Ο καθορισμός ούτος της ποσότητος της σχετικής του αξίας λαμβάνει χώραν εις αυτήν ταύτην την πηγήν της παραγωγής του εν τη πρώτη του ανταλλαγή. Ευθύς ως εισέλθη εν τη κυκλοφορία ως νόμισμα η αξία του είναι καθορισμένη. Ήδη κατά τα τελευταία έτη του 17ου αιώνος παρετηρήθη ότι το νόμισμα είνε εμπόρευμα· η ανάλυσις δεν ευρίσκεται εν τούτοις ή εις τα πρώτα της βήματα. Η δυσκολία δεν συνίσταται εις το να εννοήσωμεν ότι το νόμισμα είναι εμπόρευμα, αλλά να γνωρίσωμεν πώς και διατί εμπόρευμά τι γίνεται νόμισμα.
Εμπόρευμά τι δεν φαίνεται ποτέ ότι γίνεται χρήμα, διότι τα άλλα εμπορεύματα εκφράζουν αμοιβαίως εν αυτώ τας αξίας των. Όλως τουναντίον αι τελευταίαι αύται φαίνονται να εκφράζουν δι' αυτού τας αξίας των διότι είναι χρήμα. Η κίνησις, η χρησιμεύσασα ως ενδιάμεσον, εξαφανίζεται εν τω ιδίω της αποτελέσματι χωρίς να αφήνη ουδέν ίχνος. Τα εμπορεύματα ευρίσκουν χωρίς να φαίνεται ότι συνέβαλον εις τίποτε, την ιδίαν των αξίαν αντιπροσωπευομένην και καθωρισμένην, εν τω σώματι εμπορεύματός τινος υφισταμένου παρά και εκτός τούτων. Τα απλά ταύτα πράγματα, άργυρος και χρυσός, ως ταύτα εξέρχονται των κόλπων της γης παρουσιάζονται αμέσως ως άμεσος ενσάρκωσις πάσης ανθρωπίνης εργασίας. Εκείθεν η μαγεία του χρήματος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ III.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ
I. Μέτρον των αξιών.
Η πρώτη υπηρεσία του χρυσού (42) είναι να χορηγή εις το σύνολον των εμπορευμάτων την ύλην, εν τη οποία ταύτα εκφράζουν τας αξίας των ως ποσά της αυτής ονομασίας, της αυτής ποιότητος, και δυνάμενα να συγκριθώσι από της απόψεως της ποσότητος. Λειτουργεί όθεν ως παγκόσμιον μέτρον των αξιών και χάρις εις την υπηρεσίαν ταύτην, ο χρυσός το ισοδύναμον — εμπόρευμα αποβαίνει νόμισμα. Δεν είναι το νόμισμα εκείνο, το οποίον καθιστά τα εμπορεύματα σύμμετρα: τουναντίον. Ακριβώς διότι τα εμπορεύματα ως αξίαι είναι υλοποιειθείσα εργασία και κατά συνέπειαν σύμμετρα μεταξύ των, δύνανται να μετρήσουν όλα συγχρόνως τας αξίας των διά τινος ειδικού εμπορεύματος και να μεταβάλουν αυτό εις νόμισμα, ήτοι να καταστήσουν τούτο κοινόν μέτρον. Αλλά το μέτρον των αξιών διά του νομίσματος είναι η μορφή, την οποίαν δέον κατ' ανάγκην ν' ενδυθή το εν αυταίς μέτρον δηλ. ο χρόνος της εργασίας.
Η έκφρασις της αξίας ενός εμπορεύματος εις χρόνον: Χ εμπόρευμα Α = Ψ εμπόρευμα — νόμισμα, είναι η εις νόμισμα μορφή του, δηλ. η τιμή του.
Η τιμή ή η μορφή — νόμισμα των εμπορευμάτων ως η μορφή αξία εν γένει διακεκριμένη των σωμάτων της ή του φυσικού των σχήματος είναι φανταστικαί. Η αξία του σιδήρου, του υφάσματος, του σίτου κ.λ.π. παραμένει εις αυτά ταύτα τα πράγματα αν και αοράτως. Αντιπροσωπεύονται διά της ισότητός των προς τον χρυσόν, διά σχέσεως προς το μέταλλον τούτο, όπερ ευρίσκεται επί κεφαλής ούτως ειπείν των εμπορευμάτων. Ο ανταλλάκτης υποχρεούται όθεν είτε να το ονομάζη με την γλώσσαν των αυτήν, είτε να τοις αναρτήση επιγραφάς διά ν' αναγγείλη την τιμήν των εις τον εξωτερικόν κόσμον.
Της εκφράσεως της αξίας των εμπορευμάτων εις χρυσόν ούσης απλούστατα ιδέας, δεν χρειάζεται διά την πράξιν ταύτην ή ιδέα υπάρχουσα μόνον εν τη φαντασία.
Δεν υπάρχει παντοπώλης αγνοών ότι πολύ απέχει από του να κερδίση χρυσόν διά των εμπορευμάτων του, όταν δίδη εις την αξίαν των την μορφήν τιμήν, ή εν φαντασία την μορφήν χρυσόν και ότι δεν έχει ανάγκην πραγματικού κόκκου χρυσού διά να εκτιμήση εις χρυσόν εκατομμύρια αξιών εμπορευμάτων. Εν τη λειτουργία του ως μέτρου αξιών το χρήμα χρησιμοποιείται ως ιδεώδες νόμισμα. Η περίπτωσις αύτη έδωσε λαβήν εις τας πλέον τρελλάς θεωρίας. Αλλ' αν και το χρήμα ως μέτρον αξίας δεν λειτουργεί ειμή ιδεολογικώς, και ο χρυσός ο προς τον σκοπόν τούτον χρησιμοποιούμενος, δεν είναι κατά συνέπειαν ή φαντασιώδης χρυσός, η τιμή των εμπορευμάτων όμως δεν εξαρτάται ολιγώτερον απολύτως από την ύλην του νομίσματος. Η αξία, ήτοι το ποσοστόν της ανθρωπίνης εργασίας, το περιεχόμενον π. χ. εις τόννον σιδήρου, εκφράζεται φαντασταστικώς υπό του ποσοστού του εμπορεύματος νομίσματος στοιχίζοντος ακριβώς ίσην εργασίαν.
Αφ' ης στιγμής τα εμπορεύματα διά να εκφράσουν την αξίαν των δέον ν' αναφερθούν εις ποσότητα χρυσού καθορισθείσαν ως μέτρον συγκρίσεως, εις μετρικήν μονάδα, η ποσότης αύτη του χρυσού, ίνα έχη κοινωνικήν αναγνώρισιν ρυθμίζεται υπό του νόμου. Η σταθερά αύτη ποσότης καθίσταται το υπόδειγμα των τιμών.
Αι τιμαί ή τα ποσοστά του χρυσού, εν αις μεταβάλλονται ιδεολογικώς τα εμπορεύματα, εκφράζονται νυν υπό των νομισματικών ονομάτων του μετάλλου: ούτω αντί να είπωμεν 1 σάκκος σίτου αξίζει 10 γραμ. χρυσού, λέγωμεν ότι αξίζει 20 φράγκα.
Η τιμή, το νομισματικόν όνομα της πραγματοποιηθείσης εν τω εμπορεύματι εργασίας, δεικνύει ότι είναι ανταλλακτή, διά του νομίσματος και ότι δέον ν' ανταλλαγή. Εξ άλλου ο χρυσός δεν λειτουργεί ως ιδεώδες μέτρον της αξίας παρά διότι ευρίσκεται ήδη εις την αγοράν ως εμπόρευμα νόμισμα.
II. Μέσον κυκλοφορίας.
α'. Η μεταμόρφωσις των εμπορευμάτων.
Η ανταλλαγή κάμνει τα εμπορεύματα να διέρχωνται από χειρών, εις τας οποίας είναι όχι — αξίαι χρήσεως εις χείρας, εις τας οποίας ταύτα χρησιμεύουν ως αξίαι χρήσεως. Το προϊόν μιας χρησίμου εργασίας αντικαθιστά το προϊόν μιας άλλης χρησίμου εργασίας. Τούτο είναι η κοινωνική κυκλοφορία των αγαθών. Αφού το εμπόρευμα φθάσει εις το σημείον, εις το οποίον χρησιμοποιείται, ως αξία χρήσεως, μεταπίπτει από της σφαίρας των ανταλλαγών εις την σφαίραν της καταναλώσεως. Αλλ' η υλική αύτη κυκλοφορία πραγματοποιείται διά σειράς μεταβολής της μορφής, διά μιας μεταμορφώσεως του εμπορεύματος, την οποίαν θα μελετήσωμεν αμέσως.
Ας μεταφερθώμεν προς στιγμήν επί του θεάτρου της δράσεως της αγοράς, ένθα ο χρυσός κατέχει τον ένα πόλον και όλα τα άλλα εμπορεύματα τον άλλον πόλον. Τι βλέπομεν;
Οιοσδήποτε ανταλλάκτης, ένας υφαντουργός π. χ., μετατρέπει το εμπόρευμά του, 20 μ. υφάσματος εις τιμήν ωρισμένην 40 φρ. λ. χ. Το ανταλλάσσει αντί 40 φρ., κατόπιν δε ανταλλάσσει τα δυο ταύτα λουδοβίκια αντί μιας ενδυμασίας, της οποίας έχει ανάγκην διά προσωπικήν του χρήσιν. Δεν πραγματοποιείται λοιπόν ανταλλαγή, εάν δεν λάβουν χώραν δύο αντίθετοι μεταμορφώσεις συμπληρούμεναι αμοιβαίως — μεταβολή του εμπορεύματος εις χρήμα και μεταβολή τούτου εκ νέου εις εμπόρευμα — . Αι δύο αύται μεταμορφώσεις του εμπορεύματος παρουσιάζουν ταυτοχρόνως από απόψεως του ιδιοκτήτου των δύο πράξεις — πώλησιν, ανταλλαγήν του εμπορεύματος με χρήμα — αγοράν, ανταλλαγήν του χρήματος με εμπόρευμα — και το σύνολον των δύο τούτων πράξεων είναι: Πωλείν διά το αγοράζειν.
Το συμπέρασμα διά τον υφαντουργόν εκ της υποθέσεως ταύτης είναι ότι ούτος έχει τώρα ένδυμα και όχι ύφασμα, αντί του εμπορεύματός του, άλλο ίσης αξίας, αλλά διαφόρου χρησιμότητος· η ανταλλαγή του εμπορεύματος επιβάλλει όθεν μεταλλαγάς του τύπου.
| ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ | — | ΧΡΗΜΑ | — | ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ |
| Ε | — | Χ | — | Ε |
Λαμβανομένης από της καθαράς υλιστικής απόψεώς της η κίνησις καταλήγει εις Ε — Ε, ανταλλαγή εμπορεύματος δι' εμπορεύματος, μετρατροπή των υλών της κοινωνικής εργασίας. Τοιούτον είναι το αποτέλεσμα, δι' ού εξαφανίζεται το φαινόμενον.
Έχομεν νυν να εξετάσωμεν ιδιαιτέρως εκάστην των διαδοχικών μεταμορφώσεων, από τας οποίας θα διέλθη το εμπόρευμα.
Ε — Χ πρώτη μεταμόρφωσις του εμπορεύματος ή πώλησις.
Η αξία του εμπορεύματος εξέρχεται εκ του ιδίου της σώματος διά να εισέλθη εις το σώμα του χρυσού. Τούτο είναι το επικίνδυνον πήδημά της. Εάν αποτύχη δεν θα πάθη τίποτε, ο κάτοχός της όμως θα στερηθή ταύτης. Πολλαπλασιάζουσα τας ανάγκας της η κοινωνική διαίρεσις της εργασίας περιώρισε διά μιας την παραγωγικήν της ικανότητα και τούτο ακριβώς, διότι το προϊόν της τής χρησιμεύει ως ανταλλακτική αξία ή ως γενικόν ισοδύναμον. Πάντως όμως τον τύπον τούτον αποκτά μετατρεπόμενον εις χρήμα, το δε χρήμα ευρίσκεται εις άλλου θυλάκιον. Διά να εξέλθη εκείθεν, πρέπει το εμπόρευμα προ παντός άλλου να είναι αξία χρήσεως διά τον αγοραστήν, η εν αυτώ δαπανηθείσα εργασία να είναι τοιαύτη υπό μορφήν κοινωνικώς χρήσιμον ή να αποτελή κλάδον της κοινωνικής διαιρέσεως της εργασίας. Η διαίρεσις όμως της εργασίας δημιουργεί οργανισμόν παραγωγής αυθόρμητον, του οποίου τα νήματα υφάνθησαν και υφαίνονται ακόμη εν αγνοία των παραγωγών ανταλλακτών.
Έν προϊόν ικανοποιεί σήμερον κοινωνικήν ανάγκην· αύριον θ' αντικατασταθή ίσως, μερικώς ή εξ ολοκλήρου, υπό αντιπάλου προϊόντος. Ακόμη και δι' εργασίαν, ως εκείνη του υφαντουργού μας, μέρος επίσημον της κοινωνικής διαιρέσεως της εργασίας, η αξία χρήσεως των 20 μέτρων του υφάσματος δεν είναι ακριβώς ηγγυημένη. Εάν η ανάγκη του υφάσματος εις την κοινωνίαν, η δε ανάγκη αύτη έχει το μέτρον της, ως παν άλλο πράγμα, έχει ήδη ικανοποιηθή υπό αντιπάλων υφαντουργών, το προϊόν του φίλου μας αποβαίνει πλεόνασμα και συνεπώς άχρηστον. Ας υποθέσωμεν εν τούτοις ότι η χρήσιμος αξία του προϊόντος του έχει εκτιμηθή και ότι το χρήμα έχει προσελκυσθή υπό του εμπορεύματος. Πόσον χρήμα; Ιδού πλέον το ζήτημα. Είναι αληθές ότι η απάντησις ευρίσκεται εκ των προτέρων εις την τιμήν του εμπορεύματος, εκθέτουσα ταύτην διά του μεγέθους της αξίας. Δεν λαμβάνομεν υπ' όψει την αδύνατον πλευράν του πωλητού, τα κατά το μάλλον ή ήττον σκόπιμα λάθη υπολογισμού, τα οποία άνευ οίκτου διορθούνται εις την αγοράν.
Ας υποθέσωμεν ότι εδαπανήθη διά το προϊόν του ο ωρισμένος κοινωνικός χρόνος. Η τιμή του εμπορεύματος δεν είναι λοιπόν παρά το νομισματικόν όνομα του ποσοστού της εργασίας, την οποίαν απαιτεί κατά μέσον όρον παν είδος της αυτής φύσεως. Αλλ' εν αγνοία και άνευ της αδείας του υφαντουργού μας, αι παλαιαί μέθοδοι της υφαντουργίας ανεστατώθησαν. Ο χθες αναγκαίος κοινωνικός χρόνος της εργασίας, διά την παραγωγήν ενός μέτρου υφάσματος δεν υφίσταται πλέον, όπως σπεύδει να του το αποδείξη ο πλούσιος διά του τιμολογίου των συναγωνιστών του. Κατά δυστυχίαν του, υπάρχουν πολλοί υφαντουργοί εις τον κόσμον.
Ας υποθέσωμεν τέλος ότι έκαστον τεμάχιον υφάσματος, ευρισκόμενον εις την αγοράν δεν εκόστισεν ή τον αναγκαίον χρόνον εργασίας· το ολικόν εν τούτοις ποσόν των τεμαχίων τούτων δύναται ν' αντιπροσωπεύη εργασίαν δαπανηθείσαν ασκόπως.
Εάν ο στόμαχος της αγοράς δεν δύναται ν' απορροφήση όλον το ύφασμα εις την κανονικήν τιμήν των 2 φρ. κατά μέτρον, τούτο αποδεικνύει ότι πολύ μεγάλη μερίς κοινωνικής εργασίας εδαπανήθη υπό την μορφήν της υφαντουργίας. Το αποτέλεσμα είναι το αυτό, ως εάν έκαστος υφαντουργός, ιδιαιτέρως εχρησιμοποίει διά το ατομικόν του αγαθόν πλέον της κοινωνικής αναγκαίας εργασίας. Ενταύθα δυνάμεθα να είπωμεν κατά την Γερμανικήν παροιμίαν «μαζύ πιασμένοι, μαζύ κρεμασμένοι». Όλον το ύφασμα εις την αγοράν αποτελεί έν εμπόρευμα, του οποίου έκαστον τεμάχιον δεν είναι ή μέρος ποσοστόν.
Ωσαύτως οι ανταλλάκται μας ανακαλύπτουν ότι η αυτή διαίρεσις της εργασίας, η οποία δημιουργεί τούτους ανεξαρτήτους ιδιωτικούς παραγωγούς, καθιστά την πορείαν της κοινωνικής παραγωγής και τας σχέσεις τας οποίας δημιουργεί, τελείως ανεξαρτήτους των θελήσεών των, εις τρόπον ώστε, η ανεξαρτησία των προσώπων των μεν και των δε, ευρίσκει το κατ' ανάγκην συμπλήρωμά του, έναντι εις σύστημα αμοιβαίας εξαρτήσεως, επιβληθείσας υπό των πραγμάτων.
Η διαίρεσις της εργασίας μεταβάλλει το προϊόν της εργασίας εις εμπόρευμα και ως εκ τούτου επιβάλλει την μετατροπήν του εις τμήμα. Καθιστά δε συγχρόνως την επιτυχίαν της τοιαύτης μετουσιώσεως (transsubstantiation) τυχαίαν. Δυνάμεθα εν τούτοις να παρατηρήσωμεν το φαινόμενον, εν τη ολότητί του, οφείλομεν δε τότε να υποθέσωμεν ότι η πορεία του είναι κανονική. Εξ άλλου εάν το εμπόρευμα δεν είναι απολύτως άχρηστον, η αλλαγή της μορφής του γίνεται πάντοτε, οιαδήποτε και αν είναι η τιμή της πωλήσεώς του. Ας επιστρέψωμεν όμως εις την ανταλλαγήν. — Εκείνο που είναι φανερόν είναι ότι εμπόρευμα και χρυσός, 20 μ. υφάσματος και 2 λουδοβίκια, αλλάσσουν χείρα ή θέσιν. Το εμπόρευμα πραγματοποιεί την τιμήν του, ήτοι αγοράζει χρυσόν διότι πώλησις είναι αγορά λέγει ο Quesnay ή πωλείν είναι αγοράζειν. Όθεν Ε — Χ είναι συγχρόνως Χ — Ε.
Έως εδώ δεν εγνωρίζομεν μεταξύ των ανθρώπων, άλλην οικονομικήν σχέσιν, ειμή την σχέσιν των ανταλλακτών, σχέσιν εν τη οποία, ούτοι οικειοποιούνται το προϊόν ξένης εργασίας χορηγούντες το ιδικόν των.
Εάν όθεν είς των ανταλλακτών παρουσιασθή εις τον άλλον ως κάτοχος χρήματος, τότε έν εκ των δύο συμβαίνει: ή το προϊόν της εργασίας του κέκτηται φυσικώς την μορφήν νόμισμα, δηλαδή το προϊόν του είναι χρυσός, άργυρος κλπ., εν μια λέξει, ύλη του νομίσματος, ή το εμπόρευμα ήλλαξεν ήδη μορφήν, επωλήθη και ως εκ τούτου απεγυμνώθη της πρώτης του μορφής. Διά να λειτουργήση ως νόμισμα ο χρυσός, οφείλει φυσικώς να παρουσιασθή εις την αγοράν εις οιονδήποτε σημείον. Εισέρχεται εν τη αγορά εις αυτήν την πηγήν της παραγωγής του, δηλ. εκεί ένθα ανταλλάσσεται ως προϊόν άμεσον της εργασίας έναντι άλλου προϊόντος της αυτής αξίας.
Αλλ' από της στιγμής εκείνης αντιπροσωπεύει πάντοτε μίαν πραγματοποιηθείσαν τιμήν εμπορεύματος: ανεξαρτήτως της ανταλλαγής του χρυσού έναντι εμπορεύματος εν τη πηγή του της παραγωγής, ο χρυσός ευρίσκει εις τας χείρας εκάστου ανταλλάκτου — παραγωγού, το προϊόν της πωλησεως ή της πρώτης μεταμορφώσεως του εμπορεύματός του, Ε — Χ. Ο χρυσός κατέστη χρήμα ιδεώδες ή μέτρον αξιών, διότι τα εμπορεύματα εξέφραζον τας αξίας των εν αυτώ και ούτω εδημιούργουν την φανταστικήν μορφήν των — αξίαν αντίθετον των φυσικών των μορφών των χρησίμων προϊόντων· η κίνησις αύτη μετατρέπει πάσας εις χρυσόν και μεταβάλλει ως εκ τούτου εις χρυσόν την μεταμορφωθείσαν μορφήν των, όχι πλέον φανταστικώς, αλλά πραγματικώς. Το τελευταίον ίχνος των συνήθων μορφών και των συγκεκριμένων εργασιών των, εξ ων έλκουν την καταγωγήν, εξαφανισθέν ούτως, δεν καταλείπει πλέον ή ακαθόριστον και ομοιόχρωμον δείγμα της αυτής κοινωνικής εργασίας. Βλέποντες έν νόμισμα δεν δυνάμεθα να είπωμεν τι είδος μετετράπη εν αυτώ. Το νόμισμα δύναται όθεν να είναι βόρβορος ενώ ο βόρβορος δεν είναι νόμισμα.
Ας υποθέσωμεν τώρα, ότι τα δύο χρυσά νομίσματα, διά των οποίων ο υφαντουργός μας εξεποίησε το εμπόρευμά του, προέρχονται εκ της μεταμορφώσεως ενός σάκκου σίτου.
Η πώλησις του υφάσματος Ε — Χ, είναι συγχρόνως η αγορά του, Χ — Ε. Ενώ το ύφασμα είναι πωλημένον, το εμπόρευμα τούτο αρχίζει κίνησιν περατουμένην διά του αντιθέτου του, της αγοράς της ενδυμασίας. Ενώ το ύφασμα είναι ηγορασμένον, περατώνει κίνησιν, αρχίσασαν διά του αντιθέτου του, της πωλήσεως του σίτου, Ε — Χ (ύφασμα — χρήμα). Η πρώτη αύτη φάσις Ε — Χ — Ε (ύφασμα — χρήμα — ένδυμα) είναι συγχρόνως Χ — Ε (χρήμα — ύφασμα), η τελευταία φάσις μιας άλλης κινήσεως Ε — Χ — Ε (σίτος — χρήμα — ύφασμα).
Η πρώτη μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος, η διάβασίς του από της μορφής εμπορεύματος εις την μορφήν χρήμα, είναι πάντοτε δευτέρα μεταμόρφωσις, όλως αντίθετος ενός άλλου εμπορεύματος, της επιστροφής του εκ της μορφής χρήματος εις την μορφήν εμπόρευμα.
Χ — Ε δευτέρα και τελική μεταμόρφωσις. Αγορά.
Το χρήμα είναι το εμπόρευμα, το οποίον έχει ως χαρακτηριστικόν την απόλυτον εκποίησιν, διότι είναι το προϊόν της παγκοσμίου εκποιήσεως όλων των άλλων εμπορευμάτων. Αναγιγνώσκει όλας τας τιμάς αντιστρόφως και καθρεπτίζεται ούτω, εις τα σώματα όλων των προϊόντων, ως εις την ύλην, η οποία του παραδίδεται, διά να αποβή το ίδιον αξία χρήσεως. Συγχρόνως αι τιμαί ομοιάζουν ούτως ειπείν, τα ερωτικά βλέμματα τα εκτοξευόμενα προς αυτάς υπό των εμπορευμάτων, ορίζουν το όριον της μετατρεπτικής των ιδιότητος, ήτοι την ιδίαν των ποσότητα. Του εμπορεύματος εξαφανιζομένου εις την πράξιν της εις χρήμα μετατροπής του, το χρήμα το οποίον διαθέτει ιδιώτης τις δεν επιτρέπει να εξακριβώσωμεν, ούτε πώς έπεσεν εις χείρας του, ούτε τι πράγμα μετεβλήθη εν αυτώ. Αδύνατον να εννοηθή (non olet) πόθεν έλκει την καταγωγήν του, ενώ αφ' ενός αντιπροσωπεύει πωληθέντα εμπορεύματα, αφ' ετέρου αντιπροσωπεύει εμπορεύματα προς αγοράν.
Χ — Ε, η αγορά, είναι ταυτοχρόνως πώλησις, Ε — Χ, η τελευταία μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος, η πρώτη ενός άλλου. Διά τον υφαντουργόν μας το στάδιον του εμπορεύματός του τελειώνει εις το ένδυμα, εν τω οποίω μετέβαλε τα δύο του λουδοβίκια. Αλλ' ο πωλητής της ενδυμασίας δαπανά το ποσόν τούτο εις οινόπνευμα Χ — Ε, η τελευταία φάσις του Ε — Χ — Ε (ύφασμα — χρήμα — ένδυμα) είναι συγχρόνως Ε — Χ η πρώτη φάσις του Ε — Χ — Ε (ένδυμα — χρήμα — οινόπνευμα).
Η κοινωνική διαίρεσις της εργασίας περιορίζει έκαστον ανταλλάκτην — παραγωγόν εις την κατασκευήν ενός ιδιαιτέρου είδους το οποίον συνήθως πωλεί χονδρικώς. Εξ άλλου αι διάφοροι ανάγκαι του, αι συνεχώς αναγεννώμεναι, τον υποχρεούν να χρησιμοποιήση το ούτω επιτευχθέν χρήμα εις αγοράς κατά το μάλλον ή ήττον πολυαρίθμους.
Μία πώλησις αποβαίνει το σημείον της αναχωρήσεως διά τας διαφόρους αγοράς. Η τελική μεταμόρφωσις εμπορεύματός τινος αποτελεί ούτω ποσόν πρώτων μεταμορφώσεων άλλων εμπορευμάτων.
Πώλησις και αγορά είναι πράξις ταυτόσημοι. ως αμοιβαία σχέσις δύο προσώπων αντιθέτων τάσεων, του κατόχου του εμπορεύματος και του κατόχου του χρήματος. Αποτελούν δύο πράξεις αντιθέτων τάσεων, ως πράξεις του αυτού προσώπου. Η ομοιότης της πωλήσεως και της αγοράς έχει ως συνέπειαν ότι το εμπόρευμα καθίσταται άχρηστον, εάν άπαξ ριφθέν εις την αλχημικήν χοάνην της κυκλοφορίας δεν εξέρχεται ως χρήμα. Εάν τις δεν αγοράση, ο άλλος δεν δύναται να πωλήση. Η ταυτότης αύτη προϋποθέτει επί πλέον, ότι η επιτυχία της συναλλαγής αποτελεί σταθμόν, ένα διάμεσον εν τη ζωή του εμπορεύματος, διάμεσον δυνάμενον να διαρκέση κατά το μάλλον ή ήττον επί μακρόν. Η πρώτη μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος, ούσα συγχρόνως πώλησις και αγορά, χωρίζεται ως εκ τούτου εκ της συμπληρωματικής μεταμορφώσεώς της. Ο αγοραστής έχει το εμπόρευμα, ο πωλητής το χρήμα, δηλαδή εμπόρευμα προικισμένον με μορφήν καθιστώσαν αυτό πάντοτε ευπρόσδεκτον εις την αγοράν, εις οιανδήποτε στιγμήν ήθελεν αναφανή εκεί. Ουδείς δύναται να πωλήση χωρίς άλλος να αγοράση, αλλ' ουδείς έχει ανάγκην ν' αγοράση αμέσως, διότι επώλησεν.
Η κυκλοφορία αποτινάσσει τους φραγμούς, διά των οποίων ο χρόνος, το διάστημα και αι σχέσεις ατόμου προς άτομον, περιορίζουν την ανταλλαγήν των προϊόντων. Αλλά πώς; Εις το διά της ανταλλαγής εμπόριον ουδείς δύναται να εκποιήση το προϊόν του, χωρίς άλλο πρόσωπον να εκποιή ταυτοχρόνως το ιδικόν του. Την άμεσον ταυτότητα των δύο τούτων πράξεων, η κυκλοφορία την διαιρεί εισάγουσα την αντίθεσιν της πωλήσεως και της αγοράς. Αφού επώλησα δεν είμαι υποχρεωμένος ν' αγοράσω ούτε εις το αυτό μέρος, ούτε τον αυτόν χρόνον, ούτε εις το αυτό πρόσωπον, εις το οποίον επώλησα. Είναι αληθές ότι η αγορά είναι το καταναγκαστικόν συμπλήρωμα της πωλήσεως, δεν είναι όμως ολιγώτερον αληθές, ότι η μονάς των είναι μονάς των αντιθέτων. Εάν ο χωρισμός των δύο τούτων συμπληρωματικών φάσεων της μεταμορφώσεως των εμπορευμάτων παρατείνεται, εάν ο χωρισμός μεταξύ της πωλήσεως και της αγοράς οξύνεται, ο στενός σύνδεσμός των εκδηλούται διά μιας κρίσεως.
β'. Κυκλοφορία του νομίσματος.
Ευθύς ως ο πωλητής συμπληρώση την πώλησιν διά της αγοράς, το χρήμα εκφεύγει επίσης των χειρών του.
Η αποτυπωθείσα εις το χρήμα κίνησις διά της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων δεν είναι λοιπόν κυκλική. Το απομακρύνει των χειρών του κατόχου του, χωρίς ποτέ να του το επαναφέρη. Είναι αληθές ότι, εάν ο υφαντουργός αφού επώλησεν 20 μ. υφάσματος και ηγόρασε κατόπιν ένδυμα, πωλεί εκ νέου ύφασμα, το χρήμα θα του επανέλθη. Αλλά δεν θα προκύψη εκ της κυκλοφορίας των 20 μ. υφάσματος.
Η επιστροφή του απαιτεί την ανανέωσιν ή την επανάληψιν της αυτής κυκλοφοριακής κινήσεως, διά νέου εμπορεύματος και τελειώνει διά του αυτού ως και πρότερον αποτελέσματος. Η κίνησις, την οποίαν η κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτυπώνει εις το χρήμα, απομακρύνει όθεν τούτο συνεχώς από το σημείον της αναχωρήσεως διά να το κάνη ν' αλλάσση συνεχώς χείρας. Τούτο ακριβώς ωνόμασαν κυκλοφορίαν του νομίσματος (Currency).
Η κυκλοφορία του νομίσματος είναι η συνεχής και μονότονος επανάληψις της αυτής κινήσεως. Το εμπόρευμα ευρίσκεται πάντοτε εις τον πωλητήν, το χρήμα πάντοτε εις τον αγοραστήν ως μέσον αγοράς. Υπό τον τίτλον τούτον η υπηρεσία του είνε η πραγματοποίησις της τιμής των εμπορευμάτων. Πραγματοποιούν τας τιμάς των, αλλάσσει την θέσιν τούτων από του πωλητού εις τον αγοραστήν, ενώ και τούτο διέρχεται από του τελευταίου εις τον πρώτον διά να επαναλάβη την αυτήν κίνησιν με άλλο εμπόρευμα.
Το νόμισμα φαίνεται ότι θέτει εις κυκλοφορίαν εμπορεύματα αφ' εαυτών ακίνητα και μεταβιβάζει ταύτα από της χειρός εν τη οποία είναι όχι — αξίαι χρήσεως, εις την χείραν ένθα είναι αξίαι χρήσεως με διεύθυνσιν πάντοτε αντίθετον της ιδικής του. Απομακρύνει διαρκώς τα εμπορεύματα της σφαίρας της κυκλοφορίας εγκαθιδρυόμενον συνεχώς εις την θέσιν των και εγκαταλείπον την ιδικήν του. Καίτοι η κίνησις του νομίσματος δεν είναι ή η έκφρασις της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, τουναντίον η κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι εκείνη, η οποία φαίνεται ότι δεν απορρέει παρά εκ της κινήσεως του νομίσματος.
Αφ' ετέρου το νόμισμα λειτουργεί ως μέσον κυκλοφορίας, διότι είναι πραγματοποιηθείσα μορφή αξίας των εμπορευμάτων. Η κίνησίς του πραγματικώς δεν είναι παρά η ιδία του αλλαγή της μορφής, ήτις κατά συνέπειαν πρέπει ν' αντανακλάται και ν' αποβαίνη ψηλαφητή εν τη κυκλοφορία του νομίσματος. Ό,τι άλλως τε και συμβαίνει. Το ύφασμα π. χ. αλλάσσει κατ' αρχάς την μορφήν του εμπόρευμα εις μορφήν χρήμα. Η τελευταία μορφή της πρώτης μεταμορφώσεώς του (Ε — Χ), η μορφή του χρήμα, είναι η πρώτη μορφή της τελευταίας μεταμορφώσεώς του, της μετατροπής του εκ νέου εις σύνηθες εμπόρευμα, εις ένδυμα (Χ — Ε). Αλλ' εκάστη των μεταβολών τούτων της μορφής πραγματοποιείται δι' ανταλλαγής μεταξύ εμπορεύματος και νομίσματος ή διά της αμοιβαίας μεταθέσεώς του. Τα αυτά νομίσματα αλλάσσουν εις την πρώτην πράξιν θέσιν με το ύφασμα, εις δε την δευτέραν με το ένδυμα. Μεταβάλλουν θέσιν δις. Η πρώτη μεταμόρφωσις του υφάσματος εισάγει ταύτα εις το θυλάκιον του υφαντουργού, η δε δευτέρα μεταμόρφωσις τα εξάγει, αι δύο αντίθετοι αλλαγαί μορφής, την οποίαν το αυτό εμπόρευμα υφίσταται, αντανακλώνται όθεν επί της διπλής αλλαγής της θέσεως εις αντίθετον διεύθυνσιν των ιδίων νομισμάτων. Εν τη συνεχεί επαναλήψει των ιδίων νομισμάτων δεν αντανακλάται πλέον μόνον η σειρά των μεταμορφώσεων, αλλ' επίσης και η συναρμογή παρομοίων μεταμορφώσεων των μεν εντός των δε.
Έκαστον εμπόρευμα εις την πρώτην του αλλαγήν μορφής, εις το πρώτον του βήμα εν τη κυκλοφορία, εξαφανίζεται διά να αντικαθίσταται συνεχώς παρ' άλλου. Το χρήμα τουναντίον, ως μέσον ανταλλαγής, κατοικεί πάντοτε την σφαίραν της κυκλοφορίας και περιπατεί εκεί αδιακόπως. Πρόκειται νυν να γνωρίσωμεν, ποία είναι η ποσότης του νομίσματος, την οποίαν η σφαίρα αύτη δύναται να απορροφήση.
Εις μίαν χώραν γίνονται ταυτοχρόνως και παρά των μεν και παρά των δε πωλήσεις κατά το μάλλον ή ήττον πολυάριθμοι ή μεταμορφώσεις τμηματικαί διαφόρων εμπορευμάτων. Η αξία των εμπορευμάτων τούτων εκφράζεται διά της τιμής των, δηλαδή εις ποσόν φανταστικόν χρυσού.
Η ποσότης νομίσματος, την οποίαν απαιτεί η κυκλοφορία όλων των παρόντων εμπορευμάτων εις την αγοράν, είναι λοιπόν καθωρισμένη υπό του ολικού ποσού των τιμών των. Το νόμισμα δεν κάμνει τίποτε άλλο παρά ν' αντιπροσωπεύη πραγματικώς το ποσόν εκείνο του χρυσού, του ιδεολογικώς ήδη εκφρασθέντος εις το ποσόν της τιμής των εμπορευμάτων. Η ισότης των δύο τούτων ισοτήτων εννοείται όθεν αφ' εαυτής. Γνωρίζομεν εν τούτοις ότι, εάν αι αξίαι των εμπορευμάτων παραμένουν σταθεροί, αι τιμαί των ποικίλλουν με την αξίαν του χρυσού (της ύλης — νομίσματος), ανερχόμενοι αναλογικώς εις την πτώσιν του και κατερχόμενοι αναλογικώς εις την ύψωσίν του. Τοιαύται μεταβολαί εις το ποσόν των πραγματοποιηθησομένων τιμών συνεπιφέρουν κατ' ανάγκην μεταβολάς αναλόγους εις την ποσότητα του τρέχοντος νομίσματος. Αι μεταβολαί αύται προέρχονται τελικώς εξ αυτού του νομίσματος, εννοείται όμως, όχι διότι λειτουργεί ως όργανον της κυκλοφορίας, αλλά διότι λειτουργεί ως μέτρον των αξιών. Εις παρομοίας περιστάσεις, υπάρχουν πρώτον μεταβολαί εις την αξίαν του νομίσματος, έπειτα η τιμή των εμπορευμάτων ποικίλλει κατ' αντίστροφον λόγον της αξίας του νομίσματος· και τέλος η μάζα του τρέχοντος νομίσματος ποικίλλει κατ' ευθύν λόγον με την τιμήν των εμπορευμάτων.
Ίδωμεν ότι η κυκλοφορία έχει θύραν, διά της οποίας ο χρυσός (ή κάθε άλλη ύλη — νόμισμα) εισέρχεται ως εμπόρευμα. Πριν λειτουργήση ως μέτρον αξιών, η κυρίως αξία του είναι καθωρισμένη. Μετεβλήθη νυν ή ηλαττώθη η τιμή του, θα παρατηρήσωμεν τούτο κατά πρώτον εις την πηγήν της παραγωγής του πολυτίμου μετάλλου, εκεί ένθα ανταλλάσσεται έναντι άλλων εμπορευμάτων. Αι τιμαί των θ' ανέρχονται, ενώ πολλά άλλα εμπορεύματα θα εξακολουθούν να εκτιμώνται εν τη παρελθούση και φανταστική πλέον αξία του μετάλλου — νομίσματος. Η κατάστασις αύτη των πραγμάτων δύναται να διαρκέση κατά το μάλλον ή ήττον επί μακρόν αναλόγως του βαθμού της αναπτύξεως της παγκοσμίου αγοράς. Εν τούτοις, ολίγον κατ' ολίγον, εμπόρευμά τι δέον να επηρεάζη άλλο τι εν τη προς αυτό σχέσει του, ως αξία.
Αι τιμαί χρυσαί ή αργυραί των εμπορευμάτων τίθενται βαθμιαίως εν ισορροπία μετά των συγκριτικών αξιών, μέχρις ότου αι αξίαι όλων των εμπορευμάτων εκτιμηθούν τέλος κατά την αξίαν του μετάλλου — νομίσματος.
Όλη αυτή η κίνησις συνοδεύεται με συνεχή αύξησιν του πολυτίμου μετάλλου, του αντικαταστήσαντος τα δι' αυτού ανταλλαχθέντα εμπορεύματα, εφ' όσον λοιπόν το διορθωθέν τιμολόγιον των εμπορευμάτων γενικοποιείται και κατά συνέπειαν υπάρχει γενική ύψωσις των τιμών, το πλεόνασμα του μετάλλου, το οποίον απαιτεί η πραγματοποίησίς των, ευρίσκεται ήδη διαθέσιμον εν τη αγορά. Ατελής παρατήρησις των γεγονότων, των επακολουθησάντων την ανακάλυψιν των νέων μεταλλείων χρυσού και αργύρου, ωδήγησε κατά τον 17ον και κυρίως κατά τον 18ον αιώνα εις το εσφαλμένον συμπέρασμα, ότι αι τιμαί των εμπορευμάτων ηυξήθησαν, επειδή μεγάλη ποσότης χρυσού και αργύρου ελειτούργει ως όργανον κυκλοφορίας. Εις τας ακολούθους παρατηρήσεις η αξία του χρυσού υποτίθεται ως δεδομένη, όπως πράγματι είναι, κατά την στιγμήν του καθορισμού των τιμών.
Τούτου δοθέντος, η μάζα του κυκλοφορούντος χρυσού θα καθορισθή, όθεν διά της ολικής τιμής των υπό πραγματοποίησιν εμπορευμάτων. Εάν η τιμή εκάστου είδους εμπορεύματος είναι γνωστή, το ολικόν ποσόν των τιμών θα εξαρτηθή προφανώς εκ της μάζης των εν κυκλοφορία εμπορευμάτων. Δύναταί τις να εννοήση άνευ μεγάλου κόπου, ότι εάν 1 σάκκος σίτου στοιχίζει 2 λουδοβίκια, 100 σάκκοι θα στοιχίσουν 200 λουδοβίκια κ.ο.κ. και ότι με την μάζαν του σίτου πρέπει ν' αυξηθή η ποσότης του χρυσού, ο οποίος με την πώλησιν αλλάσσει θέσιν μετ' αυτού.
Δοθείσης της μάζης των εμπορευμάτων, αι διακυμάνσεις των τιμών των δύνανται ν' αντιδράσουν επί της μάζης του κυκλοφορούντος νομίσματος. Η μάζα δύναται ν' ανέλθη ή να κατέλθη, εάν το ολικόν ποσόν των προς πραγματοποίησιν τιμών αυξάνει ή ελλαττούται. Προς τούτο δεν είναι ανάγκη, όπως αι τιμαί όλων των εμπορευμάτων ανέρχονται ή κατέρχονται ταυτοχρόνως. Η ύψωσις ή πτώσις αριθμού τινός κυρίων ειδών αρκεί διά να επιδράση επί του ολικού ποσού των προς πραγματοποίησιν τιμών. Διότι η μεταβολή της τιμής των εμπορευμάτων αντανακλά πραγματικάς μεταβολάς αξιών ή προέρχεται εξ απλών διακυμάνσεων της αγοράς, διά τούτο το αποτέλεσμα το παραχθέν επί της ποσότητος του κυκλοφορούντος νομίσματος παραμένει το αυτό.
Έστω αριθμός τις πωλήσεων ταυτοχρόνων, άνευ αμοιβαίου συνδέσμου και ως εκ τούτου εκπληρουμένων των μεν διά των δε ή εκ τμηματικών μεταμορφώσεων, π. χ. εξ ενός σάκκου σίτου 20 μ. υφάσματος, 1 ένδυμα, 4 βαρέλια οινοπνεύματος. Εάν κάθε είδος στοιχίζει 2 λουδοβίκια, το ποσόν των τιμών των είναι 8 λουδοβίκια και διά να τα πραγματοποιήσωμεν πρέπει να ρίψωμεν εις την κυκλοφορίαν 8 λουδοβίκια. Τουναντίον, εάν τα αυτά εμπορεύματα αποτελούν την σειράν των γνωστών μεταμορφώσεων, 1 σάκκος σίτου — 2 λουδοβίκια — 20 μ. υφάσματος — 2 λουδοβίκια — 1 ενδυμασία — 2 λουδοβίκια — 4 βαρέλια ρακής — 2 λουδοβίκια, τότε τα 2 λουδοβίκια κυκλοφορούν εν τη υποδειχθείση τάξει, τα διάφορα δε ταύτα εμπορεύματα, πραγματοποιούντα διαδοχικώς τας τιμάς των, σταματούν τέλος εις τας χείρας του κατασκευαστού της ρακής. Πραγματοποιούν ούτω 4 γύρους.
Η τετράκις επαναληφθείσα μετάθεσις των δύο λουδοβικίων, απορρέει εκ των πλήρων μεταμορφώσεων συνδεομένων μεταξύ των, του σίτου, του υφάσματος, του ενδύματος, περατουμένων δε διά της πρώτης μεταμορφώσεως της ρακής. Αι αντίθετοι και συμπληρωματικαί κινήσεις των μεν διά των δε, εκ των οποίων σχηματίζεται η σειρά αύτη, λαμβάνουν χώραν, διαδοχικώς και ουχί ταυτοχρόνως. Και διά να πραγματοποιηθούν χρειάζονται κατά το μάλλον ή ήττον χρόνον. Η ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος μετράται λοιπόν διά του αριθμού των γύρων των ιδίων νομισμάτων εν δεδομένω χρόνω. Ας υποθέσωμεν η κυκλοφορία των 4 εμπορευμάτων διαρκεί μίαν ημέραν. Το ποσόν των προς πραγματοποίησιν τιμών είναι 8 λουδοβίκια, ο αριθμός των γύρων εκάστου είδους κατά την ημέραν είναι 4, η μάζα του κυκλοφορούντος νομίσματος 2 λουδοβίκια θα έχομεν λοιπόν:
Ποσόν τιμών εμπορευμάτων διαιρούμενον διά του αριθμού των γύρων των ειδών της αυτής ονομασίας, εν δεδομένω χρόνω,=ποσόν νομίσματος λειτουργούντος ως όργανον κυκλοφορίας.
Ο νόμος αυτός είναι γενικός. Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων εις μίαν χώραν εν δεδομένω χρόνω περιέχει πολλάς απομεμονωμένας πωλήσεις (ή αγοράς), δηλαδή τμηματικάς και ταυτοχρόνους μεταμορφώσεις, εν αις το νόμισμα αλλάσσει άπαξ θέσιν ή εκτελεί ένα μόνον γύρον, αφ' ετέρου υπάρχουν σειραί μεταμορφώσεων κατά το μάλλον ή ήττον διακλαδούμεναι, πραγματοποιούμεναι πλησίον αλλήλων ή συνδεόμεναι αι μεν διά των δε. Εκεί τα αυτά νομίσματα εκτελούν κατά το μάλλον ή ήττον γύρους πολυαρίθμους. Τα κατ' ιδίαν μέρη, εκ των οποίων σύγκειται το ολικόν ποσόν του εν κυκλοφορία νομίσματος, λειτουργούν όθεν εις βαθμούς ενεργείας διαφόρους, το ολικόν όμως των τεμαχίων εκάστης διαιρέσεως, πραγματοποιεί κατά την δοθείσαν περίοδον, ποσόν τι τιμών και αποκαθίσταται ούτω μέση ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος
Η μάζα του χρήματος, η οποία π. χ. ρίπτεται εν δεδομένη στιγμή εις την κυκλοφορίαν, είναι φυσικώς καθορισμένη υπό της ολικής τιμής των εμπορευμάτων των πωληθέντων πλησίον αλλήλων. Αλλ' εις το ρεύμα τούτο της κυκλοφορίας έκαστον νόμισμα καθίσταται, ούτως ειπείν, υπεύθυνον διά το πλησίον του. Εάν το ένα αυξάνει την ταχύτητα της πορείας του, τ' άλλο την ελαττώνει ή μάλλον απορρίπτεται τελείως της σφαίρας της κυκλοφορίας, γνωστού όντος ότι αύτη δεν δύναται ν' απορροφήση παρά μάζαν χρυσού, ήτις πολλαπλασιαζομένη επί τον μέσον αριθμόν των στροφών της, ισούται προς το ποσόν, των υπό πραγματοποίησιν τιμών. Εάν αι στροφαί του νομίσματος αυξάνουν, η μάζα του ελαττούται· εάν οι στροφαί του ελαττούνται η μάζα του αυξάνει. Γνωστής ούσης της μέσης ταχύτητος του νομίσματος, η μάζα, η οποία δύναται να χρησιμεύση ως όργανον της κυκλοφορίας, είναι επίσης καθωρισμένη. Όθεν αρκέση, επί παραδείγματι, να ριφθή εις την κυκλοφορίαν αριθμός τις τραπεζιτικών χαρτονομισμάτων ενός λουδοβικίου διά να εξαχθούν ίσα λουδοβίκια εις χρυσόν, ανταλλαγή γνωστοτάτη εις όλας τας τραπέζας.
Ούτω, καθώς η πορεία του νομίσματος εν γένει λαμβάνει την ώθησιν και διεύθυνσίν του εκ της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ούτω η ταχύτης της κινήσεώς του, δεν αντανακλά ή την ταχύτητα των μεταβολών των μορφής, την εξακολουθητικήν είσοδον σειρών μεταμορφώσεων, των μεν εντός των δε, την αιφνιδίαν εξαφάνισιν των εμπορευμάτων εκ της κυκλοφορίας και την ωσαύτως αιφνιδίαν αντικατάστασίν των υπό νέων εμπορευμάτων. Εν τη επιταχυντική πορεία του νομίσματος αναφαίνεται, ούτως, η ρευστή μονάς των αντιθέτων και συμπληρωματικών φάσεων, ως μετατροπή της μορφής χρήσεως των εμπορευμάτων, εν τη μορφή των αξία και εκ νέου μετατροπή από της μορφής αξίας εις την μορφήν των χρήσιν ή η μονάς της πωλήσεως και της αγοράς ως δύο πράξεις αλληλοδιαδόχως εκτελούμεναι υπό των ιδίων ανταλλακτών. Αντιθέτως, η επιβράδυνσις της πορείας του νομίσματος παρουσιάζει τον χωρισμόν των φαινομένων και την τάσιν των προς απομόνωσιν εις αντίθεσιν του ενός εκ τον άλλου, την διακοπήν των μεταλλαγών της μορφής και κατά συνέπειαν των μετατροπών των αντικειμένων. Η κυκλοφορία φυσικώς δεν μαρτυρεί πόθεν διέρχεται η διακοπή αύτη, δεικνύει μόνον το φαινόμενον.
Όσον αφορά τον κοινόν άνθρωπον, ο οποίος εφ' όσον η κυκλοφορία του νομίσματος επιβραδύνεται, βλέπει το χρήμα να αναφαίνεται και να εξαφανίζεται ολιγώτερον συχνά, εφ' όλων των σημείων της περιφερείας της κυκλοφορίας, παρασύρεται εις την αναζήτησιν της εξηγήσεως του φαινομένου εν τη ανεπαρκεί ποσότητι του κυκλοφορούντος μετάλλου.
Το ολικόν ποσοστόν του χρήματος του λειτουργούντος ως όργανον της κυκλοφορίας εν δοθείση περιόδω είναι όθεν καθωρισμένον, αφ' ενός υπό του ποσού των τιμών, όλων των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων, αφ' ετέρου δε υπό της σχετικής ταχύτητος των μεταμορφώσεών των. Αλλ' η ολική τιμή των εμπορευμάτων, εξαρτάται εκ της μάζης και εκ των τιμών εκάστου είδους εμπορεύματος. Οι τρεις ούτοι παράγοντες: κίνησις των τιμών, μάζα κυκλοφορούντων εμπορευμάτων και τέλος ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος, δύνανται να εναλλαγώσιν εν διαφόρω αναλογία και κατά διάφορον κατεύθυνσιν. Το ποσόν των προς πραγματοποίησιν τιμών και κατά συνέπειαν η μάζα των απαιτουμένων μέσων κυκλοφορίας δύναται να υποστή ωσαύτως συνδυασμούς πολυαρίθμους εκ των οποίως δεν θ' αναφέρωμεν ενταύθα ή τους σημαντικωτέρους εν τη ιστορία των τιμών.
Των τιμών παραμενουσών των αυτών, η μάζα των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να αυξήση, είτε διότι η μάζα των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων αυξάνει, είτε διότι η ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος ελαττούται ή διότι αι δύο αύται αιτίαι ενεργούν ομού. Αντιθέτως, η μάζα των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να ελαττωθή εάν η μάζα των εμπορευμάτων ελαττούται ή εάν το νόμισμα επιταχύνη την κυκλοφορίαν του.
Των τιμών των εμπορευμάτων υφισταμένων γενικήν ύψωσιν, η μάζα των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να παραμένη η αυτή, εάν η μάζα των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων ελαττούται εν τη αύτη αναλογία εν τη οποία η τιμή των ανέρχεται, ή εάν η ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος αυξάνει τόσον ταχέως όσον η ύψωσις των τιμών, ενώ η μάζα των εν κυκλοφορία εμπορευμάτων παραμένει η αυτή. Η μάζα των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να κατέρχεται, είτε διότι η μάζα των εμπορευμάτων κατέρχεται, είτε διότι η ταχύτης της πορείας του χρήματος αυξάνει ταχύτερον των τιμών των.
Των τιμών των εμπορευμάτων υφισταμένων γενικήν πτώσιν, η μάζα των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να μείνη η αυτή, εάν η μάζα των εμπορευμάτων αυξάνει εν τη αυτή αναλογία εν η αι τιμαί των πίπτουν, ή εάν η ταχύτης της πορείας του χρήματος ελαττούται εν τη αυτή αναλογία εν τη οποία και αι τιμαί των. Δύναται να αυξήση εάν η μάζα των εμπορευμάτων αυξάνει ταχύτερον, ή εάν η ταχύτης της κυκλοφορίας ελαττούται τόσον ταχύτερον, όσον αι τιμαί των πίπτουν.
Αι διακυμάνσεις των διαφόρων παραγόντων δύνανται αμοιβαίως να αντισταθμισθούν, κατά τοιούτον τρόπον, ώστε παρά τας αιωνίας διακυμάνσεις των, το ολικόν ποσόν των τιμών προς πραγματοποίησιν, να παραμένη σταθερόν και ωσαύτως κατά συνέπειαν η μάζα του τρέχοντος νομίσματος. Πράγματι εάν παρατηρήσωμεν τας περιόδους διαρκείας τινός ευρίσκομεν τας παρεκκλίσεις εκ της μέσης επιφανείας μικροτέρας από ότι τας ανεμένομεν εκ πρώτης όψεως, εκτός ισχυρών, εννοείται, περιοδικών διαταράξεων προερχομένων σχεδόν πάντοτε εκ βιομηχανικών και εμπορικών κρίσεων, εξαιρετικώς δε εκ διακυμάνσεως εν αυτή τη αξία των πολυτίμων μετάλλων.
Ο νόμος αυτός διά του οποίου η ποσότης των μέσων της κυκλοφορίας καθορίζεται διά του ποσού των τιμών των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων και διά της μέσης ταχύτητος της πορείας του νομίσματος, καταλήγει εις το εξής: Δεδομένου του ποσού της αξίας των εμπορευμάτων και της μέσης ταχύτητος των μεταμορφώσεών των, η ποσότης του εν κυκλοφορία πολυτίμου μετάλλου εξαρτάται εκ της ιδίας του αξίας.
Η υπόθεσις κατά την οποίαν αι τιμαί των εμπορευμάτων είναι τουναντίον καθορισμέναι υπό της μάζης της μέσης κυκλοφορίας και η μάζα αύτη διά της αφθονίας των πολυτίμων μετάλλων εις μίαν χώραν, βασίζεται αρχικώς επί της αφελούς υποθέσεως ότι τα εμπορεύματα και το χρήμα εισέρχονται εν τη κυκλοφορία το μεν άνευ τιμής, το δε άνευ αξίας και ότι ποσοστόν μέρος της μάζης των εμπορευμάτος ανταλλάσσεται κατόπιν εκεί αντί της αυτής μερίδος εκ του σωρού του περιέχοντος το μέταλλον τούτο.
γ. Το νόμισμα ή τα είδη. — Το σημείον της αξίας.
Το νόμισμα έλκει την καταγωγήν του εκ της λειτουργίας, την οποίαν η νομισματική μονάς εκπληροί ως όργανον της κυκλοφορίας. Τα βάρη του χρυσού, επί παραδείγματι, εκφρασμένα κατά τον επίσημον τύπον εις τας τιμάς ή τα νομισματικά ονόματα των εμπορευμάτων, πρέπει να τα αντιμετωπίσουν εις την αγοράν ως είδη χρυσού της αυτής ονομασίας ή ως νόμισμα. Όπως η εγκατάστασις του τύπου των τιμών, ούτω και η νομισματοποίησις είναι έργον το οποίον ανήκει εις το κράτος. Αι διάφοροι εθνικαί ενδυμασίαι, τας οποίας ο χρυσός και ο άργυρος ενδύεται ως νόμισμα, των οποίων όμως απαλλάσσονται εις την παγκόσμιον αγοράν, σημειούν καλώς τον χωρισμόν μεταξύ των εθνικών ή εσωτερικών σφαιρών και της γενικής σφαίρας της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Ο εις νόμισμα χρυσός και ο εις ράβδους τοιούτος, δεν διαφέρουν ευθύς αμέσως ή εξ όψεως. Και ο χρυσός δύναται πάντοτε να περιέρχεται από της μιας εις την άλλην των μορφών τούτων.
Εν τούτοις εξερχομένη του νομίσματος η νομισματική μονάς ευρίσκεται ήδη εν τη οδώ της δοκιμασίας. Τα χρυσά ή αργυρά νομίσματα φθείρονται εις την πορείαν των, τα μεν περισσότερον, τα δε ολιγώτερον. Δι' έκαστον βήμα το οποίον, έν λουδοβίκιον επί παραδείγματι, επιχειρή εν τη πορεία του, χάνει κάτι εκ του βάρους του, διατηρούν συγχρόνως την ονομασίαν του. Ο τίτλος και η ύλη, η μεταλλική ουσία και το νομισματικόν όνομα αρχίζουν ούτω ν' αποχωρίζωνται. Είδη της αυτής ονομασίας καθίστανται αξίαι άνισοι, ως μη όντα του ιδίου βάρους. Το βάρος του χρυσού, του υποδεικνυομένου υπό του τύπου των τιμών δεν ευρίσκεται πλέον εν τω κυκλοφορούντι χρυσώ, όστις παύει ακριβώς διότι δεν είναι πραγματικώς ίσος με τα εμπορεύματα των οποίων δέον να πραγματοποιήση τας τιμάς.
Η ιστορία των νομισμάτων κατά τον μεσαίωνα και τους συγχρόνους καιρούς μέχρι του 18ου αιώνος, δεν είναι παρά η ιστορία της συγχύσεως ταύτης. Η φυσική τάσις της κυκλοφορίας να μετατρέπη τα χρυσά αντικείμενα εις ομοίωμα χρυσού, ή το νόμισμα εις σύμβολον του επισήμου μεταλλικού βάρους του, αναγνωρίζεται υπό των τελευταίων νόμων περί του βαθμού της απωλείας του μετάλλου, ήτις θέτει τα είδη εκτός της κυκλοφορίας, ή τα απονομισματίζει.
Η κυκλοφορία του νομίσματος, επιχειρούσα διάσπασιν μεταξύ του πραγματικού περιεχομένου και του νομισματικού περιεχομένου, μεταξύ της μεταλλικής υπάρξεως και της λειτουργικής των ειδών τοιαύτης, επιφέρει ήδη, υπό μορφήν βραδείαν, την πιθανότητα της αντικαταστάσεώς των εν τη υπηρεσία των ως νομίσματος διά χαλκών νομισμάτων κτλ. Αι τεχνικαί δυσκολίαι της νομισματοκοπίας μικροτάτων μερών του βάρους του χρυσού ή του αργύρου και το γεγονός, ότι μέταλλα κατώτερα χρησιμεύουν ως μέτρον αξίας και κυκλοφορούν ως νόμισμα μέχρις ου το πολύτιμον μέταλλον τα εκθρονίση, εξηγούν ιστορικώς τον ρόλον των, ως συμβολικού νομίσματος. Αντικαθιστούν τον νομισματοποιημένον χρυσόν εις τας σφαίρας της κυκλοφορίας, ένθα η κυκλοφορία του νομίσματος είναι τουλάχιστον ταχυτέρα, δηλαδή ένθα αι πωλήσεις και αγοραί ανανεούνται διαρκώς επί της μικροτέρας κλίμακος. Διά να εμποδίσωμεν τους δορυφόρους τούτους να εγκαθιδρυθούν εις την θέσιν του χρυσού, αι αναλογίαι εις τας οποίας δέον να ώσιν αποδεκτοί εν τη πληρωμή καθορίζονται παρά των νόμων. Οι διάφοροι κύκλοι τους οποίους διατρέχουν τα διάφορα είδη του νομίσματος φυσικώς διασταυρούνται. Το συμπληρωτικόν νόμισμα, επί παραδείγματι, εμφανίζεται διά να πληρώση κλάσματα των ειδών χρυσού. Ο χρυσός εισέρχεται συνεχώς εν τη κυκλοφορία, αλλά και συνεχώς εκδιώκεται υπό του συμπληρωτικού νομίσματος, ανταλλασσόμενον αντ' αυτού.
Η μεταλλική ουσία των κερμάτων αργύρου ή χαλκού καθορίζεται αυθαιρέτως παρά του νόμου: Εν τη κυκλοφορεία των φθείρονται ακόμη περισσότερον, των νομισμάτων χρυσού. Όθεν η λειτουργία των καθίσταται εκ των πραγμάτων τελείως ανεξάρτητος του βάρους των, δηλ. κάθε αξίας. Παρά ταύτα όμως, και είναι τούτο το κύριον σημείον, εξακολουθούν να λειτουργούν ως αντικαταστάται των ειδών χρυσού. Η νομισματική λειτουργία του χρυσού απεσπασμένη τελείως της μεταλλικής της αξίας είναι όθεν φαινόμενον παραχθέν υπό των προστριβών αυτής ταύτης της κυκλοφορίας της. Δύναται όθεν ν' αντικατασταθή εις την λειτουργίαν ταύτην υπό αντικειμένων σχετικώς άνευ ουδεμιάς αξίας, οία τα χαρτονομίσματα. Εάν εις τα μεταλλικά κέρματα ο καθαρώς συμβολικός χαρακτήρ συγκαλύπτεται μέχρι ενός σημείου, εκδηλούται άνευ αμφιβολίας εις το χαρτονόμισμα. Ως είδομεν μόνον το πρώτον βήμα είναι δύσκολον.
Πρόκειται ενταύθα περί χαρτονομίσματος του κράτους μετ' αναγκαστικής κυκλοφορίας. Τούτο γεννάται αυτομάτως εκ της μεταλλικής κυκλοφορίας. Το πιστωτικόν νόμισμα τουναντίον προϋποθέτει σύνολον συνθηκών, αίτινες από απόψεως απλής κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μάς είναι ακόμη άγνωστοι. Ας παρατηρήσωμεν εν τω μεταξύ ότι εάν το κυρίως χαρτονόμισμα προέρχεται εκ της λειτουργίας του χρήματος ως μέσου κυκλοφορίας, το πιστωτικόν νόμισμα, έχει την φυσικήν του ρίζαν εις την λειτουργίαν του χρήματος ως μέσου πληρωμής.
Το κράτος ρίπτει εις κυκλοφορίαν χαρτονομίσματα, επί των οποίων αναγράφονται ονομασίαι του νομίσματος, ως π. χ. 1 λουδοβίκιον 5 λουδ. κ. λ. π.
Εφ' όσον τα γραμμάτια ταύτα κυκλοφορούσιν αντί βάρους χρυσού της αυτής ονομασίας, η κίνησίς των αντικατοπτρίζει μόνον τους νόμους της κυκλοφορίας του πραγματικού νομίσματος. Ειδικός νόμος της κυκλοφορίας του χαρτονομίσματος δύναται να προκύψη εκ του ρόλου του τούτου, ως αντιπροσώπου του χρυσού ή του αργύρου. Είναι δε ο νόμος ούτος απλούς και συνίσταταται, εις το ότι η έκδοσις του χαρτονομίσματος δέον να είναι ανάλογος με την ποσότητα του χρυσού (ή του αργύρου), του οποίου είναι το σύμβολον, και ο οποίος ώφειλε πραγματικώς να κυκλοφορή. Η ποσότης του χρυσού, την οποίαν δύναται ν' απορροφήση η κυκλοφορία κυμαίνεται συνηθέστερον άνωθεν ή κάτωθεν ενός μέσου όρου. Εν τούτοις ουδέποτε πίπτει κάτωθεν ενός μίνιμουμ το οποίον εις εκάστην χώραν η πείρα μάς καθιστά γνωστόν. Ότι όμως η μίνιμουμ αύτη μάζα ανανεώνει αδιακόπως τα ακέραια μέρη της, δηλαδή έχει ένα σύρε κ' έλα των κατ' ιδίαν ειδών, των εισερχομένων και εξερχομένων εις αυτήν, τούτο δεν αλλάσσει φυσικά τίποτε, ούτε τας αναλογίας της ούτε την συνεχή κίνησίν της εις την σφαίραν της κυκλοφορίας.
Ουδέν εμποδίζει όθεν την αντικατάστασίν της διά συμβόλων χαρτονομίσματος. Εάν τουναντίον αι διώρυγες της κυκλοφορίας πληρούνται χαρτονομίσματος μέχρι του ορίου της απορροφητικής ιδιότητός των διά το πολύτιμον μέταλλον, τότε η παραμικροτέρα διακύμανσις εις την τιμήν των εμπορευμάτων δυνατόν να τας κάμη να υπερεκχειλίσουν. Έκτοτε παν μέτρον μάταιον. Μη λαμβανομένης υπ' όψει μιας γενικής μειώσεως των πιστωτικών αξιών, ας υποθέσωμεν ότι το χαρτονόμισμα υπερβαίνει την κανονικήν του αναλογίαν. Κατόπιν ως και πρότερον δεν θα αντιπροσωπεύη εν τη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ή το ποσοστόν του χρυσού του απαιτουμένου παρ' αυτού κατά τους υπάρχοντας νόμους του και το οποίον κατά συνέπειαν είναι το μόνον αντιπροσωπευτόν.
Εάν επί παραδείγματι, η ολική μάζα του χαρτονομίσματος είναι διπλασία απ' ότι έδει να ήτο, έν γραμμάτιον εκατόν φράγκων αντιπροσωπεύον 50 γραμ. χρυσού δεν θ' αντιπροσωπεύη πλέον παρά 25 μόνον. Το αποτέλεσμα είναι το αυτό, εάν ο χρυσός, εν τη λειτουργία του ως νομίσματος, ευρεθή αλλοιωμένος.
Το χαρτονόμισμα είναι μορφή χρυσού ή σημείον νομίσματος. Η υφισταμένη σχέσις μεταξύ τούτου και των εμπορευμάτων συνίσταται απλούστατα εις τούτο: ότι αι αυταί ποσότητες χρυσού, αι ιδιεολογικώς εκφραζόμενοι εν τη τιμή των αντιπροσωπεύονται παρ' αυτού συμβολικώς. Όθεν το χαρτονόμισμα δεν είναι σημείον αξίας ειμή, εφ' όσον αντιπροσωπεύει ποσότητας χρυσού αίτινες ως πάσαι αι άλλαι ποσότητες εμπορευμάτων, είναι ωσαύτως ποσότητες αξίας.