WeRead Powered by ReaderPub
Συρανό δε Μπερζεράκ cover

Συρανό δε Μπερζεράκ

Chapter 44: ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A five-act verse drama follows a charismatic, eloquent soldier renowned for his large nose who masks deep insecurity while pursuing love for a woman admired by many. When a handsome but inarticulate rival courts her, the eloquent soldier secretly composes letters and speeches to win her heart through the rival, performing feats of daring and wit onstage and in battle. The action mixes comedy, theatrical spectacle, and dueling bravado with tender, private scenes, exploring themes of appearance versus inner value, the power of language, personal honor, and the sacrifices made for unrequited devotion, culminating in a moving, elegiac resolution.

Εσύ δεν την . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, αποσπών την επιστολήν.
Το γράμμα
Δος μου αυτό!

(Ακούεται θόρυβος μακράν εις το στρατόπεδον).

Η ΦΩΝΗ ΕΝΟΣ ΦΡΟΥΡΟΥ
Στο διάβολο! Τις ει;

(Πυροβολισμοί. Θόρυβος φωνών. Κωδωνίσκοι).

ΚΑΡΜΠΟΝ
Είνε;

Ο ΣΚΟΠΟΣ επί του προχώματος.
Έν αμάξι!

(Ορμούν διά να ίδουν).

ΚΡΑΥΓΑΙ
Τι! μέσα 'στό στρατόπεδον; — Εισέρχεται! Πως φθάνει
Φαίνεται από τον εχθρόν! — Διάβολε! Ρίχτε! — Όχι!
Ο αμαξάς εφώναξε! — Τι; — Φωνάζει: υπηρεσία!
Του Βασιλέως!

(Όλοι ευρίσκονται επί του προχώματος και παρατηρούν έξω. Οι
κωδωνίσκοι πλησιάζουν).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, εις τα παρασκήνια.
Τείπατε; Του Βασιλέως!

(Κατεβαίνουν όλοι. Τίθενται εις γραμμήν).

ΚΑΡΜΠΟΝ
Όλοι
Βγάλετε τα καπέλλα σας!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Του Βασιλέως! — Όχλε
Ουτιδανέ, εις την γραμμήν διά να ειμπορέση
Να κάμη την καμπύλην του μετά πομπής!

(Η άμαξα εισέρχεται μετά μεγάλου τριποδισμού. Είνε κεκαλυμμένη
από λάσπην και κονιορτόν. Τα παραπετάσματα έχουν αποσυρθή. Δύο
θεράποντες όπισθεν. Σταματά).

ΚΑΡΜΠΟΝ, κραυγάζων.
Κτυπάτε
Τα τύμπανα!

(Τυμπανοκρουσία. Όλοι οι επίλεκτοι αποκαλύπτονται).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Τανάβαθρον ας κατεβή αμέσως!

(Δύο άνδρες ορμούν. Η θύρα της αμάξης ανοίγεται).

ΡΟΞΑΝΗ, πηδώσα εκ της αμάξης.
Καλήν ημέραν σας!

(Ο ήχος της γυναικείας φωνής κάμει να εγερθή διά μιας όλος αυτός
ο κόσμος, όστις έκλινε βαθέως. Κατάπληξις).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ


Οι ίδιοι, ΡΟΞΑΝΗ

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Εσείς για την υπηρεσίαν
Του Βασιλέως!

ΡΟΞΑΝΗ
Βέβαια, του μόνου βασιλέως
Του αληθούς, του Έρωτος!

ΣΥΡΑΝΟ
Α! Ύψιστε Θεέ μου!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ορμών.
Συ; Διατί;

ΡΟΞΑΝΗ
Ήτο μακρά αυτή η πολιορκία.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Γιατί; . .

ΡΟΞΑΝΗ
Θα σου ειπώ!

ΣΥΡΑΝΟ, όστις εις τον ήχον της φωνής της έμεινε καρφωμένος,
ακίνητος, χωρίς να τολμά να στρέψη τους οφθαλμούς προς αυτήν.
Θεέ! Να την κυττάξω;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Δεν δύνασθε να μείνετε εδώ!

ΡΟΞΑΝΗ, φαιδρώς.
Ω! ναι, θα μείνω!
Μου δίδετ' ένα τύμπανο;

(Κάθηται επάνω εις ένα τύμπανον).

Ευχαριστώ!

(Γελά).

Επάνω
Σταμάξι μου ετουφέκισε . . .

(Υπερηφάνως).

Περίπολος! Ομοιάζει
Πως έχει κατασκευασθή από 'να κολοκύθι.
Ψέμματα; Όπως βλέπουμε μέσα 'στό παραμύθι,
Και οι θεράποντες από ποντίκια.

(Στέλλουσα ένα φίλημα εις τον Χριστιανόν).

Καλημέρα!

(Παρατηρούσα όλους).

Δεν φαίνεσθε φαιδροί! — Μακράν, γνωρίζετε, πως είνε
Το Άρασον!

(Παρατηρούσα τον Συρανό).

Εξάδελφε, χαίρω πολύ!

ΣΥΡΑΝΟ, προχωρών.
Μα, πες μου
Πώς; . .

ΡΟΞΑΝΗ
Πώς ευρήκα τον στρατόν; ω φίλε μου, Θεέ μου,
Απλούστατον: εβάδισα ως που την χώραν είδα
Κατεστραμμένην. Αχ! αυτήν την φρίκην να την ίδω,
Για να πιστεύσω, έπρεπε! Α! κύριοι μου, αν είνε
Αυτή του Βασιλέως σας υπηρεσία, τότε
Την ιδικήν μου προτιμώ καλλίτερα.

ΣΥΡΑΝΟ
Τι τρέλλα!
Πώς διάβολο επέρασες;

ΡΟΞΑΝΗ
Πώς; Αλλά διά μέσου
Των Ισπανών!

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Τι πονηραίς που σούνε!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Τας γραμμάς των
Πώς τας 'περάσατε;

ΛΕΜΠΡΕΤ
Αυτό θα είχε δυσκολίας
Πολλάς! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Όχι πάρα πολλάς. Απλούστατα διήλθον
Ταχέως με ταμάξι μου. Αν ιδαλγός κανένας
Έδειχνε την αγέρωχον μορφήν του, το πειο ωραίο
Χαμόγελο του έδειχνα 'στά χείλη μου αμέσως.
Και επειδή αυτοί — ας μη κακοφανή των Γάλλων —
Είνε ιπποτικώτεροι του κόσμου ευπατρίδαι,
Επέρασα!

ΚΑΡΜΠΟΝ
Ναι, βέβαια, το χαμογέλοιο τούτο
Είνε διαβατήριον! Αλλ' όμως θα σας είπαν
Πολλάκις, πού πηγαίνετε, κυρία;

ΡΟΞΑΝΗ
Ναι, πολλάκις.
Και τους απήντων: «Να ιδώ τον εραστήν μου». Τότε
Κι' ο πλέον άγριος Ισπανός, την θύραν της αμάξης
Έκλεινε πάλιν σοβαρώς και με χειρονομίαν
Που θα φθονούσε ο βασιληάς, σηκώνων το τουφέκι
Πούχε στραμμένο 'πάνω μου, γεμάτος από χάριν
Συγχρόνως και απάθειαν, με το καπέλλο πάνω
Για νανεμίζη το φτερό, μου έλεγε με μίαν
Υπόκλισιν: «Περάσατε, σενιόρα!»

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Μα, Ροξάνη . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Έλεγα: εραστήν μου, ναι . . . συγχώρησέ με, φίλε,
Αλλ' εννοείς, αν έλεγα: τον σύζυγόν μου, τότε
Κανένας δεν θα μάφινε να διαβώ . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Μα . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Τι έχεις;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Οφείλετε να φύγετε!

ΡΟΞΑΝΗ
Εγώ;

ΣΥΡΑΝΟ
Πολύ ταχέως!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ναι, πρέπει!

ΡΟΞΑΝΗ
Μα, γιατί . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, στενοχωρούμενος.
Γιατί . . . εντός ολίγου . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ωσαύτως.
Εις τρία
Τέταρτα . . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, ωσαύτως.
. . . είτε τέσσαρα! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ, ωσαύτως.
Καλλίτερον θα ήτο . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ
Γιατ' ίσως ημπορούσατε . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Μένω. Θα πολεμήστε.

ΟΛΟΙ
Ω! όχι!

ΡΟΞΑΝΗ
Είνε άνδρας μου!

(Ρίπτεται εις τους βραχίονας του Χριστιανού).

Μαζύ σου ας με φονεύσουν!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αλλά τι μάτια είν' αυτά;

ΡΟΞΑΝΗ
Θα σου ειπώ τον λόγον.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, άπελπις,
Η θέσις είνε τρομερά!

ΡΟΞΑΝΗ, στρεφομένη.
Πώς; Τρομερά!

ΣΥΡΑΝΟ
Εκείνος
Επίτηδες μας έβαλε 'σαυτήν!

ΡΟΞΑΝΗ, εις τον δε Γκύσην.
Α! λοιπόν χήραν
Με 'θέλατε;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Σορκίζομαι! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Όχι! παράφρων τώρα
Είμαι! . . Και δεν θα φύγω πεια! . . Άλλως τε τούτο είνε
Διασκεδαστικόν πολύ.

ΣΥΡΑΝΟ
Πώς; Η κομψευομένη
Ήτο λοιπόν μια ηρωίς;

ΡΟΞΑΝΗ
Κύριε Μπερζεράκ.
Είμ' εξαδέλφη σας!

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Καλώς θα σ' υπερασπισθώμεν!

ΡΟΞΑΝΗ, θερμαινομένη επί μάλλον και μάλλον.
Ω! Το πιστεύω, φίλοι μου!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, μετά μέθης.
Με ίριδα ευωδιάζει
Όλον μας το στρατόπεδον!

ΡΟΞΑΝΗ
Και ακριβώς καπέλλο
Διά την μάχην έβαλα . . .

(Παρατηρούσα τον δε Γκύσην).

Αλλά καιρός ο κόμης
Ίσως ναπέλθη. Πιθανόν ναρχίσουν.

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Τούτο είνε
Πάρα πολύ! Επίσκεψιν θα κάμω στα κανόνια
Και θα γυρίσω. Έχετε καιρόν ακόμη, ιδέαν
Να μεταβάλετε.

ΡΟΞΑΝΗ
Ποτέ!

(Ο δε Γκύσης εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ


Οι ίδιοι, εκτός του ΔΕ ΓΚΥΣΗ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ικετεύων.
Ροξάνη! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Όχι!

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, εις τους άλλους.
Μένει!

ΟΛΟΙ, ορμώντες, συνωστιζόμενοι, ωθούμενοι.
Χτένι! — Σαπούνι! — Ετρύπησε το ρούχο μου! Βελόνη
Δότε μου! — Τον καθρέφτη σου! — Μια ταινία δος μου! —
Του μουστακιού το σίδερο! — Ένα ξυράφι!

ΡΟΞΑΝΗ, εις τον Συρανό, όστις την ικετεύει.
Όχι!
Από την θέσι μου αυτήν δεν με κινεί κανένας!

ΚΑΡΜΠΟΝ, αφού, ως οι άλλοι, εξεσκονίσθη, εξεσκόνισε τον πίλον
του, ανώρθωσε το πτερόν του, και έσυρε τας περιχειρίδας του,
προχωρεί προς την Ροξάνην και επισήμως:
Θα ήρμοζε, κυρία μου, να σας παρουσιάσω,
Αφού είν' έτσι, μερικούς εκ των κυρίων τούτων,
Που την τιμήν θα λάβωσιν υπό τα βλέμματά σας
Να φονευθούν.

(Η Ροξάνη υποκλίνεται, και παραμένει, ορθία επί του βραχίονος του
Χριστιανού. Ο Καρμπόν παρουσιάζει).

Δε Περεσκού δε Κολινιάκ, βαρώνος.

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, χαιρετίζων.
Κυρία μου! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ, εξακολουθών.
Δε Καστεράκ δε Καϋζάκ, βαρώνος —
Δε Μάλγουρ Εστρεσσάκ Λεσμπά δ' Εσκαραμπιό, Βιδάμης —
Ιππότης δ' Αντινιάκ — Ζυζέ. — Ο δε Χιλλό, Βαρώνος
Δε Σαλεσάν Βλανιάκ Καστέλ Κραμπιούλ . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Αλλά καθείς σας
Πόσα ονόματα έχετε;

ΒΑΡΩΝΟΣ ΧΙΛΛΟ
Πλήθος! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ
Το χέρι ανοίξτε
Που το μανδύλι σας κρατεί.

ΡΟΞΑΝΗ, ανοίγει την χείρα, και πίπτει το μανδύλιόν της . .
Γιατί;

(Όλος ο λόχος κάμει κίνημα, όπως ορμήση και το λάβη).

ΚΑΡΜΠΟΝ, λαμβάνων αυτό ζωηρώς.
Χωρίς σημαίαν
Ήταν ο λόχος μου! Αλλά ορκίζομαι πως θάνε
Η πλέον ωραιότερη του στρατοπέδου όλου,
Που θανεμίζη επάνω μας!

ΡΟΞΑΝΗ, μειδιώσα.
Είνε μικρόν ολίγον.

ΚΑΡΜΠΟΝ, δένων το μανδύλιον εις την κορυφήν της λόγχης του.
Μάχει νταντέλες γύρω του!

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, εις τους άλλους.
Χωρίς καμμίαν θλίψιν
Θαπέθνησκον, αφού αυτό το αγγελούδι βλέπω,
Ένα καρύδι μοναχό αν είχα 'στήν κοιλιά μου! . .

ΚΑΡΜΠΟΝ, όστις τον ήκουσε αγανακτών.
Ντροπή! να λες για φαγητόν, όταν μία γυναίκα
Επέραστος . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Πλην ζωηρόν του στρατοπέδου είνε
Ταγέρι και μου άνοιξεν η όρεξις: παστίτσα
Κρύα, ζεστά, κρασιά λεπτά: — να, ο κατάλογός μου!
Θέλετε να μου φέρετε αυτά;

(Κατάπληξις).

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Αλλά, Θεέ μου,
Πού να τα βρούμε όλ' αυτά;

ΡΟΞΑΝΗ, ησύχως.
Στο ιδικό μου αμάξι.

ΟΛΟΙ
Μπα! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Όμως πρέπει να κοπούν, να ξεκοκκαλιασθούνε!
Κύριοι, δέτε πειο κοντά λοιπόν τον αμαξά μου,
Κέν άνθρωπον πολύτιμον θαναγνωρίστε. Κάθε
Σάλτσα θα ξαναζεσταθή ευθύς, αν αγαπάτε!

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, ορμώντες εις την άμαξαν.
Ο Ραγκενώ!

(Επευφημίαι).

Ω! Ω!

ΡΟΞΑΝΗ
Πτωχά παιδιά!

ΣΥΡΑΝΟ, ασπαζόμενος την χείρα της.
Καλή νεράιδα!

ΡΑΓΚΕΝΩ, όρθιος επί της έδρας του ως αγύρτης εν δημοσία
πλατεία.
Κύριοι! . .

(Ενθουσιασμός)

ΟΙ ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ
Ζήτω! Ζήτω του του Ραγκενώ!

ΡΑΓΚΕΝΩ
Δεν είδαν
Οι Ισπανοί, σαν πέρναγαν τα κάλλη της, το γεύμα!

(Χειροκροτήματα).

ΣΥΡΑΝΟ, σιγά εις τον Χριστιανόν.
Χουμ! Χουμ! Χριστιανέ!

ΡΑΓΚΕΝΩ
Απ' την πολλή γ α λ α ν τ ε ρ ί α
Τοσούτον αφηρέθησαν, ώστε δεν είδαν διόλου . . .

(Εξάγει εκ του εδωλίου του έν φαγητόν το οποίον εγείρει).

Τ η γ α λ α ν τ ί ν α! . .

(Χειροκροτήματα. Η γαλαντίνα διέρχεται από χείρας εις χείρας).

ΣΥΡΑΝΟ, σιγά εις τον Χριστιανόν.
Παρακαλώ, μονάχα μία λέξι! . .

ΡΑΓΚΕΝΩ
Κη Αφροδίτη εμάγευσε τους οφθαλμούς των τόσον,
Ώστε κρυφά η Άρτεμις περνά . . .

(Σείων ένα μηρόν).

Ένα ζαρκάδι!

(Ενθουσιασμός. Ο μηρός ανηρπάγη υπό είκοσι χειρών τεταμένων).

ΣΥΡΑΝΟ, χαμηλοφώνως εις τον Χριστιανόν.
Να σου μιλήσω ήθελα!

ΡΟΞΑΝΗ, εις τους επιλέκτους, οίτινες κατέρχονται με τους
βραχίονας, φορτωμένους με τρόφιμα.
Στην γην αυτό αφήστε!

(Θέτει το τραπεζομάνδυλον επί της χλόης, βοηθουμένη υπό δύο
θεραπόντων αταράχων, οίτινες ήσαν όπισθεν της αμάξης).

ΡΟΞΑΝΗ, εις τον Χριστιανόν, καθ' ην στιγμήν ο Συρανό έμελλε
να τον σύρη κατά μέρος.
Γίνου ωφέλιμος και συ!

(Ο Χριστιανός έρχεται να την βοηθήση. Κίνημα ανησυχίας του
Συρανού).

ΡΑΓΚΕΝΩ
Παγώνι με της τρούφες!

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, υπερχαρής, κατερχόμενος αφού έκοψε μίαν
πλατείαν φέταν χοιρομηρίου.
Διάβολε, δεν θα παίξουμε 'στό τέλος την ζωή μας
Με δίχως περιδρόμιασμα . . .

(Βλέπων την Ροξάνην, διορθούται).

Συγγνώμην! φαγοπότι!

ΡΑΓΚΕΝΩ, πετών τα προσκεφάλαια της αμάξης.
Γεμάτα τα προσκέφαλα με συκαλίδες είνε!

(Θόρυβος. Σχίζουν τα προσκεφάλαια. Γέλωτες. Χαρά).

ΤΡΙΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Θαύμα Θαυμάτων!

ΡΑΓΚΕΝΩ, πετών φιάλας οίνου ερυθρού.
Πάρτε μποτίλιες με ρουμπίνια! . .

(Οίνου λευκού).

Μποτίλιες με τοπάζια!

ΡΟΞΑΝΗ. ρίπτουσα έν τραπεζομάνδυλον
κατά πρόσωπον του Συρανό.
Ε! χοπ! κινήσου λίγο
Και το τραπεζομάνδυλο αυτό ξεδίπλωσέ το! . .

ΡΑΓΚΕΝΩ, σείων ένα φανόν, τον οποίον απέσπασε.
Κάθε φανάρι είνε μικρά φαγητοθήκη!

ΣΥΡΑΝΟ, σιγά εις τον Χριστιανόν, ενώ
θέτουν το τραπεζομάνδυλον μαζύ.
Πρέπει
Πριν της μιλήσης να σου πω!

ΡΑΓΚΕΝΩ, επί μάλλον και μάλλον λυρικός.
Της Άρλης σαλτσισότο
Της μάστιγός μου είν' η λαβή!

ΡΟΞΑΝΗ
Αφού επιθυμούνε
Να μας φονεύσουν, διάβολε, λοιπόν περιφρονούμεν
Το άλλο στράτευμα κεμείς! — Το παν για τους Γασκάνους!
Κιάν έλθη ο δε Γκύσης μη τον προσκαλή κανένας!

(Πηγαίνει από του ενός εις τον άλλον)

Έχετε όλον τον καιρόν! — Μη τρώγετε με βία! —
Πίνετε λίγο! — Διατί δακρύζετε;

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Αχ! είνε
Πάρα πολύ καλόν! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Σιωπή! — θέλετε άσπρο ή μαύρο;
Ψωμί διά τον κύριον Καρμπόν! — Ένα μαχαίρι! —
Το πιάτο σας! — Λίγο ψωμί ακόμη; — Μια σαμπάνια;
Μία φτερούγα θέλετε ακόμη; —

ΣΥΡΑΝΟ, όστις την ακολουθεί φορτωμένος υπό φαγητών, βοηθών
αυτήν εις το να προσφέρη.
Την λατρεύω!

ΡΟΞΑΝΗ, πηγαίνουσα προς τον Χριστιανόν.
Συ;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Τίποτε.

ΡΟΞΑΝΗ
Αδύνατον! Αυτό το παξιμάδι
Μέσ' σε μοσχάτο! . . μοναχά δυο δάκτυλα!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, δοκιμάζων να την σταματήση.
Ω! πες μου
Γιατ' ήλθες;

ΡΟΞΑΝΗ
Εις τους δυστυχείς αυτούς τον εαυτόν μου
Οφείλω . . . Σουτ! Πειό έπειτα . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ, όστις είχεν ανέλθει εις το βάθος διά να προσφέρη,
εις το άκρον μιας λόγχης ένα άρτον εις τον σκοπόν του προχώματος.
Έρχεται ο δε Γκύσης!

ΣΥΡΑΝΟ
Κρύψετε πιάτα γρήγωρα, μποτίλιες και καλάθια!
Χοπ! Τίποτ' ας μη δείξουμε! . .

(Εις τον Ραγκενώ)

Εσύ 'στό κάθισμά σου
Ανέβα μένα πήδημα! — Τα κρύψατε; . .

(Εν ριπή οφθαλμού το παν ετέθη υπό τας σκηνάς ή εκρύβη υπό τα
ενδύματα, υπό τους μανδύας, εις τους πίλους. Ο δε Γκύσης
εισέρχεται ζωηρώς, — και σταματά, αίφνης, οσφραινόμενος. — Σιγή).

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ


Οι ίδιοι, ο ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Ωραία
Μυρίζει.

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, άδων με ύφος αφελές.
Τρα λα λα! . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, παρατηρών αυτόν.
Εσείς, τι έχετε; . . Την όψιν,
Έχετε κατακόκκινη! . .

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Εγώ; . . Είνε το αίμα.
Κινείται για τον πόλεμο!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ
Πουμ . . . πουμ . . . πουμ . . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, στρεφόμενος.
Τείνε τούτο;

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, ελαφρώς μεθυσμένος.
Ένα τραγούδι. Τίποτε! Ένα μικρό . . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Παιδί μου,
Βλέπω, είσ' εύθυμος!

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Γιατί ο κίνδυνος ζυγώνει!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, καλών τον Καρμπόν διά να τω δώση διαταγήν.
Επεθύμουν
Κύριε λοχαγέ, να . . .

(Σταματά βλέπων αυτόν).

Πώς! Και σεις ωραίαν όψιν!

ΚΑΡΜΠΟΝ, αμηχανών, και κρύπτων μίαν φιάλην όπισθεν των νώτων
του μετά χειρονομίας υπεκφυγής.
Ω!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Μέχει μείνει μοναχά ένα κανόνι τώρα,
Που είπα να το φέρουνε . . .

(Δεικνύει έν μέρος εις τα παρασκήνια).

Εκεί μέσ' τη γωνία,
Κοι άνδρες σας Θα δυνηθούν να κάμουν χρήσιν τούτου,

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, ακκιζόμενος.
Χαριτωμένη πρόνοια!

ΕΙΣ ΑΛΛΟΣ, μειδιών αυτώ επιχαρίτως.
Μέριμνα γλυκυτάτη!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Μπα! Μήπως ετρελλάθησαν! —

(Ξηρώς).

Μη έχοντες την έξιν
Του κανονιού, προσέχετε μην οπισθοδρομήση.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ

Α! πφτ!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, πηγαίνων προς αυτόν μανιώδης.
Αλλά εσείς! . .

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Ποτέ κανόνι των Γασκόνων
Δεν οπισθοδρομεί!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, λαμβάνων αυτόν από του βραχίονος και σείων αυτόν.
Αλλά σεις είσθε μεθυσμένος! . .
Από τι πράγμα; . .

Ο ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, υπερήφανος.
Απ' την οσμή του μπαρουτιού!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, υψών τους ώμους, τον απωθεί και πηγαίνει ζωηρώς
προς την Ροξάνην.
Κυρία,
Ποίαν λοιπόν απόφασιν ελάβατε;

ΡΟΞΑΝΗ
Θα μείνω!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Φύγετε!

ΡΟΞΑΝΗ
Όχι!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Αι! αφού το πράγμα έχει ούτως,
Ένα τουφέκι δότε μου!

ΡΟΞΑΝΗ
Πώς;

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Κεγώ μένω.

ΣΥΡΑΝΟ
Τέλος!
Ιδού ανδρεία αληθινή, κύριε!

ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Μήπως είσθε
Μ' όλες της νταντέλες σας Γασκόνος;

ΡΟΞΑΝΗ
Τι! . .

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Γυναίκα
Εις κίνδυνον δεν ειμπορώ ναφήσω.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, εις τον πρώτον.
Δεν νομίζεις,
Πώς ειμπορούμεν κεις αυτόν να δώσωμεν να φάγη;

(Όλα τα τρόφιμα αναφαίνονται πάλιν ως διά μαγείας).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, του οποίου οι οφθαλμοί αστράπτουν.
Τροφάς;

ΕΙΣ ΤΡΙΤΟΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ
Απ' όλες της μεριές φυτρώνουν!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, κυριεύων εαυτόν, μεθ' υπερηφανείας.
Μη θαρρείτε,
Πως από ταποφάγια σας θα φάγω 'γώ;

ΣΥΡΑΝΟ, χαιρετίζων.
Προόδους
Εκάματε!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ
Θα κτυπηθώ νήστης!

ΚΑΡΜΠΟΝ, όστις είχεν από τίνος εξαφανισθή όπισθεν του
προχώματος, αναφαίνεται επί της κορυφής.
Τους λογχοφόρους
Εις την γραμμήν τους έβαλα. Είν' αποφασισμένοι!

(Δεικνύει μίαν γραμμήν λογχών, ήτις υπερβαίνει την κορυφήν).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, προς την Ροξάνην υποκλινόμενος.
Για την επιθεώρησιν αυτών επιθυμείτε
Την χείρα μου να λάβετε;

(Αύτη την λαμβάνει, ανέρχονται προς το πρόχωμα. Όλοι
αποκαλύπτονται και τους ακολουθούν).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, πηγαίνει προς τον Συρανό ζωηρώς.
Ογρήγορα ομίλει!

(Καθ' ην στιγμήν η Ροξάνη φαίνεται επί της κορυφής, αι λόγχαι
εξαφανίζονται, χαμηλώνουσαι διά τον χαιρετισμόν, μία κραυγή
εγείρεται: αύτη υποκλίνεται).

ΟΙ ΛΟΓΧΟΦΟΡΟΙ, έξωθεν.
Ζήτω!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Το μυστικό αυτό ποιο ήτο;

ΣΥΡΑΝΟ
Αν η Ροξάνη . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Λοιπόν;

ΣΥΡΑΝΟ
Περί επιστολών σου έλεγε; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ναι, ξεύρω . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Μη κάνης πως εκπλήττεσαι . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Γιατί;

ΣΥΡΑΝΟ
Πρέπει να μάθης . . .
Θεέ μου, είν' απλούστατον και το θυμάμαι τώρα
Όπου την βλέπω. Της . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Λοιπόν λέγε!

ΣΥΡΑΝΟ
Της . . . έχεις γράψει
Συχνότερα όσον θαρρείς

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Μπα!

ΣΥΡΑΝΟ
Μη θαυμάζης! Είχα
Την εντολήν την φλόγα σου να της διερμηνεύω!
Έγραφα κάποτε χωρίς να σου το 'πώ: της γράφω!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Α!

ΣΥΡΑΝΟ
Είν' απλούστατον!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αλλά πώς κατορθώνεις, ώστε
Μεθ' όλον τον αποκλεισμόν να μη σε . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Ω . . . πριν φέξη
Μπορούσα να περνώ . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, σταυρώνων τους βραχίονας.
Κιαυτό είνε απλούν ακόμα;
Και πόσες έγραψες φορές την εβδομάδα; . . . Δύο; —
Τρεις; Τέσσερες; —

ΣΥΡΑΝΟ
Ω πειο πολλές φορές.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Κάθε ημέραν;

ΣΥΡΑΝΟ
Ναι κάθε ημέρα . . . δυο φορές.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, βιαίως
Και τούτο σεμεθούσεν,
Κήτο τοιαύτ' η μέθη σου που ακόμη αψηφούσες
Τον θάνατον; . .

ΣΥΡΑΝΟ, βλέπων την Ροξάνην επανερχομένην.
Σιώπησε! Όχι εμπρός της!

(Εισέρχεται ζωηρώς εις την σκηνήν του).

ΣΚΗΝΗ ΟΓΔΟΗ


ΡΟΞΑΝΗ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, εις το βάθος, πηγαίνουν και έρχονται οι
ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, ΚΑΡΜΠΟΝ και ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ δίδουν διαταγάς.

ΡΟΞΑΝΗ, τρέχουσα προς τον Χριστιανόν.
Τώρα,
Χριστιανέ! . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ λαμβάνων τας χείρας της.
Πες μου γιατί μέσ' απ' αυτούς τους δρόμους
Τους τρομερούς, πες μου γιατί, μέσ' απ' αυτάς τας τάξεις,
Των παλαιών στρατιωτών ήλθες εδώ να μεύρης;

ΡΟΞΑΝΗ
Ένεκα των επιστολών!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Τι λέγεις;

ΡΟΞΑΝΗ
Είνε σφάλμα
Δικόν σου, αν διέτρεξα εγώ τόσους κινδύνους.
Τα γράμματά σου φίλε μου μεμέθυσαν! Α! σκέψου,
Πόσας εντός ενός μηνός μου έγραψες, κη μία
Ωραιοτέρα πάντοτε της άλλης!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Πώς! για λίγες
Ερωτικές επιστολές! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Σιώπα! συ δεν ξεύρεις!
Θεέ μου, ναι, σελάτρευα, αλήθεια, από 'να βράδυ,
Που με φωνήν αγνώριστην ως τότε, από κάτω
Από το παραθύρι μου, αρχίνισε η ψυχή σου
Ναποκαλύπτεται σεμέ . . . Λοιπόν! τα γράμματά σου,
Από 'να μήνα μοιάζουνε, βλέπεις, ωσάν νακούω
Την τόσο τρυφεράν φωνήν εκείνης της εσπέρας!
Και σφάλμα σου, αν έρχομαι. Κ' η Πηνελόπη ακόμη
Η φρόνιμη δεν θάμενε 'στό σπίτι να κεντήση,
Αν έγραφεν ο Οδυσσεύς καθώς εσύ ωραία,
Μα θάτρεχε να τον ευρή, τρελλή ως η Ελένη,
Και όλα της τα μάλλινα κουβάρια θα πετούσε . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Μα . . .

ΡΟΞΑΝΗ
'Διάβαζα χίλιες φορές και μέπιανε λαχτάρα,
Ήμουν δική σου. Απ' τα μικρά εκείνα φύλλα ήσαν
Καθένα ωσάν πέταλο παπ' τη ψυχή σου επέτα.
Στων φλογερών επιστολών αυτών την κάθε λέξι
Νοιώθει κανείς την δυνατή κειλικρινή αγάπην.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Α! δυνατή κειλικρινής; Νοιώθεις αυτό, Ροξάνη;

ΡΟΞΑΝΗ
Ω! Αν το νοιώθω!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Κέρχεσαι; . .

ΡΟΞΑΝΗ
Έρχομαι, (ω Χριστιανέ μου,
Ω κύριέ μου, αν έπεφτα 'στά γόνατα μου εμπρός σου,
Θε να μεσήκωνες ευθύς, λοιπόν γονατισμένη
Εμπρός σου βαίνω την ψυχή, και δεν θα ημπορέσης
Να την σηκώσης πεια ποτέ!) έρχομαι να ζητήσω
Συγγνώμην, (κείνε η στιγμή συγγνώμην να ζητήσω
Διότι ναποθάνομεν μπορούμεν!) γιατί πρώτα
Σου έκαμα την προσβολήν, 'στήν ελαφρότητά μου,
Να σ' αγαπήσω μοναχά διά την ωμορφιά σου.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, μετά τρόμου.
Ροξάνη, αχ!

ΡΟΞΑΝΗ
Κι' αργότερα, χωρίς να είμαι τόσον
Ματαία — καθώς το πουλί που πριν να φτερουγίση,
Πηδά — τόσον το κάλλος σου μέδενε, κη ψυχή σου
Μέσερνε, που και για τα δυο συγχρόνως σαγαπούσα.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Και τώρα;

ΡΟΞΑΝΗ
Συ ο ίδιος νικάς τον εαυτόν σου!
Και τώρα πλέον σαγαπώ για την ψυχήν σου μόνον!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, οπισθοδρομών.
Ροξάνη, αχ!

ΡΟΞΑΝΗ
Γίνε ευτυχής λοιπόν. Διότι, φίλε,
Το ναγαπάται μοναχά κανείς γιαυτό που είνε
Το ένδυμά του μια στιγμή, μία καρδιά γενναία
Κιαχόρταγη σε βάσανα πολλά τήνε βυθίζει.
Αλλ' η φιλτάτη μνήμη σου το πρόσωπον σου σβύνει,
Κεκείνο που πρωτάρεσε σεμένα, η ωμορφιά σου,
Τώρα καλλίτερα θωρώ . . . και δεν την βλέπω πλέον!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ω! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Αμφιβάλλεις, φίλε μου, για μία τέτοια νίκη; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, μετά πόνου.
Ροξάνη!

ΡΟΞΑΝΗ
Εκατάλαβα, δεν ειμπορείς, ω φίλε,
Εις ένα τέτοιον έρωτα ακόμα να πιστεύσης; . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Δεν θέλω τέτοιον έρωτα! Κα! θέλω ναγαπώμαι
Απλώς διά . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Για 'κείνο που κη άλλες σαγαπούσαν
Άφες λοιπόν ναγαπηθής μαγάπη καλλιτέραν!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Όχι! πριν ήτο πειο καλά!

ΡΟΞΑΝΗ
Α δεν καταλαμβάνεις!
Τώρ' αγαπώ καλλίτερα, τώρ' αγαπώ! Εκείνο
Που κάμει εσέ τον ίδιον, με νοιώθεις, το λατρεύω,
Και ολιγώτερον λαμπρόν . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Σώπα!

ΡΟΞΑΝΗ
Θα σαγαπούσα
Ακόμη! Κιάν το κάλλος σου όλο με μιας πετούσε . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ω! μη το λες αυτό!

ΡΟΞΑΝΗ
Ω! ναι, το λέγω!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Τι; ακόμα
Και άσχημον;

ΡΟΞΑΝΗ
Και άσχημον! Τορκίζομαι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Θεέ μου!

ΡΟΞΑΝΗ
Και η χαρά σου 'νε βαθειά;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, διά πνιγομένης φωνής.
Ναι . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Τι έχεις;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ωθών αυτήν ηρέμα.
Φεύγω! Δύο
Λέξεις να 'πώ . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Αλλά . . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Απ' αυτούς τους δυστυχείς ανθρώπους
Σαφήρεσ' η αγάπη μου. Πήγαινε να τους δείξης
Ένα μικρό χαμόγελο, αφού θε ναποθάνουν! . .

ΡΟΞΑΝΗ, συγκεκινημένη.
Αγαπητέ μου! . .

(Αναβαίνει προς τους Γασκόνους, οίτινες σπεύδουν ευσεβάστως πέριξ
της).

ΣΚΗΝΗ ΕΝΝΑΤΗ


ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΣΥΡΑΝΟ, εις το βάθος ΡΟΞΑΝΗ συνομιλούσα μετά του
ΚΑΡΜΠΟΝ καί τινων ΕΠΙΛΕΚΤΩΝ.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, καλών προς την σκηνήν του Συρανό.
Συρανό!

ΣΥΡΑΝΟ, αναφαίνεται, ωπλισμένος προς μάχην.
Τι έχεις και χλωμιάζεις;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Δεν μαγαπάει πεια!

ΣΥΡΑΝΟ
Γιατί;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Εσέναν' αγαπάει!

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Δεν αγαπάει πεια ή την ψυχήν μου!

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ναι! Το λοιπόν δεν αγαπά παρά μονάχα 'σένα!
— Καί συ την αγαπάς!

ΣΥΡΑΝΟ
Εγώ;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Το ξεύρω!

ΣΥΡΑΝΟ
Είν' αλήθεια.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ωσάν τρελλός.

ΣΥΡΑΝΟ
Πλειότερον.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ειπέ της το!

ΣΥΡΑΝΟ
Ποτέ μου!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Γιατί;

ΣΥΡΑΝΟ
Το πρόσωπον μου δες!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Και άσχημον ακόμα
θα μαγαπούσε!

ΣΥΡΑΝΟ
Σούπε αυτό;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Βεβαίως, μου το είπε!

ΣΥΡΑΝΟ
Α! πόσον χαίρω που αυτά σου είπεν! Όμως όχι,
Όχι, αυτό τανόητον το πράγμα μη πιστεύης!
Θεέ μου, πώς εχάρηκα που είχε αυτήν την σκέψιν,
Να το ειπή, — μα συ αυτά μη πάρης κατά γράμμα,
Όχι, μη γίνης άσχημος: θα θύμωνε μαζύ μου!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Επιθυμώ να 'δώ αυτό!

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι! Όχι!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ας εκλέξη!
Θα της ειπής το παν!

ΣΥΡΑΝΟ
Ποτέ! Να υποστώ δεν θέλω
Και τούτο τα μαρτύριον!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Λοιπόν, γιατ' είμ' ωραίος
Πρέπει την ευτυχίαν σου να σου δολοφονήσω;
Είν' άδικον πάρα πολύ!

ΣΥΡΑΝΟ
Κεγώ, να θυσιάσω
Την ιδικήν σου, επειδή χάρις 'στήν τύχην, έχω
Το δώρον να εκφράζωμαι . . . εκείνα όπου ίσως
Αισθάνεσαι;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Πες της το παν!

ΣΥΡΑΝΟ
Εις πειρασμόν με ρίπτει!
Είνε κακόν!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αντεραστήν να φέρω 'στήν ψυχήν μου
Βαρύνομαι!

ΣΥΡΑΝΟ
Χριστιανέ!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ο γάμος μου — λαθραίος —
Και δίχως μάρτυρας — μπορεί νακυρωθή ευκόλως —
Αν τύχη κεπιζήσωμεν!

ΣΥΡΑΝΟ
Θεέ μου! επιμένει! . .

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ναι, θέλω ναγαπώμ' εγώ αυτός, ή όλως διόλου!
Πάω να 'δω τι κάμουνε 'στήν θέσιν μας 'κεί κάτω
Και θα γυρίσω: μίλησε, κιάς προτιμήση έναν
Από τους δύο μας!

ΣΥΡΑΝΟ
Θάσαι συ!

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Αλλ' όμως . . . το ελπίζω!

(Καλών)

Ροξάνη!

ΣΥΡΑΝΟ

Όχι! Όχι!

ΡΟΞΑΝΗ, προστρέχουσα.
Τι;

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ο Συρανό έν πράγμα
Σπουδαίον έχει να σου πη . . .


(Πηγαίνει ζωηρώς προς τον Συρανό. Ο Χριστιανός εξέρχεται).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΚΑΤΗ


ΡΟΞΑΝΗ, ΣΥΡΑΝΟ, έπειτα ΛΕΜΡΕΤ, ΚΑΡΜΠΟΝ, οι ΕΠΙΛΕΚΤΟΙ, ΡΑΓΚΕΝΩ, ΔΕ
ΓΚΥΣΗΣ κτλ.

ΡΟΞΑΝΗ
Σπουδαίον; . .

ΣΥΡΑΝΟ, άπελπις.
Αυτός . . . φεύγει!

(Εις την Ροξάνην).

Δεν είνε τίποτε! . . Αυτός, Θεέ μου . . . αποδίδει —
Τον ξεύρεις! — σπουδαιότητα εις τιποτένια!

ΡΟΞΑΝΗ, ζωηρώς.
Ίσως
Αμφέβαλε για όσα εγώ του είπα πριν; . . Τον είδα
Ότι αμφέβαλεν . . .

ΣΥΡΑΝΟ, λαμβάνων την χείρα της
Αλλά, του είπες την αλήθεια; . .

ΡΟΞΑΝΗ
Πως θα τον αγαπούσα, ναι, ακόμη . . .

(Διστάζει επί στιγμήν).

ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών θλιβερώς.
Εμπροστά μου
Η λέξις σε στενοχωρεί;

ΡΟΞΑΝΗ
Μα . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Δεν θα με λυπήση!
— Και άσχημον;

ΡΟΞΑΝΗ
Και άσχημον!

(Τουφεκισμοί έξωθεν).

Ακούς; Πυροβολούνε!

ΣΥΡΑΝΟ, φλογερώς.
Ακόμη και φρικτόν;

ΡΟΞΑΝΗ
Φρικτόν!

ΣΥΡΑΝΟ
Και παραμορφωμένον!

ΡΟΞΑΝΗ
Και παραμορφωμένον, ναι!

ΣΥΡΑΝΟ
Γελοίον;

ΡΟΞΑΝΗ
Να τον κάμη
Δεν θα μπορέση τίποτε γελοίον!

ΣΥΡΑΝΟ
Και ακόμα
θα τον ηγάπας;

ΡΟΞΑΝΗ
Πειό πολύ σχεδόν!

ΣΥΡΑΝΟ, παραφερομένος, κατ' ιδίαν.
Θεέ μου, είνε αληθές, ίσως, κη ευτυχία
Δεν είνε μακρυά!

(Προς την Ροξάνην).

Εγώ . . . Ροξάνη . . . Άκουσέ με!

ΛΕΜΠΡΕΤ, εισερχόμενος ταχέως, καλεί σιγά.
Α! Συρανό!

ΣΥΡΑΝΟ, στρεφόμενος.
Τι;

ΛΕΜΠΡΕΤ
Σιωπή!

(Τη λέγει κάτι σιγά).

ΣΥΡΑΝΟ, αφίνων να πέση η χειρ της Ροξάνης.
Α!

ΡΟΞΑΝΗ
Τι λοιπόν συμβαίνει;

ΣΥΡΑΝΟ, κατ' ιδίαν, εμβρόντητος.
Τετέλεσται!

(Νέοι τουφεκισμοί).

ΡΟΞΑΝΗ
Τ' είνε αυτό ακόμα; Τουφεκίζουν;

(Ανέρχεται διά να παρατηρήση έξω).

ΣΥΡΑΝΟ
Τετέλεσται να της το πω δεν θα μπορέσω πλέον!

ΡΟΞΑΝΗ, θέλουσα να ορμήση.
Μα τείνε;

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς, σταματών αυτήν.
Τίποτε!

(Εισέρχονται επίλεκτοι, κρύπτοντες κάτι το οποίον φέρουν, και
σχηματίζουν σύμπλεγμα, εμποδίζον την Ροξάνη να πλησιάση).

ΡΟΞΑΝΗ
Αυτοί οι άνδρες;

ΣΥΡΑΝΟ, Απομακρύνων αυτήν.
Άφησέ τους! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Μα τήθελες να μου ειπής προτήτερα;

ΣΥΡΑΝΟ
Να σείπω;
Τίποτε, όχι, τίποτε, τορκίζομαι, Ροξάνη!

(Επισήμως).

Σορκίζομαι, του Χριστιανού το πνεύμα, κη ψυχή του
Ήσανε . .

(Διορθούται μετά τρόμου).

Είνε υψηλά . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Ήσανε;

(Μετά μεγάλης κραυγής).

Αχ!

(Ορμά και απομακρύνει όλους).

ΣΥΡΑΝΟ
Θεέ μου!
Τετέλεσται!

ΡΟΞΑΝΗ
Χριστιανέ!

ΛΕΜΠΡΕΤ, εις τον Συρανό.
Του εχθρού το πυρ το πρώτον!

(Η Ροξάνη ρίπτεται επί του σώματος του Χριστιανού. Νέοι
πυροβολισμοί. Κλαγγαί. Θόρυβος. Τύμπανα).

ΚΑΡΜΠΟΝ, με το ξίφος, εις τας χείρας.
Στα όπλα! Είν' η προσβολή!

(Ακολουθούμενος υπό των επιλέκτων περνά εις το άλλο μέρος του
προχώματος).

ΡΟΞΑΝΗ
Χριστιανέ!

Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΚΑΡΜΠΟΝ, όπισθεν του προχώματος.

Βιασθήτε!

ΡΟΞΑΝΗ
Χριστιανέ!

ΚΑΡΜΠΟΝ
Εις την γραμμήν!

ΡΟΞΑΝΗ
Χριστιανέ!

(Ο Ραγκενώ προσέτρεξε φέρων νερόν εντός ενός κράνους).

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, με φωνήν θνήσκουσαν.
Ροξάνη μου! . .

ΣΥΡΑΝΟ, ταχέως και σιγά εις το ους τον Χριστιανού, εν ώ η
Ροξάνη εκτός εαυτής βρέχει εντός του ύδατος τεμάχιον υφάσματος το
οποίον αποσπά από το στήθος της.
Είπα το παν. Σένα αγαπάει ακόμα!

Ο Χριστιανός κλειεί τους οφθαλμούς).

ΡΟΞΑΝΗ
Τι θες, αγάπη μου;

(Προς τον Συρανό).

Νεκρός μην είνε; 'Στήν ιδικήν μου
Την παρειάν αισθάνομαι την ιδικήν του κρύαν

ΚΑΡΜΠΟΝ
Σ κ ο π ε ύ σ α τ ε!

ΡΟΞΑΝΗ
Επάνω του μια επιστολή!

(Την ανοίγει).

Για μένα!

ΣΥΡΑΝΟ, κατ' ιδίαν.
Είνε το γράμμα μου!

ΚΑΡΜΠΟΝ
Π υ ρ!

(Τουφεκισμοί. Κραυγαί. Θόρυβος μάχης).

ΣΥΡΑΝΟ, θέλων ναποσπάση την χείρα του, την οποίαν κρατεί η
Ροξάνη γονυπετής.
Μα, Ροξάνη, πολεμούνε!

ΡΟΞΑΝΗ, κρατούσα αυτόν.
Μείνε ολίγον. 'Πέθανε. Συ μόνος εδώ πέρα
Τον 'γνώριζες.

(Κλαίει ηρέμα).

Δεν ήτανε ένα θαυμάσιον πλάσμα
Έν πλάσμα έξοχον;

ΣΥΡΑΝΟ, όρθιος ασκεπής
Ω! ναι, Ροξάνη.

ΡΟΞΑΝΗ
Ένας μέγας
Και λατρευμένος ποιητής;

ΣΥΡΑΝΟ
Ω! ναι, Ροξάνη,

ΡΟΞΑΝΗ
Ένα
Πνεύμα υπέροχον;

ΣΥΡΑΝΟ
Ω, ναι, Ροξάνη!

ΡΟΞΑΝΗ
Μια μεγάλη
Καρδιά, μία ψυχή αβρά, χαριτωμένη, θεία;

ΣΥΡΑΝΟ, σταθερώς.
Ω! ναι, Ροξάνη!

ΡΟΞΑΝΗ, ρίπτεται επάνω εις το σώμα του Χριστιανού.
Είνε νεκρός!

ΣΥΡΑΝΟ, κατ' ιδίαν, σύρων το ξίφος.
Και τώρα δεν μου μένει
Ή ναποθάνω, αφού εμέ, χωρίς να το γνωρίζη,
Με κλαίει μέσα εις αυτόν!

(Σάλπιγγες μακρόθεν).

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, όστις εμφανίζεται επί του προχώματος, ασκεπής
πληγωμένος εις το μέτωπον, διά φωνής βροντώδους.
Να το δοθέν σημείον!
Τα χάλκινα σαλπίσματα! Οι Γάλλοι επιστρέφουν
Σολίγον 'στό στρατόπεδον με τρόφιμα. Κρατήστε
Ολίγ' ακόμα!

ΡΟΞΑΝΗ
Δάκρυα 'στό γράμμα του και αίμα!

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, έξωθεν κραυγάζουσα.
Παραδοθήτε!

ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΕΠΙΛΕΚΤΩΝ
Όχι!

ΡΑΓΚΕΝΩ, όστις αναρριχούμενος επί της αμάξης παρατηρεί την
μάχην άνωθεν του προχώματος.
Α! ο κίνδυνος αυξάνει!

ΣΥΡΑΝΟ, εις τον Δε Γκύσην, δεικνύων εις αυτόν την Ροξάνην
Πάρτε την! Εις την έφοδον ορμώ!

ΡΟΞΑΝΗ, ασπαζομένη την επιστολήν, διά φωνής θνησκούσης.
Τα δάκρυά του!
Το αίμα του! . .

ΡΑΓΚΕΝΩ, πηδών εκ της αμάξης, όπως τρέξη προς αυτήν.
Λειποθυμεί!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, επί του προχώματος εις τους επιλέκτους, μετά
λύσσης.
Καλά κρατήστε!

ΜΙΑ ΦΩΝΗ, έξωθεν.
Κάτω
Τα όπλα!

ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΕΠΙΛΕΚΤΩΝ
Όχι!

ΣΥΡΑΝΟ, εις τον Δε Γκύσην.
Κύριε, την τόλμην σας αρκούντως
Εδείξατε.

(Δεικνύων εις αυτόν την Ροξάνην),

Απέλθετε και σώσατέ την!

ΔE ΓΚΥΣΗΣ, όστις τρέχει προς την Ροξάνην και την εγείρει εις
τους βραχίονάς της.
Έστω!
Μα νικηταί θα μείνωμεν εάν κερδίστε χρόνον.

ΣΥΡΑΝΟ
Έχει καλώς.

(Κραυγάζων προς την Ροξάνην, την οποίαν ο δε Γκύσης βοηθούμενος
υπό του Ραγκενώ απάγει λειπόθυμον).

Υγίαινε, Ροξάνη!

(Θόρυβος. Κραυγαί, Επίλεκτοι εμφανίζονται πληγωμένοι και έρχονται
να πέσουν επί της σκηνής. Ο Συρανό ορμών εις την μάχην,
εμποδίζεται υπό του Καρμπόν αιματοφύρτου).

ΚΑΡΜΠΟΝ
Οι δικοί μας
Ενδίδουν! Δύο άρπαξα κτυπήματα της λόγχης!

ΣΥΡΑΝΟ, κραυγάζων προς τους επιλέκτους.
Θάρρος, διαβόλοι, ατρόμητοι! Πάνω τους!

(Εις τον Καρμπόν, ον υποστηρίζει).

Μη φοβείσθε!
Να εκδικήσω δυο νεκρούς έχω: τον Χριστιανόν μου,
Και την ευδαιμονίαν μου!

(Κατέρχονται πάλιν. Ο Συρανό σείει την λόγχην, όπου είνε
προσδεδεμένον το μανδύλιον της Ροξάνης).

Κυμάτισε, σημαία
Μικρά, με της νταντέλες της και με τα γράμματά της!

(Την εμπήγει εις την γην, κραυγάζων εις τους επιλέκτους).

Ορμάτε τώρα επάνω τους, και κάντε τους κομμάτια!

(Εις τον οξύαυλον).

Παίξε έναν ήχον, πίφερο!

(Ο οξύαυλος παίζει. Πληγωμένοι ανεγείρονται. Επίλεκτοι κυλιόμενοι
εκ του προχώματος έρχονται να συσσωματωθώσι πέριξ του Συρανό και
της μικράς σημαίας. Η άμαξα καλύπτεται και πληρούται ανδρών, και
μετασχηματίζεται εις οχύρωμα).

ΕΙΣ ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ, εμφανιζόμενος, καρκινοβατεί επί της κορυφής,
μαχόμενος πάντοτε.
Στο πρόχωμ' ανεβαίνουν!

(Πίπτει νεκρός).

ΣΥΡΑΝΟ
Θα λάβουν τον χαιρετισμόν!

(Το πρόχωμα στέφεται εν μια στιγμή διά φοβεράς σειράς εχθρών. Αι
μεγάλαι σημαίαι των Αυτοκρατορικών υψούνται).

ΣΥΡΑΝΟ
Πυρ!

(Γενικός πυροβολισμός).

ΚΡΑΥΓΗ, εις τας εχθρικάς τάξεις.
Πυρ!

(Αντιπυροβολισμός φονικός. Οι επίλεκτοι πίπτουν πανταχόθεν).

ΕΙΣ ΙΣΠΑΝΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ, αποκαλυπτόμενος.
Ποίοι 'νε οι άνδρες.
Αυτοί οπού φονεύονται με τέτοιον τρόπον όλοι;

ΣΥΡΑΝΟ, απαγγέλλων όρθιος εν μέσω των σφαιρών.
Τα παλληκάρια αυτοί 'νε οι Γασκόνοι,
Και του Καρμπόν Καστέλ Ζαλού παιδιά.
Εις της σπαθιές και της ψευτιές οι μόνοι,

(Ορμά, ακολουθούμενος υπό τινων επιζώντων).

Τα παλληκάρια αυτοί 'νε.

(Τα λοιπά χάνονται εντός της μάχης).


Α Υ Λ Α Ι Α


ΠΡΑΞΙΣ ΠΕΜΠΤΗ


Η ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΟΥ ΣΥΡΑΝΟ


Μετά δεκαπέντε έτη, τω 1655. Το άλσος του μοναστηρίου, το οποίον
κατείχον αι Κυρίαι του Σταυρού εν Παρισίοις.

Θαυμάσιαι σκιάδες. Αριστερόθεν, η οικία· ευρύ ανάβαθρον επί του
οποίου ανοίγονται διάφοροι θύραι. Δένδρον υπερμέγεθες εν τω μέσω
της σκηνής, απομεμονωμένον εν τω μέσω μικράς ωοειδούς πλατείας.
Δεξιόθεν, εις το πρώτον επίπεδον, μεταξύ μεγάλων θάμνων, λίθινον
θρανίον ημικυκλοειδές.

Όλον το βάθος του θεάτρου διαθέτει συστοιχία καταστανεών, ήτις
καταλήγει προς δεξιάν, εις το τέταρτον επίπεδον, εις την θύραν
εξωκκλησίου, διαβλεπόμενον διά μέσου των κλάδων. Διά μέσου του
διπλού παραπετάσματος εκ δένδρων της δενδροστοιχίας ταύτης,
παρατηρεί τις άλλας δενδροστοιχίας, δασύλλια, τα βάθη του άλσους,
τον ουρανόν.

Το εξωκκλήσιον ανοίγει μίαν πλαγίαν θύραν επί περιστοίχου
στεφανουμένου υπό κλίματος ερυθρωπού, το οποίον εξαφανίζεται
δεξιόθεν, εις το πρώτον επίπεδον, όπισθεν των θάμνων.

Είνε φθινόπωρον. Όλον το φύλλωμα είνε πυρρόν άνωθεν των δροσερών
λειμώνων. Πλαξ κιτρίνων φύλλων κάτωθεν εκάστου δένδρου. Τα φύλλα
στρώνουν όλην την σκηνήν, τρίζουν υπό τα βήματα εις τας
δενδροστοιχίας, καλύπτουσι κατά το ήμισυ το ανάβαθρον και τα
θρανία.

Μεταξύ του δεξιόθεν θρανίου και του δένδρου, μέγας ιστός
κεντήματος, ενώπιον του οποίου έν μικρόν κάθισμα. Κάνιστρον
πλήρες τολυπών και αγαθίδων. Αρχή κεντήματος.

Κατά την ύψωσιν της αυλαίας, αδελφαί πηγαίνουν κέρχονται εις το
άλσος. Τινές εξ αυτών κάθηνται επί του θρανίου πέριξ μιας μοναχής
πρεσβυτέρας. Φύλλα πίπτουν.

ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ


Η ΜΗΤΗΡ, Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ, η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ, ΑΙ ΑΔΕΛΦΑΙ

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ, προς την μητέρα Μαργαρίταν.
Δύο φορές εκύτταξε μέσ' τον καθρέφτ' η Κλάρα
Να δη πώς η καλύπτρα της πηγαίνει.

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, εις την αδελφήν Κλάραν . .
Τούτο είνε
Πολύ κακόν.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ
Κη αδελφή η Μάρθα από την τούρταν
Επήρ' ένα δαμάσκηνο: την είδα.

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ
Μάρθα, είνε
Άσχημον τούτο.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ
Ένα μικρό μονάχα βλέμμα!

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ
Ένα
Μικρό μόνο δαμάσκηνο!

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ
Θα το ειπώ απόψε
'Στόν κύριον δε Μπερζεράκ.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ, έντρομος.
Όχι! θα μας εμπαίξη!

Η ΑΔΕΔΦΗ ΜΑΡΘΑ
Και φιλαρέσκους θα ειπή πολύ τας καλογραίας,

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ
Πολύ λαιμάργους!

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, μειδιώσα.
Και πολύ καλάς.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ
Είνε αλήθεια,
Πώς έρχεται το Σάββατον προ δέκα χρόνων τώρα,
Μητέρα Μαργαρίτα;

ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ
Ναι, και πλέον! Απ' την ημέρα
Όπου η εξαδέλφη του τον πένθιμόν της πέπλον
Ανέμιξε με την λινή καλύπτραν μας, και ήλθε
Σε μας, προ δεκαπέντε ετών να καταπέση, όπως
Πουλί μεγάλο μελανό μέσ' στα πουλιά τα άσπρα,