(Ακούονται τα όργανα).
Πένθιμος ήχος και φαιδρός: Ο καπουτσίνος είνε!
(Προσποιείται ότι τρέχει, ωσάν να έφθανε μακρόθεν).
Αι! από κει!
ΡΟΞΑΝΗ
Ποιος είνε;
ΣΥΡΑΝΟ
Εγώ. Περνούσα. Είν' επάνω
Ακόμη ο Χριστιανός;
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, προσποιούμενος έκπληξιν.
Ο Συρανό! πού 'βρέθης;
ΡΟΞΑΝΗ
Καλή σου ημέρα, εξάδελφε!
ΣΥΡΑΝΟ
'Ξαδέλφη, καλημέρα!
ΡΟΞΑΝΗ
Θα κατεβώ!
(Εξαφανίζεται εντός της οικίας. Εισέρχεται εις το βάθος ο
καπουτσίνος).
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, παρατηρών αυτόν.
Ακόμ' αυτός!
(Ακολουθεί την Ροξάνην).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ
ΣΥΡΑΝΟ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΡΟΞΑΝΗ, ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, ΡΑΓΚΕΝΩ
ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ
Εδώνε κεπιμένω —
Εδώνε η Μαγδαληνή Ρομπέν;
ΣΥΡΑΝΟ
Ρο — λεν μας είπες.
ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ
Όχι: μ π ε ν. Μι, πι, ε, και νι!
ΡΟΞΑΝΗ, φαίνεται επί του κατωφλίου ακολουθουμένη υπό του
Ραγκενώ κρατούντος φανόν και υπό του Χριστιανού.
Τι τρέχει;
ΣΥΡΑΝΟ
Ένα γράμμα
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Μπα!
Ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, προς την Ροξάνην.
Διά πράγμα ιερόν θα πρόκειται βεβαίως.
Την στέλλει κύριος . . . χρηστός
ΡΟΞΑΝΗ, προς τον Χριστιανόν.
Είν' ο δε Γκύσης!
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Τόλμη! . . .
ΡΟΞΑΝΗ
Ω! πάντα δεν θα μενοχλή! . .
(Αποσφραγίζουσα την επιστολήν).
Σε αγαπώ, κιάν θέλη
Να . . .
(Υπό το φως του φανού του Ραγκενώ αναγινώσκει χαμηλοφώνως και
κατά μέρος).
«Δεσποινίς,
Τα τύμπανα κτυπούν, το σύνταγμά μου
«Δένει τον σάκκο· αναχωρεί· ο κόσμος με νομίζει,
«Πώς ήδη ανεχώρησα: μένω. Σας παρακούω.
«Ευρίσκομαι εις την μονήν αυτήν. Σκέπτομαι νάρθω
«Και σας το καθιστώ γνωστόν προηγουμένως μένα
«Καλόγηρον απλούν ωσάν κατσίκαν, που δεν νοιώθει
«Τίποτε μέσα σόλ' αυτά. Το χείλος σου προλίγου
(Προς τον καπουτσίνον).
Ιδού αυτό το γράμμα τι μου λέγει,
Πάτερ μου, άκου!
(Πλησιάζουν όλοι, αναγινώσκει μεγαλοφώνως).
«Δεσποινίς,
Εις του Καρδιναλίου
«Την θέλησιν οφείλε υπακοήν, ακόμα
«Και αν αυτή σας φαίνεται σκληρά. Ιδού ο λόγος
«Που έκαμα την εκλογήν ενός πολύ αγίου,
«Πολύ φρονίμου, και πολύ εξύπνου καπουτσίνου,
«Διά να φέρη τας γραμμάς αυτάς σταβρά σας χέρια,
«Κεκφράζομεν την θέλησιν εις τον δικόν σας οίκον
«Την ευλογίαν τάχιστα του γάμου να σας δώση·
(Στρέφει το φύλλον).
«Πρέπει κρυφά ο Χριστιανός να γίνη σύζυγός σας·
«Τον αποστέλλω προς υμάς. Δεν είνε αρεστός σας,
«Αλλά εγκαρτερήσατε. Και αναλογισθήτε,
«Ο ουρανός τον ζήλον σας πως θέλει ευλογήση,
«Κεστέ περί του σεβασμού βεβαία, Δεσποσύνη,
«Εκείνου, όστις πάντοτε υπήρξε και θα είνε
«Ο ευλαβώς και ταπεινώς υμέτερος και . . . λίαν . . .
«Και τα λοιπά . . .»
ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ
Χρηστός ανήρ! . . Το είχα προμαντεύσει,
Δεν εφοβούμην παντελώς· επρόκειτο βεβαίως
Περί αγίου πράγματος.
ΡΟΞΑΝΗ, χαμηλοφώνως προς τον Χριστιανόν.
Τι λέγεις, δεν διαβάζω
Ωραία τας επιστολάς;
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Χουμ!
ΡΟΞΑΝΗ, υψηλοφώνως μετ' απελπισίας.
Α! είνε φρικώδες!
Ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ όστις διηύθυνε προς τον Συρανό το φως του φανού
του.
Είσθε υμείς ;
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Όχι, είμ' εγώ!
ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, στρέφει το φως προς τον Χριστιανόν και ως αν του
επήλθεν αμφιβολία, βλέπων την καλλονήν του,
Αλλ' όμως σεις . .
ΡΟΞΑΝΗ
Υπάρχει
'Στο τέλος κ' υστερόγραφον: «Για την μονήν πιστόλας
Δώσατ' εκατόν είκοσι».
ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ
Χρηστός, χρηστός αυθέντης!
(Προς την Ροξάνην).
Εγκαρτερείτε!
ΡΟΞΑΝΗ, με ύφος μάρτυρος.
Εγκαρτερώ!
(Εν ώ ο Ραγκενώ ανοίγει την θύραν εις τον καπουτσίνον, τον οποίον
ο Χριστιανός προσκαλεί να εισέλθη, αύτη λέγει χαμηλοφώνως εις τον
Συρανό).
Προσπάθει τον δε Γκύση
Να τον κρατήσης έξωθεν! Θα έλθη μετ' ολίγον —
Να μην εμβή πριν . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Εννοώ!
(Προς τον Καπουτσίνον).
Διά την ευλογίαν
Πόσος καιρός χρειάζεται;
ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ
Έν τέταρτον.
ΣΥΡΑΝΟ, ωθών όλους προς την οικίαν.
Εμβήτε!
Εγώ θα μείνω . . .
ΡΟΞΑΝΗ, προς τον Χριστιανόν.
Έλα! . .
(Εισέρχονται).
ΣΥΡΑΝΟ, μόνος.
Πώς να κάμω το δε Γκύση,
Να χάση αυτό το τέταρτο;
(Ορμά επί του θρανίου, αναρριχάται προς τον τοίχον, και προς τον
εξώστην).
Εδώ ας ανεβούμε!
Έχω 'να σχέδιο καλό! . .
(Τα όργανα αρχίζουν να παίζουν πένθιμον ήχον).
Χο! άνδρας είνε τούτος.
(ο ήχος γίνεται απαίσιος).
Χο! χο! ετούτη τη φορά είν' ένας!! .
(Είνε επί του εξώστου, καταβιβάζει τον πίλον του επί των οφθαλμών
του, αφαιρεί το ξίφος του, περιτυλίσσεται εντός του μανδύου του,
έπειτα κύπτει και παρατηρεί έξωθεν).
Όχι! ο τοίχος
Δεν είνε τόσον υψηλός! . .
(Διασκελίζει τας κιγκλίδας και προσελκύων προς αυτόν τον μακρόν
κλάδον εκ των δένδρων, άτινα εξέρχονται άνω του τοίχου του κήπου,
προσκολλάται επ' αυτού διά των δύο χειρών του, έτοιμος να πέση).
Θέλω ταράξει ελαφρώς αυτή την ατμοσφαίραν!
ΣΚΗΝΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΣΥΡΑΝΟ, ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, όστις εισέρχεται με προσωπίδα, ψηλαφών εις το
σκότος.
Αυτός ο τρισκατάρατος τι κάμει καπουτσίνος;
ΣΥΡΑΝΟ
Και την φωνήν μου; Διάβολε! αν την αναγνωρίση;
(Αφίνων την χείρα του, φαίνεται στρέφων μίαν αόρατον κλείδα).
Κρικ! κρακ!
(Επισήμως)
Μιμήσου, Συρανό, του Μπερζεράκ τον τόνον! . .
ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, παρατηρών την οικίαν.
Ναι, είν' εδώ. Βλέπω κακά μαυτή την προσωπίδα!
(Μέλλει να εισέλθη, ότε ο Συρανό πηδά εκ του εξώστου κρατούμενος
από τον κλάδον, όστις κάμπτεται και τον καταθέτει μεταξύ του δε
Γκύση και της θύρας. Προσποιείται, ότι πίπτει βαρέως δήθεν και
από μεγάλου ύψους, και εξαπλώνεται κατά γης, όπου μένει ακίνητος,
ως ζαλισθείς, ο δε Γκύσης κάμει άλμα προς τα όπισθεν).
Μπα! Τι;
(Όταν εγείρη τους οφθαλμούς, ο κλάδος έχει ανυψω0ή πάλιν. Δεν
βλέπει παρά τον ουρανόν δεν εννοεί τίποτε).
Και πόθεν έπεσεν αυτός:
ΣΥΡΑΝΟ, ανακάθεται και με τόνον γασκονικόν.
Απ' 'τη Σελήνη!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Απ' τη; . . .
ΣΥΡΑΝΟ, μετά φωνής ως εν ονείρω.
Τι ώρα έχετε;
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Μη τούστριψεν η βίδα;
ΣΥΡΑΝΟ
Τι ώρα είνε; Τι χωριό; Τι εποχή; Τι ημέρα;
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Μα . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Εζαλίσθην!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Κύριε . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Σαν μπόμπα απ' την Σελήνη
Πέφτω!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, ανυπομονών.
Μα τέλος, κύριε! . .
ΣΥΡΑΝΟ, ανεγειρόμενος με φωνήν τρομεράν.
Πέφτω από 'κείθε!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, οπισθοδρομών.
Έστω!
Έστω! επέσατε από 'κεί! . . Ίσως τρελλός θα είνε!
ΣΥΡΑΝΟ, βαδίζων κατ' επάνω του.
Δεν πέφτω μεταφορικώς! . .
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Μα . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Εκατό χρόνια ή μία
Στιγμή — πόσον η πτώσις μου διήρκεσε δεν ξέρω
Ήμουνα μέσα είς αυτήν την κίτρινη τη φούσκα!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, υψών τους ώμους.
Ναι. Να περάσω αφήτε με!
ΣΥΡΑΝΟ, ιστάμενος προ αυτού.
Ειλικρινώς, πού είμαι;
Τίποτε μη μου κρύπτετε! Εις ποίαν γην, εις ποίον
Τόπον ως αερόλιθος έπεσα, κύριέ μου;
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Διάβολε! . .
ΣΥΡΑΝΟ
Κενώ έπεφτα, δεν μπόρεσα να εκλέξω
Το μέρος της αφίξεως, — και αγνοώ πού πέφτω! —
Μέσ' σε σελήνην άραγε ή μη σε γην καμμίαν
Του πισινού μου μέσυρε τα βάρος;
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Μα, σας λέγω.
Κύριε . . .
ΣΥΡΑΝΟ, μετά φωνής τρόμου, ήτις κάμνει τον δε Γκύσην να
οπισθοδρομήση.
Ύψιστε Θεέ! Βλέπω σαυτόν τον τόπον
Πως έχουν μαύρον πρόσωπον! . .
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, φέρων την χείρα εις το πρόσωπον.
Πώς;
ΣΥΡΑΝΟ, με φόβον εμφαντικόν.
Εις την Αλγερίαν,
Μην είμαι; Είσθε ιθαγενής;
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, αισθανόμενος την προσωπίδα του.
Η προσωπίς!
ΣΥΡΑΝΟ, προσποιούμενος, ότι καθησυχάζει ολίγον.
Μην είμαι
Στη Βενετιά ή Γένοβα λοιπόν;
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, θέλων να περάση.
Με περιμένει
Μία κυρία . . .
ΣΥΡΑΝΟ, τελείως πεπεισμένος.
Το λοιπόν είμαι εις το Παρίσι.
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, μειδιών ακουσίως του.
Είνε αστείος αρκετά ο διάβολος!
ΣΥΡΑΝΟ
Γελάτε;
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Γελώ, μα θέλω να διαβώ! . .
ΣΥΡΑΝΟ, ακτινοβολών.
Εις το Παρίσι πέφτω!
(Με όλην την άνεσιν του γελών, ξεσκονιζόμενος, χαιρετίζων).
Και φθάνω — συγχωρήσατε — διά του τελευταίου
Σίφωνος. Εσκονίσθηκα ολίγον από αιθέρα.
Ένα ταξείδι πέκαμα. Με σκόνη των αστέρων
Εγέμισαν τα μάτια μου. Πάνω στους πτερνιστήρας
Έχω ακόμη κάμποσα μαλλιά από τον πλανήτην,
(Λαμβάνων κάτι από την χειρίδα του).
Κυττάχτε! 'στό σωκάρδι μου μια τρίχα απ' τον κομήτην!
(Φυσά διά να την πετάξη).
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, εκτός εαυτού.
Κύριε . . .
ΣΥΡΑΝΟ, καθ' ην στιγμήν θέλει να περάση ο δε Γκύσης, τείνει
την κνήμην διά να δείξη δήθεν κάτι και τον σταματά.
Εις την κνήμην μου απ' την μεγάλην Άρκτον
Φέρω ένα δόντι· κεπειδή 'στήν Τρίαιναν προσκρούων
Ήθελα μίαν απ' τας τρεις λόγχας της ναποφύγω,
Πάω και πέφτω καθιστός μέσ' τους Ζυγούς, που ακόμα
Επάνω 'κεί η βελόνη των το βάρος μου σημειώνει!
(Εμποδίζων ζωηρώς τον δε Γκύσην να περάση και λαμβάνων αυτόν από
το έν κομβίον του εσωκαρδίου του).
Αν σφίξετε την μύτην μου μέσα 'στά δάκτυλά σας,
Θα στάξη γάλα, κύριε! . . .
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Γάλα; . .
ΣΥΡΑΝΟ
Απ' τον Γαλαξίαν! . .
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Α! σύρετε 'στόν διάβολο!
ΣΥΡΑΝΟ
Ο ουρανός με στέλλει!
(Σταυρών τους βραχίονας).
Λοιπόν! θα με πιστεύσετε, πως εις το πέσιμόν μου,
Είδα τον Σείριον να φορή την νύκτα 'να σαρίκι;
(Εμπιστευτικώς).
Η Άρκτος η άλλ' είνε μικρά πολύ και δεν δαγκώνει.
(Γελών).
Από την Αύραν πέρασα κέσπασα μια χορδή της!
(Υπερηφάνως).
Αλλά να γράψω σκέπτομαι αυτά σένα βιβλίον,
Και τους αστέρας τους χρυσούς, που 'στόν καψαλισμένον
Μανδύαν μου εκρέμασα με προφανείς κινδύνους,
Όταν θα το τυπώσουνε, θα γίνουν αστερίσκοι . . .
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Μα επί τέλους θέλω . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Σεις, τι θέλετε, μαντεύω! . .
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Κύριε!
ΣΥΡΑΝΟ
Απ' το στόμα μου να μάθετε ποθείτε,
Πώς η Σελήνη έγινε, κιάν κατοικεί κανένας,
Μέσα 'στήν στρογγυλύτητα αυτής της κολοκύθας . . .
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, κραυγάζων.
Όχι! θέλω . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Να μάθεται 'κεί 'πάνω πώς ανέβην;
Δι' ενός μέσου που εγώ αυτός είχον εφεύρει.
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, αποθαρρυνόμενος.
Είνε τρελλός!
ΣΥΡΑΝΟ
Δεν έβαλλα σενέργειαν και πάλιν
Τον βλάκα εκείνον αετόν του Ρεγκιομοντάνου.
Ούτε του Αρχίτα το δειλό το περιστέρι . . .
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Είνε
Τρελλός, — αλλά σοφός τρελλός.
ΣΥΡΑΝΟ
Όχι! δεν εμιμήθην
Τίποτε προγενέστερον!
(Ο δε Γκύσης κατώρθωσε να διέλθη και βαδίζει προς την θύραν της
Ροξάνης, ο Συρανό τον ακολουθεί έτοιμος να τον δράξη).
Εφεύρον έξη μέσα,
Να κατακτήσω τον γλαυκόν αιθέρα!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, στρεφόμενος.
Έξ;
ΣΥΡΑΝΟ, στωμύλως.
Μπορούσα,
Έχων το σώμα μου γυμνόν, καθώς μίαν λαμπάδα,
Να το σκεπάσω με πολλές μποτίλιες κρυσταλλένιες
Γεμάτες από δάκρυα του πρωινού αιθέρος,
Και ούτως, αν εξέθετα τα σώμα μου 'στόν ήλιο,
Τάστρον μαζύ με την δροσιά κεκείνο θα ροφούσε.
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, έκπληκτος κάμει έν βήμα προς τον Συρανό.
Μπα! πράγματι είνε ένα αυτό!
ΣΥΡΑΝΟ, οπισθοδρομών διά να τον σύρη προς το άλλον μέρος.
Και ημπορούσ' ακόμα,
Να συμπυκνώσω άνεμον, διά να εξορμήσω,
Αέρα κάμνων αραιόν εντός κεδρίνης θήκης
Διά κατόπτρων φλογερών εν είδ' εικοσαέδρων!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Δυο!
ΣΥΡΑΝΟ, οπισθοδρομών.
Άλλως ως μηχανουργός καθώς και πυροτέχνης,
Σ' ακρίδα μελατήρια γεμάτην ατσαλένια
Με διαδοχικά πυρά εκ νίτρου να πετάξω
Μέσ 'στά λειβάδια τα γλαυκά που τάστρα παν και βόσκουν!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, ακολουθών αυτόν ανύποπτος
και μετρών διά των δακτύλων.
Τρία!
ΣΥΡΑΝΟ
Γνωστόν πως ο καπνός τείνει νανέβη επάνω.
Λοιπόν 'μπορούσα με αυτόν μια σφαίρα να γεμίσω,
Και να μ' υψώση!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ επί μάλλον και μάλλον εκπλησσόμενος.
Τέσσαρα!
ΣΥΡΑΝΟ
Αφού η Σελήνη, όταν
Έχει μικρόν το τόξον της, ω βώδια, το μυαλό σας
Να πιπιλίζη αγαπά . . . με τούτο ναλειφόμουν!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, κατάπληκτος.
Πέντε!
ΣΥΡΑΝΟ, όστις ομιλών τον οδηγεί μέχρι του άλλου μέρους της
πλατείας πλησίον ενός εδωλίου.
Και τέλος καθιστός σε σιδερένιο δίσκον
Να πάρω εις τα χέρια μου τεμάχιον μαγνήτου,
Και να το ρίψω υψηλά εις τον αέρα. Τούτο
Είναι το μέσον τ' άριστον. Ο σιδερένιος δίσκος
Τότε αμέσως εξορμά κατόπιν του μαγνήτου.
Ξανατινάζεις παρευθύς επάνω τον μαγνήτην,
Και οπ! λα! έτσι δύνασαι επ' άπειρον νανέβης!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Έξη! να, έξη άριστα μέσα, και ποιο εξ όλων
Εκλέξατε σεις, κύριε;
ΣΥΡΑΝΟ
Έν έβδομον!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Τι λέτε;
Και ποιο;
ΣΥΡΑΝΟ
Μαντεύσατε! εκατόν στοιχηματίζω μένα!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Μου κίνησεν ο Σατανάς αυτός το διαφέρον!
ΣΥΡΑΝΟ, προσποιούμενος με μεγάλα
μυστηριώδη κινήματα τον θόρυβον των κυμάτων.
Χουφ! Χουφ!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Λοιπόν;
ΣΥΡΑΝΟ
Μαντεύετε;
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Όχι!
ΣΥΡΑΝΟ
Της παλιρροίας!
Την ώρα που τα κύματα τραβιώνται απ' τη Σελήνη,
Μετά λουτρόν θαλάσσιον ξαπλώθηκα 'στήν άμμο,
Και το κεφάλι μου 'ψηλά κρατώντας, φίλτατέ μου,
— Γιατί 'στής φούντες των μαλλιών μένει νερό προ πάντων —
Εις τον αέρα επέταξα 'σάν άγγελος ολόρθος,
Κι' ανέβαινα, κι' ανέβαινα σιγά και χωρίς κόπον,
Όταν ησθάνθην σύγκρουσιν! . . Λοιπόν . . .
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, παρασυρόμενος υπό της περιεργείας και καθήμενος
επί του θρανίου.
Λοιπόν!
ΣΥΡΑΝΟ, αναλαμβάνων την φυσικήν φωνήν του.
Λοιπόν . . .
Το τέταρτον επέρασε . . . και σας ελευθερώνω.
Έγιν' ο γάμος, κύριε!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, ανεγειρόμενος δι' ενός άλματος
Μπα! είμαι μεθυσμένος;
Αυτή η φωνή;
(Η θύρα της οικίας ανοίγεται, φαίνονται θεράποντες φέροντες
κηροπήγια ανημμένα. Φως. Ο Συρανό εξάγει τον καταβιβασθέντα πίλον
του.
Η μύτη αυτή! Ο Συρανό!
ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων.
Ο ίδιος!
Μόλις τα δακτυλίδια των αντήλλαξαν επάνω.
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Ποιοι;
(Στρέφεται Εικών. Όπισθεν των θεραπόντων η Ροξάνη και ο
Χριστιανός κρατούνται διά της χειρός. Ο Καπουτσίνος τους
ακολουθεί μειδιών. Ο Ραγκενώ υψώνει ωσαύτως μίαν λαμπάδα. Η
ακόλουθος κλείει την πορείαν πεφοβισμένη).
Ω θεοί!
ΣΚΗΝΗ ΔΩΔΕΚΑΤΗ
Οι ίδιοι, ΡΟΞΑΝΗ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, ΡΑΓΚΕΝΩ, ΘΕΡΑΠΟΝΤΕΣ,
η ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ.
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
(Προς την Ροξάνην).
Εσείς!
(Αναγνωρίζων τον Χριστιανόν, κατάπληκτος).
Αυτός!
(χαιρετίζων την Ροξάνην μετά θαυμασμού).
Είσθ' από της πλέον φίνες!
(προς τον Συρανό).
Σάς εφευρέτα μηχανών τωόντι σας συγχαίρω,
Θα 'κάμετε κένα άγιον με την διήγησίν σας
'Στην πύλην να εστέκετο του παραδείσου ακόμη.
Αυτήν να σημειώσητε την παρατήρησίν μου,
Διότι χρήσιμος 'μπορεί να είνε σε βιβλίον.
ΣΥΡΑΝΟ, υποκλινόμενος.
Κύριε, είνε συμβουλή οπού θ' ακολουθήσω.
Ο ΚΑΠΟΥΤΣΙΝΟΣ, δεικνύων τους εραστάς εις τον δε Γκύσην και
σείων μετ' εύχαριστήσεως τον λευκόν πώγωνά του.
Ωραίον ζεύγος, τέκνον μου, ηνώσατε εις γάμον.
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, παρατηρών αυτόν με παγετώδες βλέμμα.
Ναι!
(Προς την Ροξάνην).
'Πέτε τώρα υγίαινε 'στόν άνδρα σας, κυρία!
ΡΟΞΑΝΗ
Γιατί;
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, προς τον Χριστιανόν.
Προετοιμάζεται το σύνταγμα να φύγη.
Υπάγετε να τώβρετε!
ΡΟΞΑΝΗ
Στον πόλεμον;
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Βεβαίως!
ΡΟΞΑΝΗ
Αλλ' όμως οι επίλεκτοι δεν πάνε.
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Θα υπάγουν.
(Εξάγων χαρτίον, το οποίον είχεν εις το θυλάκιόν του).
Ιδού και η διαταγή.
(Εις τον Χριστιανόν).
Υπάγετε, βαρώνε,
Ο ίδιος να την φέρετε!
ΡΟΞΑΝΗ, ριπτομένη εις τας αγκάλας του Χριστιανού.
Χριστιανέ!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, καγχάζων, προς τον Συρανό.
Του γάμου
Η νύκτ' ακόμ' είνε μακράν!
ΣΥΡΑΝΟ, κατ' ιδίαν.
Αυτός νομίζει, πως αυτό θα με πολυπειράξη.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, προς την Ροξάνην.
Αχ! έν ακόμη φίλημα!
ΣΥΡΑΝΟ
Εμπρός! πολλά επήρες!
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, εξακολουθεί να φιλή την Ροξάνην.
Να την αφήσω τι σκληρόν! . . Δεν ξεύρεις . . .
ΣΥΡΑΝΟ, ζητεί να τον αποσπάση.
Ξεύρω . .
(Ακούονται μακρόθεν τα τύμπανα κρατούντα πορείαν).
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, όστις ανήλθεν εις το βάθος.
Είνε
Το σύνταγμα παναχωρεί
ΡΟΞΑΝΗ, προς τον Συρανό, κρατούσα τον Χριστιανόν τον οποίον ο
Συρανό προσπαθεί ναποσπάση.
Αλλοίμονον! σεσένα,
Σε σέ τον εμπιστεύομαι, δος την υπόσχεσίν σου,
Πως η ζωή του κίνδυνον κανένα δεν θα τρέξη.
ΣΥΡΑΝΟ
Θα προσπαθήσω, μα καμμιάν υπόσχεσιν δεν δίδω
ΡΟΞΑΝΗ, ωσαύτως.
Υπόσχου μου πως φρόνιμος θα είνε . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Θα πασχίσω.
Αλλά . . .
ΡΟΞΑΝΗ, ωσαύτως.
Και πως 'στήν τρομεράν αυτήν πολιορκίαν
Δεν θα κρυολογή ποτέ . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Θα 'κάμω ό,τι 'μπορέσω
Αλλά. . .
ΡΟΞΑΝΗ, ωσαύτως.
Πώς θάνε και πιστός . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Α! ναι, αναμφιβόλως!
Αλλά. . .
ΡΟΞΑΝΗ, ωσαύτως.
Και πως συχνότατα επιστολάς θα γράφη!
ΣΥΡΑΝΟ, σταματών.
Αυτό, σου το υπόσχομαι!
Α Υ Λ Α I Α
ΠΡΑΞΙΣ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ ΤΗΣ ΓΑΣΚΟΝΗΣ
Η θέσις, την οποίαν κατέχει ο λόχος του Καρμπόν δε Καστέλ Ζαλού
εις την πολιορκίαν του Αράσου. Εις το βάθος, πρόχωμα διήκον δι'
όλης της σκηνής. Πέραν εκείθεν φαίνεται ορίζων πεδιάδος: η χώρα
κεκαλυμμένη υπό πολιορκητικών έργων. Τα τείχη του Αράσου και η
σκιαγραφία των στεγών του επί του ουρανού, πολύ μακράν. — Σκηναί·
όπλα διεσπαρμένα — τύμπανα κτλ. — Η ημέρα μέλλει νανατείλη.
Ανατολή κιτρίνη. — Φρουροί αραιωμένοι. Πυρά. — Κεκαλυμμένοι εντός
των μανδυών των, οι επίλεκτοι της Γασκόνης κοιμώνται. Ο Καρμπόν
δε Καστέλ Ζαλού και ο Λεμπρέτ αγρυπνούν. Είνε κάτωχροι και
κάτισχνοι. Ο Χριστιανός κοιμάται, μεταξύ των άλλων, εντός του
μανδύου του εις το πρώτον επίπεδον, με την όψιν φωτιζομένην υπό
του πυρός. Σιωπή.
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΚΑΡΜΠΟΝ ΔΕ ΚΑΣΤΕΛ ΖΑΛΟΥ, ΛΕΜΠΡΕΤ, ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ,
έπειτα ΣΥΡΑΝΟ.
ΛΕΜΠΡΕΤ
Φρικώδες!
ΚΑΡΜΠΟΝ
Ναι. Τίποτε πεια.
ΛΕΜΠΡΕΤ
Χίλιοι σταυροί!
ΚΑΡΜΠΟΝ, νεύων εις αυτόν να ομιλή σιγά.
Βλαστήμα
Σιγά! Θα τους ξυπνήσης.
(Εις τους επιλέκτους).
Σουτ! Να κοιμηθήτε!
(Εις τον Λεμπρέτ).
Τρώγει
Όποιος κοιμάται!
ΛΕΜΠΡΕΤ
Αλλ' αυτοί που υποφέρουν όμως
Απ' αγρυπνία, 'βρίσκουνε πως τούτο είν' ολίγο!
Τι πείνα!
(Ακούονται μακρόθεν πυροβολισμοί).
ΚΑΡΜΠΟΝ
Αυτές η τουφεκιές καταραμένες νάνε!
Φοβούμαι μήπως τα παιδιά ξυπνήσουν!
(Εις τους επιλέκτους, οίτινες εγείρουν την κεφαλήν).
Κοιμηθήτε!
(Κατακλίνονται πάλιν. Νέοι πυροβολισμοί πλησιέστεροι).
ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, ταρασσόμενος.
Διάβολε! ακόμη;
ΚΑΡΜΠΟΝ
Τίποτε δεν είνε! Επιστρέφει
Ο Συρανό!
(Αι κεφαλαί, αίτινες είχον εγερθή κατακλίνονται πάλιν).
Ο ΣΚΟΠΟΣ, έξωθεν.
Στο διάβολο! Τις ει;
Η ΦΩΝΗ του ΣΥΡΑΝΟ
Ο Μπερζεράκ!
Ο ΣΚΟΠΟΣ επί του προχώματος.
'Στό διάβολο! Τις ει;
ΣΥΡΑΝΟ, εμφανιζόμενος επί της κορυφής.
Εγώ ο Μπερζεράκ, βρε βλάκα!
(Καταβαίνει. Ο Λεμπρέτ πηγαίνει εις προϋπάντησίν του ανήσυχος).
ΛΕΜΠΡΕΤ
Θεέ μου!
ΣΥΡΑΝΟ, νεύων εις αυτόν να μην εξυπνήση κανένα.
Σουτ!
ΛΕΜΠΡΕΤ
Πληγώθηκες;
ΣΥΡΑΝΟ
Κάθε πρωί, γνωρίζεις,
Επήραν την συνήθειαν να μη μεπιτυχαίνουν!
ΛΕΜΠΡΕΤ
Είνε σκληρόν, κάθε πρωί να ριψοκινδυνεύης
Δι' ένα γράμμα! . .
ΣΥΡΑΝΟ, σταματών προ του Χριστιανού.
Υπόσχεσιν της έδωκα να γράφη
Συχνά!
(Τον παρατηρεί).
Κοιμάται. Είν' ωχρός. Αν 'γνώριζ' η καϋμένη
Πως απ' την πείνα χάνεται . . . Μα πάντοτε ωραίος!
ΛΕΜΠΡΕΤ
Πήγαινε ευθύς να κοιμηθής!
ΚΑΡΜΠΟΝ
Λεμπρέτ, μη μου γκρινιάζης! . .
Μάθε, πως διά να περνώ των Ισπανών τας θέσεις,
Ευρήκα ένα μέρος που μεθούνε κάθε νύκτα.
ΛΕΜΠΡΕΤ
Έπρεπε τρόφιμα καμμιάν ημέρα να μας φέρης,
ΣΥΡΑΝΟ
Για να περάσης ελαφρός πρέπει να ήσαι! — Ξεύρω
Πως θάνε απόψε κάτι τι καινούργιο. Ή θα φάνε
Οι Γάλλοι ή θαποθάνουνε, — εάν η όρασίς μου
Δεν μαπατά.
ΛΕΜΠΡΕΤ
Ειπέτο μου!
ΣΥΡΑΝΟ
Όχι, γιατί δεν έχω
Διόλου βεβαιότητα . . . θα 'δής! . .
ΚΑΡΜΠΟΝ
Τι καταισχύνη,
Να είνε πολιορκητής κανείς και να πεθαίνη
Από την πείνα!
ΛΕΜΠΡΕΤ
Αλοίμονον! απ' την πολιορκίαν
Πλέον περίπλοκον ποτέ δεν είδα του Αράσου:
Πολιορκούμεν τ' Άρασον, — και μέσα σ' την δική μας
Παγίδα μας πολιορκεί ο Ισπανός ινφάντης
Και καρδινάλιος . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Κ' αυτός με την σειράν του
Πρέπει να πολιορκηθή από κανέναν άλλον.
ΛΕΜΠΡΕΤ
Δεν είνε να γελάς!
ΣΥΡΑΝΟ
Χο! Χο!
ΛΕΜΠΡΕΤ
Και όταν την ζωήν σου
Σκέπτομαι, πως καθημερινώς εκθέτεις για να φέρης
Επιστολήν εις την . . .
(Βλέπων, ότι διευθύνεται εις μίαν σκηνήν).
Πού πας;
ΣΥΡΑΝΟ
Να γράψω μίαν άλλην.
(Εγείρει την οθόνην κεξαφανίζεται).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
Οι ίδιοι εκτός του ΣΥΡΑΝΟ
Η ημέρα ανέτειλεν ολίγον. Ρόδιναι ανταύγειαι. Η πόλις του Αράσου
χρυσίζεται εις τον ορίζοντα. Ακούεται κρότος τηλεβόλου,
ακουλουθούμενος αμέσως υπό τυμπανοκρουσίας, πολύ μακράν, προς
αριστεράν. Άλλα τύμπανα κρούονται πλησιέστερον. Αι
τυμπανοκρουσίαι ανταποκρίνονται προς αλλήλας, και προσεγγίζουσαι
εκρήγνυνται σχεδόν εν τη σκηνή, και απομακρύνονται προς δεξιάν,
διατρέχουσαι το στρατόπεδον. Θόρυβος εξεγέρσεως. Φωναί μακρυναί
αξιωματικών.
ΚΑΡΜΠΟΝ, με στεναγμόν.
Η έγερσις! . . Αλοίμονον!
(Οι επίλεκτοι ταράσσονται εις τους μανδύας των, τανύονται).
Ω τροφοδότα ύπνε,
Τελείωσες! . . Η πρώτη των κραυγή ποία θα είνε
Ξεύρω! . .
ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, ανακαθήμενος.
Πεινώ!
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ
Πεθαίνω!
ΟΛΟΙ
Ω!
ΚΑΡΜΠΟΝ
Εγέρθητε!
ΤΡΙΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Ούτε βήμα!
ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Ούτ' ένα κίνημα!
Ο ΠΡΩΤΟΣ, κατοπτριζόμενος εις τεμάχιον θώρακος.
Ωχράν έχω την γλώσσαν. Είνε
Ταγέρι κακοχώνευτο!
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ
Για λίγο Τσέστερ δίνω
Και το βαρωνικόν αυτό οικόσημόν μου!
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ
Εμένα,
Αν δεν θελήσουν κάτι να δώσουν 'στήν κοιλιά μου,
Διά να το κατεργασθή και το χυλοποιήση,
Ως Αχιλλεύς θαποσυρθώ αμέσως 'στήν σκηνήν μου.
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ
Αχ ναι! ψωμάκι!
ΚΑΡΜΠΟΝ, πηγαίνων εις την σκηνήν όπου εισήλθεν ο Συρανό.
Συρανό!
ΑΛΛΟΙ
Πεθαίνουμε!
ΚΑΡΜΠΟΝ, πάντοτε με ημίσειαν φωνήν εις την θύραν της σκηνής.
Βοήθεια!
Συ, που τους δίδεις πάντοτε αστείας απαντήσεις,
Έλα να τους φαιδρύνης!
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, προς τον πρώτον όστις μασσά κάτι.
Τι μασσάς;
ΠΡΩΤΟΣ
Απ' τα κανόνια
Στουπί που τηγανίζουνε με ξύγκι, όπου βαίνουν
Για των τροχών το άλειμμα. Στο Άρασον τριγύρω
Κυνήγι δεν ευρίσκεται διόλου!
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, εισερχόμενος.
Απ' το κυνήγι
Έρχομ' εγώ!
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, ωσαύτως.
Εψάρεψα 'στό Σκάρπα!
ΟΛΟΙ, εγείρονται και ορμούν επί των δύο νεωστί αφιχθέντων.
Τι; — Τι πράγμα
Μας φέρετε; — Φασιανό; — Κυπρίνο; — Δείξατέ μας
Ογρήγωρα, ογρήγωρα!
Ο ΨΑΡΑΣ
Μία γόπα!
Ο ΚΥΝΗΓΟΣ
Ένα σπουργίτη!
ΟΛΟΙ, εκτός εαυτών.
Ας επαναστατήσωμεν! — Δεν ειμπορούμεν πλέον!
ΚΑΡΜΠΟΝ
Βοήθεια, Συρανό!
(Είνε πλέον ημέρα).
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Οι ίδιοι, ΣΥΡΑΝΟ
ΣΥΡΑΝΟ, εξέρχεται της σκηνής του, ήσυχος, με μίαν γραφίδα
εις το ους του, και έν βιβλίον εις την χείρα του.
Πώς;
(Σιγή. Εις τον πρώτον επίλεκτον).
Συ, γιατί το πόδι σέρνεις;
ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Κάτι 'στής φτέρνες μενοχλεί! . .
ΣΥΡΑΝΟ
Τι πράγμα:
ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Το στομάχι!
ΣΥΡΑΝΟ
Κεγώ το ίδιο, διάβολε!
ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Και σενοχλεί;
ΣΥΡΑΝΟ
Διόλου,
Με κάνει πειο 'ψηλό.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Μακρυά έχω τα δόντια!
ΣΥΡΑΝΟ
Τότε
Θε να δαγκώνεις πειο βαθειά.
ΤΡΙΤΟΣ
Μέσ' στη κοιλιά μου παίζει
Ταμπούρλο!
ΣΥΡΑΝΟ
Για την έφοδο.
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ
Μούρχεται να χορέψω!
ΣΥΡΑΝΟ
Ψέμματα: γιατί νηστικό αρκούδι δεν χορεύει!
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ
Αχ! με το λάδι νάτρωγα κάτι!
ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων την περικεφαλαίαν, και δίδων αυτήν εις τας
χείρας του!
Κάμε σαλάτα!
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ
Σαν τι μπορούσε νάτρωγε κανείς;
ΣΥΡΑΝΟ, ρίπτων εις αυτόν το βιβλίον, που έχει εις χείρας
του.
Την Ιλιάδα!
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ
Εις το Παρίσι ο υπουργός τα γεύματά του κάμει
Τα τέσσερα!
ΣΥΡΑΝΟ
Μια πέρδικα έπρεπε να σου στείλη!
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ, υψών τους ώμους.
Πάντοτε πνεύμα, και σπαθιά!
ΣΥΡΑΝΟ
Ναι, και σπαθιά και πνεύμα!
Και μίαν νύκτα θάθελα να πέσω ναποθάνω,
Κάτω από ρόδινο ουρανό, με μίαν ευφυίαν
Για μια καλήν υπόθεσιν! — Ω! πληγωμένος θέλω
Από το ευγενέστερο των όπλων που υπάρχει,
Κιαπό εχθρόν αντάξιον, στης δόξης τον λειμώνα,
Μακρυά από κλίνη πυρετού, με μια σπαθιά 'στό στήθος
Να πέσω, και 'στά χείλη μου με μίαν ευφυίαν!
ΚΡΑΥΓΗ ΟΛΩΝ
Πεινώ!
ΣΥΡΑΝΟ, σταυρώνων τους βραχίονας.
Μα πάντα 'στό φαγί θα είν' ο νους σας; Έλα,
Συ, Βερτρανδού το πίφερο, παληέ βοσκέ, κοντά μας!
Τράβα το ένα πίφερο απ' τη διπλή τη θήκη,
Και παίξε 'στό σωρόν αυτό των φοβερών φαγάδων
Ήχους του τόπου μας παληούς, με το γλυκό ρυθμό τους,
Που μέσα κρύβουνε φωνές αγάπης μαγεμμένες,
Αυτούς τους ήχους που αργά σαν τον καπνό πετούνε,
Που το χωριό το πατρικό από της στέγες βγάζει,
Ήχους, που μοιάζει η μουσική την μητρική μας γλώσσα! . .
(Ο γέρων κάθεται και προετοιμάζει τον οξύαυλόν του).
Για μια στιγμή ο μάχιμος ας θυμηθή αυλός σου,
Που θλίβεται την σήμερον, εν ώ τα δάκτυλά σου
'Σάν να χορεύουν φαίνονται εις τον σωλήνα 'πάνω,
Πως πριν να γίνη από έβενον ήτον από καλάμι.
Ας τον 'ξαφνίση τάσμα του, και ας αναγνωρίση
Μέσ' στο τραγούδι την ψυχήν της φιλειρηνικής του
Κιαγροτικής νεότητος! . .
(Ο γέρων ανέρχεται παίζων ήχους της Λαγκεδόκης).
Ακούσετε, Γασκόνοι! . .
Δεν είνε πεια το πίφερο τοξύ του στρατοπέδου,
Είνε του δάσους ο αυλός κάτω απ' τα δάκτυλά του.
Δεν είνε πεια στά 'χείλη του της μάχης η σφυρίχτρα,
Είνε η σιγαλή κιαργή φλογέρα των βοσκών μας! . .
Ακούστε! Είν' η λαγκαδιά, η ερημιά, το δάσος,
Είν' ο βοσκός ο μελαψός, που κόκκινο 'χει σκούφο.
Είν' η γλυκάδα η πράσινη το βράδυ 'στή Δορδόνη,
Γασκόνοι, ακούστε: είνε εδώ η μάνα μας Γασκόνη!
(Όλων αι κεφαλαί κύπτουν, οι οφθαλμοί ρεμβάζουν — δάκρυα λαθραίως
απομάσσονται διά της περιχειρίδος ή του άκρου ενός μανδύου).
ΚΑΡΜΠΟΝ προς τον Συρανό χαμηλοφώνως.
Μα συ τους φέρνεις δάκρυα!
ΣΥΡΑΝΟ
Της νοσταλγίας! . . Είνε
Αρρώστια ευγενέστερη αυτή από την πείνα! . .
Δεν είνε φυσική αυτή, αλλ' ηθική! Και είνε
Για μένα προτιμότερο, που άλλαξαν τον πόνο,
Διότι τώρα σφίγγεται μονάχα η καρδιά των!
ΚΑΡΜΠΟΝ
Απ' την πολλή συγκίνησι θα τους εξασθενήσης!
ΣΥΡΑΝΟ, όστις ένευσεν εις τον τυμπανιστήν να πλησιάση.
Ήσυχος μείνε! Οι ήρωες που κρύβουνε 'στό αίμα
Ογρήγωρα ξυπνούν! Αρκεί . . .
(Κάμνει χειρονομίαν. Το τύμπανο κρούεται)
ΟΛΟΙ, εγειρόμενοι και ορμώντες εις τα όπλα των.
Τι τρέχει; . . Τι συμβαίνει; . . .
ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών.
Βλέπεις, αρκεί μία φορά το τύμπανο να παίξη,
Και 'γειά σας όνειρα, καϋμοί, αγάπες, επαρχία . . .
Ό,τι τους έφερε ο αυλός, το τύμπανο τα βγάζει!
ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, παρατηρών εις το βάθος.
Α! Α! Ιδού ο κύριός μας έρχεται δε Γκύσης!
ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, ψιθυρίζοντες.
Χου . . . Χου . . .
ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών.
Τι κολακευτικός ψίθυρος!
ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Μας σκοτίζει!
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ
Με της νταντέλες του πλατειού κολλάρου του που βάζει
Πάνω 'στήν πανοπλία του, έρχεται να μας κάνη
Τον υπερήφανο!
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ
Ωσάν 'στό σίδερο επάνω
Να βάζουνε τ' ασπρόρρουχα!
Ο ΠΡΩΤΟΣ
Είνε καλά 'σάν έχη
Σπυρί κανένας 'στό λαιμό!
ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Είς αυλικός ακόμα!
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ
Ο ανεψιός του θείου του!
ΚΑΡΜΠΟΝ
Μάνε κιαυτός Γασκόνος!
Ο ΠΡΩΤΟΣ
Κίβδηλος! . . Μη πιστεύετε σαυτόν! Γιατ' οι Γασκόνοι
Πρέπει να ήνε όλοι των τρελλοί. Και δεν υπάρχει
Κίνδυνος μεγαλείτερος 'στόν κόσμο από Γασκόνον
Φρόνιμον.
ΛΕΜΠΡΕΤ
Είνε κίτρινος!
ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ
Πεινά! . . ωσάν επαίτης!
Αλλ' επειδή χρυσά κουμπιά φορεί 'στό θώρακά του
Ο πόνος του στομάχου του αστράφτει μέσ' 'στόν ήλιο
ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς.
Κ' εμείς ας μη φαινώμεθα πως πάσχομεν! Της πίπες,
Τους κύβους σας και τα χαρτιά πάρτε! . .
(Όλοι ταχέως αρχίζουν να παίζουν επάνω εις τα τύμπανα, εις τα
σκαμνιά και κατά γης, και επί των μανδυών των και ανάπτουν τας
μακράς πίπας των)
Κεγώ μονάχος
Διαβάζω τον Καρτέσιον.
(Περιπατεί επάνω και κάτω αναγινώσκων μικρόν βιβλίον το οποίον
έσυρεν εκ του θυλακίου του. Εικών. Ο δε Γκύσης εισέρχεται. Όλοι
απερροφημένοι, κευχαριστημένοι).
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Οι ίδιοι, ο ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, εις τον Καρμπόν.
Α! — Καλή μέρα!
(Παρατηρεί ο είς τον άλλον. Κατ' ιδίαν ευχαριστημένος).
Είνε
Πράσινος.
ΚΑΡΜΠΟΝ ωσαύτως.
Δεν του μένουνε παρά τα μάτια μόνον.
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, παρατηρών τους Γασκόνους.
Να, η κακές η κεφαλές! . . Ναι, κύριοι, μανθάνω
Από παντού, πως από σας πολλοί με περιπαίζουν
Και ευγενείς επίλεκτοι, οι αρχοντοχωριάτες,
Βαρώνοι περιγουρδινοί, περιφρονήσεις μόνον
Για τον συνταγματάρχην των δεικνύουν. Ραδιούργον
Με λέγουν κι' αυλοκόλακα, και τους κτυπά 'στά νεύρα
Πως εις τον θώρακα φορώ της Γένοβας κολλάρο, —
Και την οργήν των δείχνουνε πολλάκις μεταξύ των,
Ότι μπορεί νάνε κανείς Γασκόνος, και δεν είνε
Ζητιάνος!
(Σιωπή. Παίζουν. Καπνίζουν).
Πρέπει άρα γε διά του λοχαγού σας
Να τιμωρήσω όλους σας; Δεν θέλω.
ΚΑΡΜΠΟΝ
Άλλως τε είμαι
ελεύθερος κεγώ ποινή καμμιά δεν επιβάλλω . . .
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Α!
ΚΑΡΜΠΟΝ
'Πλήρωσα τον λόχον μου, και είνε ιδικός μου.
Και μόνον εις διαταγάς πολέμου υπακούω.
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Α! . . μα την πίστιν μου! Αρκεί.
(Αποτεινόμενος εις τους επιλέκτους).
Το θράσος το δικό σας
Δύναμαι να περιφρονώ. Τον τρόπο μου γνωρίζουν
Πως πέφτω μέσα 'στή φωτιά. Εχθές εις την Βαπώμην
Με τι ανδρείαν είδατε, να οπισθοχωρήση
Έκαμα εγώ τον κόμητα δε Μπυκουά. Επάνω
Εις τους δικούς του έφερα ως χιονοστιβάδα
Τους ιδικούς μου τρεις φοράς.
ΣΥΡΑΝΟ, χωρίς να εγείρη την μύτην του από το βιβλίον.
Κη άσπρη σας ταινία;
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, έκπληκτος κευχαριστημένος
Την λεπτομέρειαν αυτήν γνωρίζετε; . . Τωόντι
Συνέβη, εν ώ έστρεφα τον ίππον μου τριγύρω,
Τους άνδρας μου 'στήν έφοδον την τρίτην για να φέρω,
Μια των φυγάδων κίνησις 'στά πόδια των εχθρών μου
Μεπέταξε. Εκινδύνευσα να με συλλάβουν τότε
Και να με τουφεκίσουνε, όταν την ευφυίαν
Είχα να λύσω παρευθύς και κατά γης ν' αφήσω
Να κυλισθή η ταινία μου, πούλεγε τον βαθμόν μου·
Εις τρόπον ώστ' 'μπόρεσα, χωρίς να προσελκύσω
Την προσοχήν, τους Ισπανούς ναφήσω και να έλθω
Και πάλιν εναντίον των, ενισχυμένον φέρων
Το σώμα μου ολόκληρον, και τους κτυπήσω πάλιν.
— Λοιπόν για το κατόρθωμα, τι λέγετε, αυτό μου;
(Οι επίλεκτοι δεν φαίνονται ακούοντες, αλλά τα παιγνιόχαρτα και
τα δοχεία των κύβων μένουν εις τον αέρα, ο καπνός μένει εις το
στόμα. Περιμένουν).
ΣΥΡΑΝΟ
Πως ο Ερρίκος τέταρτος δεν ήθελε ποτέ του,
Κ' αν τον εσύντριβε αριθμός πολύς, συγκατανεύσει,
Να βγάλη το λοφίον του το άσπρον.
(Χαρά σιωπηλή. Τα παιγνιόχαρτα ρίχτονται. Οι κύβοι πίπτουν. Ο
καπνός εκφεύγει).
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Αλλ' εν τούτοις,
Το τέχνασμα επέτυχε.
(Η αυτή προσδοκία κρατούσα εκκρεμή τα χαρτιά και τους κύβους).
ΣΥΡΑΝΟ
Μπορεί, μα δεν αρνείται
Και την τιμήν νάνε κανείς σκοποβολή,
(Χαρτιά, κύβοι, καπνός, ρίπτονται, 'πίπτουν, ίπτανται μετ'
αυξούσης χαράς).
Αν ήμουν
Παρών, οπόταν έπεσεν η άσπρη σας ταινία,
— Η τόλμη και των δύο μας εις τούτο διαφέρει —
Θα την εσήκων' απ' τη γη και θα την εφορούσα!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Ακούετε, μια έπαρσις γασκονική ακόμα!
ΣΥΡΑΝΟ
Έπαρσις; . . Φέρτε την εδώ. Προσφέρομαι απόψε
Να τήνε φέρω σταυρωτά 'στήν έφοδον ο πρώτος!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Κη προσφορά γασκονική ακόμα! Η ταινία
Γνωρίζετε πως έμεινεν εις τον εχθρόν, 'του Σκάρπα
Τας όχθας, όπου του εχθρού αι μυδραλιοβόλοι
Την έχουν κάμει κόσκινον, — που δεν μπορεί κανένας
Να πάη τώρα να την 'βρη!
ΣΥΡΑΝΟ, εξάγων εκ του θυλακίου του
την λευκήν ταινίαν και τείνων αυτήν εις αυτόν.
Να την.
(Σιωπή, Οι επίλεκτοι πνίγουν τους γέλωτας των εις τα χαρτία και
εις τα δοχεία των κύβων. Ο δε Γκύσης στρέφεται, τους παρατηρεί·
πάραυτα αναλαμβάνουν την σοβαρότητά των, το παιγνίδι των. Είς εξ
αυτών συρίζει αδιαφόρως τον ορεινόν ήχον του οξυαύλου).
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, λαμβάνων την ταινίαν.
Ευχαριστώ σας.
Με του υφάσματος αυτού το ανοικτό κομμάτι,
Ένα σημείον ειμπορώ να κάμω — που ως τώρα
Εδίσταζα.
(Πηγαίνει εις το πρόχωμα, αναρριχάται επ' αυτού και ταράσσει
πολλάκις την ταινίαν εις τον αέρα).
ΟΛΟΙ
Μπα! Τείν' αυτό;
Ο ΦΡΟΥΡΟΣ, άνω του προχώματος.
Ο άνθρωπος εκείνος
'Κει κάτω φεύγει τρέχοντας! . .
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, κατερχόμενος πάλιν.
Είν' ισπανός κατάσκοπος πλαστός, που μας παρέχει
Υπηρεσίας ικανάς, αι δε πληροφορίαι
Που μεταδίδει 'στόν εχθρόν, είν' όσαι εγώ του δίδω,
Εις τρόπον ώστ' επιρροήν να έχωμεν 'μπορούμεν
Επί των αποφάσεων αυτών.
ΣΥΡΑΝΟ
Είνε αχρείος!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ δένων νωχελώς την ταινίαν του.
Είν' άνετον. Ελέγαμεν; Α! . . μάθετε ακόμα
Έν γεγονός. Την νύκτ' αυτήν διά να μας σιτίση,
Επινοών έν τέχνασμα μεγάλον ο στρατάρχης,
Προς την Δουρλένην έσπευσεν, όπου του βασιλέως
Ευρίσκονται οι σιτισταί, και διά των σπαρμένων
Αγρών θα ενωθή μαυτούς· αλλά για να γυρίση
Εκείθεν ανενόχλητος, επήρε τόσους άνδρας,
Ώστε βεβαίως ο εχθρός με πάσαν ευκολίαν
Να μας προσβάλλη δύναται, αφού απουσιάζει
Το ήμισυ της στρατιάς από του στρατοπέδου!
ΚΑΡΜΠΟΝ
Βεβαίως αν οι Ισπανοί εγνώριζαν τα πράγμα,
Θα ήτο σοβαρόν. Αλλά γνωρίζουσιν εκείνοι
Την αναχώρησιν αυτήν;
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Την ξεύρουνε και μέλλουν
Να μας προσβάλλουν παρευθύς.
ΚΑΡΜΠΟΝ
Α!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Ο κατάσκοπός μου
Εκείνος ήλθεν ο πλαστός, να μου προαναγγείλη
Την προσβολήν, κεπρόσθεσε: «Μπορώ να καθορίσω
Την θέσιν της εφόδου των· ποιο είνε το σημείον
Που θέλετε η έφοδος των Ισπανών να γίνη;
Θα είπω πως εκ των μερών εκείνο που πειο λίγο
Υπερασπίζεσθε είν' αυτό, και η προσπάθειά των
Θέλει συγκεντρωθή εκεί:». Κεγώ του είπα τότε:
«Έχει καλώς. Εξέλθετε από του στρατοπέδου,
Κι' ακολουθείτε την γραμμήν διά των οφθαλμών σας,
Κιόπου σας σημαδεύσω 'γώ θα είνε αυτό το μέρος!
ΚΑΡΜΠΟΝ, εις τους επιλέκτους.
Ετοιμασθήτε, κύριοι!
(Όλοι εγείρονται, θόρυβος ξιφών και ζωστήρων),
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Θα γίν' εις μίαν ώραν.
ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Α! . . Έχομεν τότε καιρόν!
(Όλοι επανακάθηνται. Επαναλαμβάνουν το διακοπέν παιγνίδιον).
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, εις τον Καρμπόν.
Είνε ανάγκη όμως
Τον χρόνον να κερδίσωμεν. Σ' ολίγον ο στρατάρχης
θα επανέλθη.
ΚΑΡΜΠΟΝ
Αλλά πώς κερδίζομεν τον χρόνον;
ΔE ΓΚΥΣΗΣ, εις τον Καρμπόν.
Την καλωσύνην θάχετε να φονευθήτε όλοι.
ΣΥΡΑΝΟ
Α! να την η εκδίκησις!
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Δεν θα υποστηρίξω
Πως θα εξέλεγον εσάς και όλους τους δικούς σας
Εάν σας αγαπούσα, αλλά, διότι δεν συγκρίνω
Με την ανδρείαν σας καμμιάν, υπηρετών συγχρόνως
Τον άνακτα, υπηρετώ και το δικό μου μίσος.
ΣΥΡΑΝΟ
Καταδεχθήτε, κύριε, ευγνώμων να σας είμαι.
ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Γνωρίζω, ένας μεκατόν να μάχεσθε ποθείτε:
Δι' εργασίας έλλειψιν δεν θα παραπονείσθε.
(Αναβαίνει με τον Καρμπόν).
ΣΥΡΑΝΟ
Πρόκειται 'στό οικόσημον, ω φίλοι, της Γασκόνης,
Πέχει γαλόνια έξ χρυσά και κυανά, κέν άλλο
Να προστεθή αιματηρόν, που έλειπεν ως τώρα!
(Ο δε Γκύσης ομιλεί χαμηλοφώνως μετά του Καρμπόν, εις το βάθος.
Δίδονται διαταγαί. Η αντίστασις προετοιμάζεται. Ο Συρανό πηγαίνει
προς τον Χριστιανόν, όστις έμεινεν ακίνητος, με τους βραχίονας
εσταυρωμένους).
ΣΥΡΑΝΟ, θέτων την χείρα του επί των ώμων.
Χριστιανέ;
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, κινών την κεφαλήν.
Ροξάνη!
ΣΥΡΑΝΟ
Φευ!
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Θα ήθελα να βάλω
Τον υστερνό χαιρετισμό σένα ωραίο γράμμα! . .
ΣΥΡΑΝΟ
Υπώπτευα πως σήμερα το πράγμα θα τελειώση.
(Σύρει έν γραμμάτιον εκ του εσωκαρδίου του).
Κεκ μέρους σου την χαιρετώ.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Δείξε μου! . .
ΣΥΡΑΝΟ
Θέλεις; . .
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Θέλω
(Ανοίγει, αναγινώσκει και σταματά).
Μπα!
ΣΥΡΑΝΟ
Τι;
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Το στίγμα το μικρόν αυτό; . .
ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων την επιστολήν ζωηρώς και παρατηρεί με
ύφος αφελές.
Το στίγμα; . .
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Έν δάκρυ!
ΣΥΡΑΝΟ
Ναι . . . ο ποιητής τον ρόλον του συγχίζει,
Έχει κιαυτό την χάριν του! . . Το γράμμα τούτο ήτο —
Γεμάτο από συγκίνησιν κεδάκρυσα ο ίδιος
Γράφων αυτό.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Εδάκρυσες;
ΣΥΡΑΝΟ
Ναι . . . γιατί . . . ναποθάνη
Κανείς δεν είνε τρομερόν . . . αλλά . . . να μην την ίδη
Πάλιν κανείς ποτέ . . . ιδού το φοβερό! . . διότι
Εγώ δεν την . . .
(Ο Χριστιανός τον παρατηρεί).
Εμείς δεν την . . .
(Ζωηρώς).