των, ή μέσα εις την θάλασσαν, ή από κακοκαιρίαν αποκλεισθέντες εις έν μέρος από την εξαφνικήν πλημμύραν πολλών ρευμάτων, ή όσα άλλα παρόμοια θα ημπορούσε κανείς να απαριθμήση, διά να παραστήση ως ευπρόσωπον έν κακόν ευκόλως συκοφαντούμενον. Λοιπόν είναι ανάγκη να χωρίσωμεν όσον το δυνατόν το μεγαλείτερον και το χειρότερον κακόν από το ελαφρότερον. Από τας λέξεις λοιπόν σχεδόν παριστά αυτήν την διαφοράν η ονειδιστική απόδοσις των σχετικών επιθέτων. Δηλαδή δεν είναι δίκαιον έκαστος να λέγεται ρίψασπις, αλλά αφωπλισμένος.

Διότι βεβαίως δεν είναι εξ ίσου ρίψασπις όστις την ασπίδα εστερήθη με μίαν εύλογον βίαν και όστις εκουσίως την έρριψε, αλλ' υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά. Λοιπόν ας λέγη το εξής ο νόμος: Όταν προφθασθή κανείς από τους εχθρούς και ενώ έχει όπλα δεν στρέφη και δεν τους αποκρούη, αλλά εκουσίως τα παραιτήση ή τα ρίψη προτιμών την ατιμωτικήν ζωήν μάλλον με την φυγήν παρά τον καλόν και ευτυχή θάνατον της ανδρείας, διά την τοιαύτην απόρριψιν των όπλων ας καταγγελθή, αλλά ο δικαστής, όταν δικάζη, ας λησμονή να έχη υπ' όψει του την προηγουμένην. Διότι ο άνανδρος πρέπει πάντοτε να τιμωρήται, διά να γίνη καλλίτερος, όχι όμως ο δυστυχής. Διότι δεν ωφελείται τίποτε. Και λοιπόν ποία τιμωρία είναι κατάλληλος δι' αυτόν που παρήτησε την τοιαύτην αποκρουστικήν δύναμιν των όπλων και κατήντησε εις το αντίθετον; Διότι βεβαίως δεν είναι δυνατόν ο άνθρωπος να τον μεταβάλη εις το αντίθετον, καθώς λέγουν ότι έκαμε κάποτε ο θεός, ο οποίος τον Καινέα τον Θεσσαλόν από γυναίκα τον μετέβαλε και του έδωκε ανδρικήν φύσιν. Διότι βεβαίως δι' ένα ρίψασπιν θα ήτο κατάλληλος τιμωρία από όλας εκείνη η μεταβολή εις το αντίθετον της φύσεως του, δηλαδή η μεταβολή αυτού από άνδρα εις γυναίκα. Τόρα όμως πρέπει, εφόσον παρόμοιόν τι δύναται να επινοηθή υπό έποψιν φιλοζωίας, διά να μη κινδυνεύη πλέον εις την ζωήν του, αλλά να ζη όσον το δυνατόν περισσότερον χρόνον μέσα εις ανυπόφορον ατίμωσιν, να υπάρχη ο εξής νόμος διά τους τοιούτους: Όστις καταδικασθή ως ρίψας τα όπλα του ατίμως, αυτόν ούτε κανείς στρατηγός ούτε άλλος πολεμικός αρχηγός ας μη τον χρησιμοποιήση ας άνδρα στρατιώτην ούτε να τον κατατάξη εις οποιανδήποτε τάξιν, ειδεμή εις την λογοδοσίαν του να επιβάλλουν εις αυτόν το πρόστιμον οι τιμηταί, δηλαδή, εάν μεν ο κατατάξας τον άνανδρον ανήκη εις τα πρώτον τίμημα, χιλίας δραχμάς, εάν δε εις το δεύτερον πέντε μνας, εάν δε εις το τρίτον τρεις μνας, εάν δε εις το τέταρτον, μίαν μναν. Όστις δε χάση την υπόθεσιν εκτός της απομακρύνσεώς του από τους ανδροπρεπείς κινδύνους, ας πληρώση αποζημιώσιν αναλόγως της καταστάσεώς του, δηλαδή χιλίας δραχμάς, αν ανήκη εις το πρώτον τίμημα, πέντε δε μνας, αν ανήκη εις το δεύτερον, τρεις, αν ανήκη εις το τρίτον, και μίαν καθώς οι προηγούμενοι, αν ανήκη εις το τέταρτον.

Αλλά τόρα περί λογοδοσίας των πρώην αρχόντων ποίος λόγος θα ήτο εις ημάς ορθός και δι' όσους εκλέγονται διά κλήρου επί έν έτος και διά εκλεγομένους διά περισσότερα έτη και κατά προτίμησιν; Δηλαδή δι' αυτούς ποίος είναι κατάλληλος τιμητής, αν τυχόν κανείς καμφθείς από το βάρος έπραξε κάτι τι παράνομον, και από ανεπάρκειαν προς την σπουδαιότητα του αξιώματός του; Βεβαίως δεν είναι διόλου εύκολον να εύρωμεν άρχοντα των αρχόντων υπέροχον εις την αρετήν, αλλ' όμως πρέπει να προσπαθήσωμεν να εύρωμεν μερικούς τιμητάς.

Λοιπόν το εξής συμβαίνει· υπάρχουν πολλαί περιστάσεις αποσυνθέσεως της πολιτείας, ως συμβαίνει εις τα μέρη κανενός πλοίου ή ζώου, τα οποία τα ονομάζομεν υποστηρίγματα και υποζώματα και τένοντας των νεύρων, και είναι όλα της ιδίας φύσεως σκορπισμένα εις πολλά μέρη με διάφορα ονόματα. Λοιπόν αυτή η περίστασις προ πάντων είναι η σπουδαιοτέρα, είτε διά να σωθή η πολιτεία είτε και να καταστραφή αποσυνθετομένη. Δηλαδή, αν μεν οι εξελέγχοντες τους άρχοντας είναι ανώτεροι από εκείνους, και μάλιστα με δικαιοσύνην άμεμπτον και αμέπτως, τότε ολόκληρος η χώρα και η πόλις ακμάζει και ευτυχεί. Εάν όμως εκτελούνται διαφορετικαί αι λογοδοσίαι των αρχόντων, τότε αποσυντίθεται η συνδέουσα τα πάντα εις έν δικαιοσύνη και όλαι αι αρχαί διασπώνται η μία από την άλλην, και χωρίς να τείνουν πλέον εις κοινόν σκοπόν, μεταβάλλουν την μίαν πόλιν εις πολλάς, και με τους πολλούς φατριασμούς ταχέως την καταστρέφουν. Διά τούτο λοιπόν οι τιμηταί πρέπει ασφαλώς να είναι αξιοθαύμαστοι εις όλας τας αρετάς.

Λοιπόν ας επινοήσωμεν τον εξής τρόπον προς καταρτισμόν αυτών· έκαστον έτος με τας θερινάς τροπάς του ηλίου πρέπει να συγκαλήται ολόκληρος η πόλις εις τον ναόν του Ηλίου και του Απόλλωνος, διά να εκλέξουν χάριν του θεού μεταξύ των τρεις άνδρας όποιον έκαστος θεωρεί καθ' όλα ενάρετον εκτός του ατόμου του, με ηλικίαν όχι κατωτέραν των πενήντα ετών. Από όλους δε τους πλειονοψηφούντας να εκλέξουν τους μισούς, εάν είναι άρτιοι όλοι, εάν δε είναι περιττοί, να αφαιρέσουν ένα, τον έχοντα ολιγωτέρας ψήφους, και ούτω πως να μείνουν κατά μέρος οι μισοί αποχωριζόμενοι διά του μικροτέρου αριθμού των ψήφων των. Εάν δε μερικοί έχουν ίσας ψήφους και μεγαλώνουν τον μισόν αριθμόν, να αφαιρεθούν οι πλεονάζοντες διαγραφόμενοι λόγω της νεαρωτέρας των ηλικίας, τους δε άλλους τους εγκριθέντας να τους υποβάλουν εις νέαν ψηφοφορίαν έως ότου να μείνουν τρεις με ανίσους ψήφους. Εάν όμως ή εις τους τρεις ή εις τους δύο συγκεντρωθούν ίσαι ψήφοι, ας εμπιστευθούν εις την καλήν τύχην και μοίραν και ας ορίσουν με κλήρον τον πρώτον νικητήν και τον δεύτερον και τον τρίτον και ας τους στεφανώσουν με κλάδον ελαίας, και αφού αποδώσουν εις όλους αυτούς τας ανωτάτας τιμάς να κηρύξουν ότι η πόλις των Μαγνητών, η οποία επέτυχε πάλιν την σωτηρίαν της με θέλημα θεού, αναγορεύουσα τρεις άνδρας τους καλλιτέρους εκ των πολιτών των χάριν του Ηλίου τους αφιερώνει κατά την αρχαίαν συνήθειαν ως κορυφαίους πολίτας εις τον Απόλλωνα και τον Ήλιον, δι' όσον χρόνον φαίνονται άξιοι της εκλογής.

Αυτοί δε το μεν πρώτον έτος να εκλέξουν δώδεκα τιμητάς, οι οποίοι θα διατηρούνται μέχρι του εβδομηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας των. Κατόπιν δε ας προστίθενται πλέον κατ' έτος μόνον τρεις. Αυτοί ας διαιρέσουν όλα τα αξιώματα εις δώδεκα μέρη και ας μεταχειρισθούν οποιαδήποτε φιλελεύθερα μέσα ελέγχου, διά να τους εξελέγξουν. Ας κατοικούν δε κατά το διάστημα των εξελέγξεων εις τον ναόν του Απόλλωνος και του Ηλίου, όπου εξελέγησαν. Και άλλοτε μεν ο καθείς χωριστά, άλλοτε δε ομού αποφασίζοντες ας αποφανθούν διά τους πρώην άρχοντας της πόλεως, καταθέτοντες γραπτώς εις την αγοράν την έκθεσιν της διαχειρίσεως εκάστου, τι πρέπει να πάθουν ή να πληρώσουν συμφώνως με την εξέλεγξιν των τιμητών. Όποιος δε άρχων δεν παραδέχεται ότι εκρίθη δικαίως ας εγκαλέση τους τιμητάς εμπρός εις τους εκλεκτούς δικαστάς, και αν μεν αθωωθή από τας αποφάσεις των τιμητών, τότε ας καταγγείλη ο ίδιος τους τιμητάς, αν θέλη, και, αν χάση την δίκην, τότε, εάν μεν ήτο καταδικασμένος εις θάνατον, ας αποθάνη απλώς, αφού δεν ημπορεί να γίνη τίποτε περισσότερον, διά τα άλλα όμως πρόστιμα όσα είναι δυνατόν να πληρώση το διπλάσιον, ας πληρώση.

Πρέπει όμως να ακούση κανείς και ποίαι θα είναι αι εξελέγξεις αυτών των τιμητών και κατά ποίον τρόπον. Λοιπόν ενόσω ζουν αυτοί οι οποίοι έλαβαν από όλην την πόλιν τας ανωτάτας τιμάς, ας έχουν την πρωτοκαθεδρίαν εις όλας τας πανηγύρεις, έπειτα διά τας πανελληνίους θυσίας και τα θεάματα και όλας τας άλλας τελετάς ας στέλλουν από αυτούς τους αρχηγούς εκάστης αποστολής, και μόνον αυτοί από όλους τους πολίτας να είναι στολισμένοι με στέφανον δάφνης· όλοι δε να είναι ιερείς του Απόλλωνος και του Ηλίου, τον δε θεωρηθέντα ως πρώτον από τους ιερείς εκείνου του έτους να τον αναγορεύσουν αρχιερέα και το όνομα αυτού να καταγράφεται κατ' έτος, διά να χρησιμεύη προς ορισμόν της χρονολογίας, ενόσω υφίσταται η πόλις. Μετά δε τον θάνατόν των να τελούνται εκθέσεις του σώματός των και κηδείαι και τάφοι εξαιρετικοί από όλους τους άλλους πολίτας. Να έχουν ολόκληρον την στολήν λευκήν, και να κηδεύονται εντελώς χωρίς δάκρυα και θρήνους. Χορός δε από δεκαπέντε παιδιά και από άλλας τόσας κόρας να περικυκλώνη την κλίνην και να ψάλλουν ως ύμνον έν εγκώμιον εις τους ιερείς έκαστος χορός, και να τον μακαρίζουν με το άσμα ολόκληρον την ημέραν. Την δε αυγήν να φέρουν εις το μνήμα το φέρετρόν του εκατόν νέοι του γυμναστηρίου, όποιους προτιμήσουν οι συγγενείς του αποθανόντος, πρώτοι δε να προπορεύωνται οι άγαμοι φέροντες έκαστος την πολεμικήν στολήν, οι μεν ιππείς με τους ίππους, οι δε οπλίται με τα όπλα και οι άλλοι ομοίως, οι δε παίδες αμέσως εμπρός από το φέρετρον να ψάλλουν το πατροπαράδοτον μέλος, και αι κόραι να έρχωνται ευθύς κατόπιν και όσαι γυναίκες είναι απηλλαγμέναι πλέον από την τεκνοποιίαν, κατόπιν δε αυτών να ακολουθούν οι ιερείς και αι ιέρειαι ως εις καθαράν ταφήν, εάν και η γνώμη της Πυθίας είναι σύμφωνος εις τούτο, και αν ακόμη από τας άλλας κηδείας αποκλείωνται, ο δε τάφος των να κτισθή εις το βάθος της γης ως θόλος μακρός από εκλεκτούς λίθους και όσον το δυνατόν άφθαρτος, έχων από τα δύο μέρη θυρίδας παραλλήλους. Εκεί λοιπόν ας ενταφιάσουν αυτόν τον αξιομακάριστον άνθρωπον και αφού ολόγυρα υψώσουν το χώμα ας φυτεύσουν δάσος από δένδρα εκτός της μιας πλευράς, διά να ημπορέση να αυξάνη ο τάφος εις όλον τον μέλλοντα χρόνον αν χρειάζωνται τάφον οι ενταφιαζόμενοι. Έκαστον δε έτος να γίνεται προς τιμήν των αγών μουσικής και γυμναστικής και ιππασίας. Αυταί λοιπόν είναι αι τιμαί διά τους αθωωθέντας εις την λογοδοσίαν.

Εάν όμως κανείς από αυτούς βασιζόμενος εις την εκλογήν του αποδείξη την ανθρωπίνην φύσιν του και φανή κακός κατόπιν της κρίσεώς του, ας διατάττη ο νόμος τον θέλοντα να εγκαλέση αυτόν, η δε δίκη ας γίνεται εις το δικαστήριον κατά τον εξής τρόπον. Πρώτον μεν οι νομοφύλακες ας είναι μέλη τούτου του δικαστηρίου, έπειτα οι ζώντες συνάδελφοί του, ακόμη δε και το δικαστήριον των εκλεκτών. Όστις δε κατηγορή ας λέγη διά τον κατηγορούμενον ότι ο δείνα και ο δείνα είναι ανάξιος της αρχής. Και, εάν μεν ο κατηγορούμενος καταδικασθή, ας στερηθή το αξίωμα και του ενταφιασμού και των άλλων τιμών, αι οποίαι ωρίσθησαν δι' αυτόν, εάν δε ο κατήγορος δεν λάβη το έν πέμπτον των ψήφων, ας πληρώση δώδεκα μεν μνας, αν ανήκη εις το ανώτατον τίμημα, οκτώ δε, αν ανήκη εις το δεύτερον, έξ δε, αν ανήκη εις το τρίτον, και αν εις το τέταρτον, δύο.

Είναι όμως να θαυμάζη κανείς με το λεγόμενον σύστημα του Ραδαμάνθυος ως προς την επιβολήν των τιμωριών, ότι πραγματικώς αυτός ενόησε ότι οι τότε άνθρωποι καθαρά ενόμιζαν τον εαυτόν τους ως θεόν, και πολύ ορθά, αφού την εποχήν εκείνην οι περισσότεροι κατήγοντο εκ θεών, μεταξύ δ' αυτών είς ήτο και ούτος, καθώς τουλάχιστον λέγει η παράδοσις. Φαίνεται λοιπόν ότι δεν εσκέπτετο να αναθέση εις κανένα άνθρωπον να αναγνωρισθή δικαστής, αλλά μόνον εις τους θεούς, και δι' αυτό θα εγίνοντο συντόμως αι δίκαι κατ' αυτόν. Δηλαδή δίδων κανείς δι' όλα τα φιλονικούμενα ζητήματα όρκον εις τους διαφιλονικούντας απηλλάττετο ταχέως και ασφαλώς. Τόρα πλέον όμως, αφού, νομίζω, πολλοί άνθρωποι απολύτως δεν πιστεύουν εις τους θεούς, άλλοι δε νομίζουν ότι ούτοι δεν φροντίζουν δι' ημάς, η δε γνώμη μάλιστα των περισσοτέρων και των χειροτέρων είναι ότι δέχονται μικράς θυσίας και κολακείας και συντελούν εις την από κοινού στέρησιν πολλών χρημάτων και σώζουν από μεγάλας ζημίας πολλάκις, τόρα πλέον λοιπόν εις τους σημερινούς ανθρώπους ίσως δεν είναι κατάλληλος διά τας δίκας η μέθοδος του Ραδαμάνθυος. Λοιπόν αφού αι ιδέαι περί θεών μετεβλήθησαν εις τους ανθρώπους, πρέπει να μεταβάλωμεν και τους νόμους.

Δηλαδή την ημέραν της δίκης ο νοήμων νομοθέτης πρέπει να εξαιρή τους όρκους των αντιδίκων, και όστις εγκαλεί κάποιον εις δίκην να γράφη μεν τας καταγγελίας του, αλλά να μη τας επικυρώνη δι' όρκων, ομοίως δε και ο εγκαλούμενος να γράφη χωρίς όρκον την άρνησίν του και να την παραδίδη εις τους άρχοντας. Διότι βεβαίως είναι φρίκη, αφού γίνουν πολλαί δίκαι εις την πόλιν, να γνωρίζη πλέον κανείς τελείως ότι σχεδόν οι μισοί πολίται είναι επίορκοι, ενώ με αφέλειαν σχετίζονται ο είς τον άλλον και εις τα συσσίτια και εις τας άλλας συναναστροφάς και εις τας ιδιωτικάς συναντήσεις των.

Λοιπόν ο νόμος ας ορίζη ότι ο δικαστής, όστις μέλλει να δικάση, πρέπει να ορκισθή, επίσης δε και όταν πρόκειται να αναγορεύση τους άρχοντας ενόρκως ή διά προκλήσεως ψηφοφορίας, πάντοτε πρέπει να ορκίζεται, όταν συλλέγη τας ψήφους από τους βωμούς. Επίσης πάλιν και ο κρίνων τους χορούς και εις όλα τα μουσικά είδη και τα γυμναστικά και ιππευτικά αγωνίσματα και οι βραβευταί όλων, όσα δεν δίδουν κέρδος κατά την ανθρωπίνην αντίληψιν εις τον επίορκον. Δι' όσα όμως ο αρνούμενος και ο επίορκος είναι φανερόν ότι έχει μέγα κέρδος, εις αυτά πρέπει να δικάζωνται χωρίς όρκους όλοι όσοι εγκαλούνται μεταξύ των. Και γενικώς εις την δίκην οι πρόεδροι δεν πρέπει να επιτρέπουν εις κανένα ούτε να ομνύη, διά να γίνη πιστευτός, ούτε να βλασφημή τον εαυτόν του και την γενεάν του ούτε να καταφεύγη εις εξευτελιστικάς παρακλήσεις και μυρολόγια γυναικεία, αλλά διαρκώς να διαφωτίζη και να προσέχη να ακούση το δίκαιον, ειδεμή, ως να έφυγε από το θέμα του λόγου, οι άρχοντες να τον ανακαλούν να ομιλή εντός της υποθέσεως.

Ο ξένος δε να επιτρέπεται, καθώς τόρα, να δέχεται όρκον από τον ξένον, εάν θέλη, και να δίδη με κύρος. Διότι αυτοί δεν θα γηράσουν μαζί μέσα εις την πόλιν ούτε κτίζουν την φωλεάν των συνήθως, ώστε να αφήσουν εις αυτήν ως συντρόφους άλλους ομοίους των αντικαταστάτας. Και διά την εκτέλεσιν δε των δικών μεταξύ των ο ίδιος τρόπος να ισχύη, οσάκις πρόκειται περί απειθείας εις την πόλιν ενός ελευθέρου χωρίς να είναι άξιος ούτε ραβδισμών ούτε θανάτου. Διά δε την απουσίαν από τους χορούς και τας πομπάς ή από άλλας παρομοίας κοινάς διακοσμήσεις και τελετάς, όσαι γίνονται εις τας ειρηνικάς θυσίας ή εις πολεμικάς συνεισφοράς, εις όλα αυτά πρωτίστως πρέπει να είναι υποχρεωτικόν το πρόστιμον, δι' όσας δεν πείθονται, οι διορισθέντες από την πόλιν και τους νόμους ας εισπράττουν αυτά διά λήψεως ενεχύρων, όταν δε δεν έρχωνται να λάβουν τα ενέχυρα οπίσω, να πωλούνται αυτά, και το αντίτιμον να περιέρχεται εις την πόλιν. Εάν δε χρειάζωνται μεγαλίτερον πρόστιμον, τότε εκάστη αρχή να επιβάλλη εις τους απειθούντας το κατάλληλον πρόστιμον, και να τον εγκαλούν εις το δικαστήριον έως ότου να δεχθή να εκτελέση την διαταγήν των.

Αλλά η πόλις η οποία δεν εκμεταλλεύεται παρά μόνον τα προϊόντα της γης ούτε εμπορεύεται, πρέπει να σκεφθή τι πρέπει να κάμη ως προς τας περιηγήσεις των κατοίκων της έξω από την χώραν, και ως προς την υποδοχήν των ξένων από άλλους τόπους. Πρέπει λοιπόν ο νομοθέτης ως προς αυτά να τους συμβουλεύση και να τους καταπείση όσον είναι δυνατόν. Εδόθη δε εκ φύσεως η επιμιξία των πόλεων να συγχωνεύη όλων των ειδών ήθη με τους ξένους οι οποίοι φέρουν νεωτερισμούς εις τους γνωρίμους των. Αυτό λοιπόν εις μεν τους έχοντας καλόν πολίτευμα με ορθούς νόμους ημπορεί να προξενήση την μεγαλιτέραν βλάβην που υπάρχει, εις δε τας περισσοτέρας πόλεις, επειδή δεν έχουν διόλου καλούς νόμους, δεν βλάπτει διόλου να συμφύρωνται δεχόμενοι μεταξύ των πολιτών των ξένους και οι ίδιοι επισκεπτόμενοι άλλας πόλεις, όταν επιθυμήση κανείς να ξενιτευθή οπουδήποτε και οπόταν θέλη, είτε νέος είτε γεροντότερος.

Εξ άλλου όμως το να μη δεχώμεθα περιηγητάς ούτε οι ίδιοι να περιηγούμεθα άλλους τόπους πρώτον μεν είναι απολύτως αδύνατον, αλλ' εκτός τούτου θα εφαίνετο άγριον και σκληρόν εις τους άλλους ανθρώπους, δηλαδή να εφαρμόζωμεν πράγμα του οποίου και το όνομα είναι απαίσιον, την ξενηλασίαν, και τρόπους αυταρέσκους, καθώς εκείνοι θα ενόμιζαν.

Δεν πρέπει δε να δίδη κανείς μικράν σημασίαν εις το να φαίνεται αγαθός (2) εις τους άλλους ή να μη φαίνεται. Διότι δεν είναι τόσον ανίκανοι να κρίνουν τους άλλους οι πονηροί και κακοί, όσον πλανώνται εις την απόκτησιν της αρετής οι περισσότεροι. Αλλά κάποια θεία ευστοχία υπάρχει και εις την ψυχήν των κακών, ώστε πάρα πολλοί και από τους υπερβολικά κακούς εις την συζήτησίν των καλώς διακρίνουν με την γνώμην των τους καλλιτέρους ανθρώπους από τους χειροτέρους. Διά τούτο είναι καλή η προτροπή, εις πολλάς πόλεις να προτιμούν οι πολίται την καλήν υπόληψιν του λαού. Διότι το ορθότερον και το σπουδαιότερον είναι, όταν είναι κανείς πραγματικώς αγαθός, τότε να επιδιώκη τον ευδόκιμον βίον, όχι όμως αν δεν είναι, τουλάχιστον όστις θέλει να γίνη τέλειος άνθρωπος. Και ακριβώς εις την συνοικιζομένην πόλιν της Κρήτης είναι πρέπον να προσπαθήση αύτη να αποκτήση φήμην από τα άλλα έθνη όσον το δυνατόν ωραιοτέραν και καλλιτέραν ως προς την αρετήν, υπάρχει δε μεγάλη ελπίς καθ' όλα τα φαινόμενα, εάν έλθουν τα πράγματα ευνοϊκά, να την ιδή ο ήλιος και οι άλλοι θεοί μίαν από τας σπανίως ευνομουμένας πόλεις και χώρας.

Το εξής λοιπόν πρέπει να γίνη ως προς τας περιηγήσεις άλλων χωρών και τόπων και της υποδοχής ξένων. Πρώτον μεν εις τον έχοντα ηλικίαν κατωτέραν των σαράντα ετών ας μην επιτρέπεται να περιοδεύση ποτέ εις κανέν μέρος. Έπειτα ιδιωτικώς ας μη επιτρέπεται εις κανένα, αλλά μόνον δημοσίως εις τους κήρυκας, ή τους πρέσβεις ή τας αποστολάς. Τας δε πολεμικάς και στρατιωτικάς εξόδους δεν πρέπει να τας κατατάσσωμεν εις τας πολιτικάς περιηγήσεις, διότι δεν ανήκουν εις αυτάς. Εις δε τους Δελφούς χάριν του Απόλλωνος και εις την Ολυμπίαν χάριν του Διός και εις την Νεμέαν και εις τον Ισθμόν πρέπει να στέλλωμεν αντιπροσώπους, διά να λάβουν μέρος εις τας θυσίας και εις τους αγώνας τους αφιερωμένους εις αυτούς τους θεούς. Να στέλλωμεν δε όσον το δυνατόν περισσοτέρους και καλλιτέρους, ώστε αυτοί να συντελέσουν να φαίνεται η πόλις όσον το δυνατόν ένδοξος διά τας ιεράς και ειρηνικάς επιμιξίας, αντιστρόφως προς την επίδειξιν της πολεμικής των προπαρασκευής· όταν δε έλθουν εις την πατρίδα, θα διδάξουν τους νέους, ότι είναι κατώτεροι οι νόμοι των άλλων ως προς το πολίτευμα.

Ως αποστολήν δε πρέπει πάλιν να στέλλουν οι νομοφύλακες τοιούτου είδους περίπου: Εάν μερικοί πολίται επιθυμούν να μελετήσουν τα πράγματα των ξένων μερών από περίσσευμα σχόλης, κανείς νόμος ας μη τους εμποδίζη. Διότι, αν είναι άπειρος η πόλις των κακών και των αγαθών, με το να μείνη ακοινώνητος, ούτε θα ημπορέση ποτε να γίνη όσον πρέπει ήμερος και τελεία, ούτε πάλιν να διατηρήση τους νόμους της χωρίς να τους δεχθή με την νοημοσύνην και όχι απλώς με τα έθιμα. Διότι μέσα εις τα πλήθη υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι κάπως θείοι, όχι πολλοί, άξιοι όμως γνωριμίας όσον φαντασθή κανείς, και αυτοί αναφαίνονται όχι περισσότερον εις τας ευνόμους πόλεις παρ' όσον εις τας μη ευνόμους. Αυτούς δε πρέπει να τους εξιχνιάση όστις είναι κάτοικος των ευνόμων πόλεων περιηγούμενος γην και θάλασσαν, και να ερευνά αυτούς, οι οποίοι είναι αδιάφθοτοι, και όσοι μεν νόμοι εις τον τόπον των είναι καλοί, να τους επιβεβαιώση, τους δε άλλους να τους διορθώση, εάν κανείς παραλείπεται. Διότι άνευ της τοιαύτης αποστολής και ερεύνης δεν στερεώνεται ποτέ τελείως η πόλις, επίσης δε και όταν γίνεται κακώς η αποστολή.

ΚΛΕΙΝΙΑΣ.

Πώς ημπορούν λοιπόν να γίνουν αυτά και τα δύο;

ΑΘΗΝΑΙΟΣ.

Ιδού πώς. Πρώτον μεν αυτός που θα χρησιμεύση ως αποστολή ας είναι άνω των πενήντα ετών. Έπειτα ας είναι από τους διακριθέντας και εις όλα τα άλλα και προ πάντων εις τον πόλεμον, αφού πρόκειται να δώση υπόδειγμα των νομοφυλάκων μας εις τας άλλας πόλεις. Όταν όμως υπερβή το εξηκοστόν έτος της ηλικίας του, ας μην εκτελή αποστολήν. Αφού δε περιηγηθή όσα έτη θελήση από τα δέκα και επιστρέψη εις την πατρίδα, ας παρουσιαστή εις το σωματείον των εποπτών των νόμων. Αυτό δε ας είναι ανάμικτον από νέους και γεροντοτέρους, και ας συγκεντρώνονται ούτοι κάθε ημέραν υποχρεωτικώς από την αυγήν έως την δύσιν του ηλίου. Και πρώτον μεν οι ιερείς οι οποίοι έλαβαν βραβεία, έπειτα δέκα εκ των νομοφυλάκων, οι εκάστοτε γεροντότεροι, έπειτα ο γενικός επιμελητής της εκπαιδεύσεως και ο νέος και οι πρώην κατέχοντες αυτό το αξίωμα, έκαστος δε από αυτούς όχι μόνος, αλλά ας παρακολουθήται από ένα νέον από τριάντα ετών έως σαράντα — οποιοσδήποτε αρέσει εις αυτόν. Η δε συνέλευσις αυτών ας συζητή πάντοτε περί νόμων και της ιδικής των πόλεως και περί οποιασδήποτε ήθελεν έχουν άλλης καμμίας ενδιαφερούσης πληροφορίας και προ πάντων περί των μαθημάτων, πόσα φαίνονται συμφέροντα εις αυτήν την σύσκεψιν, ώστε, εάν μεν τα μάθουν οι πολίται, να είναι ευσεβέστεροι αν όμως δεν τα μάθουν, τότε να τους φαίνωνται σκοτεινοί και ασαφείς οι νόμοι.