Σκάλικος είμαι, Σκάλικος είσαι.
Μη φοβάστε, βρε παιδιά!
Τα τσαρούχια δέσε-λύσε,
μας επήρε μυρουδιά
η Γρηά, η Γρηά!
Ο παστός του χοίρου στάζει,
σβύν' ανάβει τη φωτιά.
Α! και πήρε να χαράζη,
πιάστε την, μωρέ παιδιά,
την Γρηά, τη Γρηά!
Πριν ο πετεινός λαλήση,
α! να μπούμε ς' τα χωριά!
Γέρω-Σκάλικο! να μας ζήση,
σε καλό μας, βρε παιδιά,
η Γρηά, η Γρηά!
Μερικά πράγματα αληθώς είνε αλλόκοτα. Αν ήτο άλλος, βεβαίως θα παρεφρόνει. Τόσον ρίγος επροξένει η στιγμή αύτη, όπερ ηδύνατο να παγώση και την καρδίαν του ανθρώπου, εις τόσον θερμά του στήθους μέρη τρυπωμένην. Και μετά την νέκρωσιν της καρδίας επέρχεται η παραφροσύνη. Άλλοι λέγουσι το εναντίον, ότι νερουλιάζει το μυαλό· αλλά το ίδιο είνε . . .
Η θεια Μυγδαλίτσα όμως δεν έπαθε τίποτε, η πτωχή, θέλεις η άπειρος ευλάβεια, ην είχεν, εκτελούσα την αγαθήν ταύτην υπηρεσίαν, θέλεις η άλλη ιδέα, ην θερμήν εφύλαττεν εις τα βάθη του στήθους της περί του αναμενομένου «καπετάνιου της», παρείχον αύτη τόσην θέρμην και αφοβίαν ψυχικήν, ώστε αντέστη καθ' όλην την σκοτεινήν εκείνην της οδού διάβασιν, έως ου, αναβάσα εις τα υψώματα, διέκρινεν απ' εκεί τας ερυθρωπάς φλόγας της πυράς των ποιμένων, ήτις έφεγγε φαεινώς εις όλον του φρουρίου τον απότομον βράχον. Την στιγμήν εκείνην είδε τον φανόν της το παιδίον του ποιμένος· και μετ' ολίγον εισήρχετο εις το φρούριον η γραία, τρομάξασα, ως είδομεν, όπου δεν έπρεπε να τρομάξη. Αλλ' είπομεν ότι μερικά πράγματα είναι αλλόκοτα. Τώρα λέγομεν ότι πολλά είναι τοιαύτα.
— Η γρηά το Καράβι! επανελάμβανεν ο παις κρατών την λύραν του. Καλώς τηνε την Γρηά το Καράβι.
— Κακορράχεις! εμουρμούρισεν η γραία συνερχομένη εκ του τρόμου. Σκαλικαντζούρι του χωριού!
— Αμ πού είνε ο Παπάς, θεια Μυγδαλίτσα; ηρώτησεν ο είς ποιμήν, ανασκαλίζων την πυράν και χασμώμενος.
— Θα λειτουργήσ' η θεια Μυγδαλίτσα, προσέθηκεν ο Κουτσογεώργης, χασμώμενος και αυτός.
Αλλ' η θεια Μυγδαλίτσα, κάθιδρως εκ του επιπόνου και φοβισμένου δρόμου της, ούτε ήκουε τας αστειότητας των ποιμένων, αλλά πεσούσα σχεδόν επάνω εις την ανθρακιάν εθερμαίνετο.
— Μεσάνυχτα! Νά, μεσάνυχτα, διέκοψε τότε ο Κουτσογεώργης, μετά ώραν σιωπής καταβιβάσας την κουκούλαν της κάπας και θεωρών σοβαρώς τους αστερισμούς.
— Νά ο αστέρας! Νά ο μεσονύκτης! είπε και ο άλλος ποιμήν, παρακολουθών τον σύντροφόν του εις την πρακτικήν ταύτην αλλ' ακριβή αστρολογίαν.
Και τους είδες τότε εκεί τους σκαιούς αυτούς ποιμένας ν' αποκαλυφθώσιν ευλαβώς και να προσκυνώσιν επί τινας στιγμάς εν κατανύξει, γονατισμένοι, ως να παρίσταντο μυστηριωδώς εν τη εβραϊκή Βηθλεέμ εις την θείαν του Σωτήρος γέννησιν.
— Χριστούγεννα! Χριστούγεννα!
— Θεια Μυγδαλίτσα, άιντε ν' ανάψης τα κανδήλια και τα κηριά. Δεν έχουμε στάλα λάδι.
— Δεν έχουν τα λαδικά; ηρώτησεν η θεια Μυγδαλίτσα, ήτις εσυγυρίζετο πλέον να εισέλθη εις τον ναόν.
— Τώφαγαν τα ποντίκια, απήντησεν ο ποιμήν.
— Κακομοίριδες ανθρωπινοί ποντικοί!
— Τι εμείς; Νά, τα ποντίκια!
Μετ' ολίγας στιγμάς η έρημος εκκλησία του Χριστού έλαμπεν από τους αναφθέντας φανούς υπό της γραίας και τα τόσα κηρία. Το παιδίον καταληφθέν υπό εμφύτου τινός ενθουσιασμού εσώρευσεν επί της πυράς τόσα ξηρά φρύγανα, ώστε ανέλαμψεν όλον το έρημον Κάστρον με τους ηρειπωμένους τοίχους του, οίτινες έλαβον παντοίας ερυθρωπάς μορφάς φρουρούντων την ερημίαν εκείνην αψύχων φυλάκων· ανέλαμψε και το πέλαγος κελαινόν εις το βάθος κατά τας μεσονυκτίους εκείνας ώρας, ανέλαμψεν από το άλλο μέρος και η μαύρη πλευρά του βουνού. Ανέλαμψε και το Κανόνι της Αναγκιάς, ένας μαύρος όγκος επί της υψηλοτέρας άκρας του Κάστρου, έτοιμον θαρρείς να βροντήση διά την εορτήν και να κηρύξη την Γέννησιν του Χριστού προς της Χαλκιδικής το πέλαγος.
Τέλος ανέλαμψαν φαιδρώς και τα πρόσωπα των τεσσάρων τούτων μόνον προσκυνητών της πάλαι ζωηράς εκκλησίας, εφ' ων εζωγραφήθη ανεκλάλητος χαρά παγκοσμίου πανηγύρεως, ην, αφθόνως καιόμενον το θυμίαμα, ως νεφελώδης τις σκέπη, ανήγεν εις την ξυλίνην του ναού στέγην, και εκείθεν διά των χασμάδων έφερε προς το στερέωμα, εις τους θρόνους του θεανθρώπου. Την στιγμήν εκείνην και το λεπτόν απόγαιον εναρμονίως φυσών, λέγεις, απετέλει μυστικήν υμνωδίαν, ήτις εν τη θεσπεσία ταύτη ώρα προ του απλού των ποιμένων ομίλου και της φεγγοβολούσης εκκλησίας επανελάμβανε τους αγγελικούς ύμνους: «Δόξα εν Υψίστοις θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία!»
Οι ποιμένες ασπασθέντες του Χριστού την Εικόνα εξήλθον πάλιν επαναλαμβάνοντες:
— Χριστούγεννα, παιδί μου, Χριστούγεννα! Ρίξε το ρίζι να γείνη ο τζουρβάς· και πάρε την λύρα σου να πης το τραγούδι· τροπάρια δεν ξέρουμε.
Το παιδίον πλήρες χαράς έρριψε το ρίζι εν τη χύτρα, αφού εξέβαλεν επί κυάθου τα εντόσθια και την κεφαλήν, μοσχοβολούντα ηδονικώς· έλαβε την λύραν του, έκαμε τον σταυρόν του, και ήρχισε το άσμα των Χριστουγέννων. Η γραία ήτο εν τη εκκλησία. Οι δύο ποιμένες ένθεν και ένθεν του παιδίου κουκουλωμένοι διά το ψύχος και στηριζόμενοι επί των ποιμενικών ράβδων άνω της ποθητής χύτρας ηκροώντο εν κατανυκτική χαρά του άσματος:
Χριστούγεννα! Πρωτούγεννα!
Πρώτη γιορτή του Χρόνου!
Εβγάτε, ακούστε, μάθετε
πως ο Χριστός γεννιέται.
Γεννιέται κι' αναθρέφεται
'ς το γάλα και 'ς το μέλι.
Το γάλα τρων' οι Άρχοντες
το μέλι οι αντρειωμένοι.
Ήτο γλυκύ κελάδημα το τραγούδι τούτο, όπερ το παιδίον με την οξυτάτην και παίζουσαν κατά τας αποθέσεις του μέλους φωνήν του ετόνισε τόσον από την καρδιά του, ώστε ηδυλάλως αντήχησαν τα εγγύς βουνά και ο πέραν πόντος. Έκλαυσαν δε οι δύο ποιμένες, όταν προς το άσμα των Χριστουγέννων τούτο εκόλλησεν ο παις και μίαν ηδυτάτην επωδόν, ταύτην.
Ν' ασπρίσης 'σαν τον Όλυμπο,
'σάν τάσπρο περιστέρι,
σαν το πουλάκι που κελαειδεί
χειμώνα καλοκαίρι!
Και επανέλαβε πάλιν τας γλυκυτάτας τελευταίας στροφάς επί της λύρας μόνον, η χονδρή κάπως αλλά περιπαθής φωνή της οποίας, φερομένη εδώ κ' εκεί υπό της μεσονυκτίου πνοής, είχεν εξεγείρει την ποίμνην, ήτις με ποικίλους ήδη τόνους από της γηραιάς αιγός μέχρι του μικρού αιγιδίου συνώδευσε τα τελευταία του άσματος απηχήματα, δι' ου ετραγουδήθησαν εις την ερημίαν εκείνην τόσον συγκινητικώς τα Χριστούγεννα.
Χριστούγεννα! Φαιδρά Χριστούγεννα! Εορτή του γάλακτος και του μέλιτος! Εορτή της γλυκείας και αθώας παιδικής ηλικίας! Πόσον με συγκινείς ακόμη με τας ωραίας αυτάς αναμνήσεις σου, παιγνίδια τερπνά οιχομένων ες αεί παιδικών χρόνων!
* *
*
Η θεια Μυγδαλίτσα είχεν απομείνη εν τω ναώ προσευχομένη γονυκλιτώς προ της εικόνος του Χριστού, ότε έφθασεν εις τα ώτα της το άσμα εκείνο των Χριστουγέννων, πληρώσαν τον ναόν όλον με τα περιπαθή εκείνα τσακίσματά του, γνωστά μόνον εις τους ποιμενικούς παίδας, οίτινες ελεύθεροι, υπό τας πυκνοφύλλους θολίας των δασών, ή επί του υψηλού παρά την θάλασσαν βράχου, ενώπιον του αφώνου δάσους, ή ενώπιον του ατέρμονος πόντου, διδάσκονται μόνοι των όλας τας τελειότητας της φωνητικής αρμονίας.
Είχε πολλά έτη να το ακούση τόσον ωραίον και τόσον συγκινητικόν. Εις το χωρίον δεν τα τραγουδούν καλά. Ο υιός της, όστις μόνος, ως έλεγεν υπερηφανευομένη, το ετραγώδει, ευρίσκετο εις την ξενιτείαν, αλειτούργητος και ακοινώνητος ίσως! Εβυθίσθη λοιπόν εις μίαν έκστασιν, ως ήτο εκεί γονυκλιτής προ της Αγίας Εικόνος. Της ήλθεν, ως έλεγεν έπειτα, ως τις ύπνος, βαρύς, πλην ηδύς ύπνος. Και ως ήτο γονατισμένη, εκάθησεν, έκλινε την κεφαλήν της προς τα γόνατά της και απεκοιμήθη. Και εν ώ έξω οι ποιμένες εν πασχαλινή ανυπομονησία έστρωνον ευφροσύνως μοσχοβολούσαν την τράπεζαν, και εστρώνοντο εγγύς και αυτοί, η θεια Μυγδαλίτσα εντός του ναού ωνειρεύετο.
Της εφάνη τάχα ότι ήτο κάτω εις έν εύμορφον παράλιον με πλατείαν αμμώδη και ως να εθεώρει προ αυτής απέραντον την θάλασσαν, ατάραχον ως εξ' ελαίου. Αλλ' εκεί που έβλεπε, της εφάνη ότι δεν ήτο θάλασσα τάχα, αλλά καθρέπτης, ένας ολόλαμπρος γυαλιστερός καθρέπτης, και βλέπουσα εν αυτώ, αντί να ίδη τάχα το πρόσωπόν της, έβλεπε το πρόσωπον του υιού της, εν ωραία ανδρική όψει μειδιώντος και θέλοντος να την ασπασθή. Ω λογισμοί έκφρονες της πολύ αγαπώσης μητρός!
Και ενώ η γραία εκστατικώς και απορούσα ίστατο εκεί προ του καθρέπτου, μη χορταίνουσα να βλέπη την αχόρταστον εκείνην μορφήν, ηκούσθησαν αι χαρμόσυνοι φωναί των ποιμένων έξω, οίτινες τόσον εύμορφα προ της πυράς εγευμάτιζον, και είτα η φωνή του παιδός, όστις έκραξεν αναζητών:
— Καλή χρονιά, θεια Μυγδαλίτσα. Έλα να φάμε, να σου πούμε και για το καράβι.
Η τελευταία αύτη φωνή διέκοψε της θειας Μυγδαλίτσας το ευφρόσυνον όνειρον· και εκεί που ηθέλησε ν' ασπασθή τάχα την εν τω καθρέπτη του υιού της εικόνα, ευρέθη έχουσα τα χείλη σεπτώς προσκολλημένα επί του εν τη Εικόνι της εκκλησίας ζωγραφιστού μικρού Παιδίου, του γεννηθέντος Ιησού, προ του οποίου γονατισμένη είχεν ιδή το όνειρον.
— Έλα, θεια Μυγδαλίτσα, επανέλαβε πάλιν ο παις. Έλα να σου πούμε για το καράβι. Πάει 'ς τη χώρα.
— Ποιο καράβι; εξήλθεν αποτόμως από του ναού και φωνάζουσα ανησύχως η γραία.
— Τι; Δεν το είδες;
— Ποιο καράβι; Μη με γελάτε τέτοια μέρα!
— Έτσι να ιδούμε καλό, είπεν έπειτα ο Κουτσογεώγης. Κάτσε να φάμε τώρα.
— Ποιο καράβι; Επανελάμβανε πάλιν η γραία.
— Νά, πέρασε νωρίς ένα καράβι. Εθάρρει πως είνε αυτό το χωριό. Αλλά το παιδί τους είπε πως είνε τώρα από κάτω η χώρα. Του έδωσαν και ένα τάλλαρο.
— Νά το, είπεν ο παις, επιδείξας το δολλάριον.
— Και 'πήγε ς' τη χώρα; ηρώτα ανυπομόνως η θεια Μυγδαλίτσα. Είνε ο γυιος μου! Είνε του γυιου μου το καράβι!
Διώρθωσε τον φανόν της και τον ήναψεν. Ησπάσθη τας Εικόνας, απεχαιρέτισε τους ποιμένας και ανεχώρησε.
— Να σου πω, έτσι νάχωμε καλά Χριστούγεννα, είπον οι ποιμένες, μπορεί νάναι αλήθεια. Αυτό το καράβι για να νομίζη πως εδώ είνε η χώρα για να δώση ς' το παιδί ένα τάλλαρο ολάκερο, κάτι τρέχει.
— Θεια Μυγδαλίτσα! εφώνησεν ο παις προς την ταχέως φεύγουσαν γραίαν, υψών την φωνήν του, διά να ακουσθή. Σαν είνε αλήθεια, να με φωνάξης να τραγουδήσω τα Χριστούγεννα.
— Ελάλησε τώρα και ο πετεινός, είπεν ο έτερος των ποιμένων, και δεν φοβάται από Σκαλικαντζούρια. Τι γυναίκα αυτή η χριστιανή!
* *
*
Την στιγμήν καθ' ην η θεια Μυγδαλίτσα, εγκαταλιπούσα τους ποιμένας, ανεχώρει διά την κωμόπολιν, από την κρυφήν μεγάλην ελπίδα της μη συλλογιζομένη ούτε τον νυκτερινών πόνον της οδού, διότι ήτο ακούραστος και υπομονητική γραία, ούτε των πειρακτικών πνευμάτων τας παγίδας, διότι, αφού ελάλησεν ο πετεινός, οι σκαλικατζάροι απεσύροντο εις τας οπάς των εντός των κούφιων κορμών και των βράχων, την στιγμήν εκείνην εσήμαινον εν τη μεσημβρινή της νήσου πολίχνη οι κώδωνες των ναών, διά την χαρμόσυνον ακολουθίαν των Χριστουγέννων. Ο καιρός ήτο ωραίος και κόσμος πολύς συνέρρεεν εις την Εκκλησίαν. Αλλ' η κόρη της θειας Μυγδαλίτσας, η ωραία Μαργαρώ — ούτως ωνομάζετο — ησθάνθη τότε βαρύ παράπονον εις την καρδίαν, όπερ της έφερε και δάκρυα. Από το βράδυ που ανεχώρησεν η μητέρα της, έμεινεν ως ήτο εκεί εις την γωνίαν, νηστική και κλαίουσα. Εσυλλογίζετο την μεγάλην ημέραν, τα ωραία Χριστούγεννα. Εσυλλογίζετο την πενίαν των την αφόρητον. Εσυλλογίζετο την χαράν του κόσμου — ω! αυτό δεν το εσυλλογίζετο! το ήκουεν έως εις τα μεσάνυκτα, ήχουν ως άσμα, ως εναρμόνιον μουσικήν, λαλούσαν εις τας οικίας όλας των Χριστιανών· το έβλεπε σχεδόν, από την ανοικτήν θυρίδα της, θεωρούσα το πολύ φως της απέναντι γειτονικής οικίας. Την επήρε λοιπόν το παράπονον και έκλαιε και με τα κλαύματα απεκοιμήθη.
Και εκεί μετά ώραν ακούει εις τον ύπνον της φωνάς και γέλωτας: Καλή χρονιά! Καλή χρονιά! Είχεν απολύσει η λειτουργία και μετέβαινεν ο κόσμος από τον ναόν εις τους οίκους με χαράν και αγαλλίασιν.
Αφυπνίσθη η Μαργαρώ και ακουσίως εστάθη και ήκουεν αφηρημένη τους γινομένους έξω διαλόγους των ανθρώπων, οίτινες με βήματα προσεκτικά κατέβαινον την λιθοστρωμένην οδόν.
— Είδατε λοιπόν, έλεγε μία φωνή χονδρή, ομοιάζουσα προς την φωνήν του ιερέως, αργώς και μετά προσοχής λαλούντος. Όποιος ελπίζει εις τον Θεόν, δεν χάνει ποτέ. Ακούτε σεις, ν' αρθή το παιδί της και ν' αρθή με καράβι καπετάνιος, όπως το εφαντάζετο!
— Δεν το είδεν ακόμη, παπά, διέκοψε φωνή άλλη ναυτική. Είνε, παγαιμένη 'ς το Κάστρο. Έπειτα το καράβι τώρα δα άραξε. Δεν βγήκαν ακόμη έξω. Νά, τώρα που χάραξε θα βγουν.
Η Μαργαρώ ακούσασα αυτήν την διάλεξιν έπαθεν εκ της συγκινήσεώς της μυστηριώδη τινά παρακώλυσαν νευρικήν στιγμιαίαν. Δεν ηδύνατο να φωνάξη, δεν ηδύνατο να σηκωθή. Και οι λαλούντες έξω, απεμακρύνοντο.
Δεν επέρασε διόλου από τον νουν της ότι έσκωπτον αυτοί οι άνθρωποι τοιαύτην ώραν και τοιαύτην ημέραν. Άλλως διέκρινε καλώς την φωνήν του ιερέως, του ενορίτου των, όστις τόσας λειτουργίας και τόσους αγιασμούς είχε τελέσει εις ευχήν της θείας Μυγδαλίτσας.
Έκαμνε να σηκωθή, έκαμνε να φωνάξη· κάτι τι μέσα εις το στήθος της ανέβαινεν έως εις τον λαιμόν, ως να ήθελε να την πνίξη.
Κ' ενώ ηγωνία τοιουτοτρόπως, κρότημα βαρύ εκρότησεν εις το παράθυρον της οικίας· τούτο, ως να είχε χείρας, την έσυρε προς τα επάνω και έσπευσε τρικλίζουσα προς το παράθυρον.
— Τ' είνε, θα 'πώ; εφώνησε.
— Καλώς τα δεχθήκατε! Ήλθεν ο αδελφός σου με ένα καράβι. Ηκούσθη φωνή γηραιά, του γέροντος κλητήρος της Δημαρχίας, όστις ησθάνετο μικράν τινα συμπάθειαν προς την θεια Μυγδαλίτσα, διότι οσάκις άνοιγε το ολίγον κρασί, τον εκερνούσε δυο-τρεις φοραίς τον γέροντα, συμπαθούσα.
Συγχρόνως, διαβαίνουσαι την στιγμήν εκείνην και άλλαι γυναίκες, αι τελευταίαι από την εκκλησίαν, της είπον: Καλή χρονιά! Καλώς τα δεχθήκατε!
Πρώτην φοράν επί ζωής της η ορφανή ήκουε τόσους χαιρετισμούς, με τόσην συμπάθειαν και τόσην αγάπην.
— Ευχαριστώ, ευχαριστώ, είπε προς τον γέροντα κλητήρα, όστις ανεχώρησεν, «αύριο τα συγχαρήκια» ειπών. Ευχαριστώ έλεγε και προς τας διελθούσας γυναίκας και βλέπουσα ακόμη έξω προς την σκοτεινήν οδόν, έρημον πλέον, ευχαριστώ, είπε πρός τινα, μαυρίζοντα στύλον εκεί παρακάτω, διότι η χαρμόσυνος φράσις: «Καλώς τα δεχθήκατε» εβόυζεν αδιακόπως εις τα ώτα της, και ενόμιζεν ότι έμψυχα και άψυχα την χαιρετίζουν.
Τότε σπεύσασα ήνοιξε το προς την θάλασσαν παράθυρον και έκυψε πολύ προς τα έξω, ακκουμβώσα επί του τοίχου και διά των χειρών απομακρύνουσα τας ξανθάς πλεξίδας της πλουσίας κόμης της, ήτις λυτή και ατημέλητος απέφραττε τους οφθαλμούς της υπό την μαύρην μανδήλαν της.
* *
*
Η αυγή με τα εύμορφα εκείνα χρώματά της, με τα οποία στολίζει συνήθως τας νήσους, επιφαινομένη κατά τας αιθρίας πρωίας, ήρχισε να φωτίζη γλυκά-γλυκά τας ακτάς, αποσύρουσα ηρέμα και μετά παρθενικής χάριτος τον μελανόν της νυκτός πέπλον. Εφάνη ο λιμήν της νήσου σιωπηλός και ακίνητος, ως εκ φαιού μαρμάρου λεία πλαξ. Επί της ακτής ως μαύρα σημεία διεκρίνοντο λέμβοι τινές αγκυροβολημέναι και πορρωτέρω άλλα τινά πλοιάρια. Πλοίον εκ των μεγαλειτέρων ουδέν εφαίνετο, διότι το μέρος του λιμένος εκείνο, εν ώ συνήθως προσορμίζονται τα μεγαλείτερα πλοία, απεκρύπτετο υπό τινος γλώσσης της ξηράς, προς την θάλασσαν εξερχομένης και διαιρούσης ούτω τον λιμένα εις δύο άνισα μέρη. Ήρχισαν ν' αποσβέννυνται αι πρώται φαειναί της Μαργαρώς εντυπώσεις. Φως εις τον λιμένα δεν έβλεπε κανέν. Ηκροάτο ν' ακούση πάλιν διαλόγους, ως εκείνους τους άλλους αρμονικούς, αλλ' η σιωπή ηύξανεν ολονέν. Οι άνθρωποι, είπε, τρώγουν τώρα εις τα σπίτια των. Και πραγματικώς από του άλλου μέρους αι θυρίδες των οικιών της πολίχνης έλαμπον άπασαι ως να ήτο γενική φωταψία διά της εορτής την χαράν. Εν τοιαύτη διατελούσα λυπηρά ανησυχία, ήκουσε φωνήν χονδρήν ναύτου παρακάτω εις το παράλιον, και φωνάς άλλας έπειτα και πατήματα βαρέα ναυτικά πολλών άλλων, ως εν διαφωνία παταγωδώς λαλούντων.
— Όχι! είπεν η φωνή του ναύτου. Νά, έτσι είνε το σωστό. Εγώ ήμουν 'ς το λιμεναρχείον. Επειδή και είνε νησιώτης απ' εδώ, του έκαμαν την χάρι και τον πρατιγάρησαν την αυγή. Λοιπόν εκεί από περιέργεια ο λιμενάρχης τον ηρώτησε: πού έλειπε τόσα χρόνια. Κ' εκείνος τα είπεν όλα. Πρώτα πήγε 'ς την Αγγλία. Ύστερα εμπαρκάρισε με ένα άλλο μπάρκο αυστριακό για την Αουστράλια. Είχε απόφασι να μη γυρίση 'ς την Ελλάδα, αν δεν αποχτήση κατάστασι να φαίνεται σαν άνθρωπος. Από την Αουστράλια βρέθηκε 'ς την Καλλιφόρνια. Εκεί τότες το μάλαμα το μάζευαν με της χούφταις. Εδούλεψε δέκα χρόνια εκεί που βγάζουν το μάλαμα. Εκέρδησε χρήματα έως είκοσι χιλιάδες, και αγόρασε το καραβάκι αυτό. Παραπάνω δεν θάχη.
Η Μαργαρώ ετάνυσε και οφθαλμούς και ώτα. Δεν εχόρταινε αυτήν την ομιλίαν. Της ήλθε δυο τρεις φοραίς να φωνάξη. Να πεταχθή έξω. Αλλά πάλιν εντρέπετο. «Δεν της είπα της ευλογημένης να μη πάη», έλεγε συλλογιζομένη την μητέρα της, και ήθελε να απομακρυνθή από το παράθυρον, και πάλιν έβλεπεν έξω ως καρφωμένη εκεί.
— Να ιδής, επανελήφθη η φωνή των διαλεγομένων ναυτών.
Η Μαργαρώ ηκροάσθη εκ νέου.
— Ενόμιζεν ο κάπταιν Νίκολς. . .
— Πώς; Πώς τον λένε; διέκοψεν άλλη φωνή.
— Κάπταιν Νίκολς. Έτσι τον λένε 'στο εγγλέζικο.
— Νικολάκη δεν το λέγανε αυτό το παιδί;
— Ναι. Μα τώρα έγεινε καπετάν Νικολάκης.
Η κόρη εδώ μόλις εκράτησε την φωνήν της να μη εκραγή εις χαρμόσυνον ανακραύγασμα.
— Λοιπόν το νόστιμον είνε τούτο, επανέλαβεν ο πρώτος ναύτης, επιτηδευόμενος τον ταξειδεύσαντα εις Αγγλίαν και επιδεικνύων τα αγγλικά του, τα οποία δεν επροχώρουν πλέον των δύο αυτών λέξεων. Ο κάπταιν Νίκολς ενόμισε πώς ακόμη κατοικούμε ς' το Κάστρο. Πού να το μάθη ο πτωχός! Και έφερνε γύρω ς' το βράχο από το δειλινό. Αλλά μετά πολλά τον ωδήγησεν ένα τσομπανούδι. Βλέπετε, τα έμαθα όλα με ακρίβεια από το λιμεναρχείο, από τον ίδιο κάπταιν Νίκολς.
* *
*
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη κρότος άλλος εις την θύραν, και συγχρόνως φωνή: «Άνοιξε, Μαργαρώ. Ο αδελφός σου, ο καπετάν Νικολάκης».
Ήτο η φωνή της γραίας γειτονίσσης, ήτις μαθούσα την χαροποιάν είδησιν έσπευσε να δείξη όλην την αγαθήν της διάθεσιν, όχι μόνον αναγγέλλουσα την χαράν, αλλά και μετέχουσα ταύτης.
Και ανοιγείσης της θύρας, εισήλθε συγκεκινημένος ο καπετάν Νικολάκης, ανήρ έως 45 ετών, ισχυράς κράσεως, ψημένος εις τους ήλιους του Ισημερινού και της θαλάσσης την άλμην, ροδοκόκκινος ναύτης, κυρτός ολίγον περί τους ώμους, με λαιμόν κοντόν, ξυρισμένος τους μύστακας, κομμένην έχων την υπόλευκον κόμην, φέρων πίλον χαμηλόν, κασκέτον, και ιμάτια καινουργή αγγλικού στερεού υφάσματος. Από του γελεκίου του έλαμπεν ανηρτημένη βαρεία χρυσή άλυσις του ωρολογίου του, σειομένη εκεί που εβάδιζε κλίνων ένθεν και ένθεν ολίγον, ανεπαισθήτως.
Η Μαργαρώ συγκεκινημένη μέχρι δακρύων με παλλομένην ταρακτικώς την καρδίαν ενηγκαλίσθη τον ανέλπιστον τούτον αδελφόν της, ον με τόσην χαράν, ώστε να την συμμερίζεται ολόκληρον το χωρίον, τον έφεραν τα καλά Χριστούγεννα, μέσα εις τας αγκάλας της, προστάτην αγαθόν της ορφανίας της, δώρον του Χριστού ανεκτίμητον.
— Η μητέρα πού είνε; ηρώτησε πάραυτα με ξενίζουσαν στρυφνήν και βραχνήν προφοράν ο καπετάν Νικολάκης.
— Πήγε 'στο Κάστρο, απήντησεν η κόρη, προσπαθούσα τότε να περισυνάξη την εύμορφον κόμην της, ν' ανάψη το φως και το πυρ και να συγυρίση τον πενιχρόν οικόν της. Πήγε' στο Κάστρο, επανελάμβανε. Και προσέθετε μόνη της: «Σαν προφήτης! Δεν της είπα να μη πάη!»
* *
*
Τη επαύριον, τη εσπέρα των Χριστουγέννων, ασυνήθης φωτισμός έλαμπεν επιδεικτικώς είς τινα πενιχράν οικίαν εν τη εσχατιά του χωρίου· τα μικρά παράθυρα τοσούτον δαψιλώς έφεγγον, ώστε πυκναί δέσμαι φωτεινών ακτίνων προσέπιπτον και εις τον έξω σκοτεινόν δρομίσκον, φωτίζουσαι τούτον εις ικανήν απόστασιν. Οι διαβάται εσταμάτων το βήμα εκεί, θεωρούντες επί στιγμήν της πενιχράς εκείνης οικίας το λαμπρόν φωτοβόλημα και μετά τινος μυστικού φθόνου ακούοντες την εν αυτώ χαράν, ήτις και του φωτός πλέον εκλάμπουσα ανεπήδα άφροντις και αθώα· και μη χωρούσα εν τω ταπεινώ εκείνω διαμονητηρίω, επέτα έξω εις την οδόν ως άσμα, ως γέλως, ως φλύαρος ελαφρός διάλογος. Είχε μεταβάλει όψιν πάραυτα η σιωπηλή εκείνη εσχατιά, ης ο σιωπηλότερος αντιπρόσωπος ην άλλοτε ο οικίσκος ούτος. Πόσον απροόπτως και πόσον αποτόμως μεταβάλλονται τα εν τω κοσμώ!
Ην ο φεγγοβολών εκείνος οικίσκος, της Θεια-Μυγδαλίτσας το οίκημα.
Εν τη εστία, επιμελώς δι' ασβέστου νεωστί κεχρισμένη, έλαμπεν η θερμαίνουσα ανθρακιά, αναδίδουσα προς τα επάνω ωραίον κυανοπόρφυρον φλόγισμα, μετά τερετισμών χαρμοσύνων ενερχόμενον προς την καπνοδόχον και ωθούν ενίοτε προς τ' άνω λαμπρούς σπινθήρας. Πλαγίως και προς τους δύο τοίχους ήσαν εστρωμένα καινουργή κυλίμια διά πολυχρώμων νημάτων εξυφασμένα μεθ' ικανής χάριτος διά ρομβοειδών κοσμημάτων διαφόρου χρωματισμού. Παρά τους τοίχους, απαστράπτοντας εκ της λευκότητος ήσαν εστηριγμένα προσκεφάλαια μακρά ορθογωνίων σχημάτων· και εκεί εν όλη τη απερίττω ανέσει του ανεπαύετο ο καπετάν-Νικολάκης, ακκουμβών την κεφαλήν του επάνω εις το γόνυ της Θεια-Μυγδαλίτσας, ήτις δεν εχόρταινε να θωπεύη το ζωηρόν πρόσωπόν του, το οποίον τόσους χρόνους δεν έπαυσε να ονειρεύεται και έξυπνος και κοιμωμένη, και κλαίουσα και εργαζομένη, δι' αυτήν μόνον την ευτυχή στιγμήν ζώσα εις τόσην τήκουσαν δυστυχίαν. Κ' εκείνος πάλιν τη διηγείτο εις ατελείωτον σειράν διηγήσεων τα μαρτύρια, τα οποία διήλθε τόσον μακράν της προσφιλούς του πατρίδος, έως ου κατορθώση να ίδη πράγμα τηλαυγές το όνειρόν του. Η εύμορφος Μαργαρώ έχουσα σουβλισμένα τεμάχια χοιρείου κρέατος κατεγίνετο να ψήση αυτά, συνεχώς περιστρέφουσα παρά τους καίοντας άνθρακας.
Και ενώ εφρόντιζεν επιμελώς να εκτελέση την επίπονον αυτήν εργασίαν και ήτο το πρόσωπόν της καταπόρφυρον ως κόκκινον μήλον, έρριπτε και έν βλέμμα κρυφόν και εις τον πολυαγάπητον αδελφόν της μετά τινος δυσεξηγήτου αισθήματος περιεργαζομένη τούτον, ότε η γραία θέλουσα να γελάση. — Νά ο Σκαλικάτζαρος! εφώναξε. Η Μαργαρώ αίφνης τρομάξασα έρριψε το χοίρειον κρέας επί της ανθρακιάς, ήτις εξαφθείσα απετέλεσεν εκ του ριφθέντος ούτως εντός αυτής αλείμματος υπερβάλλουσαν φλόγα, κατακαλύψασαν όλην την εστίαν μετά της σούβλας και του κρέατος. Η Μαργαρώ έμεινε με κενάς τας χείρας.
— Πάει! το πήρε το κρέας ο Σκαλικάτζαρος! Τι απρόσεχτη που είσαι!
Και έβλεπεν η γραία επάνω εις την καπνοδόχον τάχα, επαναλαμβάνουσα. — Πάει το κρέας!
Ο Νικολάκης εταράχθη κατ' αρχάς εκ του αιφνιδίου τούτου επεισοδίου, βλέπων προς την καπνοδόχον και ετοιμαζόμενος να εγερθή και προλάβη τον κλέπτην. Αλλά τότε η γραία, γελώσα, εξήγαγε την σούβλαν από της φλογός με το κρέας ολόφαιον εκ της επ' αυτού προσκολληθείσης στάκτης· και μόλις τότε ο Νικολάκης ως εν ονείρω ήρχισε να αναμιμνήσκηται των ωραίων εκείνων της νήσου παραδόσεων του Δωδεκαημέρου, αι οποίαι τοσάκις εβαυκάλησαν άλλοτε τας αφρόντιδας ημέρας των παιδικών του χρόνων.
Ήρξατο λοιπόν πυκνάς ερωτήσεις περί των παραδόσεων εκείνων του παρελθόντος βίου του, τας οποίας η πολυχρόνιος ξενιτεία είχε σκεπάσει με χονδρόν πέπλον λήθης, ον η μήτηρ του τόσον ευκόλως ανέσυρεν, επιδείξασα εις τον υιόν της όλην την γλυκείαν νωπότητα των διηγήσεων εκείνων, αίτινες, όσον και αν ξενιτευθή κανείς, είνε αδύνατον να σβεσθώσι. Καλύπτονται μεν ως με τέφραν, αλλ' έρχεται ιδού ημέρα, ήτις μας κάμνει να γελώμεν μ' αυτάς· κι' ενίοτε να κλαίωμεν. Ω! να κλαίωμεν! Διότι φεύγουν, χάνονται από την Ελλάδα μας, την θερμήν κοιτίδα και γλυκείαν τροφόν των ωραιοτέρων παραμυθιών.
Κ' ενώ εγέλα ούτω τερπνώς η αναγεννηθείσα αύτη οικογένεια, ιδού εμβαίνει υποδεμένος ο ποιμενικός εκείνος παις κρατών εις την μίαν χείρα την λύραν του και εις την άλλην δοχείον πλήρες μοσχοβολούσης πηκτής πρωτογαλιάς.
— Είδες που φύλαξα το λόγο μου, θεια Μυγδαλίτσα, είπεν ο παις αποθέτων επί τινος έδρας την ποιμενικήν του καπίτσαν. Ήλθα να σας τραγουδήσω τα Χριστούγεννα.
Και ήρχισεν αμέσως ο παις γλυκύτατα, ίνα μείζονα ευχαρίστησιν εμποιήση, τραγουδών:
Χριστούγεννα! Πρωτούγεννα!
Πρώτη γιορτή τον χρόνου! . . .
Ο καπετάν-Νικολάκης ήκουε μετ' αρρήτου ηδυπαθείας, ροφών ούτως ειπείν τους ηδείς εκείνους φθόγγους της ποιμενικής λύρας.
Αλλ' ότε η μήτηρ του, η αναγεννηθείσα αύτη εκ της αιφνιδίου χαράς γραία, αφού ετελείωσεν ο παις, συνεπλήρωσεν αυτή το άσμα, με μίαν τρεμουλιαστήν της αγάπης φωνήν τραγουδήσασα:
Ν' ασπρίσης 'σαν τον Έλυμπο
'σαν τ' άσπρο περιστέρι,
'σαν το πουλάκι που κελαειδεί
χειμώνα-καλοκαίρι.
Τότε ο καπετάν-Νικολάκης δεν ηδυνήθη να κρατήση τα δάκρυα και έπεσεν εις τους κόλπους της γραίας μητρός του ολολύζων σχεδόν από τον βαρύν της ξενιτείας πόνον, και ως να ήθελε διά του κλαύματος τούτου να ζητήση συγχώρησιν από τον αποθαμένον πατέρα του, τον οποίον τόσον ίσως επίκρανεν, ούτως αποτόμως απελθών της πατρίδος του, χωρίς να φιλήση την χείρα του ούτε ζώσαν ούτε νεκράν.
— Τώρα δεν θα σε λέμε πλεια: η θεια Μυγδαλίτσα το Καράβι, είπεν ο μικρός ποιμήν, ως εξ εμπνεύσεως μετατρέπων επί το αστείον την συγκινητικήν τελευταίαν αυτήν σκηνήν.
«ΑΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ . . .»
(1891)
Ποτέ δεν θα το λησμονήσω! Και μόνον η ανάμνησίς του με γοητεύει και τώρα ακόμη. Τι
εύμορφον Πάσχα! Νομίζω ότι έκτοτε δεν είδα πλέον τοιούτο φαιδρόν, τοιούτο μελωδικόν κ'
ευώδες Πάσχα. Όλα εγελούσαν ως μικρά αθώα παιδία, όλα εμοσχοβολούσαν εις την
μικράν εκείνην νήσον, όλα ήσαν λαμπροφορεμένα· τα περισσότερα παιδία είχαν φορέσει
καινουργή τριζοκοπούντα υποδήματα, κ' έκαμνον κρότον και κρότον επάνω εις της πλάκες
της Εκκλησίας. Τι εύμορφον Πάσχα! Την ψαλμωδίαν του, μοι φαίνεται, δεν την ήκουσα
πλέον. Ίσως συνετέλεσε και η έκτακτος δροσερά άνοιξις του έτους εκείνου του
αλησμονήτου. Τα αηδόνια είχαν έλθει τόσον εγγύς εις την κωμόπολιν, ώστε μερικά αφόβως
εισέδυσαν και εις το πυκνόν του ναΐσκου κηπάριον και συνώδευον και εκείνα με την
μαγευτικήν μελωδίαν των το γλυκύλαλον «Χριστός Ανέστη». Το καέν θυμίαμα, υπάρχουν
στιγμαί, που νομίζω πως το αισθάνομαι ακόμη κατά τινα μυστικήν όλως απάτην. Έλεγαν
πώς ήτο θυμίαμα από την Αγίαν Άνναν, Σκήτην του Άθωνος, γνωστήν διά την αρετήν των
ερημιτών αυτής. Αλλ' ίσως και τα πάμπολλα τριαντάφυλλα του κηπαρίου της Εκκλησίας
προσέφερον και αυτά εν αναλογία το άρωμά των το μεθυστικόν. Και ήσαν τόσα πολλά το
έτος εκείνο! Ενθυμούμαι ότι ο μπάρμπα-Κώστας ο Ολλαντέζος έκοπτε κ' εμοίραζε καθ'
εκάστην εις τα παιδία της γειτονίας, να μη φωνάζουν εις τα τρελλά παιγνίδια των εν τη
μικρά του ναού πλατεία και διακόπτουσι τον εσπερινόν του γέροντος παπά Οικονόμου. Ο
λαμπρός στολισμός των νυμφών του Πάσχα εκείνου παραμένει ακόμη ανεξίτηλος εις την
μνήμην μου με τα ζωηρά χρώματά του, και την χρυσαυγάζουσαν στιλβηδόνα του, ως να
εζωγραφίσθη έκτοτε εν τη φαντασία μου με όλην την λάμψιν καλλιτεχνικής εικόνος
αγιογράφου. Έτυχε το έτος εκείνο να τελεσθώσι και πολλοί γάμοι, και το σημαντικώτερον,
έτυχε το έτος εκείνο να εργασθή το ναυτικόν όσον σπανίως συμβαίνει και είχε συναχθή εις
την μικράν νήσον αρκετόν χρήμα· και το αναθεματισμένον όπου υπάρχει παρακολουθείται
με χαράν, και με λάμψιν. Ω, τι Πάσχα εκείνο!
Συνεφώνει μαζί μου και ο γέρων Οικονόμος και μου έλεγε μετά ταύτα κ' εκείνος: — Τι Πάσχα εκείνο, παιδί μου! Έχεις δίκαιον.
Κ' έλαμπαν από χαράν γεμάτοι οι οφθαλμοί του, ως λάμπει καθαρόν ποτήριον απέναντι του φωτός. Να ήτον τάχα η ηλικία! στοχάζομαι νυν. Να ήτο η μάγος, η άφροντις, η γόησσα ηλικία η παιδική, ήτις μου εζωγράφισεν αυτήν την άληστον, αυτήν την ανεξάλειπτον εικόνα του Μεγάλου εκείνου Πάσχα;
* *
*
Γλυκοχαράζει πλέον. Ροδίζει εύμορφα η αυγή προσπαθούσα να διασπάση της νυκτός την μαύρην καλύπτραν, ήτις απλούται ακόμη εις το μικρόν χωρίον μου και εις τον εύμορφον λιμένα του, του οποίου τα νερά ακίνητα ησυχάζουν εν τη σιωπηλή της νυκτός γαλήνη. Ούτε ο φλοίσβος ο μελωδικός ακούεται εις την άμμον κάτω. Τα άστρα τρέμουν παιγνιώδη εν τω κυαναυγεί στερεώματι, ως να τα εξήγειρον τώρα δα του βαθέος ύπνου αι πρώται της ηούς ακτίνες. Δύο ηδύλαλοι αηδόνες κελαδούν περιπαθώς το εωθινόν εν τω κηπαρίω, αφ' ου αναδίδεται ευωδία μεθυστική αρωμάτων. Ο Αναστάσιμος ύμνος εντός του Ναού αναμέλπεται τόσον περιπαθώς και τόσον γοητευτικώς, ώστε και αυτοί οι παρατεταγμένοι έξω εις την πλατείαν ναύται ίνα πυροβολώσιν, λησμονούν το χαρμόσυνον έθιμον, παρασυρόμενοι από τον ηδύν της ψαλμωδίας αντίλαλον. Μέσα εις τους χορούς είχαν καταλάβει τα στασίδια των όλοι οι προύχοντες ένθεν και ένθεν φορούντες τα καλά των, κρατούντες τας λαμπάδας των, σεμνή εν τη όλη απλότητι αυτής παράταξις. Όπισθεν δε δεξιά και αριστερά οι νησιώται όλοι ναυτικοί και γεωργοί ανάμικτοι. Και προς τούτοις τα παιδία καθένα με το κόκκινον αυγόν εις χείρας, γεμάτα χαράν. Μετ' ολίγον ρεύμα φωτός εξεχύθη εν τη πλατεία, λαβόν παντοίας ανά τας σκολιάς οδούς διευθύνσεις. Έληξεν η λειτουργία της Αναστάσεως και οι πιστοί νησιώται, κρατούντες αναμμένην την λαμπάδα του Πάσχα, μετέβαινον εν αγαλλιάσει εις τους οίκους των να φέρωσιν εις αυτούς το φως, την χαράν, την Ανάστασιν. Και ηκούοντο ζωηρώς και χαρμοσύνως διασταυρούμενα ως τρελλά πτηνά του λειμώνος κυνηγούμενα απ' εδώ και απ' εκεί.
— Χριστός Ανέστη!
Και αι απαντήσεις επανελάμβανον την γλυκείαν προσφώνησιν αντιφωνούσαι: — Αληθώς Ανέστη! συνοδευόμεναι υπό γενναίων πυροβολισμών των ναυτικών ισχυρών όπλων, ων ο αντίλαλος βαρύς και βροντερός εφέρετο διά του ηρεμούντος αιγιαλού προς τα κατασκότεινα βουνά της μακρονήσου Ευβοίας. Κατόπιν όλον εκείνο το Αναστάσιμον φως, όλη εκείνη η χαρά διεσπάρη μέσα εις τους οικίσκους της μικράς πολίχνης, έκαστος των οποίων μετεβλήθη εις ναόν εορτάζοντα με το αχόρταστον Πασχάλιον άσμα, ψαλλόμενον υπό το περίτεχνον τσούγκρισμα των αυγών, τα ανέκφραστον χάρμα των παιδιών, άτινα ηγρύπνησαν πρώτην φοράν διά την ηδίστην αυτήν απόλαυσιν, την στιλπνήν χαράν, ως το στιλπνόν κέλυφος του Πασχαλινού αυγού.
* *
*
Και μόνον ενός οικίσκου την σκοτίαν δεν εφώτισε του Πάσχα η λαμπάς. Ούτε ηκούσθη εν αυτώ το ηδύμολπον Χριστός Ανέστη, αν και διαβάται τινές διερχόμενοι και βλέποντες την μαύρην εκεί σκοτίαν εσταματούσαν ακροώμενοι ήχον τινα αμυδρόν ως άσματός τινος αμόρφου, ως ήχου τινός εκκλησιαστικού δυσδιακρίτου, και παρήρχοντο διερωτώντες αλλήλους:
— Πώς νάνε τάχα ο μπάρμπα-Κώστας! Πώς τον λυπηθήκαμε τον καϋμένο τον Ολλαντέζο. Τι καλός εκκλησιάρχης! Έβαλε τα παιδιά σε τάξι.
— Χτυπιά που την έφαγε, παρετήρησεν έτερος, σα δεν σκοτώθηκε!
Μέσα εις τον οικίσκον εκείνον, μίαν καλυβίτσαν μάλλον προς τα Πηγάδια, χωρίς φως, χωρίς ζωήν καμμίαν, ήτο εξηπλωμένος επί ψιαθίου απλού ο μπάρμπα-Κώστας, φέρων δεμένας βαρέως τας σιαγόνας του κ' αισθανόμενος ισχυρόν πόνον ως να έπαθον οι οδόντες του. Τίποτε άλλο δεν είχε. Και επιχείρησε πολλάκις να εξέλθη την νύκτα και μεταβή εις την Ανάστασιν. Πλην πάλιν εμετανοούσε. Πώς να εξέλθη με δεμένας ούτω τας σιαγόνας. Και επεχείρει πολλάκις εν τη θλιβερά εκείνη μονώσει του να ψάλη το «Χριστός Ανέστη», πλην δεν ηδύνατο να προφέρη καθαρώς τας συλλαβάς. Ήκουε μακρόθεν, του εφαίνετο, την χαράν, την ψαλμωδίαν, ησθάνετο εκ των ραγάδων φως, ως της Αναστάσεως φως, και τότε καταπνίγων τον πόνον προσεπάθει να ψάλη, πλην εις μάτην, ότε τέλος ανοίγει η θύρα και έξαλλος βλέπει ο μπάρμπα-Κώστας τα άγιον φως, την λαμπάδα του Πάσχα. Ο γέρων Οικονόμος μετά την απόλυσιν της λειτουργίας, πριν μεταβή εις τον οίκον του, ενεθυμήθη τον μπάρμπα- Κώσταν, και ήλθε φέρων προς αυτόν του Πάσχα το φως. «Δεύτε λάβετε φως» κραυγάζει με χαράν ο γέρων ιερεύς άμα εισελθών. Ο ασθενής δεν ήξευρε πώς να εκφράση την χαράν του, και πώς να ευχαριστήση την συγκατάβασιν ταύτην του αγίου Οικονόμου. Όλα δε αυτά εξέφρασε ποιήσας τον σταυρόν του και βαθέως υποκλιθείς. — Χριστός Ανέστη! ανέκραξεν ο ιερεύς, υψών την λαμπάδα του προ των ομμάτων του μπάρμπα- Κώστα, ούτινος το φασκιωμένον πρόσωπον ανέλαμψεν από χαράν μαγικήν,
— Αληθώς ανέθτη! Ετραύλισεν ο μπάρμπα-Κώστας.
— Πώς είσαι!
— Καά. Δόκθα θοι ο Θεός!
— Πονείς!
— Δόκθα θοι ο Θεός! επανελάμβανεν ο ασθενής. Δόκθα θοι ο Θεός!
Ο γέρων Οικονόμος έλυσε τον επίδεσμον και παρετήρησεν ότι έλειπον όλοι οι πρόσθιοι οδόντες του μπάρμπα Κώστα και εκ των δύο σιαγόνων. Και καταπνίγων θλίψιν τινα ενδόμυχον:
— Δεν έχεις τίποτε, είπε. Μόνον πώς θα σ' έχουμε πλέον χωρίς δόντια.
— Δόκθα θοι ο Θεός! Δόκθα θοι ο Θεός!
— Πλην μη λυπήσαι· την θέσιν σου θα την έχης πάντοτε εις την Εκκλησίαν και εις την καρδίαν μου.
— Θα δέου πάδι το «τιθ εθτίν ούτοθ ο βαθιδεύθ τηθ δόκθηθ»;
Και ανεστέναξε βαθέως.
Ο γέρων Οικονόμος εκλαβών τούτο ως παράπονον του παθήματός του δεν ωμίλησεν.
Ήναψε το κανδήλιόν του, προανήγγειλεν εις αυτόν ότι θα του στείλη ζωμόν, κ' εστράφη ν' απέλθη.
— Παπά! Παπά! εφώνησεν ο μπάρμπα Κώστας.
— Θέλεις τίποτε; εβόησεν ισχυρώς ο ιερεύς, ως πράττομεν όταν απευθυνώμεθα προς ασθενούντα ως προς κωφόν.
— Παπά, την δαμπάδα μου!
Και έτεινεν ο ασθενής μικράν λαμπάδα του Πάσχα, ην είχε φυλαγμένην παρά το προσκεφάλαιόν του, παρακαλών τον ιερέα ν' ανάψη αυτήν, όστις και το έπραξε μετ' ευχαριστήσεως.
Κ' έλαμψε τότε ο οικίσκος περισσότερον από τα διπλά φώτα. Ο μπάρμπα- Κώστας μάλιστα τότε φαιδρυνθείς σφόδρα ανεπήδησεν αίφνης ζωηρός- ζωηρός, και ως ήτο με δεμένας διά του γεράνιου μανδηλίου τας σιαγόνας ήρχισε να ψάλη το «Χριστός Ανέστη», βροντών ηρέμα αυτάς άνευ πλέον οδόντων, και αντί συλλαβών μελωδικών εκβάλλων ασθενείς τινας ήχους ως ελαφρούς μυκηθμούς βωβού ανθρώπου, διακρινομένων εν τούτοις καί τινων λέξεων εδώ κ' εκεί, εκείνων αίτινες προφέρονται οπωσδήποτε και υπό των νωδών ανθρώπων.
— Δεν πταίειθ εθύ, άδιε Οικονόμε, είπε τέλος ο μπάρμπα-Κώστας με την ελαττωματικήν πλέον προφοράν του, δεν πταίειθ εθύ.
— Πταίω δεν πταίω, τώρα το κακόν έγεινεν, απήντησε τεθλιμμένος ο ιερεύς. Πλην μη λυπήσαι, τέκνον μου. Ως σε είπα, θα έχης πάντοτε την θέσιν σου εις την Εκκλησίαν και εις την καρδίαν μου.
* *
*
Ο μπάρμπα-Κώστας έως 68 ετών γέρων, άγαμος κ' εν τω παρελθόντι κ' εν τω μέλλοντι πλέον, είχε προσληφθή από 15 ετών ως υπηρέτης εν τω ναΐσκω της κωμοπόλεως, ως εκκλησιάρχης κατά την συνήθειαν των πόλεων, ως κανδηλάπτης κατά την γλώσσαν του λαού. Ήξευρε και ολίγα γραμματάκια. Ήτο μέτριος το ανάστημα. Κατ' αρχάς είχεν επιδοθή εις τα ναυτικόν στάδιον, ακολουθών το γενικόν ρεύμα των κατοίκων της θαλασσινής πολίχνης. Διά δε της φιλοπονίας του κατώρθωσε ν' αποκτήση και μικράν λέμβον, αγοράσας αυτήν αντί ευτελούς ποσού, ημισύντριμμα από τινος ναυαγήσαντος ολλανδικού ιστιοφόρου μιας φοβεράς Ούρκας εις την διάσωσιν των ναυαγίων της οποίας ειργάσθη, ανακαλύψας εκεί εις το Ξάνεμο, εις τας οπάς και ραγάδας της τρικυμιώδους ακτής, και ένα κασκέτο ολλανδικόν και μίαν πίπαν· αντί δε των ολίγων μισθών του έλαβε την χαλασμένην εκείνην λέμβον, την σκαμπαβίαν, ως την ωνόμαζεν. Επειδή δε ήτο κατεσκευασμένος κατά την παροιμίαν πολυτεχνίτης και ρημοσπίτης, μόνος του — ήξευρε και ολίγην μαραγκωσύνην — επιδιώρθωσε την λέμβον, χαρίσας την πίπαν εις τον δασοφύλακα, όστις τον άφησε να κόψη κρυφά εκ του δάσους δύο πεύκα, και εκράτησεν αυτός μόνον το κασκέτο, το οποίον εφόρει πάντοτε, επωνομασθείς διά τούτο «Ολλαντέζος». Πλην δεν ήτο διόλου τυχηρός ως κυβερνήτης. Περισσότερον τυχηρός ήτο όταν δεν είχε τίποτε. Πρέπει να εναυάγησε πεντάκις με την σκαμπαβίαν του εκείνην, πότε εις τας ακτάς της νήσου μεταφέρων τον ιούνιον θημονίας σίτου από ενός όρμου εις έτερον, πότε εις τας ακτάς της Ευβοίας τον αύγουστον, ότε συνήθιζε να μεταφέρη εις Λοκρίδα τους Μελισσάδες της νήσου.
— Όλο μέσ' 'ς το καλοκαίρι πέφτεις όξω, καϋμένε Ολλαντέζο. Τω παρετήρουν οι κάτοικοι φιλοσκώμμονες πάντοτε.
— Έλα ντε! απήντα ο θαλασσοπνιγμένος ναύτης, όστις μετά το ναυάγιον ανήρχετο τον ανήφορον της αγοράς, υψηλά κρατών την κεφαλήν, ως να υπερηφανεύετο διότι κατώρθωνε να ναυαγή και να διασώζεται.
Τέλος νύκτα τινα του χειμώνος μεταφέρων ξύλα από της Κεχρεάς, και συναντήσας τρικυμίαν κατά την επιστροφήν του, μόλις έσωσε την ζωήν του και το κασκέτο του το ολλανδικόν, ριφθείς έξω εις τους βράχους του Μικρού Ασέλινου, αποτόμου και αλιμένου ακτής, όπου η σκαμπαβία διελύθη εις τα εξ ων συνετέθη. Και τα μεν καρφία εβυθίσθησαν εις τον βαθύν πυθμένα, αι δε σανίδες διεσπάρησαν εις το πέλαγος μεταβληθείσαι εις γιαλόξυλα.
Και τότε πλέον ανέβη τον ανήφορον της αγοράς χωρίς να έχη υψηλά την κεφαλήν του ο αφελής ναυαγός. Είχε σύρει το κασκέτο του μέχρι των ώτων και ανέβαινε χωρίς να βλέπη σχεδόν, προσκρούων εις τα λιθάρια και τα καλδερίμια. Του ήλθεν ως εντροπή· και έκτοτε δεν επάτησεν εις την θάλασσαν, αλλ' αφιερώθη εις την υπηρεσίαν της Εκκλησίας αποκτήσας την αγάπην των εφημερίων, των επιτρόπων και των ενοριτών. Ιδίως όμως τον ηγάπησαν τα μικρά παιδία, διότι τόσον καλά και με τόσην τάξιν εμοίραζε προς αυτά τα κόλλυβα ο «Ολλαντέζος», ώστε έπαιρναν όλα με ησυχίαν. Και διά τούτο και τον εσέβοντο, τηρούντα σιωπήν απόλυτον εν τω ναώ. Και τον έβλεπες εκεί τον μπάρμπα-Κώσταν με το ολλανδικόν κασκέτο του εν μέσω των παιδιών ως απόμαχον πλοίαρχον διατάσσοντα εν τάξει τα πάντα. Και μήπως δεν ήτο απόμαχος πλοίαρχος; Και μήπως δεν έπιε την θάλασσαν με την κουτάλαν, ως λέγουν; Τι τάχα να ταξειδεύη τις εις τους φοβερούς ωκεανούς ή εις τα κοιμώμενα παράλια του Μαλιακού; Τι τάχα να ναυαγήση τις εις τον Εύξεινον Πόντον ή εις την ειρηνικήν ακτήν του Παγασητικού; Το ναυάγιον είναι πάντοτε ναυάγιον· και ο άνθρωπος πνίγεται ομοίως είτε εις το πέλαγος είτε εις τον λιμένα. Και εις μία φούχτα νερό ακόμη.
Ο μπάρμπα-Κώστας κατέστη ειδικός όμως εις μίαν υπηρεσίαν σπουδαίαν της Εκκλησίας, διά το οποίον ηγαπάτο από ολόκληρον την πολίχνην. Υπεκρίνετο περίφημα τον Άδην το μέγα Σάββατον, κατά την επάνοδον του Επιταφίου.
Είνε συνήθεια αρχαιοτάτη εις την νήσον, αφού ο Επιτάφιος εν λιτανεία περιέλθη εν ωραίω πανοράματι την ενορίαν όλην, κατά την επιστροφήν να κλείωνται αι πύλαι του ναού και να μη επιτρέπηται η εις αυτόν είσοδος του Επιταφίου. Παρίσταται κατά τρόπον παράδοξον η σκηνή της εις Άδου καταβάσεως του Σωτήρος, ως φέρεται τούτο εν τη εκκλησιαστική παραδόσει. Τότε ο πρώτος των εφημερίων, προσεγγίζων εις τας πύλας κελεύει επιτακτικώς κρούων αυτάς και κράζων: «— Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης!»
Ο δε έσωθεν των κεκλεισμένων πυλών παρά τα κλείθρα υποκρινόμενος τον Άδην ερωτά αυθαδώς: «— Τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης;»
Η επιτακτική κέλευσις ως και η αυθάδης ερώτησις επαναλαμβάνονται εκ τρίτου. Και τότε την τρίτην φοράν ο ιερεύς ωθών ισχυρώς διά του ποδός και των χειρών τας πύλας, αναφωνεί εν κυριαρχική δυνάμει: — Κύριος των Δυνάμεων, αυτός εστιν ο βασιλεύς της Δόξης! Και ανοίγει βασιλικώς και αυταρχικώς τας πύλας; και ούτως εισέρχεται εις τον ναόν ο Επιτάφιος.
Εις ταύτην λοιπόν την παράστασιν κατέστη ειδικώτατος ο μπάρμπα- Κώστας. Υπεκρίνετο τόσον επιτυχώς το πρόσωπον του αντάρτου Άδου, του μη θέλοντος ν' αναγνωρίση Δεσπότην και Κύριον ανώτερόν του, ώστε τρόμος κατελάμβανε το πλήθος ότε ήκουε τας τρομεράς εκείνας ερωτήσεις του: — Τις εστιν ούτος ο βασιλεύς της Δόξης;
Ετόνιζε τας λέξεις κατ' ίδιόν τινα τρόπον πολύ τρομακτικόν. Εκίνει την κεφαλήν του έξωθεν, ηγρίευε τους οφθαλμούς του, αι τρίχες της κόμης του ανεσουσουρόνοντο, καθώς τον περιέγραφον όσοι έμενον ένδον να τον θαυμάσουν κατά την θαυμασίαν του υπόκρισιν, όλον το σώμα του έτρεμε· κ' εν γένει επαθαίνετο ως να ήτο αυτός ο Άδης αληθώς με την σατανικήν επί του κόσμου δύναμιν, προαισθανόμενος προσεγγίζον το τέλος του.
* *
*
Και κατά το έτος τούτο το Μέγα Σάββατον την αυγήν ο μπάρμπα-Κώστας ήτο εις την θέσιν του υπερήφανος διά το πρόσωπον το φοβερόν οπού ήθελεν υποκριθή. Καθήμενος προ των πυλών του κενού, πλην καταφωτίστου ναού, ανέμενε την επάνοδον του Επιταφίου, έχων ύφος επίσημον κυριάρχου. Δεν ήτο πλέον ο πτωχός κανδηλάπτης με την κεφαλήν κάτω. Ίστατο ασκεπής επί του μαρμαρίνου κατωφλίου ως ει έλεγεν: — Εγώ είμαι! Δεν δέχομαι κανένα μέσα, ούτε τον Βασιλέα.
Ιδού! ακούονται μακρόθεν ψαλμωδίαι γλυκύταται και τρυφεραί ως κλαυθμοί, ως θρήνοι: — Δος μοι τούτον τον ξένον! . . . Ψάλλουσι το πομπικόν άσμα, «Τον ήλιον κρύψαντα», το εξόδιον μέλος, το τρυφερόν εκείνο τροπάριον, το οποίον συγκινεί και τα άψυχα: — Δος μοι τούτον τον ξένον! . . .
Ο Ιωσήφ παρακαλεί τον Πιλάτον ίνα επιτρέψη αυτώ να θάψη «τον ξένον Ιησούν και ωνειδισμένον . . .» Ψάλλουσιν οι μελίφθογγοι ψάλται, ακολουθούντες την λιτανείαν του Επιταφίου και υπηχεί ο λαός ως δι' ενός στόματος.
— Δος μοι τούτον τον ξένον! . . .
Ω πατρίς μου μικρά, πόσον μεγάλη είσαι εν τη θρησκεία σου! Η μελωδία γλυκυτάτη ολονέν προσεγγίζει. Όπισθεν οικιών νεφέλαι φωτειναί από των καιομένων λαμπάδων αναβαίνουσι προς το στερέωμα. Η ευωδία των θυμιαμάτων, τα οποία καίονται κατά την δίοδον του Επιταφίου από τας οικίας όλας, φθάνει από μακράν ως άρωμα αυτής της νυκτός ανέκφραστον.
— Δος μοι τούτον τον ξένον!.. . . Πρέπει να ιδήτε την λιτανείαν του Επιταφίου κατά την αυγήν, ότε δεν είνε ούτε ημέρα ούτε νυξ ή μάλλον με ολίγην ημέραν και πολλήν νύκτα, με ολίγον φως και με πολλά άστρα, καμμιά φορά με σελήνην λειψίφωτον, ότε το θέαμα γίνεται υπερκατανυκτικόν, με ολίγας αηδόνας και πολλά πρωινά πουλιών χαιρετίσματα, με ολίγον ευωδιάζοντα άρωμα πρωινόν αέρα και με πολύ θυμίαμα· και κάτω το κύμα μελανόφαιον, εφ' ου ν' αντανακλώνται των ιερών λαμπάδων αι χρυσαί λάμψεις.
Ιδού! Η ιερά λιτανεία προσεγγίζει ήδη εις τον ναόν. Προηγούνται τα εξαπτέρυγα και ο μέλας ξύλινος άγιος Σταυρός. Είτα ο κλήρος με χρυσά βυζαντινά άμφια, θαύμα υφαντικής και ποικιλτικής εξαίσιον, ουχί άκομψα ρωσσικά μονοκόμματα και μονοκόκκαλα ως φορέματα χιονισμένων βουνών. Και είτα το ιερόν Κουβούκλιον. Τι εύμορφον λεπτούργημα! Ως να είνε εζωγραφισμένον. Τετράγωνον ορθογώνιον, επί τεσσάρων ποδών ερειδόμενον, εφ' ου εναποτίθεται ο Επιτάφιος θρήνος, ραντισμένος διά φύλλων ρόδου, βιολέτας και δενδρολιβάνου. Και άνωθεν αυτού διά τεσσάρων κιονίσκων επιβαστάζεται ο θολίσκος αυτού, θαύμα ξυλογλυπτικής ως θόλος ναΐσκου, καλλίμορφος, φέρων επί της κορυφής επίχρυσον ξύλινον στέμμα, απολήγον εις σταυρόν, ενώ έσωθεν άνω του Επιταφίου θρήνου κρέμαται ωσάν πολυέλαιος έτερον τεχνητόν στέμμα εκ χρυσοχάρτου και τεχνητών ανθέων, στίλβον ακτινωτώς μετά μαρμαρυγών εν τω φωτί των λαμπάδων. Σειρά λαμπαδίσκων επιστέφει τον θόλον του Κουβουκλίου, ενώ τέσσαρες φανίσκοι κομψοί εις τας τέσσαρας άκρας φέγγουσι με υέλους χρωματιστάς. Είνε εκ καρυοξύλου γεγλυμμένον ούτως ειπείν το ιερόν Κουβούκλιον, αλλ' εκ των ανθέων δεν φαίνεται σχεδόν το βαθύ ερυθρόχρουν ως ερυθρόδανον υάλισμα του ωραίου ξύλου.
Βαστάζεται υπό τεσσάρων ναυτών μετά σεβασμού και κατανύξεως και περιστοιχίζεται παρ' άλλων ναυτών, ετοίμων εκεί πλησίον ν' αρπάσωσιν είτα τας λαμπάδας του, φυλακτήριά εν ταις τρικυμίαις. Κ' ενώ βαδίζουν οι βαστάζοντες, σείεται ελαφρώς το Κουβούκλιον, σείεται και το κρεμάμενον έσωθεν χρυσούν εξ αντρέδων και ψευδανθέμων ποικιλόχρωμων στέμμα και τα λοιπά χρυσά και άνθινα στολίσματα, και αποτελείται ούτω μία ευάρεστος αλληλουχία λικνιζομένων χρυσών λάμψεων, καθηδύνουσα την όρασιν και πραΰνουσα ως δρόσος εν καύσονι την καρδίαν, εν ώ η ελαφρόπνους πρωινή αύρα κινούσα μαλακώς το φως των λαμπάδων μετασχηματίζει αυτό επιτηδείως εις ένα μονοκόμματον φωτεινόν στέφανον γύρω-γύρω του Κουβουκλίου, καταυγάζοντα ηδέως τα όμματα. Όπισθεν ακολουθεί εν μακρά γραμμή το πλήθος λαμπαδηφόρον αποτελούν, εν ευλαβεία και κατανύξει, ένα φωτεινόν ωραίον ρεύμα μ' ελαφρώς παίζοντα τα κύματά του.