Κατά την εκτέλεσιν της παραγωγής, η εργασία μεταβαίνει αδιακόπως από της δυναμικής της μορφής εις την διαβατικήν της τοιαύτην. Μία ώρα εργασίας π. χ., ήτοι η δαπάνη ζώσης δυνάμεως του κλώστου επί μίαν ώραν, αντιπροσωπεύεται εις ωρισμένην ποσότητα νήματος.
Εκείνο, όπερ ενταύθα έχει μεγάλην σπουδαιότητα, είναι ότι κατά την διάρκειαν της μετατροπής του βάμβακος εις νήμα, δεν δαπανάται ή ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εργασίας. Εάν υπό τας κοινωνικάς συνθήκας, δηλαδή υπό τας συνθήκας των κοινωνικών όρων της παραγωγής, δέον όπως επί μίαν ώραν εργασίας Α λίτραι βάμβακος μετατραπούν εις Β λίτρας νήματος, δεν υπολογίζεται ως ημέρα εργασίας 12 ωρών ή η μετατρέπουσα 12 Χ Α λίτρας βάμβακος εις 12 Χ Β λίτρας νήματος. Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εργασίας είνε πράγματι ο μόνος όστις υπολογίζεται εν τω σχηματισμώ της αξίας.
Θα παρατηρήση τις ότι όχι μόνον η εργασία, αλλ' ωσαύτως τα μέσα της παραγωγής και το προϊόν ήλλαξαν ήδη ρόλον. Η πρώτη ύλη ποτίζεται διά ποσότητός τινος εργασίας. Είναι αληθές ότι η απορρόφησις αύτη δεν μετατρέπεται εις νήμα, γνωστού όντος ότι η ζώσα δύναμις του εργάτου εδαπανήθη υπό μορφήν πλεξίματος, το προϊόν όμως εις νήμα δεν χρησιμεύει ή ως βαθμόμετρον δεικνύον την ποσότητα της υπό του βάμβακος απορροφηθείσης εργασίας: π. χ. 10 λίτραι νήματος θα δεικνύουν 6 ώρας εργασίας και 1 ώρα αναγκαιοί διά το πλέξιμον 1 λίτρας και 2/3 βάμβακος. Ποσότητές τινες προϊόντος καθωρισθείσαι συμφώνως προς τα δεδομένα της πείρας δεν αντιπροσωπεύουν ή τας μάζας της στερεοποιηθείσης εργασίας — την υλοποίησιν μιας ώρας, 2 ωρών, μιας ημέρας κοινωνικής εργασίας.
Το ότι η εργασία είναι κλώσις, η ύλη βάμβαξ και το κλωσθέν νήμα, τούτο είναι όλως αδιάφορον, ως είναι αδιάφορον εάν το αντικείμενον της εργασίας ήτο πρώτης ύλης προϊόν. Εάν ο εργάτης, αντί να απασχολήται εις την νηματουργίαν, χρησιμοποιηθή εις μεταλλείον γαιανθράκων, η φύσις θα του εχορήγει το αντικείμενον της εργασίας του. Εν τούτοις ποσοστόν τι ωρισμένου γαιάνθρακος εξαχθέν εκ του στρώματός του, είς στατήρ π. χ. θ' αντεπροσώπευε καθωρισμένον ποσοστόν απορροφηθείσης εργασίας.
Κατά την πώλησιν της εργατικής δυνάμεως υπεννοείτο ότι η ημερησία αξία του 3 φράγκα ποσόν χρυσού, εν ώ ενσωματούνται 6 ώραι εργασίας, — και ότι, κατά συνέπειαν πρέπει να καταβληθή εργασία 6 ωρών, διά να παραχθή το μέσον ποσόν των αναγκαίων διατροφών διά την ημερησίαν συντήρησιν του εργάτου. Όπως ο κλώστης μας μετατρέπει εντός 1 ώρας 1 λίτραν 2/3 βάμβακος εις 1 λ. 2/3 νήμα, ούτω 0ά μετατρέψη εντός 6 ωρών 10 λίτρ. βάμβακος εις 10 λίτρ. νήματος (45).
Κατά την διάρκειαν της κλώσεώς του, ο βάμβαξ απορροφά όθεν ο ώρας εργασίας· Ο αυτός χρόνος εργασίας καθορίζεται και ποσόν τι χρυσού 3 φράγκων ο κλώστης προσέθεσεν όθεν εις τον βάμβακα αξίαν 3 φράγκων.
Ας υπολογίσωμεν τώρα την ολικήν αξίαν του προϊόντος. Αι 10 λίτραι νήματος περιέχουν δύο ημέρας και ημίσειαν εργασίας· βάμβαξ και κλωστήρ περιέχουν δύο ημέρας· ημίσεια ημέρα απερροφήθη διά το κλώσιμον. Το αυτό ποσόν εργασίας καθορίζεται εις μάζαν χρυσού 15 φράγκων. Η τιμή των 15 φράγκων εκφράζει όθεν την ακριβή αξίαν των 10 λιτρών νήματος, η τιμή του 1 φρ. 50 την τιμήν μιας λίβρας.
Ο κεφαλαιούχος μας μένει τότε άναυδος. Η αξία του προϊόντος ισούται με την αξίαν του χορηγηθέντος κεφαλαίου. Η χορηγηθείσα αξία δεν εγέννησε υπεραξίαν και το χρήμα κατά συνέπειαν, δεν μετεμορφώθη εις κεφάλαιον.
Η τιμή των 10 λιτρών νήματος είναι 15 φράγκα και 15 φράγκα εδαπανήθησαν εις την αγοράν διά τα συστατικά στοιχεία του προϊόντος, ή, όπερ είναι το ίδιον, διά τους παράγοντας της εκτελέσεως της εργασίας, 10 φράγκα διά τον βάμβακα, 2 φράγκα διά την φθοράν των κλωστήρων και 3 φράγκα διά την εργατικήν δύναμιν. Εις ουδέν χρησιμεύει η εξόγκωσις της αξίας του νήματος, διότι αύτη δεν είναι ή το ποσόν των αξιών των πρότερον διενεμηθεισών επί των παραγόντων των, προσθέτοντες όθεν ταύτην, δεν την πολλαπλασιάζομεν (46).
Πάσαι αι αξίαι αύται έχουν ήδη συγκεντρωθή επί ενός αντικειμένου, ήσαν όμως το ποσόν των 15 φράγκων και πριν ή ο κεφαλαιούχος τας εξαγάγη εκ του θυλακίου του διά να τας υποδιαιρέση εις τρεις αγοράς.
Ουδέν το περίεργον εν τω αποτελέσματι τούτω. Η αξία μιας λίτρας νήματος αντιστοιχεί με 1 φρ. 50, εις δε την αγοράν ο κεφαλαιούχος μας θα αναγκασθή να πληρώση 15 φράγκα διά 10 λίτρας νήματος. Είτε αγοράζει ετοίμην την οικίαν του ή ο ίδιος αναλαμβάνει να την κτίση ιδίαις του δαπάναις, ουδεμία εκ των πράξεων τούτων δεν θ' αυξήση το χρησιμοποιηθέν διά την απόκτησιν της οικίας του ταύτης χρήμα.
Ο κεφαλαιούχος, έφιππος επί της κοινής πολιτικής του οικονομίας, θα κραυγάση ίσως ότι εχορήγησε το χρήμα του με την πρόθεσιν να το πολλαπλασιάση. Αλλ' η οδός της κολάσεως είναι εστρωμένη με ευσεβείς πόθους και ουδείς δύναται να τον εμποδίση να δημιουργήση χρήμα χωρίς να παραγάγη. Ορκίζεται ότι δεν θα αποπλανηθή πλέον εις το μέλλον θα αγοράση εις την αγοράν εμπορεύματα έτοιμα αντί να τα κατασκευάση ο ίδιος. Αλλ' εάν όλοι οι κεφαλαιούχοι, ενεργήσουν παρομοίως, τότε πώς θα ευρεθούν τα εμπορεύματα εις την αγοράν; Εν τούτοις δεν δύναται να φάγη το χρήμα του. Άρχεται τότε να μας κατηχή. Έπρεπε να ληφθή υπ' όψιν η αποχή του, ενώ κάλλιστα θα ηδύνατο να διασκεδάση με τα 15 του φράγκα· αντί τούτου τα κατηνάλωσε παραγωγικώς και παρήγαγε νήμα. Είναι αληθές, αλλ' είναι επίσης αληθές ότι έχει νήμα και ουχί τύψιν συνειδότος. Ας λάβη τα μέτρα του διά να μη υποστή την τύχην του θησαυριστού, ο οποίος μας απέδειξε πού οδηγεί ο ασκητισμός. Άλλως τε εκεί όπου δεν υπάρχει τίποτε, ο βασιλεύς χάνει τα δικαιώματά του. Όσον δήποτε αξιόλογος και εάν είναι η αποχή του, δεν ευρίσκει χρήμα διά να την πληρώση, αφ' ού η αξία του εμπορεύματος του εξερχομένου εκ της παραγωγής είναι ακριβώς ίση προς το ποσόν των εισελθουσών εις αυτό αξιών. Η παρηγορητική αύτη σκέψις ας είναι βάλσαμον δι' αυτόν: η αρετή πληρώνεται μόνον διά της αρετής. Αλλ' όχι! γίνεται ενοχλητική. Δεν ξεύρει τι να κάμη το νήμα του. Το παρήγαγε διά την πώλησιν. Ε! λοιπόν ας το πωλήση! ή, όπερ και απλούστερον, ας μη παραγάγη εις το μέλλον ειμή προϊόντα αναγκαία διά την ιδίαν του κατανάλωσιν: ο Mac Culloch, του υπέδειξεν ήδη την πανάκειαν ταύτην έναντι των επιδημικών υπερβολών της παραγωγής. Ιδού τον εκ νέου λακτίζη· ο εργάτης είχε ποτέ την σκέψιν να κινήση τον αέρα με τα δέκα του δάκτυλα, να παραγάγη εμπορεύματα χωρίς τίποτε; αυτός δεν τον εχορήγησε την πρώτην ύλην, εν τη οποία και διά της οποίας μόνης δύναται να δώση υπόστασιν εις την εργασίαν του; Και όπως το μεγαλύτερον μέρος της πολιτικής κοινωνίας αποτελείται από παρομοίους γυμνόποδας, δεν προσέφερε διά των μέσων της παραγωγής του βάμβακος και του ποσού υπηρεσίαν τεραστίαν εις την ως άνω κοινωνίαν, και κυρίως εις τον εργάτην εις τον οποίον εχορήγησε επί πλέον και την διατροφήν; Και να μη λάβη τίποτε έναντι της υπηρεσίας! Αλλά μήπως ο εργάτης δεν προσέφερεν υπηρεσίαν εις αντάλλαγμα, μετατροπή εις νήμα, τον βάμβακα και τους κλωστήρας του; Εξ άλλου δεν πρόκειται ενταύθα περί υπηρεσιών (47). Η υπηρεσία δεν είναι παρά το ωφέλιμον αποτέλεσμα μιας αξίας χρήσεως, είτε αύτη είνε εμπόρευμα, είτε εργασία. Πρόκειται μόνον περί της ανταλλακτικής αξίας. Επλήρωσε εις τον εργάτην αξίαν 3 φράγκων. Ούτος πάλιν του αποδίδει το ακριβές ισοδύναμον προσθέτων την αξίαν των 3 φράγκων εις τον βάμβακα, αξίαν αντί αξίας. Ο κεφαλαιούχος μας λαμβάνει τότε την μετριοπαθή στάσιν ενός εργάτου. Μήπως και αυτός δεν ειργάσθη επίσης; Η εργασία του της επιβλέψεως και επιτηρήσεως δεν αποτελεί ωσαύτως αξίαν και ο Διευθυντής του εργοστασίου του και ο επιστάτης του υψώνουν τους ώμους. Εν τω μεταξύ ο κεφαλαιούχος προσέλαβε μετά πονηρού μειδιάματος, την προτέραν του μορφήν. Μας ενέπαιζε με τα παράπονά του. Ούτε διώβολον δεν δίδει δι' όλα αυτά.
Αφίνει τας υπεκφυγάς ταύτας, τας κοινάς ταύτας διπλωματικότητας και τους καθηγητάς της πολιτικής οικονομίας, οι οποίοι πληρώνονται διά τούτο, είναι το επάγγελμά των. Αυτός είναι άνθρωπος πρακτικός και εάν δεν σκέπτεται εις ότι λέγει εκτός των υποθέσεών του, γνωρίζει πάντοτε τι πράττει εις τας υποθέσεις του.
Ας παρατηρήσωμεν όμως πλησιέστερον. Η ημερησία αξία της εργατικής δυνάμεως είναι 3 φρ., διότι χρειάζεται 1/2 ημέρα εργασίας διά την ημερησίαν παραγωγήν της δυνάμεως ταύτης, ήτοι ότι η αναγκαία διατροφή διά την ημερησίαν συντήρησιν του εργάτου στοιχίζει 1/2, ημέραν εργασίας. Αλλ' η παρελθούσα εργασία, την οποίαν η δύναμις της εργασίας εγκλείει, και η σημερινή εργασία, την οποίαν δύναται να εκτελέση, αι ημερήσιαι δαπάναι συντηρήσεώς του και η καθ' εκάστην δαπάνη, είναι δύο πράγματα τελείως διάφορα.
Τα έξοδα της δυνάμεως καθωρίζουν την ανταλλακτικήν αξίαν, η δαπάνη της δυνάμεως αποτελεί την αξίαν χρήσεως. Εάν 1/2 ημέρα εργασίας αρκεί διά να ζήση ο εργάτης επί 24 ώρας, δεν έπεται εκ τούτου ότι δεν δύναται να εργασθή μίαν ολόκληρον ημέραν. Η αξία την οποίαν κέκτηται η δύναμις της εργασίας και η αξία την οποίαν δημιουργεί διαφέρουν όθεν κατά το μέγεθος. Την διαφοράν ταύτην της αξίας ο κεφαλαιούχος είχεν υπ' όψει, όταν ηγόρασε την εργατικήν δύναμιν. Η ικανότης αυτής εις την κατασκευήν νήματος ή υποδημάτων, ήτο όρος sine qua non, διότι η εργασία δέον να δαπανάται υπό χρήσιμον μορφήν διά να παράγη αξίαν.
Αλλ' ότι τον έκαμε να αποφασίση ήτο η ειδική χρησιμότης του εμπορεύματος τούτου, να είναι δηλαδή πηγή αξίας και περισσοτέρας αξίας απ' ότι κέκτηται αύτη. Ταύτην την ειδικήν υπηρεσίαν ζητεί παρ' αυτής ο κεφαλαιούχος. Συμμορφούται εν τοιαύτη περιπτώσει με τους αιωνίους κανόνας της ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Πράγματι ο πωλητής της εργατικής δυνάμεως, ως ο πωλητής παντός άλλου εμπορεύματος, πραγματοποιεί την ανταλλακτικήν αξίαν και μετατρέπει την συνήθη μορφήν.
Δεν θα επετύγχανε την πρώτην χωρίς να δώση την άλλην. Η αξία χρήσεως της εργατικής δυνάμεως δεν ανήκει εις τον πωλητήν, όπως δεν ανήκει εις τον παντοπώλην η αξία χρήσεως του πωληθέντος ελαίου. Ο άνθρωπος των σκούδων επλήρωσε την ημερησίαν αξίαν της εργατικής δυνάμεως· η χρήσις της κατά την διάρκειαν της ημέρας, η εργασία συνεπώς μιας ολοκλήρου ημέρας του ανήκει. Το ότι η ημερησία συντήρησις της δυνάμεως ταύτης στοιχίζει ημίσειαν ημέραν εργασίας, ενώ δύναται να λειτουργή και να εργάζεται ολόκληρον την ημέραν, δηλαδή το ότι η δημιουργηθείσα αξία διά της χρήσεώς της κατά την διάρκειαν μιας ημέρας, είναι το διπλάσιον ημερησίας ιδικής της αξίας, τούτο είναι ιδιαιτέρως ευτυχής σύμπτωσις διά τον αγοραστήν, ίσως όμως δεν βλάπτει και εις τίποτε το δικαίωμα του πωλητού.
Ο κεφαλαιούχος μας προείδε την περίπτωσιν, και τούτο είναι και η αιτία της ευθυμίας του. Ο εργάτης ευρίσκει όθεν εις το εργαστήριον τα αναγκαία μέσα της παραγωγής διά μίαν ημέραν εργασίας ουχί 6 αλλά 12 ωρών.
Αφ' ου 10 λίτραι βάμβακος απερρόφησαν 6 ώρας εργασίας και μετεβλήθησαν εις 10 λίτρας νήματος, 20 λίτραι βάμβακος θ' απορροφήσουν 12 ώρας εργασίας και θα μετατραπούν εις 20 λίτρ. νήματος. Ας εξετάσωμεν ήδη το προϊόν της παραταθείσης εργασίας. Αι 20 λίτρ. νήματος περιέχουν 5 ημέρας εργασίας εκ των οποίων τέσσαρες επραγματοποιήθησαν εις τον βάμβακα και τους καταναλωθέντας κλωστήρας. Όθεν η νομισματική έκφρασις των 5 ημερών εργασίας είναι 30 φράγκα. Αύτη είναι όθεν η τιμή των 20 λίτρ. νήματος. Μία λίτρα νήματος στοιχίζει νυν ως και πρότερον 1 φρ. 50. Αλλά το ποσόν της αξίας των χρησιμοποιηθέντων εμπορευμάτων εν τη πράξει δεν υπερβαίνει τα 27 φράγκα και η αξία του νήματος φθάνει τα 30 φράγκα. Η αξία του προϊόντος ηύξησε κατά 1/9 επί της χορηγηθείσης αξίας διά την παραγωγήν του. Τα χορηγηθέντα 27 φράγκα μετεβλήθησαν ήδη εις 30 φράγκα. Εγέννησαν μίαν υπεραξίαν 3 φράγκων· ο κύκλος έγινε. Το χρήμα μετεμορφώθη εις κεφάλαιον.
Το πρόβλημα ελύθη καθ' ολοκληρίαν ο νόμος των ανταλλαγών ετηρήθη αυστηρώς· ισοδύναμον προς ισοδύναμον. Εις την αγοράν, ο κεφαλαιούχος αγοράζει εις την ακριβή του αξίαν παν εμπόρευμα — βάμβακα, κλωστήρας, εργατικήν δύναμιν. Κατόπιν πράττει ό,τι πας αγοραστής, καταναλίσκει την αξίαν της χρήσεως. Η κατανάλωσις της εργατικής δυνάμεως, ούσα ταυτοχρόνως και παραγωγή εμπορευμάτων αποδίδει προϊόν 20 λιτρών νήματος εχουσών αξίαν 30 φράγκων. Τότε ο κεφαλαιούχος ο αφήσας την αγοράν ως αγοραστής επανέρχεται ως πωλητής. Πωλεί το νήμα προς 1.50 φρ. την λίτραν, ούτε οβολόν κάτω ή άνω της αξίας των, και εν τούτοις αποσύρει από την κυκλοφορίαν 3 φράγκα περισσότερα από όσα εχορήγησεν. Η μετατροπή αύτη του χρήματός του εις κεφάλαιον λαμβάνει χώραν εις την σφαίραν της κυκλοφορίας. Η κυκλοφορία χρησιμεύει ως ενδιάμεσον. Εκεί, εις την αγοράν, πωλείται η εργατική δύναμις, διά να καταστή εκμεταλλεύσιμος εις την σφαίραν της παραγωγής, ένθα καθίσταται πηγή υπεραξίας, και το παν βαίνει τότε θαυμασίως.
Η παραγωγή της υπεραξίας δεν είναι όθεν άλλο τι ή παραγωγή αξίας, παραταθείσα πέραν ωρισμένου σημείου. Εάν η εκτέλεσις της εργασίας διαρκέση μέχρι του σημείου εις το οποίον η αξία της εργατικής δυνάμεως πληρωθείσα υπό του κεφαλαίου, αντικατασταθή υπό νέου ισοδυνάμου, τότε απλώς μόνον παραγωγή αξίας υφίσταται. Όταν υπερβαίνει το όριον τούτο, υπάρχει παραγωγή υπεραξίας.
Εξετάζοντες την παραγωγήν της υπεραξίας, υπεθέσαμεν ότι η οικειοποιηθείσα εργασία υπό του κεφαλαίου, είναι μέση απλή εργασία. Η αντίθετος υπόθεσις δεν θα μετέβαλλε τίποτε. Ας υποθέσωμεν π. χ. ότι η εργασία του κλώστου συγκρινομένη προς την του κοσμηματοπώλου είναι εργασία εις ανωτέραν δύναμιν, ότι η μία είναι κοινή εργασία και η άλλη ειδική εργασία, ένθα εκδηλούται ως δύναμις δυσκολωτέρα εις τον σχηματισμόν, και ήτις όμως αποδίδει εις τον αυτόν χρόνον περισσοτέραν αξίαν. Οποιοσδήποτε όμως και εάν είναι ο βαθμός της διαφοράς μεταξύ των δύο τούτων εργασιών, η μερίς της εργασίας ένθα ο κοσμηματοπώλης παράγει υπεραξίαν διά τον κύριόν του, δεν διαφέρει εις τίποτε ποσοτικώς από την μερίδα της εργασίας ένθα αντικαθιστά με την αξίαν του ιδίου του ημερομισθίου. Νυν όπως και πρότερον, η υπεραξία δεν προέρχεται ως εκ της παραταθείσης διαρκείας της εργασίας, είτε του κλώστου είτε του κοσμηματοπώλου (48).
Αφ' ετέρου, όταν πρόκειται περί παραγωγής αξίας, η ανωτέρα εργασία δέον πάντοτε να περιορίζεται εις τον μέσον όρον της κοινωνικής εργασίας, π. χ. μία ημέρα ειδικής εργασίας και 2 ημέραι απλής εργασίας. Εάν οι έχοντες συναίσθησιν του προορισμού των οικονομολόγοι διεμαρτυρήθησαν εναντίον της αυθαιρέτου ταύτης βεβαιώσεως, δεν δυνάμεθα να απαντήσωμεν ή διά της γερμανικής παροιμίας ότι «τα δένδρα τους εμποδίζουν να ίδουν το δάσος!». Εκείνο το οποίον κατηγορούν ως τεχνητήν ανάλυσιν, είναι απλούστατα μέθοδος, ήτις εφαρμόζεται καθ' εκάστην εις πάσαν γωνίαν της γης. Πανταχού αι αξίαι των πλέον διαφόρων εμπορευμάτων αδιακρίτως εκφράζονται εις νόμισμα, δηλ. είς τινα μάζαν χρυσού ή αργύρου. Ως εκ τούτου αι διάφοροι ημέραι της εργασίας αντιπροσωπευύμεναι υπό των αξιών τούτων, περιωρίσθησαν υπό διαφόρους αναλογίας, εις ποσά καθορισθέντα υπό ενός μόνον και εις δύο είδη κοινής εργασίας, της εργασίας, ήτις παράγει τον χρυσόν ή τον άργυρον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ VIII.
ΣΤΑΘΕΡΟΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ
Οι διάφοροι παράγοντες της εκτελέσεως της εργασίας λαμβάνουν διάφορον μέρος εις τον σχηματισμόν της αξίας των εμπορευμάτων.
Ο εργάτης μεταδίδει μίαν νέαν αξίαν εις το αντικείμενον της εργασίας διά της προσθήκης μιας νέας δόσεως εργασίας, οιοσδήποτε και εάν είναι ο ωφέλιμος χαρακτήρ. Εξ άλλου, επανευρίσκομεν τας αξίας των μέσων της παραγωγής των καταναλωθέντων ως στοιχείων εν τη αξία του νήματος.
Η μεταβίβασις αύτη λαμβάνει χώραν κατά το διάστημα της εργασίας, κατά την διάρκειαν της μετατροπής των μέσων της παραγωγής εις προϊόν. Η εργασία είναι όθεν το ενδιάμεσον. Αλλά κατά τίνα τρόπον;
Ο εργάτης δεν εργάζεται διπλασίως κατά το αυτό χρονικόν διάστημα, άπαξ διά να προσθέση μίαν νέαν αξίαν εις τον βάμβακα, και είτα διά να διατηρήση την παλαιάν, ή όπερ έν και το αυτό, διά να μεταβιβάση εις το προϊόν, εις το νήμα, την αξίαν των κλωστήρων τους οποίους φθείρει και την του βάμβακος τον οποίον μετατρέπει. Ούτω διά της απλής προσθήκης μιας νέας αξίας διατηρεί την παλαιάν. Αλλ' όπως η προσθήκη μιας νέας αξίας εις το αντικείμενον της εργασίας και η διατήρησις των παλαιών αξιών εις το προϊόν είναι δυο αποτελέσματα τελείως διάφορα, τα οποία ο εργάτης επιτυγχάνει εις το αυτό χρονικόν διάστημα, ούτω το διπλούν τούτο αποτέλεσμα δεν δύναται προφανώς να απορρέη ή εκ του διπλού χαρακτήρος της εργασίας του. Η εργασία αυτή, δέον κατά την αυτήν στιγμήν, δυνάμει ιδιότητος τινος να δημιουργήση, και δυνάμει μιας άλλης ιδιότητος, να διατηρήση ή να μεταβιβάση την αξίαν.
Πώς ο εργάτης προσθέτει εργασίαν και κατά συνέπειαν αξίαν; Υπό μορφήν χρησίμου εργασίας και μόνον υπό την μορφήν ταύτην, ο κλώστης προθέτει εργασίαν κλώθων, ο υφαντουργός, υφαίνων, ο σιδηρουργός, εργαζόμενος τον σίδηρον. Αλλ' ακριβώς η μορφή αύτη της νηματουργίας κτλ. εν μια λέξει η ειδική παραγωγική μορφή, εν τη οποία η εργατική δύναμις εδαπανήθη, αύτη μετατρέπει τα μέσα της παραγωγής, ως ο βάμβαξ και ο κλωστήρ, κλωστή και επάγγελμα υφαντού, σίδηρος και άκμων, εις μορφικά στοιχεία ενός προϊόντος, μιας νέας αξίας χρήσεως. Η παλαιά μορφή της αξίας των χρήσεων εξαφανίζεται μόνον διά να ενδυθή μίαν νέαν αξίαν. Όθεν, είδομεν ότι ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν είδους τινός, περιλαμβάνει ωσαύτως τον αναγκαίον χρόνον εργασίας διά την παραγωγήν των καταναλωθέντων ειδών εν τη ενεργεία της παραγωγής. Με άλλους λόγους, ο αναγκαίος χρόνος διά την δημιουργίαν των καταναλωθέντων μέσων της παραγωγής, υπολογίζεται εις το νέον προϊόν.
Ο εργάτης διατηρεί όθεν την αξίαν των καταναλωθέντων μέσων της παραγωγής, την μεταβιβάζει εις το προϊόν ως συστατικόν μέρος της αξίας του, όχι διότι προσθέτει γενικώς εργασίαν, αλλά διά τον χρήσιμον χαρακτήρα, διά την παραγωγικήν μορφήν της προστεθείσης ταύτης εργασίας. Εφ' όσον είναι χρήσιμος, εφ' όσον είναι παραγωγική δραστηριότης, η εργασία, διά της απλής επαφής της μετά των μέσων της παραγωγής, τα ανασταίνει εκ νεκρών, τα δημιουργεί παράγοντας της ιδίας της κινήσεως και ενούται μετ' αυτών διά ν' αποτελέση προϊόντα.
Εάν η ειδική παραγωγική εργασία του εργάτου δεν ήτο το κλώσιμον, δεν θα έκαμε νήμα και κατά συνέπειαν, δεν θα τοις μετεβίβαζε τας αξίας του βάμβακος και του κλωστήρος. Αλλά διά μίαν ημέραν εργασίας, ο αυτός εργάτης, εάν αλλάξη επάγγγελμα και γίνη π. χ. λεπτουργός, θα προσθέση ην ως και πρότερον αξίαν εις ύλας. Προσθέτει όθεν διά της εργασίας του θεωρουμένης ουχί ως εργασίας υφαντουργού ή λεπτουργού, αλλ' ανθρωπίνης εργασίας γενικώς, και προσθέτει μίαν ωρισμένην ποσότητα αξίας, ουχί διότι η εργασία του έχει ιδιαίτερον χρήσιμον χαρακτήρα αλλά διότι διαρκεί χρονικόν τι διάστημα.
Δυνάμει λοιπόν της γενικής αφηρημένης ιδιότητός της, ως δαπάνης ζωτικής ανθρωπίνης δυνάμεως, η εργασία του κλώστου προσθέτει μίαν νέαν αξίαν εις τας αξίας του βάμβακος και του κλωστήρος και δυνάμει της ιδιαιτέρας συγκεκριμένης ιδιότητός της, της χρησίμου ιδιότητος ως κλωσίματος, μεταβιβάζει την αξίαν των μέσων τούτων της παραγωγής εις το προϊόν και την διατηρεί ούτω εν αυτώ. Εκείθεν ο απλούς χαρακτήρ του αποτελέσματός του εν τω αυτώ χρονικώ διαστήματι.
Διά μιας απλής προσθήκης, διά μιας ποσότητος νέας εργασίας, μία νέα αξία προστίθεται. Διά της ποιότητος της προστεθείσης εργασίας, αι παλαιαί αξίαι των μέσων της παραγωγής διατηρούνται εις το προϊόν. Το διπλούν τούτο αποτέλεσμα της ιδίας εργασίας, κατόπιν του διπλού του χαρακτήρος, καθίσταται αντιληπτόν εις πληθώραν φαινομένων.
Υποθέσατε ότι μία οιαδήποτε εφεύρεσις επιτρέπει εις τον εργάτην να κλώθη εις 6 ώρας όσον βάμβακα θα έκλωθεν άλλοτε εις 36. Ως χρήσιμος δραστηριότης, παραγωγική, η δύναμις της εργασίας του εξαπλασιάσθη και το προϊόν του είναι 6άκις μεγαλύτερον, 36 λίτρ. νήματος αντί 6. Αλλ' αι 36 λίτραι βάμβακος δεν απορροφούν περισσοτέραν εργασίαν, απ' όσην απερρόφουν 6 εν τη πρώτη περιπτώσει. Τοις προσετέθη μόνον 1/6 εργασίας, την οποίαν θ' απήτει η παλαιά μέθοδος και κατά συνέπειαν 1/6 μόνον νέας αξίας. Εξ άλλου η εξαπλασία αξία του βάμβακος υφίσταται νυν εις το προϊόν, 36 λίτραι νήμα. Κατά τας 6 ώρας κλωστικής εργασίας, μία αξία εξάκις μεγαλυτέρα εις πρώτας ύλας, διετηρήθη και μετεβιβάσθη εις το προϊόν, αν και η νέα αξία προστεθείσα εις αυτήν ταύτην την αξίαν, είναι εξάκις μικροτέρα.
Τούτο αποδεικνύει πως η ιδιότης, δυνάμει της οποίας η εργασία διατηρεί αξίαν, είναι ουσιωδώς διάφορος της ιδιότητος, δυνάμει της οποίας δημιουργεί αύτη αξίαν. Όσον περισσοτέρα αναγκαία εργασία μεταβιβάζεται κατά το κλώσιμον εις την αυτήν ποσότητα του βάμβακος, τόσον μεγαλυτέρα είναι η νέα αξία η προστιθεμένη εις αυτό. Αλλ' όσον περισσότεραι λίτραι βάμβακος κλώθονται εις τον αυτόν χρόνον εργασίας, τόσον μεγαλυτέρα είναι η παλαιά αξία η διατηρουμένη εις το προϊόν.
Ας υποθέσωμεν τουναντίον, ότι η παραγωγικότης της εργασίας παραμένει σταθερά, ότι χρειάζεται κατά συνέπειαν εις τον κλώστην πάντοτε ο αυτός χρόνος διά να μετατρέψη μίαν λίτραν βάμβακος εις νήμα, αλλ' ότι η ανταλλακτική αξία του βάμβακος ποικίλλει και ότι μία λίτρα βάμβακος αξίζει 6άκις περισσότερον ή ολιγώτερον από άλλοτε. Εις τας περιπτώσεις ταύτας ο κλώστης εξακολουθεί να προσθέτη το αυτό ποσοστόν εργασίας εις την αυτήν ποσότητα εργασίας, ήτοι την αυτήν αξίαν, και εις τας δύο περιπτώσεις παραγάγει κατά τον αυτόν χρόνον την αυτήν ποσότητα νήματος. Εν τούτοις η αξία την οποίαν μεταβιβάζει εκ του βάμβακος εις το νήμα, ως προϊόν, είναι εις την μίαν περίπτωσιν 6άκις μικροτέρα και εις την άλλην 6άκις μεγαλυτέρα από άλλοτε. Το αυτό συμβαίνει όταν τα εργαλεία της εργασίας ακριβαίνουν ή ευθηναίνουν, αλλ' αποδίδουν πάντοτε την αυτήν υπηρεσίαν.
Εάν αι τεχνικαί συνθήκαι της κλωστικής παραμένουν αι αυταί, τα δε μέσα της παραγωγής ουδεμίαν υφίστανται αλλαγήν αξίας, ο κλώστης εξακολουθεί να καταναλίσκη, εις δεδομένους χρόνους, δεδομένας ποσότητας πρώτης ύλης και μηχανών των οποίων η αξία παραμένει κατά συνέπειαν πάντοτε η αυτή. Η αξία την οποίαν διατηρεί εις το προϊόν είναι τότε κατ' ευθύν λόγον της νέας αξίας την οποίαν προσθέτει. Εις δύο εβδομάδας, προσθέτει δις περισσοτέραν εργασίαν από όσην εντός μιας εβδομάδος, όθεν δις περισσοτέραν αξίαν, και συγχρόνως φθείρει δις περισσοτέρας μηχανάς. Διατηρεί ούτω εις το προϊόν των δύο εβδομάδων δις περισσοτέραν αξίαν ή εις το προϊόν μιας μόνον. Υπό συνθήκας αμεταβλήτους ο εργάτης διατηρεί τόσον περισσοτέραν αξίαν όσον περισσοτέραν προσθέτει. Εν τούτοις, δεν διατηρεί περισσοτέραν αξίαν διότι προσθέτει περισσοτέραν, αλλά διότι την προσθέτει εις αμεταβλήτους και ανεξαρτήτους περιστάσεις της εργασίας του.
Εν τούτοις, δυνάμεθα να είπωμεν, εις σχετικήν έννοιαν, ότι ο εργάτης διατηρεί πάντοτε παλαιάς αξίας, εφ' όσον προσθέτει μίαν νέαν αξίαν. Τώρα, εάν ο βάμβαξ υψωθή ή καταπέση κατά 1 φράγκον, η αξία του, η διατηρηθείσα εις το προϊόν μιας ώρας, ουδέποτε θα είναι η αξία η οποία ευρίσκεται εις το προϊόν των δύο ωρών. Ούτω, εάν η παραγωγικότης της εργασίας ποικίλλει, εάν αυξηθή ή ελαττωθή, θα κλώση εις μίαν ώραν π. χ. περισσότερον ή ολιγώτερον βάμβακα από πρότερον, και κατά συνέπειαν θα διατηρήση εις το προϊόν μιας ώρας την αξίαν του περισσοτέρου ή του ολιγωτέρου βάμβακος. Αλλ' εν οιαδήποτε περιπτώσει, θα διατηρήση πάντοτε εις δύο ώρας εργασίας δις περισσοτέραν αξίαν παρ' όσην εν μια μόνη.
Αφαιρουμένης της καθαράς συμβολικής παραστάσεώς της, η αξία δεν υφίσταται ή ως χρήσιμον πράγμα, ως αντικείμενον (αυτός ο άνθρωπος, ως απλή ύπαρξις δυνάμεως εργασίας, είναι φυσικόν αντικείμενον ζων και συνειδητόν, και η εργασία δεν είναι ειμή εξωτερική εκδήλωσις, υλική, της δυνάμεως ταύτης). Εάν όθεν η αξία χρήσεως απόλλυται, η ανταλλακτική αξία απόλλυται επίσης. Τα μέσα της παραγωγής τα οποία χάνουν την αξίαν της χρήσεως, δεν χάνουν συγχρόνως την αξίαν των, διότι η τέλεσις της εργασίας τους κάμνει να χάνουν την αρχικήν των μορφήν χρησιμότητος διά να τους δώση εις το προϊόν την μορφήν μιας νέας χρησιμότητος. Και πόσον σημαντική είναι διά την αξίαν η ύπαρξις της εντός οιουδήποτε χρησίμου αντικειμένου, η μεταμόρφωσις των εμπορευμάτων μας απέδειξε ότι ολίγον ενδιαφέρεται τι είδους είναι το αντικείμενον. Έπεται εκ τούτου ότι το προϊόν δεν απορροφά εις το διάστημα της εργασίας την αξίαν του μέσου της παραγωγής, ή εφ' όσον τούτο, χάνει την χρησιμότητά του, χάνει επίσης την αξίαν του. Δεν μεταβιβάζει εις το προϊόν ειμή την αξίαν την οποίαν χάνει ως μέσον παραγωγής. Αλλ' υπό την άποψιν ταύτην οι υλικοί παράγοντες της εργασίας συμπεριφέρονται διαφοροτρόπως.
Ο άνθραξ διά του οποίου θερμαίνει την μηχανήν εξαφανίζεται χωρίς να αφήση ίχνος, ομοίως το λίπος διά του οποίου λιπαίνουν τον άξονα του τροχού και ούτω καθεξής. Τα χρώματα και άλλαι βοηθητικαί ύλαι, εξαφανίζονται επίσης, αλλ' εμφανίζονται εις τας ιδιότητας του προϊόντος, του οποίου η πρώτη ύλη αποτελεί την ουσίαν, αλλ' αφού ήλλαξε μορφήν. Πρώται ύλαι και βοηθητικαί ύλαι χάνουν όθεν την όψιν την οποίαν είχον εισερχόμεναι ως αξίαι χρήσεως εν τη εκτελέσει της εργασίας. Άλλως όμως συμβαίνει διά τα κυρίως εργαλεία. Έν οιονδήποτε εργαλείον, μία μηχανή, έν εργοστάσιον, έν δοχείον, δεν χρησιμεύουν εις την εργασίαν ειμή κατά τον χρόνον τον οποίον διατηρούν την αρχικήν των μορφήν.
Όπως και κατά τον βίον των, δηλαδή κατά το διάστημα της εργασίας, διατηρούν την κυρίαν μορφήν των έναντι του προϊόντος, ούτω διατηρούν αυτήν και μετά τον θάνατόν των. Τα πτώματα των μηχανών, των εργαλείων, των εργαστηρίων κτλ. εξακολουθούν υφιστάμενα ανεξαρτήτως και κεχωρισμένως των προϊόντων τα οποία συνέβαλλον εις την κατασκευήν.
Εάν θεωρήσωμεν ολόκληρον την περίοδον κατά οποίαν εργαλείον τι εργασίας εκτελεί την υπηρεσίαν του, από της ημέρας της εισόδου του εις το εργαστήριον μέχρι της ημέρας καθ' ην τίθεται εν αχρηστία, βλέπομεν ότι η αξία του χρήσεως κατά την περίοδον ταύτην κατηναλώθη εξ ολοκλήρου υπό της εργασίας και κατά συνέπειαν, η αξία του μετεβιβάσθη εξ ολοκλήρου εις το προϊόν. Μία κλωστική μηχανή π. χ. διήρκεσε μίαν δεκαετίαν; Κατά την δεκαετή λειτουργίαν της η ολική της αξία ενεσωματώθη εις τα προϊόντα των δέκα ετών. Η περίοδος της ζωής ενός τοιούτου εργαλείου περιλαμβάνει ούτω ένα μεγαλύτερον ή μικρότερον αριθμόν ιδίων εργασιών αδιακόπως ανανεουμένων τη βοηθεία των.
Και το όργανον της εργασίας είναι όπως ο άνθρωπος. Έκαστος αποθνήσκει ανά πάσαν ημέραν 24 ωρών. Είναι όμως αδύνατον να γνωρίσωμεν εις την απλήν όψιν ενός ανθρώπου πόσον ημερών είναι νεκρός.
Τούτο εν τούτοις δεν εμποδίζει τας ασφαλιστικάς εταιρίας να εξάγουν εκ της μέσης ζωής του ανθρώπου συμπεράσματα ασφαλέστατα και όπερ περισσότερον τους ενδιαφέρει, συμπεράσματα επικερδή. Επίσης είναι εκ πείρας γνωστόν πόσον χρόνον, κατά μέσον όρον, διαρκεί έν όργανον εργασίας π. χ. μία μηχανή κλωστικής. Εάν υποθέσωμεν ότι η χρησιμότης διατηρείται 6 μόνον ημέρας εις την τεθείσαν εις ενέργειαν εργασίαν, χάνει καθ' εκάστην, κατά μέσον όρον, 1/6 της αξίας της χρήσεως και μεταβιβάζει κατά συνέπειαν 1/6 της ανταλλακτικής του αξίας εις το ημερήσιον προϊόν. Ούτω υπολογίζεται η ημερησία φθορά όλων των οργάνων της εργασίας και εκείνο το οποίον καθ' εκάστην μεταβιβάζουν εκ της ιδίας των αξίας εις την αξίαν του προϊόντος.
Βλέπομεν ενταύθα κατά τρόπον λίαν εμφαντικόν, ότι μέσον τι παραγωγής ουδέποτε μεταβιβάζει εις το προϊόν περισσοτέραν αξίαν απ' όσην χάνει το ίδιον διά της εξαφανίσεώς του κατά το διάστημα της εργασίας. Εάν δεν υπήρξε καμμία αξία διά να χαθή, ήτοι εάν το ίδιον δεν ήτο προϊόν της ανθρωπίνης εργασίας, δεν θα ηδύνατο να μεταδώση εις το προϊόν καμμίαν αξίαν. Θα εχρησίμευεν εις το να σχηματίση συνήθη αντικείμενα χωρίς να χρησιμεύση διά τον σχηματισμόν αξιών.
Η περίπτωσις αύτη παρουσιάζεται με όλα τα μέσα της παραγωγής, τα οποία παράγει η φύσις, χωρίς ο άνθρωπος να υπολογίζεται, με την γην, το ύδωρ, τον άνεμον, τον σίδηρον εν τη μεταλλική βλάβη, το ξύλον εις το πρωτόγονον δάσος κ. ο. κ.
Συναντώμεν ενταύθα έν άλλο σημαντικόν φαινόμενον. Ας υποθέσωμεν ότι μία μηχανή αξίζει π. χ. 1000 φράγκα και ότι φθείρεται εις 1000 ημέρας· εν τοιαύτη περιπτώσει μεταβιβάζεται καθ' εκάστην εις το ημερήσιον προϊόν της· αλλ' η μηχανή, αν και με πάντοτε ελαττουμένην ζωτικότητα, λειτουργεί πάντοτε ολόκληρος εν τη πορεία της εργασίας. Όθεν, αν είς παράγων εργασίας εισέρχεται ολόκληρος εις την παραγωγήν αξίας χρήσεως, τότε εισέρχεται μερικώς εις τον σχηματισμόν της αξίας. Η διαφορά μεταξύ των δύο τούτων έργων, αντανακλά ούτως εις τους υλικούς παράγοντας, αφού εις την αυτήν πράξιν έν και μόνον μέσον παραγωγής υπολογίζεται ακεραίως ως στοιχείον πρώτου έργου και κατά τμήματα μόνον ως στοιχείον του δευτέρου.
Αντιθέτως, έν μέσον παραγωγής δύναται να εισέλθη ολόκληρον εν τω σχηματισμώ της αξίας, αν και μερικώς μόνον εν τη παραγωγή των αξιών χρήσεως, επί 115 λίτρ. βάμβακος, 15 θα χαθούν, δηλαδή αίτινες απετέλουν αντί νήματος εκείνο το οποίον οι Άγγλοι ονομάζουν την σκόνιν του διαβόλου (devil's durt). Εάν εν τούτοις η απόρριψις του 1% είναι κοινωνική και αναπόφευκτος εν τη κατασκευή, η αξία των 15 τούτων λιτρών βάμβακος, αι οποίαι δεν αποτελούν ουδέν στοιχείον νήματος, εισέρχεται πάντως εν τη αξία του όπως αι 100 λίτρ. αι οποίαι αποτελούν την ουσίαν του. Δέον όπως 15 λίτραι βάμβακος εξακολουθούν διά να δυνηθούν να κατασκευάσουν 100 λίτρ. νήματος.
Και ακριβώς διότι η απώλεια αύτη είναι είς όρος της παραγωγής, διά τούτο ο απωλεσθείς βάμβαξ μεταβιβάζει εις το νήμα την αξίαν του. Και συμβαίνει το αυτό διά πάντα τα περιττώματα της εργασίας. Εφ' όσον εννοείται δεν χρησιμεύουν πλέον εις τον σχηματισμόν νέων μέσων παραγωγής και συνεπώς νέων αξιών χρήσεως. Ούτω, βλέπομεν, εις τα μεγάλα εργοστάσια του Manchester, όρη ολόκληρα περιττωμάτων σιδήρου, αφαιρεθέντα παρά τεραστίων μηχανών ως ροκανίδια υπό της ροκάνης, να μεταβαίνουν το εσπέρας από το εργοστάσιον εις το χυτήριον και να επανέρχονται την επαύριον εκ του χυτηρίου εις το εργοστάσιον εις μάζας όγκων σιδήρου.
Τα μέσα της παραγωγής δεν μεταβιβάζουν την αξίαν εις το νέον προϊόν ή εφ' όσον χάνουν από την παλαιάν μορφήν των χρησιμότητος.
Το μάξιμουμ της αξίας την οποίαν δύνανται να χάσουν κατά την διάρκειαν της εργασίας, έχει ως όριον το μέγεθος της αρχικής αξίας την οποίαν είχον εισερχόμενα εν τη πράξει, ή τον χρόνον τον οποίον απήτησεν η παραγωγή των. Τα μέσα της παραγωγής δεν δύνανται όθεν να προσθέσουν εις το προϊόν περισσοτέραν αξίαν εκείνης ην κατέχουν τα ίδια. Οιαδήποτε και εάν είναι η χρησιμότης μιας πρώτης ύλης, μιας μηχανής, ενός μέσου παραγωγής, εάν στοιχίζη 150 λουδοβίκια ήτοι πεντακοσίας ημέρας εργασίας, δεν προσθέτει εις το ολικόν προϊόν εις τον σχηματισμόν του οποίου συμβάλλει, ποτέ περισσότερα από 150 λουδοβίκια. Η αξία του καθορίζεται ουχί υπό της εργασίας, ένθα εισέρχεται ως μέσον παραγωγής, αλλά δι' εκείνης εξ ου εξέρχεται ως προϊόν. Εν τη πράξει εις την οποίαν το χρησιμοποιούν δεν χρησιμεύει ή ως αξία χρήσεως, ήτις κέκτηται χρησίμους ιδιότητας· εάν πριν εισέλθη εις την πράξιν ταύτην, ουδεμίαν κατείχεν αξίαν, ουδεμίαν αξίαν θα έδιδεν εις το προϊόν.
Ενώ η παραγωγική εργασία μεταβάλλει τα μέσα της παραγωγής εις μορφικά στοιχεία ενός νέου προϊόντος, η αξία των υπόκειται εις είδος τι μετεμψυχώσεως. Μεταβαίνει από του καταναλωθέντος σώματος εις το άρτι σχηματισθέν. Αλλ' η μεταβίβασις αύτη εκτελείται εν αγνοία της πραγματικής εργασίας, ο εργάτης δεν δύναται να προσθέση μίαν νέαν εργασίαν, να δημιουργήση κατά συνέπειαν μίαν νέαν αξίαν, χωρίς να διατηρήση παλαιάς αξίας, διότι δέον να προσθέση, την εργασίαν ταύτην υπό χρήσιμον μορφήν, και τούτο δεν δύναται να γίνη χωρίς να μετατρέψη τα προϊόντα εις μέσα παραγωγής ενός νέου προϊόντος εις το οποίον μεταβιβάζει ως εκ τούτου την αξίαν των. Η δύναμις της εργασίας εν δράσει, η ζώσα εργασία, έχει όθεν την ιδιότητα της διατηρήσεως της αξίας προσθέτουσα αξίαν. Τούτο είναι φυσικόν χάρισμα μη στοιχίζον τίποτε εις τον εργάτην, αλλ' αποφέρον πολλά εις τον κεφαλαιούχον. Του οφείλει την διατήρησιν της σημερινής αξίας του κεφαλαίου του.
Εφ' όσον αι επιχειρήσεις προοδεύουν, ο κεφαλαιούχος απορροφάται με την δημιουργίαν της υπεραξίας, ώστε δεν διακρίνει το δωρεάν τούτο χάρισμα της εργασίας. Βίαιαι διακοπαί, ως π. χ. αι κρίσεις, τον αναγκάζουν αποτόμως να το παρατηρήση (49). Εκείνο το οποίον καταναλίσκεται εις τα μέσα της παραγωγής, είναι η αξία της χρήσεως την οποίαν η κατανάλωσις διά της εργασίας σχηματίζει προϊόντα.
Ό,τι αφορά την αξίαν των, δεν είχεν εν τη πραγματικότητι καταναλωθή και δύναται κατά συνέπειαν να αναπαραχθή. Διατηρείται ουχί δυνάμει μιας πράξεως την οποίαν υφίσταται κατά το διάστημα της εργασίας, αλλά διότι το αντικείμενον εις ό υφίσταται από της πρώτης στιγμής, εξαφανίζεται προσλαμβάνον χρήσιμον μορφήν. Η αξία των μέσων της παραγωγής αναφαίνεται όθεν εν τη αξία του προϊόντος· δεν έχει όμως, κυρίως ειπείν, αναπαραχθή. Ό,τι παρήχθη, είναι η νέα αξία χρήσεως εν τη οποία η παλαιά αξία αναφαίνεται εκ νέου.
Άλλως συμβαίνει διά τον υποκειμενικόν παραγοντα της παραγωγής, δηλαδή την εν δράσει δύναμιν της εργασίας. Ενώ διά της μορφής την οποίαν ο σκοπός της της καθορίζει η εργασία διατηρεί και μεταβιβάζει την αξίαν των μέσων της παραγωγής εις το προϊόν, η κίνησις δημιουργεί ανά πάσαν στιγμήν μίαν προσθετήν αξίαν, μίαν νέαν αξίαν.
Ας υποθέσωμεν ότι η παραγωγή σταματά εις το σημείον, εις το οποίον ο εργάτης εχορήγησε το ισοδύναμον της ημερησίας αξίας της ιδίας του δυνάμεως, όταν π. χ. προσέθετε διά μιας εξαώρου εργασίας, αξίαν 3 φράγκων. Η αξία αύτη αποτελεί το πλεόνασμα της αξίας του προϊόντος επί του στοιχείου της αξίας ταύτης της προερχομένης εκ των μέσων της παραγωγής. Είναι η μόνη αρχική αξία η οποία παρήχθη, το μόνον μέρος της αξίας του προϊόντος, γεννηθέν εν τη πορεία του σχηματισμού της. Ικανοποιεί το υπό του κεφαλαιούχου κατατεθέν χρήμα διά την αγοράν της δυνάμεως της εργασίας, και την οποίαν ο εργάτης δαπανά κατόπιν προς διατροφήν. Εν σχέσει προς τα δαπανηθέντα 3 φράγκα, η νέα αξία των 3 φρ. εμφανίζεται ως απλή αναπαραγωγή. Αλλ' η αξία αύτη αναπαρήχθη πραγματικώς και ουχί φαινομενικώς ως η αξία των μέσων της παραγωγής. Εάν μία αξία αντικατεστάθη ενταύθα υπό μιας άλλης, τούτο συμβαίνει χάρις εις την νέαν δημιουργίαν.
Εν τούτοις γνωρίζομεν ότι η διάρκεια της εργασίας υπερβαίνει το σημείον εις ό απλούν ισοδύναμον της αξίας της δυνάμεως της εργασίας θα αναπαρήγετο και θα προσετίθετο εις το δουλευθέν αντικείμενον. Αντί 6 ωρών, αίτινες θα ήρκουν προς τούτο, η πράξις διαρκεί 12 ή περισσότερον. Όθεν, η εν ενεργεία δύναμις της εργασίας, δεν παράγει μόνον την ιδίαν της αξίαν, αλλ' ακόμη και επί πλέον αξίαν. Η υπεραξία αύτη αποτελεί το πλεόνασμα της αξίας του προϊόντος επί της αξίας των καταναλωθέντων παραγόντων, ήτοι των μέσων της παραγωγής και της διατηρήσεως της εργασίας.
Εκθέτοντες τους διαφόρους ρόλους τους οποίους παίζουν εν τω σχηματισμώ της αξίας του προϊόντος, οι διάφοροι παράγοντες της εργασίας, εχαρακτηρίσαμεν πράγματι τας λειτουργίας των διαφόρων στοιχείων του κεφαλαίου εν τω σχηματισμώ της υπεραξίας. Το πλεόνασμα της αξίας του προϊόντος επί της αξίας των συστατικών του στοιχείων, είναι το πλεόνασμα του κεφαλαίου αυξηθέντος εκ της υπεραξίας του επί του κατατεθέντος κεφαλαίου. Μέσα παραγωγής ως και δύναμις εργασίας, είναι αι διάφοροι μορφαί υπάρξεως ας ενεδύθη η αξία — κεφάλαιον όταν μετεβλήθη από χρήμα εις παράγοντα της εκτελέσεως της εργασίας.
Κατά το διάστημα της παραγωγής, το μέρος του κεφαλαίου, το μετατρεπόμενον εις μέσον παραγωγής, δηλ. εις πρώτας ύλας, ουδόλως μεταβάλλει το μέγεθος της αξίας του. Διά τούτο το ονομάζομεν σταθερόν μέρος του κεφαλαίου ή συντομώτερον σταθερόν κεφάλαιον.
Το μέρος του κεφαλαίου, το μετατραπέν εις εργατικήν δύναμιν, αλλάσσει τουναντίον αξίαν, κατά το διάστημα της παραγωγής. Αναπαράγει το ίδιον ισοδύναμόν του και επί πλέον πλεόνασμά τι, μίαν υπεραξίαν, ήτις και αύτη δύναται να ποικίλλη και είναι κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη. Το μέρος τούτο του κεφαλαίου μεταβάλλεται αδιακόπως από σταθερόν μέγεθος εις μεταβλητόν τοιούτον. Διά τούτο το ονομάζομεν μέρος μεταβλητόν του κεφαλαίου ή συντομώτερον μεταβλητόν κεφάλαιον. Τα αυτά στοιχεία του κεφαλαίου, τα οποία από απόψεως παραγωγής αξιών χρήσεως, διακρίνονται μεταξύ των ως υποκειμενικοί και αντικειμενικοί παράγοντες, ως μέσα παραγωγής και δύναμις εργασίας, διακρίνονται από της απόψεως του σχηματισμού της αξίας, εις σταθερόν ή μεταβλητόν κεφάλαιον.
Η γνώσις του σταθερού κεφαλαίου κατ' ουδένα λόγον αποκλείει αλλαγήν τινά της αξίας εις τα συστατικά της στοιχεία. Ας υποθέσωμεν ότι η λίτρα του βάμβακος στοιχίζει σήμερον 1/2 φράγκου και αύριον ανέρχεται εις 1 φράγκον. Ο παλαιός βάμβαξ, ο εξακολουθών να μετατρέπεται, ηγοράσθη εις την τιμήν του 1/2 φρ. αλλά νυν προσετέθη εις το προϊόν μία αξία 1 φράγκου. Και εκείνος ο οποίος έχει ήδη κλωσθή και ο οποίος κυκλοφορεί ίσως εις την αγοράν υπό μορφήν νήματος, προσθέτει επίσης εις το προϊόν το διπλάσιον της πρώτης του αξίας. Βλέπομεν εν τούτοις ότι αι αλλαγαί αύται είναι ανεξάρτητοι της αυξήσεως της αξίας την οποίαν επιτυγχάνει ο βάμβαξ διά του νήματος. Εάν ο παλαιός βάμβαξ δεν έχει ήδη αρχίση να κατεργάζεται, δύναται νυν να πωληθή εκ νέου 1 φράγκον αντί 1/2. Όπου υπέστη ολιγωτέρας τροποποιήσεις, τόσον βεβαιότερον είναι το αποτέλεσμα τούτο. Ωσαύτως, όταν επέρχωνται παρόμοιαι επαναστάσεις εν τη αξία, πρόκειται μάλλον περί κερδοσκοπείας επί της πρώτης ύλης, εν τη ολιγώτερον μεταβληθείση υπό της εργασίας μορφή. Και επί του νήματος περισσότερον ή επί της κλωστής, και επί του βάμβακος. Η αλλαγή της αξίας γεννάται εν τη εργασία, η οποία παράγει τον βάμβακα και ουχί εν εκείνη εν τη οποία, ο βάμβαξ λειτουργεί ως μέσον παραγωγής, και κατά συνέπειαν ως σταθερόν κεφάλαιον. Η αξία είνε αληθές, υπολογίζεται υπό του ποσοστού της πραγματοποιηθείσης εργασίας εις εμπόρευμά τι, αλλά το ποσοστόν τούτο είναι κοινωνικώς καθωρισμένον.
Εάν ο κοινωνικός χρόνος εργασίας τον οποίον απαιτεί η παραγωγή ενός είδους υφίσταται διακυμάνσεις, — και το αυτό ποσοστόν του βάμβακος π. χ. αντιπροσωπεύει σημαντικώτερον ποσοστόν εργασίας, όταν η εσοδεία είναι κοινή παρ' όταν είναι ικανοποιητική, — τότε το παλαιόν εμπόρευμα, το οποίον υπολογίζεται μόνον ως δείγμα του είδους του, αισθάνεται αμέσως τον αντίκτυπον, διότι η αξία του υπολογίζεται πάντοτε υπό της κοινωνικώς αναγκαίας εργασίας, όπερ σημαίνει της αναγκαίας εργασίας προς τας σημερινάς συνθήκας της κοινωνίας. Ως η αξία των υλών, η αξία των εργαλείων εργασίας των χρησιμοποιηθέντων ήδη εν τη παραγωγή, μηχαναί, κατασκευαί κτλ. δύναται ν' αλλάξη και ως εκ τούτου και η μερίς της αξίας την οποίαν μεταβιβάζουν εις το προϊόν. Εάν π. χ., κατόπιν μιας νέας εφευρέσεως, μία μηχανή δύναται να αναπαραχθή με ολιγωτέραν δαπάνην εργασίας, η του αυτού είδους παλαιά μηχανή, χάνει κατά το μάλλον ή ήττον εκ της αξίας της και αποδίδει κατά συνέπειαν αναλογικώς μικροτέραν αξίαν εις το προϊόν. Αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει, ως και εν τη προηγουμένη, η αλλαγή της αξίας γεννάται εκτός της ενεργείας της παραγωγής, ένθα η μηχανή λειτουργεί ως όργανον. Εν τη ενεργεία ταύτη ουδέποτε μεταβιβάζει περισσοτέραν αξίαν όσης κέκτηται η ιδία.
Όπως μία αλλαγή εν τη αξία των μέσων της παραγωγής παρά την επ' αυτών εξασκουμένην υπ' αυτών αντίδρασιν, ακόμη και μετά την είσοδόν των εν τη ενεργεία της εργασίας, εις τίποτε δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα των ως σταθερού κεφαλαίου, ούτω μία αλλαγή επενεχθείσα εν αναλογία, μεταξύ του σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, εις τίποτε δεν μεταβάλλει την λειτουργικήν διαφοράν των. Ας υποθέσωμεν ότι αι τεχνικαί συνθήκαι της εργασίας μεταβάλλονται κατά τοιούτον τρόπον ώστε εκεί ένθα π. χ. 10 εργάται με 10 όργανα μικράς αξίας κατειργάζοντο μάζαν πρώτης ύλης αναλογικώς μικράν, είς εργάτης εργάζεται σήμερον με μίαν δαπανηράν μηχανήν, μάζαν εκατοντάκις μεγαλυτέραν. Εν τοιαύτη περιπτώσει, το σταθερόν κεφάλαιον, δηλαδή η αξία των χρησιμοποιηθέντων μέσων της παραγωγής, θα ηύξανε σημαντικώς, το δε μετατραπέν μέρος του κεφαλαίου εις δύναμιν εργασίας σημαντικώς θα ηλαττούτο. Η αλλαγή αύτη μεταβάλλει μόνον την σχέσιν μεγέθους μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου, ή αναλογίαν συμφώνως τη οποία το ολικόν κεφάλαιον αποσυντίθεται εις σταθερά και μεταβλητά στοιχεία, δεν μεταβάλλει όμως την λειτουργικήν διαφοράν των.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ IX.
ΤΟ ΠΟΣΟΣΤΟΝ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ
Το σταθερόν κεφάλαιον καταναλωθέν εν τη ενεργεία της παραγωγής υπό μορφήν φθοράς των μηχανών, των βοηθητικών υλών και των πρώτων υλών, αναφαινόμενον εις το προϊόν χωρίς να του προσθέτη νέαν αξίαν, δύναται να μην υπολογισθή διά να ευρεθή το ποσοστόν της υπεραξίας. Το μεταβλητόν κεφάλαιον θυσιασθέν διά την αγοράν της εργατικής δυνάμεως, ον τουναντίον ο δημιουργός της υπεραξίας, καθορίζει προφανώς το ποσοστόν της υπεραξίας ταύτης, είναι η σχέσις της υπεραξίας προς το μεταβλητόν κεφάλαιον: ή
υ
___
μ
υ αντιπροσωπεύη την υπεραξίαν και μ το μεταβλητόν κεφάλαιον.
Είδομεν ότι ο εργάτης, κατά το διάστημα μέρους του χρόνου το οποίον απαιτεί μία δοθείσα παραγωγική πράξις, δεν παράγει ή την αξίαν της εργατικής του δυνάμεως, δηλαδή, την αξίαν των αναγκαίων μέσων διατροφής διά την συντήρησίν του. Το περιβάλλον εν τω οποίω παράγει, οργανωμένον διά της αυτομάτου κατανομής της κοινοτικής εργασίας παράγει τα μέσα της συντηρήσεώς του, ουχί αμέσως, αλλ' υπό μορφήν ενός ιδιαιτέρου εμπορεύματος, υπό μορφήν νήματος π. χ. των οποίων η αξία ισούται με την αξίαν των μέσων της παραγωγής του ή του χρήματος διά του οποίου τα αγοράζει. Το μέρος της εργατικής του ημέρας το οποίον χρησιμοποιεί εις τούτο είναι κατά το μάλλον ή ήττον μέγα, αναλόγως της μέσης αξίας της ημερησίας διατροφής του ή του μέσου χρόνου εργασίας του καθ' εκάστην απαιτουμένου διά την παραγωγήν της. Και εάν ακόμη δεν θα ειργάζετο διά τον κεφαλαιούχον, αλλά μόνον δι' εαυτόν, έδει, των συνθηκών παραμενουσών των αυτών, να εργασθή κατά μέσον όρον, νυν ως και πρότερον, το αυτό ποσόν μέρος της ημέρας διά να κερδίση την ζωήν του. Αλλ' όπως και διά το μέρος της ημέρας κατά το οποίον παράγει την ημερησίαν αξίαν της δυνάμεως της εργασίας του, ήτοι 3 φράγκα, δεν παράγει ειμή το ισοδύναμον μιας αξίας ήδη πληρωθείσης υπό του κεφαλαίου, οπόταν ικανοποιεί μίαν αξίαν διά μιας άλλης, ούτω και η παραγωγή αύτη δεν είναι ειμή απλή τις αναπαραγωγή. Ονομάζω όθεν αναγκαίον χρόνον εργασίας, το μέρος της ημέρας, ένθα η αναπαραγωγή αυτών εκπληρούται, και αναγκαίαν εργασίαν την δαπανηθείσαν κατά τον χρόνον τούτον εργασίαν· αναγκαίαν διά τον εργάτην διότι αύτη είναι ανεξάρτητος κοινωνικής μορφής της εργασίας του· αναγκαίαν διά το κεφάλαιον και τον καπιταλιστικόν κόσμον, διότι ο κόσμος ούτος έχει ως βάσιν την ύπαρξιν του εργάτου.
Η περίοδος της δράσεως της υπερβαινούσης τα όρια της αναγκαίας εργασίας, στοιχίζει, είναι αληθές, εργασίαν εις τον εργάτην, δαπάνην δυνάμεως, αλλά ουδεμίαν δι' αυτόν σχηματίζει αξίαν. Σχηματίζει μίαν υπεραξίαν ήτις διά τον κεφαλαιούχον έχει όλα τα θέλγητρα μιας εκ του μηδενός δημιουργίας.
Ονομάζω το μέρος τούτο της ημέρας της εργασίας εξαιρετικόν χρόνον και την εν αυτώ δαπανηθείσαν εργασίαν, υπερεργασίαν. Εάν διά την κατανόησιν της αξίας εν γένει, είναι μεγάλης σπουδαιότητος, να βλέπωμεν εν αυτή απλήν πήξιν του χρόνου της εργασίας, ή της πραγματοποιηθείσης εργασίας, είναι παρομοίας σπουδαιότητος διά την κατανόησιν της υπεραξίας να την εννοήσωμεν ως απλήν πήξιν της εξαιρετικής, ή της πραγματοποιηθείσης υπερεργασίας. Αι διάφοραι οικονομικαί μορφαί τας οποίας ενεδύθη η κοινωνία, η δουλεία, π. χ. και το ημερομίσθιον δεν διακρίνονται ή εκ του τύπου διά του οποίου η υπερεργασία αύτη επεβλήθη και εξεβίασε τον άμεσον παραγωγόν, τον εργάτην.
Εκ του γεγονότος τούτου, ότι η αξία του μεταβλητού κεφαλαίου ισούται με την αξίαν της δυνάμεως της εργασίας, την οποίαν αγοράζει, ότι η αξία της δυνάμεως ταύτης της εργασίας καθορίζει το αναγκαίον μέρος της εργατικής ημέρας και ότι η υπεραξία και αύτη καθορίζεται υπό του εξαιρετικού μέρους της ιδίας ταύτης ημέρας, έπεται ότι: η υπεραξία είναι προς το μεταβλητόν κεφάλαιον ως η υπερεργασία προς την αναγκαίαν εργασίαν ή το ποσοστόν της υπεραξίας
| υ | υπερεργασία | |
| ---- | = | ----------------------- |
| μ | αναγκαία εργασία |
Αι δυο αναλογίαι παρουσιάζουν την αυτήν σχέσιν υπό διάφορον μορφήν. Μίαν φοράν υπό μορφήν πραγματοποιηθείσης εργασίας, μίαν άλλην υπό μορφήν εργασίας εν κινήσει.
Το ποσοστόν της υπεραξίας είναι όθεν η ακριβής έκφρασις του βαθμού της εκμεταλλεύσεως της δυνάμεως της εργασίας υπό του κεφαλαίου ή του εργάτου υπό του κεφαλαιούχου.