The Project Gutenberg eBook of Συρανό δε Μπερζεράκ
Title: Συρανό δε Μπερζεράκ
Author: Edmond Rostand
Translator: George Stratigis
Release date: August 19, 2011 [eBook #37131]
Most recently updated: April 5, 2012
Language: Greek
Credits: Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words are included in &
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
ΕΔΜΟΝΔΟΥ ΡΟΣΤΑΝ
ΣΥΡΑΝΟ
ΔΕ ΜΠΕΡΖΕΡΑΚ
ΕΜΜΕΤΡΟΝ ΗΡΩΙΚΟΝ ΔΡΑΜΑ
ΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΕΝΤΕ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΝ
ΥΠΟ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΗ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΗΣ: ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ «ΕΣΤΙΑΣ», ΣΤΑΔΙΟΥ 44
1921
ΕΔΜΟΝΔΟΥ ΡΟΣΤΑΝ
ΣΥΡΑΝΟ
ΔΕ ΜΠΕΡΖΕΡΑΚ
ΕΜΜΕΤΡΟΝ ΗΡΩΙΚΟΝ ΔΡΑΜΑ
ΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΕΝΤΕ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΘΕΝ ΥΠΟ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΗ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΗΣ: I Ω Α Ν Ν Η Σ Δ. Κ Ο Λ Λ Α Ρ Ο Σ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, ΣΤΑΔΙΟΥ 44
ΠΡΟΣΩΠΑ
| ΣΥΡΑΝΟ ΔΕ ΜΠΕΡΖΕΡΑΚ | Ψιλός ιππεύς |
| ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΔΕ ΝΕΒΙΓΕΤ | Ο θυρωρός |
| ΚΟΜΗΣ ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ | Ο αστός |
| ΡΑΓΚΕΝΩ | Ο υιός του |
| ΛΕΜΠΡΕΤ | Είς νυκτοκλέπτης |
| Ο ΛΟΧΑΓΟΣ ΚΑΡΜΠΟΝ | Είς θεατής |
| ΔΕ ΚΑΣΤΕΛ ΖΑΛΟΥ | Είς φύλαξ |
| Οι επίλεκτοι | Είς καπουτσίνος |
| ΛΙΝΙΕΡ | Ο παίκτης του οξυαύλου |
| ΔΕ ΒΑΛΒΕΡΤ | Δύο μουσικοί |
| Πρώτος μαρκήσιος | Οι ποιηταί |
| Δεύτερος μαρκήσιος | Οι ζαχαροπλάσται |
| Τρίτος μαρκήσιος | ΡΟΞΑΝΗ |
| ΜΟΝΦΛΕΡΥ | Η αδελφή ΜΑΡΘΑ |
| ΜΠΕΛΡΟΖ | ΛΙΖΑ |
| ΖΟΝΔΕΛΕ | Η πράτρια |
| ΚΥΖΗ | Η μήτηρ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ |
| ΜΠΡΙΣΑΓΙ | Η ακόλουθος |
| Είς οχληρός | Η αδελφή ΚΛΑΡΑ |
| Είς σωματοφύλαξ | Μία ηθοποιός |
| Έτερος » | Οι ακόλουθοι |
| Αξιωματικός Ισπανός | Η ανθοπώλις |
* * *
Το πλήθος, αστοί, μαρκήσιοι, σωματοφύλακες, νυκτοκλέπται,
ζαχαροπλάσται, ποιηταί, επίλεκτοι. Γασκόνοι, ηθοποιοί, τα βιολιά,
ακόλουθοι, παιδία, στρατιώται Ισπανοί, θεαταί, κομψευόμεναι,
ασταί, καλογραίαι κτλ.
(Αι τέσσαρες πρώται πράξεις τω 1650, η πέμπτη τω 1655)
Απαγορεύεται η από σκηνής διδασκαλία άνευ της ρητής συγκαταθέσεως
του μεταφραστού.
ΕΙΣ ΤΟΝ
ΑΓΑΠΗΤΟΝ ΜΟΥ
ΑΔΕΛΦΟΝ
ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΝ
ΠΡΑΞΙΣ ΠΡΩΤΗ
ΜΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΙΣ ΕΝ ΤΩ ΜΕΓΑΡΩ ΤΗΣ ΒΟΥΡΓΟΥΝΔΙΑΣ
Η αίθουσα του Μεγάρω της Βουργουνδίας τω 1640. Είδος παραπήγματος
του παιγνιδίου της σφαίρας διασκευασθέντος και εξωραϊσθέντος δια
παραστάσεις.
Η αίθουσα είνε μακρόν τετράγωνον. Φαίνεται λοξώς, εις τρόπον ώστε
μία εκ των πλευρών αποτελεί το βάθος, το οποίον αναχωρεί εκ του
πρώτου επιπέδου, δεξιόθεν, και βαίνει προς το τελευταίον
επίπεδον, αριστερόθεν, διά να σχηματίση γωνίαν μετά της σκηνής,
παρουσιαζούσης τετμημένον ρόμβον.
Η σκηνή αύτη εμφράττεται, εκατέρωθεν, κατά μήκος των παρασκηνίων,
υπό εδωλίων. Η αυλαία σχηματίζεται υπό δύο εμπετασμάτων,
δυναμένων να διανοιχθώσιν. Άνωθεν του μανδύου του Αρλεκίνου, τα
βασιλικά οικόσημα. Κατέρχεταί τις από της εξέδρας προς την
αίθουσαν διά ευρειών βαθμίδων. Εκατέρωθεν των βαθμίδων τούτων, η
θέσις των βιολίων. Σειρά λαμπάδων.
Δύο σειραί υπερκειμένων πλαγίων περιστυλίων. Η ανωτέρα σειρά
διαιρείται εις θεωρεία. Ουδεμία έδρα εις την πλατείαν, ήτις είνε
αυτή η σκηνή του θεάτρου. Εις το βάθος της πλατείας ταύτης,
δηλαδή δεξιόθεν, υπάρχουσιν θρανία τινα σχηματίζοντα βαθμίδας και
υπό κλίμακα φέρουσαν προς τας ανωτέρας θέσεις, και φαινομένην
ολίγον μόνον, υπάρχει είδος κυλικείου κεκοσμημένου υπό μικρών
πολυελαίων, ανθοδοχείων, κρυσταλλίνων ποτηρίων, πινακίων με
πλακούντας, φιαλιδίων κτλ. εις το βάθος, εν τω μέσω, υπό την
στοάν των θεωρείων, η είσοδος του θεάτρου. Μεγάλη θύρα
ημιάνοικτος διά ναφίνη δίοδον εις τους θεατάς. Επί των φύλλων της
θύρας ταύτης, ως και εις διαφόρους γωνίας, και άνωθεν του
κυλικείου, ερυθρά προγράμματα επί των οποίων αναγινώσκει τις: Η
ΚΛΟΡΙΣΗ.
Κατά την ύψωσιν της αυλαίας, η αίθουσα ευρίσκεται ημίφωτος, κενή
εισέτι. Οι πολυέλαιοι είνε καταβιβασμένοι εις το μέσον της
πλατείας, έτοιμοι όπως αναφθώσι.
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, φθάνει ολίγον κατ' ολίγον. ΙΠΠΕΙΣ, ΑΣΤΟΙ, ΘΕΡΑΠΟΝΤΕΣ,
ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ, ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ, ο ΘΥΡΩΡΟΣ κλπ. Έπειτα οι ΜΑΡΚΗΣΙΟΙ,
ΚΥΖΗ, ΜΠΡΙΣΑΓΙ, η ΠΡΑΤΡΙΑ, τα ΒΙΟΛΙΑ κτλ.
(Ακούεται όπισθεν της θύρας θόρυβος φωνών, έπειτα είς ΙΠΠΕΥΣ
εισέρχεται αποτόμως).
Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ακολουθών αυτόν.
Στάσου! τα δεκαπέντε σου σολδία!
ΙΠΠΕΥΣ
Μπαίνω τζάμπα!
Ο ΘΥΡΩΡΟΣ
Και διατί;
ΙΠΠΕΥΣ
Είμ' ελαφρός ιππεύς του Βασιλέως!
Ο ΘΥΡΩΡΟΣ, προς άλλον ιππέα, όστις μόλις εισήλθε
Σεις;
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΙΠΠΕΥΣ
Δεν πληρόνω.
Ο ΘΥΡΩΡΟΣ
Αλλά πώς . . .
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΙΠΠΕΥΣ
Είμαι σωματοφύλαξ!
ΠΡΩΤΟΣ ΙΠΠΕΥΣ προς τον δεύτερον.
Στας δυο αρχίζουν μοναχά. Είν' άδεια η πλατεία.
Έλα να παίξουμε σπαθί.
(Ξιφασκούσι με ξίφη τα οποία είχον φέρει).
ΘΕΡΑΠΩΝ εισερχόμενος.
Φλαγγίνε!. .. . Ψιτ!. .. .
ΕΤΕΡΟΣ μόλις εισελθών.
Καμπάνη!.. .
Ο ΠΡΩΤΟΣ, δεικνύων εις αυτόν παιγνίδια, τα οποία εξάγει εκ
του εσωκαρδίου του.
Χαρτιά και κύβους.
(Κάθηται κατά γης).
Παίζουμε;
Ο ΔΕΥΤEΡΟΣ κάθηται επίσης·
Βεβαίως, κατεργάρη!
Ο ΠΡΩΤΟΣ σύρων εκ του θυλακίου του τεμάχιον κηρίου, το οποίον
ανάπτων κολλά επί της γης.
Έκλεψ' απ' τον αφέντη μου κερί ένα κομμάτι.
ΦΡΟΥΡΟΣ προς μίαν ανθοπώλιδα πλησιάζουσαν
Καλά 'κανες που ήλθες πριν νανάψουνε τα φώτα.
(Περιπτύσσεται την οσφύν της)
ΕΙΣ ΤΩΝ ΞΙΦΟΜΑΧΩΝ, κτυπηθείς.
Μ' εύρες!
ΕΙΣ ΤΩΝ ΧΑΡΤΟΠΑΙΚΤΩΝ
Σπαθί!
Ο ΦΡΟΥΡΟΣ καταδιώκων την ανθοπώλιδα·
Ένα φιλί!
ΑΝΘΟΠΩΛΙΣ
Μας βλέπουν!.. .
Ο ΦΡΟΥΡΟΣ, σύρων αυτήν εις σκοτεινήν γωνίαν.
Μη φοβάσαι!.. .
ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΙΣ, καθήμενος κατά γης μετ' άλλων φερόντων τροφάς.
'Σάν έρχεται προτήτερα κανείς μπορεί να τρώγη.
ΕΙΣ ΑΣΤΟΣ, οδηγών τον υιόν του.
Παιδί μου, ας καθήσωμεν εδώ.
ΕΙΣ ΧΑΡΤΟΠΑΙΚΤΗΣ
Τρία του άσσου!
ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΙΣ, εξάγων φιάλην υπό τον μανδύαν και καθήμενος·
Ο μέθυσος πρέπει να πιή βουργουνδικό κρασάκι.. .
(πίνει)
Μέσα εις το βουργουνδικό Παλάτι .. .
Ο ΑΣΤΟΣ, προς τον υιόν του.
Δεν νομίζεις,
Πούσαι σε μέρος άσχημο;
(Δεικνύει διά της ράβδου του τον μέθυσον)
Μέθυσοι!.. .
(οπισθοχωρεί, είς εκ των ξιφομάχων τον ωθεί)
Ξιφομάχοι!
(πίπτει εν μέσω των χαρτοπαικτών).
Και χαρτοπαίκτες!
Ο ΦΡΟΥΡΟΣ, όπισθέν του, ακκιζόμενος με την γυναίκα.
Ένα φιλί!
Ο Αστός απομακρύνων ζωηρώς τον υιόν του.
Ντροπές! Κι' όταν θυμάμαι
Πως τον Ροτρύ επαίξανε 'στή σάλα αυτή, παιδί μου!
Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ
Και τον Κορνήλιον!
ΟΜΙΛΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝ, κρατουμένων διά των χειρών εισέρχεται
χορεύων φαρανδόλαν και άδων.
Τρα λα λα λα λα λα λα λέρα . . .
Ο ΘΥΡΩΡΟΣ αυστηρώς προς τους ακολούθους.
Ακόλουθοι, όχι σκάνδαλα!
ΠΡΩΤΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ μετά δήθεν τρωθείσης αξιοπρεπείας.
Κύριε! Τι υποψία!
(Ζωηρώς προς τον δεύτερον, μόλις ο θυρωρός έστεψε τα νώτα).
Μήπως σου 'βρίσκεται κλωστή;
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
Μαζύ με το αγκίστρι.
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
Μπορεί κανείς από ψηλά περούκες να ψαρέψη.
ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ, έχων πέριξ του πολλούς ανθρώπους υπόπτου
φυσιογνωμίας.
Λοιπόν ελάτε την κλεψιά, μικροί μου, να σας μάθω,
Αφού για πρώτη κλέβετε φορά . . .
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ , κραυγάζων προς άλλους ακολούθους
λαβόντας θέσιν εις τας ανωτέρας σειράς.
Αι! καλαμάκια
Μην έχη από σας κανείς;
ΤΡΙΤΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, άνωθεν.
Μαζύ με τα μπιζέλια.
(Φυσά και τους κτυπά με τα μπιζέλια).
Ο ΥΙΟΣ προς τον πατέρα.
Και τι θα παίξουν σήμερα;
Ο ΑΣΤΟΣ
Κ λ ο ρ ί σ η ν.
Ο ΥΙΟΣ
Τίνος είνε;
Ο ΑΣΤΟΣ
Είνε του Βαλτασάρ Μπαρό! Είνε ωραίο δράμα! . . .
(Ανέρχεται, λαμβάνων τον βραχίονα του υιού του).
ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ, εις τους ακολούθους του,
Των μανικιών να κόβετε προ πάντων της νταντέλες!
ΕΙΣ ΘΕΑΤΗΣ, προς έτερον δεικνύων εις αυτόν μίαν υψηλήν
γωνίαν.
'Κεί πάνω ήμουνα 'στού Σ ι δ την πρώτη!
Ο ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ, κάμνων διά των δακτύλων του το σημείον της
κλοπής.
Τα ρολόγια . . .
Ο ΑΣΤΟΣ, κατερχόμενος πάλιν προς τον υιόν του.
Θα 'δής ηθοποιούς πολύ ενδόξους . . .
Ο ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ, κάμων χειρονομίαν ότι εξάγει τι διά λαθραίων
κινήσεων.
Τα μανδύλια . . .
Ο ΑΣΤΟΣ
Τον Μονφλερύ . . .
ΚΑΠΟΙΟΣ, κραυγάζων εκ της ανωτέρας σειράς.
Ανάψατε λοιπόν τους πολυελαίους! . . .
Ο ΑΣΤΟΣ
Τον Μπελερόζ, Επύ, Μπωπρέ και Ζονδελέ.
ΕΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ, εις την πλατείαν.
Α! να την!
Εφάνηκεν η πράτρια!
Η ΠΡΑΤΡΙΑ, εμφανιζομένη όπισθεν του κυλικείου.
Πάρετε πορτοκάλια,
Γάλα, βατόμουρο, ξυνό από το κίτρο . . .
(Θόρυβος εις την θύραν).
ΦΩΝΗ ΟΞΕΙΑ
Τόπον,
Ζώα!
Ο ΘΕΡΑΠΩΝ, έκπληκτος.
Πώς; οι μαρκήσιοι εις την πλατείαν!
ΑΛΛΟΣ ΘΕΡΑΠΩΝ
Ίσως
Για μια στιγμή.
(Εισέρχεται όμιλος μικρών μαρκησίων).
ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ, βλέπων την αίθουσαν ημίκενον
Πώς; φθάνομεν ως έμπορ' υφασμάτων.
Χωρίς νανησυχήσουμε κανένα και τα πόδια
Του κόσμου να πατήσουμε; Πφ! είνε αηδία!
(Ευρίσκεται ενώπιον άλλων ευγενών προ ολίγου εισελθόντων),
Κυζή! Μπρισάγι!
ΚΥΖΗ
Πιστοί εμείς! . . . προτού τα φώτ' ανάψουν,
Εφθάσαμεν.
ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Α! μη ρωτάς! μου έρχεται να σκάσω . . .
ΕIΣ ΑΛΛΟΣ
Παρηγορήσου, φίλε μου, ο φανοκόρος φθάνει.
ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ, χαιρετίζον την είσοδον του φανοκόρου
Α!
(Συναθροίζονται πέριξ των πολυελαίων, τους οποίους ανάπτει.
Πρόσωπά τινα λαμβάνουσι θέσιν εις τα θεωρεία. Ο Λινιέρ εισέρχεται
εις την πλατείαν δίδων τον βραχίονα εις τον Χριστιανόν δε
Νεβιγέτ. Ο Λινιέρ, με τα ενδύματά του εν αταξία, έχει
φυσιογνωμίαν οινόφλυγος διακεκριμένου. Ο Χριστιανός, ενδεδυμένος
κομψώς, αλλ' όχι κατά τον συρμόν, φαίνεται αφηρημένος και
παρατηρεί τα θεωρεία).
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ
Οι αυτοί, ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ΛΙΝΙΕΡ, έπειτα ΡΑΓΚΕΝΩ και ΛΕΜΠΡΕΤ
ΚΥΖΗ
Ο Λινιέρ!
ΜΠΡΙΣΑΓΙ
Αμέθυστος ακόμη! . . .
ΛΙΝΙΕΡ, χαμηλοφώνως προς τον Χριστιανόν,
Επιθυμείτε
Να σας συστήσω προς αυτούς;
(Σημείον συγκαταθέσεως του Χριστιανού).
Δε Νεβιγέτ, βαρώνος.
(Χαιρετισμοί)
Η ΠΛΑΤΕΙΑ, επευφημεί την ανύψωσιν του αναφθέντος πολυελαίου.
Α!
ΚΥΖΗ, προς τον Μπρισάγι παρατηρών τον Χριστιανόν.
Κεφαλή ωραία.
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ, όστις ήκουσε.
Χμ!
ΛΙΝIΕΡ, παρουσιάζων προς τον Χριστιανόν.
Οι κύριοι δε Μπρισάγι
και δε Κυζή . . .
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ υποκλινόμενος.
Χαίρω πολύ!
ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ εις τον δεύτερον.
Είν' αρκετά ωραίος,
Μα δεν φορεί ενδύματα της τελευταίας μόδας.
ΛΙΝΙΕΡ, προς τον Κυζή.
Εκ της Τουραίνης έφθασεν ο κύριος;
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ναι, μόλις
Είμαι προ είκοσι ημερών εις Παρισίους μόνον.
Και αύριον εις την φρουράν των επιλέκτων 'μπαίνω.
ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ , παρατηρών τα πρόσωπα τα εισερχόμενα εις τα
θεωρεία.
Ιδού η πρόεδρος Ομπρύ!
Η ΠΡΑΤΡΙΑ
Πάρετε πορτοκάλια,
Γάλα . . .
ΤΑ ΒΙΟΛΙΑ, χορδιζόμενα.
Λα . . . λα . . .
ΚΥΖΗ, προς τον Χριστιανόν δεικνύων εις αυτόν την πληρουμένην
αίθουσαν.
Κόσμος!
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ω ναι, πολύς!
ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Όλα τα κάλλη!
(Ονομάζουσι τας γυναίκας, εφ' όσον εισέρχονται πολυτελώς
ενδεδυμέναι εις τα θεωρεία. Χαιρετισμοί, αντιχαιρετισμοί μετά
μειδιαμάτων).
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Να! αι Κυρίαι Γκεμενέ . . .
ΚΥΖΗ
Μποά Δωφέν . . .
ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Παληά μας
Αγάπη . . .
ΜΠΡΙΣΑΓΙ
Η Σαβινύ . . .
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Οπού με της καρδιές μας παίζει!
ΛΙΝΙΕΡ
Μπα! έφθασεν ο κύριος Κορνήλιος εκ Ρουένης.
Ο ΝΕΟΣ, προς τον πατέρα του.
Όλ' η Ακαδημία μας εδώ 'νε;
Ο ΑΣΤΟΣ
Αλλά . . . βλέπω
Μέλη πολλά. Να ο Μποδύ, Μπουσά, και δε Λασάμπρε
Πορσέρ, Μπουρζέ και Κολυμβύ, Μπουρδόν, Αμπώ. Είν' όλα
Τα ονόματα οπού κανέν ποτέ δεν θ' αποθάνη.
Ω! τι ωραίον!
ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Προσοχή! Αι κομψευόμεναί μας
Κάθηνται. Η Βαρθεναΐς και η Ουριμεδόντη,
Η Κασσανδάς, Φελιξερή . . .
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Ω! τα επώνυμά των,
Θεέ μου, είν' εξαίρετα! Μα τα γνωρίζεις όλα,
Μαρκήσιε;
ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Μαρκήσιε, ναι, όλα τα γνωρίζω.
ΛΙΝΙΕΡ, λαμβάνων κατά μέρος τον Χριστιανόν.
Εμπήκα, φίλε μου, εδώ για να σας κάμω χάριν.
Δεν έρχετ' η κυρία σας. Εις το ελάττωμά μου
Θα επιστρέψω.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ικετεύων.
Όχι! Σεις που ψάλλετε την πόλι
Και την αυλή θα μείνετε, για να μου πήτε, ποία
Είν' η γυναίκα π' αγαπώ με πάθος.
(Ο αρχηγός των βιολίων κτυπών το αναλόγιον με το τόξον του).
Τα βιολιά σας,
Κύριοι!
(Εγείρει το τόξον).
Η ΠΡΑΤΡΙΑ
Πάρετε, καλά μπισκότα, λεμονάδα . . .
(Τα βιολία αρχίζουν να παίζουν).
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Πανούργος και φιλάρεσκος φοβούμαι μήπως είνε.
Να της 'μιλήσω δεν τολμώ, γιατί δεν έχω πνεύμα . . .
Η γλώσσα που την σήμερον και ομιλούν και γράφουν,
Με θορυβεί. Είμαι καλός, μα 'ντροπαλός στρατιώτης.
— Την βλέπω πάντα δεξιά 'στό άδειο θεωρείο.
ΛΙΝΙΕΡ, έτοιμος να εξέλθη
Φεύγω.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, κρατών αυτόν.
Αλλ' όχι, μείνετε!
ΛΙΝΙΕΡ
Δεν ειμπορώ. Προσμένει
εις την ταβέρνα ο Δασουσί. Ψωφούν από τη δίψα
Εδώ.
Η ΠΡΑΤΡΙΑ, διερχομένη προ αυτού μεθ' ενός δίσκου
Πορτοκαλάδα;
ΛΙΝΙΕΡ
Ουφ!
Η ΠΡΑΤΡΙΑ
Γάλα;
ΜΙΝΙΕΡ
Πουφ!
Η ΠΡΑΤΡΙΑ
Ριβεσάλτο;
ΛΙΝΙΕΡ
Αλτ!
(Προς τον Χριστιανόν).
Μένω ακόμα μια στιγμή. Δος μου απ' το ριβεσάλτο.
(Κάθηται πλησίον του κυλικείου. Η πράτρια τον κερνά ριβεσσάλτον).
ΦΩΝΑΙ, εκ του κοινού, κατά την είσοδον ενός ανθρώπου φαιδρού
κ' ευσάρκου.
Α! Ραγκενώ! . . .
ΛΙΝΙΕΡ, προς τον Χριστιανόν
Ο Ραγκενώ, ζαχαροπλάστης μέγας.
Ο ΡΑΓΚΕΝΩ, ενδεδυμένος ως ζαχαροπλάστης, προχωρεί ζωηρώς προς
τον Λινιέρ.
Τον κύριον δε Συρανό μην έτυχε να δήτε;
Ο ΛΙΝΙΕΡ, παρουσιάζων τον Ραγκενώ προς τον Χριστιανόν.
Των ποιητών κ' ηθοποιών είν' ο ζαχαροπλάστης.
Ο ΡΑΓΚΕΝΩ, θορυβούμενος.
Τιμή μεγάλη! . . .
ΛΙΝΙΕΡ
Σιωπή! Μαικήνας των δεν είσαι;
ΡΑΓΚΕΝΩ
Ναι, τρων οι κύριοι αυτοί σ' εμένα.
ΛΙΝΙΕΡ
Επί πιστώσει.
Τρελλός για στίχους.
ΡΑΓΚΕΝΩ
Αληθές, πως για 'να τραγουδάκι . . .
ΛΙΝΙΕΡ
Δίνεις μια τούρτα . . .
ΡΑΓΚΕΝΩ
Όχι δα! ένα μικρό τουρτάκι!
ΛΙΝΙΕΡ
Τι αγαθός! ωσάν γιαυτό να δικαιολογήται! . . .
Για μια στροφή δεν έδωσες
ΡΑΓΚΕΝΩ
Τσουρέκια.
ΛΙΝΙΕΡ, αυστηρώς.
Με το γάλα.
Και τ' αγαπάς το θέατρον;
ΡΑΓΚΕΝΩ
Μέχρ' ειδωλολατρείας.
ΛΙΝΙΕΡ
Πληρώνεις με γλυκίσματα τα εισιτήριά σου!
Και τώρα πες, η θέσις σου απόψε, μεταξύ μας,
Τι σου κοστίζει;
ΡΑΓΚΕΝΩ
Τέσσερα μπουρέκια. Δεκαπέντε
Πάστες.
(Παρατηρών πανταχού).
Ο κύριος Συρανό δεν ήλθεν; Απορία
Μου έρχεται.
ΛΙΝΙΕΡ
Και διατί;
ΡΑΓΚΕΝΩ
Ο Μονφλερύ θα παίξη!
ΛΙΝΙΕΡ
Πράγματι, αυτός ο κοιλαράς του Φαίδωνος το ρόλο
θα παραστήση σήμερον. Αλλά και τι τον μέλλει
Αυτό τον Συρανό;
ΡΑΓΚΕΝΩ
Αλλά λοιπόν το αγνοείτε;
Διέταξε τον Μονφλερύ, που έχει 'στό στομάχι,
Να μη πατήση 'στήν σκηνή τριάντα 'μέρες.
ΛΙΝΙΕΡ, όστις ευρίσκεται εις το τέταρτον ποτήρι του.
Τώρα
Λοιπόν;
ΡΑΓΚΕΝΩ
Θα παίξη ο Μονφλερύ!
ΚΥΖΗ, πλησιάζων με τον όμιλόν του.
Και τι μπορεί να κάμη;
ΡΑΓΚΕΝΩ
Χο! χο! εγώ ήλθα να δω!
ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Ο Συρανό, ποιος είνε;
ΚΥΖΗ
Είνε ένας νέος που 'στής σπαθιές τον όμοιό του δεν έχει.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Είν' ευγενής;
ΚΥΖΗ
Ναι, αρκετά, Είν' εκ των επιλέκτων.
(Δεικνύων ένα ευγενή, όστις πηγαινοέρχεται εις την αίθουσαν, ωσάν
να εζήτει κανένα).
Αλλά ο φίλος του Λεμπρέτ Θα σας πληροφορήση.
(Καλεί αυτόν).
Λεμπρέτ;
(Ο Λεμπρέτ τους πλησιάζει).
Ζητείς τον Μπερζεράκ;
ΛΕΜΠΡΕΤ
Ναι, κ' εις ανησυχίαν
Ευρίσκομαι.
ΚΥΖΗ
Ο άνθρωπος αυτός, δεν είν' αλήθεια,
Πώς διόλου δεν είνε κοινός;
ΛΕΜΠΡΕΤ, μετά τρυφερότητος.
Ω! υπό την σελήνην
Πλάσμ' απ' αυτόν γλυκύτερον δεν είδα!
ΡΑΓΚΕΝΩ
Στιχοπλόκος!
ΚΥΖΗ
Και ξιφομάχος!
ΜΠΡΙΣΑΓΙ
Φυσικός!
ΛΕΜΠΡΕΤ
Και μουσικός!
ΛΙΝΙΕΡ
Και ποίαν
Έχει μορφήν αλλόκοτον!
ΡΑΓΚΕΝΩ
Βεβαίως, δεν πιστεύω,
Πως την εικόνα του ποτέ θα μας την ζωγραφίση
Ο σοβαρός ζωγράφος μας, ο δε Σαμπαίν. Αλλ' όμως
Παράδοξος, αλλόκοτος, περίεργος, αστείος,
Θα εχρησίμευε, φρονώ, ως ο μαχαιροβγάλτης
Ο πειο τρελλός 'στόν Ιάκωβον Καλότ, τον μακαρίτην,
Διά τας προσωπίδας του. Καπέλλο με λοφίον
Τριπλούν, 'σωκάρδι μ' έξ φτερά, καπότο, που από 'πίσω
Μ' επισημότητα πολλήν η σπάθη του σηκόνει,
Καθώς αυθάδους κόκορα ουρά που καμαρώνει,
Απ' όλους δε τους Αρταμπάν πειο γαύρος, που η Γασκόνη
Ήτο και θάνε πάντοτε η ξακουσμένη μάνα,
Σαν τραχηλιά αρλεκινική, τον βλέπεις να προβάλλη
Μια τέτοια μύτη! Α! κύριοι, τι μύτη εκείνη η μύτη!
Στον δρόμο δεν μπορείς να δης μια τέτοια προσωπίδα,
Χωρίς να κράξης! «Α! μ' αυτή μοιάζει 'σάν προβοσκίδα!»
Έπειτα λες χαμογελών: «Θα την πετάξη . . .» Αλλ' όμως
Ο κύριος δε Μπερζεράκ δεν την πετά ποτέ του.
ΛΕΜΠΡΕΤ, σείων την κεφαλήν.
Τη φέρει — κι' όποιος τη θωρεί τόνε καταξεσχίζει.
ΡΑΓΚΕΝΩ, υπερηφάνως.
Το ξίφος του είνε το μισό του ψαλλιδιού της Μοίρας.
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ, υψών τους ώμους.
Δε θάρθη!
ΡΑΓΚΕΝΩ
Θάρθη! Στοίχημα σας βάζω ένα ορνίθι
Κατά τον Ραγκενώ!
ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Δεκτόν!
(Ψίθυροι θαυμασμού εις την αίθουσαν. Η Ροξάνη ενεφανίσθη εν τω
θεωρείω της. Κάθηται εις το έμπροσθεν μέρος, η ακόλουθός της εις
το βάθος. Ο Χριστιανός, απασχολούμενος να πληρώση την πράτριαν,
δεν παρατηρεί).
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Α! κύριοι! αλλ' είνε
Υπερβαλλόντως θελκτική!
ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Ροδάκινο που ρίχνει
Χαμόγελο 'στή φράουλα!
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Κ' είνε δροσάτη τόσον,
Που πειο κοντά της θ' άρπαζες συνάχι 'στήν καρδιά σου.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, εγείρων την κεφαλήν, παρατηρεί
την Ροξάνην, και αρπάζων ζωηρώς τον βραχίονα του Λινιέρ.
Αυτή είνε!
ΛΙΝΙΕΡ, παρατηρών.
Α! είνε αυτή!
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Πες γρήγορα! Φοβούμαι.
ΛΙΝΙΕΡ, πίνων βραδέως το ριβεσάλτον του.
Είν' η Μαγδαληνή Ρομπέν, μεπώνυμον Ροξάνη —
Κομψευομένη φίνα.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Φευ!
ΛΙΝΙΕΡ
Είν' ορφανή· ελευθέρα.
'Ξαδέλφη του δε Συρανό — που ομιλούσαν τώρα . . .
(Κατ' αυτήν την στιγμήν, είς κύριος κομψότατος, με την κυανήν
ταινίαν χιαστί, εισέρχεται εις το θεωρείον, και όρθιος, συνομιλεί
μετά της Ροξάνης).
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, ανασκιρτών.
Ποιος είν' ο άνθρωπος αυτός; . . .
ΛΙΝΙΕΡ, όστις αρχίζει να μεθύη, κλείων τον οφθαλμόν.
Χε! Χε! κόμης δε Γκύσης.
Ερωτευμένος με αυτήν. Αλλά υπανδρευμένος
Με του Αρμόνδου Ρισελιέ την ανεψιά. Σκοπεύει
Με κάποιον υποκόμητα Βαλβέρτ να την νυμφεύση.
Ελεεινόν και . . . πρόθυμον. Αυτή δεν υπογράφει,
Αλλ' είν' ο κόμης ισχυρός, και να καταδιώξη
Μπορεί ευκόλως μιαν αστήν. Τον ύπουλον σκοπόν του
Τον απεκάλυψ' άλλως τε σένα μικρό τραγούδι,
Που . . . χα! θα πνέει μένεα!. . — Το τέλος του προ πάντων,
Ήτο τσουχτό . . . Ακούσατε . . .
(Εγείρεται παραπαίων, με το ποτήριον υψηλά, έτοιμος να ψάλλη).
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Α! όχι! Καληνύχτα.
ΛΙΝΙΕΡ
Για πού;
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Τον Κύριον Βαλβέρτ να 'βρω.
ΛIΝΙΕΡ
Προφυλαχθήτε!
Θα σας φονεύση!
(Δεικνύει εις αυτόν διά του νεύματος την Ροξάνην).
Μείνατε. Σας βλέπουν.
Είν' αλήθεια.
(Μένει εν εκστάσει. Ο όμιλος των νυκτοκλεπτών από της στιγμής
εκείνης βλέπων αυτόν χαίνοντα, τον πλησιάζει).
ΛΙΝΙΕΡ
Εγώ αναχωρώ. Διψώ. Και θα με περιμένουν
εις της ταβέρνες.
(Εξέρχεται παραπαίων).
ΛΕΜΠΡΕΤ, όστις έκαμε τον γύρον της αιθούσης, επανέρχεται προς
τον Ραγκενώ με φωνήν ήσυχον.
Πουθενά ο Συρανό.
ΡΑΓΚΕΝΩ, δυσπίστως.
Εν τούτοις . . .
ΛΕΜΠΡΕΤ
Ελπίζω τα προγράμματα δεν έχει 'δεί,
Η ΠΛΑΤΕΙΑ
Αρχίστε!
Αρχίστε!
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
Οι ΑΥΤΟΙ εκτός του ΛΙΝΙΕΡ. ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, ΒΑΛΒΕΡΤ. Έπειτα
ΜΟΝΦΛΕΡΥ.
ΕΙΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ, βλέπων τον δε Γκύσην, όστις κατέρχεται του
θεωρείου της Ροξάνης και διασχίζει την πλατείαν,
περιστοιχιζόμενος ευλαβώς υπό κυρίων, μεταξύ των οποίων ο
υποκόμης δε Βαλβέρτ.
Κύτταξε αυλήν που ο δε Γκύσης έχει!
ΕΤΕΡΟΣ
Πουφ! Τι Γασκώνος!
Ο ΠΡΩΤΟΣ
Εύστροφος και ψύχραιμος Γασκώνος
Που επιτυγχάνει τον σκοπόν ευκόλως. Πίστευσέ με,
Ας χαιρετίσωμεν αυτόν!
(Πηγαίνουσι προς τον δε Γκύσην).
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Τι εύμορφες ταινίες!
Το χρώμα πώς το λέγετε αυτό, κόμη δε Γκύση;
Δ ο ς μ ο υ μ ι κ ρ ο ύ λ α μ ο υ φ ι λ ί ή ε λ α φ ι ο ύ κ ο ι λ ί α;
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Είνε το χρώμα Ι σ π α ν ο ύ α ρ ρ ώ σ τ ο υ.
ΠΡΩΤΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Και το χρώμα
Ποτέ δεν λέγει ψέμματα, διότι μετ' ολίγον
Χάρις εις την ανδρείαν σας ο ισπανός σ' τας Φλάνδρας
θε να την έχει άσχημα.
ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ
Εις την σκηνήν θανέβω.
Θα έλθετε και σεις;
(Διευθύνεται εις την σκηνήν ακολουθούμενος παρ' όλων των ευγενών.
Στρέφεται και καλεί τον Βαλβέρτ).
Ελθέ, Βαλβέρτ!
(Ο Χριστιανός, όστις τους ακούει και τους παρατηρεί, σκιρτά
ακούων το όνομα τούτο).
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ο υποκόμης!
Α! θα του ρίψω παρευθύς το . . .
(Θέτει παρευθύς την χείρα του εις το θυλάκιον κ' ευρίσκει εκείνην
του νυκτοκλέπτου, ετοίμου να τον κλέψη. Στρέφεται).
Μπα!
Ο ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ
Αι!
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Εζητούσα
Το γάντι μου!. .
Ο ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ
Κευρίσκετε 'να χέρι.
(Αλάσσων τόνον, χαμηλοφώνως και ταχέως).
Αφήσατέ με.
Και θα σας 'πώ ένα μυστικό.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, κρατών αυτόν πάντοτε.
Ποίον;
Ο ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ
Αυτός που τώρα
Σας άφησε, ο Λινιέρ . . .
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Λοιπόν;
ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ
Θα χάση την ζωήν του.
Μ' ένα τραγούδι επρόσβαλε κάποιον απ' τους μεγάλους,
Κ' εκατόν άνθρωποι — μαζύ κ' εγώ — είνε βαλμένοι
Απόψε . . .
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Εκατόν! Και ποιος τους έχει . . .
ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ
Μυστικότης . . .
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, υψών τους ώμους.
Ω! ω!
ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ μετά πολλής αξιοπρεπείας.
Επαγγελματική!
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Πού θάνε;
ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ
Εις την Πύλην
Του Νελ. 'Πάνω στον δρόμον του. Ειδοποιήσατέ τον!
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ, αφίνων τέλος την χείρα του.
Πού θα τον εύρω;
ΝΥΚΤΟΚΛΕΠΤΗΣ
Τρέξετε εις όλες της ταβέρνες:
Στο «Πατητήρι το χρυσό», 'στό «Μήλο του ελάτου»,
Στη «Ζώνη που ξεσπά», 'στά «δυο Δαδιά», 'στά «τρία Χωνία»,
Και στο καθένα αφίνετε γι' αυτόν ένα μπιλιέτο.
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ
Ναι, τρέχω α! τους ποταπούς. Είν' εκατό κείν' ένας!
(Παρατηρών μετ' αγάπης την Ροξάνην).
Αυτήν ν' αφήσω! . . .
(Μετά μανίας τον Βαλβέρτ).
Και αυτόν! . . . Μα πρέπει να τον σώσω . . .
(Εξέρχεται τρέχων. Ο δε Γκύσης, ο υποκόμης, οι μαρκήσιοι, και
όλοι οι ευγενείς εξηφανίσθησαν όπισθεν της αυλαίας διά να λάβωσι
θέσιν εις τα εδώλια της σκηνής. Η πλατεία είνε πλήρης. Ουδεμία
πλέον θέσις κενή εις τας εξέδρας και εις τα θεωρεία).
Η ΠΛΑΤΕΙΑ
Αρχίσατε!
ΕΙΣ ΑΣΤΟΣ, του οποίου η φενάκη πετά εις το άκρον μιας
κλωστής, αλιευθείσα υπό ενός ακολούθου της ανωτέρας εξέδρας.
Η περούκα μου!
ΚΡΑΥΓΑΙ ΧΑΡΑΣ
Να μια φαλάκρα! Μπράβο,
Ακόλουθοι! Χα! χα! χα! χα! χα! χα!
Ο ΑΣΤΟΣ, μανιώδης δεικνύων την πυγμήν.
Μικρέ αχρείε!
ΓΕΛΩΤΕΣ και ΚΡΑΥΓΑΙ, αρχίζουν ισχυρώς και βαίνουν
εξαλειφόμεναι.
ΧΑ! χα! χα! χα! χα! χα!
(Σιωπή πλήρης).
ΛΕΜΠΡΕΤ
Αυτή η σιωπή εξαίφνης:
(Είς θεατής τω λέγει κάτι χαμηλοφώνως).
Α!
ΘΕΑΤΗΣ
Μου επεβεβαίωσαν το πράγμα μόλις τώρα.
ΨΙΘΥΡΟΙ
Σουτ! φαίνεται; — Όχι! — Ναι! — Εις το δικτυωτόν θεωρείο.
Είνε ο Καρδινάλιος! — Τι λες; ο Καρδινάλιος; —
Ο καρδινάλιος! —
ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
Διάβολε! Δεν θα μπορεί καθένας
Να μη καθήση φρόνιμα!. .
(Κτυπήματα επί της σκηνής. Όλοι μένουν ακίνητοι. Προσδοκία).
Η ΦΩΝΗ ενός μαρκησίου, εν μέσω της σιωπής, όπισθεν της
αυλαίας.
Εκείνη τη λαμπάδα
Να ξεφτυλίστε!
ΕΤΕΡΟΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ, εξάγων την κεφαλήν
διά της σχισμής της αυλαίας,
Έν κάθισμα!
(Το κάθισμα τω δίδεται από χειρός εις χείρα άνωθεν των κεφαλών. Ο
μαρκήσιος την λαμβάνει και εξαφανίζεται, αφού έστειλε μερικά
φιλήματα προς τα θεωρεία).
ΕΙΣ ΘΕΑΤΗΣ
Σωπάτε!
(Ακούονται και πάλιν τα τρία κτυπήματα. Η αυλαία ανοίγεται.
Εικών. Οι μαρκήσιοι καθήμενοι επί των πλευρών της σκηνής εις
στάσεις αυθάδεις. Η σκηνή του βάθους παριστά κυνόχρουν διάκοσμον
βουκολικού δράματος. Τέσσαρες μικροί κρυστάλλινοι πολυέλαιοι
φωτίζουν την σκηνήν. Τα βιολία παίζουν ηρέμα).
ΛΕΜΠΡΕΤ, προς τον Ραγκενώ χαμηλοφώνως.
Βγαίνει πρώτος
Εις την σκηνήν ο Μονφλερύ;
ΡΑΓΚΕΝΩ, επίσης.
Ναι, απ' αυτόν αρχίζει.
ΛΕΜΠΡΕΤ
Ο Συρανό δεν είν' εδώ.
ΡΑΓΚΕΝΩ
Το στοίχημά μου χάνω,
ΛΕΜΠΡΕΤ
Καλλίτερα!
(Ακούεται ήχος ασκαύλου, και ο Μονφλερύ εμφανίζεται επί της
σκηνής, υπερμεγέθης ενδεδυμένος ως βοσκός βουκολικού δράματος,
φέρων πίλον ροδοστεφή κλίνοντα προς το ους του, και φυσών ένα
ταινιοφόρον ασκόν).
Η ΠΛΑΤΕΙΑ, χειροκροτούσα.
Ο Μονφλερύ!! ο Μονφλερύ μας μπράβο!
Ο ΜΟΝΦΛΕΡΥ, χαιρετίζων, παίζει τον ρόλον του Φαίδωνος.
«Χαρά 'στον που απ' της αυλές μακρυά, σ' έρημους τόπους
«Ζητάει την εξορία του και φεύγει τους ανθρώπους,
«Κι' όταν ο Ζέφυρος φυσά 'στά μυρωμένα δάση . . .
ΜΙΑ ΦΩΝΗ, εν τω μέσω της πλατείας.
Αισχρέ, δεν σ' απηγόρευσα να παίξης ένα μήνα;
(Κατάπληξις. Άπαντες στρέφονται, ψιθυρισμοί).
ΦΩΝΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ
Μπα! — Τι; — Ποιος; —
(Εγείρονται εις τα θεωρεία διά να ίδουν).
ΚΥΖΗ
Ήλθε!
ΛΕΜΠΡΕΤ, έντρομος.
Ο Συρανό!
Η ΦΩΝΗ
Ευθύς, αρχιπαληάτσε,
Να φύγης από τη σκηνή.
Η ΠΛΑΤΕΙΑ, εν αγανακτήσει.
Ω!
ΜΟΝΦΛΕΡΥ
Αλλά . . .
Η ΦΩΝΗ
Παρακούεις;
ΔΙΑΦΟΡΑΙ ΦΩΝΑΙ, εκ της πλατείας και των θεωρείων
Σουτ! Πάψε! — Παίξε Μονφλερύ! — Τίποτε μη φοβάσαι!. .
ΜΟΝΦΛΕΡΥΥ, διά φωνής επισφαλούς
«Χαρά 'στον που από της αυλές μακρυά και . . .
Η ΦΩΝΗ, απειλητικωτέρα.
Είν' ανάγκη.
Ω των γελοίων βασιληά, ευθύς λοιπόν να κάνω
Να πέση ξύλινη βροχή 'στούς ώμους σου επάνω;
(Μία ράβδος εις το άκρον ενός βραχίονος αναπηδά υπεράνω των
κεφαλών. Ο Μονφλερύ διά φωνής επί μάλλον και μάλλον
εξασθενούσης).
«Χαρά 'στον. .
(Η ράβδος ταράσσεται).
Η ΦΩΝΗ
Έξω!
Η ΠΛΑΤΕΙΑ
Α!
ΜΟΝΦΛΕΡΥ, πνιγόμενος,
Χαρά 'σ . . .
ΣΥΡΑΝΟ, αναπηδών εκ της πλατείας, ορθός επί ενός καθίσματος,
με τους βραχίονας εσταυρωμένους, με τον πίλον προς μάχην, τον
μύστακα ανορθωμένον, την ρίνα τρομεράν.
Α! θα θυμώσω τώρα! . .
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
οι αυτοί, ΣΥΡΑΝΟ, έπειτα ΜΠΕΛΡΟΖ, ΖΟΝΤΕΛΕ.
ΜΟΝΦΛΕΡΥ, προς τους μαρκησίους.
Α! κύριοι, βοήθειαν!
ΕΙΣ ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Παίξε λοιπόν!
ΣΥΡΑΝΟ
Αν παίξης,
Χονδρούλιακα, τα μάγουλα θα σου καταχερίσω!
Ο ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ
Σώπαινε!
ΣΥΡΑΝΟ
Οι Μαρκήσιοι να κλείσουνε το στόμα,
Διότι τας ταινίας των η ράβδος μου θα 'γγίξη!
ΟΛΟΙ ΟΙ ΜΑΡΚΗΣΙΟΙ, εγείρονται.
Παρά πολύ!. . αι! Μονφλερύ!. .
ΣΥΡΑΝΟ
Ο Μονφλερύ να φύγη,
Ή θα του κόψω το αυτί και θα τον ξεκοιλιάσω.
ΜΙΑ ΦΩΝΗ
Αλλά . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Να φύγη!
ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΦΩΝΗ
Αλλά πώς . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Δεν έφυγες ακόμη;
(Κάμει χειρονομίαν, ότι ανασηκόνει τας χειρίδας του).
Καλά! επάνω 'στή σκηνή, σαν σε τραπεζαρία,
Θα κόψω την ιταλική ετούτη μορταδέλλα!
ΜΟΝΦΛΕΡΥ, προσπαθών να συγκεντρώση την αξιοπρέπειάν του.
Μα, κύριε, προσβάλλων με, την Θάλειαν προσβάλλεις!
ΣΥΡΑΝΟ, λίαν ευγενώς.
Αν, κύριε, η Μούσ' αυτή, προς την οποίαν ξένος
Σεις είσθε, είχε την τιμήν να σας γνωρίζη, τότε
Πιστεύσατέ με, βλέπουσα υμάς χονδρόν τοσούτον
Κ' ηλίθιον, τον κόθορνον θα σας επέτα κάπου.
Η ΠΛΑΤΕΙΑ
Αι! Μονφλερύ! αι! Μονφλερύ!=Παίξε λοιπόν το δράμα!
ΣΥΡΑΝΟ, προς τους φωνάζοντας πέριξ του.
Την θήκη μου, παρακαλώ, πολύ να λυπηθήτε,
Ή την λεπίδα να ξερνά ευθύς θα την ιδήτε!
(Ο κύκλος ευρύνεται)
ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ, οπισθοχωρούν.
Καλά λοιπόν! . .
ΣΥΡΑΝΟ, προς τον Μονφλερύ.
Θα βγης;
ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ, προσεγγίζον και απειλών.
Ω! Ω!
ΣΥΡΑΝΟ, στρεφόμενος ζωηρώς.
Κανείς παραπονείται;
(Νέα οπισθοχώρησις).
ΜΙΑ ΦΩΝΗ, ψάλλουσα εις το βάθος.
Αυτός ο κύριος Συρανό
Μας έχει τυραννήσει,
Και μόλο αυτό τον τύραννο
Θα παίξουν την Κ λ ο ρ ί σ η!
ΟΛΗ Η ΑΙΘΟΥΣΑ, ψάλλουσα.
Την Κ λ ο ρ ί σ η, την Κ λ ο ρ ί σ η!
ΣΥΡΑΝΟ
ΑΝ 'πήτε το τραγούδι αυτό μίαν φοράν ακόμα,
Όλους θα σπάσω 'στής ξυλιές.
ΕΙΣ ΑΣΤΟΣ
Σαμψών δεν είσαι!
ΣΥΡΑΝΟ
Θέλεις,
Κύριε, το σαγόνι σου να μου δανείσης;
ΜΙΑ ΚΥΡΙΑ, εκ των θεωρείων.
Είνε
Ανήκουστον!
ΕΙΣ ΚΥΡΙΟΣ
Τι σκάνδαλον!
ΕΙΣ ΑΣΤΟΣ
Είν' οχληρόν!
ΕΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
Το 'βρίσκω
Πολύ τερπνόν!
Η ΠΛΑΤΕΙΑ
Κσσ! Μονφλερύ! — Κσσ! Συρανό!
ΣΥΡΑΝΟ
Σωπάτε!
ΠΛΑΤΕΙΑ
Χι Χαν! Μπε! Κρρ! Ουά! Κοκορικό!
ΣΥΡΑΝΟ
Σας . . .
ΕΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
Νιάου!
ΣΥΡΑΝΟ
Σας επιβάλλω σιωπήν! Και απευθύνω μίαν
Εις την πλατείαν πρόκλησιν καθ' όλα παρομοίαν!
Τα ονόματά σας! — έλθετε πλησίον, ήρωές μου!
Με την σειράν του έκαστος! Τον αριθμόν σας δίδω.
Εμπρός! ποιος τον κατάλογον νανοίξη θέλει πρώτος!
Συ, παλληκάρι; όχι! Συ! Όχι! Τον ξιφομάχον
Τον πρώτον μόλας τας τιμάς, που αξίζει, θα τον στείλω!
— Όσοι ζητούν τον θάνατον, το δάκτυλο ας υψώσουν!
(Σιωπή).
Μη τη λεπίδα μου γυμνή εντρέπεσθε να 'δήτε;
Ούτ' όνομα; — Ούτε δάκτυλο; Έχει καλώς. Προβαίνω.
(Στρεφόμενος προς την σκηνήν, όπου ο Μονφλερύ περιμένει μετ'
αγωνίας) ·
Θέλω λοιπόν το θέατρον να 'δω θεραπευμένο
Από αυτό το πρίξιμον. Αλλέως . . .
(Θέτων την χείρα επί του ξίφους)
το νυστέρι!
ΜΟΝΦΛΕΡΥ
Σας . . .
ΣΥΡΑΝΟ, κατερχόμενος εκ του καθίσματος, κάθηται ανέτως εν
μέσω του κύκλου, όστις εσχηματίσθη πέριξ του.
Θα κτυπήσω τρεις φορές, πανσέληνε, τα χέρια!
Στην τρίτη έκλειψι ολική θα υποστής.
Η ΠΛΑΤΕΙΑ, διασκεδάζουσα.
Α!
ΣΥΡΑΝΟ, κτυπών τας παλάμας.
Μία!
ΜΟΝΦΛΕΡΥ
Σας . . .
ΜΙΑ ΦΩΝΗ, εκ των θεωρείων.
Μείνε! Στάσου!
Η ΠΛΑΤΕΙΑ
Θα σταθή . . .δεν θα σταθή . . .
ΜΟΝΦΛΕΡΥ
Νομίζω,
Κύριοι . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Δύο!
ΜΟΝΦΛΕΡΥ
Κάλλιον θα ήτο . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Τρεις!
(Ο Μονφλερύ εξαφανίζεται ως εντός καταπακτής. Θύελλα γελώτων,
συριγμών αποδοκιμασιών).
Η ΑΙΘΟΥΣΑ
Χου! . . . Γιούχα! . . .
Άνανδρε! γύρισε! . . .
ΣΥΡΑΝΟ, ευφραινόμενος εξαπλώνεται επί της έδρας του
κεξαπλώνει τας κνήμας του.
Αν τολμά, ας έλθη!
ΕΙΣ ΑΣΤΟΣ
Του θιάσου
Ο ρήτωρ!
(Ο Μπελρόζ προχωρεί και χαιρετίζει).
ΤΑ ΘΕΩΡΕΙΑ
Α! να ο Μπελρόζ!
ΜΠΕΛΡΟΖ, μετά κομψότητος.
Κύριοι και κυρίαι . . .
Η ΠΛΑΤΕΙΑ
Όχι ο Μπελρόζ! ο Ζοντελέ!
ΖΟΝΤΕΛΕ, προχωρεί και ερρίνως.
Βώδια!
Η ΠΛΑΤΕΙΑ
Α! μπράβο! Μπράβο!
Πολύ καλά!
ΖΟΝΤΕΛΕ
Τα μπράβο σας να λείψουν! Ο χονδρός σας
Ο τραγικός, που την κοιλιά να βλέπετε αγαπάτε . . .
Του ήλθε να . . .
Η ΠΛΑΤΕΙΑ
Είν' άνανδρος!
ΖΟΝΤΕΛΕ
Να έβγη αναγκάσθη!
Η ΠΛΑΤΕΙΑ
Να επιστρέψη!
ΟΙ ΜΕΝ
Όχι!
Οι ΑΛΛΟΙ
Ναι!
ΕΙΣ ΝΕΟΣ, προς τον Συρανό,
Μα κύριε, τι λόγους
Έχεις κατά του Μονφλερύ;
ΣΥΡΑΝΟ, χαρίεις, καθήμενος πάντοτε.
Μικρό χηνόπουλό μου,
Έχω δυο λόγους 'κι ο καθείς είν' αρκετός και μόνος.
Πρώτον: Τον 'βρίσκω ηθοποιόν αχρείον, που 'γκαρίζει,
Και του νεροκουβαλητού φωνές 'σου ξεφωνίζει
Στίχους, που πρέπει ελαφρά ναφίνη να πετούνε!
Δεύτερον: Είνε μυστικό δικό μου . . .
Ο ΓΕΡΩΝ ΑΣΤΟΣ, όπισθεν.
Την Κ λ ο ρ ί σ ην,
Εν τούτοις εμποδίζετε νακούσωμεν αδίκως . . .
Και θα 'πιμένω να την 'δώ . . .
ΣΥΡΑΝΟ, στρέφει το κάθισμά του προς τον αστόν ευσεβάστως.
Αφού, παληό μουλάρι,
Οι στίχοι του γέρο Μπαρό αξίζουν μία νούλα,
Διέκοψ' άνευ τύψεων!
ΑΙ ΚΟΜΨΕΥΟΜΕΝΑΙ, εις τα θεωρεία.
Άχ! — ωχ! — αχ! — τον Μπαρό μας!
Αγαπητή μου! Άκουσες; Καλέ! Τι αδικία!. .
ΣΥΡΑΝΟ, στρέφων το κάθισμά του προς τα θεωρεία, ιπποτικώς.
Εσείς, ωραία πρόσωπα, σπείρατε ακτίνες, άνθη,
Κερνάτε μας με όνειρα, μένα χαμόγελό σας
Μαγεύετε ένα θάνατο, εμπνεύσατέ μας στίχους!
Αλλ' όμως μη τους κρίνετε!
ΜΠΕΛΡΟΖ
Και τώρα, που είν' ανάγκη
Το χρήμα ναποδώσωμεν!
ΣΥΡΑΝΟ, στρέφων το κάθισμα προς την σκηνήν.
Μπελρόζ, αυτό το πράγμα
Είνε το μόνον έξυπνον που είπες. 'Στό μανδύα
Του Θέσπιδος δεν αγαπώ ποτέ να κάμω τρύπες.
(Εγείρεται και πετά έν σακκίδιον επάνω εις την σκηνήν).
Άρπαξε τούτο το σακκί 'στά πεταχτά, και σώπα!
Η ΑΙΘΟΥΣΑ, έκθαμβος.
Α!. . Ω!
ΖΟΝΤΕΛΕ, συλλέγων ταχέως το βαλάντιον και ζυγίζων αυτό.
Μ' αυτό το τίμημα και κάθε βράδυ ακόμη
Μπορείτε να 'μποδίζετε να παίζεται η Κ λ ο ρ ί σ η! . . .
Η ΑΙΘΟΥΣΑ
Γιούχα!. .
ΖΟΝΤΕΛΕ
Και αν επρόκειτο να μας σφυρίξετε όλους!
ΜΠΕΛΡΟΖ
Η αίθουσα να κενωθή . . .
ΖΟΝΤΕΛΕ
Κενώσετε! . . .
(Αρχίζουν να εξέρχωνται, εν ώ ο Συρανό βλέπει με ύφος
ικανοποιημένον. Αλλά το πλήθος σταματά μετ' ολίγον, ακούον την
επομένην σκηνήν και η έξοδος παύει. Αι γυναίκες, αίτινες είχον
ήδη εγερθή και φορέσει τους μανδύας των, σταματούν διά νακούσουν
και τέλος επανακάνθηνται).
ΛΕΜΠΡΕΤ, προς τον Συρανό.
Τι τρέλλα!
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ, πλησιάσας.
Τον κωμωδόν τον Μονφλερύ! Τι σκάνδαλον! Αλλ' είνε
Προστατευόμενος από τον δούκα της Κανδάλης!
Έχεις προστάτην;
ΣΥΡΑΝΟ
Όχι!
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Πώς; δεν έχεις; . .
ΣΥΡΑΝΟ
Όχι!
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Ούτε
Ακόμα ένα κύριον μεγάλον να σκεπάση
Με τόνομά του; . .
ΣΥΡΑΝΟ, στενοχωρούμενος.
Δυο φορές σου είπα όχι. Πρέπει
Τρίτη φορά να σου το 'πώ; Προστάτην ναι, δεν έχω, . .
(Θέτων την χείρα επί της σπάθης).
Αλλά μίαν προστάτριαν!
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Την πόλιν μη θ' αφήσης.
ΣΥΡΑΝΟ
Όπως ιδώ.
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Αλλά ο Δουξ έχει μακρύ το χέρι!
ΣΥΡΑΝΟ
Απ' το δικό μου δεν μπορεί μακρύτερο να τώχει . . .
(Δεικνύων την σπάθην του).
Όταν αυτό το μάκρυσμα του βάλλω!
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Και πιστεύεις
Πως θα τα βάλλης με αυτόν!. .
ΣΥΡΑΝΟ
Πιστεύω.
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Αλλά . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Και τώρα
Στρέψε της φτέρνες σου!
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Αλλά . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Στρέψε, ή 'πες μου,
Γιατί κυττάς τη μύτη μου;
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ, θορυβούμενος.
Εγώ . . .
ΣΥΡΑΝΟ, βαδίζων προς αυτόν.
Σ' αυτή, τι βλέπεις,
Ειπέ μου, το παράδοξον;
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ, οπισθοχωρών.
Είνε απατημένη
Η χάρις σας . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Χορευτική και μαλακή μην είνε
'Σάν προβοσκίδα, κύριε;
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Αλλά εγώ δεν είπα . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Σου φαίνεται αγκιστρωτή 'σάν κουκουβάγιας ράμφος;
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Εγώ . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Κανένα σάρκωμα έχει 'στήν άκρη;
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Όμως . . .
ΣΥΡΑΝΟ
Ή καμμιά μυίγα σιγαλά περιπατεί επάνω;
Τι έχει το αλλόκοτο;
Ο ΟΧΛΗΡΟΣ
Ω!
ΣΥΡΑΝΟ
Φαινόμενον μην είνε;