WeRead Powered by ReaderPub
Το κεφάλαιον / Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο cover

Το κεφάλαιον / Περίληψις Παύλου Λαφάργκ, μετά προλόγου Β. Παρέτο

Chapter 8: IV
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

Σύντομη παρουσίαση της οικονομικής κριτικής του Μαρξ που εκθέτει βασικές έννοιες όπως εμπόρευμα, εργασία, αξία, υπεραξία και κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, καθώς και την ερμηνεία τους στη λειτουργία της παραγωγής και στις ταξικές σχέσεις. Περιλαμβάνει παρατηρήσεις για τη μέθοδο —διαχωρίζοντας την επιστημονική από την πολεμική προσέγγιση—, επεξηγήσεις όρων και συνοπτική ανάλυση διαφωνιών και διορθώσεων. Συνοδεύεται από βιογραφική επισκόπηση και κριτικά σημειώματα που στοχεύουν στην καθαρή παρουσίαση των βασικών θεωρητικών αξόνων και της εφαρμογής τους στην οικονομική ανάλυση.

Μεταξύ των κυριωτέρων χαρακτήρων του κεφαλαίου ευρίσκομεν: ότι τούτο έχει την ιδιότητα της αυξήσεως της παραγωγικότητος της εργασίας (J. B. Say), ότι συνηθέστερον είναι ο καρπός της οικονομίας (Senior), ότι η δράσις του αυξάνεται εν τω χρόνω (Böhm — Bawerk). Έκαστον των χαρακτήρων τούτων εξέλεξαν κατά σειράν ως την αποκλειστικήν αιτίαν Α, η όποια παρουσιάζει το κεφάλαιον ως ένα των παραγόντων της παραγωγής και ημέλησαν τους άλλους χαρακτήρας Β, Γ . . . . . κλπ. των οποίων όμως δεν ηδύναντο να αρνηθώσι την επιρροήν είτε περιλαμβάνοντες αυτούς μεταξύ των δήθεν «κανονικών» συνθηκών, είτε χρησιμοποιούντες αυτούς, ως απλά χαρακτηριστικά του χαρακτήρος τον οποίον εξέλεξαν.

Εις την πραγματικότητα το κεφάλαιον είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως όλα τα άλλα. Είναι αληθές ότι ο άνθρωπος διά της χρήσεώς του αποφεύγει ένα κόπον ή με άλλας λέξεις ικανοποιεί ανθρωπίνην ανάγκην. Εξ άλλου όμως τούτο υφίσταται εν περιωρισμένη ποσότητι, τουλάχιστον εις την κοινωνίαν μας. Κέκτηται όθεν ιδιότητες, αίτινες μας εχρησίμευσαν διά τον καθορισμόν των οικονομικών αγαθών, και οφείλομεν κατά συνέπειαν να το αναγνωρίσωμεν ως τοιούτον.

Μία ύλη δύναται να λάβη διαφόρους οικονομικούς χαρακτήρας αναλόγως των χρήσεων, εις ας προσαρμόζεται. Επί παραδείγματι, η όρυζα δύναται να καταναλωθή απ' ευθείας υπό του κατόχου της — αυτός επίσης δύναται να την χρησιμοποιήση διά την διατροφήν ορνιθίων, τα οποία θα φάγη — δύναται αύτη να θρέψη εργάτας, οι οποίοι καλλιεργούν ορυζώνα — δύναται να θρέψη εργάτας, οι οποίοι θα κατασκευάσουν δίτροχον προς μεταφοράν της κατά την προσεχή εσοδείαν κ.λ.π.

Η οικονομική επιστήμη πρέπει να διακρίνη πάντα τα γεγονότα ταύτα. Ολίγον ενδιαφέρουν αι ονομασίαι. Εις την πρώτην περίπτωσιν, δυνάμεθα να είπωμεν, ότι η όρυζα είναι οικονομικόν αγαθόν πρώτης τάξεως, και ότι εις τας άλλας περιπτώσεις είναι οικονομικόν αγαθόν δευτέρας τάξεως, τρίτης τάξεως κ.λ.π. Δυνάμεθα ακόμη να είπωμεν ότι η όρυζα η χρησιμεύουσα διά την διατροφήν των καλλιεργούντων τον ορυζώνα εργατών, και η διά την διατροφήν των εργατών αμαξοποιών, είναι κεφάλαιον.

Ανάλογα των προηγουμένων γεγονότων θα είναι και εκείνα κατά τα οποία, της ορύζης ανταλλασσομένης διά νομίσματος ο κάτοχος τούτου θα έθετε τούτου κατόπιν εις χρήσιν: ή διά να αγοράση την τροφήν του, ή διά να πληρώση την τροφήν των ορνιθίων του ή την των εργατών του ορυζώνος, ή των εργατών αμαξοποιών.

Γενικώς όθεν όταν έν και το αυτό οικονομικόν αγαθόν — ή έν και το αυτό ποσόν χρημάτων — χρησιμοποιείται κατά διαφόρους τρόπους, εκάστη των δύο τούτων χρήσεων αντιπροσωπεύει διάφορον οικονομικήν οντότητα, εκάστη δε τούτων έχει ιδίαν αξίαν χρήσεως, διά την οποίαν προσφέρουν εις την αγοράν διαφόρους τιμάς, μέχρις ότου της μιας χρήσεως εκτεινομένης της άλλης περιοριζομένης, φθάνομεν διά του παιγνίου της προσφοράς και ζητήσεως εις την ισορροπίαν των τιμών.

Αυτός ο Κ. Μαρξ μας δίδει παράδειγμα οικονομικών αγαθών φαινομενικώς ίσων, πραγματικώς όμως βαθέως διαφόρων, όταν παρατηρή ότι η ομαδική εργασία (travail collectif) αριθμού τινος εργατών είναι κατά πολύ παραγωγικωτέρα της εργασίας των ιδίων εργατών μεμονωμένων.

Μεταξύ των όρων, οίτινες διαφοροποιούν την χρήσιν των οικονομικών αγαθών, είναι τις σημαντικώτατος, ο του χρόνου κατά τον οποίον δυνάμεθα ν' απολαύσωμεν είτε απ' ευθείας το οικονομικόν αγαθόν, είτε το προϊόν του. Ο κ. Böhm-Bawerk θαυμασίως ανέπτυξεν όλας τας συνεπείας της υπό του χρόνου διαφοροποιήσεως ταύτης της χρήσεως των οικονομικών αγαθών.

Ο Κ. Μαρξ ονομάζει υπεραξίαν τον τόκον, τον οποίον ο κεφαλαιούχος λαμβάνει εις ενοίκιον του κεφαλαίου του. «Διαιρούντες το κατατεθέν κεφάλαιον διά της ετησίως καταναλισκομένης υπεραξίας, έχομεν τον αριθμόν των ετών, ή των περιόδων της παραγωγής, μετά την παρέλευσιν των οποίων το πρώτον κεφάλαιον κατηναλώθη υπό του κεφαλαιούχου και κατά συνέπειαν εξηφανίσθη».

«Ο κεφαλαιούχος φαντάζεται αναμφιβόλως ότι κατηνάλωσε την υπεραξίαν και διετήρησε την αξίαν του κεφαλαίου, αλλ' η αντίληψις αύτη δεν αλλάζει το γεγονός ότι μετά περίοδον τινά η αξία του κεφαλαίου, το οποίον του ανήκει ισούται με το ποσόν της υπεραξίας, την οποίαν απέκτησε δωρεάν (21) κατά την αυτήν περίοδον, και ότι το ποσόν της καταναλωθείσης υπ' αυτού αξίας ισούται με το κατατεθέν τοιούτον (22).

Εκ του παλαιού κεφαλαίου, το οποίον κατέθεσεν εκ των ιδίων του χρημάτων, δεν υφίσταται πλέον ούτε έν μόριον της αξίας».

Ο συλλογισμός ούτος του Κ. Μαρξ προϋποθέτει, ότι ποσόν τι εξ 100,000 δραχμών επί παραδείγματι, πληρωνόμενον σήμερον είναι το αυτό με δέκα ποσά εκ 10,000 δραχμών πληρωνομένων το πρώτον εντός ενός έτους, το δεύτερον εντός δύο ετών και ούτω καθ' εξής.

Όθεν αι δύο αύται χρήσεις ενός και του αυτού οικονομικού αγαθού δεν είναι όμοιαι και δεν θα είναι όμοιαι εις κοινωνίαν ένθα το κεφάλαιον θα είναι κοινόν, εξαιρέσει πλέον, εάν το κεφάλαιον τούτο υφίστατο εις άπειρον ποσότητα (23). Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει δεν θα επληρώναμεν επίσης τίποτε διά την χρήσιν του κεφαλαίου εν κεφαλαιοκρατική κοινωνία.

Ονομάσωμεν Α την χρήσιν οικονομικού τινος αγαθού διατιθεμένου σήμερον, και Β την χρήσιν του ιδίου αγαθού διατεθιμένου εις το τέλος χρονικού τινος διαστήματος.

Εάν η αξία χρήσεως του Α ήτο δι' όλον τον κόσμον ακριβώς ίση προς την του Β ουδέποτε θα παρετηρείτο ανταλλαγή του Α διά του Β.

Διά να λάβη χώραν η ανταλλαγή αύτη δέον όπως διά τον δανειζόμενον η αξία χρήσεως του Α να είναι μεγαλυτέρα της του Β, και την διαφοράν ταύτην των δύο τούτων αξιών χρήσεως αγοράζει πληρώνων τον τόκον.

Η σύμβασις αύτη δεν διαφέρει καθόλου εκείνης, την οποίαν δύναται να συνάψη παραγωγός σίτου μετά παραγωγού οίνου. Ο πρώτος παραγωγός θα έδιδε: 1ο βάρος σίτου ίσου προς το βάρος του λαμβανομένου οίνου· 2ο έν υπόλοιπον εις χρήμα.

Ποσόν χρημάτων διαθέσιμον σήμερον διαφέρει τόσον ενός ιδίου διαθεσίμου ποσού εντός ετών τινων, όσον ο οίνος διαφέρει του σίτου. Εν τη πρώτη περιπτώσει ο χρόνος (24) είναι εκείνος, ο οποίος επιφέρει την διάκρισιν των δύο οικονομικών αγαθών, εν δε τη δευτέρα σύνολόν τι των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων.

Ως προείπομεν ήδη, εξετάζομεν ενταύθα μόνον τα γεγονότα ως ταύτα πραγματικώς εκτυλίσσονται και ουχί ως δυνατόν να εξετυλίσσοντο υπό διάφορον κοινωνικήν οργάνωσιν.

Εννοείται βεβαίως ότι μία κυβέρνησις δύναται να υποχρεώση τον κάτοχον του οικονομικού αγαθού Α να το ανταλλάξη διά του Β χωρίς να ωφεληθή τόκον· ως επίσης ηδύνατο να υποχρεώση τον παραγωγόν του οίνου και ανταλλάξη ίσον βάρος οίνου διά του σίτου χωρίς ούτος να λάβη υπόλοιπον εις χρήμα.

Αντιλέγουν συνήθως ότι αν το κεφάλαιον δεν ελάμβανε κανένα τόκον ουδείς θα εκοπίαζε διά την παραγωγήν και διατήρησιν του κεφαλαίου τούτου, ως επίσης ουδείς θα εκαλλιέργει πλέον την άμπελόν του εάν πρόκειται να υποχρεωθή να ανταλλάξη το προϊόν του με ίσον βάρος άλλου εμπορεύματος κατωτέρας αξίας. Αλλ' ο Κ. Μαρξ απαντά ότι το κράτος δύναται ν' αφαιρή από το προϊόν της εργασίας των πωλητών ό,τι αναγκαίον διά την εξασφάλισιν «της απλής και προοδευτικής αναπαραγωγής του κεφαλαίου άνευ ουδεμιάς επεμβάσεως «του μαύρου ιππότου» του επονομασμένου κεφαλαιούχου.» Δυνάμεθα όμως να είπωμεν επίσης ότι το κράτος θ' αφαιρέση εκ της εργασίας των πολιτών ό,τι αναγκαίον διά την καλλιέργειαν της αμπέλου, της οποίας η απλή και προοδευτική αναπαραγωγή θα εξησφαλίζετο ούτως άνευ της επεμβάσεως του μαύρου τούτου ιππότου του επονομαζομένου αμπελουργού.

Είναι ωφελιμώτερον διά την ευημερίαν της κοινωνίας να γίνηται η αναπαραγωγή του κεφαλαίου — ή η καλλιέργια της αμπέλου — διά μέσου αγγαρειών επιβαλομένων εις τους πολίτας ή ως αύτη γίνεται υπό το καθεστώς του ελευθέρου συναγωνισμού; τούτο είναι ζήτημα εξεταστέον, απολύτως όμως διακριτόν του άλλου του εάν η αξία των εμπορευμάτων δεν εξαρτάται ειμή εκ της «απλής» εργασίας χρησιμοποιουμένης διά την παραγωγήν των.

Αλλά ποία είναι «η απλή» αύτη εργασία, η οποία μετρά την ανταλλακτικήν αξίαν (ή το κόστος, της παραγωγής);

Η εργασία, της οποίας η διάρκεια μετρά την αξίαν είναι κατά τον Κ. Μαρξ» δαπάνη απλής δυνάμεως, την οποίαν πας κοινός άνθρωπος άνευ ειδικής τινος αναπτύξεως κέκτηται εν τω οργανισμώ του.

Ο μέσος όρος της απλής εργασίας είναι αληθές ότι είναι διάφορος κατά χώρας και εποχάς. Είναι όμως καθωρισμένος εν διδομένη κοινωνία. — Θα έπρεπε να προστεθή: με δεδομένον κεφάλαιον. — «Η σύνθετος εργασία είναι η απλή εργασία πολλαπλασιασμένη εις τρόπον ώστε μία δοθείσα ποσότης συνθέτου εργασίας αντιστοιχεί προς μεγαλυτέρα ποσότητα απλής εργασίας».

Τούτο είναι έν των σημείων εκείνων επί των οποίων σοβαρώς προσεβλήθη η θεωρία του Κ. Μαρξ. Διερωτώμεθα πώς δυνάμεθα να καθορίσωμεν τας σχέσεις ταύτας μεταξύ της απλής και συνθέτου εργασίας. Είναι φανερόν ότι έδει να τας εξεύρωμεν ανεξαρτήτως της αξίας των προϊόντων της εργασίας, διότι άλλως, εάν μετρήσωμεν την εργασίαν διά της αξίας δεν θα δυνηθώμεν είτα να μετρήσωμεν την αξίαν διά της εργασίας.

Φοβούμεθα εν τούτοις μήπως ο συγγραφεύς μας παρεσύρθη εις το σόφισμα τούτο, διότι λέγει: «Πανταχού αι αξίαι των πλέον διαφόρων εμπορευμάτων εκφράζονται αδιακρίτως εις χρήμα, δηλαδή εις μάζαν τινά χρυσού ή αργύρου. Ως εκ τούτου τα διάφορα είδη της εργασίας, τα αντιπροσωπευόμενα υπό των αξιών τούτων, ηλλαττώθησαν κατά τας διαφόρους αντιλήψεις εις ωρισμένα ποσά ενός και του αυτού είδους κοινής εργασίας, της εργασίας της παραγούσης τον χρυσόν και τον άργυρον» (25).

Εάν παραδεχθώμεν όθεν ότι τα διάφορα είδη εργασίας τα περιεχόμενα εις διάφορα εμπορεύματα δυνατόν να αναχθώσιν εις «απλήν» εργασίαν αναλόγως των εμπορευμάτων τούτων, ουδεμία πλέον υπάρχει δυσκολία διά να συμπεράνωμεν, ότι αι αξίαι αύται είναι ανάλογοι προς την περιεχομένην εις τα εμπορεύματα «απλήν» εργασίαν.

Χωρίς πλέον να επιμείνωμεν επί της απόψεως ταύτης ας υποθέσωμεν ότι η αναγωγή των διαφόρων ειδών εργασίας εις απλήν εργασίαν δύναται να γίνη ανεξαρτήτως της αξίας, ας υποθέσωμεν ακόμη ότι υφίσταται κοινωνία άνευ οικειοποιημένου κεφαλαίου, εν τη οποία η κυκλοφορία:

χρήμα — εμπόρευμα — χρήμα, απαγορεύεται απολύτως, και ότι αι αρχικαί συνθήκαι της κοινωνίας ταύτης είναι τοιαύται ώστε τα εμπορεύματα ν' ανταλλάσσονται εις αυστηράς ίσας αναλογίας με αναλογίας των διαφόρων ειδών της εργασίας των χρησιμοποιηθεισών διά την παραγωγήν των. Ίδωμεν ποίας συνεπείας δυνάμεθα να έχωμεν εκ των υποθέσεων τούτων, ακολουθούντες τας αρχάς του Κ. Μαρξ.

Προς τούτο δέον κατ' αρχάς να έχωμεν υπ' όψει άλλην τινά άποψιν λίαν σημαντικήν του Κ. Μαρξ. Ούτος αναγνωρίζει «ότι εις αύξουσαν μάζαν υλικού πλούτου δύναται ν' αντιστοιχή σύγχρονος ελάττωσις της αξίας του . . . οιαιδήποτε και αν είναι αι διακυμάνσεις της παραγωγικής του δυνάμεως, η αυτή εργασία, λειτουργούσα εν τω αυτώ χρόνω ορίζεται πάντοτε εν τη αυτή αξία. Παρέχει όμως εις ωρισμένον διάστημα περισσοτέρας αξίας χρήσεως, εάν η παραγωγική του δύναμις αυξάνει· ολιγωτέρας δ' εάν ελαττούται».

Εκ τούτου εξάγεται ότι εν τη κοινωνία, ην έχομεν υπ' όψει, ουδείς παραγωγός θα έχη συμφέρον ν' αυξήση «την παραγωγικήν δύναμιν της εργασίας του», αν και έχη τουναντίον μέγα συμφέρον, όπως η παραγωγική δύναμις της εργασίας των άλλων παραγωγών αυξηθή. Πράγματι ο ράπτης π.χ., δεν έχει κανέν συμφέρον ν' ανακαλύψη νέαν μέθοδον επιτρέπουσαν αυτώ την ελάττωσιν εις το ήμισυ του αναγκαίου χρόνου διά την κατασκευήν ενός ενδύματος. Με την μέθοδον ταύτην, «δύο ενδύματα δεν έχουν περισσοτέραν αξίαν ενός ενδύματος προηγουμένως κατασκευασθέντος.» Εις αντάλλαγμα των δύο τούτων ενδυμάτων ο ράπτης δεν θα λάβη λοιπόν περισσότερα εμπορεύματα από όσα ελάμβανε προηγουμένως δι' ενός· εξ ου ποίον το συμφέρον του διά μίαν αύξησιν της εντατικότητος «της κοινωνικής αναγκαίας εργασίας» διά την κατασκευήν ενδυμάτων; περί τούτου ο αγοραστής μόνον δύναται να ενδιαφερθή: διότι της εντατικότητος ταύτης αυξανομένης, θα έχη δύο ενδυμασίας αντί μιας εις αντάλλαγμα του αυτού ποσού προϊόντων.

Διατί ένας εργοστασιάρχης θα εχρησιμοποίει μηχανήν μη αποτελούσαν μέρος ακόμη «των κοινωνικών συνθηκών της παραγωγής», αφού η μηχανή αύτη «αναφέρει ποτέ περισσοτέραν αξίαν από όσην χάνει κατά μέσον όρον εκ της φθοράς της;»

Οι καταναλωταί είναι οι μόνοι ενδιαφερόμενοι όπως αι μηχαναί επί μάλλον και μάλλον τελειοποιούμεναι αποτελέσουν μέρος «των κοινωνικών συνθηκών» της παραγωγής του εργοστασιάρχου.

Διά να αποφύγωμεν την δυσκολίαν ταύτην δυνάμεθα ίσως ν' αφαιρέσωμεν την λέξιν ποτέ από την προαναφερθείσαν πρότασιν του Κ. Μαρξ και να παραδεχθώμεν ταύτην από της εννοίας ότι αι τιμαί φθάνουν σταθερόν επίπεδον ισορροπίας, τότε μόνον η μηχανή δεν αποφέρει περισσοτέραν αξίαν από όσην κατά μέσον όρον χάνει εκ της φθοράς της. Αλλά των τιμών μη φθανουσών το μόνιμον τούτο επίπεδον αμέσως μετά την εισαγωγήν μιας νέας μηχανής, θα διέλθη μικρόν τι χρονικόν διάστημα, καθ' ό η μεταβιβασθείσα αξία θα είναι μεγαλειτέρα της φθοράς της μηχανής, δηλαδή χρονικόν διάστημα, κατά το οποίον το απλούν κεφάλαιον, το οποίον αντιπροσώπευε θα παρήγεν αξίαν τινά, και τότε το πλεόνασμα τούτο της αξίας θα εχρησίμευεν ως αμοιβή διά τον εργοστασιάρχην, ίνα ούτος αποφασίση την χρησιμοποίησιν της μηχανής.

Δυστυχώς απαλλασσόμεθα ούτω μιας δυσκολίας διά να υποπέσωμεν εις άλλην, διότι ανοίγομεν ούτω την θύραν εις τας αντιλήψεις περί υπεραξιών, τας οποίας απεμακρύναμεν, διά να δυνηθώμεν να παραδεχθώμεν την θεωρίαν του Κ. Μαρξ. Εάν το κεφάλαιον δύναται να παραγάγη ανταλλακτικήν αξίαν, εφ' όσον αι τιμαί δεν έφθασαν το σταθερόν σημείον της ισορροπίας δύναται πάντοτε να παραγάγη τοιαύτας, διότι η σταθερά αύτη ισορροπία των τιμών είναι μία καθαρά αφηρημένη έννοια (abstraction), ήτις δεν υφίσταται εις την φύσιν (26).

Αι τιμαί αύται, «όπως εκφράζεται επιγραμματικώς ο Coleridge, ζητούν συνεχώς το επίπεδόν των, έκφρασις ομοιάζουσα κατά πολύ με ειρωνικόν ορισμόν θυέλλης (27), πρέπει λοιπόν να υποθέσωμεν ή ότι τα φαινόμενα της υπεραξίας δεν υφίστανται ή είναι μηδαμινής σημασίας εάν θελήσωμεν να προβώμεν εις κρίσεις υποθέτοντες επαληθεύσασαν την θεωρίαν, ότι η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος είναι ανάλογος με την ποσότητα της κοινωνικώς αναγκαίας διά την παραγωγήν του εμπορεύματος τούτου εργασίας. Εξ ού υποχρεούμεθα να παραδεχθώμεν ότι ο εργοστασιάρχης (όχι ο κεφαλαιούχος) δεν θα έχη συμφέρον εις την εισαγωγήν εν τη βιομηχανία του μεθόδου τινός, επιτρεπούσης την ελάττωσιν του αναγκαίου τούτου χρόνου διά την κατασκευήν. Τότε οι καταναλωταί θα είναι εκείνοι, οίτινες θα απευθυνθούν προς τα νομοθετικά σώματα διά να εύρουν δίκαιον εναντίον της ρουτίνας των εργοστασιαρχών, και διά να επιτύχουν (το απλούν) κεφάλαιον το αναγκαίον εις τας βιομηχανίας.

Πρέπει να υποθέσωμεν — χωρίς να δυνηθώμεν να εξηγήσωμεν το θαυμάσιον τούτο φαινόμενον — ότι αι πλειοψηφίαι των βουλών τούτων θα είναι σωφρονέστεραι, αρμοδιώτεραι και κυρίως αμεροληπτότεραι από εκείνας, που έχομεν υπ' όψει.

Αι νομοθετικαί αύται βουλαί της νέας κοινωνίας θα έχουν ν' αποφασίσουν επί παραδείγματι, ποίαν ακριβώς ημέραν το ήδη εν χρήσει σύστημα βυρσοδεψίας δεν θα πρέπη πλέον ν' αποτελή μέρος των «κανονικών συνθηκών της παραγωγής», και ποίαν ακριβώς ημέραν θα πρέπη να αντικατασταθή δι' ηλεκτρικής βυρσοδεψίας. Πρέπει επίσης όπως μη μείνη η απόφασις αύτη εις την απλήν κατάστασιν της θεωρητικής βεβαιώσεως, να ευρεθή το (απλούν) κεφάλαιον το αναγκαίον διά το νέον τούτο σύστημα.

Ακόμη μικρότερον θ' απασχολήσουν αν όχι τας βουλάς τουλάχιστον τους υπαλλήλους των. Π. χ., είς τινα ύψη τα δαμάσκηνα τα καλλιεργούμενα εις δικτυωτόν είναι καλύτερα των καλλιεργουμένων εις ανοικτόν αέρα. Αλλ' εάν ο τοίχος επί του οποίου θα στηριχθή το δικτυωτόν δεν θα «αποφέρη εις τα δαμάσκηνα περισσοτέραν αξίαν όσης κατά μέσον όρον χάνει εκ της φθοράς του» ποίον όφελος θα είχεν ο κηπουρός διά να το κατασκευάση; Ο τοίχος αυτός είναι χρήσιμος μόνον εις τους ανθρώπους, οι όποιοι θα φάγουν τα δαμάσκηνα.

Θα είναι πράγματι περίεργος κοινωνική κατάστασις εκείνη, εν τη οποία έκαστος αντί να επιβλέπη το ίδιόν του έργον, θα επιβλέπη το έργον του γείτονός του! Ό,τι γνωρίζομεν εκ της ανθρωπίνης φύσεως μας λέγει ότι η κατάστασις αύτη δεν θα είναι λίαν ευνοϊκή εις την πρόοδον της βιομηχανίας και εντός ολίγου θα αναγνωρισθή η ανάγκη να ψηφισθή νόμος, ο οποίος να καθορίζη την δραστηριότητα των παραγωγών. Και δυνάμει του νόμου τούτου, εάν π.χ. η έντιμος ένωσις των ραπτών ανακαλύψη και εφαρμόση μέθοδον ελαττούσαν «τον κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον» διά την κατασκευήν μιας ενδυμασίας θα ημείβετο παρά της κυβερνήσεως. Αλλά τότε η ανταλλακτική αξία των προϊόντων δεν θα είναι πλέον ανάλογος ακριβώς προς την ποσότητα της εργασίας, την οποίαν ταύτα περιέχουν, διότι ο αγοραστής θα οφείλει, επί πλέον της ποσότητος της εργασίας της περιεχομένης εις την ενδυμασίαν να πληρώση την μερίδα του επί της αμοιβής της ληφθείσης υπό των ραπτών. Ίνα μη τούτο λάβη χώραν θα έπρεπε κάθε παραγωγός ν' ανακαλύψη και να εφαρμόση συγχρόνως μίαν μέθοδον διά ν' αυξήση είς τινας καθιδρυομένας αναλογίας την αποδοτικότητα της εργασίας του. Τότε αι αμοιβαί, τας οποίας θα πληρώση ως συμβαλών, θα ηδύναντο να ανταμειφθούν δι' εκείνων, τας οποίας θα ελάμβανεν ως παραγωγός.

Τούτο όμως δεν αρκεί. Είναι φόβος μήπως το (οικειοποιημένον) κεφάλαιον επεμβαίνον μεταμορφωμένον, μολύνει την κοινωνίαν ταύτην.

Ας υποθέσωμεν την κοινωνίαν ταύτην εν Αυστραλία, αποτελουμένην εξ ενός γεωργού και ενός χρυσοθήρου. Πλην τούτων υπάρχει και κυβέρνησις· αύτη θα καθορίση την μερίδα, την οποίαν θα αφαιρή εκ του προϊόντος της εργασίας των πωλητών διά την συντήρησιν και αύξησιν του (απλού) κεφαλαίου της κοινότητος και θ' ασχολήται είτα εις την διανομήν του κεφαλαίου τούτου μεταξύ των διαφόρων χρήσεων, τας οποίας δύναται να κάμη.

Δεν θα εξετάσωμεν εάν η κυβέρνησις θα δυνηθή να εκτελέση την διανομήν ταύτην καλύτερον από τους κεφαλαιούχους, οι οποίοι θα επαγρυπνούν με την ελπίδα πλουτίσεως και με τον φόβον της απωλείας των κεφαλαίων των. Πολύ πιθανόν θα παρουσιάζοντο δυσαρέσκειαι, εάν η καλή διανομή της κυβερνήσεως θα επέφερεν ελάττωσιν της παραγωγής. Η μικροτέρα μερίς των 100 φράγκων κακώς διανεμηθέντων δύναται έστω να είναι μεγαλειτέρα της μερίδος των 10 φράγκων καλώς διανεμηθείσης.

Αφήνομεν πάντα ταύτα. Τουλάχιστον όμως πρέπει να έχωμεν υπ' όψει ότι το (απλούν) κεφάλαιον το υφιστάμενον εις την κοινότητα αυτήν δεν είναι άπειρον.

Εάν δ' ήτο εις άπειρον ποσότητα, ολίγον θα ενδιέφερε εάν το κεφάλαιον τούτο ήτο ή όχι οικειοποιημένον διότι, και εις αυτήν ακόμη την κεφαλαιοκρατικήν κοινωνίαν, τίποτε δεν θα επληρώνετο διά την ενοικίασίν του· έκαστος πολίτης δεν είναι λοιπόν δυνατόν να επιτύχη παρά της κυβερνήσεως όσον κεφάλαιον θέλει διά την βιομηχανίαν του. Εξ άλλου, η κυβέρνησις δεν θα θελήση να εμποδίση τους πολίτας από μίαν οικονομίαν προς όφελος μερίδος τινός των προϊόντων, που θα κατηνάλισκον. Ας υποθέσωμεν, ότι ο υφαντουργός εξοικονόμησε κάτι. Παρετήρησε ότι οι λαγωοί καταβροχθίζουν την εσοδείαν του γεωργού. Είναι αύτη μία περίπτωσις, η οποία, όπως η δυσμενής εσοδεία περί ης ομιλεί ο Κ. Μαρξ, κάμνει ώστε «η αυτή ποσότης της εργασίας (του γεωργού) να αντιπροσωπεύηται υπό τεσσάρων μεδίμνων (σίτου) αντί ν' αντιπροσωπεύεται υπό οκτώ».

Αι καταστροφαί αι επενεχθείσαι υπό των λαγωών ηδύναντο ν' αποφευχθούν, εάν περιεκλείετο ο αγρός υπό τοίχου, τον οποίον ο υφαντουργός, χάρις εις τας οικονομίας του δύναται να κατασκευάση.

Δεν θα απευθυνθή βεβαίως ο υφαντουργός προς τον γεωργόν. Ο τελευταίος ούτος δεν έχει τίποτε να κερδίση, να παραγάγη, διά την ανταλλαγήν οκτώ μεδίμνων, οι οποίοι θα είχον την αυτήν αξίαν των τεσσάρων, τους οποίους πρότερον παρήγαγε· ο υφαντουργός θα μεταβή προς αναζήτησιν του χρυσοθήρα και ιδού ο διάλογος, ο οποίος θα ελάμβανε μεταξύ των χώραν.

Υφαντουργός. Δεν θέλω πλέον να είμαι υφαντουργός. Αναχωρώ παραλαμβάνων το όπλον μου, και θα καιροφυλακτώ ημέραν και νύκτα πέριξ του αγρού διά να φονεύσω όλους τους λαγωούς, οι οποίοι καταβροχθίζουν τον σίτον.

Σήμερον ανταλλάσσετε 10 γραμμάρια χρυσού αντί 100 χιλιογράμμων σίτου. Η ποσότης της εργασίας σας, ήτις έχει «αποκρυσταλλωθή» εις τα 10 ταύτα γραμμάρια χρυσού είναι ακριβώς ίση, λαμβανομένης υπ' όψιν της ποιότητος, προς την ποσότητα της εργασίας του γεωργού της περιεχομένης εντός 100 χιλιογράμμων σίτου.

Όταν θα φονεύσω τους λαγωούς, δεν θα υπάρχη πλέον εις τα 100 χιλιόγραμμα του σίτου ειμή το ήμισυ της ποσότητος της υπαρχούσης νυν εργασίας του γεωργού, επί πλέον όμως θα υπάρχη εργασία. Η ποσότης της πραγματικής, θα είναι μεγαλειτέρα του ημίσεος, το οποίον θα λείψη από την εργασίαν του γεωργού, αλλά θα υπολογίσω καλώς και φαντάζομαι ότι θα υπάρξη ακριβές αντιστάθμισμα. Θα λάβητε λοιπόν διά τα 10 σας γραμμάρια χρυσού την αυτήν ποσότητα σίτου εις ην θα περιέχηται η αυτή ποσότης της αποκρυσταλλωθείσης εργασίας. Θα διαιρέσωμεν τα 10 γραμμάριά σας του χρυσού μεταξύ του γεωργού και εμού και θα έχομεν έκαστος ανά πέντε. Έχετε καμμίαν αντίρρησιν;

Χρυσοθήρας. Ολίγον ενδιαφέρομαι διά τον τρόπον, με τον οποίον διανέμονται τον χρυσόν, τον οποίον δίδω εις αντάλλαγμα του σίτου.

Υφαντουργός. Ε! λοιπόν! θα σας ομολογήσω, ότι ουδέποτε εσκέφθην να φυλάξω πέριξ του αγρού του γεωργού, έχω ένα μυστικόν προς καταστροφήν των λαγωών και θα σας κάμνη να επωφεληθήτε του πλεονεκτήματος, το οποίον παρουσιάζει. Με τα 10 γραμ. χρυσού δεν θα έχετε 100 χιλιόγραμμα σίτου αλλά 150. Μόνον θα πρέπη να διανείμητε ως εξής τα 10 γραμ. χρυσού: Θα δώσητε τα 7 1/2 εις τον γεωργόν, διότι εις τα 150 χιλιόγραμμα θα υφίσταται ποσόν τι εκ της αποκρυσταλλωθείσης εργασίας, ακριβώς ίσον με το ποσόν της εργασίας σας, το οποίον ευρίσκεται εις τα 7 1/2 γραμ. χρυσού. Τα άλλα 2 1/2 θα δώσητε εις εμέ.

Χρυσοθήρας. Αυτό με διαφέρει μεγάλως και σας παρακαλώ πολύ να με μυήσητε εις το μυστικόν σας διά να το χρησιμοποιήσω.

Υφαντουργός. Μίαν στιγμήν. Δεν θέλω να σας εξαπατήσω. Έχετε υπ' όψει σας ότι διά τα 2 1/2 γραμ. χρυσού, τον οποίον θα μοι δώσητε, δεν θα έχετε εις αντάλλαγμα ειμή πολύ μικράν ποσότητα αποκρυσταλλωθείσης εργασίας. Ούτω διά τα 10 γραμμάρια χρυσού θα έχετε 150 χιλιόγραμμα σίτου και αποκρυσταλλωθείσαν εργασίαν μόνον διά 7 1/2 γραμμάρια.

Χρυσοθήρας. Και τι μ' ενδιαφέρει αυτό! Μήπως τρώγω αποκρυσταλλωμένην εργασίαν; Γνωρίζω καλώς την γεύσιν του άρτου, ουδεμίαν όμως έχω ιδέαν περί της αποκρυσταλλωμένης εργασίας.

Υφαντουργός. Δεν σας είπα ακόμη όλα. Δεν θα σας αποκρύψω ακόμη ότι δεν έχω μυστικόν κανένα. Σκέπτομαι απλώς να περιτοιχίσω τον τοίχον του γεωργού. Εάν θέλετε δύνασθε μόνος σας να το κάμετε.

Χρυσοθήρας. Αλήθεια! Και πότε θα εύρω ευκαιρίαν; Γνωρίζετε καλώς ότι υποχρεούμαι να εργάζωμαι ένδεκα ώρας την ημέραν διά να κερδίσω τα προς το ζην. Πώς θα δυνηθώ να προσθέσω εις τας τόσας ημέρας εργασίας τον αναγκαίον αριθμόν των ωρών διά την κατασκευήν του τοίχου; Δεν είναι αληθές το λεγόμενον ότι η εργασία μετράται υπό του χρόνου της διαρκείας της. Μία ώρα εργασίας προστιθεμένη εις μίαν ημέραν εργασίας τριών ωρών δεν είνε ουδόλως τόσον κοπιώδης όσον η αυτή ώρα προστιθεμένη εις την ημέραν των ένδεκα ωρών (28).

Και ούτω ας μείνωμεν σας παρακαλώ εις την πρώτην πρότασιν μου.

Ιδού λοιπόν ο υφαντουργός μας γενόμενος κεφαλαιούχος χωρίς να φαίνεται. Είναι αληθές ότι δεν χρησιμοποιεί την κυκλοφορίαν χρήμα — εμπόρευμα — χρήμα.

Είναι αληθές ότι δεν οικειοποιείται ουδεμίαν υπεραξίαν παραχθείσαν διά μιας υπερεργασίας του γεωργού, αλλά δεν εδίστασε να πωλήση την χρησιμοποίησιν του κεφαλαίου του διά μίαν ετησίαν πρόσοδον.

Είναι, θα είπη τις, περιπτώσεις φανταστικαί, Ροβινσονιάδες, όπως τας ονομάζει ο Κ. Μαρξ. Το πιστεύετε; Τι λοιπόν! Τουναντίον ταύτα είναι γεγονότα πραγματικά, τα οποία σήμερον παρατηρούνται και τα οποία θα καταστώσι συν τω χρόνω σημαντικώτερα, εφ' όσον η κοινωνία μας θα καθίσταται επί μάλλον και μάλλον σοσιαλιστική.

Τι κάμνουν σήμερον οι κύριοι πολιτικολόγοι, όταν θέλουν να αφιερωθούν εις σοσιαλιστικόν τινα ή άλλο πείραμα; Δανείζονται από την κυβέρνησιν. Διά του μέσου των ταμιευτηρίων, συλλέγουν τους οβολούς των εργατών διά της εκδόσεως μετοχών και αξιών ηγγυημένων υπό του κράτους, σύρουν προς εαυτούς τα μεγάλα κεφάλαια.

Διά να ομιλήσωμεν ειλικρινώς ο ούτω συσσωρευμένος πλούτος καταστρέφεται κατά μέγα μέρος υπ' αυτών, ας παραδεχθώμεν όμως ότι τον χρησιμοποιούν φρονίμως· η ετησία πρόσοδος την οποίαν εν τοιαύτη περιπτώσει πληρώνει το κράτος δεν είναι της αυτής φύσεως με εκείνην, την οποίαν ο υφαντουργός θα ελάμβανε παρά του χρυσοθήρα;

Το λαϊκοσοσιαλιστικόν κράτος θα έχη ανάγκην να δανεισθή τόσον και περισσότερον από το αστικοσοσιαλιστικόν κράτος, εις το οποίον έχομεν την ευτυχίαν να ζώμεν σήμερον. Εάν δεν θέλη να πληρώση τίποτε διά την χρήσιν των ζητουμένων παρ' αυτού οικονομικών αγαθών, οι υπήκοοι του δεν θα σπεύσουν να του τα χορηγήσουν. Εάν πληρώση τι, ο κεφαλαιούχος γεννάται εκ νέου και εμφανίζεται πάλιν εν τη νέα κοινωνία. Θα είναι μάλιστα πολύ καλύτερα εκεί από την κοινωνίαν, εις την οποίαν μόνον ο ελεύθερος συναγωνισμός θα καθώριζε την διαμονήν του πλούτου, διότι συνεννοούμενος μετά των κυρίων πολιτικών — ανθρώπους, των οποίων η αρετή δεν είναι γενικώς μεγάλη — θα δυνηθή διά μιας τεχνητής αιτήσεως κεφαλαίων να υψώση το επιτόκιον και αφ' ετέρου δεν θα διατρέξη ουδένα κίνδυνον, εις όσους υπόκεινται οι κεφαλαιούχοι υποχρεωμένοι να διακινδυνεύουν τα κεφάλαιά των εις επιχειρήσεις κατά το μάλλον ή ήττον τυχοδιωκτικάς, εις τας οποίας δύνανται να χάσουν τόκον και κεφάλαιον (29).

Είναι πολύ δύσκολον να καταστραφή η ιδιοκτησία των οικονομικών αγαθών τα οποία ονομάζομεν κεφάλαια, εάν δεν καταστρέψωμεν συγχρόνως και τα άλλα οικονομικά αγαθά. Τούτο καλώς ηνόησαν σοσιαλιστικαί τινες τάσεις.

Ο Πέτρος Κροπότκιν έχει δίκαιον λέγων «ότι εις την κοινωνίαν μας υπάρχουν σχέσεις καθωρισμέναι, τας οποίας είναι υλικώς αδύνατον να τροποποιήσωμεν, εάν τας θίξωμεν μερικώς μόνον». (Η κατάκτησις του ψωμιού σελ. 57). Και είναι πολύ λογικός αρνούμενος να παραδεχθή την τιθεμένην υπό των σοσιαλιστών διάκρισιν, οι οποίοι λέγουν: «ζητούμεν την απαλλοτρίωσιν του εδάφους, του υπεδάφους, των εργοστασίων. Πάντα ταύτα είναι μέσα παραγωγής και θα ήτο δίκαιον να μετεβάλλοντο εις κοινήν ιδιοκτησίαν. Εκτός όμως τούτων υπάρχουν και τα αντικείμενα της καταναλώσεως: η τροφή, το ένδυμα, η κατοικία, τα οποία πρέπει να μείνουν ατομική ιδιοκτησία».

Λογικώς υπάρχει μία βασική διαφορά μεταξύ των θεωριών, αι οποίαι επιζητούν την καταστροφήν ενός μόνον είδους ιδιοκτησίας — της του κεφαλαίου — και των θεωριών, των επιζητουσών την καταστροφήν πάσης φύσεως ιδιοκτησίας μηδ' αυτής της μπουκιάς του άρθρου εξαιρουμένης.

Αι πρώται ευρίσκουν αναρίθμητα εμπόδια εκ της αυθαιρέτου διακρίσεως, την οποίαν θέλουν να θέσουν μεταξύ των ιδιοκτησιών των οποίων την εξαφάνισιν επιζητούν, και εκείνων των οποίων θέλουν την διατήρησιν. Αι δεύτεραι αποφεύγουν τας δυσκολίας ταύτας υπερπηδώσαι δυσκολίας ακόμη μεγαλυτέρας, αίτινες είναι η συνέπεια της υποθέσεως ότι δυνατόν να παραμεληθή το άκρως ισχυρόν αίσθημα το ωθούν τον άνθρωπον και αυτό το ζώον εις την οικειοποίησιν των χρησίμων αυτώ αντικειμένων.

Σοσιαλιστικαί τίνες τάσεις απομακρύνουν έτι την αφετηρίαν των δυσκολιών, τας οποίας δύνανται να συναντήσουν, παραδεχόμενοι ότι η ανθρωπίνη φύσις δύναται να γίνη τελείως διάφορος της σήμερον γνωστής (30). Εάν παραδεχθώμεν την υπό θέσιν ταύτην, η φαντασία τότε ελευθέρως δύναται να δημιουργή κοινωνικά συστήματα. Δεν δυνάμεθα εις τίποτε ν' αντιτείνωμεν, διότι θα είναι πάντοτε δυνατόν να φαντασθώμεν είδος ανθρωπίνης φύσεως αποδεχομένης το προτεινόμενον σύστημα. Η πολιτική οικονομία μελετά τας πράξεις του ανθρώπου, όπως ούτος υφίσταται και όχι όπως μας αρέσει να τον φανταζόμεθα.

Δυνάμεθα να παρατηρήσωμεν ότι ο συλλογισμός μας αναφορικώς προς την παραγωγικότητα της εργασίας παρουσιάζει την αξίαν χρήσεως αυξανομένην, αλλά δεν εξηγεί την αύξησιν, η οποία εν τούτοις παρουσιάζεται εν τη κοινωνία μας εις το ποσόν των ανταλλακτικών αξιών.

Και τούτο διότι παρεδέχθημεν μίαν υπόθεσιν του Κ. Μαρξ η οποία δεν είναι εν αρμονία με τα γεγονότα. Όταν δι' ενός μέσου, το οποίον δεν είναι ευκόλως διαθέσιμον παρ' όλων παρουσιάζεται επαγγελματικόν μυστικόν, εφεύρεσις, η χρησιμοποίησις νέας ποσότητος κεφαλαίου, ελλαττούμεν κατά το ήμισυ τον αναγκαίον χρόνον διά να παραγάγωμεν ποσότητα τινά εμπορεύματος, τότε δεν είναι αληθές ότι και η ανταλλακτική αξία (τιμή) του εμπορεύματος τούτου ελλαττούται κατά το ήμισυ: Η νέα αύτη αξία θα είναι μεγαλυτέρα του ημίσεως της αρχικής αξίας, και ούτω η ανταλλακτική αξία του όλου της παραγωγής του εμπορεύματος τούτου θα είναι μεγαλυτέρα από ότι ήτο προηγουμένως.

Πρέπει εισέτι να παρατηρήσωμεν ότι και όταν ακόμη θα επιτύχωμεν ν' αποδείξωμεν ότι το μέρος της ανταλλακτικής αξίας το υπό του κεφαλαιούχου λαμβανόμενον αφηρέθη εκ της εργασίας, δεν θα έχομεν αποδείξει ότι η επέμβασις του κεφαλαιούχου προξενεί βλάβην εις τους εργάτας.

Ο Κ. Μαρξ το πιστεύει. Αλλ' εκείνο το οποίον φαντάζεται εις τον συλλογισμόν του, όπως και εις πολλούς άλλους και ιδίως εις τους συλλογισμούς των ευπίστων της σχολής του προστατευτικού εμπορίου παραδεχόμενος ότι υφίστανται τοιαύτα ακόμη μεταξύ των ανθρώπων των μη εχόντων ως δικαιολογίαν την άγνοιαν των οικονομικών νόμων = είναι ότι η λέξις αξία συγχέεται συνήθως με την λέξιν πλούτος. Είναι ολίγον αστείον να είπωμεν εις οιονδήποτε ότι του αφαιρούμεν μέρος ανταλλακτικών του αξιών και του αυξάνουμεν συγχρόνως την ευτυχίαν του· και εν τούτοις τούτο είναι πιθανώτατον διότι η ευτυχία μας εξαρτάται μόνον εκ των αξιών χρήσεως (οικονομικών χρησιμοτήτων) των αγαθών, τα οποία χρησιμοποιούμεν, και ουχί εκ των ανταλλακτικών αξιών.

Ούτω και όταν θα ηθέλαμεν αποδεχθή μετά του Κ. Μαρξ, ότι ο κεφαλαιούχος οικειοποιείται μέρος της ανταλλακτικής αξίας της δημιουργηθείσης υπό του εργάτου, δεν θα είχομεν αποδείξει εισέτι, ότι ο κεφαλαιούχος είναι επιβλαβής, διότι πιθανόν ο εργάτης να είχε ακόμη εις την διάθεσίν του σημαντικωτέραν αξίαν χρήσεως, από εκείνην, την οποίαν θα έχη εις άλλο σύστημα κοινωνικής οργανώσεως.

Θα έπρεπε να συμπληρωθή η θεωρία του Κ. Μαρξ διά του ορειχαλκίνου νόμου του Lassalle ίνα η απόδειξις συμπληρωθή. Εάν πράγματι το καπιταλιστικόν σύστημα ηνάγκαζε τον εργάτην να έχη το μίνιμουμ του απαραιτήτου διά να ζήση και αναπαραχθή, είναι φανερόν ότι εν πάσει περιπτώσει δεν θα είχε τίποτε να λάβη ή το παν να κερδίση επιχειρών την αλλαγήν του συστήματος.

Αλλ' η θεωρία αύτη του Lassalle διαψεύδεται καθ' εκάστην υπό των γεγονότων (31), και δεν δυνάμεθα να την χρησιμοποιήσωμεν ως βάσιν επιστημονικού συλλογισμού.

Η κριτική την οποίαν εκάμαμεν επί του έργου του Κ. Μαρξ είναι καθαρώς αρνητική.

Είδομεν ότι δεν ήτο δυνατόν λογικώς να παραδεχθώμεν την απόδειξιν της αντιλήψεως ότι η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων μετράται υπό του ποσού της απλής εργασίας της περιεχομένης εις αυτά. Και εξετάσαμεν πώς εγγεννάτο το σόφισμα, το οποίο καθίστα εσφαλμένον τον συλλογισμόν.

Ο Κ. Μαρξ παραγνωρίζει τον χαρακτήρα του κεφαλαίου, ότι είναι οικονομικόν αγαθόν όπως όλα τα άλλα και είς των πολλών παραγόντων της παραγωγής, της συνισταμένης απλώς εις τας τροποποιήσεις της εργασίας, των υπηρεσιών των κεφαλαίων και άλλων οικονομικών αγαθών, είς τινα οικονομικά αγαθά, τα οποία oνομάζομεν προϊόντα.

Μία συνέπεια της εις το κεφάλαιον αποδόσεως ιδιότητος οικονομικού αγαθού είναι ότι έχει τους αυτούς λόγους να αποδεχθή ή να αρνηθή, ότι τούτο έχει χρησιμότητα εν τη κοινωνία, ότι η χρήσις του κεφαλαίου πρέπει να πληρώνηται, ή ότι η χρήσις παντός άλλου οικονομικού αγαθού συμβάλλοντος εις την παραγωγήν πρέπει ν' αμείβεται.

Εξητάσαμεν επ' αυτού τας δυσκολίας τας οποίας συναντώμεν θέλοντες να καταστρέψωμεν την ιδιοκτησίαν επί του κεφαλαίου, ενώ διατηρούμεν την ιδιοκτησίαν επί των άλλων οικονομικών αγαθών.

Τέλος, ίδωμεν ότι και εάν αποδεχθώμεν την βασικήν αρχήν του Κ. Μαρξ, δεν δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι η ύπαρξις του κεφαλαιούχου είναι επιβλαβής εις την κοινωνίαν.

Πάντα όμως ταύτα δεν μας γνωρίζουν τας θεωρίας, αίτινες δέον ν' αντικαταστήσουν τας του Κ. Μαρξ, ούτε τα μέσα διά να επιτύχωμεν το μάξιμουμ της ευημερίας διά την κοινωνίαν.

Την απάντησιν εις τα ζητήματα ταύτα θα εύρωμεν εις την πολιτικήν οικονομίαν, των ζητημάτων δε τούτων η λύσις θα είναι η συνέπεια μιας πλήρους θεωρίας ανταλλαγής και παραγωγής.

Προ πολλού ήδη η πολιτική οικονομία απέδειξε ότι ο ελεύθερος συναγωνισμός είναι ο αναγκαίος όρος, διά την επίτευξιν του μάξιμουμ της ευημερίας του ατόμου και του είδους, και αι τελευταίαι εργασίαι της επιστήμης απέδωσαν τόσην ακρίβειαν εις την απόδειξιν του θεωρήματος τούτου, ώστε δυνάμεθα σήμερον δικαίως να το θεωρώμεν ως το μάλλον ασφαλώς βέβαιον εις την κοινωνικήν επιστήμην.

IV

Το βιβλίον του Κ. Μαρξ περιέχει επίσης αρκετά σημαντικόν περιγραφικόν και ιστορικόν μέρος επί της αγγλικής βιομηχανίας. Η λογική του μέρους τούτου φαίνεται πολύ ελαφρά. Σπανίως βλέπομεν απόπειραν συλλογισμού αυστηρού διά την σύνδεσιν των γεγονότων, εκ των οποίων ο Κ. Μαρξ εξάγει τας συνεπείας, φαίνεται δε ότι επαφίεται την φροντίδα ταύτην εις απλήν συγκέντρωσιν ιδεών κατά το πλείστον ανηκουσών εις το κεφάλαιον της συγκινήσεως.

Τούτο άλλως τε είναι το σύνηθες σύστημα των σοσιαλιστικών σχολών. Πρόκειται ν' αποδείξουν ότι γεγονότα αξιόμεμπτα είναι συνέπεια του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Αποδεικνύουν, πράγμα που δεν είναι το ίδιον, ότι τα γεγονότα ταύτα συνυπάρχουν εις την κοινωνίαν μαζύ με το καπιταλιστικόν σύστημα (32). Ο συλλογισμός θα ήτο καλός μόνον δι' εκείνους, οι οποίοι διατείνονται, ότι τα πάντα είναι θαυμάσια εις τον κόσμον τούτον και ότι το καπιταλιστικόν σύστημα έχει την θαυματουργόν αρετήν να επιβάλη την δικαιοσύνην και τιμιότητα επί της γης.

Βεβαίως υπήρχον πολλαί αστείαι προσωπικότητες έτοιμαι να εκφράσωσι τον θαυμασμόν των διά την υφισταμένην κατάστασιν των πραγμάτων, να ενθουσιασθούν διά τας αρετάς των και ν' ανακράζουν μετά του Βιργιλίου.

Magnus ab integro sæclorum nascitur ordo. Jam redit er Virgo; redeunt Saturnian regna; Jam nova progenus cœlo dimittitur alto.

Μετέβαινον να διδάξουν εις τους πτωχούς, την ταπείνωσιν, την υποταγήν και το σέβας προς τους μεγάλους της γης, κατορθώσαν δ' ακόμη και να συγκινηθούν διά την τύχην των μαύρων των εργαζομένων υπό το μαστίγιον των φυτευτών της Βιργινίας. Σήμερον λιβανίζουν τους πολιτευομένους και διαδίδουν σοφίσματα διά να δικαιολογήσουν την σπατάλην του δημοσίου ταμείου. «Επενόησαν δ' ακόμη, λέγει ο Παύλος Κουριέ, ατελή τινα υπηρεσίαν, ην και ο αυλικός θα ηρνείτο, ή τουλάχιστον δεν θα εθεώρει τιμήν του να την ενεργήση».

Δεν είναι όμως μόνον οι βασιλείς, οίτινες έχουν αυλικούς, είχεν ακόμη και ο Δήμος εποχής του Αριστοφάνους· σήμερον δ' ακόμη δεν παρουσιάζεται έλλειψις τοιούτων. Αλλ' οι αυλικοί και οι συνένοχοι των πολιτευομένων αποτελούν λεγεώνα και πάντες ομού καταβροχθίζουν σοβαράν μερίδα πλούτου, τον οποίον παράγει η εργασία ηνωμένη με το κεφάλαιον.

Ο κ. W. G. Summer απέδειξε (33) ότι χάρις εις την καταστροφήν αυτήν του πλούτου συμβαίνει, ώστε οι πλούσιοι να γίνωνται, πλουσιώτεροι και οι πτωχοί πτωχότεροι. Ιδέτε εις τας Ηνωμένας Πολιτείας τας μεγάλας περιουσίας, αι οποίαι εδημιουργήθησαν διά μέσου της προστασίας ή διά παντός άλλου είδους κλοπής επιτευχθεισών χάρις εις την βοήθειαν της κυβερνήσεως· σημειώσατε όμως ότι, εάν κεφαλαιούχοι τινές κατώρθωσαν να πλουτίσουν εις βάρος άλλων κεφαλαιούχων ουδέν όμως των (οικειοποιημένων) κεφαλαίων δεν εσχηματίσθη ούτως· τουναντίον η αλλοίωσις της φυσικής διανομής του πλούτου υπήρξε αιτία μιας τεραστίας καταστροφής δημιουργουμένων κεφαλαίων, παρεμποδίσασα επίσης την αύξησιν των γενικών κεφαλαίων της χώρας κατά τόσον βαθμόν, όσον θα επετυγχάνετο αύτη με την οικονομικήν ελευθερίαν.

Και ούτως ο μέγας κλέπτης προξενεί εις την κοινωνίαν καταστροφήν μη υπολογιζομένην μόνον διά του ποσού του κλαπέντος πλούτου· διότι το μεγαλύτερον κακόν το παρεμποδίζον την παραγωγήν σημαντικής ποσότητος πλούτου είναι η έλλειψις ασφαλείας ήτις θα υπήρχε υπό σύστημα οικονομικής ελευθερίας.

Διά παρομοίαν αιτίαν αι κοινότητες του Μεσαιώνος εύρον συμφέρον των να πληρώσουν ισχυρά ποσά διά ν' απαλλαγούν της προστασίας των κυρίων των. Και αν διά ν' απαλλαγούν σήμερον της προστασίας των πολιτευομένων ήτο δυνατόν να ακολουθηθή η αυτή οδός, πάντες θα το απεδέχοντο.

Πλείστοι καταχρώνται των θεωριών της πολιτικής οικονομίας και ατιμάζουν την επιστήμην διά να δικαιολογήσουν τα κακουργήματα των πολιτευομένων. Διά των σοφισμάτων των ενθυμίζουν τους καζουιστάς ότι ο Πασχάλ έθεσε υπό το μαρτύριον εις τα Provemiales. Αι αυταί μέθοδοι, οι αυτοί συλλογισμοί, η αυτή απουσία ηθικού αισθήματος παρατηρούνται. Τας αρχάς της επιστήμης αναγνωρίζουν και αυτοί και διαδηλούν δημοσίως την αλήθειάν των, εν τούτοις όμως διά σειράς δολίων συλλογισμών εξάγουν συμπεράσματα άτινα αποκρούει ο κοινός νους.

Πόσοι διακηρύσσουν εαυτούς συμπαθείς προς την ελευθέραν ανταλλαγήν και καταλήγουν επιδοκιμάζοντες τα μέτρα του προστατευτικού συστήματος. Πόσοι δήθεν οικονομολόγοι, αφού αξιωματικώς το κράτος διεκήρυξεν ότι το κράτος δέον να επαγρυπνή επί της ακεραιότητος των νομισμάτων, καταλήγουν, όπως δικαίως τους μέμφεται ο Κ. Μαρξ, εις το να επιδοκιμάζουν τας κυβερνήσεις, αι οποίαι τα κιβδηλοποιούν.

Παρετηρήθησαν εις την Ιταλίαν κυβερνήσεις εκδίδουσαι κίβδηλον χαρτονόμισμα, το οποίον διένειμαν εις τας επιχειρήσεις τας διατελούσας υπό την προστασίαν των. Παρετηρήθησαν κυβερνήσεις, αίτινες αντί να επαγρυπνούν διά την εφαρμογήν του νόμου επίεζον τραπέζας εκδόσεως τραπεζογραμματίων εις το να τον παραβαίνουν. Κατέληξαν μέχρι του σημείου να κλείσουν τους οφθαλμούς των εις τα σκάνδαλα της Τραπέζης της Ρώμης, διότι η τράπεζα τοις παρέσχε υπηρεσίας και χρήμα διά τας εκλογάς.

Άνθρωποι αποκαλούντες εαυτούς οικονομολόγους προσεπάθησαν να δικαιολογήσουν τας ενόχους ταύτας μηχανορραφίας υπαινισσόμενοι την «κατεύθυνσιν της προθέσεως» ήτις, κατ' αυτούς ήτο αγνή τιμία.

Η πολιτική οικονομία δεν είναι υπεύθυνος διά τα σοφίσματα ταύτα· υπενθυμίζοντες την θεωρίαν κατά την οποίαν ελεύθερος συναγωνισμόν παράγει το μάξιμουμ της ευμερίας διά τον άνθρωπον και το είδος, δεν ηθελήσαμεν ουδ' επί στιγμήν να δικαιολογήσωμεν τας καταχρήσεις, αίτινες λαμβάνουν χώραν εν τη κοινωνία μας.

Τας καταχρήσεις ταύτας, τας οποίας οι ελεύθεροι οικονομολόγοι πάντοτε απεδοκίμασαν, τας εγκαταλείπωμεν εξ ολοκλήρου εις την μήνιν των σοσιαλιστικών σχολών. Ας παρατηρηθή όμως ότι σχεδόν όλαι εδημιουργήθησαν ένεκα της επεμβάσεως του κράτους. Είναι δε τελείως απίθανον ότι η επέκτασις των δικαιωμάτων του κράτους θα θεραπεύση το κακόν. Ο αστικός σοσιαλισμός, ο οποίος κατέκλυσε την κοινωνίαν μας ενεργεί με τας αυτάς αρχάς, με τας οποίας και ο λαϊκός ο επιζητών την αντικατάστασιν του πρώτου. Αι καταχρήσεις του ενός μας κάμουν να προΐδωμεν τας καταχρήσεις του άλλου.

Είναι δε τιμή και δόξα της πολιτικής οικονομίας το γεγονός ότι από του Adam Smith μέχρι σήμερον, απεκάλυψεν αύτη εις τον κόσμον τα δημιουργηθέντα κακά διά της αυθαιρέτου επεμβάσεως των κυβερνήσεων διανεμουσών εις τους οπαδούς των τον παραχθέντα εις την χώραν πλούτον· εις μάτην επεχείρησαν να υποβιβάσωσι την αξίαν των έργων του Bartiat και να εισαγάγουν εν τη επιστήμη μεταφυσικάς αντιλήψεις, εκ των οποίων αύτη είχεν απαλλαγή. Υπάρχει μεγαλυτέρα γνώσις, το σατυρικόν έργον του Bartiat, «la Physiologique de la Spoliation» παρά εις τους ογκώδεις τόμους των από καθέδρας σοσιαλιστών.

Φυσικά ο Κ. Μαρξ απέχει πολύ από του να αναγνωρίση την ελαχίστην αξίαν εις τας θεωρίας της οικονομικής επιστήμης. Διευθύνει τα ισχυρότερα βέλη του εναντίον «της αστικής πολιτικής οικονομίας», και την καθιστά υπεύθυνον διά πάσαν ανοησίαν, γραφομένην υπό παντός «αστού» συγγραφέως. Το μικρότερον ελάττωμα των οικονομολόγων είναι ότι είναι «συκοφάνται», ότι συγγράφουν «παιδαριώδεις θεωρίας».

Εξ άλλου θέτει κατά μέρος τους φυσιοκράτας, αλλά συγκεντρώνει όλας τας άλλας οικονομικάς σχολάς, και ο αναγνώστης πρέπει να υπολογίζη επί των ιδίων φώτων διά να δυνηθή να χωρίση τα σφάλματα, με τα οποίαι επιβαρύνουν τους ελευθέρους οικονομολόγους από τα σφάλματα των άλλων συγγραφέων ως του Thiers, οι οποίοι δεν θα έπρεπε να υπολογισθούν μεταξύ των οπαδών του κατηραμένου laisser — faire.

Ο Κ. Μαρξ αναφέρει καί τινα Edmond Potter, ο οποίος κατά το 1863 ήθελε να εμποδίση την μετανάστευσιν των Άγγλων εργατών. Ο κύριος ούτος έγραφε: «ενθαρρύνετε ή επιτρέπετε την μετανάστευσιν της δυνάμεως της εργασίας και τι θα απογίνη ο κεφαλαιούχος; Ο Κ. Μαρξ μέμφεται δικαίως τας λέξεις ταύτας, αλλά διατί δεν λαμβάνει υπ' όψει ότι εις το σημείον αυτό τουλάχιστον οι συκοφάνται της ελευθέρας πολιτικής οικονομίας, «οι ιδεολόγοι του κεφαλαίου» έχουν την ευτυχίαν να συμφωνούν μετ' αυτού; Παν μέτρον τείνον εις την παρεμπόδισιν του εργάτου του διαθέτειν ελευθέρως την εργασίαν του και τον εαυτόν του κατηγορείται υπό της σχολής του laisser—faire· Νυν δε ο κ. de Molinari επέμεινε πολύ επί της πραγματοποιηθησομένης προόδου εν τη κοινωνία μας, ίνα ο εργάτης δυνηθή ευκόλως να προσφέρη την εργασίαν του εν τη αγορά, εν τη οποία αύτη αμείβεται καλύτερον (34).

Δεν πρέπει επίσης να λησμονήσωμεν ότι αι προθέσεις των εργοδοτών περί παρεμποδίσεως της μεταναστεύσεως των εργατών ουδεμιάς έτυχον υποστηρίξεως παρά της Αγγλικής κυβερνήσεως, ωθουμένης από τας φιλελευθέρας αρχάς του Cobden και John Bright, ενώ τελευταίως εν Ιταλία, μία κυβέρνησις προστατευτική εξέδιδε διά να φανή ευάρεστος είς τινας γαιοκτήμονας φίλους της, αποφάσεις κανονιζούσας δήθεν την μετανάστευσιν κυρίως όμως δυσχεραινούσας αυτήν.

Επί πολλών άλλων ακόμη σημείων οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι συμφωνούν με τον Κ. Μαρξ· π. χ. κατηγορούν την εκμετάλλευσιν της εργασίας των γυναικών και παιδίων από τα άτομα υπό την προστασίαν των οποίων διατελούν. Η συμφωνία όμως σταματά όταν πρόκειται να ευρεθή η αιτία των γεγονότων τούτων.

Διά τον Κ. Μαρξ η αιτία ευρίσκεται μόνον εις το κεφαλαιοκρατικόν σύστημα· αλλ' εάν τούτο ήτο αληθές το αποτέλεσμα δεν θα εξηφανίζετο μετά της αιτίας του; Ενώ όλως τουναντίον παρατηρούμεν, διότι τας γυναίκας και τα παιδία τα κακομεταχειρίζονται περισσότερον εις τας πρώτας κοινωνίας, ένθα δεν υφίστατο κεφαλαιοκρατικόν σύστημα, και όπου αύται ευρίσκονται εις πρωτόγονον κατάστασιν, ενώ εις την κοινωνίαν μας έτυχον αναπτύξεως σημαντικής (35).

Βεβαίως αν δεν υπήρχον εργοστάσια ο πατήρ δεν θα ηδύνατο να απέστελλεν εκεί τα τέκνα του.

Αλλά δεν υπάρχει άλλο μέσον διά να επωφεληθή αυτών; Η σωματεμπορία υφίσταται ακόμη εν Ευρώπη.

Τελευταίως συνελήφθη εις Τεργέστην άτομόν τι αναχωρούν διά τας Ινδίας με πολλάς νεαράς κορασίδας, τας οποίας θα παρέδιδεν εις τους Radjahs. Ίσως και να ήσαν αφιερωμέναι εις τους μεγάλους τούτους, περί ων ομιλεί ο Κ. Μαρξ και θα επληρώνοντο με το ένα εκ των τριών μερών, του αφιερωμένου προϊόντος «διά την απλήν και προοδευτικήν παραγωγήν του κεφαλαίου». Εις την Νεάπολιν πατέρες πωλούν τα τέκνα των διά να επαιτούν εις τους δρόμους και να παίζουν όργανα. Η τύχη των πτωχών τούτων μικρών αθλίων δεν είναι ολιγώτερον σοβαρά εκείνης, την οποίαν περιγράφει ο Κ. Μαρξ, σχετικώς με τα παιδία τα εργαζόμενα εις τα αγγλικά εργοστάσια.

Ίσως θα μας είπουν ότι η δυστυχία αναγκάζει τους πατέρας εις την ακρότητα ταύτην. Τούτο είναι αληθές, αλλά τι έπεται εκ τούτου; Η δυστυχία αύτη δεν είναι ο αποκλειστικός σκοπός του καπιταλιστικού συστήματος, αφού υφίσταται εις κοινωνίας, εις τας οποίας το σύστημα τούτο δεν υπάρχει. Εν πάση περιπτώσει είναι ανωφελές να σταματώμεν επί των αποτελεσμάτων της δυστυχίας, διότι αν υφίσταται σύστημα, διά του οποίου τούτο αποφεύγεται, ουδείς λογικός και τίμιος θα αντετίθετο.