WeRead Powered by ReaderPub
Χριστουγεννιάτικα διηγήματα cover

Χριστουγεννιάτικα διηγήματα

Chapter 6: Η ΤΥΧΗ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A series of short stories set around the Christmas season in small rural communities portrays households facing harsh winter, scarcity, and seasonal work while tracing acts of compassion and quiet endurance. The narratives focus on everyday survival: gathering scant harvests, mending livelihoods, and sustaining children amid social stigma and limited means. Vivid sensory detail evokes weather, humble interiors, and labor routines, and moral reflection emerges through neighbors’ responses, religious observance, and personal sacrifices. The tone remains empathetic and observant, emphasizing practical resourcefulness, communal ties, and the small mercies that shape life during a difficult festive season.

Μετά δέκα λεπτά της ώρας κατήλθε πάλιν κενόν το σχοινίον.

Ο Στάθης έδεσε την Στέρφαν, και οι τρεις άνδρες ανέσυραν την
Στέρφαν.

Η Στέρφα τότε μόνον εδοκίμασε να εκβάλη βελασμόν, όταν ήρχισε να ταλαντεύηται εις το κενόν με το σχοινίον.

Ο Στάθης έμεινε μοναχός του επί δέκα λεπτά της ώρας, χωρίς την
Ψαρήν, και χωρίς την Στέρφαν.

Κατά τα δέκα ταύτα λεπτά υπέφερε φοβερώς. Ο ίλιγγος ήρχισε να τον καταλαμβάνη. Έκλειε τα όμματα διά να μη ζαλίζεται. Έσφιγγε τα δόντια. Έλεγε το &Πάτερ ημών&, το &Θεοτόκε Παρθένε&, και δύο ακόμη προσευχάς, όσας είξευρεν.

Ο άνεμος, ο σφοδρός άνεμος του μεγάλου κενού και του πελάγους, εφύσα μετά βοής εις τα ώτα του. Ανέπνεε δυνατά, ήσθμαινε και η καρδία του έπαλλεν, έπαλλε σφοδρώς.

Τέλος, εφάνη το σχοινίον.

Ο Στάθης το έδραξε πεταχτά, εδέθη σπασμωδικώς, εσφίχθη. Εξέχασε να σείση το σχοινίον, διά να δώση σημείον εις τους άνδρας. Πλην εκείνοι ησθάνθησαν το βάρος και ήρχισαν να τραβούν.

Ο Στάθης ανέπεμψεν ένθερμον, εσχάτην προσευχήν αγωνίας, εκρατήθη με τρεμούσας χείρας από το σχοινίον, και αφέθη εις το κενόν.

Εταλαντεύετο σφοδρώς. Ο άνεμος είχε δυναμώσει. Εκτύπησε δύο ή τρεις φοράς την κεφαλήν, τους ώμους και τους πόδας εις τον βράχον.

Όταν έφθασεν εις το ύψος του βράχου, είχε ξεπιάσει ήδη τας χείρας από το σχοινίον. Ήτο λιπόθυμος, αδρανές σώμα, ωχρός και μόλις αναπνέων.

Οι άνδρες τον έλυσαν, τον επλάγιασαν υπό τον σχοίνον, του έδωκαν να πίη ρούμι, τον έβρεξαν με νερό.

Ευτυχώς δεν εβράδυνε να συνέλθη.

Η Ψαρή ήτο εκεί, και τον εζέσταινε με την πνοήν της.

Η Στέρφα ίστατο ολίγον παραπέρα, και εκύτταζεν ηλιθίως.

Η θειά-Αρετώ εθαύμαζε, και έλεγεν ακόμη·

— Τι αποκοτιά! τι αποκοτιά!

Ο ιερεύς, βοηθούμενος από τον μπάρμπ’-Αναγνώστην τον Παρθένην, είχε ψάλει την μικράν παράκλησιν εμπρός εις την εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης.

Ο Περηφανάκιας έλεγε·

— Να σας ορίσου, βρε πηδιά, πουτέ μ' δεν είδια τέτοιου πράμμα, απ' λέει ου λόους. Κακή δ'λειά, να σας πω, βρε πηδιά!

Ο Αγκούτσας εκύτταζε μετά πόθου την Στέρφαν.

— Άξιζεν, άξιζεν, είπε μέσα του· θα τ'νε ξεφαντώναμε μια χαρά!

Ο Ντάνας είπε·

 — Κ' είδατε πως κατέβαινε, σαν καμαρωμένη νύφη. Κη τώρα ζαλίστηκε
το πηδί· δεν πειράζει, περαστικά νάνε.

Όταν συνήλθεν ο Στάθης, έκαμε τον σταυρόν του, εστράφη προς τους άνδρας, και είπε·

— Τώρα, την Ψαρή την έταξα ασημένια στην Παναγία, και θα την δώσω. Μα, ως τόσο, ένα κατσικάκι, που μου βρίσκεται ακόμη απ' τα πρώτα γεννητούρια, αξίζετε, θα σας το θυσιάσω. Ελάτε, παιδιά, πάμε στο μαντρί, να σας φιλέψω.

Η ΤΥΧΗ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΑ

Την πτωχήν την Ασημήναν, σύζυγον του βαρελά του χωρίου, όλαι αι συγγενείς της την ελυπούντο και την εκαίοντο, πώς θα κατώρθωνε ν' αποκαταστήση και να υπανδρεύση τας τέσσαρας κόρας, τας οποίας της έδωκεν ο Θεός, ύστερον από δύο υιούς, τους οποίους της είχε χαρίσει, και αφού τα έξ αυτά τέκνα με κόπον και με πολύν καϋμόν τα είχε αναθρέψει. Το επάγγελμα του συζύγου της είχε, κυρίως ειπείν, μόνον δύο μήνας γονίμους δι' όλου του έτους, όλον δεν τον άλλον καιρόν ήτον απραξία με ολίγαις κουτσοδουλειαίς και «μερεμέτια». Και πάλιν οι δύο εκείνοι μήνες έφερον περισσότερα παράπονα και δυσαρεσκείας, παρά κέρδη και εισπράξεις.

Καθ' όλον τον Αύγουστον και τον Σεπτέμβριον, εις την εποχήν του τρύγου, των πρωίμων και των οψίμων, μοσχάτων και μαύρων, έτρεχαν όλοι και όλαι μαζί, οι αμπελοκτήμονες εις του μαστρο-Στεφανή φέροντες κυλιστά από το σπίτι της κάδες και τα βυτία των και τα βαρέλια των διά να τους τα διορθώση. Ο μαστρο-Στεφανής, αγαπών τα αστεία, συνήθιζε να λέγη :

— Μα όλοι μαζί, Χριστιανοί μου; . . . Τα ίδια που παθαίνει ο παππα-Μακάριος, ο πνεμματικός, της παραμονές των Χριστουγέννων και την Μεγάλη Βδομάδα . . . Ολονών τα κρίμματα προφταίνει ένας παππάς, όσον κι' αν πιάν' η ευκή του, να τα σχωρέση μονοκοπανιά; . . . Τι να κάμη κ' εκείνος, το λοιπόν; . . . «Βαφτίζω και μυρώνω . . . »

Τω όντι, πώς θα ηδύνατο ποτέ ο μαστρο-Στεφανής να τους ευχαριστήση τους πάντας; σχεδόν κανένα δεν ηυχαρίστει. Κ' εκείνοι των οποίων τα αγγεία πρώτα επεσκεύαζε, κ' εκείνοι έφευγον δυσηρεστημένοι ισχυριζόμενοι ότι «απ' τη βία του δεν τους έκαμε παστρική δουλειά». Κ' εκείνοι όσων τα βαρέλια τελευταία έμενον, ακόμη πικρότερον εγόγγυζον, επειδή έμενε πίσω η δουλειά τους. Έκαστος είχε το παράπονόν του. Αι χήραι γερόντισσαι έλεγον·

— Α! γιατί ημείς είμαστε γυναίκες έρημες, και δεν έχουμε κανένα να μας βοηθήση, μας παραβλέπουνε. Ημείς δεν έχουμε ψυχή; . . .

Και μερικοί άνδρες έλεγον·

— Α! να είνε καμμιά ώμορφη, να γυαλίζη, έχει χατήρι . . . Το ξέρω κ' εγώ.

Οι γείτονες έλεγον·

— Ημάς που έχουμε όλον τον χρόνο το μπελά σου, και το φοβερό σαμαντά σου, μας αφίνεις τα βαρέλια άφτιαστα. Ημείς δεν έχουμε στον ήλιο μοίρα . . . Σ' άλλους κάνεις τα χατήρια.

Και οι μακρόθεν ερχόμενοι έλεγον·

— Ημάς που είμαστε απ' τον άλλο μαχαλά, που κάνουμε τόσον κόπον να σου κουβαλούμε τα βαρέλια απ' την άλλην άκρη, μας αφίνεις στα κρύα . . . Ημάς η δεκάρες μας δεν έχουν νούμερο

Τέλος των πλείστων τα αγγεία επεσκευάζοντο, ολίγοι τινές ανυπόμονοι τ' απέσυρον προ της ώρας, αδιόρθωτα, και μερικοί επολεμούσαν μόνοι τους να τα διορθώσουν.

Κ' ενώ είς μόνον βαρελάς εβασίλευεν εις την πολίχνην, εκ πολλών χρόνων, κανείς δεν απεφάσιζε να μάθη την τέχνην. Μόνον είς, γηραιός άνθρωπος, εξηντάρης, ο μπάρμπα-Δημητρός ο Τσουμπός, παρουσιάσθη ζητών να την μάθη. Αλλ' ήτο τόσον οκνός και τόσον κοιμισμένος, απ' τα νειάτα του ακόμη, ώστε, και αν κατώρθωνε να μάθη τι, θα το ελησμόνει πριν το μάθη, όπως έλεγεν ο αρχαίος κωμικός.

Ήτο δε τόσον πολυάσχολος κατά τους δύο μήνας του φθινοπώρου ο μάστρο-Στεφανής, ώστε από βαθείας πρωίας μέχρι νυκτός δεν ηυκαίρει να λείψη ουδέ στιγμήν από το εργαστήρι του, και από το «τσαρδί του», το εκ ξύλων και κλάδων παράπηγμα, το οποίον είχε κατασκευάσει ιδιοχείρως κατέμπροσθεν της θύρας του εργαστηρίου. Εις την εκκλησίαν επήγαινε την Κυριακήν πρωί, και μόνον προ της θύρας του μικρού καφενείου του Γιάννη του Βλάχου, βιαστικά επερνούσε, ιστάμενος δε τότε επί στιγμήν, εφώναζε τον Αντώνην, τον υιόν του καφετζή·

— Πάτερ Αβραάμ! . . . πέμψον Λάζαρον! . . .

Το «πέμψον Λάζαρον» εσήμαινε να τον δροσίση μ' ένα ποτηράκι ρακί το θέρος, ή ρώμι τον χειμώνα, το οποίον είχε κανονισμένον. Έν και μόνον την ημέραν έπινεν.

Όταν έγεινε δώδεκα χρόνων ο Στάθης, ο πρωτότοκος, ο πατήρ του τον απέσυρεν από το σχολείον, διά να μάθη την πατρώαν τέχνην. Πλην μόλις έμαθε κάτι τι ο Στάθης, και του ήλθεν έρως να γείνη ναυτικός. Τρία έτη ύστερον, όταν έφθασεν εις την αυτήν ως ανωτέρω ηλικίαν ο Θανασάκης, ο δεύτερος υιός, τότε τον εσχόλασε και αυτόν από τα γράμματα, και τον «έστρωσε» στην τέχνην. Αλλ' ούτος δεν είχεν υπομονήν ούτε τα στοιχεία της τέχνης να μάθη. Όταν έγεινε δεκατριών ετών, επήγαινε καθημερινώς με της βάρκες, εις τους ναύλους και το οψάρευμα, και όταν έγεινε δεκατεσσάρων ετών, εμβαρκάρισε με μίαν σκούναν κ' έφυγεν.

Οι νησιώται μας δεν επέδιδον εις άλλο επάγγελμα παρά το ναυτικόν. Ουδείς εξ αυτών έγεινε ποτέ έμπορος της ξηράς ή βιομήχανος ή χειρώναξ. Και τέχνην αν είχον διδαχθή, την εγκατέλειπον χάριν της αστάτου ερωμένης, της θαλάσσης.

Εν τοσούτω ο πρώτος υιός του μαστρο-Στεφανή δεν έπαυσε ποτέ να είνε και ολίγον βαρελάς αν και τον περισσότερον καιρόν εταξείδευε με τα καράβια. Κατά Ιούλιον ή Αύγουστον ήρχετο πάντοτε, κ' έμενεν επ' ολίγους μήνας βοηθών τον πατέρα του. Εμεγάλωσεν, ενυμφεύθη, κ' έγεινε καλός και φρόνιμος άνθρωπος.

Ο δεύτερος υιός, αφού έκαμε πολλά ταξείδια, και αφού επανήλθε δις ή τρις μετά μακράς απουσίας, όταν έγεινε δεκαοκτώ ετών, εμβαρκαρίσθη με βαπόρια, κ' επήγεν εις την Αμερικήν. Εκείθεν έγραψε δύο ή τρεις επιστολάς κατά μακρά διαλείμματα, υποσχόμενος ταχέως ότι έμελλε να στείλη και χρήματα· αλλά δεν έστειλεν. Είτα έπαυσε να γράφη και δεν ηκούετο πλέον.

Παρήλθον δέκα έτη και δεν έδωκε σημεία υπάρξεως. Μόνον δύο φοράς ο μάστρο-Στεφανής έμαθεν εμμέσως εκ τρίτων λεγόντων ότι ήκουσαν άλλους οίτινες τον είχαν ανταμώσει, ότι ευρίσκετο εις μίαν των δημοκρατιών της νοτίου Αμερικής, όπου φαίνεται ότι υπήρχε χρυσίον πολύ, αλλά και κακαί νόσοι πλειότεραι και διαφθορά και κακουργία μεγίστη.

Κατά τους πρώτους χρόνους της αποδημίας του νέου, οι γείτονες και οι φίλοι επείραζον ενίοτε τον πατέρα του·

— Τώρα θα έχη βγάλη μουστάκια ο Θανάσης, μάστρο-Στεφανή . . .

— Τι ηθέλατε να βγάλη . . . σπανάκια; . . .

Άλλοι πάλιν έλεγον

— Πώς δεν έστειλε τίποτε λίρες ακόμη ο Θανάσης;

— Μα ας κιτρινίσουν πρώτα η λύρες . . . ακόμη δεν ωρίμασαν.

Σημειωτέον ότι «λύρες» εκαλούντο εις τον τόπον και τα όψιμα κολοκύνθια, τα λαμβάνοντα τεραστίαν ανάπτυξιν.

Εν τοσούτω, ας είχε μέσα του καϋμόν ο μάστρο-Στεφανής διά τον ξενιτευμόν του υιού εκείνου, αυτός μόνος το είξευρεν. Εις τους τελευταίους χρόνους, καθ' όσον εγήραζεν, είχεν αρχίσει να υπερβαίνη τον κανονισμόν, και δις ή τρις της ημέρας ίστατο έξω της θύρας του καπηλειού του Γιάννη Βλάχου, κ' εφώναζε την φράσιν την συνθηματικήν

— Ελέησόν με . . . και πέμψον Λάζαρον!

Εν τω μεταξύ, αι τέσσαρες θυγατέρες εκείναι, διά την τύχην των οποίων ανησύχουν αι εξαδέλφαι της Ασημήνας, έλαβον διαφόρους τύχας.

Η δευτερότοκος αυτών είχεν εύρει την τύχην της προ της πρωτοτόκου, όταν ήτο μόνον επταέτις, και πριν απέλθη εις την Αμερικήν ο αδελφός της. Μίαν εσπέραν, όταν κατόπιν ραγδαίας συνεχούς βροχής είχον γεμίσει τα πηγάδια, οι λάκκοι, και τα κοιλώματα, η μικρά Ροδαυγή (ούτω την είχαν βαπτίσει), ευρισκομένη εις την αυλήν μεγάλης γειτονικής οικίας, είχε κύψει εις το χείλος βαθέος φρέατος διά να «καραβίση» έν πτερόν όρνιθος, θέλουσα να μιμηθή τ' αγόρια, τα οποία έβλεπε καθημερινώς να καραβίζουν εις το γειτονικόν ποτάμιον, το σχηματιζόμενον εις το κοίλον κέντρον της πολίχνης κατόπιν των υετών. Η παιδίσκη έκυψεν ολίγον τι βαθύτερα, εγλύστρησε, κ' έπεσε κατά κεφαλής, μέσα εις το νερόν.

Η κραυγή της επνίγη, άνθρωπος δεν έτυχε πλησίον εκεί να την ίδη.
Μάτην εδοκίμασε να πιαστή από το φρακτόν στόμιον του πηγαδιού.
Ετάραξεν, έπλευσεν, εσπαρτάρισεν. Μετ' ολίγα λεπτά την ανέσυραν
νεκράν.

Δευτέρα εύρε την τύχην της η πρωτότοκος, η Ελένη, και συγχρόνως μ' αυτήν η τριτότοκος η Μαργαρώ. Εύρον αι δύο μίαν τύχην, αλλά διφορουμένην και κάπως παράδοξον. Η Ελένη είχεν αρραβωνισθή τον Παναγήν τον Μικούτσικον, λεπτουργόν το επάγγελμα, τον οποίον τη είχον εκλέξει αι εξαδέλφαι της μητρός της, ως καλόν νέον και προκομμένον. Αλλ' όταν, κατά το έθος του τόπου ετελέσθησαν τα μβασίδια, και εισήχθη διά πρώτην φοράν ο γαμβρός εις το σπίτι, ο νέος είδε την αρραβωνιαστικήν την οποίαν του είχον προορίσει, είδε και την μικροτέραν αδελφήν της, την Μαργαρώ. Η καλύπτρα, φευ! προ πολλού είχε καταργηθή εις τα ήθη μας.

Ο Παναγής δεν ηθέλησε την Λείαν, την Ελενιώ, αλλ' ηθέλησε την Ραχήλ, την Μαργαρώ. Την άλλην ημέραν δεν εδίστασε να εκδηλώση την προτίμησίν του, προς την πενθεράν του, την ιδίαν. «Ή μου δίνετε την Μαργαρώ, είπεν, ή σας στέλνω τα σημάδια πίσω».

Να πετάξη ο καμβρός «τα σημάδια», δηλ. τους αρραβώνας! κακόν και ψυχρόν το πράγμα. Τι να κάμη η πτωχή Ασημήνα, τι να κάμη κι' ο μάστρο-Στεφανής, ο σύζυγός της. Μετά πολλούς δισταγμούς και διαβούλια, αλλά και έριδας μεταξύ του παλαιού ανδρογύνου, αφού η Ασημήνα ήκουσε τας γνώμας και των εξαδέλφων της, ηναγκάσθησαν να υποκύψουν.

Η Μαργαρώ ως ήκουσεν ότι ο γαμβρός την προτιμά, δεν ώκνησε να είπη ότι και αυτή τον θέλει. Ήτον, είνε αληθές, ανθηροτέρα και χαριεστέρα της αδελφής της, και ήτο μόλις δεκαοκταέτις. Η Λενιώ, η ατυχής παραγκωνισθείσα, το επήρε κατάκαρδα. Εφαίνετο ολίγον ασχημούτσικη, και ήτον χλωμή και κακοπλασμένη εξ αρχής. Είτε έπασχεν αρχήθεν, είτε όχι, το βέβαιον είνε ότι απέθανε φθισική, ολίγον χρόνον ύστερον, μετά δύο μήνας από τον γάμον της Μαργαρώς!

Ιδού πώς αθρόως και χονδρικώς, ούτως ειπείν, διεσκεδάζετο η φιλόστοργος ανησυχία των εξαδελφάδων της Ασημήνας.

Έμεινε τώρα, μία κόρη, η Αφέντρα, η τελευταία. Η μήτηρ της την είχε πλέον «χαδούλα και χαδιάρα», και αι εξαδέλφαι της μητρός της δεν ανησύχουν πολύ δι' αυτήν. Η Ασημήνα έτρεφε μητρικήν φιλοδοξίαν, την οποίαν ηρέσκετο να σχετίζη με τον καϋμόν της διά την αποδημίαν του υιού, κ' έβλεπε ξυπνητά τα όνειρα εν σχέσει προς την μέλλουσαν λαμπράν και ένδοξον εκ της Αμερικής επάνοδον εκείνου.

— Της Αφέντρας μου, η τύχη, έλεγε, θάρθη απ' την Αμέρικα.

Και η κόρη εμεγάλωνε με την ιδέαν ταύτην. Αλλ' εν τω μεταξύ η τύχη της εκινδύνευσε να έλθη από πολύ απωτέρω, δηλαδή από τας ιδίας περίπου σφαίρας, οπόθεν είχεν έλθει της ατυχούς Ελένης η τύχη και της μικράς Ροδαυγής.

Μία εξαδέλφη του μάστρο-Στεφανή είχε συνδεθή διά του γάμου της με μεγαλείτερον σόι. Εκαλείτο κοινώς η Επαρχίνα. Ήτο συνταξιούχος χήρα διοικητικού υπαλλήλου προ χρόνων αποθανόντος. Είχε ζήσει εις άλλας πόλεις της Ελλάδος και είχεν αποκτήσει ξενιζούσας έξεις και κλίσεις. Μία των ιδιοτροπιών της, ήτις εφάνη αλλόκοτος εις το χωρίον, υπήρξε το να παραγγείλη να της κατασκευάσουν εντός του περιβόλου του κοινού κοιμητηρίου τον τάφον της κτιστόν, και να επιγράψουν επί πλακός το όνομά της· «Ενθάδε κείται η αείμνηστος χήρα του αοιδίμου Επάρχου Σ. Χ.» πριν αύτη αποθάνη ακόμη.

Τούτο το είχον κάμει και άλλοι τινές προ αυτής. Έν μάλιστα γεροντικόν ανδρόγυνον, είχε κτίσει διδύμους τάφους, ανοικτούς, χάσκοντας, με τας επιγραφάς των ονομάτων των ζώντων ακόμη. Και το ανδρόγυνον είχε φθάσει εις βαθύ γήρας, 87 ετών ο σύζυγος, 84 η συμβία, και οι τάφοι έχασκον προκλητικώς προς τους επισκέπτας, και το ανδρόγυνον δεν απέθνησκε. Τινές μάλιστα είπον ότι επίτηδες είχον κτίσει οι δύο σύζυγοι τους τάφους εκείνους τους ανοικτούς, διά να ξεγελάσουν τον θάνατον και διά να εξορκίσουν τον Χάρον . . .

Τούτους είχε μιμηθή και η χήρα Π. Χ. Καθώς ήτον ο τάφος, νεόκτιστος, ασβεστωμένος, και με υγράν ακόμη κονίαν, μίαν εσπέραν θερινήν, η συνταξιούχος γερόντισσα, συνοδευομένη από την μικράν Αφέντραν, δευτέραν ανεψιάν της, δωδεκαετή τότε παιδίσκην, προς ην εφαίνετο να τρέφη στοργήν τινα, ενώ επέστρεφον από την άμπελον, ολίγον μετά την δύσιν του ηλίου, με τα καλαθάκια των υπό τους αγκώνας κρεμάμενα, διήλθαν έξωθι του νεκροταφείου. Εισήλθον εις τον περίβολον διά να ίδη η χήρα τον τάφον, και δείξη τούτον, ως αξιοπερίεργόν τι, εις την μικράν Ανεψιάν της.

— Να, Αφέντρα μου, κύτταξε πού θα με βάλουν!

Η κόρη εκύτταξε με άκακον περιέργειαν και αφοβίαν.

— Τι ώμορφο ταφάκι, που θάχης, θεια, είπε· μικρούτσικο . . .

— Μου πήραν μέτρο, είπεν η γραία, μα δεν ξέρω, αν θα μούρχεται ίσα-ίσα. Ήθελα να καταβώ μια κάτω, να ξαπλωθώ, για να δοκιμάσω . . . πρέπει να τεντωθώ καλά . . .

Η παιδίσκη ακουσίως εγέλασε.

— Πού σ' αφίνει, θειά, είπεν, η καμπουρίτσα που έχεις, για τα ξαπλωθής, να δοκιμάσης; . . .

Η γραία εμόρφασε.

— Μπα! είπε, δεν έχω καμπούρα, πού την ηύρα την καμπούρα; . . .

Κ' έφερε την χείρα οπίσω εις την ράχιν της.

— Σαν πεθάνουμε, εξηκολούθησε να λέγη στρυφνώς πως και μετά πικρίας . . . τότε η καμπούρα φεύγει από πάνω μας, τότε όλα τα κορμιά ισάζουν . . . Κι' όλοι μας γινόμαστε ίσιοι, ίσιοι και όμοιοι, ίσωμα, σαν αυτόν τον κάμπο που θα πλαγιάσουμε όλοι μας, σαν αυτό το χώμα που θα μας σκεπάση.

Αίφνης της γραίας της ήλθε μία ιδέα.

— Θέλεις, Αφέντρα μου, να μβης εδώ μέσα να ξαπλωθής ώμορφα- ώμορφα, να καμαρώνης, για να ιδώ πώς θα φαίνωμαι όταν με βάλουν μέσα . . . ίσα κοντεύουμε να είμαστε στο μπόι; γιατί εσύ ψηλώνεις γλήγορα . . . Να τεντωθής, ολίγο συ, να ξεδιπλωθώ λίγο εγώ, ίσα θα είμαστε, πάνω-κάτω.

Η παιδίσκη μειδιώσα, άκακα, άφοβα, άφησε το καλαθάκι της και κατέβη εις τον κοινόν λάκκον. Εκάθησε κάτω περιμαζεύουσα τα κράσπεδα του φορέματός της, είτα εξηπλώθη, εσταύρωσε τα χεράκια της, έκλεισε τα ματάκια της, και εκαμάρωνεν ώμορφα-ώμορφα, καθώς έλεγεν η γραία θεία της.

— Φτάνει τώρα, έκραξεν η χήρα του Επάρχου· σήκω απάνω μη μας ιδούν, και λένε, τι πάθανε αυταίς; . . . Τι ώμορφα που κάνεις την πεθαμμένη! . . . Ανέβα γλήγορα, και πάμε.

Η Αφέντρα την ιδίαν εσπέραν διηγήθη το πράγμα εις δύο συνομήλικας φίλας της. Τούτων η μία, μεγαλειτέρα κατά δύο έτη από την Αφέντραν, έβαλε φωνήν τρόμου, και κατεφόβισε την κορασίδα.

— Πω! πω! έκαμες την πεθαμμένη! και το λες κι' όλα;

— Γιατί;

— Οι βρυκολάκοι θα σε κυνηγούν! . . . και θα γυρεύουν να σε πάρουν μαζί τους . . .

Τότε η Αφέντρα ετρόμαξε. Την νύκτα επλάγιασε με πονοκέφαλον. Της ήλθε πυρετός. Έβλεπεν όλην την νύκτα νεκρούς και τάφους και βρυκόλακας εις τον τεταραγμένον ύπνον της. Η ιδία η θεία της τής εφαίνετο ότι είχεν αποθάνει, ότι εβρυκολάκιασε και ζητούσε να της πίη το αίμα. Εξύπνησε παγωμένη, και την κατέλαβε κάτι σπασμώδες και νευροπαθές.

Είχε πάρε «φρίξιν», καθώς έλεγεν η μητέρα της. Την εσπέραν προσεκλήθη είς ιερεύς, και ήρχισε να της διαβάζη άνωθεν της κεφαλής της τα Τετραβάγγελα. Η χήρα η Επαρχίνα κατεθλίβη κ' επροσπάθει με κάθε τρόπον να εγκαρδιώση την νέαν, και να παρηγορήση την μητέρα, η οποία όμως έκαμνε μορφασμούς δυσμενείας προς την ανδρεξαδέλφην της.

— Είδες την Επαρχίνα! έλεγε κατ' ιδίαν η Ασημήνα η πτωχή. Να μου τρελλάνη το κορίτσι, μιαν ώραν μιαν ωρίτσα! Τ' ήθελε να την πάη στα Μνημούρια, θα πω τι ήθελε; Και την έβαλε, λέει, να πέση μέσ' τον τάφο που έχει κτίσει, για να δοκιμάση το μπόι της! . . . Κορίτσι απάρθενο, αγουρίδα, άκακο, μούστο πράμμα! Και να ξαπλωθή στον λάκκο μέσα, ακούς! Για να σκιάξη, μαθές, τους πεθαμμένους; . . . Για να την αφήση ο χάρος, γρηά, κακόγρηα, κακομαγειρεμμένη, να μην την πάρη, και σωθούν η αμαρτίες της! . . . Και την έσπρωξε μέσα στο λάκκο, τ' ακούς!. . . . Κ' έκανε την πεθαμμένη, τ' ακούς! . . . Ποιος ξέρει αν δεν της έρριξε και χώματα απάνω της; . . . κι' αν δεν την εκακομελέτησε, τάχα; Και τώρα που ήλθε, άτυχα, του κοριτσιού μου . . . Και πώς να τώχω, ένα παλαβό, ένα σκιασμένο, ένα φριμμένο, Θε μου! . . . Κορίτσι μυριάκριβο, που ήταν σαν το κρύο νερό . . . Που μου το γύρευαν οι γαμβροί από τώρα . . . Κ' εγώ έλεγα, η καϋμένη, νάρθη ο Θανάσης απ' την Αμέρικα, να μου φέρη πολλές-πολλές λίρες, να το παντρέψω, να το νοικοκυρέψω, να ευφρανθώ, να χαρώ! . . . Και τώρα η Επαρχίνα μου το βόλεψε καλά! . . . Απ' το Θεό ας τωύρη!

Αφού ο ιερεύς επέρανεν αναγινώσκων όλα τα Τετραβάγγελα, υπεράνω της κορυφής της, η Αφέντρα έδειξε σημεία βελτιώσεως. Μετά τρεις εβδομάδας αι πένθιμοι εικόνες εξηλείφοντο μικρόν κατά μικρόν από τον νουν της. Η μητέρα επροσπάθει να την κάμη να φαιδρυνθή.

— Δεν έχεις τίποτε, Αφέντρα μου· τώρα είσαι καλά . . . Και πού νάρθη, από την Αμέρικα ο Θανάσης μας! . . . να σου φέρη όλα τα καλούδια . . . και θα φέρη λίρες, λίρες με την ουρά . . . να σε στολίσω, να σε κάμω νύφη . . . Εκατό λίρες θα βάλω κολλαΐνα 'πάνω στα στήθεια σου, στο γάμο, που θα φορής το στεφάνι . . . να καμαρώνης, να σε ζηλεύουν όλοι!

Κατ' εκείνας τας ημέρας έφθασεν επιστολή εξ Αμερικής. Ο Θανάσης έγραφεν ότι είνε καλά, και ότι ολίγον ακόμα θ' αργήση να έλθη διά να φέρη πολλές λίρες.

Παρήλθον χρόνοι. Ο Θανάσης έλειπεν ήδη εις την Αμερικήν, και θα ήτο πλέον ή 35 ετών ήδη. Η αδελφή του είχεν υπερβή το εικοστόν. Και τέλος δεν είχε μεγαλώσει πολύ, και η μήτηρ της έτρεφε πεποίθησιν ότι δεν θα εβράδυνε πολύ η τύχη της κόρης να έλθη. Μόνον αν συνέβαινε ποτέ να πειραχθή με καμμίαν συνομήλικα η Αφέντρα, έμενεν η παλαιά ηχώ, ήτις κάμνει όλους και όλας να φέρουν εις την όλην την ζωήν των εν παρεγκώμιον, εις τους μικρούς τόπους, όπου ουδέν κρύπτεται ουδενός, και όπου η μετάβασις από της φιλίας εις την έχθραν, είνε τόσον εύκολος και ταχεία.

Και τότε η παλαιά ηχώ, διά του στόματος της φίλης της χθες, της εχθράς της σήμερον, επανέλεγε: «Παλαβή!.. σκασμένη!.. φριμμένη! . . . που την πιάνει!. . . . » Και τούτο θα έφθανε και εις τα ώτα παντός υποψηφίου μνηστήρος . . . Πλην, αν ήρχετο ο Θανάσης από την Αμερικήν, κ' έφερνε τόσον χρυσίον, όσον ωνειροπόλει η μήτηρ, το προηγούμενον εκείνο θα ήτο πολύ μικρόν εμπόδιον διά τους επιδόξους γαμβρούς.

Τέλος, μίαν πρωίαν, ήλθε γράμμα, με μέγαν χρωματιστόν φάκελλον, με πολλάς σφραγίδας και γραμματόσημα όχι ολίγα.

— Καλώς ταδέχτης, καλώς ταδέχτης, γειτόνισσα.

— Καλώς ταδέχτης, εξαδέλφη.

— Ευχαριστώ, καλό νάχετε.

Η Ασημήνα είχε μεγάλες χαρές, ομοίως και η Αφέντρα, η κόρη της. Το γράμμα εκείνο εφάνη εις την νέαν ότι περιέκλειε πράγματι την τύχην της, την οποίαν από τόσον χρόνον επερίμενε πότε να έλθη.

— Έλα να μας ξαναγλώσης το γράμμα, παππά!

Ο παππάς, ο γείτων, ανέβη στο σπίτι του μπάρμπα-Στεφανή, και «ξανάγλωσε» το γράμμα.

Η επιστολή ήτον πράγματι από τον Θανάσην, κ' έγραφεν ότι μετά ένα μήνα έρχεται. Είχε πάθει ολίγον την υγείαν, έγραφε, κ' έχει πεποίθησιν ότι το αέρι της πατρίδος θα τον κάμη καλά. Θα έφερε μαζί του και όλας τας μικράς οικονομίας του.

Δεν εκιτρίνισαν μόνες η λίρες τόσα χρόνια εις τα κλίματα της Νοτίου Αμερικής, όπως έλεγεν άλλοτε ο μαστρο-Στεφανής· εκιτρίνισε κι' ο ίδιος ο Θανάσης, ο υιός του. Κατά Μάρτιον μήνα έφθασεν ούτος εις τον Πειραιά, ανέβη δε εις τας Αθήνας διά να τον ίδουν οι ιατροί· και ούτοι τον εύρον φθισικόν. Είχε παρουσιασθή εις τους ιατρούς με όλα τα δακτυλίδια του, της καδένες και της καρφίτσες του. Του επήραν μερικάς λίρας, του έδωκαν πολλάς συνταγάς, διάφορα φιαλίδια με χρωματιστά νερά, και κάτι σκόνες με οσμήν φαρμακείου, και τον εσυμβούλευσαν να υπάγη εις την πατρίδα του. Κ' εκείνος δι' εκεί επήγαινεν.

Άμα ηκούσθη εις το χωρίον, ότι έρχεται με το βαπόρι ο Θανάσης, φέρων και λίρες μαζί του, πέντε προξενειές έστειλαν διά μιας εις την μητέρα του διά την κόρην της την Αφέντραν. Περισσότεροι ητοιμάζοντο να στείλουν προξενειάν διά τον Θανάσην τον ίδιον, πλην είξευραν ότι ο νέος δεν θα ενυμφεύετο πριν εξασφαλίση την αδελφήν του, και οι θέλοντες αυτόν διά γαμβρόν εφιλοτιμούντο να προσφέρωσιν εκδουλεύσεις, μετερχόμενοι τον προξενητήν και την παντρολόγισσαν, όλοι και όλαι συντελούντες εις την αποκατάστασιν της κόρης το ταχύτερον. Άμα έφθασεν ο Θανάσης και τον είδαν και ήταν ισχνός και κάτωχρος, ενόησαν πως δεν έμελλε να νυμφευθή εις αυτόν τον κόσμον ο Θανάσης και παρητήθησαν.

Μεταξύ των γαμβρών, όσοι επαρουσιάσθησαν, προεκρίθη είς νέος έχων μικρόν εμπορικόν. Εκαλείτο κοινώς ο Γρηγόρης της Μονεβασώς. Ούτος εσκέφθη ότι τα χρήματα, τα οποία έφερεν εκ της Αμερικής ο φθισικός νέος, θα ήσαν καλά διά ν' αυξήση το εμπόριόν του, διά να πληρώση τα χρέη του και ανοίξη περισσοτέρας πιστώσεις. Αι εξαδέλφαι της Ασημήνας, πάλιν, εσκέφθησαν ότι καλόν θα ήτο να συγγενεύσωσι, με την εμπορικήν τάξιν, ήτις εξήσκει επιρροήν εις το χωρίον κ' εξευγένιζε διά των χρημάτων, πλάττουσα δημάρχους, συμβούλους κλπ. Τέλος εταίριασαν και συνήφθη ο αρραβών.

Ο μεγάλος υιός του Στεφανή, ο Στάθης, έλαβε το τσέκι, το οποίον έφερεν εξ Αμερικής ο αδελφός του, απήλθεν εις Βώλον και το εξηργύρωσεν. Ήτο περίπου διά πεντακοσίας αγγλικάς λίρας. Επιστρέψας εκ Βώλου έφερε περί τας 18 ή 19 χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς. Τόση ήτον η περιουσία του Θανάση.

Τον φθισικόν νέον τον επήγαν, μετά το Πάσχα, εις το μονύδριον του Αγίου Χαραλάμπους, μίαν τερπνήν εξοχήν. Ο νέος γαμβρός, όστις ήτο πολιτισμένος, απήτησε να βγάλη η αρραβωνιαστική του τα εγχώρια φορέματα και να φορέση ευρωπαϊκά.

Η Αφέντρα, ήθελε κι' αυτή να ενδυθή ξενικά, όσω μάλλον ό,τι εσώζετο ακόμη εκ της νυμφικής στολής της μακαρίτιδος Ελένης, με της οποίας το κυριώτερον μέρος είχον ενδύσει την νεκράν, δεν ήθελε να το φορέση, ένεκα προλήψεων. Η άλλη, η ύπανδρος αδελφή, η Μαργαρώ, αποτόμως όπως έγεινεν ο γάμος της, είχε κάμει πρόχειρα νυμφικά φορέματα, επειδή ούτε η Ελένη θα της παρεχώρει τα ιδικά της στολίδια, διά να στεφανωθή μ' αυτά, ούτε η Μαργαρώ θα τα εδέχετο. Τα ενδύματα της Ελένης, όσα ευρίσκοντο ακόμη εντός του κιβωτίου, αρχαιοπρεπέστερα, ήσαν εν μέρει αυτά τα νυμφικά φορέματα της μητρός των, ολίγον τροποποιημένα διά τας απαιτήσεις της εποχής. Η Αφέντρα ήτο πολύ νεωτέρα, της είχεν έλθει η τύχη της από την Αμέρικα και ήθελε να συμβαδίση με την εποχήν.

Ο Θανάσης, ο φθισικός νέος, όστις ήτον πλήρης ελπίδων και θάρρους ότι θ' ανέκτα την υγείαν του, τώρα που ήλθεν εις την πατρίδα, είχεν ειπεί εις την μητέρα του μετά τους αρραβώνας της αδελφής·

— Να γείνω κ' εγώ καλά μητέρα, και να γείνη ο γάμος.

— Έννοια σου, παιδί μου· θα γένης καλά, πρώτα ο Θεός· σα δε γένης καλά πρώτα, πού κάνουμε ημείς γάμο . . . Και τώρα που θ' αρχίσουνε να μας έρχουνται η νυφάδες, να μας στέλνουν προξενειαίς, για σ' εσένα, Θανασάκη μου! Μου είπαν, πέντ' έξη πεθεράδες είν' έτοιμες, για να μου στείλουν προξενιά, ακούς; . . Τρελλαθήκανε, ζουρλαθήκανε, τ' ακούς; . . . Χαρά 'ς εμένα! . . . Ποια κι' άλλη θάχη την τύχη μου; Και τάζουν . . . . και τι δεν τάζουν! . . . Μα έννοια σου, ημείς θα διαλέξουμε και θα πάρουμε, Θανασάκη . . . Έτσι κ' έτσι δε μας γελούν εμάς . . . Κουράγιο . . . κάμε, να γένης καλά, παιδάκι μου!

Η προθεσμία δεν ήρεσεν εις τον Γρηγόρην, τον υιόν της Μονεβασώς, ούτε ίσως εις αυτήν την Αφέντραν. Κατά συγκυρίαν δε, εκείνας τας ημέρας, αρρώστησε και αυτή η μητέρα του γαμβρού, η γραία Μονεβασώ. Κατά τινα στιγμήν, εις το τέλος μιας επισκέψεως του μνηστήρος, ενώ ούτος εξήρχετο της οικίας, μεταξύ της πόρτας και της σκάλας, η Αφέντρα σιγά-σιγά εψιθύρισεν εις τον αρραβωνιαστικόν της·

— Ειπέ της μάννας σου, είνε φόβος μην πεθάνη ο Θανάσης, κ' ύστερα το πένθος θα μας κάνη ν' αναβάλλουμε τα στέφανα. . . . Κ' εγώ θα πω του Θανάση, πως είνε φόβος μην πεθάνη η μητέρα σου, κι' από τη λύπη μας θ' αναγκαστούμε ν' αναβάλλουμε το γάμο για του χρόνου.

— Έννοια σου! . . . είπε μετ' αληθούς θαυμασμού ο γαμβρός.

Ο Θανάσης ενέδωκεν εις το επιχείρημα της αδελφής του.

Αλλά της Μονεβασώς δεν το εχώρει ο νους της, να γείνη ο γάμος του υιού της και να μην παρευρεθή διά να δώση την ευχή της.

Ευτυχώς αύτη ήτον καλλίτερα κ' εσηκώθη εις ολίγας ημέρας. Αλλ' ενώ εγίνοντο αι ετοιμασίαι του γάμου και είχον κατεβάσει τον άρρωστον από την εξοχήν του Αγίου Χαραλάμπους, εις την πολίχνην, ο γαμβρός και ο Στάθης διεφώνησαν ως προς το ποσόν της μετρητής προικός.

Ο γαμβρός ισχυρίζετο ότι πέντε χιλιάδας είχον συμφωνήσει, και χωριστά το σπίτι, το αμπέλι, τον μικρόν ελαιώνα και τα ρούχα. Ο Στάθης διετείνετο ότι τεσσαρεσήμυσι χιλιάδες το όλον, μαζί με τα ρούχα, τα έπιπλα, τα σκεύη και τα λοιπά. Και οι δύο έλεγον την αλήθειαν, επειδή εκάτερος είχεν είπει άλλον αριθμόν, όταν έδωκαν τας χείρας . . . Επειδή δε τώρα ο γαμβρός ηθέλησεν ευρωπαϊκά φορέματα διά την νύμφην, όλη η συσκευή θα εκόστιζε περίπου χιλίας δραχμάς, και άλλας τέσσαρας χιλιάδας με τρόπον συμβιβαστικόν και χωρίς ξεσυνέρια ήθελε να μετρήση διά την αδελφήν του.

Εις τα παράπονα της Αφέντρας και της μητρός, ο Θανασάκης επένευσε, και είπε να δώση ακόμη χιλίας δραχμάς του γαμβρού. Αλλ' ο Στάθης είχε το λύειν και το δεσμείν, και δεν επείθετο να τας δώση.

Ο Στάθης και ο γαμβρός ήλλαξαν δριμείας φράσεις·

— Σε ξένο βιο κάνεις κουμάντο εσύ; . . . Άλλος τα καζάντισε αυτά τα γρόσια . . .

— Και συ με τ' αδερφού μου τα γρόσια, που έχασε την υγειά του για να τ' αποχτήση, θέλεις ν' ανοίξης μεγάλο μαγαζί: . . . Πού είνε τα καζάντια σου, εσένα;

Ο γέρο Στεφανής, όστις εισήλθε την στιγμήν εκείνην, επιστρέφων εκ της αγοράς, όπου είχε περάσει από το καπηλείον του Γιάννη του Βλάχου, ενθυμήθη την παροιμίαν·

— Ε! τώρα, δεν ησυχάζετε και σεις; . . . Μοιάζετε με τους δύο . . . που μάλλωναν σε ξένο αχ . . .

Ο γέρο-Στεφανής δεν ετελείωσε την φράσιν. Η Αφέντρα είχε στραφή προς τον πατέρα της, κ' επειδή εγνώριζε τας παροιμίας του, του ένευσε φέρουσα ζωηρώς τον δάκτυλον εις τα χείλη. Εφοβείτο μη προσβληθή ο μνηστήρ της.

Ο Στάθης όμως είξευρε, φαίνεται, τον άνθρωπόν του, και ήτο βέβαιος περί της ανοχής και της πραότητος του γαμβρού. Τω όντι ούτος είχε λάβει την προτεραίαν ήδη τας τέσσαρας χιλιάδας, καίτοι επέμενε να λάβη άλλας χιλίας, και είχε διαθέσει μέγα μέρος του ποσού εκείνου εις εξόφλησιν εμπορικών υποχρεώσεων.

Ο ασθενής Θανάσης, τον οποίον είχον φέρει οπίσω εις την πόλιν, δεν κατώκησε πλέον εις την πατρώαν οικίαν, την οποίαν είχον γράψει ως προίκα εις το συμβόλαιον, κ' εν αυτή θα εγίνοντο αι εορταί και τα δείπνα του γάμου. Προς ανατολάς ταύτης ήτο μικρά πλατεία, και πέραν της πλατείας ήσαν άλλαι οικίαι. Μεταξύ τούτων, ενοικίασαν τον οικίσκον πτωχής γυναικός, διά να κατοικήση ο άρρωστος, είτα και οι γονείς του.

Ο φθισικός, και αν δεν ηδύνατο να σηκωθή διά να παρευρεθή εις τον γάμον, θα έβλεπε διά του παραθύρου τον μέγαν χορόν, όστις θα εχορεύετο επί της πλατείας, εις το ύπαιθρον, μετά το γαμήλιον γεύμα. Ήτον ήδη περί τας αρχάς του θέρους. Ο νεαρός γαμβρός ηγάπα, φαίνεται, την επίδειξιν, και ήθελε να καλέση πλείστους και δικούς και ξένους εις τους γάμους του.

Εν τοσούτω η απαίτησις των χιλίων δραχμών δεν είχε διευθετηθή. Ο Θανάσης είπε να δώση ο Στάθης τας χιλίας δραχμάς εκ των χρημάτων όσα είχεν εις τας χείρας του, ως έχων την διαχείρισιν των εξόδων. Ο Στάθης εμόρφασεν, έγρυξε, και είπε: «Καλά!» Αλλά δεν έδωκε τα χρήματα.

Την άλλην ημέραν, ήτις ήτον η παραμονή του γάμου, ο γαμβρός υπέμνησε και πάλιν την απαίτησιν. Τότε ο Στάθης είπεν ότι δεν έχει πλέον χρήματα, επειδή όσα είχεν εις χείρας επήγαν όλα για έξοδα, και ας δώση τα χρήματα ο Θανάσης, αν θέλη.

Αυτά είπεν εις τον γαμβρόν. Εις δε τον Θανάσην είπεν·

 — Αυτά να του τα δώσουμε για πανωπροίκι, να στεφανωθή, κ' ύστερα,
τι λες κ' εσύ;

 — Ναι, είπεν ο Θανάσης, όστις επείθετο ευκόλως εις ό,τι του
έλεγον όλοι και μάλιστα ο Στάθης.

 — Βέβαια, επέφερεν ο Στάθης, με αυτόν τον τρόπον, θ' αποδείξη κι'
αυτός πως μας εμπιστεύεται, όπως τον εμπιστευτήκαμε κ' εμείς.

Άμα εξήλθεν ο πρωτότοκος αδελφός, εισήλθεν η Αφέντρα. Αύτη επλησίασεν εις την κλίνην του Θανάση, και ήρχισε να τον θωπεύη και να του γλυκομιλή.

— Να, τώρα που λες, Θανασάκη μου, επειδή πάτησε ποδάρι αυτή η γρηά, η πεθερά μου, που φοβάται μην πεθάνη, κ' ήθελε να γένη ο γάμος τώρα . . . Εγώ είπα να γένης πρώτα καλά εσύ, κ' ύστερα να μας βάλουν στέφανα . . . Μόλις σηκώθηκε στα πόδια της, και βιάζεται να δώση την ευκή της, φοβάται μην ξανακυλίση . . .

Ως τόσο, είσαι και συ, καλλίτερα, Θανάση, δεν είσαι;

— Σαν καλλίτερα είμαι, είπεν ο Θανάσης, όστις ευκόλως επείθετο ότι είνε καλλίτερα, άμα του το έλεγέ τις· ησθάνετο δ' ενίοτε και ψευδοβελτιώσεις της νόσου.

— Μακάρ' ο θεός να δώση να είσαι καλά. Θα σηκωθής, Θανασάκη μου; θα κάμης κουράγιο νάρθης στο γάμο, να με καμαρώσης, που θα φορώ στεφάνι;

— Να ιδώ . . . σαν μπορέσω . . . Όπως μου πη ο γιατρός.

— Αν δεν έλθης, δεν βάζουν στέφανα, είπεν η Αφέντρα. Εσύ είσαι δεύτερος πατέρας για μας, θα σου φιλήσωμε το χέρι κ' εγώ κι' ο Γρηγόρης . . . ως τόσο, δε δίνεις μόνος σου κειναδά τα λεπτά; . . . . χίλιες δραχμές του έχουνε τάξει ακόμα . . . Δεν τα δίνεις με το χεράκι σου; αποκάτ' απ' το προσκέφαλό σου τάχεις;

Και λέγουσα έρριπτε βλέμματα πλήρη απληστίας υπό το προσκέφαλον, ως να ήθελε να ίδη μέσω του λινομετάξου περιβλήματος, και κάτωθεν του πατημένου μαλλίνου όγκου, τι εκρύπτετο υποκάτω. Έκαμε δε κίνημα ως διά να χώση την χείρα της κάτωθεν του προσκεφαλαίου.

Ο Θανάσης είχε τω όντι υπό το προσκέφαλόν του το μέγιστον μέρος των χαρτίνων νομισμάτων, τα οποία είχε φέρει ο Στάθης εκ Βώλου — περί τας ένδεκα χιλιάδας δραχμών.

— Δεν τα δίνεις, επανέλαβεν η κόρη, για να μην εύρη καμμιά πρόφασι ο γαμβρός; Τώρα πλεια, Θανασάκη, δεν είμαστε για ν' απομείνουμε . . . Τι θα πη ο κόσμος; Αν μου κάμη τίποτε, Θεός να φυλάη, και πη πως δε στεφανώνεται! . . . Κάλλιο έχω να . . .

Και δάκρυα έπνιξαν την φωνήν της. Την ιδίαν στιγμήν εισήλθεν ο Στάθης, όστις φαίνεται ότι ήτον απ' έξω, και ίσως είχε τείνει το ους ή τυχαίως ήκουσεν.

Ο Στάθης ήρχισεν άλλην ομιλίαν, ωμίλει διά τα καθέκαστα του γάμου, διά τους καλεσμένους, οι οποίοι ήσαν τόσον πολλοί, ώστε δεν θα τους εχώρει το σπίτι . . . Είνε τω όντι φαντασμένος αυτός ο γαμβρός.

— Μην το λες, και κακιών' η αδερφή μας, είπε μειδιών ο Θανάσης.

— Εμένα μ' έχεις αδερφό, είπεν ο Στάθης· τον Γρηγόρη δεν τον έχεις ακόμα τίποτε.

Η Αφέντρα είχε χαμηλωμένα τα όμματα κ' εσιώπα. Εισήλθε και η Ασημήνα, ήτις ίστατο προ μικρού εις τον προθάλαμον και είχεν ακούσει τον Στάθην.

— Τώρα πλεια έχουμε χαρές . . . Θα κάμωμε γάμο, που θα δώση νάμι . . . Δημάρχους, λιμενάρχους, ντελεγραφιστάδες, νεροδίκη, τελώνη, αστρονόμο, όλους τους εκάλεσεν ο γαμβρός μας . . . Θα στήσουνε αύριο ένα χορό, που θα δώση κρότο, τι λες καλέ! . . . Θα κάμη χαρά, λέει, που να βαστάξη τρεις βδομάδες. Παράγγειλε στον μπάρμπα μας, τον Κοψιδάκη, να του σφάξη τέσσερ' αρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, θυσία . . . Και χωριστά ο κουμπάρος, που θα σφάξη δύο τραγιά, και θα κουβαλήση πήττες και μπακλαβάδες. Και βιολιά, και λαούτα, ακούς, και λογιών-τω-λογιών τα λαλούμενα, τακούς, κι' όλ' οι βιολιτζήδες οι ντόπιοι, τρεις ξένοι, οι τουρκόγυφτοι με τα κλαρινέτα, ακούς . . . Και θα χορέψουν όλοι, που να πηδήσουν μεσούρανα, τακούς . . . Και πού είσ' ακόμα, ν' αρχίσουν να μας έρχωνται η νυφάδες για το Θανάση, κ' η πεθεράδες, που θα μας κουβαλούν ζαχαρομαχαλιά και κουραμπιέδες, και λογιών-τω-λογιών καλούδια . . . Ως το χειμώνα, φέτος, άλλο γάμο θάχουμε . . . Και ποια μάννα είνε σαν εμένα; . . . Πώς έχω τον νου μου, δεν λέτε; . . .

Την στιγμήν εκείνην επήλθε παροξυσμός βηχός μετά διαταραχής του στομάχου εις τον φθισικόν. Εν τη παραζάλη και τω θορύβω, κ' ενώ αι δύο γυναίκες προσεπάθουν ν' ανακουφίσουν τον πάσχοντα, ο Στάθης έβαλε την χείρα υπό το προσκέφαλον, ήρπασε το χρηματοφυλάκιον, χωρίς κανείς να τον παρατηρήση, και το έθεσεν ηρέμα εις τον κόλπον του.

Είτα ο Θανάσης ησύχασεν. Η μήτηρ έκλεισε καλώς την θύραν του θαλάμου, και είπεν εις όλους, καθώς είχον εξέλθει εις τον προθάλαμον·

— Αφήστε τον να κοιμηθή . . . Είνε κρίμα απ' το Θεό . . . Της χίλιαις δραχμαίς θα της δώση αύριο . . . Ας είνε καλά, το παιδάκι μου . . . Μακάρι να είχατε να λαβαίνετε . . Έχασε τα νειάτα του . . . αρρώστησε το παιδί μου . . . Τόσα χρόνια ήτανε βαθειά στη γης, εκεί που βγάζουν τ' ασήμι, ακούς! βαθειά κάτω σαν τυφλοπόντικας να σκάφτη, μέσ' τα λαγούμια, τ' ακούς!.. Αφήστε το, ν' ανασάνη, να πάρη αέρα, που έλυωσε στον απάνω κόσμο, κι' ανάλυσε, σαν το κερί το παιδάκι μου! . . . Ας ησυχάση καλά τη νύχτα.

Την επαύριον, όλ' αι ετοιμασίαι διά τον γάμον ήσαν συμπληρωμένοι . . . Την νύκτα η Αφέντρα, καθ' ην στιγμήν ο μνηστήρ τους εκαληνύκτιζεν, είχε ψιθυρίσει προς αυτόν κατ' ιδίαν·

— Θα μου της δώση αύριο της χίλιαις δραχμαίς. Υποσχέθηκε κ' η μητέρα.

Την ώραν που επήγαν τα βιολιά κ' έφεραν τον κουμπάρον έμπροσθεν της πατρικής οικίας του γαμβρού, ο Γρηγόρης, μη έχων τίνα άλλον να ερωτήση, ηρώτησε κρύφα τον Στάθην, όστις στολισμένος συνώδευε με πολλούς εκ των καλεσμένων τον κουμπάρον, ελθόντα να παραλάβη τον γαμβρόν·

— Η χίλιες δραχμές, τι γίνονται;

— Θαρρώ πως της έδωκεν ο Θανάσης της Αφέντρας, απήντησε βιαστικά ο Στάθης.

Η πομπή των καλεσμένων, μετά βιολίων και λαγούτων, άγουσα τον κουμπάρον και τον γαμβρόν, κατήλθε μέχρι της οικίας της νύμφης. Ανέβησαν εις την οικίαν ο γαμβρός, ο σύντεκνος, και οι οικείοι· οι πλείστοι επερίμεναν εις τα πρόθυρα της οικίας. Μετ' ολίγα λεπτά κατήλθον όλοι, άγοντες και την νύμφην, στολισμένην με φορέματα της προτελευταίας μόδας, και με καπέλλον μετά τεχνητών ανθέων πορτοκαλλέας, συνοδευομένην από την μητέρα της την Ασημήναν, ήτις έφερε το σαλομέταξο φουστάνι της, και γουνάκι και κουζούκαν εκ βελούδου, αμαυρού χρώματος, και από τας θείας της όλας, αναλόγως στολισμένας. Ο γερο-Στεφανής εφόρει πανωβράκι τσόχινον, το οποίον είχεν από τριακονταετίας, και δεν το είχε φορέσει περισσότερον από πέντε φοράς εις όλην την ζωήν του. Έφερε φέσι κατακόκκινον, με φούνταν κυανήν, το οποίον του είχε φέρει από το Τούνεζι κατά την εποχήν των Κριμαϊκών ο κουμπάρος, όστις τον είχε στεφανώσει, εμποροπλοίαρχος, προ χρόνων αποθαμμένος τώρα, είχε δε κρεμασμένον από την τσέπην της τζάκας του την εσωτερικήν, κατερχόμενον έως το γόνα του, μακρότατον μεταξωτόν μανδήλιον, κόκκινον, διανθές.

Πριν καταβώσιν από την οικίαν, ο γαμβρός, καθώς είχε πλησιάσει την νύμφην, την ηρώτησε με πολύ χαμηλήν φωνήν, διά να μην ακούσουν ο σύντεκνος και οι άλλοι οικείοι, ιστάμενοι πλησίον·

— Σου της έδωκε ο Θανάσης;

Η Αφέντρα, μη τολμώσα ν' αρθρώση φωνήν, καθώς ένευε την κεφαλήν κάτω, κατένευσεν ακόμη χαμηλότερα, ερυθριώσα·

— Της έχεις; ηρώτησε πάλιν ο Γρηγόρης.

Δεύτερον νεύμα, έτι ασθενέστερον έκαμεν η νέα.

Ήτον Κυριακή πρωί, ώρα δεκάτη, απολείτουργα. Η πομπή διηυθύνθη εις τον ναόν, όπου ετελέσθη ο γάμος.

Ο γάμος έγεινεν επίσημος. Μετά το γεύμα όλοι οι καλεσμένοι, ο δήμαρχος, ο λιμενάρχης, ο ειρηνοδίκης, ο υποτελώνης και οι λοιποί, όσους είχε καταριθμήσει η Ασημήνα, όλοι μετά των συζύγων των έλαβον μέρος εις τον χορόν — τινές ως απλοί θεαταί — όστις είχε στηθή εις την πλατείαν, εκείθεν της οικίας.

Πολλοί εχόρευσαν, όλοι σχεδόν ηυφράνθησαν, και κανείς δεν εμελαγχόλησεν. Ο δυστυχής ο φθισικός, όστις είχε σηκωθή μετά βίας από την κλίνην, και τον είχον καθίσει επί καναπέ, πλησίον του παραθύρου, εθεώρει τον χορόν, και ησθάνετο ηθικήν ευχαρίστησιν.

— Αν δεν ηρχόμην εγώ απ' την Αμέρικα, έλεγε μέσα του, και δεν έφερνα αυτούς τους παράδες, όλ' αυτά θα έλειπαν . . . Γάμος μπορούσε να γείνη, αλλά θα ήτο πολύ πτωχικώτερος . . . και τέτοιος χορός δεν θα εγίνετο.

Κ' εκείνην την στιγμήν ησθάνθη την ανάγκην να θωπεύση με τας χείρας του το χρηματοφυλάκιον, το οποίον είχεν υπό το προσκέφαλόν του. Από τριών ή τεσσάρων ημερών δεν είχε σηκώσει το προσκέφαλόν να το ίδη.

Ήτον εις τον τελευταίον βαθμόν της νόσου, και μόλις ηδύνατο να ίσταται εις τους πόδας του. Ανεσηκώθη κ' έκαμε τρία βήματα διά να πλησιάση εις την κλίνην.

Εσήκωσε το προσκέφαλόν και βλέπει ότι η θέσις ήτο κενή. Το πορτοφόλιον έλειπεν.

Ανεσήκωσε την προσκεφαλάδαν ή μαξιλάραν, την υποκάτωθεν. Έψαξε τα σινδόνια. Τίποτε. Το χρηματοφυλάκιον είχε γείνει άφαντον.

Κρύος ιδρώς τον περιέχυσε, και βηξ αγωνίας τον έπνιξε.

— Μάννα μου! μάννα!

Η μικρά Ανθούσα, πτωχή κορασίς, συγγενής της οικογενείας, την οποίαν είχαν προσλάβει εκείνας τας ημέρας διά να υπηρετή τον ασθενή, ίστατο εις την θύραν του οικίσκου, κ' εκύτταζεν εν εκστάσει τον μέγαν χορόν, όστις ήτον ως τεράστιος ορμαθός ανθρώπων, πολύχρωμος και αεικίνητος. Μ' όλον τον θόρυβον όστις ήρχετο έξωθεν, ήκουσε την κραυγήν και τον βήχα του Θανάση, κ' έτρεξεν επάνω.

— Τι έχεις, Θανάση;

— Αθουσώ! . . . Αθουσώ! . . . τρέξε γρήγορα, φώναξε τη μάννα μου! . . .

— Είνε πιασμένη στο χορό!

 — Να ξεπιαστή . . . και να τρέξη . . . Μετ' ολίγον ήλθε τω όντι η
Ασημήνα.

— Ω! καλά έκαμε τ' Αθουσώ, κ' ήρθε, και μ' έκαμε να ξεπιαστώ απ' το χορό. Μπαΐλντισα, παιδάκι μου! Με της νειες αυτουνού του καιρού, με δημαρχίνες, νεροδίκηνες, λιμενάρχηνες, ντεληγραφιστίνες, ξέρω εγώ να χορεύω; . . . Όχι άλλο! . . . Ας είνε στερεωμένα, καλορρίζικα, παιδάκι μου . . . Τι μ' εφώναξες, Αθούσα; Με θέλεις τίποτα, Θανάση;

— Μάννα, ποιος μου πήρε το πορτοφόλι μου;

— Ποιο; τι είπες;

— Το πορτοφόλι, που είχα τους παράδες μέσα . . .

— Ε;

— Λείπει . . . Μου το κλέψανε, μάννα . . .

— Τι λες, παιδί μου;

Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη η φωνή του Στάθη καλούντος έξωθεν της θύρας·

— Μάννα! . . . μάννα! . . .

— Ποιος φωνάζει; Εσύ είσαι, Στάθη;

Και η Ασημήνα προέκυψεν εις το παράθυρον.

— Πες του Θανάση, εγώ τώχω το πορτοφόλι, και να ησυχάση.

Και αφού είπε τούτο, ο Στάθης απεμακρύνθη.

Ο Θανάσης εν μέρει μόνον κατεπραΰνθη.

— Γιατί δεν ήρθε μέσα;

— Έχει δουλειές, παιδί μου . . . Αυτός έχει όλη τη φροντίδα του χορού, των παιγνιδιών και τα κεράσματα . . . 'Πηρετεί όλους τους καλεσμένους . . .

Ακολούθως η μητέρα κατήλθεν εις την πλατείαν, και διελθούσα πλησίον του Στάθη, του έρριψε βλέμμα ερωτηματικόν.

— Σύρε να πης του Θανάση, είπεν ούτος, ο Στάθης, πες, τώχει το πορτοφόλι, και θα του το δώση, πες . . . Το πήρα, γιατί φοβήθηκα μην τ' αρπάξ' η θυγατέρα σου, την ώραν που τον έπιασεν ο βήχας . . . κι' αυτή πολεμούσε να τόνε καταφέρη για να της δώση της χίλιες δραχμές, τα παραπανισμένα που μας γύρευε ο γαμβρός. Τώρα πλεια η πόρτα έκλεισε . . . Πανωπροίκια δεν έχει.

Όλην την ημέραν, και μέχρι βαθείας νυκτός, διήρκεσεν η ευθυμία, και ο χορός διακοπτόμενος επανελαμβάνετο πάλιν. Είτα οι καλεσμένοι, ολίγοι-ολίγοι, εσκορπίσθησαν. Τελευταίοι έμειναν ο κουμπάρος και οι στενώτεροι οικείοι, με τα βιολιά και τα λαγούτα. Πέραν του μεσονυκτίου, έφαγαν νέον δείπνον. Τα γλυκοχαράμματα, αφού έφεραν γύρον με τα βιολιά, ο κουμπάρος και οι οικείοι, εγύρισαν οπίσω υπό την οικίαν και έμελψαν τα πιστρόφια.