WeRead Powered by ReaderPub
Συρανό δε Μπερζεράκ cover

Συρανό δε Μπερζεράκ

Chapter 12: ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A five-act verse drama follows a charismatic, eloquent soldier renowned for his large nose who masks deep insecurity while pursuing love for a woman admired by many. When a handsome but inarticulate rival courts her, the eloquent soldier secretly composes letters and speeches to win her heart through the rival, performing feats of daring and wit onstage and in battle. The action mixes comedy, theatrical spectacle, and dueling bravado with tender, private scenes, exploring themes of appearance versus inner value, the power of language, personal honor, and the sacrifices made for unrequited devotion, culminating in a moving, elegiac resolution.

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Αλλ' όμως επροσπάθησα να μην τήνε κυττάξω!

ΣΥΡΑΝΟ
Και διατί παρακαλώ να μην τήνε κυττάξης;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Μην την αηδίασες;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Κύριε . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Μη νοσώδες
Το χρώμα της σου φαίνεται;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Μα, κύριε!

ΣΥΡΑΝΟ
Το σχήμα
Μήπως σου φαίνετ' άσεμνον;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Αλλά διόλου . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Τότε
Γιατί λοιπόν υβριστικόν να λάβης ύφος; Ίσως
Τη 'βρίσκεις πολύ μακρουλή;

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ, τραυλίζων.
Πολύ μικρά την 'βρίσκω,
Την 'βρίσκω μικροσκοπική!. .

ΣΥΡΑΝΟ
Μπα! πώς; με το γελοίον
Με περιβάλλεις το λοιπόν; Μικρός αυτός ο μύτος;
Στάσου!

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Θεέ μου!

ΣΥΡΑΝΟ
Η μύτη μου υπερμεγέθης είνε!
Μούρη πλατειά, μύτη σιμή, κ' ηλίθιε, να μάθης
Πως υπερηφανεύομαι για το παράστημά μου,
Γιατί είνε δείγμα πάντοτε ο μύτος ο μεγάλος
Ανδρός φιλόφρονος, καλού, γενναίου, πνευματώδους,
Ελευθερίου κευγενούς, όπως εγώ, και όπως
Ποτέ δεν θα μπορέσης συ να γίνης, οικτρόν πλάσμα.
Γιατ' απ' αυτό το άδοξον το πρόσωπον, που πάει
Τώρα να βρη το χέρι μου πειο 'πάνω απ' το λαιμό σου,
Του λείπει . . .

(Τον ραπίζει).

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Ωχ!

ΣΥΡΑΝΟ
Τ' αγέρωχον, ο λυρισμός, η πτήσις,
Η γραφικότης, ο σπινθήρ, το μεγαλείον, τέλος
Η Μύτη, όπως κι' απ' αυτόν . . .

(Τον στρέφει διά των ώμων, συνενών την χειρονομίαν με τον λόγον).

που το υπόδημά μου
Πηγαίνει νάβρη χαμηλά 'στής ράχης σου τη ρίζα!

Ο ΟΧΛΗΡΟΣ, τρεπόμενος εις φυγήν.
Βοήθεια! Φύλακες!

ΣΥΡΑΝΟ
Λοιπόν αυτό, ας χρησιμεύση
Ως μάθημα 'στους χάχηδες, που θάβρισκαν αστείον
Το κέντρον του προσώπου μου, και αν ο φιλοσκώμμων
Είν' ευγενής, την μέθοδον αλλάζω, και του βαίνω,
Πριν ή τον τρέψω εις φυγήν, από εμπρός, πειο πάνω.
Όχι πετσί, μα σίδερο!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, όστις καταβαίνει την σκηνήν με τους μαρκησίους.
Μας ενοχλεί στο τέλος!

ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ ΒΑΛΒΕΡΤ
Και κομπορρημονεί!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Κανείς λοιπόν δεν θ' απαντήση;

ΥΠΟΚΟΜΗΣ
Κανείς; ω! περιμένετε! Θα τον πειράξω τόσον!. .

(Προχωρεί προς τον Συρανό, όστις τον ατενίζει, και ιστάμενος προ
αυτού με ύφος ηλιθίου).

Έχετε μύτη κύριε . . . μύτη . . . πολύ μεγάλη.

ΣΥΡΑΝΟ, σοβαρώς.
Πολύ!

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ, γελών.
Χαχ!

ΣΥΡΑΝΟ, ατάραχος.
Άλλο;

ΥΠΟΚΟΜΗΣ
Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι δα! μικρέ μου, τόσον μόνον;
Μπορούσες χίλια πράγματα να πης αλλάζων τόνον;
Άκουσον! επιθετικόν: «Αν είχα τέτοιο μύτο,
Να τόνε κόψω, πρώτη μου απόφασις θα ήτο!»
Φιλόφρονα: «Διά να μη βουτά μέσ' το φιλτζάνι,
Πρέπει κανείς κατάλληλη μποτίλια να του κάνη!»
Και γραφικόν: «Τι κορυφή! Τι κάβος! Ποία ράχη!
Τι λέγω, κάβος; Τίποτε!. . Χερσόνησος μονάχη!»
Περίεργον: «Τον κύλινδρον αυτόν τον επιμήκη,
Τον έχεις για καλαμαριά ή για ψαλλιδοθήκη;»
Χαρίεντα: «Για τα πουλιά τόσο πολύ τυρβάζεις,
Που 'σάν πατέρας 'πάνου του να κοιμηθούν τα βάζεις;»
Πλάγιον: «Αλλά, κύριε, όταν λοιπόν καπνίζης,
Από τη μύτη τον καπνόν, για πες μου, εξατμίζεις,
Χωρίς να κράζουνε: Φωτιά 'στήν καπνοδόχη!» οι άλλοι;
Με τόνον προφυλακτικόν: «Πρόσεχε! το κεφάλι
Από το βάρος το πολύ μη γύρη προς το χώμα!»
Αβρόν: «Για να μη μαραθή το τρυφερό της χρώμα
Από τον ήλιο, μια μικρή ομβρέλλα να της κάνης!»
Σχολαστικόν: «Τα ζώα δε, άπερ Αριστοφάνης
Εκάλεσεν ιπποκαμποελεφαντοκαμήλους,
Είχον τον όγκον των σαρκών αυτών άνω του χείλους!»
Ιπποτικόν: «Ταγκίστρι αυτό, φίλε, της μόδας θάνε,
Κ' ευκόλως 'πάνω του μπορούν καπέλλα να κρεμάνε!»
Εμφατικόν: «Οι άνεμοι, ω μύτη παμμεγάλη,
Δε σε κρυώνουν όληνε, εκτός απ' το μιστράλι!;»
Δραματικόν: «Την θάλασσαν την Ερυθράν ομοιάζει,
Οπόταν αίμα κάποτε απ' τα ρουθούνια βγάζει!»
Θαυμαστικόν: «Τι έμβλημα διά μυροπωλείον!»
Απλούν: «Πότε επισκέπτονται ετούτο το μνημείον;»
Και λυρικόν: «Αν είνε αυτό μια κόγχη, θάσαι ο Τρίτων!
Σεβάσμιον: «Σας προσκυνώ! μένα τοιούτον μύτον
Θα πη πως έχουν, κύριε, και κατοικία 'δική των!»
Χωριάτικο: «Ορέ δε μου λιές; Μύτη είν' αυτή π' απλόνει;
Ποτές! γογγύλι είνε τρανό, ή θάν' μικρό πεπόνι!»
Και στρατιωτικόν: «Κατά του ιππικού λογχίσετε»
Και πρακτικόν: «Εάν αυτό το μύτο σας θελήσετε
Λαχείον να τον βάλλετε, πρώτος λαχνός θα γίνη!»
Και τελευταίον παρωδών τον Πύραμον μοδύνη,
Να πης: «Ιδού η μύτη αυτή, όπου τον κύριό της
Τοσούτον παρεμόρφωσε! Ερυθριά η προδότις!»
— Αυτά 'μπορούσες, φίλε μου να μαραδιάσης τώρα,
Αν είχες και του πνεύματος και των γραμμάτων δώρα.
Πλην πνεύματος, ω αίσχιστον εξ όλων των πλασμάτων
Ποτέ δεν είχες ουδέ καν σκιάν, κεκ των γραμμάτων
Έχεις μονάχα τέσσερα, την λέξιν: Βλαξ! που κάνουν.
Αλλά κι' αν είχες άλλως τε την έμπνευσι που πρέπει . .
Για να 'μπορής 'μπρος 'στά ευγενή ετούτα θεωρεία
Να μου σερβίρης απ' αυτά τ' αλλόκοτα αστεία,
Και το χιλιοστόν αυτών δεν θα μπορούσες πάλι
Ν' αρθρώσης, γιατί μόνος μου, με οίστρον τα σερβίρω,
Αλλά χωρίς δικαίωμα να δίδω εις κανένα,
Να μου σερβίρη απ' αυτά.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, θέλων να σύρη μεθ' εαυτού τον απολιθωθέντα κόμητα.
Άφες τον, υποκόμη!

ΥΠΟΚΟΜΗΣ, πνιγόμενος.
Ακούτε; ύφος αυθάδες να παίρνη και καμπόσο
Ένας χωριάτης ευγενής, που . . . δεν . . . φορεί χειρόκτια . . .
Ούτε ταινίες . . . δεν φορεί σειρίτια . . . ούτε φούντες!

ΣΥΡΑΝΟ
Την ηθικήν κομψότητα εγώ περιποιούμαι.
Εγώ δεν καλλωπίζομαι, όπως οι κούφοι νέοι,
Κεπιμελούμαι πειο πολύ εγώ τον εαυτόν μου,
Όταν πειο λίγο φαίνομαι φιλάρεσκος. Δεν βγαίνω,
Εξ αμελείας, μάπλυτον την προσβολήν, κι' ακόμα
Με κάτωχρον συνείδησιν, από την αϋπνίαν,
Με την τιμήν ρακένδυτον, και την αιδώ με πένθος.
Βαδίζω χωρίς τίποτα επάνω μου να λάμπη,
Κέχω λοφίον με πτερά την ανεξαρτησίαν
Ως και την ειλικρίνειαν. Βεβαίως δεν λιγύζω
Κομψόν ανάστημα εγώ, μα την ψυχήν μου κάμπτω
'Σάν μέσα 'σε στηθόδεσμον' και μ' άθλους φορτωμένος
Που τους κολλώ επάνω μου, 'σάν νάτανε ταινίες,
Και, όπως το μουστάκι μου, το πνεύμα μου ανορθώνων,
Και διαβαίνων εμπροστά εις κύκλους κ' εις ομίλους,
Κάνω η αλήθειες ναντηχούν, καθώς οι πτερνιστήρες.

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ
Μα κύριε!. .

ΣΥΡΑΝΟ
Χειρόκτια δεν έχω; . . Τι σπουδαίον
Πράγμα!. . πλην ένα μούμεινεν από παληό ζευγάρι·
Άχρηστον μου ήτο· τώρριξα 'στό πρόσωπο ενός κάποιου.

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ
Φαυλόβιος, ουτιδανός, γελοίος, τιποτένιος!

ΣΥΡΑΝΟ, εξάγων τον πίλον και χαιρετίζων, ως εάν ο υποκόμης τω
είχε παρουσιασθή.
Ω! χαίρω . . . κ' εγώ Συρανό Σαβίνος Ηρακλής
Δε Μπερζεράκ.

(Γέλωτες).

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ, εξηγριωμένος.
Παλιάτσε!

ΣΥΡΑΝΟ, εκβάλλων κραυγήν, ως αν αίφνης κατελάμβανετο υπό σπασμού.
Ωχ!

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ, στρεφόμενος.
Τι φλυαρεί και πάλιν;

ΣΥΡΑΝΟ
Πρέπει να κινηθή, γιατί 'μουδιάζει. Τι θα είπη
Να την αφίνη αδρανή κανένας! Ωχ!

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ
Τι έχεις;

ΣΥΡΑΝΟ
Η σπάθη μου αιμούδιασε.

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ, σύρων την ιδικήν του.
Έστω!

ΣΥΡΑΝΟ
Θα λάβης ένα
Κτύπημα πρώτης!

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ
Ποιητά!

ΣΥΡΑΝΟ
Ναι, ποιητής! και τέτοιος . .
Που διαξιφιζόμενος — οπ! — θαυτοσχεδιάσω
Έν τρίστροφον . . .

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ
Έν τρίστροφον;

ΣΥΡΑΝΟ
Ούτε θα εφαντάσθης,
Τι εννοεί αυτό.

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ
Αλλά . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Το τρίστροφον σημαίνει
Άσμα με τρία οκτάστιχα . . .

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ, κτυπών εξ ανυπομονησίας τον πόδα.
Ω!

ΣΥΡΑΝΟ
Με στροφήν 'στό τέλος
Τετράστιχον.

ΥΠΟΚΟΜΗΣ
Σας . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Πρόκειται να κάμω και τα δύο:
Να κάμω στίχους και σπαθιές να δίνω· και 'στό τέλος
Του άσματος και της στροφής να σε τρυπήσω . . .

Ο ΥΠΟΚΟΜΗΣ
Όχι!
Όχι!

ΣΥΡΑΝΟ, απαγγέλων.
«Έν άσμα τρίστροφον μιας μονομαχίας
Που έκαμ' ο δε Μπερζεράκ μέσα εις το Παλάτι
Της Βουργουνδίας μεθ' ενός γελοίου».

ΥΠΟΚΟΜΗΣ
Τι είνε τούτο,
Παρακαλώ;

ΣΥΡΑΝΟ
Ο τίτλος του.

Η ΑΙΘΟΥΣΑ, εν υψίστη περιεργεία.
Τόπον! — Πολύ ωραίον! —
Καθήσετ' ήσυχα! — Κανείς μη κινηθή! — Ησυχία!

(Εικών. Κύκλος περιέργων εις την πλατείαν. Οι μαρκήσιοι και
αξιωματικοί αναμίξ μετά των αστών και των ανθρώπων του λαού. Οι
ακόλουθοι αναρριχώνται επί των ώμων, όπως βλέπουν κάλλιον. Όλαι
αι γυναίκες ίστανται ορθαί εντός των θεωρείων. Δεξιόθεν ο δε
Γκύσης και οι ευγενείς του. Αριστερόθεν ο Λεμπρέτ, Ραγκενώ, Κυζή
κτλ.)

ΣΥΡΑΝΟ, κλείων επί μίαν στιγμήν τους οφθαλμούς.
Προσμένετε!. . Τους στίχους μου εκλέγω . . . Τους ευρήκα . . .
(Εκτελεί ό,τι λέγει).

Με χάρι το καπέλλο μου το βγαίνω.
Και το μανδύα αφίνω το μακρύ
Σιγά σιγά, που μέχει φασκιωμένο.
Και σύρω το σπαθί μου το βαρύ.
Κομψός 'σάν τον Κελάδωνα προβαίνω,
Κευκίνητος 'σάν Σκαραμούς πετώ·
Πρόσεχε, Μιρμιδόνι αγαπημένο,
'Στο τέλος της στροφής τρυπώ.

(Πρώτοι διαξιφισμοί).

Γιατί δεν εκαθόσουνα 'σταυγά σου,
Χηνόπουλο; Για πες, παρακαλώ,
Που θες να σε σουβλίσω; Στα πλευρά σου,
'Στο χέρι, 'στήν καρδιά, 'στόν αφαλό;
— Ντιγκ! νταγκ! ακούω να κάνουν τα λιλιά σου.
Η σούβλα μου πετά, ζητεί σκοπό . . .
Χωρίς αμφιβολία . . . την κοιλιά σου
Στο τέλος της στροφής τρυπώ.
Δεν ειμπορώ το στίχο να ταιριάσω . . .
Υποχωρείς ωχρός 'σάν το κερί;
Ντροπή! γιατί δειλό θα σονομάσω!
— Τακ! αποκρούω αυτή τη σουβλερή,
Κατάστηθα που θέλει να μευρή!
Ανοίγω τη γραμμή, — και τη σφαλώ . . .
Κράτει καλά τη σούβλα σου, παιδί!
Στο τέλος της στροφής τρυπώ.

(Προειδοποιεί επισήμως).

ΣΤΡΟΦΗ
Αφέντη, πες 'στό Θεό την προσευχή!
Τραβώ τα πόδι, βολιδοσκοπώ,
Κόβω . . . και σε γελώ . . .

(Προβάλλων).

Αι! προσοχή!
(Ο υποκόμης κλονίζεται. Ο Συρανό χαιρετίζει).

Στο τέλος της στροφής τρυπώ.

(Επευφημίαι. Χειροκροτήματα εις τα θεωρεία. Άνθη και μανδύλια
πίπτουν. Οι αξιωματικοί περιστοιχίζουν και συγχαίρουν τον Συρανό.
Ο Ραγκενώ χορεύει εξ ενθουσιασμού. Ο Λεμπρέτ είνε ευτυχής και
λυπημένος. Οι φίλοι του υποκόμητος τον υποστηρίζουν και τον
απάγουν).

ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ, εν μια μεγάλη κραυγή.
Α!

Ο ΕΛΑΦΡΟΣ ΙΠΠΕΥΣ
Θείον!

ΜΙΑ ΓΥΝΗ
Ωραίον!

ΡΑΓΚΕΝΩ
Θαυμαστόν!

ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Πρωτότυπον!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Τι τρέλλα!

(Συνωστισμός πέριξ του Συρανό. Ακούονται:)

Μπράβο! Συγχαρητήρια . . . Πολύ καλά . . .

ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΓΥΝΑΙΚΟΣ
Είν' ήρως! . . .

ΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ, προχωρεί ζωηρώς προς τον Συρανό με τεταμένην
την χείρα.
Κύριε, επιτρέπετε;. . Ήτο πολύ ωραίον!
Νομίζω πως από αυτά γνωρίζω· την χαράν μου
Άλλως τ' εξέφρασα, κτυπών τα πόδια μου!. .

(Απομακρύνεται).

ΣΥΡΑΝΟ, προς τον Κυζή.
Για πες μου,
Ποιος είν' αυτός ο κύριος;

ΚΥΖΗ
Ο Αρτανιάν.

ΛΕΜΠΡΕΤ, προς τον Συρανό λαμβάνων τον βραχίονά του.
Και τώρα
Ας ομιλήσωμεν!. .

ΣΥΡΑΝΟ
Αυτό το πλήθος ας εξέλθη . . .

(Προς τον Μπελρόζ),

Μπορώ να μείνω;

ΜΠΕΛΡΟΖ, ευσεβάστως.
Βέβαια!

(Ακούονται συριγμοί και κραυγαί έξωθεν).

Τον Μονφλερύ σφυρίζουν.

ΜΠΕΛΡΟΖ, επισήμως.
Sic transit!. .

(Αλλάσσων τόνον προς τον θυρωρόν και τον φανοκόρον).

Να σαρώσετε. Να κλείστε. Να μη σβύστε.
Θα επανέλθωμεν εδώ μετά το φαγητόν μας,
Διά να δοκιμάσωμεν μια νέα κωμωδία
Διά την αύριον.

(Ο Ζοντελέ και ο Μπελρόζ εξέρχονται κατόπιν εδαφιαίων χαιρετισμών
προς τον Συρανό).

Ο ΘΥΡΩΡΟΣ, προς τον Συρανό.
Λοιπόν δεν τρώτε;

ΣΥΡΑΝΟ
Εγώ; . . . Όχι.

(Ο θυρωρός αποσύρεται)

ΛΕΜΠΡΕΤ, προς τον Συρανό.
Γιατί;

ΣΥΡΑΝΟ, υπερηφάνως.
Διότι . . .

(Μεταβάλλει τόνον, βλέπων απομακρυνόμενον τον θυρωρόν.

Χρήματα δεν έχω!. .

ΛΕΜΠΡΕΤ, κάμων την χειρονομίαν, ότι πετά σάκκον,
Πώς; . . τον σάκκον; . .

ΣΥΡΑΝΟ
Ω πατρικόν επίδομα, έζησες μιαν ημέρα!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Και πώς θα ζήσης το λοιπόν ολόκληρο τον μήνα;

ΣΥΡΑΝΟ
Δεν μαπομένει τίποτε.

ΛΕΜΠΡΕΤ
Να ρίξη αυτό το σάκκο!
Τι τρέλλα!

ΣΥΡΑΝΟ
Μα τι κίνημα!. .

Η ΠΡΑΤΡΙΑ, βήχουσα όπισθεν της μικράς τραπέζης της.
Χουμ!. .

(Ο Συρανό και ο Λεμπρέτ στρέφονται. Προχωρεί μετά δειλίας).

Κύριε . . . να ξεύρω . . .
Πως είσθε νηστικός, αυτό μου σχίζει την καρδιά μου . . .

(Δεικνύουσα το κυλικείον).

Έχω απ' όλα εδώ 'σαυτό . . .

(Μετά ζέσεως).

Πάρετε!

ΣΥΡΑΝΟ, αποκαλυπτόμενος.
Αγαπητή μου
Κόρη, αν κ' η γασκονική υπερηφάνειά μου
Μ' απαγορεύει να δεχθώ από τα δάκτυλά σου
Ακόμη την παραμικρή από της λιχουδιές σου,
Φοβούμαι μη, αν αρνηθώ, σου προξενήσω λύπη,
Και θα δεχθώ . . .

(Πηγαίνει προς το κυλικείον κεκλέγει)

Ελάχιστα! — Απ' το σταφύλι τούτο
Μια ρώγα . . .

(Εκείνη θέλει να τω προσφέρει ολόκληρον την σταφυλήν, εκείνος
κόπτει μίαν ρώγα).

Μία μοναχή . . . νερό ένα ποτήρι . . .

(Θέλει να τω χύση οίνον, την εμποδίζει).

Διαφανές! — Και το μισό απ' ώνα μπισκοτάκι!

(Επιστρέφει το έτερον ήμισυ).

ΛΕΜΠΡΕΤ
Μα τι μωρία! . .

Η ΠΡΑΤΡΙΑ
Κάτι τι ακόμα!

ΣΥΡΑΝΟ
Ναι, Το χέρι
Να σου φιλήσω.

(Ασπάζεται την χείρα της, την οποίαν τω τείνει, ως να ησπάζετο
την χείρα πριγκηπίσσης).

Η ΠΡΑΤΡΙΑ
Ευχαριστώ, κύριε.

(Υποκλίνεται).

Καληνύχτα.

(Εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ


ΣΥΡΑΝΟ, ΛΕΜΠΡΕΤ, έπειτα ο ΘΥΡΩΡΟΣ.

ΣΥΡΑΝΟ, προς τον Λεμπρέτ.
Σ' ακούω.

(Κάθηται προ του κυλικείου, και θέτει προ αυτού το μπισκότο).

Φαγητό!. .

(. . . το ποτήριον του νερού).

Ποτό!. .

(. . . την ρώγα της σταφυλής).

Φρούτα!. .

(Κάθηται).

Εις το τραπέζι
Κάθημαι τώρα! — Α! φίλε μου, τι φρικαλέα πείνα
Που είχα!. .

(Τρώγων).

Έλεγες; . .

ΛΕΜΠΡΕΤ
Αυτοί οι βλάκες με το ύφος
Το γαύρον κι' αρειμάνιον το νου θα σου χαλάσουν,
Αν δεν ακούης παρ' αυτούς και μόνους. Τους φρονίμους
Πήγαινε να συμβουλευθής διά να μάθης, ποίαν
Εντύπωσιν 'προξένησεν αυτή η παληκαριά σου,

ΣΥΡΑΝΟ, τελειώνων το μπισκότο του.
Μεγάλη.

ΛΕΜΠΡΕΤ
Ο καρδινάλιος . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ευφραινόμενος.
Ο καρδινάλιος ήτο;

ΛΕΜΠΡΕΤ
Θα 'βρήκε αυτό . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Αλλά πολύ πρωτότυπον.

ΛΕΜΠΡΕΤ
Εν τούτοις . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Ως συγγραφεύς δεν ημπορεί να μην ηυχαριστήθη
Πως έργον συναδέλφου του ετάραξαν.

ΛΕΜΠΡΕΤ
Τωόντι,
Κάνεις εχθρούς παρά πολλούς.

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων την ρώγα της σταφυλής.
Πόσους, φρονείς, απόψε
Πως έκαμα;

ΛΕΜΠΡΕΤ
Σαράντα οχτώ, με δίχως της γυναίκες.

ΣΥΡΑΝΟ
Λογάριασέ τους.

ΛΕΜΠΡΕΤ
Μονφλερύ, Δε Γκύσης, υποκόμης,
Και ο αστός, και ο Μπαρό, Ακαδημία . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Φθάνει!
Με γοητεύεις!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Αλλά πού λοιπόν θα σ' οδηγήση
Ο τρόπος ούτος της ζωής; Το σύστημά σου ποίον;

ΣΥΡΑΝΟ
Μέσα σένα λαβύρινθον, ω φίλε μου, επλανώμην,
Κ' εν μέσω αποφάσεων πολλών εκυμαινόμην,
Κεπήρα . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ
Ποίαν;

ΣΥΡΑΝΟ
Την πολύ απ' όλες απλουστέραν.
Να είμαι απεφάσισα θαυμάσιος δι' όλα,
Κεις όλα!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Έστω· πλην σεμέ του μίσους σου τον λόγον
Κατά του Μονφλερύ γιατί τον αληθή, δεν λέγεις;

ΣΥΡΑΝΟ, εγειρόμενος
Ο κοιλαράς ο Σειληνός αυτός, που ο δάκτυλός του
Δεν φθάνει ως τον αφαλό, νομίζει, πως ακόμα
Εις τας γυναίκας κίνδυνος είνε γλυκύς, και παίζων,
Εν ώ τραυλίζει, τας κυττά, και μάτια του κυπρίνου
Της κάνει με τα μάτια του, που μοιάζουν 'σάν βατράχου . . .
Και τον μισώ, αφ' ης στιγμής ετόλμησ' ένα βράδυ
Να ρίψη ένα βλέμμα του σ' εκείνην . . . Ω! μου εφάνη
Που είδα μακρύν σαλίγκαρον σέν' άνθος να γλιστράη.

ΛΕΜΠΡΕΤ, κατάπληκτος.
Πώς; Τείπες; Είνε δυνατόν;

ΣΥΡΑΝΟ, μετά πικρού γέλωτος.
Ναι, είμ' ερωτευμένος.

(Μεταβάλλων τόνον και ζωηρώς).

Ναι, αγαπώ.

ΛΕΜΠΡΕΤ
Και δύναμαι να μάθω; . . Δεν μου τώπες
Ποτέ σου . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Ποίαν αγαπώ; Σκέψου λοιπόν. Μαρνείται
Το όνειρον ναγαπηθώ κι' απ' την ασχημοτέραν,
Η μύτη αύτη, που έν τέταρτον εμπρός μου προηγείται.
Κ' εν τούτοις, ποίαν αγαπώ; Αλλά, υπεννοείται!
Αγάπησα — ακουσίως μου, φευ! — την ωραιοτέραν
Που να υπάρξη δύναται!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Πώς; την ωραιοτέραν; . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Απλούστατα, που δύναται 'στόν κόσμον να υπάρξη . . .
Την πειο λαμπρή, την πειο λεπτή,

(Μετ' αθυμίας).

Την πειο ξανθή!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Θεέ μου!
Μα ποία είνε το λοιπόν αυτή η γυναίκα;

ΣΥΡΑΝΟ
Είνε
Χωρίς να θέλη κίνδυνος θανάσιμος, και δίχως
Να συλλογίζεται γλυκύς, της φύσεως ενέδρα,
Εύοσμον ρόδον πέστησε ο έρως της παγίδες!
Το χαμογέλοιο της 'σάν 'δής, το τέλειο το είδες.
Γεννά τη χάρι απ' το μηδέν, και σένα κίνημά της
Όλο το θείον μέσα κλει, και δεν θα ημπορούσες
Πάνω 'στήν κόγχη νανεβής, ω Αφροδίτη, ούτε
Συ να βαδίζης, Άρτεμις, μέσ' 'στανθισμένα δάση,
Όπως αυτή 'σάν αναβή σταμάξι της και τρέχη
Μέσ' 'στό Παρίσι!. .

ΛΕΜΠΡΕΤ
Διάβολε! Καταλαμβάνω. Είνε
Φως φανερόν!

ΣΥΡΑΝΟ
Διαφανές.

ΛΕΜΠΡΕΤ
Η εξαδέλφη σου είνε,
Είν' η Μαγδαληνή Ρομπέν.

ΣΥΡΑΝΟ
Ναι, η Ροξάνη.

ΛΕΜΠΡΕΤ
Αι, τότε!
Έχει καλώς. Την αγαπάς; Ειπέ της το! Εσκεπάσθης
Με δάφνας δόξης σήμερον αφθόνους εμπροστά της,

ΣΥΡΑΝΟ
Κύττα με, φίλε μου, και πες, αν ειμπορώ ελπίδα
Με τούτο το εξόγκωμα να έχω! Ω! δεν πλανώμαι!
Αι! συγκινούμαι κάποτε στο γαλανό το βράδυ
Μεσ' σ' ένα κήπον αν εμβώ, που ευωδιάζ' η ώρα·
Ροφώ μαυτό το διάβολο το μύτο τον Απρίλη —
Με τη ματιά μου ακολουθώ σακτίνες ασημένιες
Καμμιά γυναίκα νακουμπά 'στού φίλου της 'στό χέρι,
Κι' όταν σκεφθώ πως θάθελα κεγώ μέσ' στο φεγγάρι
Μήσυχο βήμα να περνώ και στο βραχίονά μου
Νάχω κεγώ μια φίλη μου, ταράσσομαι, ξεχνιούμαι . . .
Αλλ' έξαφνα παρατηρώ επάνω εις του κήπου
Τον τοίχο του προσώπου μου τον ήσκιο!

ΛΕΜΠΡΕΤ, συγκεκινημένος.
Φίλτατέ μου!

ΣΥΡΑΝΟ
Έχω στιγμές, ω φίλε μου, κακές, που μοναχός μου
Αισθάνομαι τόσο πολύ την ασχημιά μου . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ, ζωηρώς λαμβάνων την χείρα του,
Κλαίεις . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Α! όχι! τούτο! Άσχημο πάρα πολύ θα ήτο,
Να τρέχη 'πάνω εις αυτή τη μύτη ένα δάκρυ!
Κι' όσο μπορώ να κρατηθώ, ποτέ μου δεν θαφήσω
Να κινδυνεύσ' η ωμορφιά η θεία του δακρύου
Με τόση βάναυση ασχημιά! . . . Γιατί τα δάκρυα, βλέπεις,
Δεν είνε πειο θεσπέσιον από αυτά κανένα,
Και προκαλών τον γέλωτα, ποτέ δεν θα θελήσω
Κένα μονάχ' από αυτά να γελωτοποιήσω!. .

ΛΕΜΠΡΕΤ
Μη θλίβεσαι! Ο έρωτας είνε μια τύχη!

ΣΥΡΑΝΟ, σείων την κεφαλήν.
Όχι!
Την Κλεοπάτραν αγαπώ: φαίνομαι ως ο Καίσαρ;
Την Βερενίκην λαχταρώ: έχω την όψιν Τίτου;

ΛΕΜΠΡΕΤ
Αλλ' η ανδρεία; το πνεύμα σου; — Δεν είδες η μικρούλα
Εκείνη που σου 'πρόσφερε το μέτριο τούτο γεύμα
Τι βλέμματα ερωτικά σου έρριχνε;

ΣΥΡΑΝΟ
Αλήθεια!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Αι! λοιπόν τότε; Και αυτή ακόμα η Ροξάνη
Σέβλεπε μόψιν κάτωχρον, όταν εμονομάχεις . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Κάτωχρον;

ΛΕΜΠΡΕΤ
Η καρδία της, το πνεύμα της γεμάτα
Είν' από τώρα μέκπληξιν! τόλμησε, μίλησέ της.
Και ίσως . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Εις την μύτη μου να μου γελάση; Όχι!
— Το μόνο πράγμα είν' αυτό 'στόν κόσμο που φοβούμαι!

Ο ΘΥΡΩΡΟΣ, εισάγων τινά.
Κύριε, κάποιος σας ζητά . . .

ΣΥΡΑΝΟ, βλέπων την ακόλουθον.
Α! η ακόλουθός της!
Θεέ μου!

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ


ΣΥΡΑΝΟ, ΛΕΜΠΡΕΤ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, χαιρετίζουσα εδαφιαίως.
Τον γενναίον των εξάδελφον ποθούνε
Να μάθουν πού να τον ιδούν κρυφίως ειμπορούνε;

ΣΥΡΑΝΟ ταρασσόμενος.
Να με ιδούν;

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, υποκλινομένη,
Να σας ιδούν. — Πολλά θα σας ειπούνε.

ΣΥΡΑΝΟ
Πολλά; . .

ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, νέα υπόκλισις.
Πολλά!

ΣΥΡΑΝΟ, κλονούμενος.
Ω ύψιστε Θεέ μου!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
Θα υπάγουν
Αύριον μόλις η αυγή ροδίση, για νακούσουν
Τη λειτουργία 'στό Σαιν Ρος.

ΣΥΡΑΝΟ, υποστηριζόμενος υπό του Λεμπρέτ.
Ω ύψιστε Θεέ μου!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
'Στήν έξοδον που ειμπορούν να έμβουν να μιλήσουν
Ολίγον;

ΣΥΡΑΝΟ, έκφρων.
Πού; . . αλλά . . . εγώ . . . Ω ύψιστε Θεέ μου!. .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
Γρήγορα πήτε . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Ζητώ . . .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
Πού; . .

ΣΥΡΑΝΟ
'Στού.·. 'στού . . . ζαχαροπλάστου . . .
Του Ραγκενώ . . .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
Πού κατοικεί;

ΣΥΡΑΝΟ
Εις την οδόν — Θεέ μου!
Θεέ μου! — του Σαιντ Ονορέ . . .

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, ανερχομένη.
Εις τας επτά. Να είσθε.

(Η ακόλουθος εξέρχεται).

ΣΥΡΑΝΟ
Θα είμαι.

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ


ΣΥΡΑΝΟ, ΛΕΜΠΡΕΤ, έπειτα οι ΗΘΟΠΟΙΟΙ, αι ΗΘΟΠΟΙΟΙ, ΚΥΖΗ, ΜΠΡΙΣΑΓΙ,
ΛΙΝΙΕΡ, ο ΘΥΡΩΡΟΣ, τα ΒΙΟΛΙΑ

ΣΥΡΑΝΟ, πίπτων εις τας αγκάλας του Λεμπρέτ.
Εγώ!, από αυτήν!. . συνέντευξιν!. .

ΛΕΜΠΡΕΤ
Δεν είσαι
Πειά λυπημένος το λοιπόν;

ΣΥΡΑΝΟ
Αχ! ό,τι και αν είνε,
Ξέρει πως είμαι 'στή ζωή!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Αι! τώρα θα 'συχάσης;

ΣΥΡΑΝΟ, εκτός εαυτού.
Αλλά φρενήρης θα γινώ τώρα, κεραυνοβόλος!,
Χρειάζομαι ολόκληρον στρατόν να καταστρέψω!
Δέκα καρδιές, και είκοσι βραχίονας κατέχω.
Δεν θέλω πλέον να τρυπώ νάννους . . .

(Κραυγάζων στεντορίως).

Γίγαντας θέλω!

(Από τινων στιγμών επί της σκηνής, εις το βάθος, σκιαί ηθοποιών,
κινούνται, ψιθυρίζουν. Αρχίζουν τας δοκιμάς. Τα βιολία
έλαβον εκ νέου τας θέσεις των).

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, εκ της σκηνής.
Αι! Ψιτ! 'κει κάτω! Σιωπή! Γυμνάζοντ' εδώ πέρα!

ΣΥΡΑΝΟ, Γελών.
Αναχωρούμεν!

(Ανέρχεται· διά της μεγάλης θύρας του βάθους εισέρχονται ο Κυζή,
ο Μπροσάγι, πολλοί αξιωματικοί, οίτινες υποστηρίζουν τον Λινιέρ
διατελούντα εν πλήρει μέθη).

ΚΥΖΗ
Συρανό!

ΣΥΡΑΝΟ
Τι τρέχει;

ΚΥΖΗ
Μια μεγάλη
Τσίχλα σου φέρουνε.

ΣΥΡΑΝΟ
Λινιέρ!. . Τι έχεις!

ΚΥΖΗ
Σε ζητάει.

ΜΠΡΙΣΑΓΙ
Να επιστρέψη σπήτι του δεν ειμπορεί!

ΣΥΡΑΝΟ
Ο λόγος;

ΛΙΝΙΕΡ, διά φωνής σιελώδους δεικνύων εις αυτόν γραμμάτιον ρακώδες.
Το γράμμ' αυτό μειδοποιεί . . . πως εκατό ανθρώπους . . .
Έβαλαν εναντίον μου . . . για το τραγούδι . . . μέγας
Είνε ο κίνδυνος . . . 'στού Νελ την πύλην . . . Κατ' ανάγκην
Θε να περάσω από 'κεί . . 'στό σπήτι μου . . . Τη χάρι
Κάνε μου. . νάλθω σπήτι σου . . . να κοιμηθώ . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Πώς είπες,
Είν' εκατό; 'Στο σπήτι σου θα κοιμηθής.

ΛΙΝΙΕΡ, έντρομος.
Αλλ' όμως . . .

ΣΥΡΑΝΟ, διά φωνής τρομεράς δεικνύων εις αυτόν τον
ανημμένον φανόν, τον όποιον ο θυρωρός ταλαντεύει ακούων
περιέργως την σκηνήν ταύτην.
Κράτησε το φανάρι αυτό!

ΛΙΝΙΕΡ, λαμβάνων μετά σπουδής τον φανόν.
Και βάδιζε! Ασπίς σου
Σορκίζομαι πως θα γενώ και σκέπασμά σου απόψε!. .

(Προς τους αξιωματικούς).

Σεις έλθετε από μακρυά και μάρτυρες θα είσθε.

ΚΥΖΗ
Αλλά μ' ανθρώπους εκατόν!. .

ΣΥΡΑΝΟ
Δεν έχω ανάγκη απόψε
Νάνε πειο λίγοι . . .

(Οι ηθοποιοί κατήλθον την σκηνήν και πλησιάζουν με τας
ποικίλας ενδυμασίας των).

ΛΕΜΠΡΕΤ
Μα γιατί λοιπόν να προστατεύσης. . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Αρχίζει γκρίνιες ο Λεμπρέτ!. .

ΛΕΜΠΡΕΤ
Αυτόνε τον χυδαίον
Τον μέθυσον; . .

ΣΥΡΑΝΟ
Γιατί αυτός ο μέθυσος, ετούτος
Ο πίθος του μοσχάτου, αυτός του ροσολιού ο κάδος,
Μια μέραν εκατόρθωσε πολύ ωραίο πράγμα:
Είδε την φίλην του να 'βγή από την εκκλησίαν,
Και κατά την θρησκείαν μας αγίασμα να παίρνη,
Κι' αυτός που τρέμει το νερό, 'στό αγιαστήρι γέρνει,
Κι' όλη την κόγχη μονομιάς ερρούφηξε!. .

ΜΙΑ ΗΘΟΠΟΙΟΣ, μενδυμασίαν ακολούθου.
Μπα! τούτο
Είν' ώμορφο!

ΣΥΡΑΝΟ
Ακόλουθε, δεν είν' αλήθεια;

Η ΗΘΟΠΟΙΟΣ, προς τους άλλους.
Όμως
Για ένα ποιητή πτωχό γιατί να βάλουν τόσους;

ΣΥΡΑΝΟ
Εμπρός!

(Προς τους αξιωματικούς).

Εσείς δε, κύριοι, ορμώντα 'σάν με 'δήτε,
Κιάν διατρέχω κίνδυνον, να μη με βοηθήστε!

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΗΘΟΠΟΙΟΣ, πηδώσα εκ της σκηνής.
Ω! αλλά θέλω να ιδώ κεγώ!

ΣΥΡΑΝΟ
Λοιπόν ελάτε!

ΜΙΑ ΑΛΛΗ, πηδώσα επίσης, προς γέροντα κωμωδόν.
Έρχεσαι, Κάσσανδρε, κ' εσύ; . .

ΣΥΡΑΝΟ
Ελάτε όλοι, ο δόκτωρ,
Η Ισαβέλλα, ο Λέανδρος, όλοι! Γιατί θα 'δήτε,
Εύχαρι σμήνος και τρελλό, να πάη να σμίγη αντάμα
Την φάρσα την ιταλική, το ισπανικό το δράμα,
Κεις τρελλό το θόρυβο, πούχει ο ροχαλισμός της,
Κουδούνια να της βάλετε 'σάν τύμπανο των Βάσκων!

ΟΛΑΙ ΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, πηδώσαι εκ χαράς.
Ένα μανδύα γρήγωρα! — Μπράβο! — Μία κουκούλα!

ΖΟΝΤΕΛΕ
Πηγαίνωμεν!

ΣΥΡΑΝΟ, προς τα βιολιά.
Σεις τα βιολιά, παίξετ' ένα κομμάτι!

(Τα βιολιά συνενούνται μετά της σχηματιζομένης συνοδείας.
Αρπάζουν τας ανημμένας λαμπάδας της σκηνής και τας διανέμονται
μεταξύ των, εις τρόπον ώστε γίνεται μία λαμπαδηφορία).

Μπράβο! αξιωματικοί, γυναίκες με θεάτρου
Φορέματα, και είκοσι βήματα 'μπρός . . .

(Τοποθετείται ως λέγει).

Μονάχος,
Εγώ με το πτερόν αυτό, που η Δόξα μοναχή της
Έβαλε 'στό καπέλλο αυτό, και όπως ο Σκιπίων
Αγέρωχος και τρεις φορές Νασίκας!. . — Μεννοείτε;
Απαγορεύω σ' όλους σας βοήθεια να μου δόστε! —
Έτοιμοι; Μία, δύο, τρεις! Ανοίξετε τη θύρα!

(Ο θυρωρός ανοίγει και τα δύο φύλλα της θύρας· φαίνεται μία γωνία
των παλαιών Παρισίων, γραφικών και σεληνοφωτίστων).

Α! το Παρίσι μας πετά 'στά σύννεφα της νύχτας·
Γλιστρά το φως του φεγγαριού 'στής γαλαζένιες στέγες·
Θαρρείς, προετοιμάζεται μία κορνίζα ουράνια
Για την αποψινή σκηνή· 'κεί κάτω, ο Σηκουάνας,
Κάτω 'σ ατμούς που μοιάζουνε ταινίες, τρεμολάμπει,
Ωσάν καθρέπτης μαγικός μυστήρια γεμάτος.
Και θε να 'δήτε τη στιγμή εκείνο που θα 'δήτε!

ΟΛΟΙ
Στου Νελ την Πύλη!

ΣΥΡΑΝΟ, όρθιος επί του κατωφλίου.
Εις του Νελ την πύλη!

(Στρεφόμενος πριν εξέλθη προς την ακόλουθον).

Δεσποσύνη,
Δεν ερωτήσατε, γιατί τους εκατόν ανθρώπους
Κατά του ποιητού αυτού εβάλανε μονάχου;

(Σύρει το ξίφος και, ησύχως).

Είνε γιατί γνωρίζουνε πως φίλον μου τον έχω!

(Εξέρχεται. Η συνοδεία — ο Λινιέρ παραπαίων επί κεφαλής, — έπειτα
αι ηθοποιοί εις τους βραχίονας των αξιωματικών, — έπειτα οι
ηθοποιοί διασκελίζοντες — εκκινεί υπό τον ήχον των βιολιών, και
υπό το φώς των λαμπάδων).


Α Υ Λ Α Ι Α

ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ


ΤΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟΝ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ


Το εργαστήριον του Ραγκενώ, μαγείρου ζαχαροπλάστου, εκτεταμένον
μαγαζείον εις την γωνίαν της οδού Σαιντ-Ονορέ, και της οδού του
Ξηρού Δένδρου, τας οποίας παρατηρεί τις ευρέως εις το βάθος, διά
του υελοφράκτου της θύρας, φαιάς εις τας πρώτας λάμψεις της
αυγής.

Αριστερόθεν, εις το πρώτον επίπεδον, τράπεζα μετ' επιστεγάσματος
από του οποίου κρέμονται χήνες, νήσσαι, λευκοί ταώνες. Εντός
μεγάλων φαγεντιανών αγγείων υψηλαί ανθοδέσμαι εκ φυσικών ανθέων,
κυρίως κιτρίνων ηλιοτροπίων. Εκ του αυτού μέρους, εις το δεύτερον
επίπεδον, υπερμεγέθης θερμάστρα προ της οποίας, μεταξύ τεραστίων
πυροστατών, έκαστος των οποίων υποβαστάζει μικρόν λέβητα, τα ψητά
στάζουσιν εντός λιποδόχων.

Δεξιόθεν, πρώτον επίπεδον μετά θύρας. Δεύτερον επίπεδον, κλίμαξ
ανερχομένη εις μικράν αίθουσαν, της οποίας παρατηρεί τις το
εσωτερικόν διά των ανοικτών παραθυροφύλλων· εντός αυτής τράπεζα,
μικρός φλαμανδικός πολυέλαιος λάμπει. Είνε ιδιαίτερον δωμάτιον,
όπου τρώγουν και πίνουν, Ξύλινον επιστύλιον, συνεχίζον την
κλίμακα, φαίνεται φέρον προς άλλας μικράς αιθούσας αναλόγους.

Εν τω μέσω του μαγειρείου, σιδηρούς κύκλος, τον οποίον δύναται να
καταβιβάζη τις διά σχοινίου, και από του οποίου κρέμονται χονδρά
τεμάχια, ομοιάζει προς πολυέλαιον εκ θηραμάτων.

Οι κάμινοι εν τη σκιά, υπό την κλίμακα, κοκκινίζουν. Τα χαλκώματα
σπινθηροβολούν. Οβελοί στρέφονται. Διάφορα τεμάχια υψούνται εις
πυραμίδας. Χοιρομήρια κρέμονται. Είνε το πρωινόν πυρ. Συνωστισμοί
υπηρετών του μαγειρίου, ευσάρκων μαγείρων, και μικροσκοπικών
αδεξίων μαγειρίσκων. Πλήθος σκούφων με πτερά όρνιθος ή με
πτέρυγας αλεκτορίδος. Φέρουν επί σιδηρών πλακών και λυγίνων
καλαθίσκων συστοιχίας φραντζολών, σωρούς μικρών διπυριτών.

Τράπεζαι κεκαλυμμένοι υπό πλακούντων και πινάκων. Άλλαι
περιεστοιχισμέναι υπό καθισμάτων, περιμένουν τους τρώγοντας και
πίνοντας. Μία μικροτέρα, εις μίαν γωνίαν, εξαφανίζεται υπό τα
χαρτία. Ο Ραγκενώ κάθηται προ αυτής κατά την ύψωσιν της αυλαίας,
γράφων.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ


ΡΑΓΚΕΝΩ, ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΑΙ έπειτα ΛΙΖΑ. Ο Ραγκενώ προ της μικράς
τραπέζης έχων ύφος άνθρωπου εμπνευσμένου, γράφει μετρών επί των
δαχτύλων του.

ΠΡΩΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων τεμάχιον έτοιμον.
Αμυγδαλάτα οπωρικά!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων δίσκον.
Μπουρέκια!

ΤΡΙΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων ψητόν πτεροστόλιστον.
Και παγώνι!

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων μίαν πλάκα γλυκισμάτων.
Πάστες!

ΠΕΜΠΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ, φέρων έν είδος πηλίνου αγγείου.
Με σάλτσα βωδινό!

ΡΑΓΚΕΝΩ, παύων να γράφη και υψών την κεφαλήν.
Της χαραυγής η ακτίνες
Η ασημένιες 'στόν χαλκούν γλιστρούν! 'Στό στήθος μέσα
Την ψάλλουσαν θεότητα, ω Ραγκενώ, να πνίξης!
Θάρθη της λύρας η στιγμή, — είν' η στιγμή του φούρνου!

(Εγείρεται, προς ένα μάγειρον).

Μάκρυνε, συ, παρακαλώ, αυτή τη σάλτσα, είνε
Πολύ κοντή.

ΜΑΓΕΙΡΟΣ
Ως πόσον;

ΡΑΓΚΕΝΩ
Τρεις πόδας.

(Διέρχεται)

ΜΑΓΕΙΡΟΣ
Τι λέει!

ΠΡΩΤΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ
Η πήττα!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΗΣ
Η τούρτα!

ΡΑΓΚΕΝΩ, ενώπιον της θερμάστρας.
Ω Μούσα μου, από εδώ απομακρύνσου τώρα,
Μήπως τα θεία μάτια σου το πυρ τα κοκινίση!

(Εις ένα ζαχαροπλάστην, δεικνύων εις αυτόν άρτους).

Άσχημα έβαλες εσύ το σχίσιμον των άρτων
Βάλ' την τομή ανάμεσα των δύο ημιστίχων!

(Προς έν' άλλον, δεικνύων εις αυτόν ένα παστίτσον ατελές).

Στο κρούστινο παλάτι αυτό να βάλλης μίαν στέγην.

(Προς νέον μαθητευόμενον, όστις καθήμενος κατά γης σουβλίζει
πουλερικά).

Και 'στόν ατέλειωτον αυτόν τον οβελόν επάνω
Ζευγάρωνε το ταπεινό, παιδί μου, κοτοπούλι
Μαζύ με τον αγέρωχο το διάνο, όπως ο γέρων
Μαλέρμπ ζευγάρι έκανε τους στίχους τους μεγάλους
Με τους μικρούς, και 'στή φωτιά ψητού στροφάς να στρέφης.

ΕΤΕΡΟΣ ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ, προχωρών μετά δίσκου κεκαλυμμένου διά
χειρομάκτρου.

Αφέντη, σε θυμήθηκα και σούψησα 'στό φούρνο
Αυτό, π' ελπίζω πως πολύ σαρέσει.

ΡΑΓΚΕΝΩ, έκθαμβος.
Μία λύρα!

Αποκαλύπτει τον δίσκον και φαίνεται μία ζαχαρόπηκτος λύρα).

ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ
Είν' από πάστα τσουρεκιού.

ΡΑΓΚΕΝΩ, συγκεκινημένος.
Με φρούτα ζαχαράτα!

ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΟΣ
Και της χορδές με ζάχαρι, βλέπεις, της έχω κάμει.

ΡΑΓΚΕΝΩ, δίδων εις αυτόν χρήματα
Πήγαινε 'στήν υγεία μου να πιής!

(Παρατηρών την Λίζαν εισερχομένην)

Η σύζυγός μου!
Σώπα! περπάτει, κρύψ' αυτό το χρήμα!

(Προς την Λίζαν, δεικνύων εις αυτήν την λύραν με ύφος
στενοχωρημένον).

Είν' ωραίον;

ΛΙΖΑ
Γελοίον!

(Καταθέτει επί του γραφείου μίαν στήλην χαρτίνων σάκκων).

ΡΑΓΚΕΝΩ
Σάκκους; . . α! καλά. Ευχαριστώ.

(Τους παρατηρεί).

Θεέ μου!
Τα σεβαστά βιβλία μου! Των φίλων μου τους στίχους!
Σχισμένα! εις τεμάχια! Διά να κάμης σάκκους
Διά της καραμέλες μας! . . Ω! τας Βακχίδας πάλιν.
Και τον Ορφέα αναπολείς 'στήν μνήμην μου!

ΛΙΖΑ
Δεν έχω
Λοιπόν κεγώ δικαίωμα, να χρησιμοποιήσω
Αυτά που μας αφίνουνε για πληρωμή μονάχα
Των ανομοίων των γραμμών οι πρόστυχοι γραφιάδες; . .

ΡΑΓΚΕΝΩ
Μύρμηγκα!. . τα τσιτσίκια αυτά τα θεία, μην υβρίζης!

ΛΙΖΑ
Πριν κάμης συντροφιά μαυτά τα πρόσωπα, ποτέ σου
Βακχίδα δεν μ' εκάλεσες, — και μύρμηγκα!

ΡΑΓΚΕΝΩ
Με στίχους
Να κάμη σάκκους!

ΛΙΖΑ
Μάλιστα μαυτούς!

ΡΑΓΚΕΝΩ
Αλλά, κυρία,
Τότε τι κάμετε λοιπόν με την πεζογραφία;

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ


Οι ίδιοι, ΔΥΟ ΠΑΙΔΙΑ εισερχόμενα εις το ζαχαροπλαστείον.

ΡΑΓΚΕΝΩ
Τι θέλετε, παιδάκια μου;

ΠΡΩΤΟΝ ΠΑΙΔΙΟΝ
Τρία παστίτσα.

ΡΑΓΚΕΝΩ, δίδων εις αυτά.
Πάρτε,
Πολύ ζεστά και κόκκινα πολύ!

ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΠΑΙΔΙΟΝ
Τυλίξατέ τα,
Παρακαλώ.

ΡΑΓΚΕΝΩ, συγκινούμενος κατ' ιδίαν.
Αλλοίμονον! από τους σάκκους μου ένα!

(Εις τα παιδία).

Να τα τυλίξω θέλετε;

(Λαμβάνει ένα σάκκον και καθ' ην στιγμήν πρόκειται να θέση εντός
αυτού τα παστίτσα, αναγινώσκει).

«Ο δ' Οδυσσεύς ομοίως,
καθ' ην ημέραν άφησε την Πηνελόπην» . . . Όχι
Αυτόν!. .

(Θέτει αυτόν κατά μέρος και λαμβάνει έτερον. Καθ' ην στιγμήν
θέτει τα παστίτσια εντός αυτού, αναγινώσκει).

«Ο Φοίβος ο ξανθός . . . ;» Όχι αυτόν!

(Πράττει το ίδιον).

ΛΙΖΑ, ανυπόμονος.
Τι κάμεις
Λοιπόν;

ΡΑΓΚΕΝΩ
Έτοιμος, έτοιμος, έτοιμος!

(Λαμβάνει τρίτον και αποφασίζει).

Το σονέτο
Προς την Φυλλίδα!. . Τι σκληρόν που είνε μόλα ταύτα!

ΛΙΖΑ
Το απεφάσισ' ευτυχώς!

(Υψώνουσα τους ώμους)

Νικόδημε!

(Αναβαίνει επί ενός καθίσματος, και αρχίζει να ταξιθετή τα
πινάκια επί μιας τραπέζης).

ΡΑΓΚΕΝΩ, επωφελούμενος εκ του ότι στρέφει τα νώτα λαλεί τα
παιδία, άτινα είνε ήδη εις την θύραν.
Μικρά μου!
Ψιτ! της Φυλλίδος δότε μου οπίσω το σονέτο,
Κι' αντί τριών σας δίνω έξ παστίτσα!. .

(Τα παιδία του επιστρέφουν τον σάκκον, λαμβάνουν ζωηρώς τα έξ
τεμάχια κεξέρχονται. Ο Ραγκενώ καθαρίζων τον χάρτην αρχίζει
ναπαγγέλη).

«Ω Φυλλίς μου! . . .
Στόνομα τούτο το γλυκύ μία κηλίς βουτύρου!
Φυλλίς!. .»

(Ο Συρανό εισέρχεται αποτόμως).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ


ΡΑΓΚΕΝΩ, ΛΙΖΑ, ΣΥΡΑΝΟ, έπειτα ο ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ

ΣΥΡΑΝΟ
Τι ώρα είνε;

ΡΑΓΚΕΝΩ, χαιρετίζων αυτόν μετά σπουδής.
Έξ.

ΣΥΡΑΝΟ, μετά συγκινήσεως.
Εις μίαν ώραν!

(Πηγαίνει κέρχεται εντός του εργαστηρίου).

ΡΑΓΚΕΝΩ, ακολουθών αυτόν.
Μπράβο!
Είδα . . .

ΣΥΡΑΝΟ
'Σάν τι;

ΡΑΓΚΕΝΩ
Την μάχην σας!. .

ΣΥΡΑΝΟ
Ποιάν;

ΡΑΓΚΕΝΩ
Του Μεγάρου
Της Βουργουνδίας εννοώ!

ΣΥΡΑΝΟ, μετά περιφρονήσεως
Α! . . την μονομαχίαν!. .

ΡΑΓΚΕΝΩ. μετά θαυμασμού.
Μονομαχίαν έμμετρον!. .

ΛΙΖΑ
Το στόμα του δεν παύει
Για κείνη να μας ομιλή!

ΣΥΡΑΝΟ
Καλλίτερα βεβαίως.

ΡΑΓΚΕΝΩ, αρπάζων ένα οβελόν και προβάλλων τον πόδα.
«'Στό τέλος της στροφής τρυπώ!. .» Ω! πόσον είν' ωραίον!
«'Στό τέλος της στροφής τρυπώ . . .»

(Μετ' αύξοντος ενθουσιασμού).

«'Στό τέλος . . .»

ΣΥΡΑΝΟ
Τι ώρα είναι;

ΡΑΓΚΕΝΩ, μένων εν προβολή διά να ίδη την ώραν.
Έξη και πέντε!. . «της στροφής τρυπώ . . .»

(Ανεγείρεται).

Ακούς να κάμη
Έν τρίστροφον!

ΛΙΖΑ, προς τον Συρανό, όστις διερχόμενος πλησίον της
τραπέζης, έθλιψεν αφηρημένος την χείρα της.
Τι έχετε 'στό χέρι σας;

ΣΥΡΑΝΟ
Δεν είνε
Τίποτε. Είνε μια πληγή.

ΡΑΓΚΕΝΩ
Μην 'τρέξατε κανένα
Κίνδυνον.

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι.

ΛΙΖΑ, απειλούσα αυτόν διά του δακτύλου.
Ψεύδεσθε, θαρρώ!

ΣΥΡΑΝΟ
Θα εκινείτο
Η μύτη μου; Αυτό για μια ψευτιά μεγάλη κάνει!

(Αλλάσσων τόνον).

Τώρα προσμένω κάποιονε· και αν δεν με γελάση,
Μονάχους μας αφίνετε. . .

ΡΑΓΚΕΝΩ
Δεν ειμπορώ. Θα έλθουν
Οι ποιηταί μου παρευθύς.

ΛΙΖΑ, ειρωνικώς
Διά το πρώτο γεύμα.

ΣΥΡΑΝΟ
Όταν σου νεύσω διώξε τους. Τι ώρα;

ΡΑΓΚΕΝΩ
Έξ και δέκα!

ΣΥΡΑΝΟ, καθήμενος νευρικώς εις την τράπεζαν του Ραγκενώ και
λαμβάνων χάρτην.
Μια πέννα;

ΡΑΓΚΕΝΩ, δίδων εις αυτόν εκείνην που έχει εις το αυτί του.
Κύκνου.

ΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ, φέρων ωραίους μύστακας εισέρχεται, και διά
φωνής στεντορείας.
Χαίρετε!

ΣΥΡΑΝΟ, στρεφόμενος
Ποιος είνε;

ΡΑΓΚΕΝΩ
Ένας φίλος
Της γυναικός μου. Τρομερός πολεμιστής, — ως λέγει!. .

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων την πένναν και απομακρύνων διά της
χειρονομίας τον Ραγκενώ.
Σώπα!. .
Το γράφω, — το σφαλώ, —

(καθ' εαυτόν).

Της δίδω, — φεύγω. .

(ρίπτων την πένναν).

Ω! είμαι
Δειλός! . . και προτιμότερον μου είνε ναποθάνω,
Ή να τολμήσω να της 'πώ μια λέξι . . .

(Προς τον Ραγκενώ),

Τι ώρα είνε;

ΡΑΓΚΕΝΩ
Έξη και τέταρτο!. .

ΣΥΡΑΝΟ, κτυπών το στήθος του.
Απ' αυτές που έχω εδώ μια μόνη!
Εν ώ 'σάν γράφω . . .

(λαμβάνει πάλιν την γραφίδα).

Αι λοιπόν! Ας γράψω αυτό το γράμμα
Του έρωτος που μέσα μου χίλιες φορές ως τώρα
Έκαμα κεξανάκαμα, που έτοιμο το έχω,
Και αν ζυγώσω 'στό χαρτί πλησίον την ψυχή μου
Δεν έχω παρ' αντιγραφή απλή να κάνω.

(Γράφει, — όπισθεν του τελοφράκτου της θύρας φαίνονται κινούμεναι
σκιαί ισχναί και διστάζουσαι).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ


ΡΑΓΚΕΝΩ, ΛΙΖΑ, ο ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ, ΣΥΡΑΝΟ προ της μικράς τραπέζης
γράφων, οι ΠΟΙΗΤΑΙ μέλανα ενδεδυμένοι με τας περικνημίδας
πιπτούσας, κεκαλυμμένας υπό βορβόρου.

ΛΙΖΑ, προς τον Ραγκενώ.
Νάτοι,
Οι βρώμιοι σου!

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ, εισερχόμενος προς τον Ραγκενώ.
Συνάδελφε!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Συνάδελφέ μου φίλε!

ΤΡΙΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Αητέ των ζαχαροπλαστών!

(Ωσφραίνεται).

Εις την φωληά σου ωραία
Μυρίζει!

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Ω Φοίβε μάγειρε!

ΠΕΜΠΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Απόλλων των μαγείρων!

ΡΑΓΚΕΝΩ, περιστοιχιζόμενος, φιλούμενος, σειόμενος.
Πόσον καλά που 'βρίσκεται κανείς μαζύ με τούτους!

ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Αργήσαμεν απ' το λαό που ήταν συναγμένος
'Στού Νελ την πύλη! . . .

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Οκτώ λησταί με ξίφος σκοτωμένοι
Ήσαν εις το λιθόστρωτον επάνω 'ξαπλωμένοι!

ΣΥΡΑΝΟ, εγείρων επί μίαν στιγμήν την κεφαλήν.
Οκτώ; Μπα! 'νόμιζα επτά!. .

(Γράφει πάλιν).

ΡΑΓΚΕΝΩ, προς τον Συρανό.
Μήπως λοιπόν της μάχης
Γνωρίζετε τον ήρωα.