WeRead Powered by ReaderPub
Χριστουγεννιάτικα διηγήματα cover

Χριστουγεννιάτικα διηγήματα

Chapter 8: Ο ΠΑΝΤΑΡΩΤΑΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A series of short stories set around the Christmas season in small rural communities portrays households facing harsh winter, scarcity, and seasonal work while tracing acts of compassion and quiet endurance. The narratives focus on everyday survival: gathering scant harvests, mending livelihoods, and sustaining children amid social stigma and limited means. Vivid sensory detail evokes weather, humble interiors, and labor routines, and moral reflection emerges through neighbors’ responses, religious observance, and personal sacrifices. The tone remains empathetic and observant, emphasizing practical resourcefulness, communal ties, and the small mercies that shape life during a difficult festive season.

Όλην την εσπέραν και μέχρι βαθείας νυκτός, και την πρωίαν της επιούσης ακόμη, ο Στάθης δεν ανήλθεν εις την μικράν οικίαν, όπου ευρίσκετο ο ασθενής αδελφός του. Ούτος, ενώ την νύκτα της παραμονής του γάμου είχε κοιμηθή καλά κ' επί πολλάς ώρας, κατόπιν του παροξυσμού όστις του είχεν επέλθει την ημέραν, κ' εφαίνετο ησυχώτερος, την νύκτα την μετά τον γάμον, και κατόπιν της ανακαλύψεως της απουσίας του χρηματοφυλακίου, την διήλθεν άυπνος και με φοβεράς εκρήξεις βηχός.

Την ώραν του μεταμεσονυκτίου δείπνου, ενώ ο κουμπάρος μετά των στενωτέρων εκ των καλεσμένων ηυφραίνοντο, ο γαμβρός ενθυμήθη να ερωτήση την νεόνυμφον·

 — Πού της έχεις της χίλιες; Απάνω σου; Η Αφέντρα έκαμε αδιόρατον
νεύμα.

 — Και δεν μου λες, είπεν ο Γρηγόρης, γιατί δε σου έβαλε η μάννα
σου την κολλαΐνα με της λίρες, που μούλεγες πως έλεγε να σου βάλη;

— Πού να της βρούμε της λίρες, είπε τότε η Αφέντρα, λυθείσης της γλώσσης της — επειδή η μοδίστρα της είχεν ειπεί, ότι η νύφες που φορούν ευρωπαΐκά δεν είνε ανάγκη να σιωπούν, ούτε να καμαρώνουν, καθώς εσυνήθιζαν η πρωτινές, που φορούσαν καβούκες κεντητές και χρυσοΰφαντα ποδογύρια — και μαλιστα ωμοίαζαν πολύ με αχελώνες, καθώς έλεγεν η μοδίστρα.

— Πού να της βρούμε της λίρες· ο Στάθης μόνο συχνάτσες έφερε απ' το Βώλο . . . Κ' έπειτα, η κολλαΐνα, που έλεγεν η μητέρα, θα ταίριαζεν αν φορούσα νυφιάτικα ντόπια . . . Μ' αυτά που φόρεσα τώρα, δεν πάει . . .

Την πρωίαν, καθώς ο Στάθης επέστρεψεν εις το σπίτι του, και όλοι οι καλεσμένοι επήγαν τέλος να κοιμηθούν, ο γέρων πατήρ ελθών, εφώναξε τον Στάθην, και του είπε·

— Σύρε να ιδής τον αδερφό σου . . . σε θέλει.

Ο Στάθης ήτον πλαγιασμένος, επήρε έναν ύπνον, και αργοπόρησε.

Μετ' ολίγον η Ασημήνα, έτρεξε κ' εφώναξε την νύμφην της·

— Γερακίνα, πού είν' ο Στάθης; Μην κοιμάται; . . . Δεν είνε καλά ο Θανάσης· πες του να φθάση γλήγορα!

Ολίγω ύστερον, ήλθεν η Μαργαρώ, η άλλη ύπανδρος αδελφή.

— Στάθη! τρέξε γλήγορα! . . . πεθαίνει ο Θανάσης! . . .

Ο Στάθης είχε σηκωθή, κ' ενίπτετο, κ' εκτενίζετο, κι' αργοπορούσε . . .

Ευθύς κατόπιν, έφθασε μία θεία.

— Στάθη! έλα γλήγορα! . . . σε γυρεύει ο Θανάσης! . . . την ψυχή στα δόντια! . . .

Τελευταίος, και πάλιν ήλθεν ο γέρο-Στεφανής.

— Τρέξε γλήγορα! . . . τον αδελφό σου τον μεταλαβαίνουνε.

Τέλος εξεκίνησεν ο Στάθης. Συνήντησε τον ιερέα, ασκεπή, με το
Άγιον Ποτήριον, κατερχόμενον από τον οικίσκον του ασθενούς.

Ο Στάθης έβγαλε το καπέλλο του, επροσκύνησε βαθέως και τέλος ανήλθεν εις την μικράν οικίαν.

Ο Θανάσης ήτον εις τας λοισθίας στιγμάς.

Ο Στάθης επλησίασεν εκθύμως, του έδωσε το πορτοφόλι εις τας χείρας. Εκείνος το έλαβε κ' εμειδίασε.

— Σχώρεσέ με, αδελφέ μου, για καλό τώκαμα, να μη σε γδύσουν . . . Σου χρειάζουνται τα λεπτά για να κυτταχθής, να γένης καλά . . . να ζήσης ακόμα, πολύ, πολύ! . . .

Ο φθισικός είπεν «ευχαριστώ», έσφιξε το πορτοφόλι εις την παλάμην του, κ' εξέπνευσε.

Μόλις απέδωκε την τελευταίαν πνοήν ο Θανάσης, και ο Στάθης ανέλαβε πάλιν το πορτοφόλι, και το έβαλεν εις τον κόλπον του.

Η Ασημήνα έρρηξε μίαν κραυγήν, είτα μετά την συστολήν του νεκρού απηγόρευσε τα μοιρολόγια. Είχαν χαράν εις την φαμελιάν της, και το σπίτι της νεονύμφου ήτον εκατόν βήματα παρέκει αντικρύ εκεί. Δεν ήρμοζε ν' αμαυρωθή με θρήνους η πρώτη ημέρα του γάμου της θυγατρός της.

Ο μπάρμπα-Στεφανής, όστις δεν είχε μάθει ότι ο Στάθης είχε πάρει το πορτοφόλι με τα χατονομίσματα, και δεν είξευρεν αν το επέστρεψεν εις τον Θανάσην, ούτε ότι το έλαβεν οπίσω πάλιν, μόλις έμαθε το τέλος του Θανάση, έφερε μίαν γύραν εις την αγοράν, επέρασεν από το καπηλείον κ' εφώναξε τον Αντώνην τον Βλάχον·

— Πάτερ Αβραάμ! . . . ελέησόν με, και πέμψον Λάζαρον!

Τα μελίμηνα του ανδρογύνου επικράνθησαν από τον θάνατον του αδελφού, του προικοδότου και χορηγητού. Ο Γρηγόρης εξηκολούθει επί πολύν καιρόν ακόμη να ζητή τας χιλίας δραχμάς και να παραπονήται κατά της συζύγου του ότι αύτη του είχεν ειπεί ψεύδος. Πλην η Αφέντρα ισχυρίζετο ότι δεν του είπε ποτέ το στόμα ότι είχε λάβει τα χρήματα εκείνα.

Ο Στάθης υπεσχέθη να γηροκομήση τους γονείς του, αλλ' ουδέποτε επείσθη να δώση το «πανωπροίκι» εις τον γαμβρόν. Είχεν εύρει τώρα και άλλο επιχείρημα, ότι και ο άλλος γαμβρός, ο σύζυγος της πρεσβυτέρας αδελφής Μαργαρώς, ήγειρεν απαίτησιν, ζητών και αυτός «πανωπροίκια», επειδή η προιξ την οποίαν είχε λάβει αυτός ήτο πολύ ευτελεστέρα.

 — Και με τα πανωπροίκια, πού πάμε, και τι θα γίνουμε, είπεν ο
Στάθης.

Ο γέρο-Στεφανής, προσέθηκε μελαγχολικώς·

— Άλλοι σπέρνανε, κι' άλλοι θερίζουνε.

ΟΙ ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΑΙ

Πώς έτρεχον το πρωί, εις την πεδιάδα πέραν, έξω της πολίχνης, τόσος κόσμος, άνδρες και παιδία, και ολίγαι γυναίκες προσέτι; Έτρεχον ανά την ευρείαν λεκάνην, την σχηματιζομένην μεταξύ δύο βουνών και ενός βορεινού όρμου και του λιμένος του μεσημβρινού, πλήθος πολύ σφόδρα. Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος, ο βορειανατολικός, αδιάκοπος εφύσα, και ήτο ψύχος και χειμών, Δεκέμβριον μήνα . . .

Πρώτοι έτρεξαν, ο Λούκας ο Μπούνος, κι' ο Θανάσης ο Πουγαδής, κι' ο Παναγής της Χρόναινας. Ευθύς κατόπιν τούτων ήλθαν ο Ανάστασης ο Ζιζυφός, κι' ο Κώστας ο Αμπάς, κι' ο Αλέξης της Μυλωνούς, κ' οι λοιποί. Άλλοι εξ αυτών έφερον σάκκους πλήρεις, άλλοι εκρατούσαν ως ράβδους υψηλά κοντάρια, κ' η τσέπες των αμπαδένιων επανωφορίων και περισκελίδων των, εφαίνοντο κάπως φουσκωμένες. Είχαν βγάλει από τα κοντάρια τους γάντζους και τα καμάκια, και τα έφερον εις της τσέπαις των, ίσως διά να μη δίδουν υποψίας. Δύο εκ τούτων εκράτουν ανά μίαν απόχην, και άλλοι εβάσταζον κουβαριασμένα χονδρά σχοινία, πισσωμένα. Βεβαίως επρόκειτο περί αλιευτικής ή ναυτικής εκδρομής.

Αλλά πώς είχον μυρισθή την υπόθεσιν, κ' είχον λάβει είδησιν, όλες η μάγκες του τόπου, παιδία μεταξύ δώδεκα και δεκαέξ ετών, πρώτος ο Θοδωρής ο Τσούνος, είτα ο Γιάννης ο Ζόπης, κι' ο Πέρρος ο Τριζόπης, κι' ο Βασίλης ο Γλάρος, κι' ο άλλος ο Βασίλης ο Κουλός, κι' ο Γιώργης ο Κυρκυδός, κι' ο Δημήτρης ο Ψόφος, κι' ο Γιάννης ο Κιώρης, κι' ο Αλέξης το Φανάρι, κι' ο Μανωλιός το Ψαλτήρι, και τόσοι άλλοι; Μόλις είχε γνωσθή η είδησις, ότι την περασμένην νύκτα είχε πέσει έξω παρά την Κεφάλαν, την απότομον υψηλήν ακτήν, πλησίον επισφαλούς βορεινού όρμου, μία μεγάλη νάβα ολλανδική, πελώριον σκάφος φορτωμένον με αγγεία, σίδηρον καί τινα υφάσματα. Και οι μεν ναυαγοί είχον σωθή· είχαν έλθει νύκτα εις την πόλιν οι κάτοικοι τους έδωκαν φορέματα, ήναψαν μεγάλην φωτιάν μέσα εις μίαν ισόγειον αποθήκην, και τους εζέσταναν. Οι ξένοι έπιον ρούμι άφθονον, και ήναψαν τας πίπας των. Εφαίνοντο ευχαριστημένοι από την φιλοξενίαν των εντοπίων. Τώρα επρόκειτο και πώς να σωθώσι τα ναυάγια.

Η εξουσία είχε στείλει δύο ενόπλους χωροφύλακας εις την Κεφάλαν, διά να φυλάξουν, όσον το δυνατόν, το βυθισμένον σκάφος. Αλλά πριν έλθουν οι χωροφύλακες, είχον φθάσει εις τον τόπον του ναυαγίου ο Λούκας ο Μπούνος, με την παρέαν του, κι' ο Αναστάσης ο Ζιζυφός, κι' ο Αλέξης της Μυλωνούς, και οι λοιποί. Ακόμη προ αυτών έφθασαν, αν και τελευταίοι είχον αναχωρήσει, ο Θοδωρής ο Τσούνος, κι' ο Βασίλης ο Γλάρος, κι' ο Δημήτρης ο Ψόφος κι' όλοι οι ξυπόλητοι μοσχομάγκες του τόπου. Ήρχισαν δε πάραυτα να εργάζωνται προς ανέλκυσιν των ναυαγίων από τον πυθμένα. Αι δύο ή τρεις γυναίκες, αίτινες είχον ακολουθήσει, ηκολούθησαν κατ' αρχάς προφάσει διά να κράξωσιν οπίσω τους υιούς των τους μάγκας και τους συμμαζέψουν, είτα σιγά-σιγά, χωρίς να το αισθανθούν, ειλκύσθησαν και αυταί μέχρι της Κεφάλας και εύρον περίεργον το θέαμα.

Ο Λούκας κ' η παρέα του, με τους γάντζους και με της απόχες, θα κατώρθωναν πολύ μεγαλείτερες δουλειές, αν ήτον εύκολον να φέρουν από τον λιμένα της βάρκες των εις το μέρος εκείνο. Αλλ' ήτο σχεδόν αδύνατον, διότι ο μαινόμενος βορράς δεν το επέτρεπε, θα ήτον ανάγκη να κάμψουν το ανατολικόν ακρωτήριον, το φράσσον τον λιμένα, να πλεύσωσιν κατεπάνω εις τον άνεμον, τρία ως τέσσαρα μίλια πέλαγος αγριωμένον, εις τα βασίλεια του βορρά. Με πανία θα ήτο αμήχανον, με κωπία θα εχρειάζοντο πολύ μεγαλείτεραι και ισχυρότεραι λέμβοι, και πολλοί και στιβαροί βραχίονες να το κατορθώσουν. Διά τούτο ηναγκάσθησαν, φέροντες τα αλιευτικά των εφόδια, να έλθουν πεζή, χωρίς κανείς να τους έχη στείλει.

Τώρα, με γάντζους, με απόχες, με σχοινία και με κοντάρια, έκαμναν ό,τι μπορούσαν ανασύροντες πότε-πότε μεγάλα πινάκια, υπερμεγέθεις σουπιέρες, με καλύμματα και με κουτάλας πηλίνας ακόμη, ενίοτε δέσμας σιδηρών ράβδων κλπ. Αλλά πολύ μεγαλειτέραν εργασίαν έκαμναν ο Θοδωρής ο Τσούνος, κι' ο Γλάρος κι' ο Ψόφος, και οι λοιποί. Ούτοι χωρίς να φοβώνται ότι θα κρυώσουν, εγυμνώθησαν από τα ολίγα ράκη που εφορούσαν, έδιναν διαρκώς βουτιές, έφθαναν δύο ή τρία μπόγια εις τον πυθμένα, κ' επανήρχοντο εις τον αφρόν, φέροντες πάντοτε όσην ηδύναντο να σηκώσουν λείαν.

Δεν εφαίνοντο να είχαν συλλογισθή πώς θα μεταφέρουν τόσα αγγεία πήλινα και τόσας ράβδους σιδηράς, και πώς θα τας εξασφαλίσουν. Πλην ο Λουκάς ο Μπούνος εφαίνετο να είχε τους σκοπούς του δι' αυτό.

— Παιδιά, είπεν ούτος έξαφνα, στραφείς προς τας διαφόρους ομάδας των ανελκυστών και των βουτηχτών, τα πλιάτσκα μας, βλέπετε, είνε τέτοιας λογής, που το ένα είδος το σίδερο, είνε φτειασμένο για να σπάζη το άλλο είδος, τα πιάτα. Το λοιπόν, δεν μπορούν να κάμουν εύκολα χωριό, τα δύο μαζί. Είνε ανάγκη να τα ξεχωρίσουμε. Σας παρακαλούμε σας, των παιδιών, να πάρετε όσα πιάτα εύρετε, σπασμένα και γερά, που είνε και πιο εύκολο να τα κουβαλήσετε στα χέρια· σώνει να μας βοηθήσετ' εμάς να μεταφέρουμε σε μέρος σίγουρο ούλες της βέργες και της λαμαρίνες.

Έκυψεν εις το ους ενός των συντρόφων του, του Αναστάση τον Ζιζυφού, και του εψιθύρισε μερικά λόγια με πολλάς χειρονομίας, δεικνύων διά συρτού κ' επιμόνου κινήματος της παλάμης ίσα-πέρα τον αιγιαλόν, και ηκούσθησαν αρκετά ευκρινώς απ' το στόμα του ολίγαι λέξεις: «καλύβα, πέρα εκεί, σπηλιά, . . . κλειδαριά, σιδερόπορτα . . . Να φυλάτε, κ' εμείς θάρθουμε με της βάρκες το βράδυ, σαν πέσ' ο αέρας».

Την στιγμήν εκείνην ένας από τους μάγκας, ο Μανωλιός το Ψαλτήρι, εφώναξεν·

— Έ! μπάρμπα-Λούκα! μπάρμπα-Λούκα! να, έρχονται οι ταχτικοί!

Εστράφησαν όλοι, και είδον τους δύο γηραιούς χωροφύλακας, με της παληοκαπότες των και με της καραμπίνες των της σκουριασμέναις, που εφάνησαν να κατέρχωνται την ράχιν προς την ακτήν, και μόλις απείχον πεντακόσια βήματα. Ήσαν δύο παλαιοί, λησμονημένοι χωροφύλακες, από την εποχήν προ του Συντάγματος, με τουζλούκια και με χειρίδας ανοικτάς, δυσκίνητοι, συμβιβαστικοί, ολιγαρκείς, μαθημένοι να πονούν τη φτώχεια, και μη θέλοντες να φαίνονται κακοί.

 — Έννοια σας, εσείς! έκραξεν ο Λούκας χωρίς να ταραχθή. Ξέρω εγώ
τι να του πω του μπάρμπα-Χρήστου, και μη σας μέλη.

Την ιδίαν στιγμήν ηκούσθη οπωσούν τραχεία η φωνή του ενός των χωροφυλάκων, του γεροντοτέρου·

 — Ε! νισάφι, βρε παιδιά, εφώναξε . . . Πέσατε με τα μούτρα πάλι
στο πλιάτσκο!

Με τον ίδιον τόνον απήντησεν ο Λούκας·

— Έννοια σου, μπάρμπα-Χρήστο! το κάνουμε για να μη σκουριάσουν τα σίδερα μες τη θάλασσα . . . Κ' έπειτα είνε ανάγκη να ξαλαφρώση λιγάκι τ' αμπάρι, για να σηκωθή το σκάφος! . . .

Ο Λούκας δεν εβράδυνε να πείση τον μπάρμπα-Χρήστον περί της αληθείας και περί της ορθότητος των δύο επιχειρημάτων, τα οποία επρόβαλεν. Όταν οι δύο γηραιοί οπλίται κατήλθον χαμηλότερα προς τον αιγιαλόν, ανέβη κ' εκείνος ολίγον υψηλότερα και τους ανέπτυξεν αναλυτικώτερον την υπόθεσιν·

— Κάμετε γλήγορα! έκραξεν εν συμπεράσματι, ο γέρο-Χρήστος· και ξεπαστρέψτε τα, αυτά, το γληγορώτερο . . . και ξεκουμπισθήτε αποδώ, γιατί! . . .

Διέκοψε, και έφερε την χείρα εις τον πώγωνα· είτα επέφερεν·

— Είνε κι' άλλοι εδώ, που έχουν γένεια . . .

Έκαμε μιμικόν κίνημα, σημαίνον ότι «εκείνος που είχε τα γένεια» δηλ. ίσως ο κατής ή ειρηνοδίκης, ήτον φόβος αν εγίνοντο παράπονα, μην τους τσακώση «απ' το γιακά» και τους στείλη «μέσα».

Ο Λούκας απήντησεν·

— Ορισμός σας, μπάρμπα-Χρήστο! . . . το γληγορότερο.

Είτα ήρχισε να συνεννοήται με την παρέαν του.

Καθώς τα μυρμήκια, το θέρος, δεν παύουν ένα-ένα αποτελούντα ατελείωτον λιτανείαν εις την άκραν του δρόμου να σύρουν από ένα κόκκον, ή ψόφιαν μυίαν, ή ό,τι δήποτε, βαδίζοντα ακούραστα προς την αποθήκην των, την μικράν οπήν της γης, ούτω και η πολυκέφαλος συντροφιά του Λούκα, ο Θανάσης ο Παπουδής, κι' ο Παναγής της Χρόναινας, κι' ο Ανάστασης ο Αμπάς κι' ο Αλέξης της Μυλωνούς και οι λοιποί, εσχημάτισαν μακράν πομπήν, μετακομίζοντες επ' ώμων τας ράβδους τας σιδηράς και τα αγγεία, εις την καλύβην πέραν, την κρυφήν, και εις την σπηλιάν την οποίαν είχεν υποδείξει ο Λούκας. Και καθώς τα μυρμήκια, όταν εις έν εξ αυτών πέση έν τεμάχιον πολύ μεγάλον και δυσανάλογον διά τας δυνάμεις του, υπείκοντα εις σημεία μυστικά και εις φωνάς αδήλους, έρχονται εις βοήθειαν του αδελφού των, και συνεργάζονται πέντε ή εξ ομού εις το κύλισμα και την μεταφοράν του μεγάλου τεμαχίου, παρομοίως ο Θοδωρής ο Τσούνος, κι' ο Γιάννης ο Ζόπης, κι' ο Πέρρος ο Τριζόπης, κι' ο Κώστας ο Κυρκυδός, κι' ο Δημήτρης ο Ψόφος, κι' ο Αλέξης το Φανάρι, και όλοι οι λοιποί, συνέτρεχον και συνεκοπίαζον εις το κουβάλημα πάσης δέσμης σιδηρών ράβδων, πολύ στερεά δεμένης, και την οποίαν μάτην είχαν προσπαθήσει να λύσωσιν εις μονάδας.

Την νύκτα, ο άνεμος εμετριάσθη και ο καιρός εφαίνετο ότι εβελτιώθη. Τέσσαρες ή πέντε λέμβοι έκαμψαν το ανατολικόν του λιμένος ακρωτήριον, και δεν εβράδυναν να φθάσουν εις την Σπηλιάν, ολίγω πλησιέστερον της ακτής όπου είχε βυθισθή το ξένον πλοίον.

Τινές των συντρόφων εζήτουν επί τόπου να μοιρασθούν τα λάφυρα, διά να φέρη «ο καθένας το δικό του».

Ο Λούκας έκανε «κουμάντο» εις όλα. Προκειμένου περί διάνομής των λαφύρων, ιδού πώς έλυσε το ζήτημα·

— Βρε παιδιά, είπε, να φορτώσουμε τώρα τα πράγματα όπως είνε, μοιρασμένα κι' αμοίραστα, για να τα κουβαλήσουμε «όσο είνε νωρίς», — ήτον μία μετά τα μεσάνυχτα — κ' ύστερα κάνουμε καλά, όταν θα τα ξεμπαρκάρουμε. Ο λύκος απ' τα μετρημένα τρώει.

Συγχρόνως δε έβαλε τα δυνατά του να παραφορτώση την δικήν του την βάρκαν, με παραπολλά σίδερα, λέγων ότι η βάρκα αύτη σηκώνει περισσότερα, επειδή είνε καινούργια και γερή και καλοφτειασμένη.

Εις τον πλουν πάλιν ο άνεμος εσφοδρύνθη κ' εφουρτουνιάσθησαν όλοι. Η βάρκα του Λούκα, ως πολύ βαρυφορτωμένη, ηναγκάσθη να κάμη σχεδόν γενικήν αβαρίαν.

Τέλος έφθασαν εις τον λιμένα, δύο ώρας πριν φέξη, και απεβίβασαν τα πράγματα εις μίαν εσχατιάν, έξω της πόλεως. Τότε ήρχισαν δυνατόν καυγάν μεταξύ των.

Ο Λουκάς κ' οι άλλοι δύο νομάτοι, οι σύντροφοι της βάρκας του, απήτουν να τα μοιράσουν όλα «απ' τη μεγάλη μέση», αναλογίζοντες την αβαρίαν εις βάρος όλων. Οι άλλοι έλεγον ότι τα πράγματα είνε καλώς μοιρασμένα, και δεν έχουν να κάμουν άλλην μοιρασιάν. Ας μην έκαναν τόσο «ταμάχι», ο Λούκας κι' όλοι αυτοί μαζί του, διά να μη ευρεθούν εις την ανάγκην να κάμουν αβαρίαν. Πλην διατί τάχα ο Λούκας να επιμένη να βαρυφορτώση τόσον την βάρκαν; Άλλα είχε στα χείλη, και άλλον διάβολον είχε μέσα του. Βεβαίως, ενόει όλην την βαρκαδιά ως μερδικό του· και το μεριδικό του το πήρε πίσω η θάλασσα η αχόρταγη.

Τότε οι δύο νομάτοι, οι σύντροφοι του Λούκα, έρριψαν όλον το βάρος επάνω του, κ' επέμειναν να μοιρασθούν οι δύο ό,τι είχε μείνει απ' όλον το φορτίον, επειδή αυτός με το «ταμάχι» του και με την πλεονεξίαν του έγινεν αίτιος της αβαρίας, και είνε δίκαιον η ζημία να πέση εις βάρος του.

Ο Λούκας ετραβούσε τας ολίγας τρίχας τας άλλοτε πυρράς, και νυν στακτεράς και υπολεύκους, που είχον μείνει περί τους δύο κροτάφους του, μεμφόμενος την αχαριστίαν των συντρόφων·

— Κακό, βρε παιδιά! κι' ο κόπος μου θα πάη χαμένος; . . . Κρίμα, βρε παιδιά!

Ευθύς άμα τη ανατολή του ηλίου, πριν προφθάσουν οι ναυαγοσώσται να μεταφέρουν και εξασφαλίσουν όλα τα λάφυρα, ο ειρηνοδίκης και ο πάρεδρος της δημαρχίας, ο «εκπληρών και τα αστυνομικά», ελθόντες κατέσχον ό,τι εύρον εξ όλων των διακομισθέντων πραγμάτων. Ο ειρηνοδίκης εξωδίκως απεφάνθη ότι, κατ' αυτόν οι άνθρωποι ούτοι δεν ήσαν ένοχοι, καθότι εγλύτωσαν τόσον πράγμα από την φθοράν. Επειδή, αν επερίμεναν τους «αρμοδίους» πότε «να σκεφθούν» και «ν' αποφασίσουν», να λάβουν μέτρα» κτλ. οι αρμόδιοι, είνε τόσον βραδυκίνητοι, ώστε το μεγαλείτερον μέρος του φορτίου θα το κατέπιεν εν τω μεταξύ η θάλασσα. Εδικαιούντο άρα οι άνθρωποι, αν δεν τους επλήρωναν τα ναυαγοσωστικά, να κρατήσουν μέρος των πραγμάτων τούτων δι' αμοιβήν των.

— Καλά το έλεγα εγώ, βρε παιδιά, είπεν ο Λουκάς. Δεν ήτο δίκηο να χάσω τον κόπον μου!

Ο ΠΑΝΤΑΡΩΤΑΣ

Ο μπάρμπ’-Αλέξης ο Καλοσκαιρής δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του
Χάρωνος διά να πηδήση εις τον άλλον κόσμον είχε το ιδικόν του.

Καλά που ευρέθη κι' αυτό το υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτης, φελούκα παμπάλαιος, διά να θαλασσοπνίγεται και πορίζεται τα προς το ζην ο μπάρμπ’-Αλέξης. Ήτο πτωχός, πάμπτωχος. Τόσα χρόνια που εγύριζε στην ξενητειά, κ' εταξείδευε με ξένα καράβια, κατάλαβες, καμμίαν προκοπήν δεν είχεν ιδεί. Παραπάνω από λοστρόμος δεν κατώρθωσε να φθάση. Άλλοι σύντροφοί του, κατάλαβες, απέκτησαν σκούναις και βρίκια, και δυο-τρεις μάλιστα ευρίσκοντο το σήμερον με μπάρκα. Κι' αυτός δεν είχε το σήμερον ουδ' ένα κόττερο, μόνον ήτον αναγκασμένος, μ' αυτήν την παληόβαρκαν, ν' αγωνίζεται να πορισθή τον άρτον της οικογενείας του. Και είχεν «οίκοι» δύο αδύνατα μέρη, εν ώρα γάμου, και οι γαμβροί, κατάλαβες, το-σήμερον, γυρεύουν πολλά! Σπίτι, αμπέλι, ελαιώνα, παληοχώραφα, τα χρειαζούμενα του σπιτιού όλα, και το μέτρημα χωριστά.

Μήπως είχε, τουλάχιστον, βοήθειαν από κανένα; Εκ των δύο υιών του, ο νεώτερος, ο Δημήτρης, καλή του ώρα, υπηρετούσεν, ας είχε ζωή, εις το Βασιλικόν Ναυτικόν. Καλά ναυτικά ήθελε μάθει! Ο άλλος, ο Αποστόλης, ο μεγαλείτερος, έλειπε χρόνια εις τους ωκεανούς. «Ούτε γράμμα, ούτε απηλογιά». Προ τριών ετών είχε μάθει ότι ήτο με έν αγγλικόν ατμόπλοιον ναύτης, και ότι περνούσε για Ιταλός. Ας πα — να περνούσε και για Σκλαβούνος! Αυτός διάφορο δεν είχε.

Ως ο κατάδικος εις το ικρίωμά του, ως ο κοχλίας εις το κέλυφός του, ο μπάρμπ’-Αλέξης ήτο προσηλωμένος εις την λέμβον του. Εταξείδευε μεταξύ Μιτζέλας, Στυλίδος, Λιχάδος, Ωρεών και Αιδηψού. Διεπόρθμευε κάτι μικρά εμπορεύματα, σπανίως επιβάτας. Άπαξ του μηνός κατέπλεεν εις την χθαμαλήν ευλίμενον νήσον του, διά να φέρη εξοικονόμησιν εις την γρηά και εις τας δύο κόρας του.

Το πάλαι είχε σύντροφον εις την λέμβον τον γέρο-Σαλαμάστραν (καλά που ηύρε συμπλωτήρα αρκετά ριψοκίνδυνον). Αλλά ο γέρο-Σαλαμάστρας δεν ήτο ευχαριστημένος από το μερδικό, εγόγγυζεν απαύστως και μίαν πρωίαν του έφυγε και τον άφησε «μες τη μέση». Ύστερον, «από φεγγάρι σε φεγγάρι», είχεν ενίοτε τον μπάρμπα-Γιάννην τον Λαλούμενον. Αλλ' ο μπάρμπα-Γιάννης ο Λαλούμενος συνήθειαν είχε, την ημέραν του απόπλου, να συμπίνη με τους φίλους, και ουχί σπανίως το ταξείδι ανεβάλλετο εξ αιτίας του, ή ο ναύλος εναυάγει εξ ολοκλήρου. Ο μπάρμπ’-Αλέξης ηναγκάσθη να τον αποπέμψη.

Τελευταίον και μόνιμον σύντροφον προσέλαβε τον Γιάννην τον
Πανταρώταν.

Τι περίφημος άνθρωπος αυτός ο Γιάννης ο Πανταρώτας! Ηδύνατό τις να τον ονομάση και Γιάννην Άπιαστον! Ο μπάρμπ’-Αλέξης μάλιστα τον εναυτολόγει υπό το όνομα «Ιωαννίδης». Υπελόγιζεν ότι, αν υπάρχωσιν ανά τον ελληνικόν κόσμον χιλιάδες έγγαμοι Γιάννηδες και Γιάνναιναι χήραι, θα είνε, κατά μέσον όρον, διακόσιαι πενήντα ή τριακόσιαι χιλιάδες Ιωαννίδαι. Και μετά τρεις γενεάς, ότε (αν περισωθή το ελληνικόν γένος) τα εις &-ίδης& και &-άδης& θ' απαντώνται μόνον εις τα ηρωικοκωμικά επύλλια, τις θα ευρεθή ν' ανησυχήση αν οι ζήσαντες Ιωαννίδαι ήσαν σωστοί τριακόσιαι χιλιάδες ή τριακόσιαι χιλιάδες και είς;

Το αληθές είνε ότι ο μπάρμπ’-Αλέξης ο Καλοσκαιρής έτρεφε μεγάλην στοργήν προς τον συμπλωτήρα του, τον Πανταρώταν. Δεν εμερίμνα τόσον περί του εαυτού του, αν θ' αξιωθή να λάβη σύνταξιν από το Ναυτικόν Απομαχικόν Ταμείον, όσον περί του συντρόφου του. Εκεί που έπλεεν από κάβον εις κάβον, από αιγιαλόν εις αιγιαλόν, ίστατο μίαν στιγμήν, άφινε την κώπην, έφερε την χείρα εις το μέτωπον, κ' έλεγε·

— Το ελάχιστο, αυτός ο Ιωαννίδης δεν θα πάρη σύνταξι, τίποτε; τον ναυτολογώ ταχτικά! Τίποτε δεν του λείπει. Τα χαρτιά του είνε σωστά. Εγώ, ας κουρεύομαι.

Και στρεφόμενος προς μεσημβρίαν, έκαμνε λίαν εκφραστικήν χειρονομίαν, με τον αντίχειρα και με τον δείκτην λέγων·

— Όρσε, κουβέρνο!

Και ουχ' ήττον υπέφερε πολλά διά να τον «περάση στα χαρτιά» αυτόν τον Γιάννην τον Πανταρώταν. Οι λιμενικοί υπάλληλοι μάλιστα «του έψησαν το ψάρι στα χείλη». Είνε αληθές ότι ο εξακουσμένος σύντροφός του ήτο εν διηνεκεί απουσία. Οι αλιείς οι συναντώντες τον μπάρμπ’-Αλέξην παραπλέοντα τας ακτάς, ενίοτε και οι αιπόλοι οι οδηγούντες τας αίγας των εις τον αιγιαλόν διά «ν' αρμυρίσουν», τον ηρώτων·

— Πού είν' ο σύντροφός σου; Μοναχός σου αρμενίζεις;

— Πάει ν' αγοράση ψωμιά, απήντα ο μπάρμπ’-Αλέξης· τώρα τον περιμένω να γυρίση.

Κ' ενώ έλεγεν ότι τον περιμένει, εξηκολούθει ουδέν ήττον να πλέη.

Οι επιστάται των λιμένων, οι υγειονομικοί φυλακές και οι τελωνοσταθμάρχαι, ήσαν τα φόβητρα του μπάρμπ’-Αλέξη.

Επαρουσιάζετο πάντοτε μόνος του, εις τον υγειονομικόν ή λιμενικόν σταθμόν «διά να βγάλη τα χαρτιά».

— Ποιος είν' ο σύντροφός σου;

— Ο Γιάννης ο Πανταρώτας (αλλαχού έλεγεν ο Ιωαννίδης).

— Και πού είν' αυτός ο Γιάννης ο Πανταρώτας;

— Με καρτερεί στη βάρκα.

— Πώς δεν τον παρουσιάζεις ποτέ;

— Ολημέρα στην πιάτσα βρίσκεται· αδειάζει απ' το μεθύσι;

— Κ' εμπιστεύεσαι συ, να ταξειδεύης με μέθυσον;

 — Τον έχω διά τον τύπο, επειδή έτσι το θέλει ο νόμος. Εγώ αξίζω
για δυο.

Και ο λιμενικός υπάλληλος εφόρει τα γυαλιά του και του έδιδε τα χαρτιά.

Είς όμως υπάλληλος ήτον πολύ πονηρός και τον είχε καταλάβει.

Φαίνεται να ήτο Μωραΐτης. Αλλ' ο μπάρμπ’-Αλέξης ταχέως τον αφώπλισεν. Υπό την πρώραν της βάρκας έκρυπτε πάντοτε μίαν τσότραν γεμάτην, ή και δαμιτζάναν ολόκληρον, του ευρίσκοντο δε και κάτι ορεκτικά εδέσματα της πατρίδος του. Με μισή αστακοουρά, με κανέν κεφαλόπουλο καπνιστό της λίμνης, με ολίγον αυγοτάραχον, μ' ένα έγχελυν αλατισμένον, όλα προϊόντα της μικράς ωραίας νήσου, ο μπάρμπ’-Αλέξης έκαμνε τη δουλειά του.

Είς άλλος όμως ήτο σκληρός. Ήτο ολιγώτερον τρεπτός από τους αρχαίους θεούς, και ας τους είχε σχεδόν πατριώτας. Ήτο «Αυστριακός, χειρότερος από Τούρκον» κ' έτυχε να γείνη υπάλληλος εις την ελευθέραν Ελλάδα. Ο μπάρμπ’-Αλέξης δεν ειμπόρεσε να τον καταφέρη. Ηναγκάσθη να παύση να πλησιάζη εις τον σταθμόν εκείνον της Στερεάς.

Μίαν φοράν όμως «τα έφερε σκούρα». Ευρέθη εις το πέλαγος, εν τω μέσω του Ευβοϊκού στενού, εις ίσην από της ηπείρου και από της νήσου απόστασιν.

Ήρχετο από τους Ωρεούς κ' έπλεε διά το Θρόνιον. Είχε μικρόν φορτίον από στάμναις και κανάτια, και ημίσειαν δωδεκάδα βαρέλια εντοπίων μικρών αφύων.

Ο μπάρμπ’-Αλέξης ήτον αμέριμνος, ως πάντοτε, κ' εκάθητο εις την πρύμνην, κυβερνών το σκάφος και ιθύνων το ιστίον.

Δεν ήτο ανάγκη τώρα να κάμη την τέχνην την οποίαν εσυνήθιζεν άλλοτε. Να καθήση δηλαδή εις το κύτος της λέμβου, παρά τον ιστόν, να προσδέση την σκότταν και τον οίακα διά διπλών σχοινίων και να χειρίζεται αόρατος από του κύτους, φλόκον, ιστίον και πηδάλιον με μίαν χεργιάν.

Ενίοτε μάλιστα ενησμενίζετο να το κάμνη οσάκις είχε, όπερ σπάνιον, κανένα χερσαίον επιβάτην, τον οποίον υπεχρέου να καθήση παρά το πηδάλιον, όταν διήρχοντο πλησίον παραθαλασσίου χωρίου. Και από της ξηράς έβλεπον τότε, πράγμα απίστευτον, φουστανέλλαν κυβερνώντα την λέμβον.

Την φοράν όμως ταύτην δεν είχεν επιβάτην κανένα χερσαίον. Αίφνης βλέπει βασιλικόν πλοίον ερχόμενον αντίπρωρα αυτού. Ήτο η «Σαλαμινία» πιθανώς. Ίσως να ήτο η «Πληξαύρα» ή η «Αφρόεσσα».

Αν είχε κανένα επιβάτην, ας ήτο και φουστανελλάς, θα τον υπεχρέου να μεταμφιεσθή εις ναύτην, να φορέση τα παληά αμπαδίτικα του μπάρμπ’-Αλέξη, τα οποία ευρίσκοντο υπό την πρώραν διά παν ενδεχόμενον.

Αλλ' επιβάτην είπομεν δεν είχεν.

Τι να κάμη;

Σηκώνεται, λαμβάνει το έν των ζυγών, εφ' ων καθέζονται οι ερέται, το ανορθοί, εβγάζει ένα σκαρμόν, τον προσδένει διά του τροπωτήρος σταυροειδώς επί του ζυγού.

Κύπτει υπό την πρώραν, αναζητεί τα παλαιά ράκη του, ενδύει το διπλούν ξύλον με μίαν κάπαν, της οποίας τα μανίκια εκρέμαντο σπαρακτικώς περί τας δύο άκρας του σκαλμού.

Επί της κορυφής του ορθού ξύλου θέτει ένα ναυτικόν κούκκον, τον οποίον είχεν αφ' ου χρόνου εταξείδευε με τα ξένα πλοία εις Ιταλίαν και εις τον Αδρίαν.

Διά να σταθή οπωσούν ο κούκκος, τον περιδένει ολόγυρα με το κίτρινο ζωνάρι του ως σαρίκι.

— Είνε σωστό σκιάζουρο, εψιθύρισεν ο μπάρμπ’-Αλέξης. Και έστησε το αυτοσχέδιον τούτο ανδρείκελον επί του θριγκού της πρώρας, με την βάσιν κάτω εις το κύτος, εκείθεν του κολπουμένου ιστίου.

Έβαλε και την μίαν κώπην εγκάρσιον, οιονεί εις ανάπαυσιν επί των γονάτων του ανδρεικέλου, με το πτερύγιον άνω προς τον ουρανόν!

Ολίγα λεπτά ακόμη και τα δύο αντίπρωρα πλοία συνηντήθησαν.

Ο μπάρμπ’-Αλέξης ύψωσε την σημαίαν, εμετρίασε τον δρόμον και απέδωκε τας τιμάς.

Ο κελευστής της βασιλικής ημιαλίας, όστις εγνώριζε τον μπάρμπ’- Άλέξην από πολλών ετών, δεν ηδυνήθη να μη θαυμάση την ευχέρειαν και την ραστώνην μεθ' ης έπλεε.

— Μπράβο, καπετάν-Αλέξη, τω έκραξεν, είσαι πολύ σβέλτος.

— Αλήθεια, απήντησεν ο μπάρμπ’-Αλέξης . . . και μάλιστα ο σύντροφός μου.

Τούτων ένεκα, μεγάλης χαράς ήτο αφορμή διά τον μπάρμπ’-Αλέξην, όταν κατώρθωνε «στη χάσι και στη φέξι» να έχη κανένα επιβάτην, τον οποίον, εν ανάγκη, να &περάση& ως τον περίφημον Γιάννην τον Πανταρώταν. Αλλά πού επιβάτης; ποίος ετόλμα να πατήση τον πόδα εις την παληόβαρκαν;

Μίαν φοράν ηυτύχησε να επιβιβάση από μίαν ακρογιαλιάν της Λοκρίδος ένα κάποιον ορεινόν, όστις ήθελε να περάση αντικρύ εις την Εύβοιαν.

Αλλ' ίσως ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην ούτος επάτησε τον πόδα εις πλοίον εν γένει.

Μόλις εκάθησε παρά την πρύμνην, με την σκούφιαν του, ίσα με το αυτί, με τον στριμμένον μύστακά του, με τα τουζλούκια του, εις μέρος όπου &εδιαναστούσεν& η βάρκα, και όπου ο μπάρμπ’-Αλέξης είχε &διπλαρώσει& την βάρκαν επίτηδες, διά να τον παραλάβη, και αμέσως, πριν λύση ο ναύτης το απόγεια, πριν η λέμβος σαλεύση ακόμη, διότι ήτο γαλήνη, ο επιβάτης ήρχισε να πιάνεται από τον σκαλμόν, από την κωπαστήν, από τον ώμον του μπάρμπ’-Αλέξη, απ' ό,τι εύρισκεν.

— Τι έχεις; είπεν ο κυβερνήτης· κάμε ήσυχα, μη φοβάσαι.

Και ήρχισε ν' ανασπά την άγκυραν.

Αλλ' ο επιβάτης δεν ήτο καλά!

Είχε κύψει εις το κύτος, κ' εζήτει να κρατηθή από τας εξοχάς των στραβοξύλων, από τα εσωτερικά φατνώματα.

Η λέμβος εκινήθη.

— Έχε έννοια, είπεν ο μπάρμπ’-Αλέξης, τώρα θα λύσω το πανί.

Το σκάφος εσάλευσεν ολίγον τι.

Ο επιβάτης εκυρτώθη, έγεινε κουβάρι. Εκρατείτο σπασμωδικώς από τον πρυμναίον ζυγόν, από τον θριγκόν της πρύμνης.

— Βγάλε με! βγάλε με! εκραύγασε.

— Τι έπαθες, βρε άνθρωπε, σε καλό σου!

— Βγάλε με, όξου, δεν μπορού. Δεν μπορού τη φευγάλα τσ' βάρκας.

— Μη φοβάσαι, δεν είνε φουρτούνα. &Μπονάτσα&, κάλμα.

— Βγάλε με όξου, σ' λένε. Τι μ' κρένεις αυτού;

— Τώρα λιγάκι κ' εφθάσαμε. Κάμε το σταυρό σου. Τράβα μια ρακιά.

— Χοντραίς καληόρις μ' κρένεις, βλέπου;

Και με τον ένα γρόνθον εφοβέριζε τον μπάρμπ’-Αλέξην, ενώ με τον άλλον εκρατείτο σπασμωδικώς από την κωπαστήν.

Ο γηραιός ναυτικός έδωκε τόπον τη οργή. Ηναγκάσθη να προσεγγίση οπίσω εις την ξηράν και να τον αποβιβάση.

Μόλις επάτησεν εις τα άγια χώματα, ο ορεινός απεμακρύνθη ολίγα βήματα, και στραφείς κατά τον αιγιαλόν, εστάθη μεταξύ ενός βράχου κ' ενός θάμνου, και προσβλέψας βλοσυρώς προς τον μπάρμπ’-Αλέξην, όστις απεμακρύνετο σιωπηλός από της ακτής, επρότεινε και τους δύο γρόνθους την φοράν ταύτην, σείων απειλητικώς την κεφαλήν και κράζων·

— Αχ! καραβά! Αχ! βρε καραβά! Αχ! μωρέ καραβά!

Αν και συνήθως εθήρευε τους επιβάτας, όπου τους εύρισκεν ο μπάρμπ’-Αλέξης, άπαξ ευρέθη εις την ανάγκην ν' αποποιηθή να παραλάβη επιβάτην εις την μικράν υπόσαθρον σκάφην του. Ιδού πώς:

Ήτο κατά τας τελευταίας ημέρας του έτους 1870. Ο μπάρμπ’-Αλέξης ητοιμάζετο ν' αποπλεύση έκ τινος ερήμου ακτής της Φωκίδος, μελετών, αν δεν εύρη εν τω μεταξύ κανένα ναύλον, ν' απέλθη εις την μικράν νήσον του.

 — Χειμώνα, καλοκαίρι, ως τόσο δεν θα ξαποστάσω μια φορά κ' εγώ!
Καλότυχοι είνε ο καπετάν-Φραγκούλης ο Γιαλόξυλος, ο καπετάν-
Θανασός ο Ζευγαρωμένος, ο καπετάν-Γιαννάκος ο Έρωτας! Άμα μισάη ο
Τρυγητής ο μήνας, έρχονται και δένουν τα καραβάκια τους από την
Κολώναν της πιάτσας και τραβούν φαΐ και ύπνο που πάει αντάρα και
καπνός!

Ήτο περί την εσπερινήν αμφιλύκην, είχεν αρχίσει να νυκτώνη.

Δεν εφοβείτο να πλέη και διά νυκτός εις τόσα γνωστά πελάγη.
Εκαυχάτο ότι «κ' η ξέρες και τα γεφύρια τον εγνώριζαν».

Ητοιμάζετο ν' ανασπάση την άγκυραν.

Τα νερά εις τον όρμον εκείνον ήσαν ρηχά, «δεν εδιαναστούσεν η βάρκα».

Ήτο αραγμένος μέχρι βολής τυφεκίου από την ξηράν.

Εκεί βλέπει κάτι τι κ' έλαμψεν έξω επί τινος βράχου της παραλίας.
Αυτό δε το λάμψαν έλαμψεν επί τινος λίαν αμαυρού, λίαν θαμβού.

Με όλον το επικρεμάμενον ήδη σκότος, η αμαυρότης εφαίνετο δεσπόζουσα του σκότους.

Ακούει μίαν φωνήν, φωνήν λίαν επιτακτικήν και τραχείαν·

— Βρε καραβά!

Προσηλοί τα όμματα, διαστέλλων υπερβολικώς αυτά όπως διακρίνη εν μέσω του λυκόφωτος.

Μεταξύ δύο βράχων, εις μέρος όπου ήρχιζεν ένα μονοπάτι, γνωστόν αυτώ, δι' ου σνερριχάτο τις εις την γυμνήν και απόκρημνον ακτήν, βλέπει δύο άνδρας ισταμένους. Ήσαν ένοπλοι, και τα τουφέκια και τα πιστόλια των έστιλβον επί της λερής περιβολής των.

Ο μπάρμπ’-Αλέξης εφοβήθη μέγαν φόβον. Ουδ' επί στιγμήν αμφέβαλεν ότι ήσαν λησταί.

Ακούει δευτέραν φωνήν·

— Ε! καραβά! έλα γλήγορα να μας πάρης.

— Τώρα, τώρα! απήντησε μηχανικώς ο μπάρμπ’-Αλέξης.

Και αφού ανέσυρε την άγκυραν, έλαβε τας κώπας. Αλλ' αντί να ελαύνη προς την ξηράν, εχαμήλωσε την ράχιν του, έκρυψε την κεφαλήν του εντός του κύτους, γενόμενος αόρατος από της ακτής, και με τας χείρας ή με τους πόδας, όπως ηδύνατο, ήρχισε να ελαύνη προς το πέλαγος.

Οι δύο από της ξηράς, ιδόντες τον δόλον, ήρχισαν να τον καταρώνται και να τον υβρίζωσι με τα φαυλώτατα των επιθέτων.

Αλλ' ο μπάρμπ’-Αλέξης ηδιαφόρει. Εφοβείτο να έλθη εις επαφήν με τοιούτους φοβερούς την όψιν ανθρώπους. Και πλουσίαν αμοιβήν αν του έταζον, δεν θα τους εδέχετο ποτέ εις την λέμβον.

Ηκούσθη μία τουφεκιά.

Η βολή συρίξασα εκτύπησεν εις το πηδάλιον της λέμβου.

Δευτέρα τουφεκιά βροντώδης αντήχησεν.

Το βόλι ηυλάκωσε το κύμα, και βυθισθέν εχάθη εις τον μέλανα πόντον.

Ο μπάρμπ’-Αλέξης, εξακολουθών να ελαύνη, ήτο εκτός βολής ήδη.

Όταν απεμακρύνθη αρκετά από της ξηράς, ανωρθώθη περίτρομος ακόμη και ήρχισε να ψηλαφά τα μέλη του.

— Ω! διάβολε! &άλτρος κάβος κονταρέμους.&

Και προσέθηκεν·

— Ως τόσο, καλά που την εγλύτωσα. Πώς θα χαρή η καϋμένη η γρηά.

Είτε φαντασιώδης ήτο ο κίνδυνος, είτε πραγματικός, του μπάρμπ’-
Αλέξη του εφάνη ότι «εξαναγεννήθη».

Εν τούτοις δεν ήτο απίθανον να ήσαν και λησταί οι δύο εκείνοι άνθρωποι. Κατά την εποχήν εκείνην είχε γείνει εν Ελλάδι σπουδαία και αποτελεσματική εργασία προς εξάλειψιν της ληστείας, όθεν οι τρεις ή τέσσαρες αρχηγοί των τότε ισαρίθμων κομμάτων, συνασπισθέντες, ως να ήσαν εκδικηταί των προγεγραμμένων, εκρήμνισαν παταγωδώς από της αρχής το έκφυλον Υπουργείον.

Ίσως οι δύο ούτοι φυγάδες, αν ήσαν πράγματι λησταί, να ήσαν τα τελευταία λείψανα καταστραφείσης τινός συμμορίας.

Και όμως ο γηραιός ναύτης, αν εσώθη από αληθείς ληστάς, δεν εφυλάχθη όμως και από κοινούς κλέπτας.

Εις μίαν άλλην ακρογιαλιάν είχε προσαρμοσθή μίαν ημέραν.

Ο σταθμός ο λιμενικός, όπου ώφειλε «ν' αλλάξη τα χαρτιά του», απείχεν εκείθεν ημισείας ώρας οδόν.

Τώρα, εάν είχε σύντροφον άλλον τινά παρά τον Πανταρώταν, όστις διετέλει εν διηνεκεί απουσία, θα τον άφηνε να φυλάγη την βάρκαν, και δεν θα την άφηνεν έρημην και ορφανήν.

Και αν δεν την άφηνεν έρημην και ορφανήν, δεν θα ήρχοντο εν τη απουσία του κλέπται να του πάρουν ό,τι είχε και ό,τι δεν είχε.

Τούτο δε ακριβώς συνέβη.

Οι κλέπται εμβήκαν μέσα ως καλοί οικοκυραίοι. Του αφήρεσαν τα πάντα, ενδύματα, τρόφιμα, κοντάρια, ιστία, ως και τας κώπας.

Του άφησαν μόνον τους τροπωτήρας και τους σκαλμούς.

Και τους μεν σκαλμούς ίσως δεν ηδυνήθησαν να τους εβγάλουν από της σκαλμότρυπες, οι δε τροπωτήρες θα τους έπεσαν δι' αδεξιότητα από τας κώπας.

Τι να τους κάμη τους τροπωτήρας και τους σκαλμούς! Πώς να ταξειδεύση χωρίς κώπας, χωρίς ιστία;

Και έκτοτε ο μπάρμπ’-Αλέξης ο Καλοσκαιρής ωρκίσθη να μη παραβή επί ζωής του τους περί ναυτιλίας νόμους, και να μη συνταξειδεύση πλέον με τον Γιάννην τον Πανταρώταν.

Η ΠΕΠΟΙΚΙΛΜΕΝΗ

Είχα τάξιμο να υπάγω στην Κεχριάν να ψάλω το «Πεποικιλμένη». Από χρόνων δέκα κεδέν είχα επισκεφθή την Παναγίαν την Κεχριάν. Δέκα χρόνια είχα ν' ασπασθώ την σεβασμίαν παλαιάν Εικόνα της Κοιμήσεως, όπου είνε ζωγραφισμένοι, επάνω εις δυο υπερώα ένθεν και ένθεν, ο ιερός Κοσμάς (αυτός ο θεσπέσιος ποιητής της &Πεποικιλμένης&) και ο θείος Δαμασκηνός, τείνοντες δύο τόμους κάτω προς την σύνθεσιν της Εικόνος, εφ' ων είνε γραμμένα δύο τροπάρια, το «Γυναίκα σε θνητήν, αλλ' υπερφυώς και Μητέρα Θεού», και το «Αξίως ως έμψυχόν σε ουρανόν υπεδέξαντο . . . » Και δεν είχα αγναντέψει ούτε μακρόθεν τον περικαλλή θόλον του σεμνού ναΐσκου, οπού αστράπτει εις τον ήλιον, όλως πεποικιλμένος από τα ωραία παλαιά πινάκια, τα εγκολλημένα εις το κτίριον ως όστρακα μαργαριτοφόρα.

Και παρημέλησα το τάξιμόν μου, και δεν απεφάσιζα να υπάγω. Ενύκτωσε κ' εκαθόμουν έξωθεν του μαγαζείου του αγαπητού νεαρού φίλου μου του Κωστή του Τσαμασφόρου, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος. Ο Κωστάκης μου έφερε ποτήριον ρακίου να με κεράση και μου είπε·

— Δεν πήγες, μπάρμπ’-Αλέξανδρε, στην Παναγία την Κεχριά; Εγώ θα πάω.

— Τώρα που νύκτωσε; Τι λες!

— Έχει φεγγαράκι.

Έπια, κ' εισήλθεν εις το μαγαζί του κρατών τον δίσκον. Μόλις αυτός εισήλθε, και πάραυτα εισώρμησα μέχρι του κυλικείου, όπου απέθετε τον δίσκον με τα ποτά.

— Θα πας σίγουρα, Κωσταντή; . . . Πώς σου ήρθε . . . έχεις συντροφιά;

— Έχω, αν δεν με γελάση.

— Ποιον;

— Τον Αργύρη τον Τσαλαβούτη.

Έτρεξα έξω. Επήγα εις έν υποδηματοποιείον δύο ή τρεις πόρτες παρέκει, διά να εύρω τον μικρόν ανεψιόν μου τον Διαμάντην, εργαζόμενον ως κάλφαν εις την τέχνην αυτήν. Δυστυχώς το υποδηματοποιείον είχε κλείσει. Επλησίαζεν ογδόη ώρα· δύο ώρες νύκτα.

Επέστρεψα εις του Τσαμασφόρου.

— Κωσταντή, δεν ηύρα τον ανεψιό μου. Ο μάστορής του έκλεισε από νωρίς. Ήθελα να του πω, να πη χαμπάρι στο σπίτι. Δεν συμφέρει να πάω ο ίδιος εκεί. θα φωνάζουν η αδελφές μου: «Πού θα πας τέτοια ώρα», και τα λοιπά. Μιζέριες γυναικών . . . Ακούς να σου πω; . . .

— Λέγε.

— Αναλαμβάνεις να στείλης είδησιν στο σπίτι μου διά να μη με γυρεύουν και ανησυχούν όλη νύκτα; Στείλε έναν, όποιον βρης, ή ένα παιδί, ή ένα πουλί.

— Καλά.

— Μην ξεχάσης.

— Εγώ θα πάω πεζός και μοναχός μου. Εσύ έλα με τα άλογό σου και με την παρέα σου.

— Θα πάρης και κουμπάνια;

— Θα πάρω.

— Σε περιμένω στον Άι-Λια. Εκεί θα σμίξουμε.

— Καλά.

Ο Κωστής, ο νεαρός φίλος μου, μου είχε κάμει αληθή υποβολήν, αν όχι υπόμνησιν του ταξίματός μου. Δεν εκρατούμην και εκίνησα πάραυτα. Το φεγγάρι ήτο εννέα ή δέκα ημερών. Ελογάριαζα μιας ώρας ανήφορον έως τον Άγιον Ηλίαν, μιας ώρας συνάντησιν και διατριβήν μετά προχείρου δείπνου, εις την τοποθεσίαν αυτήν, και τριών τετάρτων περίπου κατήφορον έως την Παναγίαν. Η σελήνη θα μας έφεγγεν ακριβώς έως να φθάσωμεν εις το τέρμα.

Επήρα τον ανήφορον, βαδίζων τον φράκτην-φράκτην εν μέσω αμπέλων και ελαιώνων, ανέβην εις το Κοτρωνάκι, εις τους Σακαλάρους, έφθασα εις του Βαραντά το ρέμμα, όπου «εκρότιζεν» ο τόπος, αλλ' εγώ δεν εκροτιζόμην· δεν είχα εις τον νουν μου στοιχειά και φαντάσματα, αλλά προαπήλαυα το «πεποικιλμένη». Διέσχισα πέρα-πέρα το ρέμμα, εμβήκα εις τον Μεγάλον Ανήφορον, στο Μεροβόλι, και τέλος με πολύ άσθμα και ιδρώτα έφθασα εις τον Άι-Λια. Αντικρύ εις το πελώριον κτίριον, το Κελλί του Παππά-Ιερεμία, δύο ή τρία σκυλιά μ' εγαύγισαν, αλλ' όταν επάτησα επί του οροπεδίου, όπου είνε ο ναΐσκος του προφήτου, παραδόξως εσιώπησαν κ' εκρύβησαν εις δύο ή τρεις καλύβας, όπου εφαίνοντο ανάμεσα εις τους κήπους.

Ψυχήν δεν είχα συναντήσει. Γλυκύς ζέφυρος εφύσα εις τους πελωρίους πλατάνους, τριγύρω εις την μεγάλην δίκρουνον βρύσιν, όπου εκελάρυζε τα νερά της στ' αυλάκια, το ρέμμα-ρέμμα τον κατήφορον. Έκαμα τον σταυρόν μου, έξωθεν του παραθύρου, εις το γλυκύ φως των κανδηλίων, όπου έφεγγον εμπρός εις τον Χριστόν και την Παναγίαν και τον Πρόδρομον και τον Προφήτην Ηλίαν, με την μάχαιραν και με την μηλωτήν. Έψαλα το «ο ένσαρκος άγγελος». Εκάθησα επί της πεζούλας. Αγνάντευα εις το μελαγχολικόν φως της σελήνης το χωρίον μας κάτασπρον, κτισμένον επί δύο λόφων και μεσαζούσης κοιλάδος, παραθαλάσσιον, και τον λιμένα τον τρίκολπον, με τα τρυφερά κηπάκια, όπου φαίνονται ως να «εγκαινίζωνται» εις τα φωσφορίζοντα νερά.

Μετά τέταρτον ώρας ήκουσα κρότον και βάδισμα αλόγου. Εσηκώθην.
Ήρχετο ο Κωσταντής.

— Εδώ είσαι, μπάρμπ’-Αλέξανδρε;

— Εδώ. Μοναχός σου ήρθες; πού είνε η παρέα σου;

— Μ' εγέλασε . . . Μην τα ρωτάς, μπάρμπ’-Αλέξανδρε. Όσα τροπάρια είξερα — και ξέρω πολλά ολίγα — όλα τα είπα στον δρόμον.

— Γιατί; φοβήθηκες;

— Κρότιζε ο τόπος. Εσένα δεν σ' έμελε;

— Όχι τόσο. Απ' του Βαραντά ήρθες;

— Απ' το Πετράλωνο. Εσύ απ' του Βαραντά;

— Ναι.

— Δεν εφοβήθηκες, εκεί στο ρέμμα;

— Δεν έβαλα στο νου μου . . . τίποτε.

Επέζευξεν. Εξεφόρτωσε το ζεμπίλι με τα τρόφιμα και την φλάσκαν με το κρασί. Έβγαλε από το ζεμπίλι έν κηρίον σπαρματσέτον, έτριψε πυρείον και το ήναψεν. Έως να καθήσωμεν προς το κατώφλιον της μικράς εκκλησίας και να στρώσωμεν το τραπέζι, ησθάνθημεν ότι ο Μπαλής, το άλογον, όπου το είχεν αφήσει λυτόν ο Κωσταντής, μας έφυγε. Πριν κάμωμεν τον σταυρόν μας εσηκώθηκεν ο Κωστής.

Αλλά το υποζύγιον θα επήγεν εκεί προς ανατολάς, εις το σύσκιον μέρος, ανάμεσα εις λόχμας και φράκτας, και δεν το εβλέπαμεν. Ανάγκη να τρέξη ο Κωστής, διά να το ανακαλύψη κάπου. Αλλά θα ήτο μεγαλειτέρα ευκολία, είς να κρατή το κηρίον, και άλλος να έχη τας χείρας ελευθέρας διά να συλλάβη το ζώον άμα το εύρισκε. Ο Κωσταντής ήτο ο μόνος αρμόδιος προς το τελευταίον τούτο· εγώ εις τι άλλο θα εχρησίμευα, ειμή διά να κρατώ το κερί;

Δυστυχώς είχα βγάλει το υπόδημά μου το αριστερόν, πριν καθήσωμεν εις το δείπνον, επειδή με ηνώχλει ο κάλος κατόπιν της οδοιπορίας, κ' ευρέθην μονοπέδιλος την ώραν όπου είχε γείνει άφαντον το ζώον. Και όμως ανάγκη ήτο να συμμορφωθώ. Επήγα μαζί με τον Κωσταντήν πολλά βήματα πέραν του ιερού της εκκλησίας με έν υπόδημα, χωλαίνων και πατών επί ακανθών. Ευτυχώς ο Μπαλής δεν είχε υπάγει μακράν, ήτο διακριτικόν άλογον. Είχεν απομακρυνθή απλώς διά να βοσκήση, και δεν είχε βάλει κακόν εις την κεφαλήν του.

Όταν εγυρίσαμεν πίσω εγώ κρατών το κηρίον, ο Κωνσταντής κρατών τον Μπαλήν, τον οποίον και έδεσε προχείρως εις την ρίζαν θάμνου αντικρύ μας, ο Κωστής εξέχασε πού είχε βάλει το μαχαίρι καθώς το είχε βγάλει από το ζεμπίλι, διά να κόψη ψωμί, και ψωμί δεν έκοψε, αλλ' ετρέξαμεν αποτόμως προς ανεύρεσιν του Μπαλή. Ο Κωστής το ανεζήτει τώρα εις το ζεμπίλι, αλλ' εις το ζεμπίλι δεν ήτο, ούτε επήδησε μοναχόν του οπίσω, αφού άπαξ το είχε βγάλει εκείθεν. Εψάξαμεν πολλήν ώραν με το κερί, τέλος το ηύραμεν σιγά εις την βοοειοδυτικήν γωνίαν του εκκλησιδίου, παρά τας ανθοδόχας, όπου ευωδίαζον εκεί βασιλικά και ρεσμαρή και δενδρολίβανα. Εφάγομεν το λιτόν δείπνον μας, επίομεν, εδευτερώσαμεν με την φλάσκαν.