WeRead Powered by ReaderPub
Το κεφάλαιον / Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο cover

Το κεφάλαιον / Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο

Chapter 5: ΒΙΛΦΡΕΔΟΥ ΠΑΡΕΤΟ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ε I Σ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ I
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

Σύντομη παρουσίαση της οικονομικής κριτικής του Μαρξ που εκθέτει βασικές έννοιες όπως εμπόρευμα, εργασία, αξία, υπεραξία και κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, καθώς και την ερμηνεία τους στη λειτουργία της παραγωγής και στις ταξικές σχέσεις. Περιλαμβάνει παρατηρήσεις για τη μέθοδο —διαχωρίζοντας την επιστημονική από την πολεμική προσέγγιση—, επεξηγήσεις όρων και συνοπτική ανάλυση διαφωνιών και διορθώσεων. Συνοδεύεται από βιογραφική επισκόπηση και κριτικά σημειώματα που στοχεύουν στην καθαρή παρουσίαση των βασικών θεωρητικών αξόνων και της εφαρμογής τους στην οικονομική ανάλυση.

The Project Gutenberg eBook of Το κεφάλαιον

This ebook is for the use of anyone anywhere in the United States and most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this ebook or online at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States, you will have to check the laws of the country where you are located before using this eBook.

Title: Το κεφάλαιον

Author: Karl Marx

Commentator: Vilfredo Pareto

Release date: August 15, 2011 [eBook #37098]
Most recently updated: January 25, 2021

Language: Greek

Credits: Produced by Sophia Canoni

*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΤΟ ΚΕΦΆΛΑΙΟΝ ***

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in italics are included in _, while bold words in &. Footnotes have been converted to endnotes.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _, ενώ με έντονους σε &. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
(KARL MARX)

ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ

"ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1922

ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
(KARL MARX)

ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ

Π Ε Ρ I Λ Η Ψ Ι Σ
ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΦΑΡΓΚ

ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Β. ΠΑΡΕΤΟ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921

Τύποις Π. Λ. Πετράκου — Αθήναι

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΡΟΛΟΥ Μ Α Ρ Ξ

Ο Κάρολος Μαρξ εγεννήθη εις Τρεβ την 2αν Μαΐου 1918, εξ ισραηλιτικής οικογενείας. Ο πατήρ του ήτο σύμβουλος των μεταλλείων. Αφού έκαμε λαμπράς σπουδάς του δικαίου εν Βόννη επανήλθεν εις Τρεβ και ενυμφεύθη τω 1843 την Τζέννυ Βεσφάλεν, ης ο αδελφός διετέλεσε μέλος του υπό τον Μαντόιφελ Πρωσσικού Υπουργείου. Ο Μαρξ επεδόθη εις την σπουδήν της φιλοσοφίας και της Πολιτικής Οικονομίας και ειδικώς των κοινωνικών ζητημάτων. Έλαβε μέρος εις τας τάξεις της ριζοσπαστικής αντιπολιτεύσεως και εγένετο συνεργάτης, είτα διευθυντής της παλαιάς «Εφημερίδος του Ρήνου». Παυθείσης της εφημερίδος ταύτης ο Μαρξ κατέφυγεν εις Παρισίους, όπου εδημοσίευσεν εν συνεργασία μετά του Αρνόλδου Ruge, τα «Γάλλο — Γερμανικά Χρονικά» (Deutsch — Französische Jahrbücher) και μετά του Ερρίκου Άινε την εφημερίδα «Εμπρός» (Vorwærts). Εξωρίσθη εκ Γαλλίας κατά το 1844 και μετέβη τότε εις Βέλγιον.

Το 1841 έγραψε το βιβλίον «Αθλιότης της Φιλοσοφίας» απάντησιν εις την «Φιλοσοφίαν της αθλιότητος» του Προυδόν. Κατά το αυτό έτος συνέταξε μετά του Έγκελς το Μανιφέστον του Κομμουνιστικού Κόμματος εις το οποίον εύρηνται αι δυο αρχαί, αίτινες έμελλον να εμπνέουν το σοσιαλιστικόν κόμμα: 1ον ότι το συμφέρον των εργατών είνε απέναντι των κεφαλαιοκρατών παντού το αυτό και ότι συνεπώς είνε επικρατέστερον των εθνικών ζητημάτων και 2ον ότι οι εργάται επί ουδενός άλλου, πλην εαυτών, πρέπει να βασίζωνται, ίνα απελευθερωθώσι και ότι έχουσιν ανάγκην κατά πρώτον να αποκτήσωσι πολιτικά δικαιώματα.

Εξορισθείς εκ Βελγίου την 2 Μαρτίου 1848 επανήλθεν εις Γερμανίαν και εξέδωκεν εν Κολωνία, επί τινας μήνας, την «Νέαν Εφημερίδα του Ρήνου», ην συνέτασσε τη συνεργασία των Έγκελς, Λασάλ, Βολφ και Φράιλιγρατ και άλλων τινών συγγραφέων. Τω 1810 η εφημερίς αύτη επαύθη και ο Καρλ Μαρξ καταδιωχθείς κατέφυγεν εις Λονδίνον, όπου έμεινε μέχρι του θανάτου του.

Τω 1859 εδημοσίευσε την Κριτικήν της Πολιτικής Οικονομίας και τέλος τω 1867 το σημαντικότερον έργον του το Κεφάλαιον.

Η κατά το 1866 ιδρυθείσα Διεθνής σκοπόν είχε να θέση εις εφαρμογήν τας εν τω Μανιφέστω τεθείσας αρχάς. Ο Μαρξ ενέπνευσε το καταστατικόν αυτής, όπερ εξεργασθέν εν Λονδίνω εψηφίσθη άνευ τινός τροποποιήσεως εις το συνέδριον της Γενεύης. Προετίθετο να δώση ενιαίαν κατεύθυνσιν εις την σοσιαλιστικήν κίνησιν των διαφόρων χωρών, αφιεμένης, εννοείται, αρκετά μεγάλης αυτονομίας εις τας διαφόρους εθνικάς ομάδας, ας περιελάμβανεν η Ένωσις αύτη. Η επιρροή του υπήρξε μεγάλη εις την Διεθνή μέχρι του 1872, αλλ' η εξουσία, ην ήσκει εκίνησε ζηλοτυπίαν. Εις το εν Χάγη (7βριος 1872) συνέδριον έσχε σφοδράς επιθέσεις, σχίσματα προεκλήθησαν και η προς αυτόν εκτίμησις, βαθύτατα πληγείσα, εμειώθη ταχέως. Οι οπαδοί του έκαμαν ακόμη εν Συνέδριον, εν Γενεύη, τον 7βριον του 1873, αλλ' ήτο το τελευταίον. Ο Μαρξ έζησεν έκτοτε μακράν της κινήσεως και απέθανεν εις Λονδίνον την 15 Μαρτίου 1883.

ΒΙΛΦΡΕΔΟΥ ΠΑΡΕΤΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ε I Σ
ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ
ΤΟΥ
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ

I

Η κριτική του βιβλίου του Κ. Μαρξ δεν είνε πλέον αναγκαία. Εύρηται όχι μόνον εις ειδικάς μονογραφίας, αίτινες εδημοσιεύθησαν επ' αυτού, αλλ' ακόμη και προ πάντων εις τας τροποποιήσεις τας επενεχθείσας επί του περί θεωρίας της αξίας κεφαλαίου της Πολιτικής Οικονομίας.

Αι ολίγαι σελίδες, ας διαθέτομεν εδώ δεν θα μας επιτρέψουν ν' αναπτύξωμεν όλας τας παρατηρήσεις, ας προεκάλεσεν η θεωρία του Κ. Μαρξ. Θα αρκεσθώμεν εις περίληψιν λίαν συνοπτικήν, ως τοιαύτα είνε, εν συγκρίσει προς τον όγκον του έργου του συγγραφέως μας και τα εις τας σελίδας ταύτας αναφερόμενα αποσπάσματα αυτού.

Η εξέτασις έργου τινός δύναται να γίνη κατά δύο μεθόδους. Η πρώτη, ήτις είνε κυρίως πολεμική, ουδαμώς ενδιαφέρεται να χωρίση την αλήθειαν από την πλάνην. Καταδικάζει εν τω συνόλω της μίαν θεωρίαν, προσπαθούσα κυρίως να εμφανίση τα ελαττώματά της, άτινα και υπερβάλλει και προσπαθεί να τα χρησιμοποιήση ως όπλα πολέμου κατ' αυτής. Κατά την μέθοδον ταύτην, όσον περισσότερον πρότασίς τις είνε προφανώς εσφαλμένη, τόσον περισσότερον ενδιατρίβει τις εις αυτήν και επιμένη, ίνα γνωρίση το σφάλμα, παρερχόμενος απλώς πάσαν άλλην πρότασιν περιέχουσαν δόσιν τινα αληθείας.

Τουναντίον, η δευτέρα μέθοδος, ήτις είναι αξία του ονόματος επιστημονική, ουδένα άλλον σκοπόν έχει ή να διαχωρίση το αληθές από το ψευδές. Παρατηρών τις σφάλμα τι εις την μελετωμένην θεωρίαν δεν την απορρίπτει δια τούτο, άλλα εξετάζει, εάν, αποβαλλομένου ή διορθουμένου του μέρους τούτου, δύναται να ευρεθή εις το άλλο μέρος αλήθειά τις αξία προσοχής.

Είναι σχεδόν περιττόν να είπωμεν ότι θα ακολουθήσωμεν την τελευταίαν μέθοδον. Ο Κ. Μαρξ, είναι αληθές, μετεχειρίσθη συχνά την πρώτην ομιλών περί των θεωριών της φιλελευθέρας πολιτικής οικονομίας, αλλ' είχεν άδικον και πρέπει τις να αποφύγη να τον μιμηθή.

Θα προσπαθήσωμεν επίσης να ακολουθήσωμεν κατά το δυνατόν την ομολογίαν του Κ. Μαρξ. Θα εξετάσωμεν μόνον εις τι πραγματικώς αντιστοιχούσιν οι όροι, ους μεταχειρίζεται.

Εν τη σημερινή καταστάσει της Επιστήμης, το καθ' ημάς, θεωρούμεν περιττήν κάθε συζήτησιν, ήτις σκοπόν έχει να γνωρίση τι εννοούμεν με τας λέξεις: αξία, κεφάλαιον ή άλλας αναλόγους εκφράσεις. Είναι τούτο ζήτημα φιλολογίας και όχι οικονομικής επιστήμης (1).

Αι θετικαί επιστήμαι καθορίζουν τας μεταξύ των πραγμάτων και ουχί μεταξύ των λέξεων σχέσεις. Κάθε συγγραφεύς όθεν έχει το δικαίωμα να ορίζη τα πράγματα ταύτα, όπως αυτός τα εννοή. Εννοείται ότι τούτο δεν σημαίνει ότι δύναται να γίνη αυθαίρετος χρήσις του δικαιώματος τούτου, διότι καλοί όροι δύνανται πολύ να βοηθήσουν την πρόοδον της επιστήμης.

Όταν αύτη αρχίζει να σχηματίζηται, δύναται να είναι ωφέλιμον ο συγγραφεύς να χρησιμοποιή λέξεις της κοινής ομιλίας, προσπαθών μόνον να καθορίζη καλώς την έννοιαν αυτών. Ωφελείται ούτω εκ σημαντικής τινος ιδιότητος της γλώσσης του να είναι δηλ. «ο συντηρητής της κτηθείσης πείρας». Δυστυχώς η γλώσσα δεν διατηρεί μόνον την κτηθείσαν πείραν, διατηρεί ακόμη και τας προλήψεις και σοφίσματα και προ πάντων αποδίδει εις πολλάς λέξεις έννοιαν συγκινήσεως, ήτις δύναται να μας πλανήση εις τους συλλογισμούς της. Τέλος είναι σχεδόν αδύνατον να απαλλάξωμεν τελείως μίαν λέξιν της κοινής ομιλίας από σειράν άλλων δευτερευουσών εννοιών, αίτινες είναι η αιτία πολλών συγχύσεων και σοφισμάτων.

Έρχεται λοιπόν, εν τη αναπτύξει επιστήμης τινός, στιγμή καθ' ην μάλλον να χάση έχει τις ή να ωφεληθή εκ της χρήσεως λέξεων της κοινής ομιλίας. Η στιγμή αύτη, κατά την γνώμην μας, έχει ήδη προ πολλού φθάση εις την Οικονομικήν Επιστήμην και θα ωφελείτο αύτη πολύ, εάν εχρησιμοποίει μόνον ιδίους αυτής τεχνικούς όρους, καλώς καθωρισμένους. Αλλ' αφού τούτο δεν συνέβη ακόμη θα αρκεσθώμεν χρησιμοποιούντες τους σήμερον εν χρήσει όρους, προσπαθούντες μόνον να τους ορίσωμεν καλώς, ίνα αποφύγωμεν κάθε σύγχυσιν εν τη σκέψει μας.

II

Το βιβλίον του Κ. Μαρξ θα έπρεπε να ονομάζεται ο κεφαλαιούχος μάλλον ή το Κεφάλαιον, τουλάχιστον εάν της λέξεως ταύτης γίνεται χρήσις εν τη γενικώς παραδεδεγμένη εννοία οικονομικών αγαθών, προωρισμένων να ευκολύνουν την παραγωγήν άλλων αγαθών (2).

Την έννοιαν ταύτην ο Κ. Μαρξ δίδει ενίοτε αλλ' ουχί πάντοτε εις την λέξιν κεφάλαιον.

Ούτως, όταν λέγη: Τα πολυάριθμα κεφάλαια τα τοποθετημένα εις τον αυτόν κλάδον παραγωγής και λειτουργούντα εν ταις χερσί πλήθους κεφαλαιούχων, ανεξαρτήτων αλλήλων διαφέρουσι κατά το μάλλον ή ήττον κατά την σύνθεσιν, αλλά ο μέσος όρος της ιδίας αυτών συνθέσεως αποτελεί τον μέσον όρον συνθέσεως του εις τον κλάδον τούτον της παραγωγής αφιερωθέντος συνολικού κεφαλαίου».

Είναι φανερόν ότι ο συγγραφεύς διακρίνει το κεφάλαιον, ως απλούν αγαθόν από το κεφάλαιον το λειτουργούν εις χείρας των κεφαλαιούχων. Αλλ' όταν ο Μαρξ λέγει: «η κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι η αφετηρία του κεφαλαίου» και αναπτύσσει την πρότασιν ταύτην, είναι φανερόν ότι θέλει να κάμη λόγον περί του κεφαλαίου, όπερ ο κεφαλαιούχος οικειποιείται, διότι το απλούν κεφάλαιον υπάρχει βεβαίως άνευ τινός κυκλοφορίας εμπορευμάτων. Ο Ροβινσών εν τη νήσω του είχεν οικονομικά αγαθά, άτινα εχρησιμοποίει διά την παραγωγήν άλλων αγαθών, δηλ. είχε κεφάλαια, αλλά δεν είχε καμμίαν κυκλοφορίαν ούτε εμπορευμάτων ούτε χρήματος.

Προς αποφυγήν συγχύσεως, διατηρούντες κατά το δυνατόν την σημασιολογίαν του Μαρξ, θα ονομάζωμεν απλούν κεφάλαιον τα σχετικά αγαθά τα προωρισμένα εις παραγωγήν άλλων αγαθών και οικειοποιημένον (approprie) κεφάλαιον, το κεφάλαιον το λειτουργούν εις χείρας των κεφαλαιούχων.

Το βιβλίον του Μαρξ στρέφεται προφανώς κατά της τελευταίας ταύτης κατηγορίας κεφαλαίων, ήτοι εν άλλαις λέξεσιν εναντίον των κεφαλαιούχων. Όσον αφορά το απλούν κεφάλαιον ο Μαρξ ουδαμώς παραγνωρίζει την σημασίαν αυτού. Δέχεται ότι δέον τούτο όχι μόνον να αναπαράγηται, αλλά να αυξάνηται ακόμη, διά να αναπτύξη «τας παραγωγικάς δυνάμεις και τους υλικούς όρους, οίτινες δύνανται να αποτελέσουν την βάσιν νέας και ανωτέρας κοινωνίας».

Ο εχθρός είνε ο κεφαλαιούχος: «Διότι η προγενεστέρα εργασία των εργατών Α, Β, Γ κλπ. εν τω καπιταλιστικώ συστήματι παρουσιάζεται ως το ενεργητικόν του μη εργάτου Χ κλπ . . . . Αστοί δε οικονομολόγοι χύνουν ποταμούς δακρύων και εγκωμίων εις την παλαιοτέραν, νεκράν δε σήμερον, εργασίαν, προς ην ο Mac Culloch, το σκωτικόν δαιμόνιον πνεύμα, απονέμει ξεχωριστήν αμοιβήν, κοινώς καλουμένην τόκον, κέρδη, εισόδημα κλπ. Ούτω η επί μάλλον και μάλλον ισχυρά συμβολή, ην η νεκρά και προγενεστέρα εργασία προσφέρει εις την ζώσαν και σημερινήν τοιαύτην, αποδίδεται υπό των σοφών τούτων ουχί εις τον εργάτην, όστις έκαμε την εργασίαν (3), αλλ' εις τον κεφαλαιούχον, όστις την ωκειοποιήθη. Κατ' αυτούς το όργανον της εργασίας και ο χαρακτήρ αυτού ως κεφαλαίου (οικειοποιουμένου) δεν δύνανται να χωρισθώσι πλέον, ως ο εργάτης διά τον καλλιεργητήν της Γεωργιανής χώρας δεν ειμπορεί να χωρισθή από τον χαρακτήρα του δούλου».

Ο κεφαλαιούχος είναι άχρηστος. Το κεφάλαιον δύναται να αναπαραχθή και αυξηθή άνευ αυτού. «Εφ' όσον παράγει τις και καταναλίσκει περισσότερον, υποχρεούται να μετατρέψη περισσότερα προϊόντα εις νέα μέσα παραγωγής (4). Αλλ' η πράξις αύτη δεν παρουσιάζεται ούτε ως συσσώρευσις κεφαλαίου (οικειοποιουμένου) ούτε ως λειτουργία του κεφαλαίου, εφ' όσον τα μέσα της παραγωγής του εργάτου και κατά συνέπειαν το προϊόν του και τα μέσα της ζωής του δεν φέρουν εισέτι τον τύπον του κοινοτικού αγαθού, όστις τα μετατρέπει εις κεφάλαιον (οικειοποιούμενον)».

Τούτο ο Ριχάρδος Τζονς (Jones), διάδοχος του Μάλθου εις την έδραν της Πολιτικής Οικονομίας, απέδειξε διά του παραδείγματος των Ανατολικών Ινδιών . . . . , ότι εις τα εδάφη, ένθα η Αγγλική κατοχή μετέβαλλεν ολιγώτερον το παλαιόν σύστημα, οι μεγάλοι λαμβάνουν υπό τύπον φόρων και εγγείων προσόδων έν μέρος του καθαρού εισοδήματος της γεωργίας, το οποίον διαιρούν εις τρία μέρη. Το πρώτον καταναλίσκεται υπ' αυτών εις είδος, ενώ το δεύτερον μέρος μετατρέπεται δι' ιδίαν των χρήσιν εις είδος πολυτελείας και χρησιμοποιήσεως υπό εργατών μη γεωργών, τους οποίους αμείβουν διά του τρίτου μέρους. Οι εργάται ούτοι είναι τεχνίται κάτοχοι των εργαλείων της εργασίας των.

Η απλή και προοδευτική παραγωγή και αναπαραγωγή βαδίζουν άνευ ουδεμιάς επεμβάσεως εκ μέρους του απεχθούς αυτού ιππότου, του κεφαλαιούχου μετερχομένου το αγαθόν έργον της αποχής από την εργασίαν.

Το παράδειγμα τούτο δεν αποδεικνύει πολλά (5), διότι δεν δυνάμεθα να είπωμεν, ότι η απλή και προοδευτική παραγωγή και αναπαραγωγή είναι εις τας Ινδίας τόσον ταχεία, όσον και εν Αγγλία, όπου υπάρχει το κεφαλαιοκρατικόν σύστημα.

Είναι δυνατόν το σύστημα τούτο να μη έχη καμμίαν επιρροήν επί της παραγωγής και αναπαραγωγής εν Αγγλία, αλλ' εφ' όσον τούτο δεν αποδεικνύεται το παράδειγμα των Ινδιών θα είναι μάλλον κατά ή υπέρ της θεωρίας, ήτις αρνείται εις το κεφαλαιοκρατικόν καθεστώς κάθε ευμενή επίδρασιν. Κατά τον Μαρξ, το σύστημα τούτο είναι όχι μόνον ανωφελές αλλά και επιζήμιον εις την συσσώρευσιν του κεφαλαίου (απλού).

«Οι κεφαλαιούχοι, οι συνιδιοκτήται των, οι υποτελείς των και αι κυβερνήσεις των (6) σπαταλούν κατ' έτος σημαντικόν ποσόν του καθαρού ετησίου εισοδήματος. Η μερίς του πλούτου, ήτις κεφαλαιοποιείται, ουδέποτε είναι όση ηδύνατο να είναι».

Είναι βέβαιον ότι, εάν ηδυνάμεθα να διατηρήσωμεν τας υπηρεσίας, τας οποίας μας παρέχει ο κεφαλαιούχος και να εξαφανίσωμεν αυτόν, απολαμβάνοντες του έργου και εξαφανίζοντες τον εργάτην αυτού τότε το παν θα απέβαινεν εις όφελος της κοινωνίας. Αλλά είναι τούτο δυνατόν; Εις μάτην προσεπάθησεν ο Μαρξ να γελοιοποιήση την οικονομίαν (εξοικονόμησιν). Είνε εν τούτοις βέβαιον ότι αύτη έχει μέρος ουχί ολίγον σημαντικόν εν τω σχηματισμώ νέων κεφαλαίων. Ας αφήσωμεν κατά μέρος την οικονομίαν (εξοικονόμησιν) κεφαλαίου. Είναι φανερόν ότι εάν το κεφάλαιον δεν του ανήκει, το κέρδος το οποίον απολαύει δεν του ανήκει κατ' ίσον λόγον. Αρκεί να αναλογισθώμεν το χρήμα το συσσωρευμένον εις τα ταμιευτήρια διά να εννοήσωμεν ότι αι οικονομίαι του εργάτου αποδίδουν σημαντικόν προϊόν (7). Τα βιβλιάρια ταμιευτηρίου της μαγειρίσσης, του θυρωρού, του κηπουρού, του εργάτου, αντιπροσωπεύουν ποσά, τα οποία είναι βεβαίως το προϊόν της οικονομίας των εργατών τούτων. Όλοι αυτοί θ' αποταμιεύσουν τόσα, όταν δεν θα υπάρχη ιδιοκτησία του κεφαλαίου, όταν το κεφάλαιον όλον θα είναι κοινόν; Τούτο είναι εξεταστέον, άγνωστον δε, εάν η αποταμίευσις αύτη θα αποβή σημαντικωτέρα.

Δεν αρκεί όμως να παραχθή το κεφάλαιον· πρέπει ακόμη και να χρησιμοποιηθή. Ας οργανωθή η κοινωνία όπως θέλει, πάντως όμως θα είναι ανάγκη ανθρώπινόν τι όν ν' αποφασίση εις ποίας ανάγκας εν προτιμήσει άλλων πρέπει να χρησιμοποιηθή το υφιστάμενον κεφάλαιον. Οι υπάλληλοι της κυβερνήσεως θ' αποφασίζουν καλύτερον των κεφαλαιούχων περί αυτού; Κατά γενικόν εν τούτοις κανόνα έχει παρατηρηθή ότι οι άνθρωποι φροντίζουν περισσότερον διά τα συμφέροντά των παρά διά τα ξένα. Διά να γνωρίσωμεν εάν το κεφάλαιον θα χρησιμοποιηθή επωφελέστερον εν τη κοινωνία εις την βιομηχανίαν Α αντί της Β, υπάρχει αποτελεσματικώτερον μέσον από του να θέσωμεν εις πλειοδοσίαν την χρησιμοποίησιν του κεφαλαίου τούτου και να το κατακυρώσωμεν υπέρ της βιομηχανίας εκείνης, ήτις θα ηδύνατο να πληρώση τον μεγαλύτερον τόκον (8);

Το κεφάλαιον είναι φθαρτόν. Σπαταλάται ευκόλως. Είναι άρα γε συντελεστικόν της ευημερίας της κοινωνίας και του ανθρωπίνου γένους η μειοψηφία να φέρη τα βάρη των διά της αφροσύνης ή των παθών της πλειοψηφίας προξενηθεισών απωλειών και δεν θα ήτο καλύτερον έκαστος να φέρη τας συνεπείας των πράξεών του;

Οι κεφαλαιούχοι εις τας κοινωνίας μας επιζητούν να εξασφαλίσουν διά του κράτους μεγαλύτερον τόκον εκείνου, τον οποίον θα επετύγχανον ελευθέρως εν τη αγορά.

Μεταξύ του αστικού τούτου σοσιαλισμού και του λαϊκού τοιούτου ουδόλως είναι αδύνατος συμβιβασμός και συνεννόησις, πραγματοποιούμενος υπό των εξ επαγγέλματος πολιτικών. Ήδη μάλιστα βαίνει συντελούμενος και η ημέρα δεν είναι μακράν, καθ' ην θα ευρεθώμεν προ τεραστίας φθοράς πλούτου, η οποία θα είναι η συνέπεια αυτού. Το λάθος εν τούτοις δεν θα βαρύνη το κεφαλαιοκρατικόν σύστημα, αλλά το Κράτος, τροποποιήσαν αυθαιρέτως την διανομήν του πλούτου.

Πάντοτε μεταξύ της φιλελευθέρας σχολής και της σοσιαλιστικής συνεζητήθη το ζήτημα, εάν ο κεφαλαιούχος είναι χρήσιμος ή άχρηστος. Εκείνο το οποίον ιδιαιτέρως ανήκει εις τον Κ. Μαρξ είναι η λύσις την οποίαν έδωσε και η οποία βασίζεται απολύτως επί της περιφήμου θεωρίας της υπεραξίας.

III

Ο Κ. Μαρξ δανείζεται από την «αστικήν πολιτικήν οικονομίαν» τους όρους αξία χρήσεως και ανταλλακτική αξία. Ο δανεισμός ούτος δεν είναι πολύ επιτυχής, διότι η χρήσις των δύο τούτων όρων, των οποίων συνήθως η σημασία δεν έχει καλώς καθορισθή, έδωκε λαβήν εις μέγαν αριθμόν σοφιστειών.

Η αξία χρήσεως φαίνεται να είναι διά τον Κ. Μαρξ, όπως και διά τους οικονομολόγους «η ιδιότης του ικανοποιείν επιθυμίαν ή εξυπηρετείν σκοπόν» (9). Όθεν κατά βάθος έχομεν την χρησιμότητα (10) των νέων οικονομικών θεωριών.

Ο Κ. Μαρξ υποπίπτει εις το σφάλμα, το οποίον διεπράττετο και διαπράττεται από πλείστους οικονομολόγους, δεν εδίδετο η δέουσα προσοχή εις το ότι η αξία χρήσεως δεν είναι ιδιότης εγγενής εις κάθε εμπόρευμα, όπως είναι η χημική σύνθεσις, το ειδικόν βάρος κ.τ.λ. Τουναντίον είναι απλή συμβατική σχέσις μεταξύ εμπορεύματος και ανθρώπου ή μεταξύ ανθρώπων. Το σφάλμα τούτο καταφαίνεται περισσότερον εις την ανταλλακτικήν αξίαν, και τούτο είναι μία των κυριωτέρων αιτιών, ήτις, κατά την γνώμην μας, περιέχεται εις την θεωρίαν της υπεραξίας.

Ο Cairnes δίδει τον ορισμόν της ανταλλακτικής αξίας «η σχέσις, εν τη οποία τα οικονομικά αγαθά ανταλλάσσονται τα μεν διά των δε επί ελευθέρας αγοράς».

Ο ορισμός ούτος είναι ακριβέστερος των εν χρήσει προγενεστέρως, ως επί παραδείγματι του ορισμού του Mill, εν τούτοις όμως περιέχει κάτι το ακαθόριστον, όπερ πρέπει να αποβάλλωμεν.

Πράγματι δεν υφίσταται ενιαία σχέσις, κατά την οποίαν ανταλλάσσονται τα οικονομικά αγαθά εις αγοράν τινα: συνήθως υπάρχουσι τόσαι σχέσεις, όσαι ανταλλαγαί πραγματικώς συνετελέσθησαν. Αι ανταλλαγαί αύται ή εάν θέλωμεν αι αγοραί και αι πωλήσεις αύται, είναι τα μόνα γνωστά μας γεγονότα. Αυτά μόνον δύνανται να στηρίξουν τον συλλογισμόν μας. Ημείς είμεθα ελεύθεροι να τα συνδυάσωμεν, καθ' ον τρόπον μας ευχαριστεί καλύτερον διά να έχωμεν τον μέσον όρον ή πάσαν άλλην αφαίρεσιν (abstraction), αλλ' εάν όμως θέλωμεν να σκεφθώμεν μετ' ακριβείας, δέον τότε να καθορίσωμεν σαφώς πώς διαμορφώνομεν τας αφηρημένας ταύτας οντότητας με τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία έχομεν προ ημών.

Διά να αποφύγωμεν πάσαν σύγχυσιν με τους όρους, τους οποίους μεταχειρίζεται ο Κ. Μαρξ, θα δανεισθώμεν από τον Jevons την ονομασίαν μέτρον ανταλλαγής (taux d'echange) διά να δείξωμεν την σχέσιν, εν τη οποία αντηλλάγησαν πραγματικώς δύο εμπορεύματα εν πραγματική τινι ανταλλαγή.

Μία πλήρης θεωρία της αξίας έδει να μας επιτρέπη να εξηγήσωμεν πάντα τα διάφορα μέτρα ανταλλαγής. Είναι ανάγκη άρα γε να προσθέσωμεν, ότι μία τοιαύτη θεωρία είναι αδύνατος εν τη σημερινή καταστάσει της επιστήμης και ότι τούτο θα συμβαίνει πάντοτε; Δέον όθεν να περιορισθώμεν πρώτον, όπως άλλως τε και εις τας φυσικάς επιστήμας, εις την μελέτην του κυρίου μέρους του φαινομένου και κατόπιν, εφ' όσον θα τελειοποιείται η επιστήμη, των άλλων μερών των ήττον σημαντικών (11).

Οι ξένοι προς τας μαθηματικάς επιστήμας και ενίοτε δυστυχώς και οι κάτοχοι αυτών φέρονται ακατασχέτως εις το να χρησιμοποιούν ένα μέσον όρον διά να εύρουν το κύριον μέρος φαινομένου τινός. Πολλάκις λέγουν ο μέσος όρος μη γνωρίζοντες ή μάλλον λησμονούντες ότι υπάρχει απειρία μέσων όρων. Επί παραδείγματι ο μέσος όρος της αριθμητικής, της γεωμετρίας, της αρμονικής κ.τ.λ.

Ο τρόπος ούτος του ενεργείν είναι αμφίβολος και οι μέσοι ούτοι όροι δεν παριστάνουν το φαινόμενον, το οποίον θέλομεν να εξακριβώσωμεν καλύτερον από όσον θα παρίστανε τούτο αριθμός λαμβανόμενος τυχαίως μεταξύ των άκρων ορίων δεδομένης σειράς αριθμών.

Ο όρος ανταλλακτική αξία, τον οποίον χρησιμοποιεί ο Κ. Μαρξ, παριστά μίαν οντότητα, ην μόνη η ανάγνωσις του Κεφαλαίου δεν παρουσιάζει εις την ακριβή σχέσιν της με τα μέτρα ανταλλαγής, άτινα είναι τα μόνα πραγματικά γεγονότα, τα οποία γνωρίζομεν από της απόψεως ταύτης. Φαίνεται εν τούτοις ότι ο Κ. Μαρξ εννοεί διά της ανταλλακτικής αξίας ένα ανταλλακτικόν μέτρον, πέριξ του οποίου δέον να στρέφωνται αι πραγματικαί ανταλλαγαί ας παρατηρούμεν εις την αγοράν (12).

Και διά να καθορίση την ανταλλακτικήν ταύτην αξίαν είχεν ίσως εν νω αντίληψιν ανάλογον εκείνης, ην εκθέτει ο Stuart Mill λέγων: «όταν η προσφορά και η ζήτησις κανονίζουν ούτω τας διακυμάνσεις της αξίας, υποκύπτουν και αύται εις ανωτέραν δύναμιν, η οποία περιστρέφει την αξίαν πέριξ του κόστους της παραγωγής και η οποία θα την εσταματούσεν εις το σημείον τούτο, εάν νέαι και συνεχείς αιτίαι διαταράξεων δεν την ηνάγκαζον να παρεκκλίνη ακαταπαύστως».

Την εποχήν κατά την οποίαν ο Κ. Μαρξ ήρχιζε τας μελέτας του επί του κεφαλαίου, η «αστική πολιτική οικονομία» παρεδέχετο γενικώς ότι η ανταλλακτική αξία καθωρίζετο υπό του κόστους της παραγωγής. Ο Κ. Μαρξ αποδέχεται ως έχει την άποψιν ταύτην, εις ην όμως προσθέτει μίαν άλλην, δηλαδή ότι το κόστος τούτο της παραγωγής κανονίζεται από της «απλής» εργασίας χρησιμοποιουμένης διά την επίτευξιν του παραχθέντος εμπορεύματος.

Η σύγχρονος πολιτική οικονομία καθορίζει σαφώς τας λειτουργίας ενός κεφαλαιούχου από τας του εργολάβου· ο Κ. Μαρξ δεν τας χωρίζει συνήθως. Αλλά τούτο δεν σημαίνει, ότι εξευρέθη το εναντίον της θεωρίας επιχείρημα· διότι επί τέλους η εργασία του εργολάβου δύναται να υπολογισθή εις την αξίαν του προϊόντος, όπως η εργασία παντός άλλου συνεργάτου της παραγωγής.

Εξαρτών το κόστος της παραγωγής εκ της εργασίας μόνον, ο Κ. Μαρξ ακολουθεί απλώς την θεωρίαν του Ρικάρδο. Συγκρίνοντες όμως τους δύο ταύτους συγγραφείς, βλέπομεν αμέσως ότι ο Ρικάρδο διά του όρου «εργασία» εννοεί τόσον την παρούσαν, όσον και την προγενεστέραν τοιαύτην, ήτις παρέχει την συνδρομήν της εις την παραγωγήν υπό μορφήν κεφαλαίου, ενώ ο Κ. Μαρξ δεν έχει υπ' όψει του ειμή μόνον την παρούσαν εργασίαν και ουχί την προγενεστέραν, την οποίαν περιλαμβάνει εις τας συνήθεις συνθήκας της παραγωγής.

Αι νέαι οικονομικαί θεωρίαι καθορίζουν τουναντίον, ότι εκ της ανταλλακτικής αξίας εξαρτάται το κόστος της παραγωγής, ήτοι ο καταβαλλόμενος διά την προμήθειαν των εμπορευμάτων κόπος (13).

Θέλοντες να απομακρύνωμεν κατά το δυνατόν παν μη ουσιώδες επιχείρημα εν τη κριτική, την οποίαν ενεργούμεν, θα αφήσωμεν ενταύθα κατά μέρος πάσαν συζήτησιν επί του σημείου τούτου των οικονομικών θεωριών. Δυνάμεθα να ακολουθήσωμεν την οδόν ταύτην τοσούτον, ευκολώτερον, όσον εις το βάθος, αι δύο θεωρίαι συμφωνούν διά ν' αναγνωρίσουν τέλος την ισότητα της ανταλλακτικής αξίας προς το κόστος της παραγωγής, γεγονός σημαντικόν διά να δυνηθώμεν να συζητήσωμεν την άποψιν του Κ. Μαρξ, συμφώνως τη οποία η ανταλλακτική αξία δεν εξαρτάται ή εκ της «απλής» εργασίας της περιεχομένης εις εμπόρευμά τι και μετρείται ακριβώς διά της ποσότητος ταύτης της «απλής» εργασίας.

Ο Κ. Μαρξ παρατηρεί, ότι ένα εμπόρευμα δύναται ν' ανταλλαγή μετ' άλλου εις διαφόρους αναλογίας. «Εν τούτοις η ανταλλακτική του αξία παραμένει αναλλοίωτος, όπως δήποτε και αν εκφρασθή αύτη, εις Χ σιγάρα, Ψ μέταξαν, Ω χρυσόν και ούτω καθ' εξής. Δέον όθεν αύτη να έχη περιεχόμενον διάφορον των εκδηλώσεων τούτων.» Το περιεχόμενον τούτο κατά τον Κ. Μαρξ είναι η αναγκαία ποσότης της απλής εργασίας διά την παραγωγήν του εμπορεύματος.

Αναμφιβόλως υπάρχει κάτι διακριτικόν εις τας διαφόρους εκφράσεις, ας αναφέρει ο Κ. Μαρξ, αλλά τούτο δεν είναι «περιεχόμενον του εμπορεύματος», είναι όμως, όταν πρόκειται περί μέτρου ανταλλαγής, η εκτίμησις, με την οποίαν οι ανταλλαγείς εκτιμούν την αξίαν χρήσεως των ανταλλασσομένων εμπορευμάτων.

Ο Κ. Μαρξ αρνείται τούτο, διότι, κατ' αυτόν, είναι φανερόν ότι κάμνομεν αφαίρεσιν της αξίας χρήσεως των εμπορευμάτων, όταν ανταλλάσσωμεν ταύτα».

Όταν πρόκειται περί μέτρου ανταλλαγής το αντίθετον είναι φανερόν. Έχετε ύδωρ όσον σας χρειάζεται διά τας πλέον επειγούσας ανάγκας σας και σας προσφέρουν ένα βαρέλιον ύδατος εις αντάλλαγμα του ωρολογίου σας, σεις αρνείσθε την γελοίαν ταύτην πρότασιν. Διατί; διότι, υφ' ας συνθήκας ευρίσκεσθε, η αξία χρήσεως ενός βαρελίου ύδατος, προστιθεμένη εις την ποσότητα του ύδατος, την οποίαν έχετε ήδη είναι δι' υμάς πολύ μικροτέρα της αξίας χρήσεως του ωρολογίου σας. Αλλ' εάν έχετε απόλυτον ανάγκην ύδατος διά να κορέσετε την δίψαν σας, μετ' ευγνωμοσύνης θα αποδεχθήτε τοιαύτην πρότασιν, διότι τότε η αξία χρήσεως της προσφερομένης εις υμάς ποσότητος ύδατος, σας είναι πολύ μεγαλυτέρα της αξίας χρήσεως του ωρολογίου σας.

Βλέπομεν όθεν, όταν πρόκειται μόνον περί μέτρου ανταλλαγής η αντίληψις της εις το εμπόρευμα περιεχομένης εργασίας δεν επεμβαίνει διά τον καθορισμόν των, είναι δε αδύνατον να θέσωμεν τα γεγονότα ταύτα εν αρμονία με την θεωρίαν την οποίαν εξετάζομεν.

Ο Κ. Μαρξ όμως, θέτων την θεωρίαν ταύτην, έδει να έχη υπ' όψιν του, ως άλλως τε παρετηρήσαμεν, άλλο τι ή το μέτρον ανταλλαγής (taux d' echange).

Ιδού τι θα ήτο δυνατόν να ελέγομεν. Είναι αληθές ότι ο στερούμενος ύδατος θα δώση μέγα ποσόν διά ν' αποκτήση, αλλά και τούτο θα εχρησίμευεν ως δόλωμα διά να ελκύση πολλούς κομιστάς ύδατος· ο δε συναγωνισμός των θα έχη ως αποτέλεσμα την πτώσιν της ανταλλακτικής αξίας του ύδατος και την διακύμανσιν ταύτης πέριξ μιας κανονικής αξίας. Την αξίαν ταύτην έχομεν υπ' όψει.

— Πώς θα ευρεθή το κανονικόν αυτό μέτρον ανταλλαγής; Εάν υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος έχει καθημερινώς ανάγκην ενός βαρελίου, ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον, τότε οι κομισταί του ύδατος θα εξακολουθήσουν τον συναγωνισμόν των μέχρι του σημείου, ώστε ο πόνος τον οποίον τοις προξενεί η μεταφορά του ύδατος, θα είναι ακριβώς ίσος με τον πόνον τον οποίον θα τοις επροξένει η στέρησις του εμπορεύματος το οποίον λαμβάνουν εις αντάλλαγμα της μεταφοράς ταύτης.

— Το φαινόμενον πράγματι δεν είναι και τόσον απλούν, διότι εφ' όσον η αξία του ύδατος ελαττούται η κατανάλωσίς του αυξάνει. Εν πάση όμως περιπτώσει το σημείον της ισορροπίας καθορίζεται εκ του γεγονότος, ότι αφ' ενός μεν ο καταναλωτής, διά μίαν νέαν λίτραν ύδατος προστιθεμένην εις την καθημερινήν κατανάλωσιν, θα είχεν ευχαρίστησιν ίσην εκείνης, ην θα απήλαυεν εκ της καταναλώσεως του εμπορεύματος, το οποίον έδει να έδιδε εις ανταλλαγήν της λίτρας ταύτης του ύδατος, και ότι αφ' ετέρου, οι φορείς του ύδατος, διά την μεταφοράν της νέας ταύτης λίτρας του ύδατος θα εδοκίμαζον πόνον ίσον προς εκείνον, τον οποίον θα τοις επροξένει η στέρησις του εμπορεύματος, το οποίον θα ελάμβανον ως αντάλλαγμα (14).

— Ουσιώδες επίσης είναι να παρατηρήσωμεν ότι οι ανταλλαγείς δεν οδηγούνται παρ' ενός μέσου όρου, αλλά κυρίως εκ της εκτιμήσεως της αξίας χρήσεως και του τελευταίου μορίου του ανταλλασσομένου εμπορεύματος. Εκ του γεγονότος τούτου γεννάται σειρά ολόκληρος σημαντικωτάτων φαινομένων, των οποίων ειδική περίπτωσις είναι η έγγειος πρόσοδος (rente) του Ρικάρδο. Άλλα τινά φαινόμενα εμελετήθησαν υπό συγχρόνων οικονομολόγων, οι οποίοι αντικατέστησαν τας λέξεις, υπεραξίαν (plus-value) και (moins-value) υπό αξίαν με την λέξιν πρόσοδον (15).

Από μιας απόψεως, είναι αληθές ότι η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος απορρέει εκ της αξίας του χρήσεως. Η ανταλλακτική αξία δεν απορρέει κατ' ευθείαν, αλλ' είναι η συνέπεια της σχέσεως, την οποίαν εγκαθιστά πας συμβαλλόμενος μεταξύ της αξίας χρήσεως εκείνου που λαμβάνει και της αξίας χρήσεως εκείνου που δίδει.

Πράγματι δεν αγοράζομεν εμπορεύματα· αγοράζομεν αξίας χρήσεως: Ο αγοράζων καφφέ δεν ενδιαφέρεται ποσώς εάν ο καφφές ούτος είναι σπόρος ωρισμένης χημικής συνθέσεως. Εκείνο το οποίον αγοράζει είναι η ευχαρίστησις, την οποίαν θα αισθανθή πίνων τον καφφέν του. Και την ευχαρίστησιν ταύτην συγκρίνει με την ευχαρίστησιν, της οποίας πρέπει να στερηθή δίδων εις αντάλλαγμα του καφφέ οικονομικόν τι αγαθόν, το οποίον ηδύνατο ν' απολαύση.

Διά να ακολουθήσωμεν τον συγγραφέα δεν ελάβομεν υπ' όψει τας τυχαίας διακυμάνσεις του ανταλλακτικού μέτρου, ως επίσης και τα λίαν σημαντικά φαινόμενα της εγγείου προσόδου (16). Τούτο όμως δεν αρκεί διά να στηρίξωμεν την θεωρίαν ότι η ανταλλακτική αξία μετρείται υπό της εργασίας.

Πράγματι ας υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος είναι υποδηματοποιός πληρώνων υποδήματα εις τους φορείς ύδατος, εκείνο το οποίον μας αποκαλύπτει το γεγονός της ανταλλαγής είναι η εκτίμησις της ισότητος, την οποίαν κάμνει ο υποδηματοποιός μεταξύ του κόπου του δαπανωμένου διά την κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων και του πόνου, τον οποίον δοκιμάζει στερούμενος ύδατος, το οποίον θα είχεν ως αντάλλαγμα· και εκ μιας άλλης παρομοίας εκτιμήσεως ισότητος, την οποίαν κάμνουν οι φορείς ύδατος μεταξύ του κόπου, τον οποίον θα τοις έδιδεν η μεταφορά μιας νέας ποσότητος ύδατος και του πόνου, τον οποίον θα εδοκίμαζον στερούμενοι των υποδημάτων, τα οποία θα τοις επρομήθευεν η μεταφορά της ποσότητος ταύτης του ύδατος.

Αλλ' αι δύο αύται κεχωρισμέναι ισότητες δεν παρουσιάζουν τρίτην ισότητα μεταξύ του κόπου, τον οποίον προξενεί εις τον υποδηματοποιόν η κατασκευή του ζεύγους των υποδημάτων και του κόπου, τον οποίον προξενεί εις τους φορείς του ύδατος η μεταφορά της ποσότητος του εις αντάλλαγμα των υποδημάτων χορηγηθησομένου ύδατος. Αμφότεροι οι κόποι ούτοι είναι κυρίως υποκειμενικαί αντιθέσεις, αίτινες εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να συγκριθούν μεταξύ των, όταν πρόκειται περί διαφόρων ατόμων.

Διά να πλησιάσωμεν εις την θεωρίαν του Κ. Μαρξ, ας παραδεχθώμεν, ότι οι κόποι ούτοι είναι ανάλογοι προς την απλήν εργασίαν διά την κατασκευήν των υποδημάτων ως και προς εκείνην της μεταφοράς του ύδατος. Τούτο όμως δεν αρκεί. Δέον να υποθέσωμεν εξ άλλου ότι ουδεμία περίπτωσις, ούτε έσωθεν ούτε έξωθεν εμποδίζει τους υποδηματοποιούς και τους φορείς του ύδατος ν' αλλάξουν επάγγελμα εις τρόπον ώστε να τοις είναι αδιάφορον, εάν θα προμηθευθούν το εμπόρευμα αμέσως ή δι' ανταλλαγής.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, πραγματικώς, ο κόπος, τον οποίον δοκιμάζει ο υποδηματοποιός διά την κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων είναι ίσος με εκείνον, τον οποίον θα εδοκίμαζε μεταφέρων το ύδωρ, το οποίον θα ελάμβανεν εις αντάλλαγμα. Διά τον κομιστήν του ύδατος ο κόπος είναι ο αυτός διά την μεταφοράν του ύδατος, το οποίον δίδει εις αντάλλαγμα του ζεύγους των υποδημάτων με εκείνον, τον οποίον θα εδοκίμαζε κατασκευάζων ο ίδιος το ζεύγος τούτο των υποδημάτων.

Ούτω, αφού αμφότεροι οι κόποι υπολογίζονται υπό της απλής εργασίας, η οποία ενταύθα είναι σχετική, έπεται εκ τούτου ότι αι ποσότητες της απλής εργασίας αι περιεχόμεναι εις τα υποδήματα και το ύδωρ είναι ίσαι· έχομεν δηλαδή προ ημών το θεώρημα του Κ. Μαρξ (17).

Δυστυχώς αι υποθέσεις, τας οποίας ηναγκάσθημεν να κάμωμεν διά να καθορίσωμεν την θεωρίαν ταύτην της αφαιρούν πάσαν αξίαν εάν θέλωμεν να τας χρησιμοποιήσωμεν διά να αποδείξωμεν ότι μόνη η εργασία, αποκλειομένου του κεφαλαίου, καθορίζει και μετρά την ανταλλακτικήν αξίαν. Πράγματι, μεταξύ των εξωτερικών (extrinseques) περιστάσεων, αι οποίαι εμποδίζουν τον κομιστήν του ύδατος να γίνη υποδηματοποιός και τανάπαλιν, εμφανίζεται κυρίως η διάφορος ποσότης του (απλού) κεφαλαίου του αναγκαιούντος διά τας βιομηχανίας ταύτας.

Η εξέτασις της απόψεως της χρησιμευούσης ως βάσις εις ολόκληρον την θεωρίαν του Κ. Μαρξ μας θέτει όθεν μεταξύ δύο σκοπέλων. Ή δεν δυνάμεθα να συμβιβάσωμεν την άποψιν ταύτην με τα πραγματικά γεγονότα, ή είμεθα υποχρεωμένοι να προστρέξωμεν εις υποθέσεις τοιαύτας, ώστε να μη καταλήγωμεν εις τίποτε άλλο ειμή εις την επανάληψίν των, όταν εκθέτωμεν την άποψιν ταύτην.

Πράγματι είναι φανερό ν, ότι εάν ορίσωμεν το κόστος της παραγωγής — ίσον προς την ανταλλακτικήν αξίαν — κατά τρόπον αποκλείοντα την εξέτασιν της σχέσεως προς το (απλούν) κεφάλαιον, ουδεμίαν αισθανόμεθα ακολούθως δυσκολίαν όπως αποδείξωμεν ότι το κόστος της παραγωγής και το προς αυτό ίσον, η ανταλλακτική αξία ουδαμώς εξαρτώνται εκ της χρήσεως του κεφαλαίου.

Ο Κ. Μαρξ δεν δύναται να κατηγορηθή διά τον κυκλικόν του τούτον συλλογισμόν· και δεν τον απέφυγε ειμή διότι επεφυλάχθη να δώση επακριβώς τον ορισμόν της ανταλλακτικής αξίας χρησιμοποιήσας αορίστους εκφράσεις ως παρ. χάριν «αι κανονικαί συνθήκαι της παραγωγής», και άλλας παρομοίας.

Ωφέλιμον είναι να εξετάσωμεν εκ του πλησίον πώς εσχηματίσθη το σόφισμα τούτο, όπερ ήγαγε εις το σφάλμα τον Κ. Μαρξ.

Εις το βάθος πλείστων συζητήσεων επί ζητημάτων πολιτικής οικονομίας ευρίσκονται πάντοτε υπό μορφήν ολίγον διάφορον παρόμοια σοφίσματα. Διά ν' ανακαλύψωμεν το σφάλμα πρέπει ν' αντικαταστήσωμεν τας λέξεις διά των πραγμάτων, τα οποία συνήθως αντιπροσωπεύουν αύται, διότι συνηθέστατα ένεκα του διφορουμένου των ορισμών η petitio principii υπεισδύει εις τον συλλογισμόν.

Ο Κ. Μαρξ θέλει να αποδείξη ότι, το μέρος της ανταλλακτικής αξίας, το οποίον λαμβάνει ο κεφαλαιούχος αφαιρείται εκ της εργασίας. Εάν η ανταλλακτική αξία του προϊόντος ήτο μεγαλειτέρα του ποσού της εργασίας (υπολογιζομένου τούτου με κατάλληλον μονάδα) της περιεχομένης εις το εμπόρευμα δυνάμεθα να είπωμεν ότι ο κεφαλαιούχος λαμβάνει το πλεόνασμα τούτου· αλλ' εάν η ανταλλακτική αξία του προϊόντος είναι ακριβώς ίση προς το ποσόν της περιεχομένης εις το εμπόρευμα εργασίας, είνε φανερόν ότι ο κεφαλαιούχος αφαιρεί μερίδα της εργασίας ταύτης.

Εις την περιεχομένην εις το εμπόρευμα εργασίαν συμπεριλαμβάνεται εξ άλλου η αναγκαία εργασία διά την επιδιόρθωσιν των κτιρίων, των μηχανών κ.τ.λ. ως και γενικώς εκείνη διά την διατήρησιν του κεφαλαίου. Εις την χρήσιν μόνον του κεφαλαίου τούτου, ανεξαρτήτως της φθοράς του ο Κ. Μαρξ αρνείται ότι δύναται να παράγη ανταλλακτικήν αξίαν.

Το πρόβλημα όθεν έχει ως εξής: το (απλούν) κεφάλαιον δύναται ανεξαρτήτως της φθοράς του να παράγη ανταλλακτικήν αξίαν; ή με άλλας λέξεις: Η χρήσις του κεφαλαίου τούτου αποτελεί ναι ή όχι μέρος του κόστους της παραγωγής;

Κάθε οικονομικόν πρόβλημα εξαρτάται από ψυχολογικόν τι πρόβλημα, διότι κατά βάθος πρόκειται, ν' ανακαλύψωμεν τους κανόνας κατά τους οποίους ενεργούν οι άνθρωποι. Τα αίτια δε των ανθρωπίνων πράξεων είναι γενικώς πολυάριθμα και ως εκ τούτου πάσα θεωρία παραδεχομένη μόνον έν, και αποκλείουσα κάθε άλλο είναι ατελής. Είναι λοιπόν επάναγκες πάντοτε να βεβαιώμεθα, εάν αι αιτίαι τας οποίας παρημελήσαμεν δεν έχουν σημαντικήν επιρροήν επί των φαινομένων τα οποία μελετώμεν. Ιδού όμως πώς υποπίπτωμεν συνήθως εις λάθος.

Εάν Α, Β, Γ . . . . . είναι αιτίαι παράγουσαι φαινόμενον τι, δεν είναι δύσκολον να εύρωμεν περιπτώσεις κατά τας οποίας ενώ η Α. αιτία παραμένει σταθερά, το φαινόμενον ποικίλλει, γεγονός αποκλείον την Α. αιτίαν από του να είναι η μόνη αιτία της παραγωγής του φαινομένου. Εις τούτο απαντώμεν είτε απορρίπτοντες τας αιτίας Β. Γ . . . . . εις τας λεγομένας «κανονικάς» συνθήκας των φαινομένων, ή αποδεχόμενοι τας αιτίας ταύτας ως χαρακτηριστικάς περιστάσεις της Α. αιτίας. Είτα αποκλείσαντες a priori τας Β και Γ . . . . . δεν δυσκολευόμεθα ν' αποδείξωμεν ότι η Α. αιτία είναι η μόνη αιτία του φαινομένου.

Δεν ευρίσκεται μόνον η χρήσις του απλού κεφαλαίου εις σχέσιν με την αξίαν, αλλ' επίσης πάσαι αι περιπτώσει εν αις αύτη παράγεται. Ο Κ. Μαρξ αναγνωρίζει τούτο, αλλ' απαλλάσσεται της δυσκολίας ταύτης με τας «κανονικάς» συνθήκας της παραγωγής. «Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εις την παραγωγήν των εμπορευμάτων είναι εκείνος, τον οποίον απαιτεί πάσα εργασία εκτελουμένη με τον μέσον βαθμόν της δεξιότητος και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αίτινες εν σχέσει προς το δοθέν κοινωνικόν περιβάλλον είναι κανονικαί».

Αι κανονικαί όμως αύται συνθήκαι εξαρτώνται εκ της ποσότητος του κεφαλαίου του υπάρχοντος εις την χώραν και της διανομής της ποσότητος αυτής κεφαλαίου μεταξύ των διαφόρων βιομηχανιών.

«Εάν εις δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, κλωστική μηχανή είναι το κανονικόν όργανον της νηματουργίας, δεν πρέπει να θέσωμεν εις τας χείρας του νηματουργού ένα κλώστην». Βεβαίως, αλλά διά να χρησιμοποιήσωμεν μίαν κλωστικήν μηχανήν πρέπει να την έχωμεν.

Η ραπτομηχανή είναι προφανώς εις την κοινωνίαν μας το «κανονικόν» όργανον της ραπτικής· πόσαι όμως οικοδέσποιναι στερούνται μηχανών! Ποίος είναι ο κανονικός αριθμός των εν τη κοινωνία μας ραπτικών μηχανών; Είναι αδύνατον ν' απαντήσωμεν εις την ερώτησιν ταύτην χωρίς να υπεισέλθη κατά το μάλλον ή ήττον κεκαλυμμένως η έννοια του (απλού) κεφαλαίου.

Εάν η εξήγησις του σοφίσματος, την οποίαν εδώσαμεν είναι αληθής, δυνάμεθα χρησιμοποιούντες τας ιδίας λέξεις να θεωρήσωμεν μίαν οιανδήποτε των αιτιών Β, Γ . . . . ως κυρίαν απορρίπτοντες τας άλλας μετά της Α αιτίας εις τας κανονικάς συνθήκας του φαινομένου.

Τούτο θα επιχειρήσωμεν να επαληθεύσωμεν επί του παραδείγματος της θεωρίας του Κ. Μαρξ. Είναι εύκολον να ίδωμεν ότι δυνάμεθα αλλάσσοντες λέξεις τινάς της θεωρίας ταύτης, ν' αποδείξωμεν ότι η ανταλλακτική αξία (18) εξαρτάται αποκλειστικώς εκ του (απλού κεφαλαίου).

Διά τούτο θα παρατηρήσωμεν κατ' αρχάς ότι τα εμπορεύματα έχουν ανάγκην διά την παραγωγήν των διαφόρων ποσοτήτων κεφαλαίου, χρησιμοποιουμένου κατά διάφορον χρονικά διαστήματα. Διά να πίωμεν ύδωρ, αρκεί να μεταβώμεν εις τον ρύακα. Διά να πίωμεν οίνον, πρέπει να σκάψωμεν το έδαφος, να φυτεύσωμεν την άμπελον, να εφοδιασθώμεν με πιεστήριον, βαρέλια, υπόγειον κ.λ.π. Διά να συλλέξωμεν κορόμηλα, αρκεί να μεταβώμεν εις το δένδρον διά να έχωμεν όμως δαμάσκηνα (reines claudte), δέον να εφοδιασθώμεν με αρπάγην.

«Της αξίας χρήσεως των εμπορευμάτων τεθείσης κατά μέρος δεν απομένει πλέον εις αυτά ή μία ιδιότης, ότι ταύτα είναι προϊόντα του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (19).

«Η ποσότης της αξίας ενός εμπορεύματος θα παρέμενε προφανώς σταθερά εάν ο αναγκαίος εις την παραγωγήν του χρόνος ήτο σταθερός. Αλλ' ο τελευταίος ούτος ποικίλλει εις κάθε τροποποίησιν της παραγωγικής δυνάμεως του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το οποίον και τούτο εξαρτάται εκ διαφόρων περιπτώσεων, μεταξύ άλλων της μέσης ικανότητος των εργατών . . . . . . των κανονικών συνδυασμών της παραγωγής, κ.λ.π.».

Τούτου τεθέντος, δυνάμεθα να εξακολουθήσωμεν και να αποδείξωμεν ότι η εργασία σφετερίζεται μέρος της υπεραξίας της δημιουργηθείσης υπό του κεφαλαίου.

Μία ράπτρια ενοικιάζει ραπτικήν μηχανήν αντί 30 λεπτών την ημέραν. Η εργασία 3 ωρών της μηχανής ταύτης παράγει: 1ο τα 30 λεπτά του ενοικίου της μηχανής· 2ο το ποσόν των 70 λεπτών, του οποίου έχει απαραιτήτως ανάγκην η εργάτρια διά να ζήση.

Αλλά «Η ΕΡΓΑΤΡΙΑ» επλήρωσε την ημερησίαν αξίαν της εργασίας της ΜΗΧΑΝΗΣ· η χρήσις της λοιπόν κατά την ημέραν, και η εργασία μιας ολοκλήρου ημέρας της ανήκει. Τώρα, ότι η συντήρησις της ΜΗΧΑΝΗΣ ταύτης, δεν κοστίζει ειμή ΤΡΕΙΣ ΩΡΑΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ, αν και η μηχανή ηδύνατο να εργασθή ολόκληρον την ημέραν . . . . . τούτο είναι ιδιαιτέρας ευτυχής σύμπτωσις διά την ΕΡΓΑΤΡΙΑΝ ΑΥΤΗ προείδε την περίπτωσιν και δι' αυτό γελά». Εργάζεται την μηχανήν επί 6 ώρας και οικειοποιείται την αξίαν την δημιουργηθείσαν υπό της μηχανής κατά την τρίωρον ταύτην εργασίαν.

Δυνάμεθα όθεν να συμπεράνωμεν ότι η υπό του Κ. Μαρξ διδομένη απόδειξις της απόψεως ότι η ανταλλακτική αξία μετράται ακριβώς υπό του ποσού της εργασίας της ενσωματωμένης εις το προϊόν περιέχει επανάληψιν αρχών.

Η οικονομική παραγωγή μετατρέπει πράγματι αγαθά τινα εις άλλα, τα οποία δέον να έχουν αξίαν τινά χρήσεως (μίαν χρησιμότητα) μεγαλυτέραν εκείνης των οικονομικών αγαθών, εκ των οποίων ταύτα προέρχονται, άλλως κανείς δεν ήθελε συνεχίση την ταύτην. Το πλεόνασμα της ούτω παραχθείσης αξίας χρήσεως διανέμονται οι διάφοροι παράγοντες της παραγωγής, δηλαδή οι εργάται και οι ιδιοκτήται των οικονομικών αγαθών, οίτινες συνεργάζονται εις την παραγωγήν. Αυτή η εργασία είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως και όλα τα άλλα.

Το προϊόν γεννάται οικονομικώς εκ της ενώσεως της παρελθούσης εργασίας (απλούν κεφάλαιον) και άλλων οικονομικών αγαθών μετά της παρούσης εργασίας, όπως το ύδωρ παράγεται εκ της χημικής ενώσεως του οξυγόνου και υδρογόνου. Δεν είναι δυνατόν ν' αποδώσωμεν το οικονομικόν προϊόν εις την παρούσαν εργασίαν μη συμβαλούσης της παρελθούσης ή τανάπαλιν, όπως δεν είναι δυνατόν ναποδώσωμεν την παραγωγήν του ύδατος εις το οξυγόνον αφαιρούντες το υδρογόνον ή και τανάπαλιν.

Τώρα είναι βέβαιον ότι εάν το κράτος οικειοποιηθή όλα τα κεφάλαια θα δύναται να χορηγή ταύτα προς χρήσιν δωρεάν εις τους εργάτας εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Το αυτό θα συμβή εάν το κράτος υποδουλώσει όλους τους εργάτας, διότι τότε θα δύναται να χορηγήση δωρεάν εις τους κεφαλαιούχους την χρήσιν της εργασίας των εργατών, εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Τούτο όμως δεν είναι το απασχολούν ημάς ζήτημα, διότι ο Κ. Μαρξ καθορίζων τας απόψεις του επί της ανταλλακτικής αξίας και υπεραξίας, έχει βεβαίως υπ' όψει του τα σήμερον υπάρχοντα και όχι τα δυνάμενα να γίνουν υπό διαφόρους συνθήκας της οικονομικής οργανώσεως της κοινωνίας.

Είναι αληθώς αξιοπαρατήρητος η δυσκολία την οποίαν δοκιμάζει όχι μόνον ο Κ. Μαρξ, αλλά και πολλοί άλλοι ακόμη προσπαθούντες να εννοήσουν τον ρόλον του κεφαλαίου εν τη παραγωγή. Μέρος της δυσκολίας ταύτης οφείλεται εις αίτια αισθηματικά, αλλά το κύριον μέρος πηγάζει εκ της ελλείψεως αυστηράς εφαρμογής των χρησιμοποιουμένων όρων.

Εκείνο το οποίον επηύξησε την σύγχυσιν είναι ότι συγγραφείς τινές επεφορτίσθησαν να αποδείξουν ότι το κεφάλαιον έχει δικαίωμα — ή δεν έχει δικαίωμα εις αμοιβήν τινά.

Η πολιτική οικονομία δεν ενδιαφέρεται διά τούτο. Μελετά μόνον τας συνθήκας υπό τας οποίας παράγεται και διανέμεται ο πλούτος και καθορίζει πώς δύναται τις να επιτύχη το μάξιμουμ του ηδονισμού διά το άτομον και το μάξιμουμ του ηδονισμού διά το είδος (20).

Ο συλλογισμός τον οποίον πολλοί αντιτάσσουν εις τας θεωρίας του Κ. Μαρξ λέγοντες: «ο ιδιοκτήτης μιας οικίας δύναται να μη δεχθή εν αυτή ουδένα, έχει το λοιπόν το δικαίωμα, εάν δεχθή ενοικιαστήν, να ζητήση ενοίκιον», περιέχει μίαν επανάληψιν αρχών, διότι αμφισβητείται ακριβώς το δικαίωμα του ιδιοκτήτου να διαθέτη την οικίαν. Το πραγματικόν ζήτημα το οποίον πρέπει να λυθή είναι μόνον εάν, εις την ώθησιν των ανθρώπων προς ανέγερσιν οικιών, το δόλωμα του ενοικίου, το οποίον θα λάβη είναι ή όχι το μέσον το παράγον το μάξιμουμ της ευτυχίας εν τη κοινωνία. Άλλοι συγγραφείς, ομιλούντες επί της ανταλλακτικής αξίας φαίνονται να παραδέχονται ότι αύτη είναι ποσόν ενεργείας — , όπως είναι η ζώσα δύναμις εις την μηχανικήν, μία δύναμις θερμότητος, ηλεκτρισμού κ.λ.π. — , ήτις δύναται μεν να τροποποιηθή ουχί όμως και να δημιουργηθή ή καταστραφή. Φαντάζονται τότε ότι εις το γεγονός ότι η χρήσις του κεφαλαίου δύναται ν' αυξήση την αξίαν, υπάρχει είδος τι δημιουργίας εκ του μηδενός, η οποία όμως δεν είναι δυνατόν να γίνη αποδεκτή. Αλλ' η αξία δεν είναι παρά σχέσις, ούτε δε είναι μυστήριον ότι η χρήσις του κεφαλαίου ή παντός άλλου τρόπου παραγωγής των εμπορευμάτων δύναται ν' αλλάξη την σχέσιν ταύτην.