WeRead Powered by ReaderPub
Βέρθερος cover

Βέρθερος

Chapter 7: ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The work is an epistolary account in which a young man records his life after moving to a rural area, celebrating nature's beauty while also detailing an obsessive, unrequited attachment to a woman who is promised to another. He chronicles shifting moods—exultation, jealous anguish, resignation—relations with neighbors, and philosophical reflections on art and feeling. The letters trace escalating inner conflict and social constraint that culminate in a tragic, self-inflicted death, leaving readers with themes of passion, melancholy, and the limits of sensibility.

Ο Αλβέρτος, εις τον οποίον η παραβολή δεν ήτον ακόμη φανερά, αντέταξε μερικά, και μεταξύ άλλων ότι ωμίλησα μόνον για ένα άμυαλο κορίτσι· πώς όμως ηδύνατο να δικαιολογηθή ένας άνθρωπος νουνεχής, που δεν είναι τόσω περιωρισμένος, που έχει πλατύτερη μάθηση και πείραν, ώστε να μπορή να κρίνη! — Φίλε μου, ανεφώνησα, ο άνθρωπος είναι άνθρωπος, και το λίγο μυαλό που θα έχη κανείς, ολίγην ή ουδεμίαν σημασίαν έχει, όταν τα πάθη μαίνωνται, και η συνθήκες της ανθρωπότητος τον πιέζουν. Αλλά περισσότερα γι' αυτό ας μιλήσουμε καμμίαν άλλη φορά, είπα κ' επήρα το καπέλλο μου να φύγω. Ω! ήταν τόσο γεμάτη η καρδιά μου, — και εχωρισθήκαμε χωρίς να νοιώσουμε ο ένας τον άλλον. Πόσον δύσκολα εις αυτόν τον κόσμον εννοεί ο ένας τον άλλον.

15 Αυγούστου.

Είναι όμως βέβαιον ότι εις τον κόσμον τίποτε άλλο δεν κάμνει τον άνθρωπον αναγκαίον όσον η αγάπη. Η Καρολίνα αισθάνομαι ότι δεν θα ήθελε να με χάση, και τα παιδιά δεν έχουν άλλη σκέψη παρά πότε θα ξανάρθω κάθε πρωί. Σήμερα επήγα εκεί, για να κουρδίσω το πιάνο της Καρολίνας, δεν μπόρεσα όμως να το κουρδίσω γιατί τα μικρά με επαίδευαν να τους ειπώ παραμύθι, και η ίδια η Καρολίνα είπε πως έπρεπε να κάμω τη θέλησή τους. Τους έκοψα το βραδινό ψωμί, που τώρα το λαμβάνουν από μένα όχι με λιγώτερη ευχαρίστηση παρά από την Καρολίνα, και τους διηγήθηκα το περίφημο παραμύθι της πριγκηπέσσας, που υπηρετείται από μαγευμένα χέρια. Μαθαίνω πολλά, σε βεβαιώ, έτσι και εκπλήττομαι για τας εντυπώσεις που τους προξενεί. Επειδή κάποτε αναγκάζομαι να εφεύρω κανένα επεισόδιο, που κατά τη δεύτερη φορά το λησμονώ, ευθύς μου λέγουν ότι την προηγούμενη φορά ήτο διαφορετικά, ώστε τώρα γυμνάζομαι να τους τα διηγούμαι αμετάβλητα και με την ίδιαν φωνή. Έτσι έμαθα πως ένας συγγραφεύς με δεύτερη αλλοιωμένη έκδοση της ιστορίας του, όσο καλύτερη και αν είναι αυτή ποιητικώς, θα βλάψη κατ' ανάγκην το βιβλίον του. Η πρώτη εντύπωσις μας ευρίσκει προθύμους, και ο άνθρωπος είναι καμωμένος ώστε και περί του πλέον αλλοκότου να μπορή κανείς να τον πείση, αλλ' αυτό έτσι αμέσως στερεά προσκολλάται εις τον νουν του, ώστε αλλοίμονον εις εκείνον που θελήση να το εξαλείψη και να το σβύση!

13 Αυγούστου.

Έπρεπε λοιπόν να είναι έτσι εις τον κόσμον, ώστε ό,τι κάμνει την ευδαιμονίαν του ανθρώπου να γίνεται πάλιν πηγή της δυστυχίας του;

Το μεστόν, θερμόν αίσθημα της καρδιάς μου προς την ζώσαν φύσιν, που με τόσην ηδονή με κατέκλυζε, που μου παρουσίαζε τον κόσμο γύρω σαν παράδεισο μου καθίσταται τώρα ανυπόφορος βασανιστής, ολέθριος δαίμων, που παντού με καταδιώκει. Όταν άλλοτε από το ύψος του βράχου απέβλεπα εις την εύφορον κοιλάδα, από του ποταμού μέχρι των λόφων εκείνων, και το παν γύρω μου έβλεπα να βλαστάνη και να αναβλύζη· όταν έβλεπα τα βουνά εκείνα ενδυμένα από τους πρόποδας μέχρι των κορυφών με υψηλά πυκνά, δένδρα, τας κοιλάδας εκείνας με τους ποικίλους ελιγμούς των να ισκιώνωνται από τα τόσο όμορφα δάση και ο γλυκύς ποταμός παρέρρεε μεταξύ των ψιθυριζόντων καλαμιών, και κατώπτριζε τα προσφιλή νέφη, που μετέωρα στον ουρανό εσέρνονταν από τον γλυκό, εσπερινό αγέρα· όταν άκουα τότε τα πτηνά γύρω μου να εμψυχώνουν το δάσος και μυριάδες σμήνη κωνώπων εύθυμα εχόρευαν εις τας τελευταίας ερυθράς ακτίνας του ηλίου, και το τελευταίον σπαράσσον βλέμμα του αποσπούσε τον βομβούντα κάνθαρον από το χόρτον του· και ο συριγμός και η γύρω μου κίνησις με έκαμναν προσεχτικόν εις το έδαφος, και το βρύον, που από τον τραχύν του βράχου εκβιάζει την τροφήν του, και το σπάρτον, που βλαστάνει εκεί πέρα στον ξηρόν αμμώδη λόφον, μου εξάνοιγε την εσωτερικήν, διάπυρον, ιεράν ζωήν της φύσεως· πώς εδεχόμην όλα αυτά εις την θερμή μου καρδιά, αισθανόμουν τον εαυτόν μου μέσα στην πλημμυρούσαν αφθονίαν ως αποθεωμένον, και αι λαμπραί μορφαί του απείρου κόσμου εκινούντο εις την ψυχήν μου ζωογονούσαι το παν. Υπερφυή βουνά με περιέβαλλαν, άβυσσοι έκειντο εμπρός μου, και χείμαρροι εκρημνίζοντο κάτω, οι ποταμοί έρρεαν κάτωθέ μου, και δάση και όρη αντηχούσαν και έβλεπα όλες τις αδιερεύνητες δυνάμεις να εργάζωνται και να πλάττουν εις τα βάθη της γης· και επί της γης και υπό τον ουρανόν τα γένη των πολυειδών δημιουργημάτων να φρίσσουν από ζωήν. Το παν, το παν να πληθύνεται διά μυρίων μορφών και τους ανθρώπους έπειτα εις τας καλύβας των ν' ασφαλίζωνται κάμποσοι μαζί και να συνοικίζωνται και να εξουσιάζουν εις την ιδέαν των τον απέραντον κόσμον! Μωρέ, που το παν θεωρείς τόσον μικρόν επειδή συ είσαι τόσον μικρός! — Από ταπρόσβατα βουνά διά της ερήμου, την οποίαν κανένα πόδι δεν επάτησε, έως το τέλος του αγνώστου ωκεανού πνέει το πνεύμα του αιωνίως δημιουργούντος, και χαίρε για κάθε σκόνη που το αισθάνεται και ζη. — Αχ, τότε, πόσες φορές επεθύμησα με τις πτέρυγες ενός περιγιάλι του απείρου ωκεανού, να πιω από το αφρίζον ποτήρι του απείρου εκείνην την πλημμυρίζουσαν ηδονήν της ζωής, και μια μόνη στιγμή εις την περιωρισμένη δύναμη του στήθους μου, να αισθανθώ μίαν σταγόνα της μακαριότητος του όντος, που το παν μέσα του και από μέσα του παράγει.

Αδελφέ, μόνον η ανάμνησις εκείνων των ωρών με ευφραίνει. Αυτή δα η προσπάθεια να επαναφέρω και εκφράσω πάλιν τα ανέκφραστα εκείνα αισθήματα, ανυψώνει την ψυχήν μου υπέρ εαυτήν, και με κάμνει τότε να αισθανθώ διπλά την πίεσιν των όρων της ζωής αυτών που τώρα με κυκλώνουν.

Ένα παραπέτασμα τραβήχτηκε απ' εμπρός από την ψυχή μου και το θέατρο της άπειρης ζωής μεταμορφώνεται εμπρός μου σε μιαν άβυσσο του τάφου του αιωνίως ανοικτού. Μπορείς να πης &αυτό δα είναι&, ενώ το παν περνά με την ταχύτητα αστραπής και ενώ το κάθε τι σπάνια διατηρεί ολόκληρη τη δύναμη της υπάρξεώς του, παρασύρεται, αλλοίμονον, μέσα εις τον χείμαρρον, καταβυθίζεται και κατασυντρίβεται στους βράχους; Καμμιά στιγμή δεν υπάρχει που να μη σε κατατρώγει, εσένα και τους δικούς σου γύρω σου· καμμιά στιγμή που να μην είσαι, να μην αναγκάζεσαι να είσαι εξολοθρευτής, ο πλέον αθώος περίπατος στοιχίζει τη ζωή σε μύρια δύστυχα σκουλήκια, μια πατησιά καταστρέφει τα πλέον επίπονα κτίρια των μυρμηκιών και καταχώνει σε πικρό τάφο ένα μικρόν κόσμο! Αχ! η μεγάλη, η μοναδική συμφορά του κόσμου, η πλημμύρες αυτές που καταβροχθίζουν τις πόλεις σας με πληγώνουν· μου τρώει την καρδιά η δύναμις που καταβροχθίζει, αυτή που βρίσκεται κρυμμένη μέσα σε κάθε τι της φύσεως, αυτή που τίποτε δεν έπλασε το οποίον να μη καταστρέφει τον γείτονά του, τον εαυτόν του. Και έτσι περιπλανώμαι άθυμα, έχοντας γύρω μου τον ουρανό και τη γη και τις δυνάμεις της που ενεργούν. Τίποτε δεν βλέπω παρά ένα τέρας που αιώνια καταβροχθίζει, αιώνια αναμασσά.

21 Αύγουστου.

Μάταια απλώνω τα χέρια μου προς αυτήν το πρωί όταν ξυπνώ από βαρειά όνειρα, μάταια την ζητώ την νύκτα στην κλίνη μου, όταν κανένα καλό, αθώο όνειρο με ξεγέλασε σαν να καθόμουν κοντά της στο λειβάδι και να κρατούσα το χέρι της και να το σκέπαζα με χίλια φιλήματα. Αχ! τότε σαν ακόμη παραζαλισμένος απ' τον ύπνο απλώνω τα χέρια μου προς αυτήν και τη στιγμή εκείνη ξυπνώ — χείμαρρος τα δάκρυα ξεσπούν από τη βαρεία καρδιά μου και κλαίοντας απαρηγόρητα αποβλέπω προς το σκοτεινόν μέλλον.

22 Αυγούστου.

Δυστυχία μου, Γουλιέλμε! Η ενεργητικές μου δυνάμεις επαγιδεύτηκαν μέσα σε μιαν ανήσυχην αργία· δεν μπορώ να είμαι αργός, και όμως τίποτε δεν μπορώ να κάμω. Ούτε φαντασία έχω ούτε αίσθημα για τη φύση και αηδιάζω τα βιβλία. Όταν εμείς οι ίδιοι λείπουμε απ' τον εαυτό μας, τότε μας λείπει το παν. Σου ορκίζομαι ότι πολλές φορές επιθύμησα να είμαι ένας απλός εργάτης, μόνον και μόνον για νάχω, όταν σηκώνωμαι το πρωί, κάποια προσδοκία μες την αρχάμενη ημέρα, μιαν ανάγκη, μιαν ελπίδα. Πολλές φορές φθονώ τον Αλβέρτο, που τον βλέπω χωμένο μες τα έγγραφα και φαντάζομαι πως θάμουν καλά αν ήμουν στη θέση του! Κάποτε μάλιστα εστοχάσθηκα να γράψω σ' εσέ και στον υπουργό και να ζητήσω τη θέση εκείνη στην πρεσβεία, που, όπως βεβαιώνεις, δεν θα μου την ηρνούντο. Το πιστεύω κ' εγώ. Ο υπουργός με αγαπά προ πολλού και συχνά με παρεκίνησε να καταγίνω σε κάτι και τυχαίνει ώρα όπου έχω πράγματι μια τέτοια διάθεση. Έπειτα, όταν το ξανασυλλογίζωμαι και θυμούμαι τον μύθο του αλόγου που μην υποφέροντας την ελευθερία του άφησε να του βάλουν σέλλα και γκέμια και το ψόφησαν στην καβάλλα — δεν ξέρω τι να κάνω. Και, αγαπητέ μου! μήπως μέσα μου ο πόθος μου προς απαλλαγήν καταστάσεως δεν είναι μία ανήσυχη ορμή που θα με καταδιώκη παντού;

28 Αυγούστου.

Αλήθεια, αν η αρρώστεια μου μπορούσε να γιατρευτή, οι άνθρωποι αυτοί θα με γιάτρευαν. Σήμερα είναι η μέρα των γενθλίων μου· και πολύ νωρίς έλαβα ένα δεματάκι από τον Αλβέρτο. Ευθύς μόλις το άνοιξα πέφτει στα μάτια μου ένας τριανταφυλλί φιόγκος, που τον είχεν η Καρολίνα στο στήθος όταν την πρώτη φορά την εγνώρισα και που κάμποσες φορές της τον είχα ζητήσει. Μαζί μ' αυτόν ήταν δύο βιβλία σε μικρό σχήμα, ο Όμηρος στην έκδοση, του Βετστάιν, που συχνά την επιθύμησα, για να μη φορτόνωμαι στον περίπατο την έκδοση του Ερνέστου. Ιδές έτσι προλαμβάνουν τις επιθυμίες μου, έτσι επιζητούν να μου κάνουν όλες τις μικρές χάρες της φιλίας, εκείνες που είναι χίλιες φορές προτιμότερες από τα μεγαλοπρεπή δώρα, με τα οποία μας ταπεινώνει η ματαιοδοξία εκείνου που τα χαρίζει.

Φιλώ αυτό το φιόγκο χίλιες φορές και με κάθε αναπνοή ροφώ την ανάμνησιν εκείνων των ευδαιμονιών, που είχα σε κείνες τις ευτυχισμένες, τις ανεπίστρεπτες ημέρες. Γουλιέλμε, έτσι είναι, και δεν μουρμουρίζω· τα άνθη της ζωής δεν είναι παρά φαντάσματα! Πόσα παρέρχονται, χωρίς ν' αφήσουν ουδέ ίχνος! Πόσον ολίγα δίνουν καρπόν, και πόσον ολίγοι απ' αυτούς τους καρπούς ωριμάζουν! Και όμως είναι ακόμη αρκετοί· και όμως — ω αδελφέ μου! — δυνάμεθα να παραμελήσωμεν ωρίμους καρπούς, να τους περιφρονήσωμεν, να τους αφήσωμεν άγευστοι άγευστοι να σαπήσουν;

Υγίαινε! το καλοκαίρι είναι λαμπρό· κάθομαι συχνά επάνω εις τα καρποφόρα δένδρα, εις το μέρος του περιβολιού το ανήκον εις την Καρολίναν, και με την τέμπλαν, το μακρό εκείνο κοντάρι, κατεβάζω τα απίδια από την κορυφή. Εκείνη στέκεται αποκάτω και τα παίρνει όταν της τα διευθύνω κάτω.

30 Αυγούστου.

Κακομοίρη! Δεν είσαι μωρός; Δεν απατάς τον εαυτό σου; Τι θέλει αυτό το μανιώδες, ατελεύτητο πάθος; Δεν έχω πλέον καμμίαν άλλην προσευχή παρά προς αυτήν· εις την φαντασίαν μου καμμιά άλλη μορφή δεν υπάρχει παρά η ιδική της, και το παν εις τον κόσμον περί εμέ βλέπω μόνον εν σχέσει μ' αυτήν. Και τούτο λοιπόν μου δίνει κάμποσες ώρες ευτυχείς — μέχρις ότου πάλιν αναγκασθώ να αποσπασθώ απ' αυτήν. Αχ, Γουλιέλμε! προς τι με σπρώχνει συχνά η καρδία μου! — Αφού κάθωμαι πλησίον της δύο τρεις ώρας, και τέρπωμαι εις την μορφήν της, τον τρόπον της, την θαυμασίαν έκφρασιν των λόγων της, ολίγον δε κατ' ολίγον όλαι αι αισθήσεις μου εντείνονται, και σκότος απλώνεται προ των οφθαλμών μου, μόλις ακόμη ακούω και με πιάνει κάτι από τον λαιμόν, σαν ένας δολοφόνος, και η καρδιά μου εις αγρίους παλμούς ζητεί να δώση αέρα εις τις στενοχωρούμενες αισθήσεις μου και αυξάνει μόνον την ταραχήν των — Γουλιέλμε, τότε πολλάκις δεν ξεύρω αν είμαι εις τον κόσμον! Και, — όταν κάποτε η βαρυθυμία επαυξάνεται, και μου επιτρέπη η Καρολίνα την αθλίαν παρηγοριά να κλαίω τον καϋμόν μου επάνω εις το χέρι της, — τότε πρέπει να απέλθω, πρέπει να φύγω! και περιπλανώμαι τότε μακράν εις τους αγρούς, Να αναρριχώμαι τότε εις απόκρημνον βουνόν είναι η χάρι μου, να ανοίγω από άβατον δάσος ένα μονοπάτι, διά των βάτων που με πληγώνουν, διά των ακανθών, που με κατασχίζουν! Τότε ευρίσκομαι κάπως καλύτερα! Κάπως! Και όταν κάποτε από τον κόπον και δίψαν αναγκάζωμαι να μείνω εις τον δρόμον, πολλάκις εις την βαθειά νύκτα, όταν η πανσέληνος είναι ψηλά επάνωθέ μου, όταν εις έρημον δάσος κάθωμαι πάνω σε κανένα πεσμένο δένδρο για να δώσω εις τα πληγωμένα πόδια μια μικρή ξεκούραση, έπειτα με την ησυχία που δίνει ο κόπος αποκοιμώμαι το ξημέρωμα. Ω! Γουλιέλμε! η έρημος κατοικία ενός κελλίου, το τρίχινο ένδυμα και η ακανθώδης ζώνη θα ήσαν ανακουφίσεις που τις διψά η ψυχή μου. Υγίαινε! Αυτής της αθλιότητος κανένα τέλος δεν βλέπω παρά τον τάφο.

3 Σεπτεμβρίου.

Πρέπει να φύγω! Σε ευχαριστώ. Γουλιέλμε, που εδυνάμωσες την κλονιζομένην μου απόφασιν. Ήδη από δεκαπέντε ημέρες περπατώ με την σκέψιν να την εγκαταλείψω. Πρέπει να φύγω. Επήγε πάλιν εις την πόλιν σε μια φίλη της. Και ο Αλβέρτος — και — πρέπει να φύγω!

10 Σεπτεμβρίου.

Τι νύχτα ήτον! Γουλιέλμε! Τώρα αντέχω εις όλα. Δεν θα την ιδώ πλέον! Ω! γιατί δεν δύναμαι να ριφθώ στο λαιμό σου, με χίλια δάκρυα και εκστάσεις να σου εκφράσω καλέ μου, τα αισθήματα τα οποία πολιορκούν την καρδιά μου! Εδώ κάθημαι και ασθμαίνω, ζητώ να καθησυχάσω τον εαυτόν μου, περιμένω το πρωί, και με την ανατολήν του ηλίου οι ίπποι είναι έτοιμοι.

Αχ! κοιμάται ήσυχα, και δεν σκέπτεται ότι δεν θα με ιδή πλέον. Εσυγκρατήθηκα, εστάθηκα αρκετά ισχυρός, ώστε σε δυο ωρών ομιλίαν να μη προδώσω το σχέδιόν μου. Και, Θεέ, τι συνδιάλεξις!

Ο Αλβέρτος μου υπεσχέθη ευθύς μετά το δείπνον να είναι με την Καρολίναν εις τον κήπον, που ήτο κατασκευασμένος εν είδει αμφιθεάτρου. Εστεκόμουν εις το επάνω μέρος, κάτω από τις υψηλές καστανιές, και έβλεπα προς τον ήλιον, που τώρα για τελευταία φορά μου εβασίλευεν εις την αγαπητήν κοιλάδα, εις το γλυκό ποτάμι. Πόσον συχνά εστεκόμουν μ' αυτήν εδώ, και ατενίζαμεν το αυτό λαμπρόν θέαμα, και τώρα. — Πηγαινοερχόμουν εις την δενδροστοιχίαν, η οποία μου ήτο τόσον αγαπητή· κάποια μυστηριώδης συμπάθεια τόσον συχνά με εκράτει εδώ, πριν γνωρίσω την Καρολίναν, και πόσον εχάρημεν, όταν εις την αρχήν της γνωριμίας μας απεκαλύψαμεν την αμοιβαίαν κλίσιν προς την μικράν αυτήν τοποθεσίαν! Αλήθεια είναι μία από τις πιο χαριτομένες που έκαμεν η φύσις, απ' όσες εγώ έχω ιδή.

Εν πρώτοις ανάμεσα στις καστανιές έχεις την εκτεταμένην άποψιν. — Αχ, ενθυμούμαι — σου έγραψα, νομίζω, πολλά άλλοτε γι' αυτό — πως δενδροστοιχίαι από ψηλές οξυές φθάνουν κυκλικώς ως την άκρη, όπου από τις δυο μεριές απλώνετε το δάσος, και η δενδροστοιχία γίνεται επί μάλλον και μάλλον σκοτεινοτέρα, μέχρις ότου τέλος το παν καταλήγει εις ένα κλειστόν κύκλον, τον οποίον όλαι αι φρίκαι της ερημίας περιβάλλουν. Αισθάνομαι ακόμη πόσον συμπαθητικόν μου ήτο, όταν για πρώτη φορά εισήλθα εκεί ακριβώς ένα μεσημέρι, είχα ελαφρόν προαίσθημα οποία σκηνή ευδαιμονίας και λύπης έμελλε να μου γίνη το δάσος αυτό.

Εχάρηκα για μισή σχεδόν ώρα ακόμη τις φλογερές γλυκείες σκέψεις του αποχωρισμού, και του ξαναϊδωμού κατόπιν, όταν τους άκουσα να ανεβαίνουν προς το επάνω μέρος του περιβολιού. Έτρεξα προς αυτούς, ανατριχιάζοντας έπιασα το χέρι της, και το εφίλησα. Μόλις είχαμεν ανέλθει, και η σελήνη ανέτειλεν πίσω από τον θαμνώδη λόφον· ωμιλούσαμεν περί ποικίλων, και ανεπαισθήτως ήλθαμεν πλησιέστερα εις τον σκοτεινόν κύκλον. Η Καρολίνα εισήλθε και εκάθησεν, ο Αλβέρτος πλησίον της, και εγώ επίσης· η ανησυχία μου όμως δεν με άφινε να κάθωμαι πολλήν ώραν εκεί· εσηκώθηκα, ήλθα εμπρός της, επήγα εδώθε κ' εκείθε, ξανακάθησα· ήταν στενόχωρη κατάστασις. Εκείνη μας έλεγε να προσέξουμε στην ωραία όψη που έδινε γύρω το φως της σελήνης, το οποίον εις το τέλος των σειρών των οξυών εφώτιζεν όλον το προ ημών κλιμακοειδές μέρος — λαμπρόν θέαμα που ήτο τόσο μάλλον εκπληκτικόν όσο γύρω μας περιέβαλλε βαθύ σκότος. Ήμεθα σιωπηλοί, και εκείνη σε λίγο άρχισε να λέγη: Ποτέ δεν πηγαίνω να περπατήσω κάτω από το φως της σελήνης· ποτέ, χωρίς να μη σε συνοδεύση η ανάμνησις των αποθαμμένων μου, χωρίς να μη μου έλθη το αίσθημα του θανάτου, του μέλλοντος. Θα υπάρχωμεν εξηκολούθησε με την φωνήν γεμάτην αίσθημα· αι! Βέρθερε, θ' ανταμωθώμεν πάλιν; θ' αναγνωρισθώμεν: Τι αισθάνεσθε; τι λέγετε;

— Καρολίνα, είπα, ενώ της έδωκα το χέρι, και οι οφθαλμοί μου εγέμισαν από δάκρυα, θα ιδωθώμεν πάλιν! εδώ κάτω και εκεί επάνω θα ξαναϊδωθώμεν! — Δεν ηδυνάμην να μιλήσω περισσότερο — Γουλιέλμε, έπρεπε να με ερωτήση περί τούτου, όταν είχα τον στενόχωρον αυτόν αποχωρισμόν εις την καρδιάν μου! — Και αρά γε οι αγαπητοί απελθόντες ξέρουν τι γινόμαστε εμείς, εξηκολούθησεν, αισθάνονται αρά γε, όταν περνούμεν καλά, ότι τους θυμούμεθα με θερμήν αγάπη! Ω η εικών της μητέρας μου πετά πάντοτε περί εμέ, όταν την ήσυχην εσπέρα κάθωμαι μεταξύ των παιδιών της, μεταξύ των παιδιών μου, και αυτά με περιτριγυρίζουν, καθώς επεριτριγύριζαν εκείνην. Όταν εγώ τότε με δάκρυ γεμάτο πόθον βλέπω προς τον ουρανό, και επιθυμώ να ηδύνατο εκείνη να έβλεπε προς στιγμήν πως κρατώ τον λόγον μου, που κατά την ώραν του θανάτου της έδωκα· να είμαι η μητέρα των παιδιών της, με πόσον αίσθημα αναφωνώ: Συγχώρησέ με σεβαστή μου, αν δεν είμαι γι' αυτά ό,τι συ ήσουν. Αχ! κάμνω όμως ό,τι δύναμαι· ενδύονται, τρέφονται, και ό,τι είναι καλύτερον από όλα αυτά, καλοκοιτάζονται και αγαπώνται. Αν ηδύνασο να ιδής την ομόνοιάν μας, αγαπητή αγία, θα εδόξαζες με την πιο ζωηρή ευχαρίστηση τον Θεόν, τον οποίον με τα τελευταία πικρότατα δάκρυα παρακαλούσες για την ευδαιμονία των παιδιών σου.

Αυτά είπε! Γουλιέλμε, ποιος μπορεί να επαναλάβη ό,τι εκείνη είπε! Πώς δύναται το ψυχρόν, νεκρόν γράμμα να παραστήση αυτά τα ουράνια άνθη του πνεύματος! Ο Αλβέρτος ήσυχα την διέκοψεν: — Αυτό σε πειράζει πάρα πολύ, αγαπητή Καρολίνα! ξεύρω πως η ψυχή σου προσκολλάται πολύ εις αυτές τις ιδέες, αλλά σε παρακαλώ μην επιμένης. — Αλβέρτε, του είπε, ξέρω ότι δεν λησμονείς τις εσπέρες που εκαθήμεθα μαζί στο μικρό στρογγυλό τραπέζι όταν ο μπαμπάς ήταν στην ξενητειά, και ημείς είχαμεν στείλει τα μικρά να κοιμηθούν. Είχες συχνά ένα καλό βιβλίο, και πολύ σπανίως κατώρθωνες να διαβάζης λίγο. Η σχέσις με εκείνη την ωραία ψυχή δεν ήτο κάτι πλέον παρά το παν; Την όμορφη, τη γλυκειά, φαιδρά και πάντοτε δραστηρία γυναίκα! Ο Θεός γνωρίζει τα δάκρυά μου, με τα οποία συχνά εγονάτιζα στο κρεββάτι μου μπροστά του ευχομένη να με κάμη ομοίαν της.

— Καρολίνα, ανεφώνησα, γονατίζοντας μπροστά της, πιάνοντας το χέρι της και βρέχοντάς το με χίλια δάκρυα, Καρολίνα, η ευλογία του Θεού είναι επάνω σου και το πνεύμα της μητρός σου! — Αν την είχετε γνωρίσει, είπε, σφίγγουσα το χέρι μου, — ήταν αξία να την εγνωρίζετε! — Ενόμιζα ότι αφανιζόμουν. Ουδέποτε επροφέρθη δι' εμέ υψηλότερη, πλέον υπερήφανη λέξις — και εξηκολούθησε: — Και η γυνή αυτή επέπρωτο ν' απέλθη εις το άνθος της ηλικίας της, όταν ο πιο μικρός γυιός της δεν ήταν ουδέ έξ μηνών! Η ασθένειά της δεν διήρκεσε πολύ· ήταν ήσυχη, υπομονητική, μόνον τα παιδιά της ελυπείτο, ιδίως το μικρό. Καθώς επλησίασε το τέλος της, και μου είπε: Φέρε μου τα επάνω, και καθώς τα επήγα μέσα, τα μικρότερα, τα οποία δεν ήξευραν, και τα μεγαλύτερα, τα οποία ήσαν αναίσθητα καθώς εστέκοντο γύρω εις την κλίνην, και εκείνη ανύψωσε τα χέρια της, και εδεήθη επάνω των, και τα εφίλησε το έν μετά το άλλο και τα απέπεμψε, τότε δα μου είπε: να είσαι η μητέρα των! Της έδωκα τον λόγον μου. Υπόσχεσαι πολύ, κόρη μου, είπε, την καρδιά μιας μητέρας, και το μάτι μιας μητέρας. Κατάλαβα συχνά από τα ευγνώμονα δάκρυά σου ότι αισθάνεσαι τι είναι τούτο. Έχε για τα αδέλφια σου και για τον πατέρα σου την πίστιν και την υπακοήν μιας γυναίκας. Να τον παρηγορής. Ερώτησε πού είναι· είχε βγη έξω για να μας κρύψη την αβάστακτη λύπη που αισθάνετο· ο δυστυχής ήταν κατασπαραγμένος από τη θλίψη.

Αλβέρτε, εσύ ήσουν εις το δωμάτιον. Ήκουσε κάποιον να περιπατή, και ρώτησε, και εζήτησε να σε ιδή καθώς σε προσέβλεψε και εμέ, με το παρηγορημένον, ήσυχον βλέμμα, ότι μαζί θα είμεθα ευτυχείς, — ο Αλβέρτος έπεσεν εις τον λαιμόν της και την εφίλησε, και ανεφώνησεν: Είμεθα! θα είμεθα! Ο Αλβέρτος ήτον όλως εκτός εαυτού, και εγώ δε δεν ήξευρα τίποτε περί του εαυτού μου.

— Βέρθερε, εσυνέχισε τότε . . . και η γυναίκα αυτή έφυγε πια! Θεέ! Όταν κάποτε σκέπτωμαι πως αφίνει κανείς να παίρνουν το αγαπητότατον ον της ζωής του, και κανένας δεν αισθάνεται τούτο τόσον πολύ παρά τα παιδιά, τα οποία επί πολύ ακόμη παραπονούντο πως οι μαύροι άνθρωποι επήραν τη μαμά! . . .

Αυτή εσηκώθη, και εγώ συνήλθα και εταράχθηκα· έμεινα καθήμενος, και εκρατούσα το χέρι της. — Ας πάμε, είπε· είναι καιρός. — Ήθελε να αποσύρη το χέρι της, και εγώ το εκρατούσα δυνατώτερα. Θα ιδωθώμεν πάλιν, ανεφώνησα, θα ανταμωθώμεν πάλιν, και σε οποιαδήποτε μορφή θα αναγνωρισθώμεν. Πηγαίνω, εξηκολούθησα, πηγαίνω εκουσίως και όμως, όταν έπρεπε να είπω «διά παντός», δεν θα αντείχα. Χαίρε, Καρολίνα! Χαίρε, Αλβέρτε! Θα ξαναϊδωθώμεν. — Αύριον, υποθέτω, επρόσθεσεν εκείνη αστείως! — Αισθανόμην το αύριον! Αχ, δεν ήξευρεν, όταν απέσυρε το χέρι της από το δικό μου. — Κατήλθαν την δενδροστοιχίαν, εστάθηκα, τους ακολούθησα με το βλέμμα μου υπό το φως της σελήνης, και ερρίφθηκα κατά γης και εξήντλησα τα δάκρυά μου, και ανεπήδησα, και έτρεξα μπροστά, και είδα ακόμη εκεί υπό την σκιάν των υψηλών φιλυρών το λευκό της φόρεμα να στίλβη εις την θύραν του κήπου, άπλωσα τα χέρια μου, και όλα αφανίσθηκαν.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

20 Οκτωβρίου.

Χθες εφθάσαμεν έξω. Ο πρέσβυς είναι άρρωστος, και δεν θα εξέλθη επομένως επί μερικάς ημέρας. Να μη ήτο τόσον δύστροπος, όλα θα πήγαιναν καλά. Παρατηρώ, παρατηρώ, η τύχη μού έδωκε σκληράς δοκιμασίας. Αλλά θάρρος! Ένα ελαφρόν πνεύμα υποφέρει το παν! Ελαφρόν πνεύμα; αυτό με κάμνει να γελώ, πώς η λέξις έρχεται εις την γραφίδα μου. Ω! λιγάκι ελαφρότερον αίμα θα με έκαμνε τον πλέον ευτυχή υπό τον ήλιον. Τι! εκεί, όπου άλλοι με την ολίγη δύναμή τους και ευφυία καμαρώνουν μπροστά μου με τρυφερή αυταρέσκεια, απελπίζομαι εγώ περί της δυνάμεώς μου, περί των προτερημάτων μου! Καλέ Θεέ, που μου έδωκες το παν, διατί δεν εκράτησες το ήμισυ, και δεν μου έδωκες πεποίθησιν εις τον εαυτόν μου και αυτάρκειαν;

Υπομονή! Υπομονή! τα πράματα θα πάνε καλύτερα. Γιατί, σου το λέγω, αγαπητέ, έχεις δίκαιον. Αφ' ότου γυρίζω κάθε μέρα μεταξύ του λαού, και βλέπω τι κάμνουν, και πώς φέρονται, είμαι πλέον ευχαριστημένος από τον εαυτόν μου. Βέβαια, αφού δα ημείς έτσι επλάσθημεν, ώστε το παν να συγκρίνωμεν με τον εαυτόν μας, και τον εαυτόν μας με το παν, γι' αυτό και η ευτυχία ή η δυστυχία βρίσκεται εις τα αντικείμενα με τα οποία συγκρινόμεθα, και τότε τίποτε άλλο δεν είναι περισσότερο επικίνδυνο παρά η ερημία. Η φαντασία μας, από φυσικού της σπρωχνομένη ώστε να υψώνεται, τρεφομένη από τις φανταστικές εικόνες της ποιήσεως, φαντάζεται κλίμακα όντων, όπου ημείς είμεθα το κατώτερον, και το παν εκτός ημών φαίνεται λαμπρότερο, καθέν άλλο είναι τελειότερο. Και τούτο είναι ολωσδιόλου φυσικόν. Αισθανόμεθα τοσάκις ότι μας λείπουν κάμποσα, και επίσης ό,τι μας λείπει μας φαίνεται συχνά ότι κάποιος άλλος το έχει, εις τον οποίον δίδομεν ακόμη και κάθε τι που εμείς έχομεν, και επί πλέον ιδανικήν τινα ευδαιμονίαν. Και έτσι ο ευτυχής είναι αποτελειωμένος, το δημιούργημα ημών των ιδίων.

Απ' εναντίας, όταν με όλη μας την αδυναμία και ταλαιπωρία εργαζώμεθα διηνεκώς προς ένα ωρισμένον σκοπόν, ευρίσκομεν συχνά ότι ημείς με τις βόλτες προχωρούμεν καλύτερα, παρά άλλοι με τα πανιά και τα κουπιά τους . . . Τέλος νοιώθουμε μέσα μας με αληθινό αίσθημα την αξία του εαυτού μας, όταν περιπατούμε ίσως με άλλους ή και προτρέχουμε.

28 Νοεμβρίου.

Αρχίζω σχεδόν να περνώ εδώ, επάνω κάτω, υποφερτά. Το καλύτερο είναι ότι έχω αρκετήν εργασία· και έπειτα, οι πολυειδείς άνθρωποι, οι διάφορες νέες μορφές μού κάμνουν ποικίλον θέαμα προ της ψυχής μου. Εγνώρισα τον κόμητα Κ. . . άνδρα που μέρα την ημέρα πρέπει πιότερο να εκτιμώ, πλατύ, μεγάλο μυαλό και που δεν είναι ψυχρός, μολονότι πολλά διακρίνει, και εκ της συναναστροφής του οποίου εκλάμπει τόσον πολύ αίσθημα φιλίας και αγάπης. Έλαβε ενδιαφέρον για με, όταν του διεβίβασα μίαν παραγελίαν, και από τις πρώτες λέξεις ενόησεν ότι συνεννοούμεθα, ότι ηδύνατο να ομιλή με εμέ, όπως με τον καθένα. Προς τούτοις δεν δύναμαι αρκετά να εγκωμιάσω την ανοικτήν προς εμέ συμπεριφοράν του. Δεν υπάρχει τόσον αληθινή θερμή χαρά εις τον κόσμον, όσον το να βλέπεις μια μεγάλη ψυχή ν' ανοίγεται προς εσέ.

24 Δεκεμβρίου.

Ο πρέσβυς μου παρέχει πολλά βάσανα, το επρόβλεπα. Είναι ο ακριβέστατος μωρός που ηδύνατο να υπάρξη· βήμα προς βήμα, και μικροπρεπής σαν μια γρηά· άνθρωπος που ποτέ του δεν είναι ευχαριστημένος με τον εαυτόν του, και τον οποίον γι' αυτό κανείς δεν δύναται να ευχαριστήση. Εγώ αγαπώ να εργάζωμαι γρήγορα, και κάθε τι όπως είναι γραμμένο, μένει· να σου όμως αυτός δύστροπος, και μου επιστρέφει το έγγραφον και μου λέγει: Είναι καλόν, αλλ' επιθεωρήσατέ το· ευρίσκει κανείς πάντα μια καλύτερη λέξη, ένα καταλληλότερο μόριο. Τότε με παίρνει ο διάβολος. Κανένα «ναι», κανένας σύνδεσμος δεν συγχωρεί να παραλειφθή, και όλων των μεταθέσεων, που ενίοτε μου ξεφεύγουν, είναι άσπονδος εχθρός· όταν κανείς δεν κατασκευάζη τας περιόδους του και την συνήθη μελωδίαν, τότε αυτός δεν εννοεί τίποτε. Είναι δυστύχημα να έχη να κάμη κανείς με ένα τέτοιον άνθρωπον.

Η εμπιστοσύνη του κόμητος Κ . . . είναι ακόμη το μόνον πράγμα που με αποζημιώνει. Προχθές μου είπε ξάστερα πόσον δυσαρεστημένος είναι για την νωθρότητα και την μικρολογία του πρεσβευτού μου. Τέτοιοι άνθρωποι δυσκολεύουν και τον εαυτόν τους και τους άλλους και όμως είπε, πρέπει να υπομένη κανείς, καθώς ένας οδοιπόρος που αναγκάζεται να περάση ένα βουνό· βέβαια, αν δεν ήταν το βουνό, θα ήταν ο δρόμος πολύ ευκολώτερος αλλ' όμως υπάρχει, και πρέπει να περάση κανείς!

Ο γέρος μου καταλαβαίνει και αυτός την προτίμησιν που μου δίνει ο κόμης απέναντί του, και τούτο τον δυσαρεστεί, και σε κάθε περίσταση κατηγορεί τον κόμητα εμπρός μου· εγώ, φυσικώ τω λόγω, τον υπερασπίζομαι, και τοιουτοτρόπως το πράγμα γίνεται χειρότερο. Χθες με εξώργισε, γιατί εννοούσε και εμέ μαζί: Για τέτοιες υποθέσεις του κόσμου ο κόμης είναι πολύ καλός, έχει πολλήν ευκολίαν να εργάζεται και έχει καλή πέννα· αλλ' η βαθεία μάθησις του λείπει, όπως εις όλους τους καταγινομένους εις την ελαφράν φιλολογίαν. Πάνω σ' αυτό έκαμε ένα μορφασμόν, ως να ήθελε να είπη: αισθάνεσαι το κτύπημα; Αλλά τούτο δεν μου έκαμεν εντύπωσιν· επεριφρόνησα τον άνθρωπον που ηδύνατο έτσι να σκέπτεται και να φέρεται. Του αντιστάθηκα και επολέμησα με αρκετήν σφοδρότητα. Είπα ότι ο κόμης είναι άνθρωπος τον οποίον έπρεπε να εκτιμά κανείς, τόσον διά τον χαρακτήρα του, όσον και διά τας γνώσεις του. Κανένα δεν εγνώρισα, είπα, ο οποίος να κατώρθωσε τόσον καλά να ευρύνη το πνεύμα του, να το επεκτείνη εις αναρίθμητα αντικείμενα, και όμως να διατηρή αυτήν την ενεργητικότητα για τον καθημερινόν βίον. Αυτά ήσαν για το μυαλό του τούρκικα, και τον απεχαιρέτησα για να μη χαλάσω περισσότερο τη χολή μου ακούων και άλλον παραλογισμόν.

Και εις όλα αυτά σεις πταίετε, που με τις φλυαρίες σας με εφέρατε εις τούτον τον ζυγόν, και μου εψάλατε τόσα πολλά περί ενεργείας. Ενέργεια! Αν δεν κάνη περισσότερα εκείνος που φυτεύει πατάτες και πηγαίνει με το άλογο εις την χώραν για να πωλήση το σιτάρι του, παρά εγώ τότε θα εργασθώ δέκα έτη ακόμη εις αυτό το κάτεργον, όπου είμαι τώρα αλυσοδεμένος.

Και η λαμπρά αθλιότης, η αηδία η μεταξύ του ελεεινού τούτου λαού, που είναι εδώ μαζωμένος.! Η φιλοπρωτία μεταξύ αυτών, πώς αγρυπνούν και παραμονεύουν να περάση ο ένας τον άλλον ένα βηματάκι· τα αθλιότατα και ελεεινότατα πάθη ολοφάνερα. Να, παραδείγματος χάριν, μία γυναίκα, που ομιλεί σε κανένα για την ευγένειάν της και για το κτήμα της, ούτως ώστε κάθε ξένος δεν δύναται παρά να σκέπτεται· αυτή είναι μία τρελλή που φαντάζεται, ο Θεός ξεύρει τι, για την ολίγην ευγένεια και για την φήμην του κτήματός της. — Αλλ' ακόμη χειρότερα αυτή δα η γυναίκα είναι απ' εδώ από την γειτονιά κόρη ενός γραφέως. — Ιδές, δεν δύναμαι να εννοήσω πώς το ανθρώπινον γένος, τόσην ολίγην φρόνησιν έχει ώστε να ατιμάζεται τόσον ταπεινά.

Καταλαβαίνω όμως ολοένα περισσότερο φίλτατέ μου, πόσον ανόητον είναι το να μετρήση κανείς τους άλλους κατά τον εαυτόν του. Και επειδή εγώ έχω τόσα πολλά να κάμω με τον εαυτόν μου, και η καρδία αυτή είναι τόσον ταραχώδης — αχ, ευχαρίστως αφίνω τους άλλους να πηγαίνουν το δρόμο τους, αρκεί μόνον να ήθελαν να με αφήσουν και εμένα.

Ό,τι προ πάντων με ερεθίζει είναι αι ελεειναί πολιτικαί διακρίσεις. Ξέρω μεν τόσον καλά, καθώς και κάθε άλλος, πόσον είναι αναγκαία η διάκρισις των τάξεων, πόσα και μένα μου δίδει πλεονεκτήματα· μόνον δεν θέλω να μου είναι εμπόδιον, ενώ μπορούσα ν' απολαύσω ολίγην ακόμη χαράν, μιαν ακτίνα ευτυχίας εις αυτόν τον κόσμο. Τώρα ύστερα εγνώρισα στον περίπατο μια δεσποινίδα ντε Β . . . ένα αξιέραστο πλάσμα, που διετήρησε πολύ το φυσικόν εν μέσω των τεχνητών τρόπων. Ευχαριστήθημεν αμοιβαίως από την συνομιλίαν μας, και όταν απεχωριζώμεθα, εζήτησα την άδειαν να την βλέπω εις την οικίαν της. Μου το επέτρεψε τόσον ελεύθερα ώστε μόλις ηδυνάμην να περιμένω την κατάλληλον στιγμήν για να πάω σ' αυτήν. Η φυσιογνωμία της γρηάς δεν μου άρεσε. Την επεριποιήθηκα πολύ, η ομιλία μου εστράφηκε περισσότερο προς αυτήν, και λιγώτερο από μισή ώρα εξεδιάλυνα ό,τι η δεσποινίς αυτή κατόπιν μου ωμολόγησεν, ότι η αγαπητή θεία εις τα γηρατειά της στερείται των πάντων, δεν έχει επαρκή περιουσίαν, ούτε πνεύμα, ούτε στήριγμα, παρά την σειράν των προγόνων της, καμμίαν σκέπην παρά την κοινωνικήν τάξιν, όπισθεν της οποίας ωχυρώθη, και καμμίαν διασκέδασιν, παρά από το σπήτι της να κυττάζη κάτω τους πολίτας με περιφρόνησιν. Εις την νεότητά της λέγουν ότι ήτον ωραία, και επέρασε την ζωήν της με παιγνίδια και καμώματα, και εβασάνιξε κατ' αρχάς με τας ιδιοτροπίας της κάμποσους νέους, και εις την ωριμωτέραν ηλικίαν της έκυψεν υπό τον ζυγόν ενός γέροντος αξιωματικού, ο οποίος απέναντι τούτου και με ένα γλίσχρον μισθόν επέρασε μαζί της τον χαλκούν αιώνα και απέθανε. Τώρα βλέπει τον εαυτόν της μόνον εις τον σιδηρούν αιώνα, και δεν θα την εκύτταζε κανείς, αν η ανεψιά της δεν ήτο τόσον αξιαγάπητη.

8 Ιανουαρίου 1772.

Τι άνθρωποι είναι εκείνοι που ολόκληρη η ψυχή τους βασανίζεται εις τους τύπους, που αι σκέψεις των και αι επιθυμίαι των εις τούτο τείνουν επί πολλά έτη, πώς να χωθούν στο τραπέζι σε μια θέσι, παραπάνω! Και όχι πως δεν θα είχαν καμμίαν ασχολίαν όχι, τουναντίον επισωρεύονται εργασίαι, επειδή ίσα ίσα ένεκα των αναξίων λόγου δυσαρεσκειών αποτρέπονται από την εκτέλεσιν των σπουδαίων πραγμάτων. Την περασμένην εβδομάδα κατά την παρέλασιν με έλκηθρα έγειναν έριδες, και όλον το πανηγύρι εχάλασε.

Οι ανόητοι, που δεν βλέπουν ότι από την θέσιν κυρίως τίποτε δεν εξαρτάται, και ότι εκείνος που έχει την πρώτην σπανίως πρωταγωνιστεί! Πόσοι βασιλείς διευθύνονται από τους υπουργούς των, πόσοι υπουργοί από τους γραμματείς των! Και ποιος είναι λοιπόν ο πρώτος; Εκείνος, νομίζω, που αποβλέπει εις τους άλλους και έχει αρκετή δύναμι, ή εξυπνάδα, ώστε να μεταχειρισθή τας δυνάμεις των και τα πάθη των εις την εκτέλεσιν των σχεδίων των.

28 Ιανουαρίου.

Πρέπει να σας γράψω, αγαπητή Καρολίνα, εδώ εις το δωμάτιον ενός μικρού ξενοδοχείου ενός χωρίου, εις το οποίον κατέφυγα ένεκα μεγάλης καταιγίδος. Εφ' όσον περιφέρομαι εις Α . . . την ελεεινήν εκείνην αλουπότρυπαν, μεταξύ του ξένου του όλως ξένου, εις την καρδίαν μου λαού, ουδεμίαν ευρήκα στιγμήν, ουδεμίαν, κατά την οποίαν η καρδιά μου να με διέτασσε να σας γράψω· και τώρα εις αυτή την καλύβα, εις αυτή τη μοναξιά εις αυτόν τον περιορισμό, που χιών και χάλαζα μαίνονται κατά του μικρού μου παραθύρου, εδώ σεις είσθε η πρώτη μου σκέψις. Καθώς εμπήκα, μου επαρουσιάσθη εξαίφνης η μορφή σας, Καρολίνα! τόσον ιερά τόσον θερμή! Καλέ Θεέ! η πρώτη ευτυχής στιγμή πάλιν.

Αν με εβλέπετε, καλή μου, μέσα στο πλήθος των διασκεδάσεων! Πώς αποξηραίνονται αι αισθήσεις μου· καμμιά στιγμή με ματωμένη την καρδιά, καμμιά μακαρίαν ώρα! τίποτε! Στέκομαι ως πρό τινος πανοράματος και βλέπω τις κούκλες και τα αλογάκια να περνούν και να ξαναπερνούν απ' εμπρός μου, και ερωτώ συχνά μήπως είναι οπτική απάτη. Παίζω με αυτά, ή μάλλον παίζομαι σαν νευρόσπαστο, και πιάνω ενίοτε τον γείτονά μου από το ξύλινο χέρι και οπισθοδρομώ με φρίκην. Την εσπέραν βάζω στο νου μου ν' απολαύσω την ανατολήν του ηλίου, και δεν σηκώνομαι από την κλίνην· την ημέραν ελπίζω να χαρώ την λάμψιν της σελήνης, και μένω εις το δωμάτιόν μου. Δεν ηξεύρω καλά διατί σηκώνομαι, διατί πηγαίνω να κοιμηθώ.

Το προζύμι, που έδινε την ορμή στην ζωή μου, λείπει· το θέλγητρον, που με κρατούσε έξυπνο βαθειές νύκτες, πάει· εκείνο που το πρωί με ξυπνούσε χάθηκε πια.

Ένα μόνο γυναικείο πλάσμα ηύρα εδώ, μια δεσποινίδα ντε Β . . , Σας μοιάζει, αγαπητή Καρολίνα, αν δύναται καμμιά να σας μοιάση. Ε! θα ειπήτε, ο άνθρωπος καταγίνεται σε κομψά φιλοφρονήματα. Αυτό δεν είναι όλως διόλου ψέμμα. Εδώ και λίγον καιρό είμαι πολύ ευγενής γιατί αι δεσποινίδες λέγουν κανείς δεν ξεύρει να επαινή με τόσην λαμπρότητα, όσον εγώ (και να ψεύδεται, προσθέσατε· διότι χωρίς αυτό δεν γίνεται εννοείτε;) Ήθελα να μιλήσω περί της δεσποινίδος ντε Β . . . Έχει πολλήν ψυχήν, η οποία απαστράπτει ζωηρά από τα γαλανά της μάτια. Η τάξις της τής είναι βάρος, που δεν ικανοποιεί κανένα των πόθων της καρδιάς της. Επιθυμεί να είναι έξω από τον θόρυβον, και χάνομε πολλές ώρες φανταζόμενοι εν μέσω αγροτικών σκηνών μιαν άμετρη ευδαιμονία, αχ! και σας μαζί! Πόσες φορές αναγκάζεται να σας προσκυνή, δεν αναγκάζεται, το κάμνει θεληματικά, ευχαριστείται να ακούη για σας, σας αγαπά . .

Ω, να καθόμουν στα πόδια σας, στο αγαπητό μου μικρό δωμάτιο, και τα μικρά μας τ' αγαπημένα να εκυλίονταν γύρω μου και όταν θα σας εφώναζαν πολύ, θα τα εμάζωνα γύρω μου και θα τα κρατούσα ήσυχα με ένα τρομακτικόν παραμύθι και θα ησύχαζαν.

Ο ήλιος βασιλεύει πέραν απ' αυτή τη χιονόλαμπρη χώρα, η καταιγίς επέρασε, και εγώ, — πρέπει να κλεισθώ πάλιν εις το κλουβί μου. — Υγιαίνετε! Ευρίσκεται ο Αλβέρτος κοντά σας; και πώς; — Ο Θεός να μου συγχωρήση αυτήν την ερώτησι.

8 Φεβρουαρίου.

Από οκτώ μέρες έχομεν τον αθλιέστερον καιρό, και για μένα είναι ευεργετικός. Γιατί, αφ' ότου είμαι εδώ, καμμία ωραία ημέρα δεν μου εφανερώθηκε στον ουρανό, που να μη μου την χαλάση κανείς ή να μη μου την καταστήση αηδή. Όταν λοιπόν βρέχη καλά καλά, και χιονίζει, και παγώνη και ξεπαγώνη, α! λέω δεν δύναται να είναι χειρότερα στο σπήτι παρ' ό,τι είναι έξω, ή αλλέως, και έτσι είναι καλά. Όταν ανατέλλη ο ήλιος το πρωί υπόσχεται λαμπρήν ημέρα, δεν μπορώ παρά πάντα ν' αναφωνώ: ιδού πάλιν ένα ουράνιο αγαθό, που δύνανται οι άνθρωποι να το αποστερήσουν ο ένας τον άλλον. Τίποτε δεν υπάρχει, που να μη το χαλούν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Υγείαν, καλό όνομα, χαράν, ανάπαυσιν. Και ως επί το πλείστον από βλακείαν, ανοησία και στενοκεφαλιά, και αν κανείς τους ακούση φέρνοντ' έτσι έχοντας τους καλυτέρους σκοπούς. Πολλές φορές μου έρχεται να τους παρακαλέσω γονατιστός να μη φρενιάζουν τόσον λυσσαλέα μέσα στα ίδια τους τα σπλάγχνα.

17 Φεβρουαρίου.

Φοβούμαι μήπως ο πρέσβυς μου και εγώ δεν θα βαστάξωμεν πια μαζί για πολύν καιρό. Ο άνθρωπος είναι όλως διόλου ανυπόφορος. Ο τρόπος που αυτός εργάζεται και κάμνει τις υποθέσεις του είναι τόσον γελοίος, ώστε δεν δύναμαι να κρατηθώ να μη του αντιλέγω, και συχνά να εκτελώ μιαν υπόθεση κατά το κεφάλι μου και με τον δικό μου τρόπον, το οποίον, τότε, φυσικά, ποτέ δεν του αρέσει. Γι' αυτό παρεπονέθη τώρα ύστερα προς την αυλήν, και ο υπουργός μου έκαμε μια μαλακή μεν επιτίμησι, αλλ' ήτο μολαταύτα επιτίμησι, και εκόντευα να ζητήσω την παραίτησίν μου, όταν έλαβα απ' αυτόν μιαν ιδιωτική επιστολή, μιαν επιστολή, προ της οποίας εγονάτισα και επροσκύνησα το υψηλό, το ευγενικό και σοφό φρόνημα. Πως επικρίνει την παρά πολύ μεγάλην ευαισθησίαν μου, πως τιμά μεν ως νεανικόν ζήλον τας υπερβολικάς ιδέας μου ως προς την ενεργητικότητα, την επίδρασιν επί άλλων, την επιτυχή διεξαγωγήν των υποθέσεων, ζητεί όμως όχι να τας εκριζώση αλλά μόνον να τας μετριάση και να τας διευθύνη εκεί, όπου έχουν τον κατάλληλον κύκλον τους και δύνανται να ενεργούν αποτελεσματικά. Και ενισχύθην για οκτώ ημέρες και εσυμβιβάσθηκα με τον εαυτό μου. Η ηρεμία της ψυχής είναι λαμπρό πράγμα και κάνει μια ευχαρίστηση στον εαυτόν του. Φίλτατέ μου να μη ήτον ο αδάμας αυτός τόσον εύθραυστος όσον ωραίος και πολύτιμος είναι.

20 Φεβρουαρίου.

Ο Θεός να σας ευλογήση, αγαπητοί μου, να σας δώση όλες τις καλές ήμερες, που μου αφαιρεί!

Σε ευχαριστώ, Αλβέρτε, που με απάτησες· επερίμενα είδησιν, πότε ήθελε γείνει ο γάμος σας, και είχα κατά νουν να πάρω επισημότατα από τον τοίχον κατά την ημέραν εκείνην το σκιαγράφημα της Καρολίνας και να το θάψω μεταξύ άλλων χαρτιών. Τώρα είσθε ζευγάρι και η εικόνα της είναι ακόμη εδώ! Λοιπόν ας μείνη έτσι. Και γιατί όχι; Ξέρω κ' εγώ ευρίσκομαι κοντά σας, είμαι, χωρίς να σε βλάψω, εις την καρδιά της Καρολίνας, έχω, ναι έχω, την δεύτερη θέση σ' αυτήν και θέλω και πρέπει να την διατηρήσω. Ω, θα ετρελλαινόμουν, αν μπορούσε να λησμονήση Αλβέρτε. Σ' αυτή μέσα τη σκέψη βρίσκεται μία κόλασις. Αλβέρτε, χαίρε! Χαίρε, άγγελε του ουρανού! Χαίρε, Καρολίνα!

15 Μαρτίου.

Εδοκίμασα μια πίκρα, που θα με αποδιώξη από εδώ. Τρίζω τα δόντια μου! Διάβολε! δεν μπορώ να την επανορθώσω, και σεις δα μόνοι πταίετε, που με εκεντούσατε, με εσπρώχνατε και μ' εβασανίζετε, για να δεχθώ θέσιν που δεν ήταν για μένα. Τώρα την έπαθα! τώρα ευχαριστηθήκατε! Και για να μην πης πάλι πως η υπερβολικές μου ιδέες καταστρέφουν όλα, να, αγαπητέ μου κύριε, ένα διήγημα, ξάστερο και καθαρό, όπως θα το διηγότουν ένας χρονογράφος.

Ο κόμης Κ . . . με αγαπά, με τιμά, τούτο είναι γνωστόν, εκατοντάκις ήδη σου το είπα. Χθες λοιπόν ήμουν εις το τραπέζι του, ίσα ίσα την ημέραν που το βράδυ ο ευγενής κύκλος κυρίων και κυριών έρχεται σπίτι του, τον οποίον δεν εσκεπτόμουν και ποτέ δεν επαραξενεύθηκα πώς εμείς οι υποδεέστεροι δεν είμεθα δεκτοί σ' αυτόν. Καλά λοιπόν. Γευματίζω με τον κόμητα και μετά το τραπέζι περιπατούμε στη μεγάλην αίθουσα πάνω κάτω ομιλώ μ' αυτόν, με τον συνταγματάρχην Β . . . που έρχεται τυχαίως επίσκεψη και έτσι πλησιάζει ανεπαισθήτως η ώρα της εσπερίδος. Τίποτε δεν συλλογίζομαι μα τον Θεόν. Τότε εισέρχεται η υπερευγενεστάτη κυρία ντε Σ . . . με τον κύριον σύζυγόν της και την κλωσσημένη χηνίτσα θυγατέρα της, με το ίσιο στήθος και τον κομψό κορσέ, διαβαίνοντας ανοιγοκλείουν, ως συνήθως, πανευγενέστατα τα μάτια και τα ρουθούνια τους, και επειδή μισώ το γένος τούτο εκ καρδίας ήθελα ν' αποχαιρετήσω τον κόμητα, και επερίμενα μόνον έως ότου ήθελεν απαλλαγή από την αηδή φλυαρίαν, ότε η δεσποινίς μου Β . . . εισήλθεν. Επειδή η καρδία μου πάντοτε ανοίγει λιγάκι όταν την βλέπω, εμένα, εστάθηκα πίσω από την καρέκλα της, και μόλις μετά τινα καιρόν παρετήρησα ότι δεν μου ωμίλει τόσον ανοικτά, ως άλλοτε, και με κάποια στενοχώρια. Τούτο με εξέπληξε. Είναι και αυτή καθώς όλη αυτή η φάρα είπα μέσα μου, και ήμουν ερεθισμένος και ήθελα να φύγω· και όμως έμεινα, γιατί επιθυμούσα να την αθωώσω, και δεν το επίστευα και ακόμη ήλπιζα ένα καλόν λόγο της, και — ό,τι θέλεις. Εν τω μεταξύ γεμίζει ο κύκλος. Ο βαρώνος Φ. . . . με όλην την στολήν των χρόνων της στέψεως Φραγκίσκου του Α', ο σύμβουλος Ρ . . . εδώ όμως ονομαζόμενος in qualitate κύριος de Ρ . . . . με την κρυφή γυναίκα του κλπ., χωρίς να λησμονήσωμεν τον κακά καπλατισμένον I . . . . . που τα ελλείποντα μέρη της πανάρχαιας στολής του αναπληρώνει με ράκη της νέας μόδας. Μπαίνουν σωρηδόν, και ομιλώ με μερικούς γνωρίμους μου, οι οποίοι όλοι είναι πολύ λακωνικοί. Εσκεπτόμουν — και επρόσεχα μόνον εις την Β . . . μου. Δεν κατάλαβα πως η γυναίκες εις το άκρον της αιθούσης εψιθύριζαν αναμεταξύ τους πως τούτο διεδίδετο και εις τους άνδρας, πως η κυρία ντε Σ . . . ωμιλούσε με τον κόμητα (όλα αυτά μου τα διηγήθη έπειτα η δεσποινίς Β. . .)· έως ότου τέλος ο κόμης ήλθε προς εμέ, και με επήρε σ' ένα παράθυρο. Ηξεύρετε, είπε τους αλλόκοτους τύπους μας· η συντροφιά είναι δυσαρεστημένη, καθώς παρατηρώ, που σας βλέπει εδώ. Δεν το ήθελα για όλον τον κόσμο. — Εξοχώτατε, τον διέκοψα, και ζητώ χιλιάκις συγγνώμην· έπρεπε να το ενθυμηθώ προτήτερα, και ηξεύρω ότι θα μου συγχωρήσετε αυτήν την ασυνέπεια· ήθελα προ πολλού ήδη να απέλθω, ένα κακόν δαιμόνιον με εμπόδισε, αποκρίθηκα χαμογελώντας, ενώ προσέκλινα. Ο κόμης έσφιξε το χέρι μου, με έν αίσθημα, το οποίον έλεγε το παν. Έφυγα αγάλια αγάλια από την ευγενή συναναστροφήν, επήγα, ανέβηκα εις μίαν άμαξαν, και εκίνησα εις Μ . . ., για να ιδώ εκεί από τον λόφον την δύσιν του ηλίου, και αναγνώσω εκεί εις τον Όμηρόν μου το λαμπρόν άσμα, πώς ο Οδυσσεύς ξενίζεται από τον καλόν συβώτην. Όλα αυτά ήσαν καλά.

Το κοντόβραδο γυρίζω για να δειπνήσω· ήσαν ακόμη ολίγοι μόνον εις το ξενοδοχείον, που έπαιζαν κύβο σε μια γωνιά και είχαν σηκώσει το τραπεζομάνδηλον. Τότε εισέρχεται ο έντιμος Α . . . , βγάζει το καπέλλο του, ενώ με προσβλέπει, έρχεται κοντά μου, και λέγει σιγά σιγά: — Σου συνέβη κανένα δυσάρεστον: — Εμένα; είπα. — Ο κόμης σε έδιωξεν από την συντροφιά. — Να την πάρη ο διάβολος! είπα· ευχαριστήθηκα που βγήκα εις τον καθαρόν αέρα. — Καλά, είπε, που το παίρνεις ελαφρά! Μόνον λυπούμαι, πως τούτο ήδη διεδόθη παντού. — Τότε το πράγμα άρχιζε να με πειράζη. Όλοι, όσοι ήρχοντο να δειπνήσουν και με εκύτταζαν, ενόμιζα ότι με εκύτταζαν γι' αυτό! Αυτό μου εχάλασε το αίμα.

Και σήμερον, όταν παντού, οπού εισέρχομαι, με λυπούνται, όταν ακούω πως όσοι με φθονούν θριαμβεύουν τώρα, και λέγουν: να, που καταντούν οι φαντασμένοι, που για το μικρό πνεύμα τους επαίρονται, και πιστεύουν πως για τούτο δύνανται να υπερβαίνουν όλες τις κοινωνικές τάξεις, και άλλες τέτοιες φλυαρίες ομιλούν περί ανεξαρτησίας κι' ας λέγουν ό,τι θέλουν· εγώ θέλω να ιδώ εκείνον που θα ηδύνατο να υποφέρη, ώστε ουτιδανοί άνθρωποι να μιλούν περί αυτού, όταν έχουν κανένα πλεονέκτημα απέναντι του· — όταν η φλυαρία των είναι άδεια, αι, τότε δύναται κανείς να τους αψηφήση.

16 Μαρτίου.

Όλα με κατατρέχουν. Σήμερα απαντώ εις τον περίπατον την δεσποινίδα Β . . , δεν ηδυνήθην να μη της ομιλήσω, και, άμα απεμακρύνθημεν κάπως από την συντροφιά, να μη της φανερώσω την αγανάκτησή μου για τη συμπεριφορά της τώρα ύστερα. Βέρθερε, μου είπε με εγκάρδιον τόνον, μπορέσατε να εξηγήσετε έτσι την ταραχή μου, ενώ γνωρίζετε την καρδιά μου. Τι υπέφερα προς χάριν σας, από τη στιγμή που μπήκα εις την αίθουσα! Το προέβλεπα, εκατοντάκις μου ήλθε να σας μιλήσω. Ήξευρα ότι αι κυρίαι ντε Σ . . . και Τ . . . με τους άνδρας των θα έφευγαν μάλλον παρά να μείνουν εις την συντροφιά σας — ήξευρα πως ο κόμης δεν μπορεί να τα χαλάση με εκείνους, — και τώρα ο πάταγος! — Πώς, δεσποινίς; είπα, και έκρυψα τον τρόμο μου· γιατί όλα, όσα προχθές μου είχεν ειπεί ο Αδελίνος, μου έρρεαν τη στιγμήν αυτή σαν καυτό νερό μες τις φλέβες. — Τι μου εκόστισεν αυτό έως τώρα, είπε το γλυκύ πλάσμα, ενώ δάκρυα της ήρχοντο εις τους οφθαλμούς. — Δεν ήμουν πλέον κύριος του εαυτού μου, διενοούμην να ριφθώ εις τα πόδια της. — Εξηγηθήτε μου, ανεφώνησα. Τα δάκρυά έβρεχαν την όψη της. Ήμουν έξω φρενών. Τα εσφόγγισε χωρίς να θέλη να τα κρύψη. — Γνωρίζετε την θείαν μου, άρχισεν· ήτο παρούσα και, ω! με τι μάτια το είδεν αυτό! Βέρθερε, υπόφερα χθες την νύκτα, και σήμερον το πρωί μου έψαλλε τον εξάψαλμον για την συναναστροφήν μου με σας και αναγκάσθηκα ν' ακούσω να σας εξευτελίση, να σας ταπεινώση και μόνον κατά το ήμισυ ηδυνάμην να σας υπερασπισθώ.

Κάθε λέξις, την οποίαν επρόφερε, μου περνούσε σαν ξίφος από την καρδιά. Δεν αισθάνετο τι ευσπλαγχνία θα ήτον, όλα αυτά να μου τα αποσιωπήση· και έπειτα, επρόσθεσεν ακόμη, τι θα εφλυαρούσαν κατόπι για μένα, και πόσον είδος τι ανθρώπων θα εθριάμβευε γι' αυτό. Πώς τώρα θα εγαργαλίζοντο· και θα ευφραίνοντο για την τιμωρία της υπερηφανείας μου και της καταφρονήσεώς μου στους άλλους, την οποίαν προ πολλού ήδη μου αποδίδουν. Όλα αυτά, Γουλιέλμε, να ακούω απ' αυτήν, με την φωνήν της αληθεστάτης συμπαθείας — εταράχθηκα κι' ακόμη τώρα βρίσκομαι αγανακτημένος. Ήθελα να ετολμούσε κανείς να μου το πη κατά πρόσωπον, για να μπορούσα να του τρυπήσω το κορμί με το ξίφος· αν έβλεπα αίμα, θα εγινόμουν καλύτερα. Αχ, εκατό φορές επήρα ένα μαχαίρι, για να ελαφρύνω αυτήν την καταστεναχωρημένη καρδιά μου. Διηγούνται για μια ευγενική ράτσα ολίγων· που όταν είναι φουσκωμένα και κατακουρασμένα μόνα των εξ ενστίκτου δαγκάνονται και ανοίγουν μια φλέβα, για να πάρουν ανάσα. Έτσι μου συμβαίνει συχνά, θα επιθυμούσα να ανοίξω μία φλέβα, που θα μου παρείχε την αιώνια ελευθερία.

24 Μαρτίου,

Υπέβαλα εις την Αυλήν την παραίτησίν μου και ελπίζω να γείνη δεκτή, και θα με συγχωρήσετε πού δεν σας εζήτησα πρώτα την άδειαν. Γι' αυτό πρέπει χωρίς άλλο να φύγω, και ξεύρω τι είχετε να ειπήτε για να με πείσετε να μείνω, και λοιπόν — Δώσε την μητέρα μου την πικρά αυτή είδησι με ένα συροπάκι· δεν δύναμαι να βοηθήσω εγώ τον εαυτό μου, και δεν πρέπει να δυσαρεστηθή, αν δεν δύναμαι να την βοηθήσω κι' αυτήν. Βέβαια αυτό θα την πικράνη. Εις το ωραίον στάδιον, που άρχισεν ο γυιός της τραβώντας ίσα προς το αξίωμα του μυστικοσυμβούλου και του πρέσβυ, να τον ιδή διά μιας να σταματά, και να γυρίζη πίσω με το ζώον εις τον σταύλον! Πάρετέ το όπως θέλετε, και συνδυάσετε τις δυνατές περιπτώσεις, με τις οποίες θα μπορούσα και θα έπρεπε να μείνω· αρκεί· εγώ φεύγω· και για να ξέρετε πού πηγαίνω, είνε εδώ ο ηγεμών **, ο οποίος ευρίσκει πολλήν ευχαρίστησιν από την συναναστροφή μου· αυτός με παρεκάλεσεν, όταν άκουσε περί του σκοπού μου να υπάγω με αυτόν εις τα κτήματα του, και εκεί να περάσω την ωραίαν άνοιξιν. Θα είμαι όλως αυτεξούσιος, μου υπεσχέθη, και επειδή συνεννοούμεθα μέχρι τινός σημείου, θα ρίψω τον κύβον και θα πάω μ' αυτόν.