Πώς είναι δυνατόν. Διότι αυτό που λέγεις είναι κατάστασις ζωώδης.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν; Άραγε δι' όλα τα σπουδαία το ίδιον έχομεν να ειπούμεν, ότι δηλαδή όσοι πρόκειται να γίνουν αληθείς φύλακες των νόμων πρέπει να γνωρίζουν την αλήθειαν αυτών, και με ορισμούς να είναι ικανοί να τα εξηγούν και με τα έργα να τα εφαρμόζουν, κρίνοντες και όσα γίνονται καλώς κατά φύσιν και όσα όχι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς όχι;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μήπως λοιπόν τάχα δεν είναι έν από τα ωραιότερα πράγματα το ζήτημα των θεών, το όποιον μάλιστα με προσοχήν εξετάσαμεν, δηλαδή ότι υπάρχουν και πόσην δύναμιν φαίνεται ότι έχουν, και πόσον είναι δυνατόν να εννοηθούν αυτά από τους ανθρώπους, και ότι εις μεν τους περισσοτέρους πολίτας επιτρέπεται να συμμορφώνωνται με την γνώμην μόνον των νόμων, από όσους όμως πρόκειται να λάβουν μέρος εις την φύλαξιν αυτών ότι δεν πρέπει να επιτραπή τούτο εις εκείνον όστις δεν ήθελεν εργασθή επιμόνως διά να αποκτήση πλήρη πεποίθησιν περί της υπάρξεως των θεών; Η δε απαγόρευσις να συνίσταται εις το να μη εκλέγεται μεταξύ των νομοφυλάκων όστις δεν είναι θείος και δεν κατέγινε πολύ εις αυτά, ούτε πάλιν ανήκει εις τους διακρινομένους διά την αρετήν των.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τουλάχιστον είναι δίκαιον καθώς λέγεις, όστις είναι αργός εις τα τοιαύτα, ή ανίκανος να δίδη απάντησιν, να απέχη πολύ από τα καλά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Άραγε λοιπόν γνωρίζομεν ότι δύο πράγματα οδηγούν εις την πίστιν περί υπάρξεως θεών, τα οποία εξετάσαμεν προηγουμένως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ποία;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Το έν μεν είναι αυτό που ελέγαμεν περί της ψυχής, ότι δηλαδή είναι το αρχαιότερον και θεϊκώτερον από όλα τα πράγματα, εις τα οποία η κίνησις λαβούσα σύμμαχον την γένεσιν επρομήθευσε αιωνίαν ύπαρξιν. Το δε άλλο είναι με ποίαν τάξιν γίνεται η κίνησις και των άστρων και όσα άλλα διοικεί ο νους ο τακτοποιήσας το σύμπαν. Διότι όστις αντιληφθή αυτά όχι μηδαμινώς ουδέ επιπολαίως, δεν είναι δυνατόν να είναι τόσον άθεος γεννημένος μεταξύ των ανθρώπων, ώστε να μη πάθη το αντίθετον από ό,τι περιμένουν οι περισσότεροι. Διότι, αυτοί μεν φρονούν ότι όσοι εξετάζουν αυτά με την αστρονομίαν και τας άλλας σχετικάς με αυτήν τέχνας γίνονται άθεοι, διότι εννοούν δήθεν τελείως ότι αυτά τα πράγματα συμβαίνουν συμφώνως με απαραβάτους νόμους και όχι με προαίρεσιν αγαθής θελήσεως.
ΚΛΕΙΝΑΣ.
Αλλά πώς λοιπόν έχει το πράγμα;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καθώς είπα, όλως διόλου αντιθέτως και τόρα και όταν αυτά οι ειδικοί τα ενόμιζαν ως άψυχα. Και είναι μεν αληθές ότι και τότε επεριβάλλοντο αυτά με θαυμασμόν, και υπετίθετο κάπως η σήμερον ασφαλώς παραδεχτή γνώμη από τους λεπτολογούντας περί αυτών, ότι δηλαδή δεν είναι δυνατόν, αν είναι άψυχα και δεν έχουν νουν, να εφαρμόζουν με τόσην ακρίβειαν θαυμασίους υπολογισμούς. Και μερικοί βεβαίως από τότε ετολμούσαν να ριψοκινδυνεύσουν μέχρι του σημείου να λέγουν ότι ο νους ετακτοποίησε όλα τα ουράνια πράγματα. Αλλά οι ίδιοι πάλιν πλανημένοι ως προς την φύσιν της ψυχής και μη γνωρίζοντες ότι είναι αρχαιοτέρα των σωμάτων (της ύλης), αλλά θεωρήσαντες αυτήν ως μεταγενεστέραν, όλα σχεδόν τα ανέτρεψαν πάλιν, και πολύ περισσότερον τον εαυτόν των.
Δηλαδή όσα είναι εμπρός εις τα βλέμματά των και κινούνται εις τον ουρανόν εφάνησαν εις αυτούς ότι είναι φορτωμένα με λίθους και χώμα και με πολλά άλλα άψυχα σώματα, τα οποία διαμοιράζουν τας αιτίας όλου του κόσμου. Αυτοί οι λόγοι επροκάλεσαν τότε την διάδοσιν περί της αθεΐας, και κατέστησαν επικίνδυνον την έρευναν αυτών, και μάλιστα και ύβρεις εσκέφθησαν οι ποιηταί, παρομοιάζοντες τους φιλοσόφους με ανοήτους σκύλλους εξακολουθουντας να γαυγύζουν και τόσαι άλλας ανοησίας. Τόρα όμως, καθώς είπα, συμβαίνει όλως το αντίθετον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Δεν είναι δυνατόν να γίνη κανείς ασφαλώς θεοσεβής από τους θνητούς ανθρώπους, εάν δεν χωνεύση αυτά τα δύο πράγματα, δηλαδή πρώτον ότι η ψυχή είναι το αρχαιότερον όλων όσα έλαβαν γέννησιν και αθάνατον και κυριαρχεί όλων των σωμάτων, δεύτερον δε εκείνο που είπαμεν πολλάκις, δηλ. να εννοήση και τον νουν των όντων που είπαμεν ότι υπάρχει εις τα άστρα και τα προπαρασκευαστικά δι' αυτά μαθήματα, και αφού εμβαθύνη εις την σχέσιν αυτών με την μουσικήν να τα χρησιμοποιήση αρμονικώς εις τας ηθικάς πράξεις και τους νόμους και δι' όσα υπάρχει ορισμός να καταστή ικανός να δίδη εξήγησιν, όστις δε δεν είναι ικανός να αποκτήση και αυτά εκτός των κοινωνικών αρετών σχεδόν δεν είναι δυνατόν ποτέ να γίνη τέλειος άρχων όλης της πόλεως, αλλά μάλλον υπηρέτης άλλων αρχόντων. Τόρα πλέον λοιπόν, φίλε Κλεινία και Μέγιλλε, πρέπει έξω από όλους τους νόμους που εξετάσαμεν να προσέχωμεν αν πρέπει να προσθέσωμεν και τούτον διά να είναι φύλαξ νόμιμος χάριν της ασφαλείας, δηλαδή τον νυκτερινόν σύλλογον (συγκέντρωσιν) των αρχόντων, αφού αποκτήση, όλην την εκπαίδευσιν, την οποίαν ανεφέραμεν. Ή πώς αλλέως να κάμωμεν;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αλλά, αξιαγάπητε φίλε, πώς δεν θα τον προσθέσωμεν, εάν ημπορέσωμεν έστω και ολίγον;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και βεβαίως δι' αυτό ας φιλοτιμηθώμεν όλοι. Διότι και εγώ θα γίνω συνεργάτης σας πρόθυμος, εκτός δε εμού θα εύρω και άλλους, επειδή απέκτησα ως προς αυτά πείραν και μεγάλην μελέτην.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αλλά, Ξένε μου, προ παντός ας βαδίσωμεν εις τον δρόμον που μας οδηγεί και ο θεός. Αλλά ποίος είναι ο καλλίτερος τρόπος, αυτό τόρα ας συζητήσωμεν και ας εξετάσωμεν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα πλέον δι' αυτά, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία, δεν είναι δυνατόν να νομοθετήσωμεν νόμους, πριν να τακτοποιηθούν. Τότε δε μόνον να νομοθετήσωμεν ποίοι πρέπει να γίνουν κυρίαρχοι αυτών. Αλλά τότε πάλιν η επεξεργασία αυτών ημπορεί να γίνη με διδαχήν πολλών μαθημάτων, εάν πρόκειται, να γίνη ορθώς.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πώς; Τι πρέπει να λέγομεν πάλιν ότι σημαίνει, αυτό που είπες;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πρώτον λοιπόν πρέπει βεβαίως να συνταχθή κατάλογος των όσοι είναι κατάλληλοι διά την φύσιν της φρουρήσεως και κατά την ηλικίαν και κατά τα μαθήματα και κατά τους ηθικούς τρόπους και τα έθιμα. Κατόπιν δε από αυτό το τι πρέπει να μάθουν ούτε εύκολον είναι να ευρεθή ούτε να γίνη κανείς μαθητής του ευρέτου. Πλην δε τούτων, τας εποχάς, κατά τας οποίας πρέπει να παραδίδεται το καθέν, θα ήτο μάταιον να αναφέρωμεν εις το έργον μας. Διότι ούτε εις τους ιδίους τους μανθάνοντας είναι σαφές ποίον πράγμα μανθάνεται εις κατάλληλον καιρόν, πριν να γεννηθή εις την ψυχήν εκάστου γνώσις του μαθήματος. Δια τούτο λοιπόν όλα όσα ελέχθησαν, δι' αυτά ίσως μεν δεν είναι ορθόν να ονομασθούν απόρρητα (απόκρυφα), πρέπει, όμως να ονομασθούν απροφήτευτα (απρόβλεπτα), διότι προβλεπόμενα δεν εκφράζουν τίποτε από όσα λέγομεν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Τότε λοιπόν τι πρέπει να κάμωμεν, καλέ Ξένε αφού αυτά είναι ούτω πως;
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καλοί μου φίλοι, κατά την παροιμίαν ας μείνουν επί του τάπητος κοινά δι' όλους, και εάν θελήσωμεν να ριψοκινδυνεύσωμεν το όλον πολίτευμα και να ρίψωμεν, καθώς λέγουν, ή τρία έξ ή τρεις ομοίους κύβους, αυτό πρέπει να κάμωμεν, εγώ δε μαζί σας θα ριψοκινδυνεύσω εξ ίσου με την έκθεσιν και εξήγησιν των γνωμών μου περί παιδείας και ανατροφής, την οποίαν τόρα πάλιν εθίξαμεν εις την συζήτησιν. Αλλ' αυτό το ριψοκινδύνευμα δεν είναι ελαφρόν ούτε ομοιάζει με κανέν άλλο. Συ δε, φίλε Κλεινία, σε συμβουλεύω να φροντίσης διά το εξής. Δηλαδή συ διά την πόλιν των Μαγνητών ή οστισδήποτε είναι εκείνος, εις του οποίου το όνομα θα καθιερώση αυτήν ο θεός, θα λάβης μεγάλην δόξαν, διότι την ετακτοποίησες καλώς, ή τουλάχιστον δεν θα ξεφύγης ποτέ από το να νομίζεσαι ο ανδροπρεπέστερος από όλους τους μεταγενεστέρους. Και βεβαίως, φίλοι μου, εάν σχηματισθή από ημάς αυτός ο θείος σύλλογος, εις αυτόν πρέπει να παραδώσωμεν την πόλιν, και δεν θα δοθή καμμία σχεδόν αμφισβήτησις εις κανένα από τους σημερινούς νομοθέτας έξω από αυτά, αλλά θα είναι σχεδόν αληθώς τετελεσμένη πραγματικότης αυτό, το οποίον ολίγον προηγουμένως εθεωρήσαμεν ως όνειρον, συγχωνεύσαντες την ένωσιν της κεφαλής και του νου εικονικώς, εάν όμως βεβαίως και οι άνδρες μας εκλεχθούν με ακρίβειαν και εκπαιδεύσουν καταλλήλως, και, αφού εκπαιδευθούν, κατοικήσουν εις την ακρόπολιν της χώρας και καταρτισθούν ως νομοφύλακες, τοιούτοι οποίους ημείς δεν είδαμεν εις την προηγουμένην μας ζωήν καταλλήλους διά την ασφαλιστικήν των ικανότητα.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Φίλε Κλεινία, συμφώνως με όλα όσα είπαμεν ή τον συνοικισμόν της πόλεως πρέπει να εγκαταλείψωμεν ή αυτόν τον Ξένον να μη τον αφήσωμεν, αλλά με τας παρακλήσεις και με όλα τα μέσα να τον λάβωμεν ως μέτοχον εις τον συνοικισμόν της πόλεως.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά ομιλείς, Μέγιλλε, και όχι μόνον εγώ θα κάμω αυτά, αλλά και συ βοήθησέ με.
ΜΕΓΙΛΛΟΣ.
Θα σε βοηθήσω.
ΤΕΛΟΣ ΝΟΜΩΝ
ΕΠΙΝΟΜΙΣ
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΕΠΙΝΟΜΙΣ
[Ή ΝΥΚΤΕΡΙΝΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ, Ή ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ (4)]
ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ
ΑΘΗΝΑΙΟΣ ΞΕΝΟΣ ΚΛΕΙΝΙΑΣ ΚΡΗΣ ΜΕΓΙΛΛΟΣ ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΙΟΣ
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Καθώς εμείναμεν σύμφωνοι, καλέ Ξένε, ήλθαμεν εις την ώραν μας και οι τρεις μας, εγώ και συ και απ' εδώ ο Μέγιλλος, διά να μελετήσωμεν ως προς την φρόνησιν, ποίον είναι εκείνο το οποίον όταν διανοηθή ο άνθρωπος λαμβάνει την ανωτέραν τελειότητα ως προς την φρόνησιν, όσον του είναι δυνατόν. Δηλαδή όλα μεν τα άλλα, καθώς φρονούμεν, όσα απέβλεπαν εις την νομοθεσίαν, τα εξετάσαμεν. Εκείνο όμως το οποίον είναι το σπουδαιότερον διά να το εύρωμεν και να το εκθέσωμεν, δηλαδή τι πρέπει να μάθη ο θνητός άνθρωπος, διά να γίνη σοφός, αυτό ούτε το είπαμεν ούτε το ευρήκαμεν. Τώρα όμως ας προσπαθήσωμεν να μη το παραλείψωμεν. Διότι σχεδόν θα αφήσωμεν ημιτελές το ζήτημα το οποίον εθέσαμεν εξ αρχής όλοι μας, έχοντες πεποίθησιν ότι θα το σαφηνίσωμεν εντελώς απ' αρχής μέχρι τέλους.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Φίλε Κλεινία, πολύ ορθά ομιλείς, αλλά νομίζω ότι θα ακούσης παράδοξον λόγον, και πάλιν όχι παράδοξον κάπως. Δηλαδή πολλοί οι οποίοι εδοκίμασαν πολλά εις την ζωήν των επαναλαμβάνουν τον ίδιον λόγον, ότι δεν θα κατορθώση ποτέ να γίνη αξιομακάριστον και ευτυχισμένον το ανθρώπινον γένος. Παρακολούθησε λοιπόν και γνώρισε εξ ιδίας σου αντιλήψεως αν σου φαίνομαι ότι και εγώ καλώς ομιλώ περί αυτού συμφώνως με αυτούς. Φρονώ ότι δεν είναι δυνατόν οι άνθρωποι να γίνουν αξιομακάριστοι και ευτυχείς, εκτός ολίγων βεβαίως, εν όσω ζώμεν. Θέτω αυτόν τον περιορισμόν. Υπάρχει όμως καλή ελπίς, όταν κανείς αποθάνη, να απολαύση όλα εκείνα, δι' όσα ενόσω έζη είχε προθυμίαν να ζη όσον το δυνατόν καλλίτερα, και όταν αποθάνη να απολαύση παρόμοιον τέλος. Δεν λέγω δε καμμίαν σπουδαίαν φιλοσοφίαν, αλλά πράγμα το οποίον γνωρίζομεν κάπως όλοι οι Έλληνες και οι βάρβαροι, ότι δηλαδή είναι ανυπόφορον διά παν ζώον το να γεννηθή κατ' αρχήν. Και πρώτον μεν το ν' αποκτήση την κατάστασιν του εμβρύου, έπειτα πάλιν να γεννηθή, και ακόμη να ανατραφή και να εκπαιδευθή, ότι όλα αυτά γίνονται με απείρους κόπους, καθώς νομίζομεν όλοι, και ολίγος καιρός μένει προς συλλογισμόν όχι μόνον εις τους πονηρούς, αλλά και όποιον θεωρήση κανείς ως μέτριον. Αυτός δε μόλις φαίνεται ότι παίρνει, κάπως την αναπνοήν του εις το μέσον του ανθρωπίνου βίου. Ταχέως όμως τον προφθάνει το γήρας, οποιοσδήποτε και αν είναι, και τον κάμνει να μη θέλη να ξεναγεννηθή, αφού λογαριάση την ζωήν που έζησε, εάν τύχη να είναι φορτωμένος με παιδικάς προλήψεις. Δι' αυτά λοιπόν ποίαν άραγε απόδειξιν έχω; Το ότι είναι τοιαύτης φύσεως το ζήτημα το οποίον τόρα εξετάζομεν εις την συζήτησίν μας. Βεβαίως δε εξετάζομεν με ποίον τρόπον ημπορούμεν να γίνωμεν σοφοί, φρονούντες ότι υπάρχει εις έκαστον κάποια τοιαύτη επιδεκτικότης. Αυτή δε φεύγει δρομαίως, όταν κανείς στραφή προς καμμίαν γνώσιν από τας λεγομένας τέχνας ή γνώσεις ή άλλας παρομοίας επιστήμας, καθώς τας θεωρούμεν, διότι καμμία από αυτάς δεν είναι ανταξία να χαρακτηρισθή ως σοφία ως προς αυτά, η ψυχή όμως έχει μεγάλην πεποίθησιν και μαντεύει, ότι έχει εντός της αυτήν από κάτι φυσικόν. Ποία όμως είναι και πότε και πώς, δεν είναι ικανή τόσον καλά να το εύρη. Άραγε δεν ομοιάζει πολύ με αυτό η απορία και η συζήτησίς μας περί της σοφίας, η οποία επέρχεται ανωτέρα από ό,τι προβλέπομεν εις έκαστον εις εκείνους όσοι γίνονται ικανοί εντός των να εξετάσουν τον εαυτόν των και τους άλλους, αμοιβαίως με όλα τα είδη της συζητήσεως και υπό πάσαν έποψιν; Θα δεχθώμεν ότι είναι ούτω πως αυτά, ή όχι;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Θα δεχθώμεν, φίλε Ξένε, με την ελπίδα ίσως, την οποίαν προ πολλού ελάβαμεν από σε, δηλαδή ότι είναι δυνατόν κατόπιν να εννοήσωμεν το αληθέστατον περί αυτών.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πρέπει λοιπόν να εξετάσωμεν τας άλλας, όσαι λέγονται μεν επιστήμαι, αλλά δεν κάμνουν σοφόν τον αποκτώντα και κατέχοντα αυτάς, ώστε, αφού αφήσωμεν αυτάς έξω, να προσπαθήσωμεν να προμηθευθώμεν και να μάθωμεν εκείνας τας οποίας χρειαζόμεθα.
Πρώτον λοιπόν, δι' εκείνας αι οποίαι χρειάζονται εις το θνητόν γένος, ας εξετάσωμεν πώς είναι αναγκαιόταται σχεδόν και αληθώς πρώται, όστις όμως γίνη επιστήμων αυτών, και αν κατ' αρχάς νομισθή ότι είναι κάπως σοφός, τότε πλέον όμως δεν νομίζεται σοφός και εκτός τούτου αποκτά όνειδος από αυτήν την επιστήμην. Θα ειπούμεν δε ποίαι είναι αυταί και ότι σχεδόν πας όστις αγωνίζεται να νομισθή ότι έγινε όσον το δυνατόν άριστος ανήρ, αποφεύγει αυτάς, διότι απέκτησε την φρόνησιν εις τας πράξεις του. Ας δεχθώμεν δε ως τοιαύτας και εκείνην η οποία μας απέσπασε γενικώς από την ζωώδη αλληλοφαγίαν, καθώς λέγει η παράδοσις, και την αποκαταστήσασαν ημάς εις την νόμιμον τροφήν, θα είναι δε οι παλαιότεροι εύσπλαγχνοι εις ημάς καθώς και είναι. Ποίοι όμως είναι αυτοί ας το αφήσωμεν κατά μέρος.
Και λοιπόν η κατασκευή των ζυμαρικών και των αλεύρων είναι μεν τροφή καλή και αγαθή, δεν θα έχη όμως την δύναμιν να κάμη ποτέ ένα άνθρωπον σοφόν. Διότι ακριβώς και αυτό το όνομα της κατασκευής θα επέφερε δυσκολίαν εις αυτά τα κατασκευαζόμενα πράγματα. Σχεδόν δε και ολόκληρος η γεωργία της χώρας (δεν είναι σοφία). Διότι όχι από τέχνην, αλλά εκ φύσεως συμφώνως με την θέλησιν του θεού φαίνεται ότι όλοι μας μεταχειριζόμεθα την γην. Αλλά πάλιν ούτε η ίδρυσις των κατοικιών και όλη η οικοδομική και η κατασκευή όλων των σκευών, και η σιδηρουργία και η κατασκευή όλων των αρχιτεκτονικών και πλαστικών και πλεκτικών και των άλλων εν γένει οργάνων, η οποία εις τον δήμον παρέχει υπηρεσίας, δεν ημπορεί να θεωρηθή ως αρετή. Αλλά και όλη η κυνηγετική ακόμη, η οποία κατήντησε πολυειδής (5) και τεχνική, δεν έχει την μεγαλοπρέπειαν της σοφίας, επίσης δε ούτε η μαντική και η εξηγητική απολύτως. Διότι μόνον τας φράσεις ερμηνεύει, αν όμως είναι αληθείς, αυτό δεν το γνωρίζει.
Αφού λοιπόν βλέπομεν ότι η απόκτησις των αναγκαίων γίνεται μεν τεχνικώς, αλλά καμμία από τας τέχνας δεν κάμνει κανένα σοφόν, τότε πλέον μένουν κάποια παιγνίδια, τα οποία εις το περισσότερον είναι μιμήσεις, αλλά δεν είναι διόλου σπουδαία. Δηλαδή μιμούνται και με όργανα διάφορα και με διαφόρους σχηματισμούς των σωμάτων των όχι τόσον κομψούς και τους λόγους και την μουσικήν και όσα παράγει η ζωγραφική, και παράγονται πολλά και πολυποίκιλα κοσμήματα με πολλά ελαστικά ή στερεά είδη. Δι' αυτά, όμως κανένα, δεν κάμνει εις τίποτε σοφόν η μιμητική, και αν εφαρμόζη την μεγαλιτέραν του επιτηδειότητα. Αφού δε συνεπληρώθησαν όλαι αι εργασίαι, τότε πλέον έρχεται η βοήθεια η πολυποίκιλος εις άπειρα πράγματα, και η μεν σπουδαιοτέρα και γενικωτέρα τέχνη του πολέμου, η οποία ωνομάσθη στρατηγική και είναι απαραίτητος ανάγκη, απαιτεί περισσοτέραν τύχην, και μάλλον παράγεται με ανδρείαν φυσικήν παρά με σοφίαν. Εκείνη δε πάλιν, την οποίαν ονομάζουν ιατρικήν, είναι σχεδόν επίσης βοήθεια δι' όσας ζημίας προξενούν εις την φύσιν των ζώων αι διάφοροι εποχαί του έτους με το ψύχος και τον καύσωνα τον υπερβολικόν και όλα τα παρόμοια, αλλά κανέν από αυτά δεν είναι αποτελεσματικόν διά την αληθεστάτην σοφίαν. Διότι είναι χωρίς ωρισμένον μέτρον και μόνον με τας υποθέσεις συμπεραίνονται. Επίσης δε βοηθούς θα ονομάσωμεν και τους πλοιάρχους και τους ναύτας συγχρόνως, αλλά και από αυτούς ας μη θελήση κανείς να μας παρουσιάση κανένα εξ όλων ως σοφόν. Διότι δεν είναι δυνατόν να γνωρίζη την οργήν και την φιλίαν των ανέμων, το οποίον είναι περιζήτητον δι' όλην την πλοιαρχικήν τέχνην. Αλλά πάλιν και όσοι είναι βοηθοί εις τας δίκας και λέγουν ότι στηρίζονται εις την δύναμιν του λόγου με το μνημονικόν των και με την άσκησιν, προέχοντες πολύ εις τους συλλογισμούς και τα έθιμα, ως προς την αλήθειαν, και ούτοι επί των πραγματικών δικαίων πλανώνται πολύ. Μένει λοιπόν διά την απόκτησιν της φήμης του σοφού μία παράδοξος δύναμις, την οποίαν ίσως οι περισσότεροι ονομάζουν μάλλον φύσιν παρά σοφίαν, όταν αντιληφθή κανείς άλλον ότι εννοεί ευκόλως ό,τι μανθάνει, ενθυμείται δε παρά πολλά και με ακρίβειαν, και όταν αναπολή το κατάλληλον πράγμα εις εκάστην στιγμήν, το οποίον κάμνει εντύπωσιν, και τούτο το κάμνει ταχέως. Δηλαδή όλα αυτά άλλοι μεν τα θεωρούν φύσιν, άλλοι δε σοφίαν, άλλοι δε αγχίνοιαν. Σοφόν όμως πραγματικώς με κανέν από αυτά δεν θα δεχθή ποτε κανείς λογικός άνθρωπος να θεωρήση κανένα.
Και όμως πρέπει να παρουσιασθή εις το μέσον κάποια επιστήμη, την οποίαν όταν κατέχη, θα γίνη πράγματι σοφός ο σοφός και δεν θα νομίζεται απλώς.
Ας ιδούμεν λοιπόν. Διότι αρχίζομεν ζήτημα εντελώς δύσκολον, δηλαδή να εύρωμεν άλλην ιδιότητα από όσας ανεφέραμεν, η οποία ημπορεί να ονομασθή πράγματι και ευλόγως σοφία, όστις δε την αποκτήση να μην είναι ούτε βάναυσος ούτε ηλίθιος εξ αιτίας της, αλλά σοφός και αγαθός πολίτης και άρχων και αρχόμενος εντός της πόλεως δικαίως και αρμονικώς. Ας προσέξωμεν λοιπόν να εννοήσωμεν ποία άραγε επιστήμη μόνη αποχωρισθείσα από την ανθρωπίνην φύσιν ή μη εισελθούσα εις αυτήν από όλας, όσαι τόρα υπάρχουν εις αυτήν, θα καθίστα τον άνθρωπον το ανοητότερον και μωρότερον ζώον. Και λοιπόν τούτο δεν είναι δύσκολον να το εννοήσωμεν. Δηλαδή περισσότερον από πάσαν άλλην εκείνη μόνον που έδωκε τον αριθμόν εις όλον το θνητόν γένος ημπορεί να κατορθώση τούτο.
Νομίζω δε ότι ο ίδιος ο θεός μας έδωκε αυτό διά να μας σώση παρά κάποια τύχη. Ποίος δε είναι ο θεός που νομίζω, πρέπει να το εξηγήσω, αν και είναι παράδοξος και πάλιν κάπως όχι παράδοξος. Διότι ο αίτιος όλων των αγαθών μας πώς δεν πρέπει να νομίζωμεν ότι υπήρξε αίτιος και του πολύ ανωτέρου αγαθού, δηλαδή της φρονήσεως; Και τόρα άραγε ποίον θεόν μεγαλύνω με τους λόγους μου, φίλε Μέγιλλε και Κλεινία; Σχεδόν τον ουρανόν, τον οποίον είναι και δικαιότατον να τιμώμεν και να προσευχώμεθα εις αυτόν κατ' εξοχήν, καθώς κάμνουν όλοι γενικώς οι άλλοι δαίμονες και θεοί. Ότι δε αυτός έγινε αίτιος εις ημάς και των άλλων αγαθών, σχεδόν όλοι ημπορούν να το ομολογήσουν. Συγχρόνως δε ημείς διισχυριζόμεθα ότι μας έδωκε πραγματικώς και τους αριθμούς και θα μας δώση και άλλα μαθηματικά ζητήματα (6), εάν κανείς θελήση να παρακολουθή. Δηλαδή, εάν κανείς προχωρήση εις την ορθήν εξέτασιν αυτού, είτε κόσμον επιθυμεί κανείς να τον ονομάζη είτε Όλυμπον είτε ουρανόν, ας τον ονομάζη ούτω πως, αλλά ας παρακολουθή όμως πώς ποικίλλει τον εαυτόν του και στρέφει όλα τα άστρα του και προξενεί εις όλα όλας τας μετακινήσεις και τας ώρας και την τροφήν. Ακόμη δε προξενεί και την άλλην φρόνησιν, καθώς φρονούμεν, με όλους τους αριθμούς και τα άλλα αγαθά. Τούτο δε είναι το μεγαλίτερον, δηλαδή να αποκτήση κανείς το δώρον των αριθμών του και να ερευνήση όλην την περιφοράν του. Αλλά επιστρέφοντες κάπως ολίγον εις όσα είπαμεν ας ενθυμηθούμεν ότι πολύ ορθά εσκέφθημεν, ότι, εάν εξαιρέσωμεν τους αριθμούς από την ανθρωπίνην φύσιν, δεν είναι δυνατόν ποτε να γίνωμεν λογικοί. Διότι δεν ημπορεί πλέον να αποκτήση τελειοποίησιν η ψυχή τούτου του ζώου, από το οποίον λείπουν οι αριθμοί. Δηλαδή παν ζώον, το οποίον δεν γνωρίζει να διακρίνη τα δύο και τα τρία ούτε τα μονά και τα ζυγά, και εν γένει δεν γνωρίζει αριθμούς, ποτέ δεν ημπορεί να δώση λόγον δι' όσα πράγματα απέκτησε μόνον αντιλήψεις διά των αισθητηρίων και παραστάσεις. Το υπόλοιπον όμως της αρετής, δηλαδή την ανδρείαν και την σωφροσύνην, τίποτε δεν εμποδίζει να την αποκτήση. Όστις όμως στερείται του αληθούς λόγου ποτέ δεν ημπορεί να γίνη σοφός, και εις όποιον δεν υπάρχει σοφία, η οποία είναι το μεγαλίτερον μέρος της όλης αρετής, αυτός δεν ημπορεί να γίνη τελείως αγαθός και επομένως ευτυχής. Τόσον είναι ανάγκη να θέσωμεν ως βάσιν τους αριθμούς.
Διά ποίον δε λόγον τούτο είναι αναγκαίον, θα εχρειάζετο πολύ περισσοτέραν συζήτησιν από όσα είπαμεν. Αλλά και αυτά που θα ειπούμεν τόρα θα είναι ορθά ότι δηλαδή και όσα ελέχθησαν διά τας άλλας τέχνας προ ολίγου, και από αυτά δεν θα μείνη κανέν, αλλά γενικώς όλα θα καταστραφούν, εάν κανείς απομακρύνη την αριθμητικήν. Ίσως δε μερικοί νομίσουν ότι εις πολύ ολίγα πράγματα χρειάζεται αριθμούς το ανθρώπινον γένος, αποβλέποντες εις τας τέχνας. Μολονότι και αυτό είναι σπουδαίον. Αλλά εάν κανείς εννοήση το θείον μέρος και το θνητόν της γενέσεως (πλάσεως), εντός της οποίας θα εννοήση και την ευσέβειαν και την αλήθειαν των αριθμών, τότε πλέον όλοι αι μάντεις του κόσμου δεν ημπορούν να φαντασθούν πόσην δύναμιν μας επροξένησαν οι αριθμοί, αφού μας επροξένησαν και όσα συγκαταλέγονται εις την μουσικήν, σχετικά με τας κινήσεις και τους τόνους. Και το σπουδαιότερον ότι είναι αίτιοι όλων των αγαθών. Και ότι δεν είναι αίτιοι κανενός κακού, αυτό πρέπει να το εννοήσωμεν καλώς — και τούτο ευκόλως ημπορεί να γίνη — αλλά η σχεδόν άλογος και άτακτος και άσχημος και άρρυθμος και απροσάρμοστος περιφορά και όλα όσα μετέχουν κανενός κακού είναι στερημένα παντός αριθμού και αυτό πρέπει να το σκεφθή ούτω πως όστις θέλει να αποθάνη ευτυχής. Και όστις δεν γνωρίζει αυτούς, βεβαίως δεν θα συλλάβη αληθή ένοιαν διά το δίκαιον και αγαθόν και καλόν και όλα τα παρόμοια, αναμετρών αυτά εις τον εαυτόν του, ούτε θα πείση άλλον απολύτως περί αυτών.
Και λοιπόν ας προχωρήσωμεν εις την ουσίαν του ζητήματος, δηλαδή πώς εμάθαμεν αρίθμησιν. Εμπρός. Δηλαδή δεν εδόθη άραγε από κάποιον μέρος αφορμή, διά να εννοήσωμεν το έν και το δύο, αφού έχομεν αυτήν την φυσικήν ικανότητα από ολόκληρον το σύμπαν να αντιληφθώμεν αυτό; Και όμως πολλά άλλα ζώα ούτε εις αυτό δεν τα εβοήθησε η φύσις των, δηλαδή να ημπορέσουν να μάθουν από τον πατέρα των αρίθμησιν, εις ημάς όμως αυτά ακριβώς ενεφύτευσε ο θεός, ώστε να είμεθα ικανοί, όταν μας τους δεικνύουν, να τους διακρίνωμεν, έπειτα μας τους έδειξε και τους δεικνύει τακτικά, και από όλα τα πράγματα τι ωραιότερον ημπορεί κανείς να ιδή με τους οφθαλμούς του παρά την γενεάν των ημερών; Έπειτα ημπορεί να έλθη εις το μέρος της νυκτός, ενώ έχει την όρασίν του, οπότε θα του φανή όλως το αντίθετον. Και λοιπόν ανταλλάσσει αυτάς τας αντιλήψεις πολλάς νύκτας και πολλάς ημέρας, με τας οποίας ο ουρανός ποτέ δεν παύει να διδάσκη εις τους ανθρώπους το έν και τα δύο, έως ότου πλέον και ο δυσμαθέστατος να μάθη αρκετά την αρίθμησιν. Διότι έκαστος από ημάς ημπορεί κατ' αυτόν τον τρόπον να εννοήση και τα τρία και τα τέσσαρα και τα πολλά, όταν βλέπη αυτά. Διά τούτο μεταξύ άλλων εδημιούργησε ο θεός και την σελήνην, η οποία άλλοτε μεν φαίνεται μεγαλιτέρα και άλλοτε μικροτέρα και παρουσιάζει πάντοτε διάφορον ημέραν, έως τας δέκα πέντε ημέρας και νύκτας.
Αυτή δε διαγράφει κύκλον, εάν θελήση κανείς να θεωρήση ως έν ολόκληρον την κυκλικήν τροχιάν της, ώστε, διά να εκφρασθώμεν ούτω πως, να ημπορή να τα μάθη και το βλακωδέστερον ζώον από όσα ο θεός έδωκε ικανότητα εκ φύσεως να μανθάνουν.
Και έως εδώ μεν και με αυτά τα μέσα παν ζώον επιδεκτικόν μαθήσεως έγινε υπερβολικά αριθμητικόν, δηλαδή ως προς το να παρατηρή χωριστά το καθέν πράγμα μόνον του. Το να υπολογίζη όμως τας σχέσεις των αριθμών μεταξύ των νομίζω ότι έχει ανωτέραν αιτίαν, και διά τούτο, καθώς είπαμεν, έκαμε την σελήνην να αυξάνη και να φθίνη και απετέλεσε το έτος με μήνας (7) και ήρχισε να συγκρίνη πάντα αριθμόν προς μεγάλην ευτυχίαν. Από αυτά δε παρήχθησαν οι καρποί και εκυοφόρησε η γη, ώστε να υπάρχη τροφή δι' όλα τα ζώα, με την ύπαρξιν ανέμων και βροχών όχι υπερβολικών ούτε υπερμέτρων. Αλλ' εάν κανέν από αυτά συμβαίνη κάπως άσχημα, δεν πρέπει να προφασιζώμεθα την θείαν φύσιν, αλλά την ανθρωπίνην, η οποία δεν τακτοποιεί με δικαιοσύνην τον βίον της.
Όσον όμως αφορά εις ημάς, ενώ εξετάζαμεν το ζήτημα των νόμων, σχεδόν μας εφάνη ότι τα μεν άλλα όσα ωφελούν τους ανθρώπους είναι και εύκολον να γνωρίσωμεν, και έκαστος είναι ικανός να εννοήση τα λεγόμενα και να τα εκτελέση, εάν εννοήση ποίον είναι εκείνο το οποίον είναι λογικόν να συμφέρη και ποίον όχι. Λοιπόν μας εφάνη και ακόμη και τόρα μας φαίνεται, ότι αι μεν άλλαι ασχολίαι δεν είναι υπερβολικά δύσκολοι, με ποίον όμως τρόπον πρέπει να γίνωνται χρηστοήθεις οι άνθρωποι είναι δυσκολώτατον. Και όσον μεν διά τα άλλα, το να τα αποκτήση κανείς χρησίμως είναι, καθώς λέγει η παροιμία, και δυνατόν και όχι δύσκολον, δηλαδή πόσην περιουσίαν πρέπει να έχη και πόσην όχι και ποίου είδους σώμα πρέπει και ποίου όχι. Επίσης και ψυχήν ότι μεν πρέπει να έχωμεν αγαθήν, συμφωνεί έκαστος με οποιονδήποτε, αλλά με ποίον τρόπον αγαθήν; Και πάλιν ότι μεν πρέπει να έχωμεν δικαίαν ψυχήν και σώφρονα και ανδρείαν, και εις αυτά συμφωνεί, ότι όμως σοφήν, έκαστος μεν λέγει ότι πρέπει, αλλά ποίου είδους σοφίαν, καθώς είπαμεν προ ολίγου, κανείς απολύτως με κανένα δεν συμφωνεί από τους περισσοτέρους.
Τόρα λοιπόν ακριβώς έξω από όλας τας προηγουμένας σοφίας ευρίσκομεν κάποιαν σοφίαν όχι μηδαμινήν ως προς αυτά ακριβώς, δηλαδή ως προς το να φαίνεται σοφός όστις έμαθε όσα εξετάσαμεν. Αν όμως είναι πραγματικώς σοφός ο επιστήμων εις αυτά και αγαθός, ως προς τούτο πρέπει να ζητήσωμεν εξηγήσεις.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ξένε, πόσον ευλόγως είπες ότι σκοπεύεις να ειπής μεγάλους λόγους περί μεγάλων ζητημάτων.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Βεβαίως δεν είναι μικρά, φίλε, το δε σοβαρώτερον είναι ότι είναι εντελώς και απολύτως αληθή.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Υπερβολικά βεβαίως, Ξένε μου, αλλά μην αποκάμης να ειπής ό,τι διισχυρίζεσαι.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Μάλιστα και λοιπόν και σεις μην αποκάμετε να ακούετε.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Αυτό να γίνη, εγώ σου απαντώ και διά τους δύο μας.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πολύ καλά. Λοιπόν πρέπει, καθώς φαίνεται, να ειπούμεν από την αρχήν, και κυρίως μεν, εάν ημπορούμεν να συμπεριλάβωμεν εις έν όνομα ποία είναι η σοφία την οποίαν παραδεχόμεθα, εάν δε εις τούτο ήμεθα υπερβολικά ανίκανοι, τότε το δεύτερον ζήτημα, δηλαδή ποίαι είναι αι ιδιότητες και πόσαι, τας οποίας όταν αποκτήση κανείς θα γίνη σοφός συμφώνως με τον ιδικόν μας λόγον.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Λέγε, αν αγαπάς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Και λοιπόν τόρα δεν θα μισηθή ο νομοθέτης, αν ομιλή περί των θεών καλλίτερα παρά προηγουμένως και με καλλιτέραν παρομοίωσιν, ως να χρησιμοποιή ωραίαν διασκέδασιν τιμών τους θεούς και γεραίρων αυτούς με ύμνους και μακαριστούς εις όλην του την ζωήν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως πολύ καλά ομιλείς, Ξένε μου. Και είθε αυτό το τέλος να θέσης εις τους νόμους σου, δηλαδή, αφού κανείς πανηγυρίση τους θεούς και ζήση καθαρωτέραν την ζωήν του, να επιτύχη συγχρόνως τέλος κάλλιστον και ωραιότατον.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Πώς λοιπόν το λέγομεν αυτό, φίλε Κλεινία; Άραγε φρονείς ότι πρέπει να υμνούμεν υπερβολικά και να τιμώμεν τους θεούς, ευχόμενοι να μας φωτίζουν να λέγωμεν τα καλλίτερα και ωραιότερα λόγια δι' αυτούς; Αυτό εννοείς ή πώς αλλέως;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Βεβαίως καταπληκτικά ούτω πως. Αλλά, αξιοθαύμαστε φίλε, βασιζόμενος εις τους θεούς προσεύχου και λέγε την συνέχειαν του λόγου σου περί των αρμοζόντων εις τους θεούς και τας θεάς.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό θα γίνη, αν ο ίδιος ο θεός μας οδηγήση. Αλλά και συ προσεύχου και μη σε μέλει.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ημπορείς να ειπής τα κατόπιν.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Καθώς φαίνεται λοιπόν, πρέπει πρώτον την θεογονίαν και την ζωογονίαν, την οποίαν οι προηγούμενοι την παρωμοίασαν κακώς, εγώ να την παρομοιάσω (ερμηνεύσω) καλλίτερον συμφώνως με τον προηγούμενον λόγον, επαναλαμβάνων τον λόγον τον οποίον απέτεινα προς τους ασεβείς και εξηγών εις αυτούς ότι υπάρχουν θεοί φροντίζοντες δι' όλα μικρά και μεγάλα και είναι σχεδόν αμετάπειστοι ως προς τα δίκαια, εάν βεβαίως ενθυμήσθε, φίλε Κλεινία. Διότι ελάβατε και υπομνήσεις δι' αυτά. Και βεβαίως όσα ελέχθησαν τότε ήσαν πολύ αληθή. Το εξής δε ήτο το σπουδαιότερον από αυτά, ότι η ψυχή ολόκληρος είναι αρχαιοτέρα του σώματος ολοκλήρου.
Άραγε δεν το ενθυμείσθε; Ή ασφαλώς ενθυμείσθε αυτό τουλάχιστον; Δηλαδή όποιον είναι καλλίτερον και παλαιότερον και θεοειδέστερον, αυτό φαίνεται ότι είναι ως προς το κατώτερον και νεώτερον και προστυχότερον, και γενικώς ότι το κυρίαρχον είναι σεβασμιώτερον από το κυριαρχούμενον, και απολύτως το φέρον από το φερόμενον. Λοιπόν ας αναγνωρίσωμεν αυτό, ότι η ψυχή είναι αρχαιοτέρα του σώματος. Αφού δε τούτο είναι ούτω πως, τότε θα είναι πιθανώτερον σχεδόν ότι από το πρώτον της δημιουργίας προηγήθη άλλο πρώτον. Και λοιπόν ας δεχθώμεν ότι η αρχή της αρχής (8) είναι ωραιοτέρα, και μας προβιβάζει ορθότατα εις τα υψηλότερα ζητήματα της σοφίας περί της γενέσεως των θεών.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Ας δεχθώμεν ότι αυτά ορθώς είναι ειπωμένα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Εμπρός λοιπόν. Βεβαίως ζώον θα ειπούμεν ότι λέγεται πολύ ορθώς, όταν γίνη μία συνένωσις ψυχής και σώματος και γεννήση μίαν μορφήν.
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Πολύ ορθά.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Αυτό λοιπόν δικαιότατα δεν ονομάζεται ζώον;
ΚΛΕΙΝΙΑΣ.
Μάλιστα.
ΑΘΗΝΑΙΟΣ.
Τόρα λοιπόν στερεά σώματα, από τα οποία ημπορεί κανείς κάλλιστα και ωραιότατα να πλάση κάτι, πρέπει λογικώς να θεωρούνται πέντε, ολόκληρος δε η άλλη τάξις έχει μίαν μορφήν (της ψυχής). Δηλαδή ασώματον δεν ημπορεί να υπάρξη κανέν άλλο, το οποίον να μην έχη ποτέ κανέν χρώμα, παρά μόνον το θειότατον γένος της ψυχής. Αυτό δε είναι εκείνο, εις το οποίον αρμόζει να πλάττη και να δημιουργή, εις δε το σώμα, καθώς είπαμεν, αρμόζει να πλάττεται και να δημιουργήται και να είναι ορατόν. Αλλά — ας επαναλάβωμεν πάλιν. Διότι δεν πρέπει μίαν φοράν να το ειπούμεν — εις αυτήν αρμόζει να είναι αόρατος και μόνον εις τον εννοοούντα καταληπτή, και να μετέχη της μνήμης και των υπολογισμών με συνδυασμόν των περιττών και των αρτίων αριθμών. (9) Λοιπόν από τα πέντε σώματα που υπάρχουν πρέπει να δεχθώμεν ότι έν είναι το πυρ και έν το ύδωρ και τρίτον ο αήρ, τέταρτον δε η γη και πέμπτον ο αιθήρ. Με την κυριαρχίαν δε εκάστου από αυτά σχηματίζονται πολλά και ποικίλα ζώα. Πρέπει να μάθωμεν το καθέν ως εξής.
Ας παραδεχθώμεν το πρώτον ως γήινον, δηλαδή όλους τους ανθρώπους και όλα τα πολύποδα και άποδα και όσα βαδίζουν και όσα είναι στάσιμα, κρατούμενα με ρίζας. Ως ενότητα δε όλων αυτών πρέπει να θεωρούμεν το εξής, ότι δηλαδή όλα αυτά αποτελούνται από όλα τα γένη, αλλά το περισσότερον μέρος αυτών αποτελείται από χώμα και στερεάν φύσιν. Άλλο δε γένος ζώου πρέπει να θεωρήσωμεν κατόπιν εκείνο, το οποίον διαρκώς σχηματίζεται και είναι δυνατόν να βλέπεται. Διότι το περισσότερον μέρος του το έχει από το πυρ, έχει όμως και μέρος από την γην και από τον αέρα, επίσης δε και από όλα τα άλλα στοιχεία έχει ολίγα μέρη. Διά τούτο λοιπόν πρέπει να δεχθώμεν ότι αυτά γίνονται ζώα πολυποίκιλα και ορατά. Και πρέπει πάλιν να πιστεύωμεν εις τα γένη των ζώων του ουρανού, και τούτο να δεχθώμεν ότι είναι το θείον γένος των άστρων, το οποίον επέτυχε σώμα μεν ωραιότατον, ψυχήν δε καλλίστην και ευτυχεστάτην. Εκ των δύο δε μοιρών την μίαν τουλάχιστον πρέπει να αποδώσωμεν εις αυτό με την γνώμην μας. Δηλαδή ή ότι είναι άφθαρτον ή και αθάνατον έκαστον από αυτά και απολύτως θείον κατά λογικήν ανάγκην, ή έχει έκαστον κάπως μακροχρόνιον βίον αρκετόν διά την ζωήν εκάστου, η οποία δεν έχει ποτέ πλέον καμμίαν περισσοτέραν ανάγκην.
Πρώτον λοιπόν ας εννοήσωμεν αυτό που λέγομεν, δηλαδή ότι δύο είναι τα τοιαύτα ζώα. Και επαναλαμβάνομεν ότι είναι και τα δύο μεν ορατά, το έν μεν από πυρ, ολόκληρον, καθώς φαίνεται, το δε άλλο από γην. Και το μεν γήινον ευρίσκεται εις αταξίαν, το δε πύρινον κινείται με απόλυτον τάξιν. Και λοιπόν εκείνο μεν που κινείται με αταξίαν πρέπει να το θεωρούμεν ανόητον, και τούτο ως επί το πλείστον κάμνουν τα πέριξ ημών ζώα, το δε άλλο που κινείται με τάξιν και εις τον ουρανόν πρέπει να το λάβωμεν ως σπουδαίαν απόδειξιν ότι είναι νοήμον. Διότι, αφού προχωρεί συμφώνως με τους ιδίους όρους και ομοίως πάντοτε ενεργεί και πάσχει, δίδει αρκετήν απόδειξιν ότι ζη φρονίμως. Η δε απαίτησις της ψυχής, η οποία έχει νουν, είναι ισχυροτέρα από όλους τους εξαναγκασμούς. Διότι κυριαρχεί και δεν κυριαρχείται εις το να νομοθετή. Η δε κανονικότης της ψυχής, όταν αποφασίση το καλλίτερον συμφώνως με τον καλλίτερον νουν, αποβαίνει το τέλειον και το πραγματικώς σύμφωνον με τον νουν, και τότε ούτε ο αδάμας δεν είναι ισχυρότερος αυτού· ούτε περισσότερον άκαμπτος, αλλά πρέπει να πιστεύσωμεν ότι αι τρεις Μοίραι το κρατούν και το φυλάττουν διά να είναι τέλειον ό,τι εσχεδιάσθη με την καλλιτέραν απόφασιν από έκαστον θεόν. Διά δε τους ανθρώπους έπρεπε να χρησιμεύση ως απόδειξις περί του ότι έχουν νουν τα άστρα και όλη εκείνη η περιφορά, το ότι εκτελούν πάντοτε τας ιδίας κινήσεις, διότι εκτελούν αποφάσεις ληφθείσας προ απείρως πολλού χρόνου, και δεν μετατοπίζονται άνω κάτω, ώστε άλλοτε άλλας κινήσεις εκτελούντα να πλανώνται και να αντιστρέφωνται. Τούτο εξηγήθη από τους περισσοτέρους όλως αντιθέτως, ότι δηλαδή, επειδή εκτελούν τας ιδίας κινήσεις και ομοίως, δεν έχουν ψυχήν. Και ηκολούθησεν αυτούς τους ανοήτους ο λαός, ώστε να νομίση ότι το μεν ανθρώπινον ζώον είναι νοήμον και ζωντανόν, ως κινούμενον, το δε θείον είναι ανόητον ως μένον εις τας ιδίας περιφοράς. Ήτο όμως δυνατόν εις τον άνθρωπον, εάν παραδεχθή τα καλλίτερα και ωφελιμώτερα και αγαπητότερα, να εννοήση ότι διά τούτο πρέπει να νομίζη νοήμον εκείνο το οποίον ενεργεί υπό τους ιδίους όρους και ομοίως και διά τους ιδίους λόγους. Αυτό δε ότι είναι η φύσις των άστρων, η οποία εις την όρασιν μεν είναι ωραιοτάτη, διότι αυτά χορεύουν και διαγράφουν τον ωραιότατον και μεγαλοπρεπέστατον χορόν από όλους και εκτελούν τα χρήσιμα δι' όλα τα ζώα.
Και πρώτον προς εξήγησιν του λόγου, διά τον οποίον θεωρούμεν αυτά έμψυχα, ας σκεφθώμεν το μέγεθος αυτών, δηλαδή δεν είναι τόσον μικρά, όσον μας φαίνονται πραγματικώς, αλλά έκαστον από αυτά είναι ανυπολόγιστον κατά τον όγκον. Πρέπει δε να το πιστεύσωμεν. Διότι αυτό γίνεται αντιληπτόν με πολλάς αποδείξεις. Δηλαδή ολόκληρον τον ήλιον είναι δυνατόν να εννοήσωμεν ορθώς ως μεγαλίτερον από ολόκληρον την γην και βεβαίως και όλοι οι μετακινούμενοι αστέρες (πλανήται) έχουν κάπως θαυμαστόν μέγεθος. Ας σκεφθώμεν όμως ποίος τρόπος υπάρχει, ώστε να περιφέρη τόσον μεγάλον όγκον — κάποια δηλαδή φύσις εις τον ίδιον χρόνον εις όσον και σήμερον ακόμη περιφέρονται. Λοιπόν εγώ φρονώ ότι ο θεός είναι ο αίτιος και ποτέ δεν είναι δυνατόν αλλέως. Δηλαδή ποτέ δεν είναι δυνατόν να υπάρξη έμψυχον πράγμα αλλέως παρά από θεόν, καθώς ημείς φρονούμεν. Αφού δε αυτό είναι ικανός να το εκτελέση ο θεός, ήτο εντελώς εύκολον πρώτον μεν να γίνη εντελώς ζωντανόν ολόκληρον το σώμα και ολόκληρος ο όγκος, έπειτα δε να το μετακινή με τον τρόπον, τον οποίον εθεώρησε καλλίτερον. Τόρα λοιπόν περί όλων αυτών ένα λόγον ημπορούμεν να ειπούμεν αληθινόν. Δεν είναι δυνατόν η γη και ο ουρανός και όλοι οι αστέρες και όλοι οι αποτελούμενοι από αυτούς όγκοι, εάν δεν εδόθη πλησίον των ή εντός εκάστου από αυτούς ψυχή, να μετακινούνται με ακρίβειαν έκαστον έτος συμφώνως με τους μήνας και τας ημέρας, και να γίνονται εις όλους μας αγαθά όλα, όσα εδημιουργήθησαν. Πρέπει δε όσον μηδαμινόν πράγμα είναι ο άνθρωπος, τόσον περισσότερον να μη φλυαρή, αλλά να φαίνεται ότι ομιλεί σαφώς.
Και λοιπόν, εάν κανείς θεωρήση ως αιτίας τα ορμέμφυτα των σωμάτων ή τας φύσεις ή κανέν παρόμοιον, δεν λέγει τίποτε σαφές. Αυτό όμως που ελέχθη από ημάς πρέπει να το επαναλάβωμεν, διά να ιδούμεν αν έχει λογικήν ο λόγος μας ή εντελώς καθυστερεί ως προς αυτήν, πρώτον μεν ότι τα όντα είναι δύο, το έν μεν ψυχή, το δε άλλο σώμα, και ότι είναι πολλά όντα εκάστου από τα δύο αυτά είδη, όλα όμως είναι διάφορα και μεταξύ των και του ενός είδους προς το άλλο, και έπειτα ότι δεν υπάρχει τρίτον τι ανάμικτον από τα δύο εις κανέν. Έχει δε μεγάλην διαφοράν η ψυχή από το σώμα. Διότι αυτήν μεν θα την θεωρήσωμεν νοήμονα, αυτό δε ανόητον, και εκείνην κυρίαρχον, αυτό δε εξουσιαζόμενον, και εκείνην μεν αιτίαν όλων, αυτό δε αναίτιον παντός παθήματος. Επομένως το να δεχθώμεν ότι τα επουράνια προέρχονται από άλλο τίποτε και ότι δεν είναι κατ' αυτόν τον τρόπον γεννήματα της ψυχής και του σώματος θα ήτο μεγάλη μωρία και παρολογισμός. Εάν λοιπόν πρόκειται να υπερισχύσουν οι λόγοι περί όλων αυτών και να φαίνωνται όλα αυτά πιστευτά ως θεία, πρέπει να τα θεωρήσωμεν ως έν από τα δύο. Δηλαδή ή πρέπει πολύ ορθώς να τα εξυμνούμεν ως να είναι οι ίδιοι οι θεοί, ή να τα θεωρήσωμεν ομοιώματα των θεών ωσάν αγάλματα, τα οποία κατεσκεύασαν οι ίδιοι οι θεοί.
Διότι βεβαίως δεν είναι έργα ανοήτων ούτε μικράς αξίας, αλλά, καθώς είπαμεν, έν από τα δύο αυτά πρέπει να δεχθώμεν, και τα πιστευθέντα ως τοιαύτα να τα τιμώμεν περισσότερον από όλα τα αγάλματα. Διότι είναι αδύνατον να παρουσιασθούν ποτε ωραιότερα και παγκοσμιώτερα αγάλματα εις όλην την ανθρωπότητα ούτε υψωμένα εις υπεροχωτέρους τόπους από αυτά, (10) υπερέχοντα κατά την καθαρότητα και σεμνότητα και όλην την ζωήν όσον έγιναν όλα αυτά τελείως.
Τόρα λοιπόν ας δοκιμάσωμεν τούτο μόνον διά τους θεούς, δηλαδή, αφού παρετηρήσαμεν τα δύο ορατά εις ημάς ζώα, εκ των οποίων λέγομεν ότι το έν μεν είναι αθάνατον, όλα δε τα γήινα ότι είναι θνητά, ας προσπαθήσωμεν να εξηγήσωμεν σαφώς τα άλλα τρία τα διάμεσα των πέντε πώς επλάσθησαν συμφώνως με την πιθανωτέραν γνώμην. Δηλαδή ας δεχθώμεν τον αιθέρα κατόπιν από το πυρ, και ότι η ψυχή τούτου έχει την ικανότητα να πλάττη ζώα έχοντα δύναμιν συνάμα δε και άλλα γένη, ως επί το πολύ μεν εκ της ιδικής του φύσεως, τα δε μικρότερα μέρη των από τα άλλα γένη χάριν συνδέσεως.
Κατόπιν δε από τον αιθέρα η ψυχή πλάττει από τον αέρα άλλο γένος ζώων και τρίτον από το ύδωρ. Αφού δε εδημιούργησε όλα αυτά η ψυχή, είναι επόμενον ότι εγέμισε όλον τον ουρανόν από ζώα, μεταχειρισθείσα όλα τα γένη, όσον ήτο δυνατόν, αφού όλα έγιναν μέτοχα της ζωής. Τα δε δεύτερα και τρίτα και τέταρτα και πέμπτα αρχίζουν από τους ορατούς θεούς και τελειώνουν εις ημάς τους ανθρώπους.
Και τόρα λοιπόν όσον διά τους θεούς, δηλαδή τον Δία και την Ήραν και όλους τους άλλους, όπως θέλει έκαστος, ας τους παραδέχεται συμφώνως με τον ίδιον νόμον και ας έχη στερεωμένην αυτήν την γνώμην. Αλλά τους ορατούς θεούς πρέπει να τους θεωρούμεν ως τους ανωτέρους και τιμιωτέρους (11) και οξυδερκεστέρους και πρώτους, δηλαδή αυτούς οι οποίοι αποτελούν την φύσιν των άστρων και όσοι αντιλαμβανόμεθα ότι εδημιουργήθησαν μαζί με αυτά, κατόπιν δε από αυτούς εις την σειράν και κατά δεύτερον λόγον τους δαίμονας. Έπειτα το αέριον γένος, το οποίον κατέχει την τρίτην θέσιν και την μεσαίαν, το οποίον είναι αίτιον της διερμηνείας (διαισθήσεως) (12) πρέπει να το τιμώμεν καθ' υπερβολήν δε των δύο τούτων ζώων, δηλαδή του αερίου και του αιθερίου, δεν είναι ούτε ορατόν ολόκληρον το καθέν.
Δι' αυτό ενώ λοιπόν παρευρίσκεται πλησίον μας, δεν είναι εντελώς αισθητόν. Μετέχουν δε θαυμασίας νοημοσύνης, αφού ανήκουν εις ευφυές γένος και μνημονικόν, και πρέπει να φρονούμεν ότι γνωρίζουν την ιδικήν μας διανόησιν και ότι θαυμασίως συμπαθούν τον καλόν και αγαθόν από ημάς και μισούν τον πολύ κακόν, τούτο δε διότι προηγουμένως απέκτησαν την αίσθησιν της λύπης. Και βεβαίως ο θεός ο οποίος έλαβε τελείως θείαν μοίραν ευρίσκεται έξω από αυτά, δηλαδή από την λύπην και την ηδονήν, της δε φρονήσεως και γνώσεως είναι καθ' όλα μέτοχος. (13) Και αφού ολόκληρος ο ουρανός είναι γεμάτος από ζωντανά όντα διαμηνύουν μεταξύ των και αυτοί οι εις μεγίστην απόστασιν ευρισκόμενοι θεοί όλοι όλα, διότι τα μεσάζοντα ζώα μετακινούνται προς την γην και τον όλον ουρανόν με ελαφράν έλξιν. Εκείνο δε που συνίσταται από ύδωρ ημπορεί μεν ορθώς να το παρομοιάση κανείς προς ημίθεον και να ειπή δι' αυτό ότι άλλοτε μεν είναι ορατόν, άλλοτε δε κρύπτεται και γίνεται άφαντον (ατμός) και παρουσιάζει θαυματουργίαν εις την αμυδράν όρασιν.
Δι' αυτά λοιπόν τα πέντε ιδανικώς τέλεια ζώα, οτιδήποτε μερικοί από ημάς εγνώρισαν ή εις τον ύπνον μέσα εις τα όνειρά των, ή εις τας διαδόσεις και μαντείαι ήκουσαν λεγόμενον εις ακοάς υγιείς ή νοσηράς ή κατά τα τέλη της ζωής των έτυχε να ακούσουν ιδιωτικώς ή δημοσίως τοιαύται γνώμας, από τας οποίας ιδρύθησαν διάφορα προσκυνήματα πολλών θεών, ως προς όλα αυτά, ο νομοθέτης, όστις έχει και τον ελάχιστον νουν ποτέ δεν θα τολμήση να νεωτερίση και να ωθήση την πόλιν του εις θεοσέβειαν, η οποία έχει κάτι τι ασαφές. Αλλά πάλιν και από τας θυσίας, τας οποίας ορίζει ο πατροπαράδοτος νόμος, δεν θα θελήση να τους αποτρέψη, αφού δεν γνωρίζει τίποτε, και αφού δεν είναι δυνατόν απολύτως εις την θνητήν φύσιν να γνωρίζη περί των τοιούτων. Διά δε τους αληθώς φανερούς εις ημάς θεούς άραγε δεν επιβάλλει ο ίδιος λόγος να θεωρούνται κακοί, όσοι δεν τολμούν να μας τους γνωρίζουν και να τους φανερώνουν, αφού μένουν αλειτούργητοι και δεν απολαμβάνουν τας ανηκούσας εις αυτούς τιμάς;