— Όλα καλά, μπάρμπ’-Αλέξανδρε· μα έλα που ξέχασα να στείλω χαμπάρι στο σπίτι μας.
— Αλήθεια; Επόμενον ήτο. Δεν πειράζει, Κωσταντή.
Την επαύριον έμαθα ότι η αδελφή μου η νεωτέρα επήγε μεσάνυκτα, μαζί με τον ανεψιόν μου μ' ένα φανάρι, κ' εξύπνησε την νεαράν γυναίκα τον Κωσταντή, όπου ήτο έγγυος εις τον μήνα της, διά να πληροφορηθή. Τέλος έμαθαν ότι είχα υπάγει στο πανηγύρι, και ησύχασαν.
— Σήκω τώρα να πηγαίνουμε. Θα είνε παρά πάνω από δέκα η ώρα . . . Το φεγγάρι όσο πάει και γέρνει εκεί κάτω, και θα τα βρούμε σκούρα στον κατήφορον, ανάμεσα στα ρέμματα και στον ελαιώνα.
Πάμε, μπάρμπ’-Αλέξανδρε.
Εσηκώθη κ' εφόρτωσε τα πράγματα εις το ζώον. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν ανεζήτει το ψάθινο καπέλλο του, και δεν ενθυμείτο πού το είχε πετάξει. Τέλος το ηύραμεν τη βοηθεία του κηρίου (ή του Κυρίου).
Εγώ είχα φορέσει το υπόδημά μου. Εσβύσαμεν το κερί, και το έβαλα εγώ στην τσέπη μου. Ανέβημεν τον μικρόν ανηφορίσκον έως τον ζυγόν των δύο βουνών, μεταξύ των δύο υψωμάτων, του Αγίου Αθανασίου και του Αγίου Κωνσταντίνου. Εκεί εκατηφορίσαμεν, διά να φθάσωμεν εις την Κεχριάν.
Το φεγγάρι, ήμισυ και κάτι, έγερνε προς τον Αραδιάν τον δρυμώνα, κ' εχαμήλωνεν. Αντικρύ εις το Πήλιον έμελλε να κρυφθή μετά μίαν ώραν το πολύ, αλλά πριν να κρυφθή θα έχανε σχεδόν το φέγγος του, όσον θα εκοντοζύγωνεν εις το μέγα βουνόν. Αι δρύες του Αραδιά εφαίνοντο ως να έρριπτον την σκιάν των προς τον ουρανόν και το φεγγάρι εθόλωνεν, εθόλωνεν.
Εγώ είχα την ιδέαν ότι ο Κωστής θα είξευρε καλλίτερ' από εμέ τον δρόμον, ως νέος και κατοικών διαρκώς εις τον τόπον. Εκείνος εφρόνει ότι εγώ θα ενθυμούμην καλλίτερα τα κατατόπια, ως παλαιός και αγαπών τα εξωκκλήσια. Αλλ' είχα δέκα χρόνια να υπάγω στην Κεχριάν, ο δε Κωστής, αν και βαθυκτήμων, δεν είχεν ελαιώνα προς αυτό το μέρος, και δεν εσύχναζεν. Οι δρομίσκοι της εξοχής είνε σκολιοί και άτακτοι. Άλλος καταπατεί του γείτονος το κτήμα, ή το δημοτικόν ή το μοναστηριακόν, και ωθεί τον δρόμον παρά έξω, άλλος ανοίγει μονοπάτι όπου φθάση, μέσα εις τους αγρούς, και συντομεύει τον δρόμον, άλλος κτίζει καλύβην, στρώνει άλωνα και κατασκευάζει φράκτην προς το συμφέρον του. Και το φεγγάρι εχαμήλωνε. Τέλος εχάσαμεν, ως εικός, τον δρόμον. Έβγαλα το σπερματσέτον και το ήναψα. Ετρεπόμεθα δεξιά και αριστερά, αποδώ κι' αποκεί, εκείνος καβάλλα, εγώ πεζός. (Ο Κώτσος μοι επρότεινε φιλοφρόνως να κατέλθη και να ιππεύσω, αλλ' εγώ δεν συνηθίζω ποτέ το τοιούτον εις την μικράν νήσον μου).
Τέλος ο Κωσταντής κατήλθεν εξ ύψους του υποζυγίου του, μου επήρε το κερί κ' εκύτταζε να εύρη τον δρόμον. Ύστερα είπεν ότι τον ηύρε, έσβυσε το κερί, το έβαλε δεν ξεύρω πού και ίππευσε πάλιν.
Και πάλιν απεπλανήθημεν. Εκοντεύαμεν ως τόσον να φθάσωμεν εις την Παναγίαν. Μας εφαίνετο ότι εβλέπαμεν κάτι ως κτίριον, ως εκκλησία, ως μοναστηράκι· μίαν ακτίνα ωσάν από πυρ κατακλυσμού ανθρώπων αγρυπνούντων, αλλά τον δρόμον δεν τον ευρίσκαμεν· πώς να κατέλθωμεν εκεί; Ησθάνθημεν ότι επέσαμεν δέκα πήχεις κάτω από το επίπεδον όπου ήτο το μικρόν παλαιόν μονύδριον. Εφθάσαμεν εις άβατον. Ούτε εμπρός, ούτε πίσω. Ο Κωσταντής επέζευσε και πάλιν από το ύψος του σαμαριού, και μου εζήτει το κηρίον, διά ν' ανάψη να βρη τον δρόμον. Αλλ' εγώ ενθυμούμην ότι δεν μου είχε δώσει το κηρίον. Τέλος έψαξεν εις τον κόρφον του, εις της τσέπες του, εις το ζεμπίλι και το ηύρε δεν ξεύρω πού. Έτριψεν έν πυρείον, δύο, τρία, πέντε, αλλά τοιούτον αεράκι, απόγειον, εξήρχετο από το βουνόν, ώστε τα σπίρτα έσβυναν πριν ανάψουν. Τέλος κατώρθωσε ν' ανάψη το κερί, αλλά μίαν στιγμήν το έσβυσε το αεράκι.
Τέλος ο Παπάς — τοιούτον παρατσούκλι έφερεν είς κηπουρός, όστις ήτο εις εκείνο το μέρος, δεν ειξεύρω διατί ο αυτός εκαλείτο και Σκαρλάτος, αλλά το καθαυτό όνομά του δεν κατώρθωσα να το μάθω — μας ησθάνθη ότι ευρισκόμεθα προς εκείνο το μέρος, και ήλθεν εις βοήθειάν μας προτού φωνάξωμεν — διότι εντρεπόμεθα να φωνάξωμεν. Ήλθε και μας ανέβασε προς τα επάνω, και μας ωδήγησεν εις την Παναγίαν την Κεχριάν.
Ο Γούμενος, νεαρός ρασοφόρος, τον οποίον είχε στείλει ο νεοχειροτόνητος Επίσκοπος, είχε κοιμηθή, αφού έκαμε τον εσπερινόν, διαρκέσαντα ως την δεκάτην ώραν. Ήτο παρά μικρόν μεσάνυκτα, όταν εφθάσαμεν. Ο Γούμενος δεν εγνώριζε τα παλαιά έθιμά μας, και δεν τα ησπάζετο. Τα κελλία κατερειπωμένα· έν μόνον είχεν ανακαινισθή εσχάτως δαπάνη ενός κοσμικού χριστιανού. Ο ολίγος κόσμος, όστις είχεν οδοιπορήσει προς τα εκεί διά να εορτάση — τριάντα περίπου ευλαβείς οικοκυράδες, και άνδρες δέκα ή δεκαπέντε, και άλλα τόσα παιδία, είχαν υπάγει διά ν' αγρυπνήσουν· άλλως, ποίος θα εκόμιζε ρούχα διά να κοιμηθή; και ποίος θα επήγαινε διά να κοιμηθή εν υπαίθρω; Ο Γούμενος είχε κοιμηθή στο κελλί.
Ο Γιώργης το Μπονακάκι, ψάλτης, όστις είχεν υπάγει αφ' εσπέρας, μ' επληροφόρησεν ότι ο πάτερ Γεράσιμος είχεν υποσχεθή να σηκωθή μετά μίαν ώραν, και ν' αρχίση τον όρθρον. Καλά. Σημείωσις ότι το παλαιόν μονύδριον της Κεχριάς ήτο προσκολλημένον ως μετόχι εις το πάλαι ποτέ σεβάσμιον κοινόβιον του Ευαγγελισμού, κ' εκείθεν είχεν έλθει διά να τελειώση την πανήγυριν ο παππα-Γεράσιμος.
Φωτιά ήτον αναμμένη εις το προαύλιον. Γυναίκες και παιδία εθερμαίνοντο εις το πυρ. Έκαμνε ψύχραν.
— Πέτε μας καμμίαν ιστορίαν για κανένα στοιχειό, χριστιανοί, είπα εγώ, και εκάθησα πλησίον εις το πυρ. Εδώ στο σπίτια, τον κατήφορο, πόσα στοιχειά έβλεπα τον παλαιόν καιρόν! Πού κείνα τα χρόνια!
Άρχισε το Μαριώ του Μουσκαδού, κ' η γρηά Αγάλλαινα, κ' η παππαδιά του Μπονάκη η χήρα, η μήτηρ του Ιεροψάλτη, να μας διηγώνται διά στοιχειά. Αλλά διεφώνησεν ο κυρ-Μενέλαος, όστις δεν λείπει απ' όλα τα πανηγύρια, κι' ο Στέργιος της Καλαματίνας, λέγοντες ότι αυτοί δεν πιστεύουν τα στοιχειά.
Παντού παρουσιάζονται Ρωμηοί διά συζήτησιν περί του αν υπάρχουν στοιχειά. Εγώ εις αυτούς τους ανθρώπους, αν είχα εξουσίαν, θα έθετα φίμωτρον.
Έγεινε δύο η ώρα, κι' ο Γούμενος εκοιμάτο κι' ο κόσμος εκρύωνεν. Ο
Γιώργης το Μπονακάκι μου προσεφέρθη να υπάγη να ξυπνήση τον
Γούμενον.
— Όχι, μην τον ξυπνάς. Δεν έχομε θάρρος στον άνθρωπον. Πάμε μέσα, κ' εγώ θ' αρχίσω τον «Πολυέλεον», διά να πάρω την μπόρα . . . δηλαδή διά ν' αναλάβω την ευθύνην. Και συ άνοιξε το βιβλίο σου το μουσικό και κελάδει το. Εγώ θ' αρχίσω το «Δούλοι Κυρίου». Κατόπιν εσύ αρχινάς το «Λόγον αγαθόν». Εγώ δεν ήλθα διά τον «Πολυέλεον» ήλθα, διά το «Πεποικιλμένη».
Εισήλθομεν εις τον σεπτόν ναΐσκον — Βυζαντινόν με χιβάδας και με τοιχογραφίας — και αρχίσαμεν τον «Πολυέλεον». Ο κόσμος έτρεξε κατόπιν μας, ήναψαν πολλά κηρία αι γυναίκες, και ηύραν θάλπος και παραμυθίαν.
Μετά είκοσι λεπτά ο Γούμενος επαρουσιάσθη. Είτε η ψαλμωδία μας τον εξύπνησεν, είτε ήθελε να εξυπνήση. Επλησίασα προς την πύλην του ιερού την βορείαν και του εξηγήθην·
— Πάτερ, διά να μαζωχθή ο κόσμος και να ζεσταθή, εκρίναμεν καλόν ν' αρχίσωμεν τον « Πολυέλεον», χωρίς να σας βιάσωμεν εις τίποτε. Πιστεύω ότι δεν ηνωχλήθητε.
— Καλά, καλά.
Τέλος ηξιώθην να ψάλω το «Πεποικιλμένη» και τούτο αρκεί. Όταν εξήλθομεν από την λειτουργίαν, περί το λυκαυγές, ο Γούμενος μειδιών, μας προσέφερεν επί της πεζούλας έξω του ναού, όπου εκαθήσαμεν, ροδάκινα και ρακί, ευλογίαν του Μοναστηρίου. Είχα αποποιηθή να πίω καφέν, όταν μου προσέφεραν αι γυναίκες αι πανηγυρίστριαι, αλλ' όταν ο Γούμενος έστειλε τον πάτερ Παφιώτιον, πρώην υπενωματάρχην, όστις είχε καλογηρέψει εις το κελλί, και μου έφερε μεγάλην κούπαν καφέν μοναστηριακόν, θαυμάσιον, δεν ηδυνήθην ν' αρνηθώ.
Ύστερον έμαθα ότι την ώραν που είχε καταβή «μαχμουρλής» ο Γούμενος από το κελλίον, μία των γυναικών, η ρηθείσα Μαριώ του Μουσκαδού, τον επλησίασε και του είπε·
— Γέροντα, να μου κάμης μια παράκλησι, σαν απολύση η λειτουργία.
— Δεν λες αυτουνού, που είνε μέσα, να σου την κάμη, απήντησεν ο
Γούμενος.
Εννοούσεν εμέ.
Τ Ε Λ Ο Σ
1) Όλοι οι στίχοι είνε παράφρασις εκ του ΠΓ' Ψαλμού, ου η αρχή: « Ως αγαπητά τα σκηνώματά σου. Κύριε των δυνάμεων, επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου».