WeRead Powered by ReaderPub
Συρανό δε Μπερζεράκ cover

Συρανό δε Μπερζεράκ

Chapter 51: ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

A five-act verse drama follows a charismatic, eloquent soldier renowned for his large nose who masks deep insecurity while pursuing love for a woman admired by many. When a handsome but inarticulate rival courts her, the eloquent soldier secretly composes letters and speeches to win her heart through the rival, performing feats of daring and wit onstage and in battle. The action mixes comedy, theatrical spectacle, and dueling bravado with tender, private scenes, exploring themes of appearance versus inner value, the power of language, personal honor, and the sacrifices made for unrequited devotion, culminating in a moving, elegiac resolution.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ
Μόνος αυτός, αφ' ότου αυτή 'στό μοναστήρι τούτο
Επήρ' ένα δωμάτιον, να της διασκεδάζη
Ξεύρει την λύπην, που ποτέ δεν θέλει ναποσβύση.

ΟΛΑΙ ΑΙ ΑΔΕΛΦΑΙ
Πόσον αστείος είνε! — Τι χαρά οπόταν έλθη!
— Πώς μας πειράζει! — Τι καλός που είνε! — Τι αγάπη
Που τούχομεν! — Του κάνομε πάστες σαν αγγελούδια.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ
Μα τέλος και πολύ καλός καθολικός δεν είνε!

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ
Θα τον προσηλυτίσωμεν!

ΑΙ ΑΔΕΛΦΑΙ
Ναι!

ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ
Σας απαγορεύω
Παρόμοιον να κάμετε πράγμα γιαυτόν, παιδιά μου!
Μη τον ταράσσετε, γιατί δεν θάρχετ' εδώ πλέον
Τόσον συχνά.

ΑΔΕΛΦΑΙ
Μα . . . ο Θεός . . .

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ
Ω! μην ανησυχείτε
Ο Θεός τον ξεύρει·

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ
Μα μου λέει σαν έλθη το σάββατο
Υπερηφάνως: «Έφαγα χθες κρέας, αδελφή μου!»

ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ
Α! σούπε αυτό; . . . Λοιπόν σαν ήλθεν τελευταίον
Δεν είχε βάλει τίποτε 'στό στόμα του δυο μέρες.

ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ
Μητέρα μου!

ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ
Είνε πτωχός.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ
Και ποίος σας το είπε;

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ
Ο κύριος Λεμπρέτ.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ
Γιατί δεν τον βοηθούνε;

Η ΜΗΤΗΡ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ
Όχι,
Θα θύμωνε!

(Εις μίαν δενδροστοιχίαν του βάθους, βλέπει τις εμφαινομένην την
Ροξάνην, ενδεδυμένην μελανά, με την καλύπτραν της χήρας, και
μακρόν πέπλον ο δε Γκύσης μεγαλοπρεπής και γηραιός βαδίζει
πλησίον της. Βαδίζουν με βήματα βραδέα. Η μήτηρ Μαργαρίτα
εγείρεται).

Πηγαίνομεν, καιρός είνε. Η κυρία
Μαγδαληνή, περιπατεί με κάποιον επισκέπτην
Μέσα 'στό πάρκο.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ, σιγά εις την Μάρθαν.
Είν' ο Δουξ του δε Γραμμόν, στρατάρχης;

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ, παρατηρούσα.
Νομίζω, ναι.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ
Δεν είχ' ερθή δυο μήνες να την ίδη.

ΑΙ ΑΔΕΛΦΑΙ
Έχ' υποθέσεις! — Η αυλή! — Το στράτευμα!

Η ΑΔΕΛΦΗ ΚΛΑΡΑ
Η φροντίδες
Του κόσμου!

(Εξέρχονται. Ο δε Γκύσης και η Ροξάνη κατεβαίνουν εν σιωπή και
σταματούν πλησίον του Ιστού).

ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΑ


ΡΟΞΑΝΗ, ο ΔΟΥΞ ΔΕ ΓΡΑΜΜΟΝ, αρχαίος κόμης ΔΕ ΓΚΥΣΗΣ, έπειτα
ΛΕΜΠΡΕΤ και ΡΑΓΚΕΝΩ.

Ο ΔΟΥΞ
Και θα μείνετε, εδώ, ξανθή ματαίως,
Πάντα με πένθος;

ΡΟΞΑΝΗ
Πάντοτε.

Ο ΔΟΥΞ
Πάντα πιστή;

ΡΟΞΑΝΗ
Ω! πάντα!

Ο ΔΟΥΞ, μετά τινα σιγήν.
Με συγχωρήσατε;
Αφού εδώ 'μαι.

(Νέα σιγή).

Ο ΔΟΥΞ
Όντως ήτο
Τοιούτον πλάσμα; . .

ΡΟΞΑΝΗ
Έπρεπε να τον γνωρίστε!

Ο ΔΟΥΞ
Α! έπρεπε; . . Τον γνώρισα πολύ ολίγον ίσως . . . .
Και 'στή καρδιά σας πάντοτε το τελευταίον γράμμα!

ΡΟΞΑΝΗ
Ως επινώτιον γλυκύ απ' τούτο το βελούδο
Κρέμεται πάντα.

Ο ΔΟΥΞ
Και νεκρόν τον αγαπάτε ακόμα;

ΡΟΞΑΝΗ
Ενίοτε μου φαίνεται ότι νεκρός δεν είνε
Ειμή κατά το ήμισυ, κη δυο καρδιές μας είνε
Πάντα μαζύ, και ζωντανός ο έρως του πετάει
Τριγύρω μου.

Ο ΔΟΥΞ, μετά τινα σιγήν ακόμη.
Ο Συρανό έρχεται να σας βλέπη;

ΡΟΞΑΝΗ
Ναι, τακτικά. — Ο παλαιός αυτός μου φίλος είνε
Εφημερίς μου τακτική. Κάτω απ' το δένδρο τούτο
Του βαίνομεν το κάθισμα και κάθεται, αν κάμη
Καλός καιρός. Εγώ κεντώ και τον προσμένω.
Στο τελευταίο κτύπημα της ώρας — γιατί πλέον
Δεν στρέφω καν την όψιν μου — στη σκάλα
Να κατεβαίνη τακτικά την ράβδον του ακούω.
Κάθεται· με το αιώνιο γελά το κέντημά μου·
Χρονογραφία τακτική, μου λέει της εβδομάδος
Και . . .

(Ο Λεμπρέτ φαίνεται επί του αναβάθρου).

Μπα! να έρχεται ο Λεμπρέτ!

(Ο Λεμπρέτ κατεβαίνει).

Ο φίλος μας, πώς έχει;

ΛΕΜΠΡΕΤ
Κακώς.

Ο ΔΟΥΞ
Ω!

ΡΟΞΑΝΗ, εις τον Δούκα.
Είν' υπερβολή!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Εκείνο που προείπα:
Η ερημιά η φτώχειά του! . . . Αι σάτυραί του νέους
Εχθρούς του κάμουν πάντοτε! Προσβάλλει τους κιβδήλους
Τους ευγενείς και τους ψευδείς τους θρήσκους, σατυρίζει
Τους λογοκλόπους, τους ψευδείς ανδρείους, — όλους!

ΡΟΞΑΝΗ
Όμως
Τα ξίφος του τρόμον βαθύν εμπνέει. Και ποτέ τους
Δεν θα τον καταβάλλουν.

Ο ΔΟΥΞ, σείων την κεφαλήν.

Τις οίδε;

ΛΕΜΠΡΕΤ
Ό,τι φοβούμαι
Δεν είνε τόσον οι εχθροί, όσον η μόνωσίς του,
Η πείνα, ο Δεκέμβριος όπου βραδέως 'μπαίνει
Στη σκοτεινή του κάμαρα. Ιδού ποιούς δολοφόνους
Φοβούμαι περισσότερον, ότι θα τον φονεύσουν!
— Στενεύει τον ζωστήρα του μια τρύπα κάθε 'μέρα,
Η δυστυχής η μύτη του τα χρώματα επήρε
Αρχαίου ελεφαντοστού. Καί μια φανέλλα μαύρη
Έχει για μόνο φόρεμα.

Ο ΔΟΥΞ
Α! πλην αυτός δεν είνε
Οψίπλουτος! — Αδιάφορον, να μη τόνε λυπήσθε
Πάρα πολύ!

ΛΕΜΠΡΕΤ με πικρόν μειδίαμα.
Α! κύριε στρατάρχα!

Ο ΔΟΥΞ
Όχι λέγω,
Μη τον λυπείσθε και πολύ! . . Δεν εσυνθηκολόγει
Εις την ζωήν του, ελεύθερος 'στάς σκέψεις και 'στάς πράξεις.

ΛΕΜΠΡΕΤ, ωσαύτως.
Κύριε Δουξ! . .

Ο ΔΟΥΞ, αλαζονικώς.
Γνωρίζω, ναι: έχω το παν κεκείνος
Δεν έχει τίποτε . . . αλλά θα έσφιγγα προθύμως
Το χέρι του . . .

(Χαιρετίζων την Ροξάνην).

Υγιαίνετε!

ΡΟΞΑΝΗ
Σας οδηγώ.

(Ο Δουξ χαιρετίζει τον Λεμπρέτ και διευθύνεται μετά της Ροξάνης
προς το ανάβαθρον).

Ο ΔΟΥΞ, σταματών, εν ώ αύτη αναβαίνει.
Ζηλεύω
Καμμιά φορά την τύχην του — Βλέπετε, την ζωήν του
Όταν κανείς επέτυχε, αισθάνεται, — Θεέ μου,
Όταν δεν έκαμε κανέν κακόν τη αληθεία! —
Χίλιες αηδίες κάποτε διά τον εαυτόν του,
Που αν προστεθούν δεν κάνουνε μία τύψι συνειδότος.
Αλλ' όμως μίαν σκοτεινή στενοχωρία φέρουν.
Και σέρνουν μέσ' στη γούνα των οι δουκικοί μανδύαι,
Οπόταν ανεβαίνομεν βαθμίδας μεγαλείων,
Θόρυβον χιμαιρών ξηρών και πόθων και ονείρων,
Όπως, σαν ανεβαίνετε σιγά 'σαυτάς τας θύρας,
Το πένθιμό σας φόρεμα κίτρινα φύλλα σέρνει.

ΡΟΞΑΝΗ, ειρωνικώς.
Ρεμβώδης βλέπω είσθε! . .

Ο ΔΟΥΞ
Αι! ναι!

(Καθ' ην στιγμήν μέλλει να εξέλθη, αποτόμως).
Κύριε Λεμπρέτ!

(Προς την Ροξάνην).

Μια λέξι,
Μου επιτρέπετε να πω;

(Πηγαίνει προς τον Λεμπρέτ, και με ημίσειαν φωνήν).

Είν' αληθές, κανένας
Να τον προσβάλλη δεν τολμά, μα πλείστοι τον μισούνε.
Και στο παιγνίδι μούλεγαν, εχθές, 'στής Βασιλίσσης:
«Μπορεί αυτός ο Συρανό τυχαίως ναποθάνη».

ΛΕΜΠΡΕΤ
Α!

Ο ΔΟΥΞ
Ναι. Ας μην εξέρχεται, και φρόνιμος ας είνε,

ΛΕΜΠΡΕΤ, υψώνων τους βραχίονας προς τον ουρανόν,
Φρόνιμος! Θάρθη 'στήν στιγμή, θα τον ειδοποιήσω.
Ναι, όμως! . .

ΡΟΞΑΝΗ, ήτις έμεινεν επί του αναβάθρου προς μίαν αδελφήν
προχωρούσαν προς αυτήν.
Τείνε;

Η ΑΔΕΛΦΗ
Ο Ραγκενώ να σας ιδή, κυρία,
Ζητεί.

ΡΟΞΑΝΗ
Ας τον αφήσουνε να έμβη.

(Προς τον Δούκα και τον Λεμπρέτ.)

Να μου είπη
Έρχεται για τη φτώχεια του. Έφυγε μιαν ημέραν
Διά να γίνη συγγραφεύς κέγεινε 'στήν αράδα
Ψάλτης . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ
Λουτράρης . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Ηθοποιός. . .

ΛΕΜΠΡΕΤ
Ραβδούχος. . .

ΡΟΞΑΝΗ
Περουκιέρης. . .

ΛΕΜΠΡΕΤ
Καθαριστής . . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Και σήμερα τι άραγε να κάμη;

ΡΑΓΚΕΝΩ, εισερχόμενος δρομαίος.
Αλλοίμονον! κυρία μου!

(Παρατηρεί τον Λεμπρέτ).

Κύριε! . .

ΡΟΞΑΝΗ, μειδιώσα.
Διηγήσου
Τας συμφοράς σου 'στόν Λεμπρέτ. Θα επιστρέψω.

ΡΑΓΚΕΝΩ
Όμως,
Κυρία . . .

(Η Ροξάνη εξέρχεται χωρίς να τον ακούση με τον Δούκα. Κατεβαίνει
προς τον Λεμπρέτ).

ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ


ΛΕΜΠΡΕΤ, ΡΑΓΚΕΝΩ

ΡΑΓΚΕΝΩ
Άλλως τε αφού εδώ σεις είσθε τώρα
Νομίζω προτιμότερον να μη τα μάθη. Να ίδω
Τον φίλον σας επήγαινα προλίγου. Μόλις ήμουν
Είκοσι βήματα κοντά 'στό σπίτι του . . . οπόταν
Τον είδα να εξέρχεται μακρόθεν. Να τον φθάσω
Ηθέλησα, θα έστρεφε 'στού δρόμου τη γωνία . . .
Και τρέχω . . . οπόταν έξαφνα απόνα παραθύρι
Εν ώ περνούσε — πιθανόν και σύμπτωσις να ήτο —
Είς υπηρέτης έρριξεν ένα κομμάτι ξύλο . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ
Οι άνανδροι! . . Κ' ο Συρανό;

ΡΑΓΚΕΝΩ
Έφθασα και τον βλέπω . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ
Είνε φρικτόν!

ΡΑΓΚΕΝΩ
Τον φίλον μας, τον ποιητή μας βλέπω,
Να πέση τότε κατά γης με μια μεγάλη τρύπα
Στην κεφαλή του.

ΛΕΜΠΡΕΤ
Απέθανε;

ΡΑΓΚΕΝΩ
Όχι, αλλά, . . Θεέ μου
Τον έφερα 'στό σπίτι του, εις το δωμάτιόν του . . .
Α! τι δωμάτιον . . . Κανείς πρέπει να 'δή εκείνη
Την φωλεάν του . . .

ΛΕΜΠΡΕΤ
Και πονεί;

ΡΑΓΚΕΝΩ
Όχι, εις αναισθησίαν
Ευρίσκεται.

ΛΕΜΠΡΕΤ
Ένας γιατρός;

ΡΑΓΚΕΝΩ
Ήλθε ένας κατά χάριν.

ΛΕΜΠΡΕΤ
Ταλαίπωρε μου Συρανό! — Ας μην ειπούμε τούτο
Εις την Ροξάνην έξαφνα. Και ο γιατρός;

ΡΑΓΚΕΝΩ
Μιλούσε
— Δεν ξεύρω — περί πυρετού και περί των μηνίγγων! . .
Αχ! και να τον εβλέπατε — με το κεφάλι μέσα
Στους επιδέσμους! . . Γρήγορα ας τρέξουμε! Κανένα
Δεν έχει 'στό προσκέφαλο! — Μπορούσε ναποθάνη
Αν εσηκώνετο!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Από κεί, ας πάμε! Τρέξε! είνε
Κοντήτερα!

ΡΟΞΑΝΗ. εμφανιζομένη επί του αναβάθρου και βλέπουσα τον
Λεμπρέτ ναπομακρύνεται διά του περιστύλου το οποίον φέρει εις την
θύραν του εξωκκλησίου.
Κύριε Λεμπρέτ!

(Ο Λεμπρέτ και ο Ραγκενώ φεύγουν χωρίς ναπαντήσουν).

Πώς; ο Λεμπρέτ να φεύγη
Οπόταν τον φωνάζουνε; θα είνε πάλιν ίσως
Του αγαθού μας Ραγκενώ καμμία ιστορία!

(Κατεβαίνει το ανάβαθρον).

ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ


ΡΟΞΑΝΗ μόνη, έπειτα δύο ΑΔΕΛΦΑΙ, μετ' ολίγον.

ΡΟΞΑΝΗ
Αχ! πόσον είνε ώμορφη η τελευταία ημέρα
Του Σεπτεμβρίου. Η θλίψις μου γλυκά χαμογελάει,
Αυτή που τον Απρίλιον ταράσσεται, ημερεύει
'Στο ήμερο φθινόπωρο.

(Κάθεται προ του ιστού της. Δύο αδελφαί εξέρχονται από την οικίαν
και φέρουν μιαν καθέδραν υπό το δένδρον).

Α! να την η καθέδρα
Η κλασική που κάθεται ο παλαιός μου φίλος!

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ
Αλλ' όμως είν' η πειο καλή απ' όλες όπου είνε
Μέσα 'στό εντευκτήριον!

ΡΟΞΑΝΗ
Ευχαριστώ, αδελφή μου.

(Αι αδελφαί απομακρύνονται).

Θα έλθη.

(Τοποθετείται. Ακούεται ο ήχος του ωρολογίου).

Τωρολόγιον κτυπά. — Πουν τα κουβάρια;
Εκτύπησεν η ώρα; Μπα! . . Παράδοξον! Για πρώτη
Φορά μήπως εβράδυνε; Η θυρωρός — πού είνε
Η δακτυλήθρα μου; α! να την βλέπω! — θα προτρέπη
Αυτόν εις την μετάνοιαν.

(Μετά τινα παύσιν).

Βεβαίως τον προτρέπει! Δεν ειμπορεί βραδύτερον να
έλθη. — Μπα! ένα φύλλο
Ξηρόν!

(Απωθεί διά του δακτύλου το πεσόν επί του ιστού φύλλον).

Άλλως τε τίποτε δεν ειμπορεί 'στόν κόσμον
— Πού είνε το ψαλλίδι μου; . . 'στό σάκκο! . . — να εμποδίση
Αυτόν να έλθη! . .

ΜΙΑ ΑΔΕΛΦΗ, εμφανιζομένη επί του αναβάθρου.
Ο Κύριος δε Μπερζεράκ.

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ


ΡΟΞΑΝΗ, ΣΥΡΑΝΟ, και μετά τινα στιγμήν η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ.

ΡΟΞΑΝΗ, χωρίς να στραφή.
Δεν τώπα; . .

(Κεντά. Ο Συρανό, κάτωχρος, με τον πίλον βυθισμένον επί των
οφθαλμών του, φαίνεται. Η αδελφή, η οποία τον εισήγαγε,
επιστρέφει. Αρχίζει να κατεβαίνη το ανάβαθρον με καταφανή αγώνα
διά να ίσταται όρθιος, και στηριζόμενος επί της ράβδου του, Η
Ροξάνη εργάζεται εις το κέντημά της).

Αχ! πώς τα χρώματα θα βγουν αυτά τα μαραμένα;

(Εις τον Συρανό, με τόνον φιλικής επιπλήξεως).

Πρώτην φοράν εβράδυνες προ δεκαπέντε χρόνων!

ΣΥΡΑΝΟ, όστις κατώρθωσε να φθάση μέχρι της καθέδρας διά φωνής
φαιδράς εν αντιθέσει προς το πρόσωπόν του.
Ναι, σκάζω από τον θυμόν. Εβράδυνα, τι κρίμα!

ΡΟΞΑΝΗ
Γιατί; . .

ΣΥΡΑΝΟ
Μία επίσκεψις παράκαιρος αρκούντως.

ΡΟΞΑΝΗ, αφηρημένη, εργαζομένη.
Α! ναι, καμμιά δυσάρεστος ήτο;

ΣΥΡΑΝΟ
Εξαδέλφη, ένας
Δυσάρεστος,

ΡΟΞΑΝΗ
Τον έδιωξες;

ΣΥΡΑΝΟ
Βεβαίως, και του είπα:
Συγγνώμην, αλλά σήμερον είνε Σαββάτο, ημέρα
Που χρεωστώ να μεταβώ κάπου· να μεμποδίση
Δεν θα 'μπορέση τίποτε: περάστε σε μιαν ώραν!

ΡΟΞΑΝΗ, ελαφρώς.
Καλά λοιπόν! το πρόσωπον αυτό θα περιμένη:
Προ της εσπέρας απ' εδώ να φύγης δεν σαφίνω.

ΣΥΡΑΝΟ
Ίσως ταχύτερ' απ' εδώ να φύγω θάνε ανάγκη.

(Κλειεί τους οφθαλμούς και σιωπά μίαν στιγμήν. Η αδελφή Μάρθα
διασχίζει το άλσος από του παρεκκλησίου εις το ανάβαθρον. Η
Ροξάνη την παρατηρεί, τη νεύει διά της κεφαλής).

ΡΟΞΑΝΗ, προς τον Συρανό.
Δεν λέγεις κάνα πείραγμα 'στήν αδελφή τη Μάρθα;

ΣΥΡΑΝΟ, ζωηρώς, ανοίγων τους οφθαλμούς.
Ω! ναι, βεβαίως!

(Μετά φωνής χονδρής κωμικής).

Αδελφή Μάρθα, κοντά ελάτε!

(Η αδελφή τον πλησιάζει).

Χα! χα! χα! μάτια ώμορφα χαμηλωμένα πάντα!

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ, εγείρει τους οφθαλμούς μειδιώσα.
Μα . . .

(Βλέπει την μορφήν του και κάμει κίνημα εκπλήξεως).

Ω!

ΣΥΡΑΝΟ, χαμηλά, δεικνύων την Ροξάνην.
Δεν είνε τίποτε, Σουτ!

(Διά φωνής μεγαλαύχου. Δυνατά).

Χθες έφαγα κρέας.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ
Ξεύρω.

(Κατ' ιδίαν).

Γιαυτό 'νε τόσο ωχρός!

(Ταχέως και σιγά).

Εις την τραπεζαρίαν
Ελάτε υστερώτερα, ένα ζουμί να πιήτε . . .
Θα έλθετε;

ΣΥΡΑΝΟ
Ναι, ναι, ναι.

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ
Α! σήμερα βλέπω είσθε
Φρόνιμος!

ΡΟΞΑΝΗ, ήτις τους ακούει ψιθυρίζοντας.
Μήπως προσπαθεί να σε προσηλυτίση;

ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ
Ο Θεός φυλάξη!

ΣΥΡΑΝΟ
Αληθώς! Σεις πούσθε τόσον πάντα
Αγίως φλύαρος, γιατί να μη με κατηχήτε;
Είνε παράδοξον αυτό! . .

(Μετά μανίας κωμικής)

Με το σπαθί μου! Θέλω
Να σας εκπλήξω πάραυτα! Ιδού, σας επιτρέπω . . .

(Φαίνεται ότι ζητεί έν καλόν πείραγμα, και ευρίσκει αυτό).

— Α! είνε αυτό πρωτοφανές το πράγμα — να . . . να πήτε
Τας προσευχάς σας δι' εμέ 'στό παρεκκλήσι απόψε.

ΡΟΞΑΝΗ
Ω! Ω!

ΣΥΡΑΝΟ
Η Μάρθα φαίνεται κατάπληκτος, Ροξάνη!

Η ΑΔΕΛΦΗ ΜΑΡΘΑ, ηρέμα.
Δεν επερίμενα εγώ αυτήν την άδειάν σας.

(Εισέρχεται).

ΣΥΡΑΝΟ, προς την Ροξάνην κύπτουσαν επί του κεντήματος.
Διάβολε, δεν θα δυνηθώ το τέλος σου να ίδω,
Κέντημα!

ΡΟΞΑΝΗ
Επερίμενα αυτό σου το αστείον!

ΡΟΞΑΝΗ, εγείρουσα την κεφαλήν και παρατηρούσα μακράν εις τας
δενδροστοιχίας.
Χρώμα έχουνε ξανθό της Βενετίας.
Για δες πώς πέφτουν!

ΣΥΡΑΝΟ
Τι καλά που πέφτουνε τα φύλλα!
Μέσ' 'στό μικρό ταξείδι τους απ' τα κλαδιά 'στό χώμα,
Πώς ξεύρουνε την ύστερη να παίρνουν ωμορφάδα,
Και μόλη την τρομάρα τους, 'στό χώμα μη σαπίσουν,
Θέλουν το πέσιμον αυτό φτερού να παίρνη χάρι!

ΡΟΞΑΝΗ
Πώς; μελαγχολικός, εσύ;

ΣΥΡΑΝΟ, συγκρατούμενος.
Α μπα! ποτέ, Ροξάνη!

ΡΟΞΑΝΗ
Έλα, άφησε να πέφτουνε τα φύλλα του πλατάνου . . .
Και διηγήσου τίποτε καινούργιο απ' τη δική μου
Εφημερίδα.

ΣΥΡΑΝΟ
Άκου

ΡΟΞΑΝΗ
Α!

ΣΥΡΑΝΟ, επί μάλλον και μάλλον ωχρός και παλαιών κατά του
πόνου.
Σαββάτο, δεκαεννέα:
Αφού της Σέττας έφαγεν οκτώ φορές πετμέζι
Ο Βασιληάς αρρώστησεν· αλλ' η ασθένειά του
Ως της καθοσιώσεως κακούργημα με δύο
Κατεδικάσθη νυστεριές, και ο σεπτός σφυγμός του
Δεν έχει πλέον πυρετόν! Την Κυριακήν εκάψαν
Στης βασιλίσσης τον χορόν λαμπάδες επτακόσες
Κεξήντα τρεις από κερί λευκό. Το στράτευμά μας
Τον Ιωάννην, λέγεται, κτυπάει της Αυστρίας.
Τέσσαρες μάγους έχουνε κρεμάσει. Της κυρίας
Δ' Αττίς ο σκύλος ο μικρός 'χρειάσθηκε να πάρη
Ένα κλυστήρι . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Κύριε δε Μπερζεράκ, θα κλείσης
Το στόμα σου, παρακαλώ ;

ΣΥΡΑΝΟ
Δευτέρα, δεν υπάρχει.
Τίποτε. Μόνον εραστήν η Λιγδαμίρα αλλάζει.

ΡΟΞΑΝΗ
Ω !

ΣΥΡΑΝΟ, του οποίου η όψις αλλοιούται επί μάλλον και μάλλον.
Τρίτη, 'στό Φονταινεμπλώ όλ' η αυλή πηγαίνει.
Τετάρτη, είπεν η Μογκλάτ 'στόν κόμητα Φιέσκον :
Όχι ! Την Πέμπτη : Η Μανσινί, βασίλισσα των Γάλλων,—
Ή και σχεδόν ! Παρασκευή, είπ' η Μογκλάτ 'στόν Φιέσκον :
Ναι. Και Σαββάτο, είκοσι και έξ . . .

(Κλείει τους οφθαλμούς. Η κεφαλή του πίπτει. Σιωπή).

ΡΟΞΑΝΗ, έκπληκτος διότι δeν ακούει τίποτε, στρέφεται, τον
παρατηρεί και εγειρομένη έντρομος.
Λειποθυμάει ;

(Τρέχει προς αυτόν κραυγάζουσα).

Ο Συρανό !

ΣΥΡΑΝΟ, ανοίγων τους οφθαλμούς διά φωνής αορίστου.
Τι τρέχει ; . . τι; . .

(Βλέπει την Ροξάνην κύπτουσαν επ' αυτού και, ζωηρώς, στερεόνων τον
πίλον του επί της κεφαλής του, και οπισθοδρομών μετά
φρίκης εν τη καθέδρα του).

Όχι ! σε βεβαιώνω,
Δεν είνε τίποτε ! Άφες με !

ΡΟΞΑΝΗ
Όμως . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Είν' η πληγή μου
Του Αράσου . . . που . . . καμμιά φορά... ξεύρεις...

ΡΟΞΑΝΗ
Πτωχέ μου φίλε!

ΣΥΡΑΝΟ
Αλλά δεν είνε τίποτε. Αυτό θα τελειώση.

(Μειδιών βεβιασμένως).

Τελείωσε!

ΡΟΞΑΝΗ, ορθία πλησίον του.
Καθένας μας έχει και την πληγή του.
Εγώχω πάντα ζωντανή, εδώ, την ιδική μου,
Εκείνη την παληά πληγή, εδώ, κάτω απ' το γράμμα
Που τo χαρτί κιτρίνισε, κιόπου μπορεί κανένας
Να δη ακόμα δάκρυα επάνω μέ το αίμα !

(Το λυκόφως άρχεται πίπτον).

ΣΥΡΑΝΟ
Το γράμμα του ! .. Δεν μούχες 'πή πως για να το διαβάσω
Μια μέρα θα μου τώδιδες ;

ΡΟΞΑΝΗ
Το γράμμα του; . . α ! θέλεις ; . .

ΣΥΡΑΝΟ
Ναι . . . . θέλω. . . σήμερα. . .

ΡΟΞΑΝΗ, δίδων αυτώ το εις τον λαιμόν της κρεμώμενον σακκίδιον.
Ιδού !

ΣΥΡΑΝΟ λαμβάνων αυτό.
Μπορώ να το ανοίξω ;

ΡΟΞΑΝΗ
Ναι, άνοιξε . . . και διάβασε !

(Επανέρχεται εις τον ιστόν της, τον συμπτύσσει, ταξιθετεί τα
μαλλία του).

ΣΥΡΑΝΟ, αναγινώσκων.
«Ροξάνη, θαποθάνω ! . .
Υγίαινε ! . .»

ΡΟΞΑΝΗ, σταματώσα, έκπληκτος.
Πώς ; δυνατά ;

ΣΥΡΑΝΟ, αναγινώσκων,
«Αγάπη μου, νομίζω,
Πως είν' απόψε· την ψυχήν έχω βαρειάν ακόμα
Από αγάπη ανέκφραστη, και θαποθάνω, τώρα!
Τα μεθυσμένα μάτιά μου, ποτέ, τα βλέμματά μου,
Που τάχαν». . .

ΡΟΞΑΝΗ
Πώς το γράμμα του διαβάζεις!

ΣΥΡΑΝΟ
«... Οπού τάχαν
Αιώνιο πανηγύρι των, δεν θα φιλήσουν πλέον
Πετώντας τα κινήματα των λατρευτών χεριών σου.
Κένα που είχες πειο πολύ συνετισμένο βλέπω.
'Σάν άγγιζες το μέτωπο, και θέλω να φωνάξω . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Α! πώς το γράμμα του αυτό διαβάζεις!

(Η νυξ έρχεται ανεπαισθήτως).

ΣΥΡΑΝΟ
«Και φωνάζω:
«Χαίρε! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Πώς το διαβάζεις!

ΣΥΡΑΝΟ
«Ω αγαπημένη φίλη,
«Ω θησαυρέ μου . . .»

ΡΟΞΑΝΗ
Με φωνή . . .

ΣΥΡΑΝΟ
«Αγάπη μου γλυκεία! . . »

ΡΟΞΑΝΗ
Με μια φωνή . . . που πρώτη μου φορά δεν την ακούω!

(Πλησιάζει όλως ηρέμα, χωρίς να την παρατηρή, διέρχεται της
καθέδρας, κύπτει άνευ θορύβου, παρατηρεί την επιστολήν. Η σκιά
αυξάνει).

«Ποτέ, ούτε για μια στιγμή δεν σ' άφησ' η καρδιά μου,
Κείμαι και θάμαι πάντοτε ως και στον άλλον κόσμον,
Εκείνος που σαγάπησεν ατέλειωτα, εκείνος . . .

ΡΟΞΑΝΗ, θέτουσα την χείρα της επί του ώμου του.
Πώς να διαβάζης ειμπορείς μέσ' το σκοτάδι τώρα;

(Ανασκιρτά, στρέφεται, την βλέπει πλησίον του, κάμει κίνημα
τρόμου κύπτει την κεφαλήν. Μακρά σιωπή. Έπειτα, εις το εντελώς
επελθόν σκότος, λέγει αύτη βραδέως ενούσα τας χείρας:)

Και χρόνια δεκατέσσαρα έπαιξε αυτό τον ρόλον
Του φίλου μου του γηραιού που με διασκεδάζει!

ΣΥΡΑΝΟ
Ροξάνη!

ΡΟΞΑΝΗ
Ήσουν συ λοιπόν!

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι, Ροξάνη, όχι!

ΡΟΞΑΝΗ
Σαν τόνομά μου έλεγεν, έπρεπε να μαντεύσω!

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι! δεν ήμουνα εγώ, Ροξάνη μου!

ΡΟΞΑΝΗ
Εσήσουν!

ΣΥΡΑΝΟ
Σορκίζομαι! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Τώρα εννοώ τον δόλον τον γενναίον:
Τα γράμματα, συ τάγραφες . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι!

ΡΟΞΑΝΗ
Τα λόγια εκείνα
Τα πύρινα και τα τρελλά, συ μου τα είπες . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι!

ΡΟΞΑΝΗ
Μέσα 'στήν νύκτα η φωνή εκείν' ήταν δική σου!

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι, σορκίζομαι!

ΡΟΞΑΝΗ
Η ψυχή, δική σου.

ΣΥΡΑΝΟ
Δεν σηγάπων!

ΡΟΞΑΝΗ
Με αγαπούσες!

ΣΥΡΑΝΟ
Ήτανε ο άλλος!

ΡΟΞΑΝΗ
Μ' αγαπούσες!

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι!

ΡΟΞΑΝΗ
Το λες πειο χαμηλά!

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι γλυκειά μου αγάπη,
Όχι, δεν σαγαπούσα!

ΡΟΞΑΝΗ
Αχ! συμφορά μου, πόσα
Πράγματα που απέθαναν . . . και πόσα που γεννιώνται!
— Αχ! χρόνους δεκατέσσερες γιατί να σιωπήσης,
Αφού 'στό γράμμα του αυτό, που δεν ήταν δικό του,
Συ έχυσες το δάκρυ αυτό;

ΣΥΡΑΝΟ, τείνων αυτή την επιστολήν . .
Το αίμα 'νε δικό του.

ΡΟΞΑΝΗ
Τότε γιατί τη σιωπήν εκείνη την ουράνια
Να λύσουμε την σήμερον;

ΣΥΡΑΝΟ
Γιατί; . .

(Ο Λεμπρέτ και ο Ραγκενώ εισέρχονται δρομαίοι)

ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ


Οι αυτοί, ΛΕΜΠΡΕΤ και ΡΑΓΚΕΝΩ.

ΛΕΜΠΡΕΤ
Τι αφροσύνη!
Αχ! ήμουν βέβαιος εδώ πως είνε!

ΣΥΡΑΝΟ, μειδιών και ανορθούμενος.
Μπα! βεβαίως!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Κυρία, για να σηκωθή σκοτώθηκε!

ΡΟΞΑΝΗ
Θεέ μου!
Αυτή λοιπόν προτήτερα . . . αυτή η αδυναμία; . .

ΣΥΡΑΝΟ
Αλήθεια δεν τελείωσα το ημερολόγιόν μου:
. . . Και Σάββατον, είκοσι έξ, μιαν ώρα προ του δείπνου,
Ο κύριος δε Μπερζεράκ πεθαίνει σκοτωμένος.

(Αποκαλύπτεται· η κεφαλή του είνε κεκαλυμμένη υπό επιδέσμων)

ΡΟΞΑΝΗ
Τι λέγει; — Συρανό! — Θεέ! Πανιά 'στή κεφαλή του!
Αχ! Τι σου έκαμαν; Γιατί; . .

ΣΥΡΑΝΟ
«Μέν κτύπημα του ξίφους
Να πέσω από 'να ήρωα στο στήθος πληγωμένος! . . »
— Ναι τούτο έλεγα! . . αλλά η μοίρα είνε είρων! . .
Και να, που εκ των όπισθεν, μεφόνευσ' εξ ενέδρας
Είς δούλος μένα κτύπημα του ξύλου! Τι ωραία!
Το παν απέτυχα κι' αυτόν τον θάνατόν μου ακόμα!

ΡΑΓΚΕΝΩ
Αχ! Κύριε!

ΣΥΡΑΝΟ
Ραγκενώ, μη κλαις μεγαλοφώνως τόσον!

(Τείνει προς αυτόν την χείρα).

Τι γίνεσαι, συνάδελφε;

ΡΑΓΚΕΝΩ, κλαίων πάντοτε.
Είμαι εις του Μολιέρου . . .
Κανδηλανάπτης, κύριε . . .

ΣΥΡΑΝΟ
Μολιέρος!

ΡΑΓΚΕΝΩ
Αλλά θέλω
Να τον αφήσω αύριον! Να! Είμαι θυμωμένος!
Χθες τον Σ κ α π ί ν ο ν έπαιξαν και είδα πως σου 'πήρε
Μίαν σκηνήν!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Ολόκληρον!

ΡΑΓΚΕΝΩ
Ναι, κύριε μου, όλον
Εκείνο, το περίφημον: «τι διάβολο, επήγε
Να κάμη . . .»

ΛΕΜΠΡΕΤ
Σου το έκλεψε ο Μολιέρος!

ΣΥΡΑΝΟ
Σώπα!
Σώπα! καλά 'κάνε!

(Εις τον Ραγκενώ).

Η σκηνή, εντύπωσιν μεγάλην
Βεβαίως έκαμε;

ΡΑΓΚΕΝΩ, ολολύζων.
Α, ναι, 'γελούσαν! εγελούσαν!

ΣΥΡΑΝΟ
Ναι, η ζωή μου ήτανε ενός που υποβάλλει
Και λησμονείται!

(Προς την Ροξάνην).

Τη βραδυά εκείνην ενθυμείσαι,
Που ο Χριστιανός σ' ωμίλησε απ' τον εξώστη κάτω;
Ε! λοιπόν! όλη μου η ζωή εκεί 'νε! Εν ώ κάτω
Έμενα εγώ, ανέβαιναν οι άλλοι για να δρέψουν
Της δόξης φίλημα! Αυτό είνε δικαιοσύνη!
Κεπάνω από τον τάφον μου επικροτώ. Ο Μολιέρος
Έχει το πνεύμα, ο Χριστιανός ήτον ωραίος!

(Την στιγμήν αυτήν ο κώδων του παρεκκλησίου ηχεί, και διέρχονται
αι καλογραίαι μεταβαίνουσαι εις την λειτουργίαν).

Ας πάνε
Να 'πούν την προσευχήν, αφού ο κώδων των κτυπάει!

ΡΟΞΑΝΗ
Ω! αδελφή μου! αδελφή!

ΣΥΡΑΝΟ
Κανένα μη ζητήσης!
Διότι 'στήν επιστροφήν εδώ δεν θάμαι πλέον!

(Αι καλογραίαι εισέρχονται εις το παρεκκλήσιον, ακούεται το
αρμόνιον).

Απ' την ζωήν μου έλειπεν ολίγη αρμονία . . .
Ιδού την! . .

ΡΟΞΑΝΗ
Ζήσε, σαγαπώ!

ΣΥΡΑΝΟ
Όχι, γιατί μονάχα
'Στο παραμύθι: «Σαγαπώ!:» 'σάν πουν στο ντροπιασμένο
Το βασιλόπουλον, αυτό την ασχημιά του νοιώθει
Να λυώνη μέσ' 'στόν ήλιον που χύνει εκείνη η λέξις!
Αλλ' όμως συ θα έβλεπες πως ίδιος εγώ μένω.

ΡΟΞΑΝΗ
Εγώμαι η δυστυχία σου! εγώ!

ΣΥΡΑΝΟ
Συ; . . τουναντίον!
Δεν ήξευρα τι θα ειπή γλυκύτης γυναικεία,
Η μάννα μου δεν μεύρισκεν ωραίον. Και δεν είχα
Καμμιά αδελφή. Αργότερα την είρωνα ερωμένη
Φοβόμουνα. Τουλάχιστον σε σένα μίαν φίλην
Απέκτησα. Χάρις σε 'σε εις την ζωήν μου μέσα
Επέρασ' ένα φόρεμα!

ΛΕΜΠΡΕΤ, δεικνύων αυτώ το φως της σελήνης, κατερχόμενον διά
μέσου των κλάδων.
Η άλλη σου η φίλη,
Να την, που βγαίνει να σε δη!

ΣΥΡΑΝΟ
Την βλέπω.

ΡΟΞΑΝΗ
Ένα πλάσμα
Μονάχ' αγάπησα κεγώ, και δυο φορές το χάνω!

ΣΥΡΑΝΟ
Λεμπρέτ, μέσα στ' οπάλλινο φεγγάρι θε νανέβω
Χωρίς να έχω σήμερα των μηχανών ανάγκην . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Τι λέγεις;

ΣΥΡΑΝΟ
Βέβαια, εκεί, που λέγω, θα με στείλουν
Να κάμω τον παράδεισον. Πολλές ψυχές 'κεί πάνω
Παγάπησα, εξόριστες θα είνε και θα εύρω
Και πάλιν τον Σωκράτην μου και Γαλιλαίον!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Όχι!
Είνε άδικον κ' ανόητον 'στό τέλος! Ναποθάνη
Έτσι ένας τέτοιος ποιητής! Καρδιά τόσον μεγάλη,
Και υψηλή!

ΣΥΡΑΝΟ
Να ο Λεμπρέτ γκρινιάζει!

ΛΕΜΠΡΕΤ, αναλυόμενος εις δάκρυα.
Αγαπητέ μου
Φίλε! . .

ΣΥΡΑΝΟ, υπεγειρόμενος, με το βλέμμα απλανές.
Τα παλληκάρια αυτά είν' οι Γασκόνοι . . . — Η μάζα
Η στοιχειώδης . . . όντως! να το hic . .,

ΛΕΜΠΡΕΤ
Την επιστήμην . . .
Έχει ακόμα κεις αυτό το παραλήρημά του!

ΣΥΡΑΝΟ
Έλεγεν ο Κοπέρνικος . . .

ΡΟΞΑΝΗ
Οίμοι!

ΣΥΡΑΝΟ
Αλλά ωσαύτως
Αλλά τι διάβολο αυτός επήγαινε να κάμη,
Τι διάβολο εζήταγε σεκείνη τη γαλέρα; . .

Φιλόσοφος και φυσικός
Και στιχουργός και μουσικός,
Και ξιφομάχος πρώτης
Κι' αεροπόρος ταξειδιώτης,
Γνώστης βαθύς του τικ και τακ.
Ερών — προς το κακόν του — επιμόνως,
Ενθάδε κείται ο Συρανό δε Μπερζεράκ,
Όστις το παν υπήρξε και μηδέν συγχρόνως.

. . . Αλλά συγγνώμην, δεν μπορώ, θα φύγω, με προσμένουν,
Απ' την Σελήνην έρχεται μια ακτίνα να με πάρη!

(Επαναπίπτει καθήμενος, τα δάκρυα της Ροξάνης τον ανακαλούν εις
την πραγματικότητα, την παρατηρεί, και θωπεύων τον πέπλον της).

Δεν θέλω τον Χριστιανόν τον αγαθόν εκείνον
Και ώμορφο και θελκτικό λιγώτερο να κλαίης.
Μονάχα θέλω κάποτε, όταν τα κόκκαλά μου
Τα πιάση η βαρυχειμωνιά, 'στόν πένθιμο αυτό πέπλο
Διπλό να χύνης δάκρυο, και το δικό του πένθος
Να γίνεται και πένθος μου.

ΡΟΞΑΝΗ
Σορκίζομαι! . .

ΣΥΡΑΝΟ, φρίσσων σφοδρώς και ανεγειρόμενος αίφνης.
Όχι! όχι!
Μέσα σαυτό το κάθισμα! Μη με κρατή κανένας! —

(Πηγαίνει και στηρίζεται επί του δένδρου).

Μόνο το δένδρο!

(Σιωπή)

Έρχεται. Τα πόδια μου παγώνουν.
Τα χέρια μου βαραίνουν. Μα . . . στο δρόμον αφού είνε,
Εγώ θα τον προσμένω ορθός,

(Σύρει το ξίφος)

και με σπαθί στο χέρι!

ΛΕΜΠΡΕΤ
Ω Συρανό μου!

ΡΟΞΑΝΗ
Συρανό!

(Όλοι οπισθοδρομούν έντρομοι).

ΣΥΡΑΝΟ
Νομίζω ότι κυττάζει . . .
Ότι την μύτη μου τολμά να βλέπη, αυτός ο φίλος! . .

(Εγείρει το ξίφος).

Τι λέγεις; . . Είν' ανωφελές; . . Το ξεύρω! Αλλά όμως
Με την ελπίδα πάντοτε της νίκης δεν κτυπώνται!
Όχι! είνε ωραιότερο πολύ οπόταν είνε
Ανωφελές! — Ποιοί είν' όλοι των αυτοί; Μην είσθε χίλιοι!
Α! όλους σας τους παλαιούς εχθρούς μου αναγνωρίζω!
Το Ψεύδος;

(Κτυπά το κενόν με το ξίφος).

Μπα! Κυττάξετε! χα! χα! χα! αι Ατιμίαι.
Η Ανανδρία, η Πρόληψις! . .

(Κτυπά).

Να συνθηκολογήσω;
Ποτέ! ποτέ! — Α! να και συ, εδώσαι, η Μωρία!
— Το ξεύρω θα με ρίψετε 'στό τέλος! Δεν με μέλλει!
Εγώ κτυπώμαι πάντοτε, κτυπώμαι! Ναι! τα πάντα
Μου αποσπάτε, όλα μου την δάφνην και το ρόδον!
Πάρτε τα όλα! Κάτι τι όμως μαζύ μου παίρνω
Στο πείσμα σας, και 'σάν εμπώ απόψε 'στού θεού μας,
Το ουράνιο κατώφλιον με τον χαιρετισμόν μου
Θε να σαρώσω, κάτι τι χωρίς καμμιά κηλίδα,
Καμμιά πτυχή, στο πείσμα σας παίρνω μαζύ,

(Ορμά με το ξίφος υψωμένον).

κιαυτό 'νε . . .

(Το ξίφος πίπτει εκ των χειρών του, κλονίζεται, πίπτει εις τους
βραχίονας του Λεμπρέτ).

ΡΟΞΑΝΗ, κύπτουσα και φιλούσα το μέτωπόν του.
Κιαυτό 'νε; . . .

ΣΥΡΑΝΟ, ανοίγει τους οφθαλμούς, την αναγνωρίζει και μειδιά.
Το λοφίον μου.


Α Υ Λ Α Ι Α


ΙΩΑΝΝΟΥ Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ,
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ — 44 ΣΤΑΔΙΟΥ 44

ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ

Βικέλα Δ.Λουκής Λάρας έκδ. 1920.
Καμπούρογλου Δ.Τοπωνυμικά Παράδοξα.
»Διηγήματα.
»Αθηναϊκά Παραμύθια.
Καρκαβίτσα Α.Λόγια της πλώρης τόμ. 2.
»Παλιές Αγάπες.
»Ο Ζητιάνος.
»Η Λυγερή.
»Διηγήματα.
»Ο Αρχαιολόγος (τυπούται).
Λυκούδη Εμμ.Κίμων Ανδρεάδης — Οι Νεμρώδ της Λαυρεωτικής,
»Οδοιπορικαί Εντυπώσεις, Ρόδος, Δωδεκάνησα κλπ.
»Σελίδες — Ποικίλα.
Μελά Σπ.Κόκκινο Πουκάμισο.
»Ο Γυιός του Ίσκιου.
Ξενοπούλου Γρ.Θέατρον τόμ. α' και β'.
»Θέατρον τόμ. γ' (τυπούται).
»Η Μητρυιά.
»Ο Πόλεμος (1912 — 1913).
»Κόκκινος Βράχος έκδ. Β'.
»Η Τιμή του Αδελφού τόμ. 2.
Παλαμά Κ.Η Φλογέρα του Βασιλιά.
»Τάφος.
Σκόκου Κ.Το Ελληνικόν Διήγημα, ήτοι απάνθισμα
εκλεκτών διηγημάτων της νεο ελληνικής λογοτεχνίας
μετά γραμματολογικού σημειώματος και των εικόνων
των συγγραφέων.
Τόμ. Α' περιλαμβάνων 31 διηγήματα.
Σκόκου Κ. Το Ελληνικόν Διήγημα τόμ. Β' περιέχων
37 διηγήματα μετ' εικόνων των συγγραφέων.
Τα παράξενα της ζωής (σελίδες ημερολογίου)
ευθυμογραφήματα, κοινωνιολογικά σκαλαθήρματα,
εικόνες, τύποι, χαρακτηρισμοί, εντυπώσεις.
Στρατήγη Γ.Τραγούδια του Νησιού.
»Τι λεν τα κύματα.

Τιμάται Δρχ. 7.