WeRead Powered by ReaderPub
Συρανό δε Μπερζεράκ cover

Συρανό δε Μπερζεράκ

Chapter 35: ΣΚΗΝΗ ΕΝΝΑΤΗ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A five-act verse drama follows a charismatic, eloquent soldier renowned for his large nose who masks deep insecurity while pursuing love for a woman admired by many. When a handsome but inarticulate rival courts her, the eloquent soldier secretly composes letters and speeches to win her heart through the rival, performing feats of daring and wit onstage and in battle. The action mixes comedy, theatrical spectacle, and dueling bravado with tender, private scenes, exploring themes of appearance versus inner value, the power of language, personal honor, and the sacrifices made for unrequited devotion, culminating in a moving, elegiac resolution.

ΣΥΡΑΝΟ
Μα πειο πολλή, 'σάν σταματάς, δεν έχουν η καρδιές των;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Όχι, γιατ' είμαι απ' αυτούς. — το ξεύρω . . . και τρομάζω! —
Που δεν γνωρίζουν να 'μιλούν γιαγάπη.

ΣΥΡΑΝΟ
Μπα! νομίζω,
Αν 'φρόντιζαν καλλίτερα να με σκαρώσουν, θα ήμουν
Από αυτούς που 'ξεύρουνε γιαγάπη να μιλούνε.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ω, να 'μπορής τα πράγματα με χάρι να εκφράζης!

ΣΥΡΑΝΟ
Σωματοφύλαξ εύμορφος να ήσαι που διαβαίνει!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αλλ' η Ροξάνη, φίλε μου είνε κομψευομένη,
Καπογοήτευσιν σ' αυτήν βεβαίως θα εμπνεύσω!

ΣΥΡΑΝΟ, παρατηρών τον Χριστιανόν.
Αν είχα έναν όμοιον ως συ διερμηνέα
Για της ψυχής μου τον καϋμό!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, μετ' απελπισίας.
Χρειάζομ' ευγλωττίαν!

ΣΥΡΑΝΟ, αποτόμως.
Εγώ σου δίδω δανεικήν! Συ δάνεισέ μου χάριν
Αμάχητον και φυσικήν: κ' ας κάμωμεν οι δυο μας
Ενός μυθιστορήματος τον ήρωα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Πώς τούτο;

ΣΥΡΑΝΟ
Αισθάνεσαι, πως ειμπορείς να επαναλαμβάνης,
Και, ό,τι καθημερινώς σου λέγω, να μανθάνης;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Μου κάμης πρότασιν λοιπόν; . .

ΣΥΡΑΝΟ
Καμμίαν η Ροξάνη
Δεν θάχη απογοήτευσιν! Ειπέ μου λοιπόν, θέλεις
Να τήνε ξεμυαλίσουμε κοι δυο μαζύ μας; Θέλεις
Λοιπόν να νοιώσης την ψυχήν, πεγώ θα σου φυσήσω,
Απ' το δερμάτινο μου αυτό 'σωκάρδι να περάση
Στο κεντητό σωκάρδι σου;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Μα, Συρανό! . .

ΣΥΡΑΝΟ
Το θέλεις,
Χριστιανέ;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Μου προξενείς φόβον!

ΣΥΡΑΝΟ
Αφού φοβείσαι,
Μήπως εσύ μονάχος σου ψυχράνης την καρδιά της,
Επιθυμείς να εργασθούν, — κευθύς θα την φλογίσης! —
Μαζύ τα δύο χείλη σου με τας δικάς μου φράσεις; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αστράφτουνε τα μάτια σου!

ΣΥΡΑΝΟ
Θέλεις; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αυτό σου κάνει
Τόση ευχαρίστησι; . .

ΣΥΡΑΝΟ, ένθους.
Αυτό . . .

(Συγκρατούμενος, και ως καλλιτέχνης).

Θα με διασκεδάση!
Αυτό είν' ένα πείραμα που δύναται να θέση
Εις πειρασμόν τον ποιητήν! Θέλεις να συμπληρώση
Ο είς τον άλλον; Θα περνάς, κεγώ εις το πλευρόν σου
Θα περπατώ εις την σκιάν. Το πνεύμα σου θα είμαι,
Και συ το κάλλος μου.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αλλά το γράμμα πούνε ανάγκη
Να της το δώσωμεν ευθύς! Ποτέ δεν θα μπορέσω . . .

ΣΥΡΑΝΟ, εξάγων εκ του εσωκαρδίου του, το γράμμα που είχε
γράψει.
Το γράμμα νάτο, λάβε το!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Πώς;

ΣΥΡΑΝΟ
Τίποτε δεν λείπει
Εκτός της διευθύνσεως.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Ειμπορείς αφόβως
Να της το στείλης.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Είχατε; . .

ΣΥΡΑΝΟ
Εμείς την τσέπην πάντα
Διά Χλωρίδας έχομεν ιδανικάς γεμάτην
Με γράμματα. Γιατ' είμεθα από εκείνους πέχουν
Ως ερωμένην όνειρον που το φυσούνε μέσα
Στη φούσκα ενός ονόματος! . . Πάρε, κεις αληθείας
Θαλλάξης ό,τ' είνε πλαστόν. Στην τύχην επετούσα
Τους πόθους μου και τους καϋμούς: Θα κάμης να σταθούνε
Όλα τα πλάνα αυτά πουλιά. Θα 'δής σαυτό το γράμμα —
Πάρ' το! — πως ήμουν εύγλωττος μάλλον ή φιλαλήθης!
Πάρ' το, κι' ας τελειώσωμεν!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αλλά δεν θάνε ανάγκη,
Καμπόσα λόγια ναλλαχθούν; Γραμμένο παραλόγως,
Για την Ροξάνην ειμπορεί το γράμμα να πηγαίνη;

ΣΥΡΑΝΟ
'Σάν γάντι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Είν' εύπιστος η φιλαυτία τόσον,
Που θα πιστεύση πως γι' αυτήν εγράφηκ' η Ροξάνη!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Α, φίλε μου!

(Ρίπτεται εις τους βραχίονας του Συρανό, μένουν ενηγκαλισμένοι).

ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ


ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, οι ΓΑΣΚΟΝΟΙ, ο ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, διανοίγων την θύραν.
Τίποτε πεια! . . Σιγή θανάτου . . . Θάρρος
Δεν έχω να κυττάξω . . .

(Εισάγει την κεφαλήν).

Μπα! . .

ΟΛΟΙ Οι ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, εισερχόμενοι και βλέποντες τον Συρανό και
τον Χριστιανόν ενηγκαλισμένους.
Α! . . Ω! . .

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Αυτό δα είνε
Πάρα πολύ!

(Κατάπληξις).

ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ, σκωπτικώς.
Μπα! τείν' αυτά;

ΚΑΡΜΠΟΝ
Ο διάβολός μας είνε
Γλυκύς καθώς απόστολος; Οπόταν εις το ένα
Τόνο κτυπούν ρουθούνι του, — στρέφει απ' το άλλο;

ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΞ
Τώρα
Μπορούνε για τη μύτη του λοιπόν να του 'μιλήσουν; . .

(Καλών την Λίζαν, και με ύφος θριαμβευτικόν).

— Αι, Λίζα! τώρα θα ιδής!

(Οσφραινόμενος τον αέρα μετά προσποιήσεως).

Ω! . . Ω! . . μεκπλήσσει!
Τι μυρουδιά! . .

(Πηγαίνει προς τον Συρανό).

Ο κύριος βεβαίως την ωσφράνθη,
'Σάν τι μυρίζει το λοιπόν 'δω μέσα; . .

ΣΥΡΑΝΟ, ραπίζων αυτόν.
Παλαμίδα!

(Χαρά. Οι επίλεκτοι επανεύρον τον Συρανό. Κάμουν τούμπες).


Α Υ Λ Α Ι Α


ΤΟ ΦΙΛΗΜΑ ΤΗΣ ΡΟΞΑΝΗΣ


Μικρά πλατεία εντός του αρχαίου Μαραί. Παλαιαί οικίαι. Απόψεις
δρομίσκων. Δεξιόθεν η οικία της Ροξάνης, και ο τοίχος του κήπου
της, άνωθεν του οποίου εκχειλίζουν πλατέα φυλλώματα. Άνωθεν της
θύρας, παράθυρον κεξώστης. Θρανίον ενώπιον του κατωφλίου

Κισσός αναρριχάται επί του κήπου, ίασμος στεφανώνει τον εξώστην,
περιελίσσεται κεπαναπίπτει.

Διά του θρανίου, και των εξεχόντων επί του τοίχου λίθων δύναται
τις ευκόλως ναναρριχηθή εις τον εξώστην.

Απέναντι, παλαιά οικία του αυτού ρυθμού, εκ κεράμων και λίθων
μετά θύρας εισόδου. Το ρόπτρον της θύρας ταύτης είνε κεκαλυμμένον
υπό πανίου ως ασθενών αντίχειρ.

Κατά την ανύψωσιν της αυλαίας, η ακόλουθος κάθηται επί του
θρανίου. Το παράθυρον είνε ανοικτόν επί του εξώστου της Ροξάνης.

Πλησίον της ακολούθου, ίσταται όρθιος ο Ραγκενώ, ενδεδυμένος εν
είδος οικοστολής: περατώνει διήγησιν, απομάσσων τους οφθαλμούς.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ


ΡΑΓΚΕΝΩ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, έπειτα ΡΟΞΑΝΗ, ΣΥΡΑΝΟ και οι
ΔΥΟ ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ.

ΡΑΓΚΕΝΩ
. . . Με τον σωματοφύλακα έπειτα φεύγει εκείνη!
Κατεστραμμένος, μόνος μου, κρεμιέμαι. Είχ' αφήσει
Την γην· ο κύριος Μπερζεράκ εμβαίνει τότε μέσα,
Με ξεκρεμά και μέδωσεν ευθύς ως οικονόμον
Στην εξαδέλφην του.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
Αλλά λοιπόν, πώς εξηγείται
Αυτή σου η καταστροφή;

ΡΑΓΚΕΝΩ
Απλούστατα, ηγάπα
Η Λίζα τους πολεμιστάς, τους ποιητάς ηγάπων!
Έτρωγε ο Άρης τα γλυκά που άφηνε ο Απόλλων:
Ώστε δε 'βάσταξε πολύ, ευκόλως εννοείται!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, εγειρομένη και καλούσα
Προς το ανοικτόν παράθυρον.

Είσαι, Ροξάνη, έτοιμος; . . Μας περιμένουν!

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΡΟΞΑΝΗΣ, διά του παραθύρου
Βαίνω
Ένα μανδύαν!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, εις τον Ραγκενώ, δεικνύουσα εις αυτόν την
απέναντι θύραν.
Άντικρυ, εκεί μας περιμένουν.
Εις της Κλομίρης. Σπίτι της έχει ένα γραφείον.
Σήμερον περί Τρυφερού εκεί θα ομιλήσουν.

ΡΑΓΚΕΝΩ
Του Τρυφερού;

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, ακκιζομένη.
Βεβαίως . . .

(Κραυγάζουσα προς το παράθυρον)

Αι! Ροξάνη, να κατέβης,
Άλλως περί του Τρυφερού θα χάσωμεν τον λόγον!

Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΡΟΞΑΝΗΣ
Έρχομ' ευθύς!

(Ακούεται προσεγγίζων θόρυβος εγχόρδων οργάνων).

Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΣΥΡΑΝΟ, ψάλλοντος εις τα παρασκήνια.
Λα! λα! λα!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, έκπληκτος.
Μας παίζουν 'να κομμάτι!

ΣΥΡΑΝΟ, μετά δύο ακολούθων φερόντων
όργανα όμοια προς κιθάρας.
Σου λέγω ημιτόνιον πως είνε, βλαξ!

ΠΡΩΤΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, ειρωνικώς.
Γνωρίζει
Τα ημιτόνια λοιπόν ο κύριος;

ΣΥΡΑΝΟ
Ως όλοι
Οι του Γασσένδη μαθηταί την μουσικήν γνωρίζω.

Ο ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, παίζων και ψάλλων.
Λα! λα!

ΣΥΡΑΝΟ, αρπάζων απ' αυτού τόργανον κεξακολουθών την μουσικήν
φράσιν.
Μπορώ λοιπόν κεγώ να εξακολουθήσω! . .
Λα! λα! λα!

ΡΟΞΑΝΗ εμφανιζομένη επί του εξώστου.
Εσύ 'σαι;

ΣΥΡΑΝΟ, ψάλλων επί του ήχου, τον οποίον εξακολουθεί.
Εγώ που έρχομαι να είπω
'Στα κρίνα σου χαιρετισμούς και σεβασμούς 'στά ρό . . . δα!

ΡΟΞΑΝΗ
Έρχομαι!

(Αφίνουσα τον εξώστην).

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, δεικνύουσα τους ακολούθους.
Ποιοί 'νε αυτοί λοιπόν οι δύο καλλιτέχναι;

ΣΥΡΑΝΟ
Το στοίχημα που 'κέρδισα του δ' Ασσουσύ. Ο λόγος
Ήτο περί γραμματικής. — Ναι! — Όχι! — Όταν αίφνης
Τους δυο μεγάλους μούδειξεν αυτούς κρεμανταλάδες,
Που τας χόρδας είν' ικανοί να ξύνουν με τα νύχια,
Και συνοδεία πάντοτε τους έχει, και μου λέγει:
«Μίαν ημέραν μουσικής στοιχηματίζω!» Χάνει.
Την τροχιάν του το λοιπόν ως ότου 'ξαναρχίση
Ο Φοίβος, θάχω και τους δυο αυτούς κιθαροπαίκτας
Των πράξεών μου μάρτυρας αρμονικούς κοντά μου! . .
Ήτο το πράγμα κατ' αρχάς ευάρεστον, μα τώρα
Όχι και τόσον.

(Προς τους μουσικούς).

Χεπ! . . . Εσείς, 'στού Μονφλερύ καντάδα
Πηγαίνετε να παίξετε! . .

Οι ακόλουθοι ανέρχονται διά να παίξουν. Προς την ακόλουθον).

Έρχομαι την Ροξάνην
Να ερωτήσω, ως πάντοτε και κάθε βράδυ πράττω . . .

(Προς τους ακολούθους εξερχομένους).

Σεις, πολύν χρόνον παίξετε, — και με παραφωνίας!

(Προς την ακόλουθον)

. . . Αν είνε πάντα τέλειος ο φίλος της ψυχής της;

ΡΟΞΑΝΗ, εξερχομένη εκ της οικίας.
Α! πόσον είνε ώμορφος, τι πνεύμα πέχει, πόσον
Τον αγαπώ!

ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών.
Ο Χριστιανός έχει τοσούτον πνεύμα; . .

ΡΟΞΑΝΗ
Κ' από εσένα πειο πολύ, αγαπητέ μου!

ΣΥΡΑΝΟ
Έστω.

ΡΟΞΑΝΗ
Κανείς κατά την γνώμην μου δεν ειμπορεί να λέγη
Όπως αυτός λεπτότερα τα πράγματα εκείνα
Τα εύμορφα κι' ασήματα, πούνε το παν εν τούτοις.
Είνε αλλόφρων κάποτε κ' η Μούσα του απούσα
Έπειτα λέγει πράγματα θαυμάσια εξαίφνης!

ΣΥΡΑΝΟ, δυσπίστως.
Α! μπα!

ΡΟΞΑΝΗ
Είν' ανυπόφορον! Ιδού πως είν' οι άνδρες:
Πνεύμα δεν έχει, επειδή ωραίος είνε νέος!

ΣΥΡΑΝΟ
Εκ στήθους 'ξεύρει να λαλή μευχέρεια;

ΡΟΞΑΝΗ
Όχι μόνον
Να ομιλήση, κύριε, αλλά να ρητορεύση!

ΣΥΡΑΝΟ
Γράφει;

ΡΟΞΑΝΗ
Πολύ καλλίτερα. Άκου λοιπόν ολίγον:

(Αναγγέλλουσα).

«Όσο μου παίρνεις πειο πολύ απ' την καρδιά μου, φίλη,
Έχω ακόμα πειο πολλή» . .

(Θριαμβεύουσα προς τον Συρανό).

Λοιπόν;

ΣΥΡΑΝΟ
Πουφ!

ΡΟΞΑΝΗ
Και ακόμα:
«Αφού για να περνώ καϋμούς, μου πρέπει μία, φως μου,
Αν την καρδιά μου την κρατής, την ιδική σου δος μου!»

ΣΥΡΑΝΟ
Έχει άλλοτε πάρα πολύ και άλλοτε όχι τόσο.
Μα επί τέλους τι ζητεί, καρδίαν;

ΡΟΞΑΝΗ
Με πειράζεις;
Είν' η ζηλοτυπία . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ανασκιρτών.
Μπα! Τι λες;

ΡΟΞΑΝΗ
. . . του συγγραφέως,
Που τρώει τα σπλάχνα σου! — Κι' αυτό τι τρυφερόν που είνε!
«Πίστευσε, μόνη μια κραυγή στέλλ' η καρδιά μου εσένα,
Κι' αν τα φιλιά 'μπορούσανε να σου σταλούν γραμμένα,
Το γράμμα μου θα διάβαζες, κυρά μου, με τα χείλη! . .»

ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών ακουσίως μετά τίνος αυταρεσκείας.
Χα! χα! Είν' η γραμμές αυτές . . . Χε χε!

(Συγκροτούμενος και μετά περιφρονήσεως).

με δίχως χάρι!

ΡΟΞΑΝΗ
Κι' αυτό . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ευφραινόμενος.
Εκ μνήμης το λοιπόν τα γράμματά του ξεύρεις;

ΡΟΞΑΝΗ
Όλα!

ΣΥΡΑΝΟ
Δεν έχω τι να πω: αυτό τον κολακεύει!

ΡΟΞΑΝΗ
Είνε τεχνίτης!

ΣΥΡΑΝΟ, μετριοφρόνως.
Όχι δα! . . τεχνίτης! . .

ΡΟΞΑΝΗ, εντόνως.
Ναι! τεχνίτης!

ΣΥΡΑΝΟ
Τεχνίτης . . . έστω!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, ήτις είχε ανέλθει, κατέρχεται ζωηρώς.
Ο κύριος δε Γκύσης!

(Προς τον Συρανό, ωθούσα αυτόν εις την οικίαν).

Έμβα μέσα,
Γιατ' είνε προτιμότερον να μη σε συναντήση.
Νανακαλύψη δύναται . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Ναι, το αγαπητόν μου
Το μυστικόν. Με αγαπά. Είν' ισχυρός, δεν πρέπει
Να μάθη! Την αγάπην μου 'μπορεί να καταστρέψη.

ΣΥΡΑΝΟ, εισερχόμενος εις την οικίαν.
Καλά! Καλά!

(Ο δε Γκύσης εμφανίζεται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ


ΡΟΞΑΝΗ, ΔΕΓΚΥΣΗΣ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, κατά μέρος.

ΡΟΞΑΝΗ, προς τον δε Γκύσην, υποκλινομένη.
Εξέρχομαι.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Να αποχαιρετίσω
Έρχομαι.

ΡΟΞΑΝΗ
Φεύγετε!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Διά τον πόλεμον

ΡΟΞΑΝΗ
Α!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Φεύγω
Απόψε.

ΡΟΞΑΝΗ
Α!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Διαταγάς τοιαύτας μέχουν δώσει.
Πολιορκούν το Άρασον

ΡΟΞΑΝΗ
Α! το πολιορκούνε; . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Ναι. . . φαίνεται πολύ ψυχράν η αναχώρησίς μου
Να σας αφίνη.

ΡΟΞΑΝΗ
Ω! . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Εμέ με καταθλίβει. Τάχα
θα σεπανίδω άλλοτε; Είμαι διωρισμένος.
Συνταγματάρχης, ξεύρετε;

ΡΟΞΑΝΗ, αδιάφορος.
Εύγε!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Εις των φυλάκων
Το σύνταγμα.

ΡΟΞΑΝΗ, συγκινουμένη.
Πώς είπατε: εις των φυλάκων;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Όπου
Ο 'ξάδελφός σου υπηρετεί, ο τόσον κομπορρήμων.
Θα τον εκδικηθώ εκεί.

ΡΟΞΑΝΗ, πνιγομένη.
Πώς; εκεί κάτω πάνε
Κ' οι φύλακες;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Ευνόητον. Είνε τα σύνταγμά μου!

ΡΟΞΑΝΗ. πίπτει επί ενός θρανίου, — κατ' ιδίαν.
Χριστιανέ!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Τι έχετε;

ΡΟΞΑΝΗ, άκρως συγκεκινημένη.
Αυτή . . . με απελπίζει. . .
Η είδησις! Να συμπαθής κανένα, και να μάθης
Πως φεύγει για τον πόλεμον!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, έκπληκτος και περιχαρής.
Τόσον γλυκείαν λέξιν
Μου λέγετε για πρώτην σας φοράν και την ημέραν
Όπου θα φύγω!

ΡΟΞΑΝΗ, μεταβάλλουσα τόνον και ριπιζομένη,
Το λοιπόν, — εκδίκησιν ζητείτε
Κατά του εξαδέλφου μου; . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, μειδιών.
Υπέρ αυτού μην είσθε;

ΡΟΞΑΝΗ
Όχι, — κατά!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Τον βλέπετε;

ΡΟΞΑΝΗ
Πολύ ολίγον.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Μένα
Επίλεκτον τον συναντά κανείς εις κάθε μέρος. . .

(Ζητών το όνομα).

Νεβίγ. . . βιγέν. . .

ΡΟΞΑΝΗ
'Ψηλός;

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Ξανθός.

ΡΟΞΑΝΗ
Πυρρόξανθος.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Ωραίος! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Πουφ!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Αλλά βλάκας.

ΡΟΞΑΝΗ
Φαίνεται!

(Μεταβάλλουσα τόνον).

. . . Τον Συρανό, νομίζεις,
Πως εκδικείσαι, αν στο πυρ όπου λατρεύει, ρίψης ; . . .
Ασήμαντος εκδίκησις! Μόνον εγώ γνωρίζω,
Τείνε γιαυτόν αιματηρόν!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Τι;

ΡΟΞΑΝΗ
Αν το σύνταγμά του
Φεύγον εδώ τον άφινε, με χέρια σταυρωμένα,
Μετά των επιλέκτων του!. . . Είνε το μόνον μέσον
Ένα τοιούτον άνθρωπον να κάμης να λυσσάξη:
Τον εκδικείσαι, αν μακράν τον σύρης των κινδύνων.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Μία γυναίκα μοναχά! μονάχη μια γυναίκα
Μπορεί ένα τέτοιο τέχνασμα να εύρη!

ΡΟΞΑΝΗ
Θα δαγκάση
Από την λύσσαν την ψυχήν, κοι φίλοι του τους γρόνθους,
Διότι δεν θα 'βρίσκονται 'στό πυρ: κέτσι εκδικείσαι!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, πλησιάζων.
Λοιπόν ολίγον μαγαπάς;

(Εκείνη μειδιά).

Ότι η εκδίκησίς μου
Σενδιαφέρει, έρωτος απόδειξιν να εύρω
Επιθυμώ, Ροξάνη μου! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Αυτό 'νε μία.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, δεικνύων διαφόρους φακέλλους εσφραγισμένους.
Έχω
Επάνω μου διαταγάς, που θα διαβιβάσω
Εις κάθε λόχον 'στή στιγμή, εκτός αυτής. Αυτή 'νε
Των επιλέκτων.

(Την θέτει εις το θυλάκιόν του).

Την κρατώ.

(Γελών)

Χα! χα! χα. Συρανό μου,
Με την πολεμικήν ψυχήν! Γνωρίζεις, συ, να κάμης
Παιγνίδια εις τους άλλους, αι;

ΡΟΞΑΝΗ
Κάποτε.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, πλησιέστατα αυτής.
Με τρελλαίνεις!
Άκουσε, απόψε μάλιστα πρέπει ναναχωρήσω.
Αλλά να φύγω εις στιγμήν πούσαι συγκινημένη!
Άκουσε. Είν' εδώ κοντά, οδός της Αυρηλίας,
Μονή που έχει ο σύνδικος των Καπουτσίνων κτίσει,
Ο πάτερ Αθανάσιος. Δεν ειμπορεί να έμβη
Ο λαϊκός μέσα σαυτήν. Πλην τους καλούς Πατέρας
Αναλαμβάνω! . .Δύνανται ευκόλως να με κρύψουν
Μέσ' το μανίκι. Είνε πλατύ! — Τον Ρισελιέ 'στό σπίτι
Οι καπουτσίν' υπηρετούν. Τρομάζοντες τον θείον
Φοβούνται τον ανεψιόν. — Ο κόσμος θα νομίση
Πως ανεχώρησα, κεγώ υπό την προσωπίδα
Θα επανέλθω, Άφες με μίαν ημέραν μόνον,
Αγαπητή παράδοξος, ναργοπορήσω.

ΡΟΞΑΝΗ
Αλλ' όμως
Γνωστόν αν γίνη, η δόξα σου. . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Μπα!

ΡΟΞΑΝΗ
Κ' η πολιορκία
Του Αράσου; . .

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Αδιάφορον! επίτρεψέ μου.

ΡΟΞΑΝΗ
Όχι!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Επίτρεψέ μου.

ΡΟΞΑΝΗ, τρυφερώς.
Χρεωστώ να σου ταπαγορεύσω!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Α!

ΡΟΞΑΝΗ

Φύγε!

(κατ' ιδίαν).

Ο Χριστιανός μένει εδώ.

(Μεγαλοφώνως).

Σε θέλω
Ηρωικόν, — Αντώνιε!

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Ω λέξις ουρανία!
Λοιπόν τον αγαπάς αυτόν; . .

ΡΟΞΑΝΗ
Για τον οποίον τρέμω.

ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, υπερχαρής.
Α! τότε φεύγω το λοιπόν.

(Ασπάζεται την χείρα της).

Είσ' ευχαριστημένη;

ΡΟΞΑΝΗ
Ναι, φίλε μου!

(Ο δε Γκύσης εξέρχεται).

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, κάμουσα όπισθέν του κωμικήν υπόκλισιν.
Ναι, φίλε μου!

ΡΟΞΑΝΗ, εις την ακόλουθον.
Ας κρύψωμεν το πράγμα:
Ο Συρανό θα 'θύμωνε γιατί τον πόλεμόν του
Του έκλεψα!

(Καλεί προς το μέρος της οικίας).

Εξάδελφε!

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ


ΡΟΞΑΝΗ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, ΣΥΡΑΝΟ.

ΡΟΞΑΝΗ
Πάμε εις της Κλομίρης.

(Δεικνύων την απέναντι θύραν).

Θα ομιλήση η Λυσιμών εκεί και η Αλκάνδρα.

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, θέτουσα τον μικρόν δάκτυλον εις το ους της.

Ναι, μα το δακτυλάκι μου μού λέγει πως θα πάμε
Πολύ αργά.

ΣΥΡΑΝΟ
Μη στερηθής εκείνες της μαϊμούδες!

(Έφθασαν ενώπιον της θύρας της Κλομίρης).

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, γοητευομένη . .
Ω δέτε πώς εφάσκιωσαν το σίδερο της πόρτας!

(Εις το ρόπτρον).

Σου σφάλησαν το στόμα σου διά να μη ταράττη
Το μέταλλόν σου, ζούδι μου, τους λόγους τους ωραίους!

(Το εγείρει μετά πολλής προσοχής και κτυπά ηρέμα)

ΡΟΞΑΝΗ, βλέπουσα, ότι ήνοιξαν.
Εισέλθωμεν!

(Εκ του κατωφλίου προς τον Συρανό).

Ο Χριστιανός αν έλθη, ως ελπίζω,
Ας με προσμένη.

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς, εν ώ αύτη μέλλει να εξαφανισθή
Α!

(Στρέφεται αύτη).

Και τι, όπως το συνειθίζεις,
Θα τον 'ρωτήσης σήμερα;

ΡΟΞΑΝΗ
Περί . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς.
Περί;

ΡΟΞΑΝΗ
Αλλ' όμως
Δεν θα του είπης ουδέ γρυ γιαυτό!

ΣΥΡΑΝΟ
Βεβαίως.

ΡΟΞΑΝΗ
Θα του είπω:
Πήγαινε δίχως χαλινόν! Εμπρός! Περί αγάπης
Αυτοσχεδίως 'μίλα μου! Γίνου λαμπρός!

ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών.
Ωραία!

ΡΟΞΑΝΗ
Σουτ! . .

ΣΥΡΑΝΟ
Σουτ! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Σιωπή!. . .

(Εισέρχεται και κλείει την θύραν).

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων, αφού η θύρα εκλείσθη
Ευχαριστώ πολύ.

(Η θύρα ανοίγεται πάλιν και η Ροξάνη εξάγει την κεφαλήν).

ΡΟΞΑΝΗ
Γιατ' ειμπορούσε
Να ετοιμάζετο από πριν! . .

ΣΥΡΑΝΟ
Διάβολε, δεν πιστεύω! . .

ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΟΜΟΥ
Σουτ! . .

(Η θύρα κλείεται).

ΣΥΡΑΝΟ, καλών.
Χριστιανέ!

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ


ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ

ΣΥΡΑΝΟ
Ξεύρω το παν. Ετοίμασε την μνήμην.
Ιδού μία περίστασις τρισένδοξος να γίνης.
Καιρόν μη χάνης. Δύστροπον μη παίρνης ύφος! Πάμε
Ογρήγορα 'στό σπίτι σου για να σου μάθω . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Όχι!

ΣΥΡΑΝΟ
Μπα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Όχι! Τη Ροξάνη εδώ προσμένω.

ΣΥΡΑΝΟ
Μα τι μυίγα
Σεκτύπησε; Έλα γρήγορα να μάθης . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Όχι, λέγω!
Τα γράμματα τα δανεικά, τους λόγους εβαρύνθην,
Να παίζω ρόλον άνοστον, και πάντοτε να τρέμω! . .
Ήτο καλόν εις τας αρχάς. Αλλ' όμως τώρα νοιώθω
Πως μαγαπά. Ευχαριστώ. Δεν έχω φόβον πλέον.
Θα της μιλήσω ο ίδιος.

ΣΥΡΑΝΟ
Μπα! Τι;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Και ποιος σου λέγει
Πως δεν μπορώ; Δεν είμαι δα τόσον κουτός 'στό τέλος!
Θα δης! Αλλ' όμως, φίλε μου, απ' τα μαθήματά σου
Είδα ωφέλεια. Μπορώ μονάχος να μιλήσω.
Κεις όλους σου ορκίζομαι τους δαίμονας, πως πάντα
Θα δύναμαι πολύ καλά να την σφιχταγκαλιάσω! . .

(Παρατηρών την Ροξάνην, ήτις εξέρχεται εκ της Κλομίρης).

— Αυτή 'νε! Όχι, Συρανό, μη με αφήσης!

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων αυτόν.

Μόνος
'Μίλησε τώρα, κύριε:

(Εξαφανίζεται όπισθεν του κήπου)

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ


ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΡΟΞΑΝΗ, η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, μετ' ολίγον.

ΡΟΞΑΝΗ, εξερχομένη εκ της οικίας της Κλομίρης μετά συνοδείας,
την οποίαν αφίνει: υποκλίσεις και χαιρετισμοί.
Βαρθενοΐς! — Αλκάνδρα! —
Κρεμιόνη!

Η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, μετ' απελπισίας.
Δεν προφθάσαμε νακούσωμεν διόλου
Τον λόγον περί Τρυφερού, κρίμα!

ΡΟΞΑΝΗ, χαιρετίζουσα ακόμη.
Ουριμεδόντη! . .
Υγίαινε! . .

(Όλοι χαιρετίζουν την Ροξάνην, αντιχαιρετίζονται μεταξύ των,
αποχωρίζονται, και απομακρύνονται διά διαφόρων οδών. Η Ροξάνη
βλέπει τον Χριστιανόν),

Α! είσαι συ;

(Πηγαίνει προς αυτόν).

Το βράδυ πλησιάζει.
Περίμενε. Είνε μακράν. Είνε γλυκό ταγέρι.
Κανείς διαβάτης. Κάθησε κοντά μου. Λέγε. Ακούω.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, κάθεται πλησίον της επί του θρανίου
Σε αγαπώ.

ΡΟΞΑΝΗ, κλείουσα τους οφθαλμούς.
Ναι, 'μίλα μου γιαγάπη.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Σ' αγαπώ.

ΡΟΞΑΝΗ
Αυτό είνε το σχέδιον, Κέντησ' επάνω, κέντα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Σε . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Κέντησε!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Σε αγαπώ τόσον!

ΡΟΞΑΝΗ
Αναμφιβόλως,
Κέπειτα; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Κέπειτα . . . χαρά που θάνοιωθα μεγάλη,
Και συ αν μαγαπούσες! — Πες, πως μαγαπάς, Ροξάνη!

ΡΟΞΑΝΗ, μορφάζουσα
Μου δίνεις μέλανα ζωμόν κεγώ προσμένω κρέμαν!
Πες μου λοιπόν, πώς μαγαπάς; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Πολύ . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Το αίσθημά σου
Ξιδίπλωσέ το το λοιπόν!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Εκείνο τα λαιμό σου!
Να τον φιλούσα! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Χριστιανέ!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Σε αγαπώ!

ΡΟΞΑΝΗ, θέλουσα να φύγη.
Ακόμα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ζωηρώς κρατών αυτήν.
Δεν σαγαπώ!

ΡΟΞΑΝΗ, καθημένη πάλιν.
Το προτιμώ αυτό.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Μα σε λατρεύω!

ΡΟΞΑΝΗ, εγειρομένη, απομακρύνεται.
Ουφ!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ναι . . . μωρός κατήντησα!

ΡΟΞΑΝΗ, ξηρώς.
Και τούτο δεν μαρέσει!
Όπως δεν θα μου ήρεσκεν αν άσχημος κατήντας!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αλλά . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Την ευγλωττίαν σου πήγαινε νανταμώσης.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Σε. . .

ΡΟΞΑΝΗ
Μαγαπάς, το άκουσα. Υγίαινε!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Μη φύγης!
Θα σου ειπώ . . .

ΡΟΞΑΝΗ, ωθούσα την θύραν διά να εισέλθη.
Γνωρίζω, ναι, πως με λατρεύεις, Όχι.
Φύγε!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αλλά εγώ. . .

(Του κλείει την θύραν κατά μέτωπον).

ΣΥΡΑΝΟ, όστις από τινος είχεν εισέλθει, χωρίς να φανή.
Αυτό θα πη επιτυχία!

ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ


ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΣΥΡΑΝΟ, οι ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ κατόπιν.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Βοήθεια!

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι, κύριε!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Πεθαίνω, αν δεν τα φτιάξω
Μαζύ της πάλι 'στή στιγμή . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Πώς, διάβολε, να κάμω
Να σου τα μάθω 'στή στιγμή; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, αρπάζων τον βραχίονά του.
Α! νάτην! Κύτταξέ την!

(Το παράθυρον του εξώστου εφωτίσθη).

ΣΥΡΑΝΟ, συγκεκινημένος.
Στο παραθύρι! . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ξεψυχώ!

ΣΥΡΑΝΟ
Χαμήλωσ' τη φωνή σου!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, χαμηλοφώνως.
Πεθαίνω!

ΣΥΡΑΝΟ
Είνε σκοτεινή η νύχτα . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Λοιπόν; λέγε;

ΣΥΡΑΝΟ
Το πράγμα διορθώνεται, Αν και ανάξιος είσαι . . .
άθλιε, κάθησε, αυτού! Εκεί, μπρος 'στόν εξώστη!
Εγώ θάμαι από κάτω σου, και θα σου υποβάλλω
Τας λέξεις σου,

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Σιωπή!

ΟΙ ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ, φαινόμενοι πάλιν εις το βάθος εις τον Συρανό.
Χεπ!

ΣΥΡΑΝΟ
Σουτ! . .

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, χαμηλοφώνως.
Τη σερενάδα
'Στόν Μονφλερύ εκάναμε! . .

ΣΥΡΑΝΟ
Καθήσατε καρτέρι
Ο ένας 'στή γωνιάν αυτή κι' ο άλλος εις την άλλη,
Και αν κανένας οχληρός περάση απ' εδώ πέρα,
Παίξετε κάτι!

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
Μα 'σάν τι, ω λάτρη του Γάσσένδη!

ΣΥΡΑΝΟ
Γυναίκ' αν είνε, χαρωπό να παίξετε, κιάν άνδρας,
Να παίξετε λυπητερό!

(Προς τον Χριστιανόν).

Και τώρα, φώναξέ την!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ροξάνη!

ΣΥΡΑΝΟ, συλλέγων χαλίκια, τα οποία ρίπτει εις τας υέλους.
Λίγ' ας ρίξουμε χαλίκια!

ΡΟΞΑΝΗ, διανοίγουσα το παράθυρόν της
Ποιος φωνάζει;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Εγώ.

ΡΟΞΑΝΗ
Μα ποιος;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ο Χριστιανός.

ΡΟΞΑΝΗ, μετά περιφρονήσεως.
Εσείς;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Επιθυμούσα
Κάτι να σας ειπώ.

ΣΥΡΑΝΟ, υπό τον εξώστην.
Καλά. Καλά. Χαμηλοφώνως.

ΡΟΞΑΝΗ
Όχι, 'μιλάτε άσχημα. Φύγετε!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Χάριν! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Όχι!
Όχι, δεν μαγαπάτε πεια!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, προς ον ο Συρανό υποβάλλει.
Θεοί! να μεπιπλήττη,
Πως πλέον δεν την αγαπώ . . . όταν . . . πολύ ακόμα
Πλειότερον την αγαπώ! . .

ΡΟΞΑΝΗ. ήτις έμελλε να κλείση το παράθυρον σταματά.
Μπα! πειο καλά 'μιλάει!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ωσαύτως.
Αυξάνει ο έρως μέσα 'στήν ανήσυχη ψυχή μου . .
Που . . . το σκληρόν αυτό παιδί για . . . κούνια του έχει πάρει!

ΡΟΞΑΝΗ, προχωρούσα εις τον εξώστην.
Αυτό 'νε πειο καλό! Μ' αφού είνε σκληρός ο έρως,
Ήσουν μωρός στην κούνια του να μη τον πνίξης μέσα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ωσαύτως.
Το εδοκίμασα κεγώ. . . μα. . . δοκιμή ματαία:
Αυτό το βρέφος με μικρόν. . . ομοιάζει Ηρακλέα.

ΡΟΞΑΝΗ
Καλλίτερα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ωσαύτως.
Ώστ' έπνιξε δυο φείδια μ' ευκολίαν. . .
Και την Υπερηφάνειαν. . . και την Αμφιβολίαν.

ΡΟΞΑΝΗ, στηρίζουσα τους αγκώνας της εις τον εξώστην.
Πολύ καλλίτερον! αλλά πολύ αργά 'μιλάτε.
Μήπως η φαντασία σας από αρθρίτιν πάσχει;

ΣΥΡΑΝΟ, σύρων τον Χριστιανόν υπό τον εξώστην και λαμβάνων την
θέσιν του.
Σουτ! είνε τώρα δύσκολον το πράγμα! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Απόψε 'βγαίνουν
Με δισταγμό τα λόγια σας. Γιατί;

ΣΥΡΑΝΟ, ομιλών με ημίσειαν φωνήν ως ο Χριστιανός.
Γιατ' είνε νύχτα,
Και ψάχνοντας μέσ' τη σκιά ζητούν να 'βρούν ταυτιά σου.

ΡΟΞΑΝΗ
Τα λόγια μου παρόμοια . . δεν έχουν δυσκολία.

ΣΥΡΑΝΟ
Ευρίσκουν τα δικά σου ευθύς; Ω! τούτο εννοείται,
Αφού αυτά τα δέχομαι αμέσως 'στήν καρδιά μου·
Κέχω μεγάλη την καρδιά, κεσύ μικρό ταυτί σου.
Άλλως τε κατεβαίνουνε τα λόγια σου, και τρέχουν.
Τα λόγια μου αναβαίνουνε: ποιο πολύ χρόνο θέλουν!

ΡΟΞΑΝΗ
Από τινος καλλίτερα τακούω νανεβαίνουν.

ΣΥΡΑΝΟ
Τα ωφέλησ' η γυμναστική.

ΡΟΞΑΝΗ
Είνε λοιπόν μεγάλο
Το ύψος που σας ομιλώ;

ΣΥΡΑΝΟ
Βεβαίως, και 'στόν τόπον
Θα μάφινες, αν μούριχνες καμμιά σκληρά σου λέξι
Μέσ' την καρδιά!

ΡΟΞΑΝΗ, κάμουσα κίνημα.
Θα κατεβώ.

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς.
Όχι!

ΡΟΞΑΝΗ, δεικνύουσα εις αυτόν έν θρανίον υπό τον εξώστην.
Ανέβα τότε
Εις το θρανίον παρευθύς!

ΣΥΡΑΝΟ, οπισθοδρομών μετά τρόμου, εις το σκότος.
Όχι!

ΡΟΞΑΝΗ
Πώς. . . όχι!

ΣΥΡΑΝΟ, επί μάλλον και μάλλον συγκινούμενος
Άφες
Ολίγον ναπολαύσωμεν την έκτακτη ευκαιρία
Και την γλυκειάν αυτή στιγμή που ήλθε . . . να 'μπορούμεν
Με δίχως να βλεπώμεθα γλυκά να ομιλούμεν.

ΡΟΞΑΝΗ
Με δίχως να βλεπώμεθα;

ΣΥΡΑΝΟ
Ω ναι! Είνε μαγεία.
Μόλις να μαντευώμεθα! Συ, βλέπεις την μαυρίλα
Του μακρυνού μανδύου μου, και του φορέματός σου
Του θερινού εγώ απεδώ κυττάζω την ασπράδα.
Εγώμαι μόνον μια σκιά, και συ είσαι μία λάμψις!
Αν 'ξεύρεις η στιγμές αυτές τι αξίζουνε για μένα!
Κιάν ήμουν κάποτ' εύγλωττος . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Ήσουν!

ΣΥΡΑΝΟ
Ποτέ ως τώρα
Δεν βγήκε απ' την αληθινή καρδιά μου η φωνή μου . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Γιατί;

ΣΥΡΑΝΟ
Γιατί . . . επάθαινα ως τώρα . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Τι;

ΣΥΡΑΝΟ
. . . τη ζάλη
Πέχει καθείς 'στά 'μάτια σου από κάτω . . . Αλλ' απόψε
Μου φαίνεται πρώτη φορά που σου 'μιλώ.

ΡΟΞΑΝΗ
Αλήθεια,
Έχεις αλλοιώτικη φωνή . .!

ΣΥΡΑΝΟ, πλησιάζων μετά θέρμης.
Και, όλως διόλου άλλη.
Γιατί 'στό σκότος της νυκτός, οπού με προστατεύει,
Τολμώ να είμαι μια φορά εγώ αυτός, και θέλω . . .

(Σταματά και μετ' αλλοφροσύνης).

Πού ήμουν; — Δεν ειξεύρω . . . αυτό όλο — συγχώρησέ μου
Την ταραχή — τόσο γλυκύ μου είνε . . . τόσο νέον!

ΡΟΞΑΝΗ
Πώς τόσο νέον;

ΣΥΡΑΝΟ, θορυβηθείς και προσπαθών να συναρμόση τας λέξεις τον.
Νέον . . . ναι . . . ειλικρινής να είμαι . . .
Ο φόβος, μήπως χλευασθώ, μου σφίγγει την καρδιά μου . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Να χλευασθής, και διατί;

ΣΥΡΑΝΟ
Για την . . . για την ορμή μου! . . .
Ναι, η καρδιά μου πάντοτε 'ντύνεται με το πνεύμα
Από 'ντροπήν. Αναχωρώ να 'ξεκρεμάσω έν άστρο,
Και στέκω, μήπως χλευασθώ, και κόβω 'να λουλούδι!

ΡΟΞΑΝΗ
Και το λουλούδι είνε καλόν ενίοτε

ΣΥΡΑΝΟ
Απόψε
Ας περιφρονήσωμεν!

ΡΟΞΑΝΗ
Ποτέ με τέτοιο τρόπο
Δεν μου ωμίλησες.

ΣΥΡΑΝΟ
Αχ! αν μακράν απ' της φαρέτρες,
Από τα βέλη κα! από της δάδες ημπορούσαμε
Σε πράγματα πειο . . . δροσερά ολίγο να πετούσαμε!
Εάν, αντί να πίνουμε σταγόνα προς σταγόνα
Με δακτυλήθρα ολόχρυση νερόν από τον Λινώνα
Ανούσιον, εβλέπαμε πως η ψυχή χορταίνει,
Όταν σε ποταμό πλατύ να πιή πολύ πηγαίνη!

ΡΟΞΑΝΗ
Αλλά το πνεύμα; . .

ΣΥΡΑΝΟ
Σου 'δειξα του πνεύματος τα δώρα
Για να μη φύγης κατ' αρχάς, αλλά θα ήτο τώρα
Το ίδιο 'σάν να 'βρίζαμε, την νύκτα αυτή, τα μύρα,
Την ώρα αυτή τη μαγική, την ανθισμένη Φύσιν,
Εάν 'σάν γράμμα ερωτικό του Βουατύρ 'μιλούσα!
— Με μια 'ματιά των άστρων του ο ουρανός ας σπάση
Όλα τα όπλα τα πλαστά της τέχνης μας. Φοβούμαι
Τόσον πολύ μη 'στήν γλυκειάν αυτή μας αλχημείαν
Σαν τον αιθέρα εξατμισθή του αισθήματος η αλήθεια,
Μήπως σ' αυτά τα μάταια παιγνίδια η ψυχή μας
Αδειάση, και το τέλειον το τέλος μας μη γίνη!

ΡΟΞΑΝΗ
Αλλά το πνεύμα; . .

ΣΥΡΑΝΟ
Το μισώ 'στόν έρωτα! Και είνε
Έγκλημα, όταν αγαπούν, αυτή την ξιφασκία
Να παρατείνουνε πολύ. Έπειτα, αναποφεύκτως,
Φθάν' η στιγμή, — λυπούμ' αυτούς που τη στιγμή δεν βλέπουν! —
Π' αγάπη νοιώθουμε ευγενή στα στήθη μας να κρύβη,
Και κάθε λέξιν εκλεκτή που λέγομεν, μας θλίβει!

ΡΟΞΑΝΗ
Λοιπόν! αν ήλθεν η στιγμή αυτή και για τους δυο μας.
Τι λόγια τώρα θα μου πης;

ΣΥΡΑΝΟ
Όλα, εκείνα όλα.
Που θα μου έλθουν, σκορπιστά, με δίχως να τα δέσω
Μπουκέτο, θα σου τα πετώ: Σε αγαπώ, παθαίνω,
Σε αγαπώ, παραφρονώ, δεν ειμπορώ, πεθαίνω!
Και τόνομά σου κρέμεται μέσ' την καρδιά μου αιώνια,
Ωσάν μέσα 'στόν κώδωνα γλωσσίδι, ω Ροξάνη,
Κι' από το ανατρίχιασμα που αδιάκοπα με πιάνει,
Ο κώδωνας ταράσσεται και τόνομα σημαίνει!
Ό,τι δικό σου, ταγαπώ και το θυμάμαι πάντα:
Ξέρω, μια μέρα πέρυσι, στης δώδεκα Μαΐου,
Βγήκες πρωί' και τάλλαξες το χτένισμα της κόμης!
Τόσο πολύ συνείθισα για φως μου τα μαλλιά σου,
Που, όπως 'σάν στηλόνουμε το μάτι μας 'στό ήλιο,
Ύστερα βλέπουμε παντού ροδοβαμμένο δίσκο,
Έτσι, 'σάν φύγω απ' της φωτιές που γύρω μου σκορπίζεις,
Το θαμπωμένο βλέμμα μου ξανθές αφίνει βούλες!

ΡΟΞΑΝΗ, δια φωνής τεταραγμένης.
Ναι! τούτο λέγετ' έρωτας. . .

ΣΥΡΑΝΟ
Βεβαίως, η λαχτάρα
Που τρομερή, ζηλότυπη με πλημμυρίζει, αλήθεια,
Είν' έρωτας, και μέσα του όλη τη λύσσα κρύβει!
Είν' έρωτας, — αλλά χωρίς εγωϊσμό κανένα!
Αχ! για την ευτυχία σου πώς δίνω τη δική μου,
Κ' εάν ακόμα τίποτε δε μάθαινες ποτέ σου,
Αν ημπορούσα κάποτε από μακρυά νακούω
Το γέλοιο σου ναντιλαλή την ευτυχία εκείνη.
Που γέννησ' η θυσία μου! — Κάθε ματιά δική σου
Αναρριπίζει μέσα μου νέα αρετή και ανδρεία!
Αρχίζεις τώρα να εννοής; Λοιπόν, καταλαμβάνεις;
Και την ψυχήν μου αισθάνεσαι, 'στό σκότος, που αναβαίνει
Αχ! είν' ωραίο, είνε γλυκύ, μα την αλήθεια απόψε
Να λέγω αυτά εγώ 'σε σε, και συ νακούς εμένα!
Είνε αυτό παρά πολύ! 'Στόν πόθον μου ακόμα
Τον πειο κρυφό τόσο πολύ δεν ήλπιζα ποτέ μου!
Και τώρα μόνο θάνατον ποθώ! Γιατί, απ' τα λόγια
Που λέγω, τρέμει ανάμεσα 'στούς γαλαζένιους κλώνους!
Διότι τρέμετε καθώς το φύλλο μέσ' στά φύλλα!
Διότι τρέμεις! Ένοιωσα, και άθελα σου ακόμα,
Του λατρευτού σου του χεριού μια κάποια ανατριχίλα,
Να κατεβαίνη ανάλαφρα 'στού γιασεμιού τα φύλλα!

(Ασπάζεται έξαλλος το άκρον κλωνίου κρεμαμένου)

ΡΟΞΑΝΗ
Ναι, τρέμω, κλαίω, σαγαπώ, και είμαι ιδική σου!
Μ' εμέθυσες!

ΣΥΡΑΝΟ
Τότε λοιπόν, ο θάνατος ας έλθη!
Τη μέθη αυτή εγώ, εγώ, 'στή φύσησα 'στά στήθεια.
Ένα μονάχα πεια ζητώ. . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, υπό τον εξώστην.
Ένα φιλί!

ΡΟΞΑΝΗ, ριπτομένη όπισθεν.
Τι λέγεις;

ΣΥΡΑΝΟ
Ω!

ΡΟΞΑΝΗ
Τι ζητείς;

ΣΥΡΑΝΟ
Ναι . . εζήτησα . . .

(Προς τον Χριστιανόν χαμηλοφώνως).

Τρέχεις πολύ.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αφού έχει
Συγκινηθή τόσο πολύ, επωφελούμ' εκ τούτου!

ΣΥΡΑΝΟ, προς την Ροξάνην.
Ναι! εζήτησα, είν' αληθές, πλην δίκαιε Θεέ μου!
Καταλαμβάνω τολμηρός πάρα πολύ πως ήμουν.

ΡΟΞΑΝΗ, απογοητευμένη.
Δεν επιμένεις πειο πολύ;

ΣΥΡΑΝΟ
Βεβαίως, επιμένω . . .
Χωρίς επιμονή! . . . ναι! ναι . . . με θλίβ' η εντροπή σου!
Καλά λοιπόν! Το φίλημα αυτό . . . μη μου το δώσης!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, σύρων τον Συρανό εκ του μανδύου·
Γιατί;

ΣΥΡΑΝΟ
Σιώπα, Χριστιανέ . . .

ΡΟΞΑΝΗ, κύπτουσα.
Τι λες χαμηλοφώνως;

ΣΥΡΑΝΟ
Τον εαυτό μου εμάλωσα για τη πολλή μου βία.
Είπα: σιώπα, Χριστιανέ! . .

(Τα όργανα αρχίζουν να παίζουν)

Αμέσως! . . Κάποιος είνε!

(Η Ροξάνη κλείει το παράθυρον. Ο Συρανό ακούει τα όργανα, εξ ων
το έν παίζει ήχον φαιδρόν, και το άλλο πένθιμον).

Ήχον φαιδρόν, και λυπηρόν μαζύ; . . . ποιος ο σκοπός των;
Μην είνε άνδρας; ή γυνή; — Α! είνε καπουτσίνος!

(Εισέρχεται είς Καπουτσίνος, όστις πηγαίνει από οικίας εις οικίαν
κρατών φανόν εις την χείρα και παρατηρών τας θύρας).

ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ


ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ.

ΣΥΡΑΝΟ, προς τον καπουτσίνον.
Του Διογένους διατί τον ρόλον ξαναρχίζεις;

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ
Παρακαλώ, γνωρίζετε που κάθηται η κυρία; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Τι οχληρός!

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ
Μαγδαληνή Ρομπέν . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αυτός τι θέλει;

ΣΥΡΑΝΟ, δεικνύων εις αυτόν οδόν ανωφερή.
Από εδώ! πηγαίνετε γραμμή, και κατ' ευθείαν . . .

ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ
Ευχαριστώ! . . προς χάριν σας 'στό κομποσχοίνι μου όλο
θα εξαντλήσω τας ευχάς ως το μεγάλο κόμπο.

(Εξέρχεται).

ΣΥΡΑΝΟ
Τύχη καλή σου εύχομαι! και άμποτ' η ευχές μου
Να 'μπούν μέσ' την κουκούλα σου!

(Καταβαίνει προς τον Χριστιανόν).

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ


ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Κάνε να με φιλήση!

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αργά ή γρήγωρα θα με φιλήση . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Αλήθεια!
Θάρθη στιγμή μεθυστική ερωτικής λαχτάρας,
Που τώνα στόμα τ' άλλο σας θα 'βρή, χάριν εκείνου
Του μύστακός σου του ξανθού και χάριν του ροδίνου
Του χείλους της.

(Καθ' εαυτόν).

Καλλίτερα εγώ θα προτιμούσα,
Να ήτο χάριν . . .

(Θόρυβος ανοιγομένου παραθύρου. Ο Χριστιανός κρύπτεται
υπό τον εξώστην)

ΠΡΑΞΙΣ ΤΡΙΤΗ

ΣΚΗΝΗ ΕΝΝΑΤΗ


ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΡΟΞΑΝΗ.

ΡΟΞΑΝΗ, προβαίνουσα εις τον εξώστην
Είσαι συ; Ελέγαμε για ένα . . .
Για ένα . . . για . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Ένα φιλί. Γλυκειά 'ν η λέξις, φίλη.
Δε βλέπω γιατί τρέμουνε να την ειπούν τα χείλη.
Αν από τώρα τάκαψε, στο πράγμα τι θα γίνη;
Μην το τρομάζης! Άθελα τη φλυαρία εκείνη
Προτήτερα δεν άφησες κεγλίστρησες αφόβως
Από το γέλοιο 'στόν καϋμό κι' απ' τον καϋμό 'στό δάκρυ;
Γλίστρησε ακόμ' ανάλαφρα και δίχως να το νοιώσης:
Από το δάκρυ στο φιλί μια ανατριχίλα είνε!

ΡΟΞΑΝΗ
Σιώπαινε!

ΣΥΡΑΝΟ
Ένα φίλημα, αλλ' επί τέλους τείνε;
Όρκος που λέμε πειο κοντά· υπόσχεσι που δίνεις
Με πίστι μεγαλείτερη· ομολογία που βαίνεις
Το σφράγισμα· μια ρόδινη περισπωμένη 'πάνω
'Στο «αγαπώ»· και μυστικό που λέγομε 'στό στόμα,
Αντί στ' αυτί· μία στιγμή του απείρου που ομοιάζει
'Σάν ψίθυρος του μελισσιού· μετάληψι που παίρνει
Τη γεύσι του άνθους· κάτι τι που ανασασμό σου φέρνει
Από τα βάθη της καρδιάς· και κάτι που 'στήν άκρη
Του χείλους από την ψυχή σου αφίνει κάποιο μύρο!

ΡΟΞΑΝΗ
Σιώπαινε!

ΣΥΡΑΝΟ
Ένα φίλημα τόσην ευγένειαν έχει,
Όπου κιαυτή η βασίλισσα των Γάλλων έδωσ' ένα
Στον πλέον ευτυχέστερον των λόρδων . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Λοιπόν τότε;

ΣΥΡΑΝΟ
Είχα καθώς ο Βούκιγκαμ τα κρύφια βάσανά μου,
Κεγώ λατρεύω 'σάν κι αυτόν εσέ, βασίλισσά μου,
Και 'σάν αυτόν είμαι πιστός και λυπημένος . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Κ' είσαι
Ωραίος όπως και αυτός! . . .

ΣΥΡΑΝΟ, καθ' εαυτόν, απογοητευόμενος.
Αλήθεια, είμαι ωραίος,
'Ξέχασα!

ΡΟΞΑΝΗ
Ανέβα το λοιπόν τα ασύγκριτο να δρέψης
Αυτό λουλούδι . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ωθών τον Χριστιανόν προς τον εξώστην.
Ανέβα!

ΡΟΞΑΝΗ
Αυτή τη γεύσι της καρδίας . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Ανέβα!

ΡΟΞΑΝΗ
Αυτό του μελισσιού τον ψίθυρο . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Ανέβα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, διστάζων.
Σαν να μου φαίνεται κακή πως κάμω πράξι τώρα!

ΡΟΞΑΝΗ
Αυτή του απείρου τη στιγμή! . .

ΣΥΡΑΝΟ, ωθών αυτόν.
Ανέβα λοιπόν, ζώον!

(Ο Χριστιανός ορμά, και διά του θρανίου, του φυλλώματος, των
στύλων ανέρχεται μέχρι των κιγκλίδων, ας διασκελίζει).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ροξάνη μου!

(Την περιπτύσσεται και κύπτει επί των χειλέων της).

ΣΥΡΑΝΟ
Αχ! κέντημα παράδοξο που νοιώθω
Μέσ' την καρδιά μου! — Φίλημα, ερωτικό συμπόσιο,
Που είμαι ο Λάζαρος εγώ! Σε τούτο το σκοτάδι
Μου στέλλεις ένα ψίχουλο κεμένα. — Χωρίς άλλο,
Και την καρδιά μου αισθάνομαι κάτι από σε να παίρνη,
Αφού σαυτά τα χείλη του, που η Ροξάνη γέρνει,
Φιλεί τα λόγια που εγώ προτήτερα της είπα.