WeRead Powered by ReaderPub
Το κεφάλαιον / Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο cover

Το κεφάλαιον / Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο

Chapter 11: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ II. ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΩΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

Σύντομη παρουσίαση της οικονομικής κριτικής του Μαρξ που εκθέτει βασικές έννοιες όπως εμπόρευμα, εργασία, αξία, υπεραξία και κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, καθώς και την ερμηνεία τους στη λειτουργία της παραγωγής και στις ταξικές σχέσεις. Περιλαμβάνει παρατηρήσεις για τη μέθοδο —διαχωρίζοντας την επιστημονική από την πολεμική προσέγγιση—, επεξηγήσεις όρων και συνοπτική ανάλυση διαφωνιών και διορθώσεων. Συνοδεύεται από βιογραφική επισκόπηση και κριτικά σημειώματα που στοχεύουν στην καθαρή παρουσίαση των βασικών θεωρητικών αξόνων και της εφαρμογής τους στην οικονομική ανάλυση.

Διά να λύσωμεν έν τοιούτον πρόβλημα δεν αρκεί να σημειώσωμεν απλώς τα κακά εξ ων πάσχει η κοινωνία μας. Πρώτον διότι πρέπει να χωρίσωμεν τα παραγόμενα υπό του αστικού σοσιαλισμού, όστις χάρις εις τους πολιτευομένους κατακλύζει επί μάλλον και μάλλον την κοινωνικήν μας οργάνωσιν (36), από εκείνα τα οποία είνε συνέπεια του ελευθέρου συναγωνισμού. Κατόπιν διότι θα πρέπη να αποδείξωμεν ότι έν άλλο σύστημα θα περικλείη ολιγώτερα, και τούτο μέχρι σήμερον δεν έγεινεν.

Η εν τούτω άποψις της πολιτικής οικονομίας θαυμασίως εξεφράσθη υπό του κ. Demolinari, του οποίου δεν έχομεν παρά να μεταφέρωμεν τας λέξεις.

«Η παραγωγή ηύξησεν, ο πλούτος επολλαπλασιάσθη, η αλληλεγγύη επεξετάθη, ο πόλεμος έπαυσε να είναι αναγκαίος διά να περιφρουρήση τον πολιτισμόν, αλλ' η ομαδική και η ατομική κυβέρνησις δεν κατώρθωσεν εισέτι να συμμορφωθή προς τας νέας συνθήκας της ζωής, τας οποίας η οικονομική πρόοδος εδημιούργησεν εις τας κοινωνίας και τα άτομα. Η τήρησις των ομαδικών και ατομικών δικαιωμάτων και καθηκόντων δεν επραγματοποίησεν ουδεμίαν σημαντικήν πρόοδον· δυνάμεθα να υποστηρίξωμεν ακόμη όχι εάν επροώδευσεν είς τινα σημεία, εις άλλα οπισθοδρόμησε.

Αντί να εφαρμόσουν ακριβέστερον τους θετικούς νόμους εις τα φυσικά δικαιώματα των ατόμων τι κάμνουν αι κυβερνήσεις; Επεκτείνουν καθ' εκάστην αυθαιρέτως διά των νόμων των μονοπωλίων και της προστασίας, την ιδιοκτησίαν και ελευθερίαν των μεν εις βάρος της ιδιοκτησίας και ελευθερίας των δε, προστατεύουν τα κέρδη των βιομηχάνων και τας προσόδους των ιδιοκτητών, εναντίον των ημερομισθίων των εργατών, μέχρις ότου οι εργάται κύριοι της μηχανής υπαγορεύσουν νόμους, προστατεύσουν τα ημερομίσθιά των εις βάρος των κερδών των βιομηχάνων και των προσόδων των ιδιοκτητών. Εξαναγκάζουν όλας τας υπάρξεις εις μίαν μόνιμον αστάθειαν πότε ανυψούσαι και πότε περιορίζουσαι τα εμπόδια, τα οποία έστησαν εναντίον της ελευθερίας της εργασίας και της ανταλλαγής. Αντί να συμφωνήσουν διά να εξασφαλίσουν την ειρήνην, όπως τούτο θα κατορθούτο με μίνιμουμ δαπάνης, επιδεινώνουν συνεχώς το βάρος της προετοιμασίας του πολέμου, αναμένουσαι την κατάλληλον στιγμήν διά να τον εξαπολύσουν καταστρεπτικώτερον και αιματηρότερον παρά ποτέ. Πανταχού αι κυβερνώσαι τάξεις έχουν υπ' όψιν των μόνον τα σημερινά και εγωιστικά συμφέροντά των και χρησιμοποιούν την εξουσίαν των διά την ικανοποίησίν των χωρίς να ενδιαφέρωνται να μάθουν εάν ταύτα είναι σύμφωνα ή όχι προς το γενικόν και μόνιμον συμφέρον της κοινωνίας».

Το συμφέρον τούτο η Πολιτική οικονομία λέγει ότι δεν δύναται άλλως να επιτευχθή ειμή διά του ελευθέρου συναγωνισμού, ότι παν προ αυτού τιθέμενον εμπόδιον είναι επιβλαβές, ότι προστασία (προστατευτικόν σύστημα) σημαίνει καταστροφή πλούτου, και τέλος ότι το πλείστον των κακών, των παρατηρουμένων εν τη κοινωνία μας, προέρχεται, όπως λέγη ο κ. καθηγητής Todde, όχι από κατάχρησιν ελευθερίας, αλλά τουναντίον από την έλλειψιν της αναγκαίας ελευθερίας. Όλα τα γεγονότα, τα οποία γνωρίζομεν, μας οδηγούν εις το συμπέρασμα τούτο, όπως και κάθε νέον παρατηρούμενον γεγονός το επιβεβαιοί.

Από οιονδήποτε μέρος και εάν προέρχεται πάσα προσβολή εναντίον της οικονομικής ελευθερίας είναι κακόν. Εάν η ελευθερία αύτη παραβιάζεται είτε εν ονόματι του αστικού σοσιαλισμού είτε εν ονόματι του λαϊκού τοιούτου το αποτέλεσμα είναι το ίδιον, δηλαδή καταστροφή πλούτου, η οποία εις το τέλος επιβαρύνει το πτωχότερον μέρος και κατά συνέπειαν τον πολυαριθμότερον πληθυσμόν, του οποίου τας δυστυχίας επιδεινώνει.

Vilfredo Pareto

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι.
ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ

I. Οι δύο συντελεσταί του εμπορεύματος: αξία χρήσεως και ανταλλακτική αξία ή κυρίως αξία.

Το εμπόρευμα είναι αντικείμενον, όπερ αποκτώμενον διά της ανθρωπίνης εργασίας, αντί να καταναλίσκεται υπό του παραγωγού του ανταλλάσσεται και διά των ιδιοτήτων του ικανοποιεί πάσαν ανάγκην του ανθρώπου αμέσως μεν ως μέσον συντηρήσεως, εμμέσως δε ως μέσον παραγωγής.

Η χρησιμότης είναι λοιπόν η πρώτη, η απαραίτητος ιδιότης του εμπορεύματος· η χρησιμότης, η εκδηλουμένη εν τη χρήσει ή εν τη καταναλώσει, του δίδει την αξίαν χρήσεως.

Και ακριβώς διότι το εμπόρευμα κέκτηται αξίαν χρήσεως, αποκτά και ανταλλακτικήν αξίαν. Προϊόν τελείως άχρηστον δεν είναι δυνατόν να είναι ανταλλάξιμον. Εμπορεύματα φύσεως διαφόρου, ανταλλάσσονται εις αναλογίας διαφόρους· δεν ανταλλάσσομεν μίαν λίτραν σιδήρου αντί μιας λίρας χρυσής, ούτε λίτραν σίτου αντί λίτρας αδαμάντων αλλ' ανταλλάσσομεν πολλούς στατήρας σιδήρου αντί μιας λίρας χρυσής και πλείστα εκατόλιτρα σίτου αντί ενός αδάμαντος.

Ίνα δύο εμπορεύματα φύσεως και αναλογίας διαφόρου δύνανται ν' αξίζουν εξ ίσου πρέπει και τα δύο να περιέχουν εν ίση ποσότητι κοινήν σύμμετρον ύλην.

Τετράγωνον ισούται προς τρίγωνον, όταν αι γραμμαί του περιβάλουν ίσην επιφάνειαν· η επιφάνεια είναι το κοινόν γνώρισμα όλων των σχημάτων της επιπέδου γεωμετρίας.

Τι το κοινόν το ενυπάρχον εις όλα τα εμπορεύματα; Δεν δύναται να είναι φυσική τις ιδιότης, αφού αι φυσικαί ιδιότητες είναι ακριβώς εκείναι, διά των οποίων διαφέρουν τα εμπορεύματα.

Μήπως άραγε είναι η χρησιμότης, η ιδιότης εκείνη, η πράγματι κοινή εις όλα τα εμπορεύματα;

Ούτε η χρησιμότης, αφού ανταλλάσσομεν αδάμαντα χρησιμότητος τόσον περιωρισμένης έναντι εκατολίτρων σίτου, του χρησιμοτέρου δημητριακού προς διατροφήν των ανθρώπων, και αφού δίδομεν διά μίαν χρυσήν λίραν, στατήρας ολοκλήρους σιδήρου, του χρησιμοτέρου των μετάλλων. Εις την Ομηρικήν εποχήν, ότε ο ορείχαλκος εχρησιμοποιείτο διά την κατασκευήν των ξιφών και διαφόρων άλλων οπλισμών, οι ήρωες της Ιλιάδος εθεώρουν τον σίδηρον ως πολύτιμον μέταλλον. Εις την πρόοδον της εκπολιτισμένης παραγωγής οφείλεται, ότι αντικείμενα πρώτης χρησιμότητος ανταλλάσσονται εν μεγαλυτέρα αναλογία έναντι αντικειμένων μικροτέρας χρησιμότητος.

Παρ' εκτός της χρησιμότητος, τα εμπορεύματα έχουν και άλλην τινα κοινήν ιδιότητα: Είναι όλα προϊόντα της εργασίας του ανθρώπου και διά να δημιουργηθούν εχρειάσθη δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως.

Ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν παρεσχέθη η εργασία, είτε δι' αναζήτησιν αδάμαντος, είτε διά μεταφοράν ύδατος ή ραφήν ενδύματος, παριστά πάντοτε φθοράν τινα της ανθρωπίνης μηχανής. Ούτως ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν καταναλίσκεται η θερμότης ενός τόννου άνθρακος είτε προς έλξιν βαγονιών, είτε προς ύφανσιν βάμβακος, εκτύπωσιν εφημερίδος, παραγωγήν ηλεκτρισμού και φωτός, είναι πάντοτε φθορά καυσίμου ύλης, δαπάνη θερμίδων και τέλος δαπάνη κινήσεως. Όταν δ' ο δόκτωρ Meyer εύρε το μηχανικόν ισοδύναμον της θερμότητος, οι φυσικοί ηδυνήθησαν να παρακολουθήσουν, εις όλας της τας μεταμορφώσεις την ενιαίαν δύναμιν, την κίνησιν. Η αξία είναι ο γόρδιος δεσμός της πολιτικής οικονομίας, ως παρετήρει ο Ricardo.

Ο γνωρίζων το συστατικόν στοιχείον της αξίας κρατεί εις χείρας του το νήμα της Αριάδνης, το οποίον θα τον οδηγήση εις τον δαίδαλον της παραγωγής και ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Η δύναμις — εργασία του ανθρώπου, είναι η μόνη δύναμις η δημιουργούσα αξίας, και τα εμπορεύματα θεωρούνται αξίαι, διότι περιέχουν ανθρωπίνην εργασίαν.

Το εμπόρευμα πριν εισέλθει εις την ανταλλαγήν είναι αξία, ήτοι αποταμιευτής ανθρωπίνης δυνάμεως και δεν ανταλλάσσεται παρά μόνον διότι είναι αξία. Το ύδωρ ποταμού και ο αήρ της ατμοσφαίρας, αν και απαραίτητα εις την ζωήν, δεν είναι αξίαι, ως μη περιέχοντα ανθρωπίνην εργασίαν.

Εάν όμως χρησιμοποιούμεν ανθρωπίνην εργασίαν, πιέζοντες τον αέρα και μεταφέροντες ύδωρ εις οικίαν ή την Σαχάραν, αμέσως τότε το ύδωρ και ο αήρ αποβαίνουν αξίαι και ανταλλάσσονται.

Κατά ποίον τρόπον μετράται η αξία;

Τις ερωτών επί της τιμής δύο εμπορευμάτων της αυτής πρώτης ύλης και της αυτής χρησιμότητος, επί παραδείγματος δύο καθισμάτων εκ δρυός, ων το έν έχει τους πόδας στρεπτούς και το ερεισίνωτον επεξεργασμένον, δεν ήκουε τον κατασκευαστήν ν' απαντά:

— Το κάθισμα αυτό είναι ακριβώτερον διότι εχρειάσθη περισσοτέραν εργασίαν ή εκείνο, του οποίου οι πόδες και το ερεισίνωτον είναι απλά.

Η τόσον συνήθης αύτη φράσις, ως αλήθεια de la Palisse, είναι η μόνη απάντησις εις την ανωτέρω τεθείσαν ερώτησιν. Διότι, λέγουν ο Α. Σμιθ και ο Ricardo: «το προϊόν δύο ημερών ή δύο ωρών εργασίας αξίζει το διπλάσιον εκείνου, όπερ συνήθως απαιτεί μία ημέρα ή μία ώρα εργασίας»(37).

Αλλ' υπάρχει εργασία και εργασία, όπως υπάρχη θεωρία και θεωρία. Θα ηδύνατό τις να φαντασθή ότι η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του ποσοστού της δαπανηθείσης κατά την παραγωγήν του εργασίας, το εμπόρευμα θα είχεν αξίαν τόσω μεγαλυτέραν, όσον ο άνθρωπος είναι οκνηρός και ανίκανος, διότι χρησιμοποιεί περισσότερον χρόνον εν τη κατασκευή του.

Αλλ' η εργασία, η αποτελούσα την ουσίαν της αξίας των εμπορευμάτων, είναι εργασία ίση και αδιαίρετος, δαπάνη της αυτής δυνάμεως. Η δύναμις της εργασίας της κοινωνίας ολοκλήρου, η εκδηλουμένη εν τω συνόλω των αξιών, δεν υπολογίζεται κατά συνέπειαν ή ως ενιαία δύναμις αν και συγκειμένη εξ αναριθμήτων ατομικών δυνάμεων. Εκάστη ατομική δύναμις εργασίας είναι ίση προς πάσαν άλλην, εφ' όσον κέκτηται τουλάχιστον τον χαρακτήρα μιας μέσης κοινωνικής δυνάμεως και λειτουργεί ως τοιαύτη, ήτοι χρησιμοποιεί εν τη παραγωγή ενός εμπορεύματος κατά μέσον όρον τον αναγκαίον χρόνον εργασίας ή τον κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον εργασίας.

Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εν τη παραγωγή των εμπορευμάτων είναι ο απαιτούμενος διά πάσαν εργασίαν εκτελουμένην διά του μέσου βαθμού της επιτηδειότητας και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αι οποίαι εν σχέσει προς το δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, είναι κανονικαί.

Μετά την εις Αγγλίαν εισαγωγήν της δι' ατμού υφαντουργίας εχρειάσθη ίσως κατά ήμισυ ολιγωτέρα εργασία ή άλλοτε διά την μετατροπήν εις ύφασμα ποσότητος νήματος. Ο εργαζόμενος διά των χειρών υφαντουργός είχε πάντοτε ανάγκην του αυτού χρόνου διά να εκτελέση την μετατροπήν ταύτην. Έκτοτε όμως το προϊόν της ατομικής εργατικής του ώρας δεν αντεπροσώπευε πλέον ή το ήμισυ μιας κοινωνικής εργατικής ώρας και δεν απέδιδε πλέον παρά το ήμισυ της πρώτης αξίας.

Το ποσοστόν λοιπόν μόνον της εργασίας ή ο χρόνος της εν δεδομένη κοινωνία αναγκαίας προς παραγωγήν ενός είδους εργασίας είνε εκείνος ο οποίος καθορίζει την ποσότητα της αξίας. Έκαστον κατ' ιδίαν εμπόρευμα θεωρείται γενικώς ως μέσον υπόδειγμα του είδους του. Τα εμπορεύματα εν οις περιέχονται ίσαι ποσότητες εργασίας ή τα οποία δύνανται να παραχθούν εν τω αυτώ χρονικώ διαστήματι, έχουν κατά συνέπειαν ίσην αξίαν. Η αξία εμπορεύματός τινος ευρίσκεται ως προς την αξίαν παντός άλλου εμπορεύματος, εις την αυτήν σχέσιν, εν η ο χρόνος της αναγκαίας διά την παραγωγήν του ενός ευρίσκεται προς τον χρόνον της αναγκαίας εργασίας διά την παραγωγήν του άλλου. Η ποσότης της αξίας εμπορεύματός τίνος θα παρέμενε προφανώς σταθερά, εάν ο αναγκαίος διά την παραγωγήν του χρόνος παρέμενεν ωσαύτως σταθερός. Αλλ' ο τελευταίος ούτος ποικίλει εις κάθε μετατροπήν της παραγωγικής δυνάμεως της εργασίας, ήτις πάλιν εξαρτάται εκ διαφόρων συνθηκών, ήτοι μεταξύ των άλλων εκ της μέσης ικανότητος των εργατών, εκ της αναπτύξεως της επιστήμης και του βαθμού της τεχνικής εφαρμογής της εκ των κοινωνικών συνδυασμών της παραγωγής, της εκτάσεως και αποτελεσματικότητος των μέσων της παραγωγής και των καθαρώς φυσικών συνθηκών. Η αυτή ποσότης εργασίας αντιπροσωπεύεται, π. χ. υπό οκτώ μεδίμνων σίτου, εάν η εποχή είναι ευνοϊκή και υπό τεσσάρων μόνον μεδίμνων εν εναντία περιπτώσει. Η αυτή ποσότης εργασίας αποδίδει περισσοτέραν ύλην μετάλλου εις τα πλούσια μεταλλεία παρά εις τα πτωχότερα κ.λ.π. Οι αδάμαντες παρουσιάζονται σπανίως εις τα ανώτερα στρώματα του γηίνου φλοιού. Ούτω χρειάζεται κατά μέσον όρον διά την ανεύρεσίν των ικανός χρόνος, εις τρόπον ώστε οι αδάμαντες παριστώσι πολλήν εργασίαν υπό μικρόν όγκον. Εις πλουσιώτερα μεταλλεία η αυτή ποσότης εργασίας θα απέδιδε μεγαλυτέραν ποσότητα αδαμάντων, των οποίων ούτω η αξία θα ηλαττούτο. Εάν επετυγχάνομεν να μεταβάλλωμεν με ολίγην εργασίαν τον άνθρακα εις αδάμαντα η αξία του τελευταίου τούτου θα κατέπιπτε ίσως κάτω της αξίας των γαιανθράκων. Εν γένει, όσον μεγαλυτέρα είναι η παραγωγική δύναμις της εργασίας, τόσον είναι βραχύτερος ο αναγκαίος χρόνος διά την παραγωγήν είδους τινός και όσον μικροτέρα είναι η μάζα της εν αυτώ αποκρυσταλλουμένης εργασίας, τόσον μικρότερα είναι η αξία του. Αντιθέτως όσον μικροτέρα είνε η παραγωγική δύναμις της εργασίας τόσον μεγαλείτερος είναι ο αναγκαίος διά την παραγωγήν του είδους χρόνος και τόσον μεγαλειτέρα η αξία του. Το ποσόν της αξίας ενός εμπορεύματος ποικίλλει λοιπόν κατ' ίσον λόγον του ποσοστού και κατ' αντίστροφον λόγον της παραγωγικής δυνάμεως της εργασίας, η οποία περιέχεται εν αυτώ.

Γνωρίζομεν ήδη την ουσίαν της αξίας· είναι η εργασία. Γνωρίζομεν το μέτρον της ποσότητός της· είναι η διάρκεια της εργασίας.

Πράγμα τι δύναται να αποτελή αξίαν χρήσεως χωρίς να είναι και αξία, αρκεί να είναι χρήσιμον εις τον άνθρωπον χωρίς να προέρχεται εκ της εργασίας του. Τοιαύτη αξία είναι ο αήρ, λειμώνες φυσικοί, παρθένον έδαφος κλπ. Πράγμα τι δύναται να είναι χρήσιμον και προϊόν της ανθρωπίνης εργασίας χωρίς να είναι εμπόρευμα. Πας όστις, διά του προϊόντος του ικανοποιεί τας ιδίας του ανάγκας, δεν δημιουργεί ή ατομικάς αξίας χρήσεως.

Διά να παραχθούν εμπορεύματα δέον, όχι μόνον να παραχθώσιν αξίαι χρήσεως, αλλά αξίαι χρήσεως δι' άλλους, αξίαι χρήσεως κοινωνικαί. Τέλος, ουδέν αντικείμενον δύναται να είναι αξία, εάν δεν είναι χρήσιμον. Εάν είναι άχρηστον, η εργασία, την οποίαν περιέχει, εδαπανήθη ανωφελώς και συνεπώς δεν δημιουργεί αξίαν.

***

Μία δυσκολία όμως παρουσιάζεται φύσεως τοιαύτης, ώστε να εμβάλη πολλούς εις αμηχανίαν.

Είναι δυνατόν να συγκριθούν τα διάφορα είδη εργασίας μεταξύ των διά να ευρεθή κοινόν αυτών μέτρον; Είναι δυνατόν να συγκριθή η εργασία του αμαξοποιού και του γεωργού με την εργασίαν του καλλιτέχνου κοσμηματοπώλου και του γεωμέτρου;

Η δυσκολία αύτη λύεται πρακτικώς καθ' εκάστην, αφού καθημερινώς ανταλάσσεται διά μέσου του χρήματος σίτος ή χειράμαξαι έναντι δακτυλίου ή γεωμετρικών σχεδίων. Και το γεγονός ότι δίδονται επί παραδ. εκατόν μέδιμνοι σίτου έναντι ενός δακτυλίου ή ενός γεωμετρικού σχεδίου αποδεικνύει, χωρίς να χρήζη ιδιαιτέρας αποδείξεως ότι προσδιωρίσθη η ποσότης της εργασίας του γεωργού, του αμαξοποιού και του γεωμέτρου η περιεχομένη εις τα διάφορα ταύτα αντικείμενα.

Αλλ' ο άνθρωπος ανέπνευσε και εχώνευσε πριν να έχη θεωρητικάς γνώσεις της χωνεύσεως και της αναπνοής: πρόκειται λοιπόν να εξηγηθή θεωρητικώς το φαινόμενον της ανταλλαγής των εμπορευμάτων.

Ας υποθέσωμεν ότι το αυτό άτομον είναι ταυτοχρόνως γεωργός, αμαξοποιός και γεωμέτρης· δύναται τότε να είπη: η χειράμαξα ή το σχέδιον των καλλιεργησίμων γαιών της κοινότητος μού στοιχίζουν, όσην εργασίαν και 100 μέδιμνοι σίτου· ολίγον ενδιαφέρει αυτόν υπό ποίαν μορφήν εδαπάνησε την δραστηριότητά του. Τα τρία παραχθέντα αντικείμενα αντιπροσωπεύουν την αυτήν ποσότητα εργασίας.

Ουδόλως είναι φανταστική η υπόθεσις ατόμου συγχρόνως εξασκούντος τα επαγγέλματα του γεωργού, του αμαξοποιού και του γεωμέτρου. Εις τα υφιστάμενα ακόμη κολεκτιβιστικά χωρία της Ρωσσίας, η κατανομή των προς καλλιέργειαν γαιών γίνεται υπό των ιδίων χωρικών και οι εξ επαγγέλματος γεωμέτραι μένουν έκπληκτοι διά τον ακριβή τρόπον με τον οποίον καταμετρούνται και κατανέμονται εξ ίσου αι γαίαι. Σήμερον ακόμη παρατηρείται συνήθως εν Γαλλία ο συνδυασμός της εργασίας της καλλιεργείας μετά της βιομηχανικής εργασίας. Η μηχανική βιομηχανία ελλατώνουσα τας τεχνικάς δυσκολίας των επαγγελμάτων, επιτρέπει εις τον εργάτην της μεγάλης βιομηχανίας να διατρέξη αλληλοδιαδόχως, σειράν διαφόρων επαγγελμάτων. Δύναται όθεν να δαπανά τις ποικιλοτρόπως την εργατικήν του δύναμιν και να συγκρίνη ούτω τα εμπορεύματα, τα οποία παράγει. Αι πρόοδοι αύται της βιομηχανικής μηχανικής, επιτρέπουν εις δεδομένην ποσότητα εργασίας να προσφερθή, αναλόγως προς την ποικίλλουσαν φοράν της ζητήσεως της εργασίας, υπό μίαν ή άλλην μορφήν εργασίας. Οιαιδήποτε δε και αν είναι αι προξενούμεναι εκ των μεταβολών τούτων της μορφής της εργασίας δυσκολίαι, εν τούτοις αύται εκτελούνται.

Τέλος πάσα παραγωγική δράσις, εξαιρουμένου του χρησίμου χαρακτήρος της, είναι δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως. Η καλλιέργεια, η αμαξοποιία και η γεωμετρική, παρά την μεταξύ των διαφοράν είναι και αι τρεις παραγωγική δαπάνη δυνάμεως εγκεφάλων, μυών, νεύρων, χειρών του ανθρώπου, και υπό την έννοιαν ταύτην ισοτίμου ανθρωπίνης εργασίας. Η εργατική δύναμις του ανθρώπου, ης η κίνησις αλλάσσει μορφήν εις τας διαφόρους παραγωγικάς δράσεις δέον ασφαλώς ν' αναπτυχθή, κατά το μάλλον και ήττον, διά να δυνηθή να δαπανηθή υπό την μίαν ή άλλην μορφήν. Αλλ' η αξία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει απλώς την εργασίαν του ανθρώπου, τουτέστι δαπάνην εν γένει της ανθρωπίνης δυνάμεως.

Όθεν, όπως εν τη αστική πολιτική κοινωνία, είς στρατηγός, είς τραπεζίτης παίζει μεγάλον ρόλον, ενώ ο αγαθός και αφελής άνθρωπος παρουσιάζει θλιβεράν εικόνα, ούτω συμβαίνει και με την εργασίαν του ανθρώπου. Είναι δαπάνη απλής δυνάμεως, ην πας άνευ ειδικής αναπτύξεως κέκτηται εν τω οργανισμώ του. Η μέση απλή εργασία αλλάσσει, είναι αληθές, χαρακτήρα εις διαφόρους χώρας και αναλόγως των εποχών, αλλ' εν ωρισμένη κοινωνία είναι πάντοτε καθωρισμένη. Η σύνθετος εργασία δεν είναι παρά η απλή εργασία υψωμένη εις μίαν δύναμιν ή μάλλον δεν είναι παρά απλή πολλαπλασιασμένη εργασία εις τρόπον, ώστε μία ωρισμένη ποσότης εργασίας συνθέτου αντιστοιχεί προς μίαν ποσότητα μεγαλυτέραν απλής εργασίας. Η πείρα αποδεικνύει ότι η αναγωγή αύτη γίνεται συνεχώς.

Και όταν ακόμη έν εμπόρευμα είναι προϊόν της πλέον συνθέτου εργασίας, η αξία του το ανάγει έν τινι αναλογία, εις προϊόν απλής εργασίας, ης συνεπώς αντιπροσωπεύει ωρισμένην ποσότητα. Αι διάφοροι αναλογίαι κατά τας οποίας διάφορα είδη εργασίας δύνανται ν' αναχθούν εις απλήν εργασίαν, ως εις μονάδα μετρήσεώς των υπάρχουν εις την κοινωνίαν εν αγνοία των παραγωγών και τοις παρουσιάζονται ως συνθήκαι κατά παράδοσιν.

Το επακολούθημα τούτων είναι ότι εν τη αναλύσει της αξίας εκάστη ποικιλία εργασίας δέον να θεωρήται ως δύναμις απλής εργασίας (38).

Εάν όθεν εις την αγοράν 100 μέδιμνοι σίτου ισούνται με μίαν χειράμαξαν, ένα δακτύλιον ή ένα σχέδιον γεωμέτρου, τούτο σημαίνει ότι εις 1 μέδιμνον σίτου υπάρχει εκατοντάκις ολιγωτέρα εργασία από μίαν χειράμαξαν, ένα δακτύλιον ή ένα γεωμετρικόν σχέδιον.

Εάν, όσον αφορά την αξίαν χρήσεως, η περιεχομένη εις το εμπόρευμα εργασία δεν αξίζει ή ποιοτικώς, εν σχέσει προς το μέγεθος της αξίας, αυτή δεν υπολογίζεται ή ποσοτικώς. Εκεί πρόκειται να μάθωμεν πώς γίνεται η εργασία και τι παράγει. Εδώ πόσον χρόνον διαρκεί αύτη. Αφού το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος δεν αντιπροσωπεύει ή το ποσοστόν της εν αυτώ περιεχομένης εργασίας, έπεται όθεν εκ τούτου ότι όλα τα εμπορεύματα, έν τινι αναλογία, πρέπει να είναι αξίαι ίσαι.

Η παραγωγική δύναμις όλων των εργασιών, των απαιτουμένων διά την παραγωγήν ενός οιουδήποτε εμπορεύματος κατασκευής ενδύματος λ. χ. παραμένει σταθερά; Η ποσότης της αξίας των ενδυμάτων αυξάνει αναλόγως του αριθμού τούτων. Εάν μία ενδυμασία αντιπροσωπεύει Χ ημέρας εργασίας, δύο ενδυμασίαι αντιπροσωπεύουν 2 Χ κ.ο.κ. Ας υποθέσωμεν όμως ότι η διάρκεια της αναγκαίας διά την κατασκευήν μιας ενδυμασίας εργασίας διπλασιάζεται ή ελαττούται κατά το ήμισυ. Εις την πρώτην περίπτωσιν έν ένδυμα έχει τόσην αξίαν όσην είχον προηγουμένως δύο. Εις την δευτέραν περίπτωσιν 2 ενδύματα δεν έχουν περισσοτέραν αξίαν εκείνης, ην είχε προηγουμένως έν μόνον ένδυμα, καίτοι και εις τας δύο περιπτώσεις η ενδυμασία αποδίδει και έπειτα, όπως και πριν τας αυτάς υπηρεσίας· και η χρήσιμος εργασία, εξ ης προέρχεται, είναι πάντοτε της αυτής δυνάμεως. Αλλά το ποσοστόν της δαπανηθείσης εν τη παραγωγή της εργασία δεν έμεινε το αυτό.

Μία σημαντικωτέρα ποσότης αξιών χρήσεως αποτελεί προφανώς μεγαλύτερον υλικόν πλούτον. Με δύο ενδυμασίας ενδύονται δύο άνθρωποι, με μίαν ενδυμασίαν όμως ενδύεται είς μόνον κ.ο.κ. Εν τούτοις εις αύξοντα όγκον υλικού πλούτου δύναται ν' αντιστοιχή μία ταυτόχρονος ελάττωσις της αξίας του.

Η αντιφατική αύτη κίνησις προέρχεται εκ του διπλού χαρακτήρος της εργασίας. Η εν δεδομένω χρόνω αποτελεσματικότης μιας χρησίμου εργασίας εξαρτάται εκ της παραγωγικής της δυνάμεως. Η χρήσιμος εργασία αποβαίνει λοιπόν μία πηγή κατά το μάλλον ή ήττον άφθονος εις προϊόντα κατ' ευθείαν αναλόγως προς την αύξησιν ή την ελάττωσιν της παραγωγικής της δυνάμεως. Τουναντίον μία ποικιλία της τελευταίας ταύτης δυνάμεως δεν θίγει ποτέ αμέσως την εν τη αξία αντιπροσωπευομένην εργασίαν.

Αφού η παραγωγική δύναμις ανήκει εις την συγκεκριμένην και χρήσιμον εργασίαν, ουδεμίαν πλέον σχέσιν δύναται να έχη με την εργασίαν ευθύς ως τη αφαιρεθή η χρήσιμός της μορφή οιαιδήποτε και αν είναι αι ποικιλίαι της παραγωγικής δυνάμεώς της, η αυτή εργασία δρώσα κατά το αυτό χρονικόν διάστημα παριστά πάντοτε την αυτήν αξίαν. Αλλ' η εργασία παράγει εν καθωρισμένω χρόνω περισσοτέρας αξίας χρήσεως, εάν η παραγωγική δύναμίς τις αυξάνει, ολιγωτέρας εάν ελαττούται. Πάσα αλλαγή εν τη παραγωγική δυνάμει, ήτις αυξάνει την γονιμότητα της εργασίας και συνεπώς το ποσόν των υπ' αυτής παρεχομένων αξιών χρήσεως, ελαττώνει την αξίαν του ούτω πως αυξηθέντος ποσού, εάν βραχύνη τον ολικόν χρόνον της αναγκαίας, διά την παραγωγήν της εργασίας. Και αντιστρόφως.

Εκ των προηγουμένων εξάγεται ότι πάσα εργασία είναι αφ' ενός μεν δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως εν τη φυσιολογική εννοία, ως τοιαύτη δ' ίση ανθρωπίνη εργασία δημιουργεί την αξίαν των εμπορευμάτων, αφ' ετέρου δε δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως υπό τοιαύτην ή τοιαύτην μορφήν, καθοριζομένην υπό ιδιαιτέρου σκοπού και ως τοιαύτη συγκεκριμένη και χρήσιμος εργασία παράγει αξίας χρήσεως ή χρησιμότητας. Όπως το εμπόρευμα προ παντός άλλου, πρέπει να είναι μία χρησιμότης, διά να είναι αξία, ούτω και η εργασία πρέπει να είναι προ παντός άλλου χρήσιμος διά να θεωρηθή δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως, ανθρωπίνης εργασίας εν τη αφηρημένη έννοια της λέξεως.

Οι χημικοί διά να εισδύσουν εις το μυστήριον της εσωτερικής συνθέσεως των σωμάτων, εχρειάσθη να δεχθούν την των ατόμων θεωρίαν των Ελλήνων φιλοσόφων, πράγμα, το οποίον έκαμε τον Liebig να είπη ότι, η ατομική χημεία ήτο η χημεία των ανυπάρκτων σωμάτων. Ο οικονομολόγος διά να εννοήση την ανταλλαγήν εμπορευμάτων διαφόρου ποιότητος και ποσότητας, δέον επίσης να προστρέξη εις έννοιαν αφηρημένην της απλής εργασίας (39). Ούτω, η ουσία και το μέγεθος της αξίας είναι καθωρισμέναι· απομένει τώρα να αναλύσωμεν την μορφήν της αξίας, ήτις θα μας δώση την λύσιν του προβλήματος του νομίσματος.

II. Μορφή της αξίας.

Η αξία ενός εμπορεύματος εκδηλούται εν τη ανταλλαγή. Πράγματι, εις Ινδικήν κοινότητα, ένθα δεν υπάρχουν ανταλλαγαί, τα παραγόμενα υπό των μελών της αντικείμενα είναι αξίαι χρήσεως, αφού δεν εδημιουργήθησαν ή διά να καταναλωθούν. Είναι επίσης αξίαι, αφού περιέχουν ανθρωπίνην εργασίαν: αλλ' η αξία αύτη ευρίσκεται εν λανθανούση καταστάσει και εμφανίζεται, όταν τα αντικείμενα ταύτα ανταλλάσσονται έναντι άλλων εμπορευμάτων των άλλων κοινοτήτων.

Εις τας πλέον ανεπτυγμένας κοινωνίας το χρυσούν και αργυρούν νόμισμα, είναι η μορφή την οποίαν ενδύεται, η αξία όλων των εμπορευμάτων. Ο Κ. Μαρξ είναι ο πρώτος οικονομολόγος, όστις έδωκε την εξήγησιν της γενέσεως της μορφής του νομίσματος, όστις εξήγησε την εκδήλωσιν της αξίας την περιεχομένην εις την σχέσιν αξίας των εμπορευμάτων, από της απλουστέρας και ολιγώτερον φανερής εμφανίσεώς της μέχρι της μορφής την οποίαν λαμβάνει διά του νομίσματος και διά της οποίας καθίσταται αντιληπτή εις πάντας.

***

Τα εμπορεύματα δεν έχουν εν γένει άλλας σχέσεις μεταξύ των παρά την σχέσιν αξίας ή ανταλλαγής, της οποίας η απλουστέρα μορφή είναι:

χ εμπόρευμα Α αξίζει ψ εμπόρευμα Β
ή χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β
20 μέτρα υφάσματος αξίζουν μίαν ενδυμασίαν
ή 20 μέτρα υφάσματος = 1 ενδυμασίαν

Το ύφασμα εκφράζει την αξίαν του εν τη ενδυμασία και αύτη χρησιμεύει ως ύλη διά την έκφρασιν ταύτην. Του πρώτου εμπορεύματος η αξία παρίσταται ως σχετική αξία, του δευτέρου λειτουργεί ως ισοδύναμον. Είμεθα υποχρεωμένοι ν' αντιστρέψωμεν την εξίσωσιν διά να εκφράσωμεν σχετικώς την αξίαν της ενδυμασίας και τότε το ύφασμα καθίσταται το ισοδύναμόν των. Το αυτό εμπόρευμα δεν δύναται όθεν να ενδυθή ταυτοχρόνως τας δύο ταύτας μορφάς εν τη ιδία εκφράσει της αξίας.

Ένα εμπόρευμα δεν δύναται να εκφράση την αξίαν του ή εις άλλο εμπόρευμα, ήτοι σχετικώς· διότι εάν είπωμεν 20 μέτρα υφάσματος αξίζουν 20 μέτρα υφάσματος, εκφράζομεν μόνον ότι τα 20 μέτρα του υφάσματος δεν είναι τίποτε άλλο παρά 20 μέτρα υφάσματος, δηλαδή είναι ποσόν τι αξίας χρήσεως.

Αλλ' αφ' ης στιγμής έν εμπόρευμα τίθεται ως ισοδύναμον, τούτο σημαίνει ότι αν και διαφόρου είδους ετέρου αντιθέτου του, δύναται να το αντικαταστήση ως αξία και ν' ανταλλαγή αντ' εκείνου. Πιστοποιεί ότι περιέχει τόσην αξίαν, όσην αποκρυσταλλωθείσαν ανθρωπίνην εργασίαν.

Ούτω η εξίσωσις:

20 μέτρα υφάσματος = 1 ενδυμασία

υποθέτει ότι τα δύο εμπορεύματα στοιχίζουν τόσην εργασίαν το έν όσον και το άλλο ή παράγονται κατά το αυτό χρονικόν διάστημα· αλλ' ο χρόνος ούτος ποικίλλει δι' έκαστου τούτων με κάθε μεταβολήν της παραγωγικής μορφής, ήτις το δημιουργεί.

Εξετάσωμεν ήδη την επιρροήν των μεταβολών τούτων επί της σχετικής εκφράσεως του μεγέθους της αξίας.

I. Ότι η αξία του υφάσματος αλλάσσει, ενώ η αξία της ενδυμασίας παραμένει σταθερά (40). Εάν ο διά την παραγωγήν της αναγκαίος χρόνος εργασίας, συνεπεία υποθέσωμεν μικροτέρας αποδόσεως του εδάφους του παράγοντος το λίνον διπλασιάζεται, τότε η αξία του διπλασιάζεται. Αντί 20 μέτρων υφάσματος = 1 ενδυμασία θα έχωμεν: 20 μέτρα υφάσματος = 2 ενδυμασίαι, διότι 1 ένδυμα περιέχει ήδη κατά το ήμισυ ολιγωτέραν εργασίαν. Εάν ο αναγκαίος χρόνος εργασίας εις την παραγωγήν του υφάσματος, αντιθέτως ελαττούται κατά το ήμισυ, συνεπεία τελειοποιήσεως του επαγγέλματος του υφαντουργού, τότε η αξία του ελαττούται κατά την αυτήν αναλογίαν. Και τότε 20 μέτρα υφάσματος = 1/2 ενδυμασία. Η σχετική αξία του εμπορεύματος Α, ήτοι η αξία του εκφραζομένη εις το εμπόρευμα Β αυξάνει ή ελαττούται συνεπώς κατ' ευθύν λόγον προς την αξίαν του εμπορεύματος Α, εάν η αξία του εμπορεύματος Β παραμένει σταθερά.

II. Ότι η αξία του υφάσματος παραμένει σταθερά, ενώ η αξία του ενδύματος ποικίλλει. Εάν ο αναγκαίος εις την κατασκευήν του ενδύματος χρόνος διπλασιασθή λόγω δυσμενούς, υποθέσωμεν, παραγωγής μαλλιού, τότε αντί 20 μέτρων υφάσματος = 1 ενδυμασία έχομεν 20 μέτρα υφάσματος = 1/2 ενδυμασία. Εάν η αξία του ενδύματος τουναντίον ελαττωθή κατά το ήμισυ, τότε 20 μ. υφάσματος = 2 ενδυμασίαι. Εάν η αξία του εμπορεύματος Α παραμένει σταθερά, βλέπομεν ότι η σχετική του αξία εκφραζομένη εν τω εμπορεύματι Β αυξάνει ή ελαττούται κατ' αντίστροφον λόγον της αλλαγής της αξίας Β.

III. Αι αναγκαίαι ποσότητες εργασίας διά την παραγωγήν του υφάσματος και του ενδύματος αλλάσσουν ταυτοχρόνως, εν τη αύτη εννοία και τη αυτή αναλογία; Εις την περίπτωσιν ταύτην, 20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία ως και πρότερον, οιαδήποτε και αν είναι αι μεταβολαί της αξίας. Ανακαλύπτωμεν τας μεταβολάς ταύτας συγκρίνοντες με τρίτον εμπόρευμα, του οποίου η αξία παραμένει η αυτή. Εάν αι αξίαι όλων των εμπορευμάτων ηύξανον ή ηλαττούντο ταυτοχρόνως και εις την αυτήν αναλογίαν, αι σχετικαί των αξίαι ουδεμίαν θα υφίσταντο μεταβολήν. Η πραγματική μεταβολή της αξίας θ' ανεγνωρίζετο εκ του ότι κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας θα παρήγε γενικώς ποσότητα εμπορευμάτων κατά το μάλλον και ήττον μεγαλειτέραν ή πριν.

IV. Ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν του τε υφάσματος και ενδυμασίας ως και των αξιών των, δύναται ταυτοχρόνως ν' αλλάσση κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' εις διάφορον βαθμόν, ή κατ' αντίθετον τρόπον κλπ. Η επιρροή παντός δυνατού συνδυασμού του είδους τούτου επί της σχετικής αξίας ενός εμπορεύματος, υπολογίζεται ευκόλως διά της χρησιμοποιήσεως των περιπτώσεων I, II και III.

Αι πραγματικαί μεταβολαί εις το μέγεθος της αξίας, δεν εκδηλούνται ποσώς ούτε σαφώς ούτε πλήρως εν τη σχετική των εκφράσει. Η σχετική ενός εμπορεύματος αξία δύναται ν' αλλάσση της αξίας του παραμενούσης σταθεράς και τανάπαλιν και τέλος μεταβολαί εν τη ποσότητι της αξίας και εν τη σχετική του εκφράσει δύνανται να είναι ταυτόχρονοι χωρίς να είναι ακριβώς αντίστοιχοι.

***

Έν εμπόρευμα μη δυνάμενον ν' αναχθή εις εαυτό ως ισοδύναμον, ούτε να εκδηλώση την αξίαν του διά της μορφής, δηλαδή της αξίας του χρήσεως, δέον κατ' ανάγκην να λάβη, ως ισοδύναμον, άλλο εμπόρευμα, του οποίου η αξία χρήσεως του χρησιμεύει ως μορφή αξίας. Ούτω λοιπόν οιονδήποτε σώμα, τεμάχιον ζαχάρεως π. χ. έν λίτρον οξυγόνου κλπ. διά να εκφράση το βάρος του δέον να λάβει, ως ισοδύναμον, άλλο τι σώμα, τεμάχια μετάλλου, των οποίων το βάρος είναι γνωστόν. Τα τεμάχια του μετάλλου δεν δίδουν βάρος εις την ζάχαριν και το αέριον, σημειούν μόνον το βάρος αυτών. Ωσαύτως η ενδυμασία ή παν άλλο εμπόρευμα, 10 γραμ. χρυσού, επί παραδειγμ. χρησιμεύοντα ως ισοδύναμα δεν δίδουν αξίαν εις το ένδυμα, αλλ' εκφράζουν την αξίαν του.

Αφ' ού δεν πρόκειται ειμή περί απλής εκδηλώσεως ενός εμπορεύματος, οιονδήποτε εμπόρευμα δύναται να παίξη τον ρόλον τούτον.

Διά τούτο και ο Όμηρος εκφράζει την αξίαν ενός πράγματος εις σειράν διαφόρων πραγμάτων (41). Αι εκφράσεις της αξίας ενός εμπορεύματος δύνανται όθεν να ποικίλλουν, τόσον όσον αι σχέσεις του μετ' άλλων εμπορευμάτων.

Αναχωρούντες εκ του απλού τύπου:

χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β
20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία.

Φθάνομεν εις τον αναπτυχθέντα τύπον:

χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β = φ εμπόρευμα = υ εμπόρευμα Δ κ.λ.π.

20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία = 10 λίτραι τεΐου = 40 λίτραι καφφέ = 10 γραμ. χρυσού = 1 στατήρ σιδήρου κ.λ.π.

Η αξία ενός εμπορεύματος, π. χ., αντιπροσωπεύεται ήδη εις άλλα αναρίθμητα ισοδύναμα. Κατοπτρίζεται εις παν άλλο εμπόρευμα ως εις καθρέπτην. Ιδού διατί ομιλούν περί της εις ένδυμα αξίας του υφάσματος, όταν εκφράζουν την αξίαν του εις ενδύματα, την αξίαν του εις σίτον ή εις άργυρον. Εκάστη παρομοία έκφρασις μας δίδει να εννοήσωμεν ότι είναι αυτή η ιδία του αξία, ήτις εκδηλούται εις τας διαφόρους ταύτας αξίας χρήσεως.

Πάσα άλλη εργασία, οποιαδήποτε και εάν είναι η φυσική μορφή της, σπορά, εξόρυξις σιδήρου, χρυσού κ.λ.π. είναι ίση προς την περιεχομένην εν τη αξία του υφάσματος εργασίαν, ήτις εμφανίζει ούτω τον χαρακτήρα ανθρωπίνης εργασίας.

Η ολική μορφή της σχετικής αξίας, θέτει εμπόρευμά τι εις κοινωνικήν σχέσιν μεθ' όλων.

Συγχρόνως η ατελείωτος σειρά των εκφράσεών της, αποδεικνύει ότι η αξία των εμπορευμάτων δύναται να ενδυθή αδιαφόρως ξεχωριστήν μορφήν αξίας χρήσεως.

Εν τω πρώτω τύπω: 20 μ. υφάσματος =1 ενδυμασία, δυνατόν να φανή ότι κατά τύχην τα δύο ταύτα εμπορεύματα είναι ανταλλάξιμα, εν τη καθορισθείσα ταύτη αναλογία. Εν τω δευτέρω τύπω, τουναντίον, διακρίνομεν αμέσως, εκείνο το οποίον κρύπτει η φαινομενικότης αύτη. Η αξία του υφάσματος παραμένει η αυτή, είτε εκφράζεται εις ενδύματα, καφφέ, σίδηρον, μέσω των αναριθμήτων εμπορευμάτων των ανηκόντων εις τους πλέον διαφόρους ανταλλάκτας. Είναι προφανές, ότι δεν είναι η ανταλλαγή η κανονίζουσα την ποσότητα της αξίας ενός εμπορεύματος, αλλά τουναντίον, η ποσότης της αξίας του εμπορεύματος, η οποία κανονίζει τας σχέσεις της της ανταλλαγής.

Ο αναπτυχθείς τύπος της αξίας δύναται να γραφή ως ακολούθως, χωρίς να μεταβληθή ο χαρακτήρ

20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία
20 μ. υφάσματος = 10 λίτραι τεΐου
20 μ. υφάσματος = 40 λίτραι καφφέ
20 μ. υφάσματος = 10 γραμ. χρυσού

Ή ακόμη ως εξής:

1 ενδυμασία= ]
10 λίτραι τεΐου= ]
40 λίτραι καφφέ= ]20 μ. υφάσματος
10 γραμ. χρυσού= ]
κλπ. κλπ. κλπ.= ]

Τα εμπορεύματα εκφράζουν νυν τας αξίας των: 1ον κατά τρόπον απλούν, διότι τας εκφράζουν εις έν μόνον είδος εμπορεύματος· 2ον συνολικώς, διότι τας εκφράζουν εις το αυτό είδος εμπορεύματος.

Ο τύπος αξία είναι απλούς και κοινός και συνεπώς γενικός.

Ελάβομεν ως παράδειγμα 20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία. Θα ηδυνάμεθα επίσης να ελαμβάνομεν ως παράδειγμα 40 λίτρας καφφέ = 10 γραμ. χρυσού ή 10 λίτρας τεΐου = 16 στατήρ. σιδήρου κ.λ.π. Υπό τον τύπον τούτον διάφορα εμπορεύματα εκφράζουν την σχετικήν των αξίαν εις διάφορα άλλα εμπορεύματα· όπερ σημαίνει ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται απ' ευθείας μεταξύ των. Βεβαίως ο τύπος ούτος της ανταλλαγής παρουσιάζεται εν τη πράξει εις τας αρχεγόνους εποχάς, οπόταν τα προϊόντα της εργασίας δεν μεταβάλλονται εις εμπορεύματα παρά τυχαίως δι' ανταλλαγών τυχαίων και μεμονωμένων.

Αλλά τον αρχέγονον τούτον τρόπον της ανταλλαγής αντικατέστησεν άλλος τις: κατά τον τρόπον τούτον τα εμπορεύματα εκλέγουν διά να εκφράσουν την αξίαν των, άλλο ειδικόν εμπόρευμα, το οποίον δύναται να είναι αδιαφόρως, ζώα, δούλοι, γυναίκες, χρυσός, σίδηρος κλπ. Ο τρόπος ούτος παρουσιάζεται εις την πραγματικότητα, ευθύς ως προϊόν τι εργασίας, το κτήνος π. χ. ανταλλάσσεται αντί άλλων εμπορευμάτων, όχι πλέον τυχαίως, αλλά κατά συνήθειαν. Το κτήνος γίνεται τότε το κοινόν ισοδύναμον των άλλων εμπορευμάτων.

Ευθύς ως εμπόρευμά τι κατορθώσει να επιβληθή ως γενικόν ισοδύναμον, είναι δύσκολον να το μετατοπίση τις εκ του ρόλου τούτου και να εγκαταστήση εκ νέου την απ' ευθείας ανταλλαγήν των λοιπών εμπορευμάτων, όπως ενόμιζαν ότι θα κατώρθουν ο Proudhon και οι άλλοι ουτοπισταί της αυτής μικράς αξίας. Ο κόσμος των εμπορευμάτων δεν κατορθώνει να εγκαταστήση κοινόν τι ισοδύναμον, ειμή διότι όλα τα εμπορεύματα εξαιρέσει ενός αποκλείονται του τύπου, του ισοδυνάμου ή του τύπου υπό τον οποίον είναι απ' ευθείας και αμέσως ανταλλάξιμα.

Το εμπόρευμα, το οποίον παίζει τον ρόλον του γενικού ισοδυνάμου δεν δύναται να χρησιμεύση δι' εαυτό ως ισοδύναμον.

Ας υποθέσωμεν ότι το μέτρον υφάσματος είναι το κοινόν ισοδύναμον, θα είχομεν επί παραδ. 20 μ. υφάσματος = 20 μ. ύφασμ., ταυτολογία ουδέν εκφράζουσα, ούτε αξίαν, ούτε ποσότητα αξίας. Το εμπόρευμα τούτο δεν κέκτηται όθεν κοινόν ισοδύναμον, όπως τα άλλα εμπορεύματα, δέον δε να εκλέξη αυθαιρέτως έν εμπόρευμα διά να εκφράση την αξίαν του. Έν εμπόρευμα δεν αποβαίνει γενικόν ισοδύναμον, ει μη διότι πάντα τ' άλλα εμπορεύματα το διέκριναν και το ανύψωσαν εκ της θέσεώς του διά να παίζη τον ρόλον τούτον. Αφ' ης στιγμής ο αποκλειστικός ούτος χαρακτήρ έρχεται να προσκολληθή εις ειδικόν είδος εμπορεύματος η φυσική του μορφή εξομοιούται ολίγου κατ' ολίγον με την μορφήν του ισοδυνάμου, ήτις του απεδόθη, αποκτά κοινωνικήν αυθεντίαν, γίνεται εμπόρευμα — χρήμα ή λειτουργεί ως χρήμα. Η ιδιαιτέρα ειδική λειτουργία του και κατά συνέπειαν το κοινωνικόν μονοπώλιόν του, είναι να παίζη τον ρόλον του γενικού ισοδυνάμου μεταξύ των εμπορευμάτων.

Εάν, εν τη μορφή του κοινού ισοδυνάμου, αντικαταστήσωμεν το εμπόρευμα ύφασμα διά του εμπορεύματος χρυσού, επιτυγχάνομεν κατ' εξοχήν την μορφήν νόμισμα ή χρήμα.

20 μ. υφάσμ.= ]
1 ενδυμασία= ]
10 λίτραι τεΐου= ]
40 λίτραι καφφέ= ]10 γραμ. χρυσού.
1 στατήρ σιδήρου= ]
κλπ. κλπ.= ]

Ο τύπος ουδόλως ήλλαξεν, ειμή μόνον αντί του υφάσματος ο χρυσός τώρα κέκτηται την μορφήν του γενικού ισοδυνάμου. Η πρόοδος έγκειται απλούστατα εις το ότι η μορφή της αμέσου και γενικής ανταλλακτικότητος η μορφή του γενικού ισοδυνάμου, ενεσωματώθη οριστικώς εν τη φυσική και ειδική μορφή του χρυσού.

Ο χρυσός παίζει τον ρόλον του νομίσματος, έναντι των λοιπών εμπορευμάτων, διότι έπαιζε προηγουμένως, απέναντι τούτων τον ρόλον του εμπορεύματος. Όπως όλα εκείνα, ελειτούργει επίσης ως ισοδύναμον, είτε τυχαίως εις τας μεμονωμένας ανταλλαγάς είτε εις ιδιαίτερον ισοδύναμον παρά τα άλλα ισοδύναμα. Ολίγον κατ' ολίγον ελειτούργησεν εις όρια κατά το μάλλον ή ήττον ευρέα ως γενικόν ισοδύναμον. Ευθύς ως κατέκτησε το μονοπώλιον του ρόλου τούτου εν τη εκφράσει της αξίας των εμπορευμάτων, απέβη εμπόρευμα — χρήμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ II.
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΩΝ

Όλα τα εμπορεύματα δεν είναι αξίαι χρήσεως διά τους κατέχοντας αυτά, και είναι αξίαι χρήσεως διά τους μη κατέχοντας αυτά. Ωσαύτως πρέπει να περάσουν από χειρός εις χείρα καθ' όλην την γραμμήν. Αλλ' η αλλαγή αύτη από χειρός εις χείρα αποτελεί την ανταλλαγήν των, και η ανταλλαγή των καθιδρύει τας σχέσεις των ως αξιών και τα μορφώνει εις αξίας. Πρέπει λοιπόν τα εμπορεύματα να παρουσιάζονται ως αξίαι πριν δυνηθούν να γίνουν αξίαι χρήσεως. Αλλ' αφ' ετέρου πρέπει η αξία των χρήσεως να έχη εξακριβωθή πριν ή εμφανισθούν ως καθ' εαυτό αξίαι, διότι η ανθρωπίνη εργασία η δαπανηθείσα εν τη παραγωγή των δεν υπολογίζεται ή εφ' όσον δαπανάται υπό χρήσιμον εις άλλους μορφήν. Μόνη όθεν η ανταλλαγή των δύναται ν' αποδείξη, εάν η εργασία αύτη είναι χρήσιμος εις άλλους, δηλ. εάν το προϊόν της δύναται να ικανοποιήση ανάγκας άλλων.

Δι' έκαστον κάτοχον εμπορευμάτων, παν ξένον εμπόρευμα είναι ιδιαίτερον ισοδύναμον του ιδικού του. Το εμπόρευμά του είναι, συνεπώς το γενικόν ισοδύναμον πάντων των άλλων. Αλλ' επειδή όλοι οι ανταλλάκται ευρίσκονται εις την αυτήν θέσιν ουδέν εμπόρευμα είναι γενικόν ισοδύναμον και η σχετική αξία των εμπορευμάτων, ουδεμίαν γενικήν μορφήν κέκτηται, υπό την οποίαν να δύνανται ταύτα να συγκρίνονται ως ποσότητες αξίας. Εν μια λέξει ταύτα δεν παίζουν, τα μεν έναντι των δε τον ρόλον των εμπορευμάτων, αλλά τον ρόλον απλών προϊόντων ή αξιών χρήσεως.

Οι ανταλλάκται δεν δύνανται να συγκρίνουν τα είδη των εις αξίας και συνεπώς ως εμπορεύματα ειμή συγκρίνοντες ταύτα προς άλλο οιοδήποτε εμπόρευμα τιθέμενον έναντι αυτών, ως γενικόν ισοδύναμον, ό,τι ακριβώς απεδείχθη ήδη διά της προηγουμένης αναλύσεως. Αλλά το γενικόν τούτο ισοδύναμον, δεν δύναται να είναι ή το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής δράσεως. Έν ιδιαίτερον εμπόρευμα τίθεται λοιπόν διά κοινής πράξεως κατά μέρος των άλλων εμπορευμάτων και χρησιμεύει διά να εμφανίζη τας αμοιβαίας των αξίας. Η φυσική μορφή του εμπορεύματος τούτου αποβαίνει ούτω η ισοδύναμος μορφή, η κοινωνικώς ανεγνωρισμένη. Ο ρόλος του γενικού ισοδυνάμου είναι εις το εξής η ειδική κοινωνική λειτουργία του αποχωρισθέντος εμπορεύματος και καθίσταται χρήμα.

Κατ' αρχάς, όταν η ανταλλαγή των εμπορευμάτων ελάμβανε χώραν εκτός των κοινοτήτων, την ιδιότητα του γενικού ισοδυνάμου απέκτα, οτέ μεν εμπόρευμά τι οτέ δε άλλο τι κατά τας περιστάσεις. Αλλ' ευθύς ως εγκατέστη η ανταλλαγή εις το εσωτερικόν των κοινοτήτων, την ιδιότητα γενικού ισοδυνάμου προσέλαβεν αποκλειστικώς ιδιαίτερον είδος εμπορεύματος, το οποίον απεκρυσταλλώθη εις μορφήν χρήματος. Κατ' αρχάς η τύχη αποφασίζει ποίον είδος εμπορεύματος καθορίζεται προς τούτο.

Δυνάμεθα εν τούτοις να είπωμεν ότι τούτο εξαρτάται γενικώς εκ δύο καθοριστικών συνθηκών. Η μορφή χρήμα αποδίδεται ή εις είδη εισαγωγής τα πλέον σημαντικά, τα οποία πρώτα εμφανίζουν πραγματικώς την ανταλλακτικήν αξίαν των εντοπίων προϊόντων ή εις αντικείμενα ή μάλλον εις χρήσιμον αντικείμενον, το οποίον τοις αποτελεί το κύριον στοιχείον του απαλλοτριωτού εντοπίου πλούτου, ως τα κτήνη επί παραδείγματι.

Οι νομάδες λαοί πρώτοι αναπτύσσουν την μορφήν χρήμα, διότι όλη των η περιουσία και όλος των ο πλούτος ευρίσκεται υπό κινητήν μορφήν και κατά συνέπειαν αμέσως απολλοτριωτήν. Επί πλέον το είδος της ζωής τούς θέτει συνεχώς εις επαφήν μετά ξένων κοινωνιών και τους αναγκάζει εις ανταλλαγήν των προϊόντων των.

Οι άνθρωποι πολλάκις εχρησιμοποίησαν αυτόν τούτον τον άνθρωπον εν τω προσώπω του δούλου, ως την πρώτην ύλην του χρήματός των· ουδέποτε συνέβη τούτο διά το έδαφός των. Μία τοιαύτη έννοια δεν ηδύνατο να γεννηθή ή εντός κοινωνίας αστικής ανεπτυγμένης ήδη, χρονολογείται δε από το τελευταίον τρίτον του δεκάτου εβδόμου αιώνος και η πραγματοποίησίς της δεν επεχειρήθη εις μεγάλην κλίμακα, υπό ολοκλήρου έθνους παρά ένα αιώνα αργότερον εν Γαλλία κατά την επανάστασιν του 1789.

Κατόπιν η ανταλλαγή θραύει τα δεσμά της, τα καθαρώς τυπικά, και συνεπώς η αξία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει επί πλέον και πλέον γενικώς την ανθρωπίνην εργασίαν, η μορφή χρήμα μεταπίπτει εις εμπορεύματα, τα οποία η φύσις καθιστή ικανά να εκπληρώσουν την κοινωνικήν λειτουργίαν του γενικού ισοδυνάμου, δηλ. εις τα πολύτιμα μέταλλα.

Αν και ο χρυσός και ο άργυρος δεν είναι εκ φύσεως νόμισμα, εν τούτοις το νόμισμα είναι εκ φύσεως άργυρος και χρυσός, ως το αποδεικνύει και η προσαρμογή των φυσικών ιδιοτήτων των μετάλλων τούτων προς τας λειτουργίας του νομίσματος. Αλλά μέχρι τούδε δεν γνωρίζομεν παρά μίαν λειτουργίαν του νομίσματος, την υπηρεσίαν του να χρησιμεύη ως τρόπος εκδηλώσεως των εμπορευμάτων, ή ως ύλη, εν τη οποία η ποσότης των αξιών των εμπορευμάτων εκφράζεται κοινωνικώς. Όθεν, μία μόνον ύλη υπάρχει, δυναμένη να είναι μορφή ικανή διά να εκδηλώση την αξίαν ή να χρησιμεύση ως συγκεκριμένη εικών της αφηρημένης ανθρωπίνης εργασίας και συνεπώς ίσης εκείνης, της οποίας όλα τα αντίτυπα κέκτηνται την αυτήν ομοιόμορφον ιδιότητα. Αφ' ετέρου, καθώς αι αξίαι δεν αλλάσσουν ή κατά ποσότητα, το εμπόρευμα — νόμισμα δέον να είναι επιδεκτικόν των καθαρώς ποσοτικών διαφορών.

Δέον να είναι διαιρετόν κατά βούλησιν και να δύναται να ανασυντίθεται εις το σύνολον όλων του των μερών. Έκαστος γνωρίζει ότι ο χρυσός και ο άργυρος κέκτηνται φυσικώς όλας τας ιδιότητας ταύτας. Η αξία χρήσεως του εμπορεύματος — χρήματος καθίσταται διπλασία. Εκτός της ιδιαιτέρας αξίας του χρήσεως, ως εμπορεύματος — χρήματος, ο χρυσός επί παραδείγματι χρησιμεύει ως πρώτη ύλη διά τα είδη πολυτελείας, διά να πληρώνη οδόντας κατεστραμμένους κλπ., κέκτηται τυπικήν αξίαν χρήσεως, η οποία αρχήν έχει την ειδικήν της κοινωνικήν λειτουργίαν.

Επειδή όλα τα εμπορεύματα δεν είναι παρά ισοδύναμα, ιδιαίτερα του χρήματος, όπερ πάλιν είναι το γενικόν ισοδύναμον, έπεται ότι το χρήμα παίζει απέναντι των εμπορευμάτων τον ρόλον του παγκοσμίου εμπορεύματος, ταύτα δε εμφανίζονται απέναντί του ως ιδιαίτερα εμπορεύματα.

Είδομεν ότι ο τύπος χρήμα ή νόμισμα δεν είναι παρά η αντανάκλασις των σχέσεων της αξίας παντός είδους εμπορευμάτων εις έν είδος εμπορεύματος. Το ότι αυτό το χρήμα είναι εμπόρευμα τούτο δεν δύναται να είναι ανακάλυψις παρά δι' εκείνον μόνον, ο οποίος λαμβάνει ως σημείον αναχωρήσεως την συμπληρωμένην μορφήν του, διά να φθάση κατόπιν εις την ανάλυσίν του.

Η κίνησις των ανταλλαγών δίδει εις το εμπόρευμα, το οποίον μετατρέπει εις χρήμα, όχι την αξίαν του, αλλά την ειδικήν μορφήν της αξίας του. Συγχέοντες δύο τόσον διάφορα πράγματα, έφθασαν να θεωρούν τον άργυρον και τον χρυσόν ως καθαρώς υποθετικάς αξίας. Το γεγονός, ότι το χρήμα είς τινας υπηρεσίας του, δύναται να αντικατασταθή δι' άλλων απλών εκφράσεών του, εδημιούργησε την πλάνην, ότι το χρήμα είναι απλή έκφρασις.

Εξ άλλου, είναι αληθές, η πλάνη αύτη έκαμεν αισθητόν εκ των προτέρων ότι υπό την εμφάνισιν εξωτερικού τινος αντικειμένου, το νόμισμα αποκρύπτει εν τη πραγματικότητι κοινωνικήν τινα σχέσιν. Υπό την έννοιαν ταύτην παν εμπόρευμα θα ήτο έκφρασις, διότι δεν είναι αξία ή ως υλικόν περίβλημα της δαπανηθείσης διά την παραγωγήν του ανθρωπίνης εργασίας.

Παρετηρήσαμεν ήδη ότι η ισοδύναμος μορφή εμπορεύματος δεν αφήνει τίποτε να γνωσθή επί του μεγέθους της ποσότητος της αξίας του. Εάν γνωρίζωμεν ότι ο χρυσός είναι νόμισμα, ήτοι ανταλλακτός με όλα τα εμπορεύματα, δεν γνωρίζομεν όμως πόσον στοιχίζουν επί παραδείγματι 10 γραμ. χρυσού. Ως κάθε εμπόρευμα το χρήμα δεν δύναται να εκφράση την ιδίαν του ποσότητα αξίας ειμή εν σχέσει με άλλα εμπορεύματα. Η κυρίως αξία του καθορίζεται υπό του αναγκαίου χρόνου εργασίας διά την παραγωγήν του και εκφράζεται εις το ποσοστόν (quantum) παντός άλλου εμπορεύματος, απαιτήσαντος εργασίαν της αυτής διαρκείας.