WeRead Powered by ReaderPub
Το κεφάλαιον / Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο cover

Το κεφάλαιον / Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο

Chapter 17: ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VII. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΞΙΩΝ ΧΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

Σύντομη παρουσίαση της οικονομικής κριτικής του Μαρξ που εκθέτει βασικές έννοιες όπως εμπόρευμα, εργασία, αξία, υπεραξία και κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, καθώς και την ερμηνεία τους στη λειτουργία της παραγωγής και στις ταξικές σχέσεις. Περιλαμβάνει παρατηρήσεις για τη μέθοδο —διαχωρίζοντας την επιστημονική από την πολεμική προσέγγιση—, επεξηγήσεις όρων και συνοπτική ανάλυση διαφωνιών και διορθώσεων. Συνοδεύεται από βιογραφική επισκόπηση και κριτικά σημειώματα που στοχεύουν στην καθαρή παρουσίαση των βασικών θεωρητικών αξόνων και της εφαρμογής τους στην οικονομική ανάλυση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ V.
ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Η μορφή της κυκλοφορίας, διά της οποίας το χρήμα μεταμορφούται εις Κεφάλαιον, διαφέρει από όλους τους μέχρι τούδε αναπτυχθέντας νόμους επί της φύσεως του εμπορεύματος, του χρήματος και αυτής της κυκλοφορίας. Εκείνο το οποίον διακρίνει την κυκλοφορίαν του κεφαλαίου εκ της απλής κυκλοφορίας, είναι η τάξις της αντιστρόφου διαδοχής των δύο ομοίων αντιθέτων φάσεων, πωλήσεως και αγοράς. Πώς η διαφορά αύτη, η καθαρώς μορφική, θα ηδύνατο να επιφέρη εις την φύσιν αυτήν των φαινομένων τούτων μίαν μαγικήν αλλαγήν;

Πώς θα ηδύνατο να επιτρέψη μίαν αύξησιν αξιών, δηλ τον σχηματισμόν της υπεραξίας;

Ας λάβωμεν το φαινόμενον της κυκλοφορίας, εις μορφήν υπό την οποίαν παρουσιάζεται, ως απλή ανταλλαγή εμπορευμάτων. Τούτο συμβαίνει, οσάκις οι δύο παραγωγοί ανταλλάκται αγοράζουν ο είς εκ του άλλου, και όταν αι αμοιβαίοι πιστώσεις των μηδενίζονται την ημέραν της λήξεως. Το χρήμα εκεί δρα φανταστικώς ως λογιστικόν νόμισμα διά να εκφράση τας αξίας των εμπορευμάτων διά των τιμών των. Ευθύς ως πρόκειται περί των αξιών χρήσεως, είναι φανερόν ότι οι ανταλλάκται μας δύνανται να κερδίσουν αμφότεροι. Αμφότεροι απαλλοτριούν προϊόντα άχρηστα δι' αυτούς με άλλα των οποίων έχουν ανάγκην. Επί πλέον, ο Α πωλών οίνον και αγοράζων σίτον, παράγει ίσως περισσότερον οίνον απ' ότι θα ηδύνατο να παραγάγη ο Β κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας. Ο δε Β κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας περισσότερον σίτον, από όσον θα ηδύνατο να παραγάγη ο Α. Ο πρώτος επιτυγχάνει ούτω, διά την αυτήν ανταλλακτικήν αξίαν περισσότερον σίτον, και ο δεύτερος περισσότερον οίνον, ως εάν έκαστος τούτων, άνευ ανταλλαγής, υπεχρεούτο να παραγάγη δι' εαυτόν τα δύο αντικείμενα της καταναλώσεως. Εάν πρόκειται περί της αξίας χρήσεως, τότε μετά βασιμότητος λέγομεν «ότι η ανταλλαγή είναι συναλλαγή, εν τη οποία κερδίζουν και οι δύο». Δεν συμβαίνει το αυτό διά την ανταλλακτικήν αξίαν. «Είς έχων πολύν οίνον και ολίγον σίτον εμπορεύεται με άλλον έχοντα πολύν σίτον και καθόλου οίνον. Μεταξύ των γίνεται ανταλλαγή μιας αξίας 50 εις σίτον έναντι 50 εις οίνον. Η ανταλλαγή αύτη δεν είναι δι' ουδένα εξ αυτών αύξησις πλούτου, διότι έκαστος τούτων προ της ανταλλαγής κατείχεν ίσην αξίαν, την οποίαν επρομηθεύθη διά του μέσου τούτου». Το ότι το χρήμα, ως όργανον κυκλοφορίας, χρησιμεύει ως ενδιάμεσον μεταξύ των εμπορευμάτων και ότι αι πράξεις μεταξύ της πωλήσεως και της αγοράς είναι ούτω κεχωρισμέναι, τούτο δεν μεταβάλλει το ζήτημα. Η αξία έχει εκφρασθή εις τας τιμάς των εμπορευμάτων πριν ή αύται εισέλθουν εις την κυκλοφορίαν, αντί να προκύψουν εκ ταύτης.

Εάν αφαιρέσωμεν τας τυχαίας περιπτώσεις, αίτινες δεν προέρχονται εκ των υπαρχόντων εις την κυκλοφορίαν νόμων, πλην του της αντικαταστάσεως χρησίμου προϊόντος, δεν συμβαίνει τίποτε άλλο ειμή μεταμόρφωσις ή απλή αλλαγή της μορφής του εμπορεύματος. Η αυτή αξία, δηλαδή το αυτό ποσόν της πραγματοποιηθείσης κοινωνικής εργασίας, παραμένει πάντοτε εις χείρας του αυτού ανταλλάκτου, αν και κρατή ταύτην κατά σειράν υπό την μορφήν του ιδίου του προϊόντος, του χρήματος και του προϊόντος άλλου τινος. Η αλλαγή αύτη της μορφής ουδεμίαν επιφέρει αλλαγήν της ποσότητος της αξίας. Η μόνη αλλαγή την οποίαν δοκιμάζει η αξία του εμπορεύματος, περιωρίζεται εις αλλαγήν της μορφής — χρήματος. Παρουσιάζεται κατ' αρχάς η τιμή του προσφερθέντος εις την πώλησιν εμπορεύματος, είτα εις το αυτό ποσόν του εκδηλωθέντος εν τη τιμή ταύτη χρήματος, τέλος ως τιμή ισοδυνάμου εμπορεύματος.

Η αλλαγή αύτη της μορφής δεν θίγει την ποσότητα της αξίας περισσότερον, απ' ότι θα έθιγεν αυτήν η αλλαγή ενός γραμματίου 100 φρ. έναντι 4 λουδοβικ., 3 πενταδράχμων και 5 φρ. Όπως λοιπόν η κυκλοφορία, εν σχέσει προς την αξίαν των εμπορευμάτων δεν επιφέρει ή αλλαγήν μορφής, ούτω και εκείθεν δεν προκύπτει ειμή ανταλλαγή ισοδυνάμων. Διά τούτο και αυτή η κοινή οικονομία, οσάκις θέλει να μελετήση το φαινόμενον εν τη ολότητί του, υποθέτει πάντοτε ότι η προσφορά και η ζήτησις ισορροπούν, ήτοι ότι το αποτέλεσμά των επί της αξίας είναι μηδέν. Εάν λοιπόν, εν σχέσει προς την αξίαν χρήσεως, οι δύο ανταλλάκται δύνανται να κερδίσουν, δεν δύνανται όμως να κερδίσουν αμφότεροι, εν σχέσει προς την ανταλλακτικήν αξίαν. Ενταύθα εφαρμόζεται το γνωμικόν: « Εκεί όπου υπάρχει ισότης δεν υπάρχει κέρδος». Εμπορεύματα δύνανται να πωληθούν εις τιμάς απομεμακρυσμένας των αξιών των. Αλλ' η απομάκρυνσις αύτη εμφανίζεται ως μία παράβασις του νόμου της ανταλλαγής. Εις την κανονικήν της μορφήν η ανταλλαγή των εμπορευμάτων είναι ανταλλαγή ισοδυνάμων και κατά συνέπειαν δεν δύναται να είναι μέσον κερδοσκοπίας. Εφ' όσον ανταλλάσσονται εμπορεύματα ή εμπορεύματα και χρήμα ίσης αξίας, δηλ. ισοδύναμα, είναι φανερόν ότι ουδείς αποσύρει της κυκλοφορίας περισσοτέραν αξίαν, αφ' όσην δίδει εις αυτήν, ουδείς σχηματισμός υπεραξίας δύναται να λάβη χώραν. Αλλ' αν και η κυκλοφορία, υπό την καθαράν μορφήν της, δεν αποδέχεται ανταλλαγήν ειμή μεταξύ ισοδυνάμων, γνωρίζομεν καλώς ότι εις την πραγματικότητα τα πράγματα δεν είναι τόσον καθαρά. Ας υποθέσωμεν λοιπόν ότι υπάρχει ανταλλαγή μεταξύ μη ισοδυνάμων.

Εις όλας τας περιπτώσεις εις την αγοράν δεν υπάρχει παρά ανταλλάκτης έναντι ανταλλάκτου και η δύναμις την οποίαν εξασκούν τα πρόσωπα ταύτα αμφοτέρωθεν είναι η δύναμις των εμπορευμάτων των. Η υλική διαφορά η υφισταμένη μεταξύ των τελευταίων τούτων, είναι η ολική αιτία της ανταλλαγής και θέτει τους ανταλλάκτας εις σχετικήν αμοιβαίαν εξάρτησιν, υπό την έννοιαν ότι ουδείς τούτων έχει εις τας χείρας του το αντικείμενον το οποίον του αναγκαιοί και ότι έκαστος τούτων κέκτηται το αντικείμενον των αναγκών του άλλου.

Εκτός της διαφοράς ταύτης μεταξύ των χρησιμοτήτων των, δεν υφίσταται πλέον μεταξύ των εμπορευμάτων παρά μία άλλη διαφορά, η διαφορά μεταξύ της φυσικής των μορφής και της μορφής των αξίας, του χρήματος. Ούτω οι ανταλλάκται μεταξύ των δεν διακρίνονται παρά μόνον εις το εξής σημείον: οι μεν είναι πωληταί κάτοχοι εμπορευμάτων οι άλλοι αγορασταί, κάτοχοι χρήματος.

Ας παραδεχθώμεν τώρα ότι δι' αγνώστου τινός μυστηριώδους προνομίου, δίδεται εις τον πωλητήν, η ευκαιρία να πωλήση το εμπόρευμά του περισσότερον της αξίας του, 110 π. χ, όταν αξίζη μόνον 100, δηλαδή με πλουτισμόν 10%. Ο πωλητής αποταμιεύει όθεν μίαν υπεραξίαν εκ 10. Αλλά μετά την κατάστασίν του ως πωλητού γίνεται αγοραστής. Τρίτος τις ανταλλάκτης εμφανίζεται προ αυτού ως πωλητής και απολαμβάνει με την σειράν του, το δικαίωμα να πωλήση το εμπόρευμα 10% ακριβώτερον. Ο άνθρωπός μας εκέρδισε λοιπόν, αφ' ενός 10 διά να χάση αφ' ετέρου 10. Το οριστικόν αποτέλεσμα είναι εις την πραγματικότητα, ότι οι ανταλλάκται πωλούν αμοιβαίως τα εμπορεύματά των 10% περισσότερον της αξίας των, πράγμα που είναι το ίδιον, εάν επώλουν ταύτα εις την πραγματικήν των αξίαν.

Μία παρομοία γενική ύψωσις των τιμών, παράγει το αυτό αποτέλεσμα, το οποίον και αι αξίαι των εμπορευμάτων εάν αντί να εκτιμώνται εις χρυσόν εξετιμώντο π. χ. εις άργυρον. Αι νομισματικαί των ονομασίαι, δηλαδή αι ονομαστικαί των τιμαί θα υψούντο, αλλ' αι σχέσεις των ως αξίαι θα παρέμενον αι αυταί.

Ας υποθέσωμεν τουναντίον ότι το προνόμιον του αγοραστού είναι εκείνο, το οποίον κάμνει τα εμπορεύματα να πληρώνωνται ολιγώτερον της αξίας των. Δεν είναι καν ανάγκη ενταύθα να υπενθυμίσωμεν ότι ο αγοραστής καθίσταται εκ νέου πωλητής. Ήτο πωλητής πριν γίνη αγοραστής. Έχασεν ήδη 10% εις την πώλησιν: Το ότι κερδίζει 10% εις την αγοράν του τούτο δεν σημαίνει τίποτε αφού το παν παραμένει εις την αυτήν κατάστασιν.

Ο σχηματισμός μιας υπεραξίας και κατά συνέπειαν η μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον δεν προέρχονται όθεν, ούτε εκ του ότι οι πωληταί πωλούν τα εμπορεύματά των περισσότερον της αξίας των ούτε διότι οι αγορασταί τ' αγοράζουν ολιγώτερον.

Οι συνεπείς υπερασπισταί της αυταπάτης ταύτης, οι οποίοι λέγουν, ότι η υπεραξία προέρχεται εκ μιας ονομαστικής υπερυψώσεως των τιμών ή του προνομίου, το οποίον θα είχεν ο πωλητής διά να πωλήση ακριβότερον το εμπόρευμά του, υποχρεούνται όθεν να παραδεχθούν μίαν τάξιν, η οποία πάντοτε αγοράζει, και ουδέποτε πωλεί, ή η οποία καταναλίσκει χωρίς να παράγη. Το χρήμα με το οποίον μία τοιαύτη τάξις αγοράζει συνεχώς, δέον συνεχώς να επιστρέψη από το χρηματοκιβώτιον των παραγωγών εις το ιδικόν της, δωρεάν άνευ ανταλλαγής, εκουσίως ή δυνάμει κτηθέντος δικαιώματος. Το πωλείν εις την τάξιν ταύτην τα εμπορεύματα υπεράνω της αξίας των, είναι ως να ανευρίσκη τις εν μέρει το χρήμα, το οποίον είχε προ ολίγου πενθήσει.

Κατ' ανάγκην λοιπόν παραμένωμεν εις τα όρια της ανταλλαγής των εμπορευμάτων εις τα οποία οι πωληταί είναι αγορασταί και αγορασταί πωληταί. Η δυσκολία μας προέρχεται ίσως εκ του ότι μη λαμβάνοντες υπ' όψιν τους ατομικούς χαρακτήρας των πρακτόρων της κυκλοφορίας εδημιουργήσαμεν εκ τούτων προσωποποίησιν κατηγοριών. Ας υποθέσωμεν ότι ο ανταλλάκτης Α είναι πονηρός τις ρίπτων εις την παγίδα τους συντρόφους του Β και Γ, και ότι ούτοι παρ' όλην την καλήν των θέλησιν δύνανται να τον εκδικηθούν. Ο Α πωλεί εις τον Β οίνον, του οποίου η αξία είναι 10 λουδ. και λαμβάνει εις ανταλλαγήν σίτον αξίας 50 λουδ. Έκαμεν όθεν διά του χρήματος περισσότερον χρήμα και μετέτρεψε το εμπόρευμά του εις κεφάλαιον. Ας εξετάσωμεν το πράγμα πλησιέστερον. Προ της ανταλλαγής είχομεν 40 λουδ. οίνου εις τας χείρας του Β, ολικήν αξίαν 90 λουδ. Μετά την ανταλλαγήν έχομεν ακόμη την αυτήν ολικήν αξίαν. Η κυκλοφορούσα αξία δεν ηύξησεν ούτε κατά έν μόριον. Η μόνη αλλαγή είναι η διανομή της μεταξύ του Α και του Β. Η αυτή αλλαγή θα ελάμβανε χώραν, εάν ο Α έκλεπτεν απροκαλύπτως από τον Β 10 λουδοβ. Είναι φανερόν ότι ουδεμία αλλαγή εις την διανομήν των κυκλοφορουσών αξιών δύναται ν' αυξήση το ποσόν των, απαράλλακτα όπως ο Εβραίος δεν αυξάνει είς τινα χώραν την μάζαν των πολυτίμων μετάλλων, πωλών αντί μιας Γουινέας, ένα νόμισμα της βασιλίσσης Άννης. Ολόκληρος η τάξις των κεφαλαιούχων μιας χώρας δεν δύναται να κερδοσκοπήση επί του εαυτού της.

Ότι δήποτε και αν ειπούν, ότι δήποτε και αν κάμουν, τα πράγματα παραμένουν πάντοτε εις το αυτό σημείον. Ανταλλάσσουν ισοδύναμα; Δεν παράγεται υπεραξία. Επίσης δεν παράγεται υπεραξία και αν ανταλλάσουν μη ισοδύναμα. Η κυκλοφορία ή η ανταλλαγή εμπορευμάτων ουδεμίαν δημιουργεί αξίαν.

Ούτω το ποσόν των αξιών των ριφθεισών εν τη κυκλοφορία δεν δύναται να αυξήση, κατά συνέπειαν δέον εκτός αυτής να λάβη χώραν κάτι καθιστών δυνατόν τον σχηματισμόν μιας υπεραξίας. Αύτη όμως δύναται να παραχθή εκτός της κυκλοφορίας, η οποία ουδέν άλλο είναι ή το ολικόν ποσόν των αμοιβαίων σχέσεων των παραγωγών — ανταλλακτών.

Ο παραγωγός δύναται διά της εργασίας του να δημιουργήση αξίας, αλλ' ουχί αξίας αι οποίαι αυξάνουν μόναι των. Δύναται να υψώση την αξίαν ενός εμπορεύματος προσθέτου διά μιας νέας εργασίας, μίαν νέαν αξίαν εις μίαν παρούσαν αξίαν, με το δέρμα κατασκευάζει π. χ. υποδήματα. Η αυτή ύλη αξίζει τώρα περισσότερον, διότι απερρόφησε περισσοτέραν εργασίαν. Τα υποδήματα έχουν όθεν περισσοτέραν αξίαν από το δέρμα· αλλ' η αξία του δέρματος παραμένει οία ήτο, δεν προσέθεσεν υπεραξίαν κατά την κατασκευήν των υποδημάτων. Φαίνεται λοιπόν τελείως αδύνατον, ότι εκτός της κυκλοφορίας, χωρίς να έλθη εις επαφήν μετ' άλλων ανταλλακτών ο παραγωγός — ανταλλάκτης θα δυνηθή να προσδώση αξίαν εις την αξίαν ή να της μεταδώση την ιδιότητα να δημιουργή υπεραξίαν. Αλλ' άνευ τούτου δεν υπάρχει μετατροπή του χρήματός του ή του εμπορεύματός του εις κεφάλαιον.

Ούτω κατελήξαμεν εις διπλούν αποτέλεσμα. Η μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον δύναται να εξηγηθή, εάν λάβωμεν ως βάσιν τους υπάρχοντας νόμους της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ώστε η ανταλλαγή των ισοδυνάμων να χρησιμεύση ως αφετηρία. Ο κάτοχος του χρήματός μας, ο οποίος δεν είναι ακόμη κεφαλαιούχος ή εν καταστάσει χρυσαλίδος, δέον κατ' αρχήν ν' αγοράση εμπορεύματα εις την ακριβή των αξίαν, κατόπιν να τα πωλήση όσον αξίζουν, και εν τούτοις εις το τέλος ν' αποσύρη περισσοτέραν αξίαν αφ' όσην εχορήγησεν. Η μεταμόρφωσις του ανθρώπου των σκούδων εις κεφαλαιούχον δέον να γίνεται εις την σφαίραν της κυκλοφορίας και συγχρόνως να μη γίνεται. Αυτοί είναι οι όροι του προβλήματος. Hic Rhodus hic salta.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VI.
ΑΓΟΡΑ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΙΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΜΕΩΣ (FORCE DE TRAVAIL)

Η αύξησις της αξίας, καθ' ην το χρήμα μετατρέπεται εις κεφάλαιον, δεν δύναται να προέρχεται εκ του ιδίου τούτου χρήματος. Εάν έν μέσον πληρωμής, χρησιμεύη ως μέσον αγοράς πραγματοποιεί μόνον την τιμήν των εμπορευμάτων, τα οποία αγοράζει ή πληρώνει.

Εάν παραμένη όπως είναι, εάν διατηρήση την ιδίαν του μορφήν δεν είναι πλέον, ή ούτως ειπείν αξία στερεοποιημένη.

Πρέπει όθεν, η αλλαγή της εκφρασθείσης αξίας Χ — Ε — Χ', μετατροπή του χρήματος εις εμπόρευμα και τούτου πάλιν μετατροπή εις περισσότερον χρήμα, να προέρχηται εκ του εμπορεύματος. Δεν δύναται όμως να συμβή εν τη δευτέρα πράξει Ε — Χ', τη πωλήσει, ένθα το εμπόρευμα, αλλάσσει απλώς την φυσικήν του μορφήν με την μορφήν χρήμα. Εάν αντιμετωπίσωμεν τώρα την πρώτην πράξιν Χ — Ε την αγοράν, ευρίσκομεν ότι λαμβάνει χώραν ανταλλαγή μεταξύ ισοδυνάμων και ότι κατά συνέπειαν, το εμπόρευμα δεν έχει περισσοτέραν ανταλλακτικήν αξίαν από το μετατραπέν εις αυτήν χρήμα. Απομένει μία τελευταία υπόθεσις ήτοι ότι η αλλαγή προέρχεται εκ της αξίας χρήσεως του εμπορεύματος δηλαδή εκ της χρήσεώς του ή καταναλώσεώς του. Όθεν πρόκειται περί μιας αλλαγής εν τη ανταλλασσομένη αξία εκ της αυξήσεώς της. Διά να δυνηθώμεν να αρυσθώμεν ανταλλακτικήν αξίαν εκ της συνήθους αξίας ενός εμπορεύματος, θα έπρεπεν, ο άνθρωπος των σπουδών ν' ανακαλύψη εν τω μέσω της κυκλοφορίας, εις αυτήν ταύτην την αγοράν, εμπόρευμά τι, του οποίου η συνήθης αξία να κέκτηται το ιδιαίτερον προτέρημα, να είναι πηγή της ανταλλακτικής αξίας, εις τρόπον ώστε η κατανάλωσίς του θα εσήμαινε την πραγματοποίησιν της εργασίας και κατά συνέπειαν την δημιουργίαν της αξίας.

Και ο άνθρωπος ούτος ευρίσκει πράγματι εις την αγοράν εμπόρευμα προικισμένον διά του ιδικού τούτου προτερήματος και ονομαζόμενον δύναμις της εργασίας ή εργατική δύναμις (force de travail).

Υπό το όνομα τούτο, δέον να εννοώμεν το σύνολον των φυσικών και διανοητικών δυνάμεων, των υπαρχουσών εις το σώμα εκάστου ανθρώπου, εν τη ζώση προσωπικότητί του και το οποίον δέον να θέσωμεν εις κίνησιν διά να παραγάγωμεν ωφέλιμα πράγματα. Ίνα ο κάτοχος του χρήματος εύρη εις την αγοράν την εργατικήν δύναμιν ως εμπόρευμα, δέον να προϋπάρξουν διάφοροι συνθήκαι. Η ανταλλαγή των εμπορευμάτων καθ' εαυτήν, δεν συνεπιφέρει άλλας σχέσεις εξαρτήσεως ή εκείνας, αι οποίαι απορρέουν εκ της φύσεώς της.

Η εργατική όμως δύναμις δεν δύναται να παρουσιασθή εις την αγοράν ως εμπόρευμα, ειμή μόνον εάν προσφερθή ή πωληθή υπό του ιδίου της κατόχου. Ούτος δέον κατά συνέπειαν να δύναται να την διαθέτη, δηλαδή να είναι ελεύθερος ιδιοκτήτης της εργατικής του δυνάμεως, του ιδίου εαυτού του. Ούτος συναντάται μετά του κατόχου χρήματος εις την αγοράν και εκεί συνάπτουν σχέσεις ως όμοιοι ανταλλάκται. Διαφέρουν μόνον κατά τούτο: Ο είς αγοράζει και ο άλλος πωλεί, όμως αμφότεροι είναι πρόσωπα νομικώς ίσα.

Ίνα η σχέσις αύτη διατηρηθή πρέπει, όπως ο ιδιοκτήτης της εργατικής δυνάμεως μη πωλήση ταύτην ποτέ, ειμή δι' ωρισμένον χρονικόν διάστημα, διότι εάν την πωλήση ολικώς άπαξ διά παντός, πωλείται ο ίδιος και από ελεύθερος γίνεται δούλος, από έμπορος εμπόρευμα. Εάν θελήση να διατηρήση την προσωπικότητά του, δέον να μη διαθέση την εργατικήν του δύναμιν ειμή μόνον προσωρινώς, εις τρόπον ώστε απαλοτριών ταύτην να μη εγκαταλείπη ούτω την επ' αυτής ιδιοκτησίαν του.

Ο δεύτερος ουσιώδης όρος, όπως ο άνθρωπος των σκούδων εύρη ν' αγοράση την εργατικήν δύναμιν, είναι ο κάτοχος της τελευταίας ταύτης, αντί να δυνηθή να πωλήση εμπορεύματα, εις τα οποία επραγματοποιήθη η εργασία του να υποχρεούται να προσφέρη ή να θέση εις πώλησιν, ως εμπόρευμα, αυτήν την εργατικήν δύναμίν του ήτις ευρίσκεται εις τον οργανισμόν του.

Όστις θέλει να πωλήση εμπορεύματα διακεκριμένα της ιδίας εργατικής του δυνάμεως, δέον βεβαίως να κέκτηται μέσα παραγωγής, ως πρώτας ύλας, εργαλεία κ. λ. π. Του είναι αδύνατον π. χ. να κατασκευάση υποδήματα άνευ δέρματος, επί πλέον δε έχει ανάγκην και των μέσων της διατροφής. Ουδείς ουδ' αυτός ο μουσικός του μέλλοντος δεν δύναται να ζήση εκ των προϊόντων της μελλούσης εποχής, ούτε να επαρκέση μέσω αξιών χρήσεως ων η παραγωγή δεν έχει εισέτι περατωθή· σήμερον, όπως και κατά την πρώτην ημέραν της εμφανίσεώς του επί της κοσμικής σκηνής, ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να καταναλίσκη πριν παραγάγη και κατά το στάδιον της παραγωγής. Εάν τα προϊόντα είναι εμπορεύματα πρέπει να πωληθούν διά να δυνηθούν να ικανοποιήσουν τας ανάγκας του παραγώγου. Εις τον αναγκαίον χρόνον της παραγωγής προστίθεται ο αναγκαίος χρόνος της πωλήσεως.

Η μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον απαιτεί όθεν όπως ο κάτοχος του χρήματος ευρίσκει εις την αγοράν τον ελεύθερον εργάτην, και ελεύθερον από διπλής απόψεως. 1ον Ο εργάτης δέον να είναι πρόσωπον ελεύθερον, διαθέτον την δύναμιν της ελευθερίας του, ως ίδιον του εμπόρευμα. 2ον Δέον να μη έχη άλλο εμπόρευμα προς πώλησιν· να είναι ούτως ειπείν ελεύθερος τελείως, στερούμενος τελείως όλων των αναγκαίων διά την πραγματοποίησιν της εργατικής του δυνάμεως.

Εξ άλλου, η ανταλλαγή των προϊόντων πρέπει ήδη να έχη την μορφήν της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ίνα δυνηθή ν' ανέλθη επί σκηνής το νόμισμα. Αι διάφοροί του λειτουργίαι, ως απλούν ισοδύναμον, μέσον κυκλοφορίας, μέσον πληρωμής, θησαυρού, αποθέματος κ.λ.π. δεικνύουν διαδοχικώς, διά της συγκριτικής επικρατήσεως της μεν επί της δε, φάσεις λίαν διαφόρους της κοινωνικής παραγωγής. Εν τούτοις η πείρα μας διδάσκει, ότι μία εμπορική κυκλοφορία, σχετικώς ολίγον ανεπτυγμένη, αρκεί όπως εκδηλώση όλας τας μορφάς ταύτας. Δεν συμβαίνει όμως το αυτό και διά το κεφάλαιον. Αι ιστορικαί συνθήκαι της υπάρξεώς του δεν συμπίπτουν με την κυκλοφορίαν των εμπορευμάτων και του νομίσματος. Το κεφάλαιον παράγεται εκεί ένθα ο κάτοχος των μέσων της παραγωγής και διατροφής, συναντά εν τη αγορά τον ελεύθερον εργάτην, ερχόμενον να πωλήση εκεί την εργατικήν του δύναμιν και ο μοναδικός ούτος ιστορικός όρος, περικλείει ολόκληρον νέον κόσμον. Το κεφάλαιον αγγέλλεται ευθύς εξ αρχής ως εποχή κοινωνικής παραγωγής (43).

Μας μένει τώρα να εξετάσωμεν εγγύτερον την εργατικήν δύναμιν. Το εμπόρευμα τούτο, ως και παν άλλο κέκτηται αξίαν τινά. Πώς καθορίζεται αύτη; Διά του αναγκαιούντος προς παραγωγήν της χρόνου εργασίας.

Ως αξία, η εργατική δύναμις αντιπροσωπεύει το ποσοστόν της κοινωνικής εργασίας της εν αυτή πραγματοποιηθείσης. Πραγματικώς όμως δεν υφίσταται ή ως δύναμις ή ως ιδιότης του ζώντος ατόμου. Εάν λάβωμεν υπ' όψει το άτομον, τούτο παράγει την ζωτικήν δύναμιν του αναπαραγόμενον ή αυτοδιατηρούμενον. Διά την συντήρησιν ή διατήρησίν του έχει ανάγκην ποσού τινος μέσων διατροφής. Ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως, αναλύεται όθεν εις τον αναγκαίον χρόνον της εργασίας διά την παραγωγήν των μέσων τούτων της διατροφής. Ή μάλλον η εργατική δύναμις έχει ακριβώς την αξίαν των μέσων της διατροφής, των αναγκαιούντων εις εκείνον, ο οποίος την διαθέτει.

Η εργατική δύναμις πραγματοποιείται διά της εξωτερικής εκδηλώσεώς της. Θεωρείται και βεβαιούται διά της εργασίας, ήτις και αυτή αναγκαιοί δαπάνην τινά μυώνων, νεύρων, ανθρωπίνου εγκεφάλου, δαπάνης χρηζούσης αντισταθμίσματος. Όσον περισσότερον η φθορά είναι μεγάλη τόσον περισσότερα είναι τα έξοδα της επιδιορθώσεως (44).

Εάν ο κάτοχος της εργατικής δυνάμεως, ειργάσθη σήμερον, πρέπει να επαναλάβη τούτο την επαύριον και υπό ομοίους όρους δραστηριότητος και υγείας. Πρέπει λοιπόν, το ποσόν των μέσων διατροφής να είναι αρκετόν διά την συντήρησιν της κανονικής του ζωής.

Αι φυσικαί ανάγκαι όπως η τροφή, τα ενδύματα, η θέρμανσις, η κατοικία κ.λ.π. διαφέρουν κατά το κλίμα και τας άλλας φυσικάς ιδιότητας χώρας τινός. Αφ' ετέρου ο αριθμός των λεγομένων φυσικών αναγκών, ως και ο τρόπος της ικανοποιήσεώς των, είναι ιστορικόν προϊόν και εξαρτάται ούτω κατά μέγα μέρος εκ του βαθμού του πολιτισμού.

Η καταγωγή της ημερομισθίου τάξεως εν εκάστη χώρα, το ιστορικόν περιβάλλον ένθα εσχηματίσθη αύτη εξακολουθούν επί μακρόν να εξασκούν την μεγαλειτέραν επιρροήν, επί των συνηθειών των απαιτήσεων και κατά συνέπειαν των αναγκών, τας οποίας επιφέρει αύτη εν τη ζωή. Η εργατική δύναμις περικλείει όθεν, από απόψεως αξίας, ιστορικόν τι και ηθικόν στοιχείον, όπερ την διακρίνει των άλλων εμπορευμάτων. Αλλά εν δεδομένη εποχή και χώρα η αναγκαία αναλογία των μέσων της διατροφής είναι ωσαύτως δεδομένη.

Οι ιδιοκτήται των εργατικών δυνάμεων είναι θνητοί. Διά να τους συναντήση τις εις την αγοράν, ως απαιτεί τούτο η συνεχής μετατροπή του χρήματος εις κεφάλαιον, δέον είναι αιώνιοι καθώς καθίσταται αιώνιον το άτομον διά του γένους. Αι εργατικαί δυνάμεις τας οποίας η φθορά και ο θάνατος αφαιρούν από την αγοράν δέον ν' αντικαθίστανται υπό αριθμού τουλάχιστον ίσου. Το ποσόν των μέσων των αναγκαιούντων διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως, περιλαμβάνει όθεν και τα μέσα διατροφής των αντικαταστατών, δηλαδή των τέκνων των εργατών, ίνα η περίεργος αύτη φυλή ανταλλακτών καταστή αιώνιος εις την αγοράν.

Αφ' ετέρου, διά να τροποποιηθή η ανθρωπίνη φύσις εις τρόπον, ώστε ν' αποκτήση ικανότητα ακρίβειαν και ταχύτητα εις ωρισμένον είδος εργασίας δηλαδή διά να καταστή εργατική δύναμις ανεπτυγμένη προς ειδικήν κατεύθυνσιν, χρειάζεται ποιά τις εκπαίδευσις, ήτις και αύτη στοιχίζει ποσόν κατά το μάλλον ή ήττον μέγα ισοδύναμον εις εμπορεύματα. Το ποσόν τούτο ποικίλλει αναλόγως του χαρακτήρος κατά το μάλλον ή ήττον περιπλόκου της εργατικής δυνάμεως.

Τα έξοδα της εκπαιδεύσεως ελάχιστα άλλως τε διά την απλήν δύναμιν εργασίας, εισέρχονται εις το ολικόν των αναγκαίων εμπορευμάτων διά την παραγωγήν της.

Επειδή η δύναμις της εργασίας είναι ισοδύναμος προς ωρισμένον ποσόν μέσων συντηρήσεως, η αξία της αλλάσσει με την αξίαν των, δηλαδή αναλόγως προς τον αναγκαίον διά την παραγωγήν χρόνον εργασίας. Έν μέρος των μέσων συντηρήσεως των αποτελούντων π. χ. την τροφήν, την θέρμανσιν κ.λ.π. καταστρέφονται καθ' εκάστην υπό της καταναλώσεως και δέον καθ' εκάστην ν' αντικαθίστανται. Άλλα, ως τα ενδύματα, τα έπιπλα, κ.λ.π. φθείρονται βραδύτερον και έχουν ανάγκην αντικαταστάσεως, εις μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Εμπορεύματα τινά δέον ν' αγοράζονται ή να πληρώνωνται καθημερινώς, άλλα εκάστην εβδομάδα, εκάστην εξαμηνίαν κ. λ. π. Αλλά καθ' οιονδήποτε τρόπον και αν διανέμωνται αι δαπάναι αύται εις το διάστημα του έτους, το ποσόν των πρέπει να είναι πάντοτε κεκαλυμμένον διά της μέσης ημερησίας εισπράξεως. Ας ονομάσωμεν την διά την παραγωγήν της εργατικής δυνάμεως απαιτουμένην καθ' εκάστην ποσότητα εμπορευμάτων Α, την απαιτουμένην δι' εκάστην εβδομάδα Β, την απαιτουμένην δι' εκάστην τριμηνίαν Γ κ. ο. κ. ο μέσος όρος των εμπορευμάτων τούτων θα είναι:

365 Α + 52 Β + 4 Γ
--------------------κ. λ. π.
365

Η αξία του αναγκαίου τούτου ποσού εμπορευμάτων διά την μέσην ημέραν δεν αντιπροσωπεύει ή το ποσόν της δαπανηθείσης εργασίας εν τη παραγωγή των, έστω 6 ώρας. Χρειάζεται τότε ημίσεια ημέρα εργασίας, διά να παραχθή καθ' εκάστην η εργατική δύναμις. Το ποσοστόν τούτο της εργασίας, το οποίον απαιτεί διά την ημερησίαν παραγωγήν της, καθορίζει την ημερησίαν αξίαν της. Ας υποθέσωμεν ακόμη ότι το κατά μέσον όρον παραγόμενον ποσόν χρυσού επί ημίσειαν ημέραν 6 ωρών, ισούται με 5 φρ. ή έν σκούδον. Τότε η τιμή ενός σκούδου εκφράζει την ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως. Εάν ο ιδιοκτήτης της την πωλεί καθ' εκάστην αντί ενός σκούδου, την πωλεί τότε, εις την ακριβή της αξίαν και κατά την υπόθεσίν μας ο κάτοχος ούτος του χρήματος κατά την μετατροπήν των σκούδων εις κεφάλαιον καταδικάζεται και πληρώνει την αξίαν ταύτην.

Η τιμή της εργατικής δυνάμεως φθάνει το μίνιμουμ όταν περιορίζεται εις την αξίαν των φυσιολογικώς απαραιτήτων μέσων διατροφής, δηλαδή εις την αξίαν ενός ποσού εμπορευμάτων το οποίον δεν δύνανται να ολιγοστεύση χωρίς ν' εκθέση εις κίνδυνον αυτήν την ζωήν του εργάτου. Όταν πίπτει εις το μίνιμουμ τούτο η τιμή κατέρχεται κάτω της αξίας της εργατικής δυνάμεως, ήτις τότε φυτοζωεί. Όθεν η αξία παντός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του αναγκαίου χρόνου εργασίας, διά να δυνηθή να παραδοθή εις κανονικήν ποιότητα.

Δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν όπως λέγει ο Rossi «την εργατικήν δύναμιν ανεξάρτητον των μέσων της διατροφής κατά την διάρκειαν του έργου της παραγωγής». Αλλ' ο λέγων εργατικήν δύναμιν δεν λέγει ακόμη εργασίαν, όπως η δύναμις της χωνεύσεως δεν σημαίνει χώνευσιν. Διά να φθάσωμεν εκεί χρειάζεται κάτι περισσότερον από καλόν στόμαχον. Εάν ο εργάτης δεν ευρίσκη να πωλήση την εργατικήν του δύναμιν, τότε μακράν του να χαρή, θα αισθανθή ως σκληράν φυσικήν ανάγκην, ότι η εργατική του δύναμις, ήτις ήδη απήτησε διά την παραγωγήν της ποσοστόν τι των μέσων συντηρήσεως απαιτεί και συνεχώς νέον ποσοστόν διά την αναπαραγωγήν της. Θα ανακαλύψη τότε μετά του Sismondi, ότι η δύναμις αύτη εάν δεν πωληθή δεν είναι τίποτε.

Το μεταξύ πωλητών και αγοραστού δυνάμεως της εργασίας συμφωνητικόν παρουσιάζει την εξής λεπτομέρειαν: ότι εις πάσας τας χώρας ένθα βασιλεύει το σύστημα της καπιταλιστικής παραγωγής, η εργατική δύναμις δεν πληρώνεται παρά μόνον μετά την εκτέλεσιν της λειτουργίας της, εις το τέλος του μηνός, του 15θημέρου, ή της εβδομάδος. Ο εργάτης προσφέρει λοιπόν πανταχού εις τον κεφαλαιούχον, την συνήθη αξίαν της δυνάμεώς του. Την αφήνει να καταλίσκεται υπό του αγοραστού, πριν επιτύχει την τιμήν της. Εν μια λέξει, του κάμνει πανταχού πίστωσιν, και εκείνο το οποίον αποδεικνύει ότι η πίστωσις αύτη δεν είναι ματαία χίμαιρα, δεν είναι μόνον η απώλεια του ημερομισθίου, όταν ο κεφαλαιούχος πτωχεύει, αλλ' ακόμη πλήθος άλλων συνεπειών ολιγώτερον τυχαίων.

Η αξία χρήσεως της εργατικής δυνάμεως φαίνεται εν χρήσει μόνον, εν τη καταναλώσει της. Πάντα τ' αναγκαία εις την εκπλήρωσιν του έργου τούτου, πρώται ύλαι, όργανα κ.τ.λ. αγοράζονται εις την αγοράν των προϊόντων υπό του ανθρώπου των σκούδων και πληρώνονται εις την ακριβή τιμήν των. Η κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως, είναι συγχρόνως, παραγωγή εμπορευμάτων και παραγωγή υπεραξίας. Η κατανάλωσις αύτη λαμβάνει χώραν, καθώς η κατανάλωσις παντός άλλου εμπορεύματος, εκτός της αγοράς ή της σφαίρας της κυκλοφορίας. Θα εγκαταλείψωμεν όθεν, ταυτοχρόνως μετά του κατόχου χρήματος και του κατόχου της εργατικής δυνάμεως, την θορυβώδη ταύτην σφαίραν ένθα το παν λαμβάνει χώραν εν τη επιφανεία και προ των ομμάτων όλων διά να τας ακολουθήσωμεν αμφοτέρας εις το μυστικόν εργαστήριον της παραγωγής, επί του κατωφλίου, του οποίου είναι γεγραμμένον: no admittance except on business. Εκεί θα είδωμεν όχι μόνον πώς παράγει το κεφάλαιον, αλλ' ακόμη πώς παράγεται το ίδιον. Η δημιουργία της υπεραξίας, το μέγα τούτο μυστικόν της συγχρόνου κοινωνίας πρόκειται τέλος να αποκαλυφθή.

Η σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ένθα εκπληρούται η πώλησις και η αγορά της εργατικής δυνάμεως, είναι πραγματικώς αληθής Εδέμ των φυσικών δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτου. Εκεί βασιλεύει μόνον η ελευθερία, η ισότης, η ιδιοκτησία και ο Beutham.

Ελευθερία! διότι ούτε ο αγοραστής, ούτε ο πωλητής ενός εμπορεύματος ενεργούν αναγκαστικώς. Τουναντίον, αποφασίζουν μόνον με την ελεύθεραν των βούλησιν, συνάπτουν συμφωνίας ως πρόσωπα ελεύθερα έχοντα τα αυτά δικαιώματα. Η συμφωνία των είναι το ελεύθερον προϊόν, εν τω οποίω αι θελήσεις των λαμβάνουν κοινήν νομικήν έκφρασιν.

Ισότης! διότι έρχονται αμφότεροι εις σχέσεις ως κάτοχοι του εμπορεύματος και ανταλλάσσουν ισοδύναμον αντί ισοδυνάμου.

Ιδιοκτησία! διότι έκαστος διαθέτει ότι πωλεί.

Beutham! διότι δι' έκαστον τούτων δεν πρόκειται ή περί του εαυτού του. Η μόνη δύναμις, ήτις θέτει αυτούς αντιμετώπους και φέρει αυτούς εις σχέσεις, είναι η δύναμις του εγωισμού των, του ιδιαιτέρου κέρδους των, των ιδιαιτέρων συμφερόντων των. Έκαστος σκέπτεται μόνον δι' εαυτόν, ουδείς ανησυχεί διά τον άλλον, και ακριβώς διά τούτο χάρις εις την προϋπάρχουσαν αρμονίαν των πραγμάτων ή υπό την αιγίδα της όλης ευφυούς ταύτης προνοίας, εργαζόμενος έκαστος δι' εαυτόν, έκαστος παρ' αυτώ, εργάζεται συγχρόνως διά την γενικήν χρησιμότητα, διά το κοινόν συμφέρον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VII.
ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΑΞΙΩΝ ΧΡΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ

I. Παραγωγή αξιών χρήσεως.

Η χρήσις ή η χρησιμοποίησις της εργατικής δυνάμεως, είναι η εργασία. Ο αγοραστής της δυνάμεως ταύτης την καταναλίσκει, υποχρεών εις εργασίαν τον πωλητήν. Ίνα ούτος παραγάγη εμπορεύματα, η εργασία του δέον να είναι χρήσιμος, ήτοι να πραγματοποιείται εις αξίας χρήσεως. Είναι όθεν μία ιδιαιτέρα αξία χρήσεως, ειδικόν είδος το οποίον ο κεφαλαιούχος παράγει διά του εργάτου. Ούτος δε δεν δύναται να παραγάγη ειμή εφ' όσον ο κεφαλαιούχος του χορηγήση πρώτην ύλην και τα εργαλεία της παραγωγής.

Εν τη εκτελέσει της εργασίας, η δραστηριότης του ανθρώπου επιφέρει τη βοήθεια των μέσων της εργασίας, μίαν εκουσίαν τροποποίησιν της πρώτης ύλης.

Η ενέργεια εξαφανίζεται εις το προϊόν, ήτοι εις αξίαν χρήσεως, φυσικήν τινα ύλην εφηρμοσμένην εις τας ανθρωπίνους ανάγκας διά μιας αλλαγής της μορφής. Η εργασία, συνενουμένη μετά του αντικειμένου της, υλοποιήθη, και η ύλη είναι κατειργασμένη. Ό,τι εις τον εργάτην ήτο κίνησις, εμφανίζεται τώρα εις το προϊόν ως ιδιότης εν ηρεμία. Ο εργάτης ύφανε και το προϊόν είναι ύφασμα.

Εάν εξετάσωμεν το σύνολον της κινήσεως ταύτης, από απόψεως του αποτελέσματός της, τότε αμφότερα, μέσον και αντικείμενον εργασίας, παρουσιάζονται ως μέσα παραγωγής, και αυτή η εργασία, ως παραγωγική εργασία.

Εάν η αξία της χρήσεως, είναι το προϊόν εργασίας, εισέρχονται εν αυτή άλλαι αξίαι χρήσεως, προϊόντα και ταύτα προηγουμένης εργασίας. Η αυτή αξία χρήσεως, προϊόν εργασίας τινός, καθίσταται το μέσον παραγωγής άλλου τινός. Τα προϊόντα δεν είναι λοιπόν μόνον αποτελέσματα, αλλ' ακόμη συνθήκαι της εκτελέσεως της εργασίας.

Το αντικείμενον της εργασίας χορηγείται υπό μόνης της φύσεως εν τη εξαγωγική βιομηχανία — εκμετάλλευσις μεταλλείων, κυνηγίου, αλιείας κτλ. — και αυτή τη γεωργία, εφ' όσον περιορίζεται να εκχερσοί γαίας, εισέτι παρθένους. Όλοι οι άλλοι κλάδοι της βιομηχανίας επεξεργάζονται πρώτας ύλας, ήτοι αντικείμενα, άτινα επέρασαν ήδη από εργασίαν, ως π. χ. η σπορά εις την γεωργίαν.

Τα ζώα και τα φυτά, τα οποία συνήθως διαιρούνται ως φυσικά προϊόντα, είναι εν τη βιομηχανική μορφή των, όχι μόνον ως προϊόντα της εργασίας του παρελθόντος έτους, αλλ' ακόμη μιας μεταβολής συνεχισθείσης επί αιώνας υπό την επίβλεψιν και την μεσολάβησιν της ανθρωπίνης εργασίας. Όσον διά τα κυρίως εργαλεία, τα πλείστα τούτων, εμφανίζουν και εις το πλέον επιπόλαιον βλέμμα ίχνη παρελθούσης εργασίας.

Η πρώτη ύλη δύναται να σχηματίση την κυρίαν ουσίαν του προϊόντος ή να εισέλθη εν αυτώ υπό μορφήν βοηθητικής ύλης. Αύτη τότε καταναλίσκεται υπό του μέσου της εργασίας, ως ο γαιάνθραξ υπό του ατμοπλοίου, το έλαιον υπό του τροχού και η βρώμη υπό του ίππου, ή μάλλον συνενούνται με την πρώτην ύλην διά να ενεργήση μεταβολήν τινα, ως το χλώριον επί του αβράστου υφάσματος, ο άνθραξ επί του σιδήρου, το χρώμα επί του μαλλίου, ή ακόμη, βοηθεί αυτήν ταύτην την εργασίαν να εκπληρωθή, ως π. χ. αι φθαρείσαι ύλαι εις τον φωτισμόν και την θέρμανσιν του εργαστηρίου. Η διαφορά μεταξύ κυρίων υλών και βοηθητικών τοιούτων, συγχέεται εν τη κυρίως χημική κατασκευή, ένθα ουδεμία των χρησιμοποιηθείσας υλών, δεν εμφανίζεται εκ νέου ως ουσία του προϊόντος.

Ως παν αντικείμενον κέκτηται διαφόρους ιδιότητας και είνε επιδεκτικόν, ως εκ τούτου, εις πλέον της μιας εφαρμογήν, το αυτό προϊόν είναι επιδεκτικόν σχηματισμού πρώτης ύλης εκ διαφόρων ενεργειών. Οι σπόροι χρησιμεύουν ούτω ως πρώτη ύλη εις τον μυλωθρόν και τον αμυλοποιόν, οινοπνευματοποιόν, εις τον κτηνοτρόφον κ.τ.λ. ως σπορά δε καθίστανται πρώτη ύλη της ιδίας των παραγωγής. Ούτω ο άνθραξ εξέρχεται ως προϊόν εκ της μεταλλουργικής βιομηχανίας, ενώ εισέρχεται εν αυτή ως μέσον παραγωγής.

Εν τη αυτή πράξει, το αυτό προϊόν, δύναται να χρησιμεύση και ως μέσον εργασίας, και ως πρώτη ύλη· εν τη κτηνοτροφία π. χ. το ζώον, η επεξειργασμένη ύλη, λειτουργεί ωσαύτως ως μέσον διά την παραγωγήν της κόπρου.

Προϊόν υφιστάμενον ήδη υπό μίαν μορφήν, καθιστώσαν τούτο κατάλληλον διά την κατανάλωσιν, δύναται εν τούτοις να καταστή κατόπιν πρώτη ύλη άλλου προϊόντος. Η σταφυλή είναι η πρώτη ύλη του οίνου. Υπάρχουν επίσης εργασίαι των οποίων τα προϊόντα είναι ακατάλληλα διά πάσαν άλλην υπηρεσίαν πλην της πρώτης ύλης. Εν τοιαύτη κατασταθεί το προϊόν δεν έλαβεν, ως λέγουν, ή ημιτελή εργασίαν (demi—facon), ενώ καλύτερον θα ήτο να ελέγομεν ότι ήτο προϊόν βαθμιαίον, ως π. χ. ο βάμβαξ, τα πλεκτά, το τσίτι κ.τ.λ. Η αρχική πρώτη ύλη, αν και παράγη η ιδία, δυνατόν να έχη να διατρέξη κλίμακας ολοκλήρους μεταβολών εν ταις οποίαις, υπό μορφήν μεταβεβλημένην, λειτουργεί πάντοτε ως πρώτη ύλη μέχρι της τελευταίας πράξεως, ήτις την καθορίζει ως αντικείμενον καταναλώσεως ή μέσον εργασίας.

Βλέπομεν ότι ο χαρακτήρ του προϊόντος πρώτης ύλης, η του μέσου εργασίας, δεν αποδίδεται εις αξίαν χρήσεως ειμή αναλόγως της καθορισμένης θέσεως την οποίαν κατέχει εν τη πορεία της εργασίας, η δε αλλαγή της θέσεώς της αλλάσσει τον προσδιορισμόν της.

Πάσα αξία χρήσεως, εισερχομένη εις νέας εργασίας ως μέσον παραγωγής, χάνει όθεν τον χαρακτήρα της ως προϊόντος και λειτουργεί εις το εξής ως παράγων ζώσης εργασίας. Ο κλώστης θεωρεί το κλωστήριον και το λίνον απλώς ως μέσον παραγωγής και αντικείμενον της εργασίας του. Είνε βέβαιον ότι δεν δυνάμεθα να πλέξωμεν άνευ εργαλείων και άνευ ύλης. Ούτω η ύπαρξις των προϊόντων τούτον υπονοείται ήδη πριν αρχίσωμεν το πλέξιμον. Αλλ' εν τη τελευταία ταύτη πράξει μας είνε τελείως αδιάφορον εάν το κλωστήριον και το λίνον είνε προϊόντα προγενεστέρας εργασίας, όπως είνε αδιάφορον εν τη ενεργεία της διατροφής, εάν ο άρτος είνε προϊόν προγενεστέρων εργασιών του καλλιεργητού, του μυλωθρού, του αρτοποιού κ.ο.κ. Όλως τουναντίον μόνον διά της ελλείψεώς των, τεθέντος πλέον εν κινήσει του έργου, τα μέσα της παραγωγής παρουσιάζουν την αξίαν του χαρακτήρος των ως προϊόντων. Μάχαιραι αίτινες δεν κόπτουν, κλωστή ήτις θραύεται ανά πάσαν στιγμήν, υπενθυμίζουν τους κατασκευαστάς των. Το καλόν προϊόν δεν κάμνει αισθητήν την εργασίαν, εξ ης έλκει τα ωφέλιμα προτερήματά του.

Μηχανή μη χρησιμεύουσα εις την εργασίαν είναι άχρηστος. Εξ άλλου καταστρέφεται υπό την καταστρεπτικήν επιρροήν των φυσικών πρακτόρων. Ο σίδηρος οξιδούται, το ξύλον σήπεται, το μη κατεργασθέν μαλλίον κατατρώγεται υπό των σκωλήκων. Η ζώσα εργασία δέον να παραλάβη τα αντικείμενα ταύτα να τα αναστήση εκ νεκρών και να τα μετατρέψη από πιθανάς χρησιμότητας, εις πραγματικάς, εις χρησιμότητας. Λειχόμενα υπό της φλογός της εργασίας, μετατρεπόμενα εις όργανά της, καλούμενα διά της πνοής της να εκπληρώσουν τας ειδικάς των λειτουργίας, καταναλίσκονται ωσαύτως διά καθορισμένον σκοπόν, ως στοιχεία, σχηματίζονται νέα προϊόντα.

Όθεν, τα προϊόντα είναι όχι μόνον το αποτέλεσμα, αλλ' ακόμη ο όρος της υπάρξεως της εργασίας, τότε μόνον όταν ταύτα ριφθούν ή τεθούν εις επαφήν με την ζώσαν εργασίαν, και όταν τα αποτελέσματα ταύτα της παρελθούσης εργασίας δυνηθούν να διατηρηθούν και χρησιμοποιηθούν.

Η εργασία φθείρει τα υλικά της στοιχεία, το αντικείμενον και τα μέσα της, και είναι κατά συνέπειαν πράξις καταναλώσεως. Η παραγωγική αύτη κατανάλωσις διακρίνεται της ατομικής καταναλώσεως εκ του ότι αύτη καταναλίσκει τα προϊόντα ως μέσα απολαύσεως του ατόμου, ενώ εκείνα τα καταναλίσκει ως μέσα εκπληρώσεως της εργασίας. Το προϊόν της ατομικής καταναλώσεως είναι κατά συνέπειαν, αυτός ο καταναλωτής· το αποτέλεσμα της παραγωγικής καταναλώσεως είναι προϊόν διακριτόν του καταναλωτού.

Εφ' όσον τα μέσα της και το αντικείμενόν της, είναι ήδη προϊόντα, η εργασία καταναλίσκει προϊόντα διά να παραγάγη προϊόντα, ή μάλλον χρησιμοποιεί προϊόντα ως μέσα παραγωγής νέων προϊόντων. Αλλ' η εργασία ήτις αρχικώς γίνεται μεταξύ του ανθρώπου και της γης, την οποίαν ευρίσκει, εκτός αυτού δεν παύει ποτέ χρησιμοποιούσα μέσα παραγωγής φυσικής προελεύσεως, μη αντιπροσωπεύοντα συνδυασμόν τινά μεταξύ των φυσικών στοιχείων και της ανθρωπίνης εργασίας.

Ας επιστρέψωμεν όμως εις τον κεφαλαιούχον μας. Τον εχάσαμεν καθ' ην στιγμήν ήρχετο να αγοράση εις την αγοράν όλους τους αναγκαίους παράγοντας διά την εκπλήρωσιν της εργασίας, τους αντικειμενικούς παράγοντας — μέσα παραγωγής — και τον υποκειμενικόν παράγοντα — εργατικήν δύναμιν. Τους εξέλεξε ως γνώστης, ως έμπειρος, όπως τους χρειάζεται διά το ιδιαίτερον είδος της εργασίας του, διά την νηματουργίαν, την υποδηματοποιίαν κτλ. άρχεται λοιπόν να καταναλίσκη το εμπόρευμα το οποίον ηγόρασε, την δύναμιν της εργασίας, πράγμα που σημαίνει ότι καταναλίσκει τα μέσα της παραγωγής διά της εργασίας. Γενικώς η φύσις της εργασίας ουδόλως μετεβλήθη, διότι ο εργάτης εκπληροί την εργασίαν του όχι δι' εαυτόν, αλλά διά τον κεφαλαιούχον.

Η εκτέλεσις της εργασίας, ως κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως υπό του κεφαλαίου, δεν δεικνύει ή δύο μόνον ιδιαίτερα φαινόμενα ο εργάτης εργάζεται υπό τον έλεγχον του κεφαλαιούχου, εις τον οποίον ανήκει η εργασία του· ο κεφαλαιούχος επαγρυπνεί όπως το έργον γίνη καλώς και τα μέσα της παραγωγής χρησιμοποιηθούν συμφώνως με τον επιζητούμενον σκοπόν, όπως μη σπαταληθή η πρώτη ύλη, και το εργαλείον της εργασίας μη υποστή παρά την απαραίτητον εκ της χρησιμοποιήσεώς του φθοράν.

Δεύτερον, το προϊόν είναι ιδιοκτησία του κεφαλαιούχου, και όχι του αμέσου παραγωγέως, του εργάτου. Ο κεφαλαιούχος πληρώνει π. χ. την ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως, ης η χρήσις συνεπώς του ανήκει διαρκούσης της ημέρας, ακριβώς παρομοίως με τον ίππον εκείνον τον οποίον ενοικιάζομεν με την ημέραν. Η χρήσις του εμπορεύματος ανήκει εις τον αγοραστήν, δίδων δε την εργασίαν του, ο κάτοχος της εργατικής δυνάμεως δίδει εις την πραγματικότητα την αξίαν χρήσεως, την οποίαν επώλησεν. Ευθύς άμα τη εισόδω του εις το εργαστήριον, η χρησιμότης της δυνάμεώς του, η εργασία, ανήκει εις τον κεφαλαιούχον. Αγοράζων την δύναμιν της εργασίας του, ο κεφαλαιούχος ενεσωμάτωσε την εργασίαν ως στοιχείον ζωής εις τα παθητικά στοιχεία προϊόντων, άτινα είχε προμηθευθή. Από της απόψεώς του, η εργασία δεν είναι άλλο τι ή η κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως του εμπορεύματος, το οποίον ηγόρασεν, αλλά το οποίον δεν θα κατηνάλισκεν, εάν δεν του προσέθετε μέσα παραγωγής. Η εργασία είναι ούτω πράξις επί πραγμάτων, τα οποία ηγόρασε· του ανήκουν. Όθεν το προϊόν της πράξεως ταύτης του ανήκει, κατά τον αυτόν λόγον καθ' ον και το προϊόν της ζυμώσεως εν τη οιναποθήκη του.

II. Παραγωγή της υπεραξίας.

Το προϊόν — ιδιοκτησία του κεφαλαιούχου — είνε αξία χρήσεως, ύφασμα, υποδήματα κτλ. Αλλ' αν και τα υποδήματα π. χ. βοηθούν τον κόσμον να βαδίζη, ο δε κεφαλαιούχος μας είνε πραγματικός άνθρωπος της προόδου, όμως δεν κατασκευάζει υποδήματα εξ αγάπης ιδιαιτέρας προς αυτά. Γενικώς, εν τη εμπορική παραγωγή, η αξία χρήσεως, δεν είναι πράγμα το οποίον αγαπούν, ως αξίαν χρήσεως, χρησιμεύει μόνον ως φορεύς της αξίας. Όθεν, διά τον κεφαλαιούχον μας, το πρώτιστον είναι να παράγη χρήσιμον αντικείμενον, έχον ανταλλακτικήν αξίαν, είδος κατάλληλον διά πώλησιν, εμπόρευμα. Επί πλέον θέλει όπως η αξία του εμπορεύματος τούτου, υπερβαίνει την αξίαν των αναγκαίων διά την παραγωγήν του εμπορευμάτων, δηλαδή το ποσόν των αξιών των μέσων παραγωγής και της εργατικής δυνάμεως, διά τα οποία εδαπάνησε το χρήμα του, θέλει να παράγη όχι μόνον χρήσιμον αντικείμενον, αλλά μίαν αξίαν, και όχι μόνον αξίαν, αλλ' ακόμη μίαν υπεραξίαν.

Καθώς το εμπόρευμα είναι συγχρόνως αξία χρήσεως και ανταλλακτική αξία, ούτω η παραγωγή του δέον να είναι σχηματισμός αξιών χρήσεως και σχηματισμού ανταλλακτικών αξιών.

Γνωρίζομεν ότι η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται υπό του ποσοστού της υλοποιηθείσης εν αυτώ εργασίας, υπό του κοινωνικώς αναγκαίου χρόνου διά την παραγωγήν του. Δέον όθεν να υπολογίσωμεν την εργασίαν, την περιεχομένην τω προϊόντι, το οποίον ο κεφαλαιούχος μας κατεσκεύασε, ήτοι 10 λίτρας νήματος.

Διά να παραγάγη νήμα, είχεν ανάγκην πρώτης ύλης, ας υποθέσωμεν 10 λίτρας βάμβακος. Είναι ανωφελές να ζητήσωμεν τώρα, ποία είναι η αξία του βάμβακος τούτου, διότι ο κεφαλαιούχος τον ηγόρασεν εις την αγοράν, όσον ήξιζε, π. χ. 10 φράγκα. Εις την τιμήν ταύτην η απαιτηθείσα εργασία διά την παραγωγήν του βάμβακος τούτου αντιπροσωπεύεται ήδη ως μέση κοινωνική εργασία. Ας υποθέσωμεν ακόμη, ότι η φθορά των κλωστήρων — και ούτοι μας παρουσιάζουν όλα τα άλλα εν χρήσει μέσα εργασίας — ανέρχεται εις 2 φράγκα. Εάν μάζα χρυσού 12 φράγκων είναι το προϊόν είκοσι τεσσάρων ωρών εργασίας, έπεται εκ τούτου, ότι εις το νήμα επραγματοποιήθησαν 2 ημέραι εργασίας.

Η περίπτωσις αύτη, ότι ο βάμβαξ ήλλαξε μορφήν και ότι η φθορά εξηφάνισε μέρος κλωστήρων, δεν πρέπει να μας αποπλανά. Κατά τον γενικόν νόμον των ανταλλαγών, 10 λίτραι νήματος είναι το ισοδύναμον 10 λιτρών βάμβακος και ενός τετάρτου του κλωστήρος, εάν η αξία των 40 λιτρών νήματος ισούται με την αξίαν 40 λιτρών βάμβακος, συν ενί ολοκλήρω κλωστήρι, δηλαδή εάν ο αυτός χρόνος εργασίας, είναι αναγκαίος διά να παραγάγη τον ένα μετά του άλλου όρου της εξισώσεως ταύτης. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο αυτός χρόνος εργασίας αντιπροσωπεύεται την μεν πρώτην φοράν εις νήμα, την δε δευτέραν εις βάμβακα και κλωστήρα. Το γεγονός ότι κλωστήρ και βάμβαξ αντί να παραμονεύουν εν ηρεμία ο είς παρά τον άλλον, ηνώθησαν κατά το πλέξιμον, το οποίον αλλάσσον τας συνήθεις μορφάς των τα μετέτρεψε εις νήμα, δεν αποδίδει περισσοτέραν εργασίαν απ' ότι απέδιδεν η απλή του ανταλλαγή έναντι ισοδυνάμου ποσού νήματος.

Ο χρόνος εργασίας, ο αναγκαιών διά την παραγωγήν του νήματος, περιλαμβάνει τον αναγκαίον χρόνον εργασίας διά την παραγωγήν της πρώτης ύλης, του βάμβακος. Το αυτό συμβαίνει με τον αναγκαίον χρόνον διά την αναπαραγωγήν των φθαρέντων κλωστήρων.

Πρέπει, εννοείται να εκπληρωθούν δύο όροι: πρώτον τα μέσα να εχρησίμευσαν πραγματικώς διά την παραγωγήν μιας αξίας χρήσεως, ως εν προκειμένω διά την παραγωγήν του νήματος. Ολίγον ενδιαφέρει την αξίαν το είδος της αξίας χρήσεως, το οποίον την υποβαστάζει: δέον όμως να υποστηρίζεται υπό μιας αξίας χρήσεως. Δεύτερον εννοείται ότι δεν χρησιμοποιείται ή ο αναγκαίος χρόνος εργασίας υπό τας κοινωνικάς συνθήκας της παραγωγής. Εάν μία λίτρα βάμβακος αρκεί κατά μέσον όρον, διά την κατασκευήν του νήματος, ώστε η αξία μιας λίτρας, βάμβακος θα καταλογισθή εις την αξίαν μιας λίτρας νήματος. Ο κεφαλαιούχος θα είχεν ίσως την ιδιοτροπίαν να χρησιμοποιήση χρυσούς κλωστήρας, εν τούτοις όμως εν τη αξία των εμπορευμάτων δεν θα υπελογίζετο ή ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν του σιδηρού εργαλείου.

Γνωρίζομεν τώρα την αξίαν την οποίαν ο βάμβαξ και η φθορά των κλωστήρων δίδουν εις το νήμα. Ισούται με 12 φράγκα — ενσωμάτωσιν 2 ημερών εργασίας. Απομένει τώρα να αναζητήσωμεν πόσην αξίαν η εργασία του κλώστου προσθέτει εις το προϊόν.

Η εργασία αύτη παρουσιάζεται ήδη υπό νέαν όψιν. Πρώτον επρόκειτο περί της ταχύτητος του κλώθειν. Όσον περισσότερον ήξιζεν η εργασία, τόσον περισσότερον ήξιζε το νήμα, πασών των άλλων περιπτώσεων μενουσών των αυτών. Η εργασία του κλώστου διεκρίνετο των άλλων παραγωγικών εργασιών εκ του σκοπού της, των τεχνικών της μεθόδων, των ιδιοτήτων του προϊόντος του και των ειδικών μέσων της παραγωγής του. Με τον βάμβακα και τους κλωστήρας τους οποίους χρησιμοποιεί ο κλώστης δεν θα ήτο δυνατόν να κατασκευασθούν ραβδωτά τηλεβόλα. Εξ άλλου, ως πηγή αξίας η εργασία του κλώστου ουδόλως διαφέρει της του χύτου των τηλεβόλων ή καλύτερα της του φυτευτού του βάμβακος ή του κατασκευαστού των κλωστήρων, δηλ. των πραγματοποιηθεισών εργασιών και τα μέσα της παραγωγής του νήματος. Εάν αι εργασίαι αύται, παρά την διαφοράν των χρησίμων μορφών των, δεν ανάγοντο εις φανταστικήν φύσιν, δεν θα ηδύναντο να διακριθούν, αδιαφόρως προς την ποσότητά των, της ολικής εν τω προϊόντι πραγματοποιηθείσης εργασίας.

Έκτοτε αι αξίαι βάμβαξ και κλωστήρες, δεν θα απετέλουν επίσης ακέραια μέρη της υλικής αξίας του νήματος. Πράγματι, εκείνο το οποίον ενδιαφέρει ενταύθα, δεν είναι πλέον η ποιότης, αλλ' η ποσότης της εργασίας· μόνη αυτή υπολογίζεται. Ας παραδεχθώμεν ότι το πλέξιμον είναι μέσος όρος απλής εργασίας. Βραδύτερον θα ίδωμεν ότι η αντίθετος υπόθεσις δεν θα μετέβαλλεν εις τίποτε το ζήτημα.