«Συ δεν με περιμένεις! νομίζεις πως θα υπάκουα και μόλις την παραμονή των Χριστουγέννων να σε ξαναϊδώ. Ω Καρολίνα, ή σήμερα ή ποτέ! Την παραμονή των Χριστουγέννων θα κρατής τούτο το χαρτί στο χέρι σου, θα τρέμης και θα το βρέχης με τα γλυκά σου δάκρυα. Θέλω, . . . πρέπει! . . . = Ω ευχαριστούμαι που έλαβα την απόφαση».
Η Καρολίνα εν τούτοις είχε πέσει σε παράξενη κατάσταση. Έπειτα από τον τελευταίο της διάλογο με τον Βέρθερο, κατάλαβε πόσο δύσκολο θα της ήτο ν' αποχωρισθή απ' αυτόν, και τι θα υπέφερεν εκείνος αν απομακρυνότανε απ' αυτήν.
Είχε πη μπρος στον Αλβέρτο κατά τύχην ότι ο Βέρθερος δεν θα ερχότανε προ της παραμονής των Χριστουγέννων και ο Αλβέρτος επήγε έφιππος σ' ένα υπάλληλο των περιχώρων, οπού είχε να τελειώση υποθέσεις, και οπού έπρεπε να μείνη την νύκτα.
Η Καρολίνα καθότανε μόνη, κανένα από τα αδέλφια της δεν ήταν κοντά της, παρεδόθηκε σε σκέψεις, που ήσυχες περιεπλανώντο στις σχέσεις της. Έβλεπε λοιπόν τον εαυτόν της δεμένο για πάντα με τον άνδρα, του οποίου εγνώριζε την αγάπη και την πίστη, στον οποίον ήτανε αφωσιωμένη με την καρδιά της, του οποίου η ησυχία, του οποίου η πίστη εφαίνετο ότι ωρίσθηκε επίτηδες από τον ουρανό για να θεμελιώση στην ευτυχία της ζωής της μιαν αγαθή γυναίκα· αισθανότανε τι θα ήταν αυτός πάντοτε σ' αυτήν και τα παιδιά της. Αλλά, από το άλλο μέρος, της είχε γίνει ο Βέρθερος τόσο προσφιλής, ευθύς από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας των είχε φανή τόσον ωραία η συμφωνία των ψυχών τους· πολύχρονη, συχνή μ' αυτόν συναναστροφή, τόσες καταστάσεις τις οποίες μαζί επέρασαν, όλ' αυτά της είχον προξενήσει μίαν ανεξάλειπτη εντύπωση στην καρδιά της. Κάθε τι, που ενδιαφερότανε και εσκέπτετο, ήταν συνειθησμένη, να το μοιράζεται μαζί του και η απομάκρηνσή του απειλούσε να ανοίξη ένα χάσμα που θα ήταν αδύνατο ν' αναπληρωθή. Ω, αν μπορούσε στη στιγμή να τον κάνη αδελφό της! πόσο ευτυχισμένη θα ήτανε! Αν μπορούσε να τον παντρέψη με μία από τις φίλες της, αν μπορούσε να ελπίζη ν' αποκαταστήση εντελώς πάλι τη σχέση του προς τον Αλβέρτο!
Εσκέφθηκε με τη σειρά όλες τις φιλενάδες της, και σε κάθε μία εύρισκε ένα ελάττωμα· δεν εύρισκε καμμιά στην οποία να μπορούσε να τον παραχωρήση.
Από όλες αυτές τις σκέψεις της εκατάλαβε βαθειά, χωρίς και αυτή να το καταλάβη καλά, ότι η κρυφή της καρδιάς της επιθυμία ήτανε να τον κρατήση για τον εαυτόν της· και όμως έλεγε μέσα της ότι δεν μπορούσε, ότι δεν έπρεπε να τον κρατήση· η καθαρή της, ωραία ελαφριά και εύστοργη ψυχή της αισθανόταν την πίεση της μελαγχολίας, στην οποία η ελπίς της ευτυχίας ήτον αποκλεισμένη. Η καρδιά της ήτον πλακωμένη και σκοτεινό σύννεφο βρισκότανε μπρος στα μάτια της.
Ήταν εξήμισυ η ώρα όταν άκουσε τον Βέρθερο ν' ανεβαίνη τη σκάλα και αμέσως ανεγνώρισε το βήμα του, τη φωνή του να ρωτά για κείνη. Πόσο κτυπούσε η καρδιά της και, μπορούμε σχεδόν να πούμε, για πρώτη φορά κατά τον ερχομό του! Από μέρους της ευχαρίστως θα διέταζε να του πουν πως δεν ήτο εκεί, και όταν μπήκε του εφώναξε με είδος ζωηρής ταραχής: — Δεν εφυλάξετε το λόγο σας. Δεν υποσχέθηκα τίποτε, ήτον η απόκρισή του. — Έπρεπε τουλάχιστον να υπακούσετε στην παράκλησή μου, είπεν εκείνη· σας παρεκάλεσα για την ησυχία και των δυο μας.
Όλη η δύναμη αυτών των λόγων τον εκυρίεψε τον δυστυχισμένο. Εγονάτισε εντελώς απελπισμένος μπρος στην Καρολίνα, έδραξε τα χέρια της, τα επίεσε στα μάτια του, προς το μέτωπό του, και προαίσθημα του φοβερού του σκοπού εφαίνετο πως διαπέρασε την ψυχή της Καρολίνας. Η αισθήσεις της καταταράχθηκαν, έσφιγγε τα χέρια του, τα έσφιγγε στο στήθος της, έγειρε με μελαγχολικό πάθος προς αυτόν και τα θερμά μάγουλά τους πλησίασαν. Ο κόσμος χανότανε γι' αυτούς. Την αγκάλιασε, την έσφιξε στο στήθος του και εσκέπασε τα τρέμοντα, τα ψιθυρίζοντα χείλη της με μανιώδη φιλήματα. — Βέρθερε, εφώναξε με πνιγμένη φωνή μακραίνοντας εκείνη. Βέρθερε! και με το χέρι της το αδύνατο τραβιώταν από το στήθος του. — Βέρθερε, ξαναφώναξε με τον επιβλητικό τόνο του ποιο ευγενικού αισθήματος.
Αυτός δεν αντιστάθηκε, την άφησε από τους βραχίονάς του και έπεσε αναίσθητος μπροστά της. Αυτή έφυγε βιαστικά παραδομένη σε μια λυπηρή ταραχή, τρέμοντας μαζί από αγάπη και οργή, «Είναι η τελευταία φορά. Βέρθερε! είπε. Δεν θα με ξαναϊδήτε». Και με βλέμμα γεμάτο αγάπη προς τον δυστυχισμένο έτρεξε στο διπλανό δωμάτιο και κλείστηκε κει μέσα. Ο Βέρθερος ετέντωνε προς αυτήν τα χέρια, δεν τολμούσε να την εμποδίση. Ήταν ξαπλωμένος κατά γης με το κεφάλι επάνω στον καναπέ και έμεινε σ' αυτή τη θέση περισσότερο από μισή ώρα, έως ότου ένας θόρυβος τον έφερε στον εαυτό του. Ήταν η υπηρέτρια, που ήρθε να στρώση το τραπέζι. Ο Βέρθερος επήγαινε στο δωμάτιο δω κ' εκεί και, όταν έμεινε μόνος, πάλι επήγε στην πόρτα της κάμαρας και φώναξε με σιγανή φωνή: «Καρολίνα! Καρολίνα! μόνο μια λέξη ακόμη! ένα αποχαιρετισμό!» Αυτή σιωπούσε. Εκείνος περίμενε και παρεκάλει και ξαναπερίμενε· τέλος αποσπάσθηκε από τη θέση του και εφώναξε: «Χαίρε! Καρολίνα! χαίρε για πάντα! »
Έφθασε στην πόλη της πόλεως. Οι φύλακες, που τον είχαν πια συνηθίσει, τον άφηναν να περάση χωρίς να πουν τίποτε. Έπεφτε χιονόνερο και μόλις κατά της ένδεκα εκτύπησε πάλι την πόρτα. Ο υπηρέτης παρατήρησε, όταν ο Βέρθερος ήλθε στο σπίτι του, ότι του έλειπε το καπέλλο. Δεν ετόλμησε να του πη τίποτε, τον έγδυσε ήταν όλος βρεγμένος. Έπειτα βρήκαν το καπέλλο του επάνω σ' ένα βράχο που βλέπει στην κατωφέρεια του λόφου κατά την κοιλάδα και είνε ακατανόητο πώς ανέβηκε εκεί τη σκοτεινή και βροχερή νύκτα χωρίς να πέση.
Έπεσε στο κρεββάτι του και κοιμήθηκε πολύ. Ο υπηρέτης τον βρήκε να γράφη όταν το πρωί στο κάλεσμά του τού έφερε τον καφέ. Επρόσθεσε αυτά εις το γράμμα της Καρολίνας:
«Για τελευταία φορά, για τελευταία φορά ανοίγω αυτά τα μάτια. Αχ! δεν θα δουν πια τον ήλιο. Θολερή, συννεφιασμένη ημέρα τον κρατεί σκεπασμένο και ο ουρανός είναι σκοτεινός. Έτσι έχε πένθος, φύσις· το παιδί σου, ο φίλος σου, ο εραστής σου πλησιάζει στο τέλος του. Ω Καρολίνα! Είναι μοναδικό αίσθημα και όμως μοιάζει πολύ με αμυδρό όνειρο, που βρίσκω όταν λέγω: «Αυτό είναι το τελευταίο μου πρωί. Το τελευταίο!» Καρολίνα, δεν καταλαβαίνω καθόλου τη λέξη τελευταίο. Δεν είμαι τώρα σ' όλη μου τη δύναμη; και αύριο θα είμαι ξαπλωμένος στη γη χωρίς αυτή. Να πεθάνω! Τι θα πη αυτό; Λες, ονειρευόμαστε όταν μιλάμε για τον θάνατο. Είδα πολλούς ανθρώπους να πεθαίνουν. Αλλά είνε τόσον περιορισμένη η ανθρωπότης, ώστε δεν έχει καμμία αίσθηση για την αρχή και το τέλος της υπάρξεώς της. Τώρα ακόμη ανήκω σε σένα, αγαπημένη μου! και σε μια μόνη στιγμή — χωρισμένοι, χαμένοι ο ένας για τον άλλον . . . Όχι, Καρολίνα, όχι! Πώς μπορώ να εκλείψω; . . . ή πώς μπορείς να χαθής; αφού τώρα υπάρχομε! . . . Να εκλείψω . . . Τι θα πη αυτό; Είναι πάλι μια λέξη! ένας ήχος χωρίς σημασία! δεν λέει τίποτε στην ψυχή μου! . . . Νεκρός, Καρολίνα, καταχωμένος στην κρύα γη, τόσο στενά! τόσο σκοτεινά! Είχα μια φίλη, που ήτανε το παν για μένα στην λησμονημένη νεότητά μου· αυτή πέθανε και εγώ ακολούθησα το λείψανό της και στεκόμουνα στον τάφο, όταν κατέβαζαν το φέρετρο, και τα σχοινιά έτριζαν, εχαλαρώνοντο και ανεσύροντο· όταν έπειτα έπεφτε η φτυαριά, το χώμα και το πένθιμο φέρετρο έδινε ένα σιγανό ήχο που γινότανε ολοένα σιγανώτερος ως ότου στο τέλος σκεπάστηκε εντελώς. Ερρίχτηκα δίπλα στον τάφο! κατάπληκτος, ταραγμένος, στενοχωρημένος, με καταξεσχισμένη καρδιά, αλλά δεν ήξερα τι μου συνέβηκε τι θα μου συμβή. — Θάνατος! τάφος! δεν καταλαβαίνω αυτές τις λέξεις! Ω, συγχώρησέ με! συγχώρησέ με! Χθες θα ήτο η τελευταία στιγμή της ζωής μου! Ω άγγελε! Για πρώτη φορά χωρίς αμφιβολία αισθάνθηκα αυτό το ηδονικό αίσθημα να καταφλέγη όλη μου την ύπαρξη. «Μ' αγαπά: μ' αγαπά!» Καίει ακόμη στα χείλη μου η ιερά φωτιά που έρρευσε χείμαρρος από τα δικά σου· νέα θερμή ηδονή είναι στην καρδιά μου. Συγχώρησέ με! συγχώρησέ με!
Αχ, ήξερα πως με αγαπούσες, το ήξερα από αυτό το πρώτ' αντίκρυσμα του γλυκού σου βλέμματος, από την πρώτη πίεση του χεριού σου· αλλ' όμως όταν πάλι ήμουν μακριά σου, όταν έβλεπα τον Αλβέρτο στο πλευρό σου, έπεφτα πάλι στη θλίψη και στον πυρετό της αμφιβολίας.
»Θυμάμαι τα λουλούδια που μου έστειλες όταν δεν μπόρεσες στην άθλια εκείνη συναναστροφή να μου πης μια λέξη, ούτε καν να μου προσφέρης το χέρι;
»Ω! τη μισή νύκτα ήμουνα γονατισμένος μπρος σ' αυτά και μου επεσφράγισαν την αγάπη σου. Όμως αχ! αυτές η εντυπώσεις πέρασαν, καθώς φεύγει λίγο λίγο από την ψυχή του πιστού το αίσθημα της χάριτος του Θεού του, που χορηγήθηκε εις όλο το ουράνιο στερέωμά του στα θεία ορατά σημεία
»Όλ' αυτά είναι τα φθαρτά, αλλ' ούτε αυτή η αιωνιότης θα αφήση τη φλογερή ζωή, που απήλαυσα χθες στα χείλη σου, που την αισθάνομαι μέσα μου! Με αγαπά! Αυτό το μπράτσο την αγκάλιασε, αυτά τα χείλη έτρεμαν πάνω στα χείλη της, αυτό το στόμα εψέλλισε στο δικό της: «Είσαι δική μου! Είσαι δική μου! ναι, Καρολίνα για πάντα».
»Και τι σημαίνει πως ο Αλβέρτος είναι σύζυγός σου; Σύζυγος! Αυτό λοιπόν θα ήτανε γι' αυτό τον κόσμο — ναι γι' αυτόν τον κόσμο — αμαρτία ότι σε αγαπώ, ότι επιθυμούσα από τα χέρια του να σε αποσπάσω στα δικά μου. Αμαρτία; Καλά και τιμωρώ τον εαυτό μου γι' αυτό· την εδοκίμασα με όλη της την ουρανία ηδονή αυτή την αμαρτία, βάλσαμο ζωής και δύναμη ερρόφησα στην καρδιά μου. Απ' αυτή τη στιγμή είσαι δική μου, δική μου, Καρολίνα! Πηγαίνω πρώτος! πηγαίνω στον πατέρα μου και στον πατέρα σου. Σ' αυτόν θα παραπονεθώ και αυτός θα με παρηγορήση, έως ότου έλθης, και θα πετάξω να σε προϋπαντήσω, να σε δράξω και θα μένω κοντά σου, μπρος στο πρόσωπο του απείρου, σ' ένα αιώνιον εναγκαλιασμό.
«Δεν ονειρεύομαι, δεν παραληρώ. Κοντά στο τάφο βλέπω πιο καθαρά! Θα είμαστε μαζί! θα ξαναϊδωθούμε! Θα ιδώ τη μητέρα σου! Ναι! Θα την ιδώ, θα την εύρω! Α! μπρος της θ' ανοίξω όλη μου την καρδιά: Τη μητέρα σου, το ομοίωμά σου».
Κατά τις ένδεκα ερώτησε ο Βέρθερος τον υπηρέτη του, μήπως επέστρεψεν ο Αλβέρτος. Ο υπηρέτης είπε «ναι»· είδε το άλογό του να το ξαναφέρνουν κει πέρα. Έπειτα του έδωκε ο κύριός του ένα ανοικτό γραμματάκι που έγραφε:
«Θα έχετε την καλωσύνη 'να με δανείσετε τα πιστόλια σας για ένα ταξείδι που σκοπεύω να κάμω; Υγιαίνετε!»
«Η καϋμένη η Καρολίνα λίγο κοιμήθηκε αυτή τη νύχτα· εκείνο που τόσο πολύ εφοβείτο είχε συντελεσθή και κατά τρόπον απροσδόκητο και απρόβλεπτο. Το αίμα της που συνήθως έρρεε τόσον ήρεμα και ομαλά, ευρίσκετο σε ταραχή πυρετού· τα πλέον αντίθετα αισθήματα ανεστάτωναν την ευγενική της καρδιά! Να ήταν η φωτιά του εναγκαλισμού του Βερθέρου που την αισθανότουν να καίη το στήθος της; να ήταν ο θυμός που της προκαλούσε η τόλμη του ή μάλλον η δυσαρέσκεια που αισθανότουν συγκρίνοντας τη τωρινή της κατάσταση προς εκείνες τις ημέρες μιας ηρεμικής αγνότητος και εμπιστοσύνης προς τον εαυτόν της, απαλλαγμένη από κάθε εξαναγκασμό και από κάθε ανησυχία; πώς θα παρουσιαζότουν μπροστά στον άντρα της; πώς θα του ωμολογούσε μια σκηνή, που μολαταύτα δεν τολμούσε να το εξομολογηθή στον εαυτό της; Είχαν τόσον καιρό σιωπήσει μεταξύ των και αυτή θα ήτο η πρώτη που θα έκοβε τη σιωπή και σε τόσο ακατάλληλον καιρό θα έκανε μια τόσο απροσδόκητη αποκάλυψη στο σύζυγό της; Έτσι φοβότανε πως μόνη η είδηση για την επίσκεψη του Βερθέρου θα του έκανε δυσάρεστη εντύπωση, και τώρα μάλιστα αυτή η απροσδόκητη καταστροφή! Μπορούσε να ελπίζη πως ο σύζυγός της θα την έβλεπε με την αληθινή της όψη; θα την εδέχετο χωρίς καμμιά προκατάληψη; και θα επιθυμούσε να διαβάση εκείνος στην ψυχή της; Και όμως, πάλι, μπορούσε να προσποιηθή μπροστά στον άντρα της, εμπρός τον οποίον πάντοτε σαν κρύσταλλο ήτανε ανοικτή και ελεύθερη και εις στον οποίον ποτέ δεν έκρυψε κανένα αίσθημά της, ούτε μπορούσε ν' αποκρύψη; Και το ένα και το άλλο της έδινε φροντίδες και την έβαζε σε στενοχώρια· και πάντοτε γύριζαν η σκέψεις της πάλι προς τον Βέρθερο, ο οποίος ήτανε γι' αυτήν χαμένος, τον οποίον, δεν μπορούσε ν' αφήση στον εαυτό του και εις τον οποίον, αν την έχανε, δεν έμενε τίποτε πια.
Πόσο βαρειά τώρα έφταιξε αυτή για το σκάνδαλο, που μεταξύ των δύο ανδρών είχε κατασταθή πράγμα που δεν μπορούσε τη στιγμή εκείνη να εξηγήση! Τόσο φρόνιμοι, τόσο καλοί άνθρωποι άρχισαν για μερικές μυστικές διαφορές να σιωπούν μεταξύ τους· κάθε ένας εσκέπτετο για το δίκηο του και το άδικο του άλλου, και η σχέσεις τόσο πολύ επεριπλέκοντο και παρωξύνοντο, ώστε έγεινε αδύνατο να λυθή ο δεσμός ίσα ίσα εις την κρίσιμο στιγμή, από την οποίαν το παν εξηρτάτο. Αν ευτυχισμένη οικειότης τους έφερε πάλι εγκαίρως κοντά, αν αγάπη και επιείκεια εγεννώντο μεταξύ τους και άνοιγαν τις καρδιές τους, ίσως θα μπορούσε ακόμη να σωθή ο φίλος μας.
Υπήρχεν ακόμη και ένα παράδοξο περιστατικό. Ο Βέρθερος καθώς ξέρομε από τα γράμματά του, ποτέ του δεν το έκρυβε πως ποθούσε να αφήση τον κόσμο. Ο Αλβέρτος συχνά τον είχε πολεμήσει και πολλές φορές έγεινε λόγος γι' αυτό μεταξύ της Καρολίνας και του συζύγου της. Αυτός, επειδή αισθανόταν φανερή αντιπάθεια προς την πράξη, συχνά με είδος αγανακτήσεως, που ήταν εντελώς ξένη στο χαρακτήρα του, είχε δώσει να εννοήση ότι είχε αιτίες ν' αμφιβάλλη πολύ για την αλήθεια μιας τέτοιας πρόθεσης· είχε κάμει μερικές αστειότητες γι' αυτό και είχε εκφράσει τη δυσπιστία του στην Καρολίνα. Αυτό την καθησύχαζε αφ' ενός, όταν η σκέψεις της τής παρουσίαζαν τη λυπηρή εικόνα, αλλ' αφ' ετέρου αισθανόταν τον εαυτό της εμποδισμένο ν' ανακοινώση στο σύζυγό της τους φόβους που εκείνη τη στιγμή την βασάνιζαν.
Ο Αλβέρτος εγύρισε και η Καρολίνα επήγε να τον υποδεχθή με στενόχωρη σπουδή· δεν ήταν φαιδρός, η υπόθεσή του δεν ήταν τελειωμένη, είχε εύρει τον γείτονα έπαρχο άκαμπτο και μικρόμυαλο άνθρωπο. Κι' ο κακός δρόμος ακόμη τον είχε κάνει δύσθυμο.
Ερώτησε αν συνέβηκε τίποτε, και αυτή αποκρίθηκε γρήγορα: «Ο Βέρθερος χθες το βράδυ ήταν εδώ». Ερώτησε αν ήρθαν γράμματα, και αυτή αποκρίθηκε πως ήτανε στο δωμάτιό του μερικά δέματα και γράμματα. Επήγε εκεί και η Καρολίνα έμεινε μόνη της. Η παρουσία του ανδρός, που αγαπούοε και τιμούσε συγχρόνως, είχε κάνει νέα εντύπωσι στην καρδιά της. Η ανάμνηση της ευγενικής ψυχής του, της αγάπης του και της καλωσύνης του καθησύχαζαν περισσότερο την ψυχή της, αισθάνθηκε ενδόμυχη επιθυμία να τον ακολουθήση, έλαβε την εργασία της και επήγε στο δωμάτιό του, καθώς πολλές φορές έκανε.
Τον βρήκε ν' ασχολήται να λύση μερικά δέματα και να διαβάζη. Μερικά φαινόντανε πως έγραφαν όχι πολύ ευχάριστα. Του έκανε μερικές ερωτήσεις, στις οποίες σύντομα αποκρίθηκε και εκάθησε στο γραφείο του για να γράψη.
Εκάθησαν έτσι μια ώρα μαζί και περισσότερο, σκοτάδι ολοένα γέμιζε τη ψυχή της Καρολίνας. Αισθανόταν πόσο δύσκολο θα της ήτον ν' αποκαλύψη στον σύζυγό της ό,τι είχε μέσα στην καρδιά της και όταν ακόμη είχε την πιο καλή διάθεση· έπεσε σε μελαγχολία, που την στενοχωρούσε τόσο περισσότερο, όσο ζητούσε να την αποκρύψη και να καταπιή τα δάκρυά της.
Εστενοχωρήθηκε καρά πολύ όταν είδε τον υπηρέτη του Βερθέρου· αυτός έδωκε το γραμματάκι στον Αλβέρτο, ο οποίος απαθής εστράφηκε στη γυναίκα του και είπε: Δος του τα πιστόλια. «Του εύχομαι καλό ταξείδι», είπε στον υπηρέτη. Αυτό έπεσε πάνω της σαν κεραυνός, κλονίστησε, δεν ήξερε τι της συνέβαινε. Σιγά σιγά επήγε στον τοίχο, κατέβασε τρέμοντας τα όπλα, τα εκαθάρισε από τη σκόνη και εδίσταζε, και θα εδίσταζε ακόμη για πολύ αν δεν την επίεζε ο Αλβέρτος με ένα ερωτηματικό βλέμμα. Έδωκε το ολέθριο όπλο στον υπηρέτη, χωρίς ούτε λέξη να μπορέση να προφέρη και, όταν αυτός εβγήκε απ' το σπίτι, εμάζεψε την εργασία της, επήγε στο δωμάτιό της σε μια κατάσταση ανέκφραστης αβεβαιότητος. Η καρδιά της τής προέλεγε όλα τα τρομερά. Μια φορά ήθελε να ριχτή στα πόδια του ανδρός της και να του αποκαλύψη όλα, το συμβάν της χθεσινής βραδειάς, την ενοχή της και τα προαισθήματά της· έπειτα όμως έβλεπε πως δεν θα είχε κανένα αποτέλεσμα το επιχείρημά της, πολύ λίγο μπορούσε να ελπίζη πως θα μπορούσε να πείση τον σύζυγό της να πάη στο Βέρθερο. Έβαλαν τραπέζι και μια καλή φιλενάδα, που ήρθε για να ρωτήση μόνο κάτι τι και να φύγη, . . . και έμεινε, έκανε υποφερτή την ομιλία στο τραπέζι· με το ζόρι μίλησαν, διηγήθηκαν, ελησμόνησαν.
Ο υπηρέτης ήρθε με τα πιστόλια στο Βέρθερο, ο οποίος με έκσταση του τα πήρε, όταν άκουσε πως η Καρολίνα του τα έδωκε. Διέταξε να φέρουν ψωμί και κρασί και είπε προς τον υπηρέτη να πάη να φάγη και εκάθησε για να γράψη.
«Επέρασαν από τα χέρια σου, τα καθάρισες από τη σκόνη, τα φιλώ χίλιες φορές, συ τα άγγιξες και συ πνεύμα του ουρανού εννοείς την απόφασή μου, και συ, Καρολίνα, μου δίνεις το όπλο, συ, από τα χέρια της οποίας επιθυμούσα να δεχθώ το θάνατο, και, αχ! τώρα τον δέχουμαι. Ω, εξέτασα τον υπηρέτη μου. Έτρεμες σαν τάδινες, δεν είπες κανένα «χαίρε!» — Αλλοίμονο! αλλοίμονο! κανένα «χαίρε!» — Να έχης άρα γε κλεισμένη την καρδιά σου για μένα, εξ αιτίας της στιγμής που για πάντα με έδεσε με σένα; Καρολίνα, ούτε χιλιάδες χρόνια δεν μπορούν να εξαλείψουν την εντύπωση! και το αισθάνομαι, δεν μπορείς να μισήσης εκείνον που τόσο καίεται για σένα».
Μετά το φαγητό διέταξε τον υπηρέτη να τελειώση την προετοιμασία, εξέσχισε πολλά χαρτιά, εβγήκε έξω και εξώφλησε ακόμη μικρά χρέη. Εγύρισε σπίτι του, εβγήκε πάλι έξω από την πόλη με όλη τη βροχή, στον κήπο του κόμητος, περιπλανήθηκε στη χώρα και όταν νύχτωσε επέστρεψε και έγραψε:
«Γουλιέλμε, για τελευταία φορά είδα αγρούς και δάση και τον ουρανό. Χαίρε και συ! Αγαπητή μητέρα, συγχωρήστε με! Παρηγόρησέ την, Γουλιέλμε! Ο Θεός να σας ευλογήση! Τα πράγματά μου είναι όλα σε τάξη. Χαίρετε! θα ξαναϊδωθούμε και φαιδρότεροι. — Κακά σε αντήμειψα, Αλβέρτε, και με συγχωρείς. Ετάραξα την ησυχία του σπιτιού σου, έφερα δυσπιστία μεταξύ σας. Χαίρε! θέλω να τα τελειώσω. Ω! μακάρι να γινόσαστε ευτυχείς με τον θάνατό μου! Αλβέρτε, κάμε τον άγγελον ευτυχή! και έτσι να έχης την ευλογία του Θεού!»
Το βράδυ ακόμη κατεγίνετο με τα χαρτιά του, εξέσχισε πολλά και τα κατέρριψε στη θερμάστρα, εσφράγισε μερικά δέματα που έστελνε στο Γουλιέλμο. Παρείχαν μικρές μελέτες και σκόρπιες σκέψεις· είδα μερικές· και αφού κατά τας δέκα διέταξε και επρόσθεσαν ξύλα στη θερμάστρα και του έδωκα ένα μπουκάλι κρασί, έστειλε τον υπηρέτη του να κοιμηθή, που είχε δωμάτιο, καθώς και οι άλλοι άνθρωποι του σπιτιού, στο πίσω μέρος, μακριά από το δικό του. Ο υπηρέτης κοιμήθηκε ντυμένος για να είναι έτοιμος την άλλη μέρα το πρωί, επειδή ο κύριός του τού είχε πη πως τα ταχυδρομικά άλογα θα είναι προς στο σπίτι πριν των έξ.
Μετά τις ένδεκα.
«Το παν είναι τόσο σιωπηλό γύρω μου, και η ψυχή μου τόσο ήσυχη! Σ' ευχαριστώ, Θεέ μου, που δίνεις σ' αυτές τις τελευταίες μου στιγμές τόση θερμότητα και δύναμη. Έρχομαι στο παράθυρο, αγαπημένη μου, και βλέπω, και βλέπω ακόμη μέσα από τα σύνεφα, που δείχνει μακριά η καταιγίδα, να λάμπουν εδώ και εκεί μερικά αστέρια του αιωνίου ουρανού! Όχι, δεν θα πέσετε! ο Αιώνιος σας κρατεί στην καρδιά του καθώς και μένα! Βλέπω ταστέρια της ουράς της Άρκτου, του πιο αγαπημένου από όλους τους αστερισμούς. Όταν τη νύχτα έφευγα από σένα, άμα έβγαινα απ' την πόρτα σου εστέκετο αντικρύ μου. Με πόση μέθη τον έβλεπα συχνά! συχνά με σηκωμένα χέρια το πήρα για σημάδι ιερό για την ευδαιμονία που τότε είχα! και ακόμη . . . Καρολίνα! τι δεν μου θυμίζει άπληστα μύρια ασήμαντα πράγματα που συ έπιασες, αγία μου!
«Αγαπητό σκιαγράφημα! Σου το αφίνω κληρονομιά, Καρολίνα σε παρακαλώ να το τιμήσης. Όταν έβγαινα ή έμπαινα στο σπίτι σου του έστελνα χίλια φιλήματα· χίλιες φορές του διηύθυνα ένα σημείο χαιρετισμού.
»Έχω παρακαλέσει τον πατέρα σου σ' ένα γραμματάκι να προστατέψη το λείψανό μου. Στο κοιμητήριο είναι δύο φιλύρες, πίσω στη γωνία προς τον κάμπο. Εκεί θέλω να ησυχάσω. Μπορεί να το κάμη, και θα το κάνη για το φίλο του. Παρακάλεσέ τον και συ. Δεν θέλω ν' απαιτήσω από καλούς χριστιανούς να θάψουν τα σώματά τους στο πλάι ενός δυστυχισμένου. Αχ, ήθελα να με θάψετε στο δρόμο, ή σε έρημη κοιλάδα! Ο ιερεύς και ο Λευίτης θα αντιπαρήρχοντο μπρος από την πέτρα που θάδειχνε τον τάφο μου, και ο Σαμαρείτης θα έχυνε ένα δάκρυ.
»Κύτταξε, Καρολίνα! Δεν φρικιώ πιάνοντας το ψυχρό τρομερό ποτήρι που θα πιω τη ζάλη του θανάτου! Συ μου το έστειλες και εγώ δεν διστάζω. Όλα! Όλα! Έτσι εκπληρώνονται όλες η επιθυμίες και η ελπίδες της ζωής μου! Θα κτυπήσω ψυχρός και απαθής τη σιδερένια πόρτα του θανάτου.
»Να μπορούσα να έχω την ευτυχία να πεθάνω για σένα, Καρολίνα, για σένα να θυσιασθώ! Ήθελα με θάρρος και φαιδρός να πεθάνω αν μπορούσα να σου ξαναδώσω την ησυχία, την ηδονή της ζωής σου. Αλλ' αχ! αυτό μόνο σε μερικούς ευγενείς εδόθηκε, χύνοντας το αίμα τους για τους δικούς τους και με το θάνατό τους να δώσουν νέα εκατονταπλάσια ζωή στους φίλους τους!
»Με αυτά τα φορέματα, Καρολίνα, θέλω να με θάψουν· τα έγγιξες συ, τα έκαμες ιερά· παρεκάλεσα ακόμη γι' αυτό και τον πατέρα σου. Η ψυχή πετά επάνω στο φέρετρο. Να μη εξετάσουν τις τσέπες μου. Εκείνος ο τριανταφυλλί φιόγκος, που είχες στο στήθος όταν για πρώτη φορά σε βρήκα μέσα στα παιδιά σου . . . Ω, φίλησέ τα χίλιες φορές και διηγήσου τους την τύχη του άτυχου φίλου τους. Τα αγαπημένα! Τα βλέπω ακόμη πως μαζεύονται γύρω μου. Αχ! πόσο εδέθηκα κοντά σου! από την πρώτη στιγμή δεν μπορούσα να σ' αφήσω! — Εκείνος ο φιόγκος να θαφτή μαζί μου· στα γενέθλιά μου μού τον χάρισες! Πώς τα άρπαξα όλ' αυτά! — Αχ! δεν σκεπτόμουνα πως αυτός ο δρόμος θα με έφερνε εδώ! — Έσω ήσυχη σε παρακαλώ, έσω ήσυχη!
»Είναι γεμάτα. — Κτυπάει δώδεκα! Ας γείνη λοιπόν! — Καρολίνα! Χαίρε! χαίρε!»
Ένας γείτονας είδε την λάμψη της μπαρούτης και άκουσε τον κρότον επειδή όμως ήτανε ησυχία δεν έδωκε περισσότερη σημασία.
Το πρωί κατά τας έξ εμπήκε ο υπηρέτης με το φως. Βρίσκει τον κύριο του κατά γης, το πιστόλι και αίμα. Φωνάζει, τον πιάνει· καμμία απόκριση, εροχάλιζε μόνον ακόμη. Τρέχει στους γιατρούς, στον Αλβέρτο. Η Καρολίνα ακούει το κουδούνι την πιάνει τρόμος. Εξυπνά τον άνδρα της, σηκώνονται, ο υπηρέτης κλαίοντας και τραυλίζοντας τους αναγγέλλει την είδηση! Η Καρολίνα πέφτει λιποθυμισμένη στα πόδια του Αλβέρτου. Όταν ο γιατρός ήρθε στον δυστυχή, τον βρήκε χάμω χωρίς ελπίδα να σωθή· ο σφυγμός εκτυπούσε, τα μέλη του ήσαν όλα παραλυμένα. Είχε μια σφαίρα στο κεφάλι πάνω από το δεξί μάτι, τα μυαλά του ήσαν πεταμένα έξω· ως εκ περισσού του άνοιξε μια φλέβα στο βραχίονα, το αίμα έρρεε ανέπνεε ακόμη.
Από το αίμα στα χέρια της πολυθρόνας μπορούσε κανείς να συμπεράνη πως επυροβόλησε καθήμενος μπρος στο γραφείο του· πως έπειτα έπεσε με σπασμούς και κυλίστηκε γύρω στην καρέκλα. Ήτανε στο παράθυρο, παραλυμένος, ανάσκελα, με όλα του τα φορέματα, με τα παπούτσια, με γαλάζιο επανωφόρι και κίτρινο γελέκο.
Όλο το σπίτι, η γειτονιά, η πόλις αναστατώθηκε. Ο Αλβέρτος εμπήκε. Τον Βέρθερο τον είχαν βάλει στο κρεββάτι με το μέτωπο σκεπασμένο· το πρόσωπό του, σαν πεθαμένου, δεν έκανε καμμιά κίνηση. Ο πνεύμονας άσθμαινε ακόμη φοβερά, πότε αδύνατα, πότε με περισσότερη δύναμη.
Από το κρασί είχε πιη μόνο ένα ποτήρι. Η Αιμιλία Γαλότη ήταν ανοικτή μπρος στο γραφείο του.
Για την ταραχή του Αλβέρτου, για το κλάμμα της Καρολίνας δεν μπορώ να πω τίποτε.
Ο γέρος έπαρχος ήρθε βιαστικά έφιππος μόλις άκουσε την είδηση· εφίλησε τον ετοιμοθάνατο με τα πιο θερμά δάκρυα. Οι μεγαλύτεροί του γυοί ήρθαν αμέσως πεζή, εγονάτισαν μπρος στο κρεββάτι για να εκφράσουν τη μεγάλη λύπη τους, του εφίλησαν τα χέρια και το στόμα, και ο πιο μεγάλος, που πάντα περισσότερο τον αγαπούσε, εκόλλησε τα χείλια του έως ότου κείνος ξεψύχησε και τον έβγαλαν με τη βία. Κατά το μεσημέρι πέθανε. Η παρουσία του επάρχου και τα μέτρα του εμπόδισαν το πλήθος να μαζευτή μπρος στο σπίτι. Το βράδυ στις ένδεκα τον έθαψαν στη θέση που είχε διαλέξει. Ο γέρος και τα παιδιά του ακολούθησαν την κηδεία, ο Αλβέρτος δε μπόρεσε. Ήταν φόβος για τη ζωή της Καρολίνας. Τον εβαστούσαν εργάτες· κανένας παπάς δεν τον συνώδευσε.
ΤΕΛΟΣ
1) Ο αναγνώστης ας μη κοπιάση να ζητήση τους εδώ αναφερομένους τόπους· ηναγκάσθην να μεταβάλω τα αληθή ονόματα του πρωτοτύπου. ***
2) Αναγκάζομαι να σβύσω το μέρος τούτο της επιστολής διά να μη δώσω αιτίαν παραπόνου εις κανένα, αν και ολίγον ενδιαφέρει κάθε συγγραφέα η κρίσις μιας κόρης και ενός αστάτου νέου.
3) Και εδώ παρελείφθησαν τα ονόματα εντοπίων τινών συγγραφέων, όποιος μετέχε του επαίνου της Καρολίνας, θα το αισθανθή εις την καρδίαν του, αναγινώσκων το χωρίον αυτό, άλλος δε κανένας δεν χρειάζεται να το γνωρίση.
4) Τώρα έχομεν έν έξοχον κήρυγμα του Λαβετέρ περί τούτου μέσα εις το βιβλίον του Ιωνά.
End of Project Gutenberg's Die Leiden des jungen Werther, by Johan Goethe