WeRead Powered by ReaderPub
Διηγήματα, Τόμος Δ cover

Διηγήματα, Τόμος Δ

Chapter 8: ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΟΣΚΡΕΣ (1900)
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

The volume collects short stories that portray provincial Greek life through close, character-driven sketches. Scenes concentrate on domestic and communal rituals—Easter vigils, market and tavern life, fishing and baking households—while exposing local hierarchies, small humiliations, and tender loyalties. The prose alternates vivid sensory detail with quiet psychological observation, rendering social customs, speech rhythms, and inner yearnings with realism and occasional irony. Together the tales map everyday moral choices and the persistent interplay of tradition, pride, and compassion in a small coastal community.

Εμπρός προηγείτο, έκτος αυτός, εγχώριος ποιμήν κουκουλωμένος εντός της βαρείας κάπας του ως κορμός δρυός ή πλατάνου ογκώδης. Ενόμιζέ τις ότι ην κύριος πέντε άρκτων, τας οποίας ωδήγει εις την καλύβην του, απολεσθείσαν εντός των χιόνων.

Μερικά όρνεα μεγάλα, όσα δεν κατεπλακώθησαν εντός των χασμάδων των βράχων, καταφυγόντα υπό τινας κλάδους ελαιών ημιφαινομένους επάνω- επάνω ως θάμνους του χιονώδους πεδίου, ακούοντα τα αιφνίδια πατήματα των έξ οδοιπόρων, εξετρύπονον φοβισμένα, κατεπλήσσοντα είτα περισσότερο σαστίζοντα προς την λευκήν θέαν, και πάλιν ετρύπονον πτήσσοντα εις τους αυτούς των ελαιών κλώνους, απολέσαντα τας φωλεάς των.

 — Νά, από 'δω θα έκαμεν ο κολλήγας μου, είπεν ο ποιμήν προς τους πέντε άλλους, δεικνύων μεγάλα ίχνη επί της χιόνος.

Ο ποιμήν ούτος ήτο ο Κομποδήμος, ο κολλήγας του Μπάρμπα-Σταύρου, εις αναζήτησιν του οποίου μετέβαινε μετά των πέντε άλλων ναυτικών.

Και οι έξ ηκολούθουν τα ίχνη τα υποδειχθέντα, τα μόνα προς εκείνο το μέρος όπου έκειτο ο ελαιών του Μπάρμπα-Σταύρου. Και ήρχιζε να φωνάζη ο ποιμήν:

 — Κολλήγα! Κολλήγα! Μωρέ Κολλήγα!

Και η φωνή του μη προσκόπτουσα εις τα δένδρα και εις τας φάραγγας εκυλίετο βραγχνή και άχρους επί των χιόνων παγώνουσα και σβεννυμένη πάραυτα, ως από τηλεφώνου φωνή. Οι οδοιπόροι ήρχισαν να φοβώνται πλέον.

 — Τι λες; Κομποδήμο; ηρώτησέ τις των ναυτικών.

 — Τι να 'πω κ' εγώ! απήντησεν ο ποιμήν, τρέμων ενδομύχως.

Κ' επανέλαβεν:

 — Ο βλοημένος ήρθε να ξεχιονίσ'! Αυλή τ' νάτανε, και πάλι δεν θα μπορούσε, σαν δεν πάινε ο κολλήγας του.

 — Δε μ' λες, Κομποδήμο, προσέθηκέ τις των ναυτικών αστεϊζόμενος, λυόν' ο πεθαμένος 'ς το χιόν';

 — Ξέρου κι' 'γώ; Δε δουκίμασα!

 — Τι κάθεσθε και λέτε; παρετήρησεν έτερος των ναυτικών. Ο Μπάρμπα- Σταύρος θάνε σαν ρουφός μες 'ς τον πάγο, φρέσκος-φρέσκος, όπως διατηρούν φρέσκα 'ς την Αθήνα τα ψάρια.

 — Ας μη λαχταράη το ψάρι, παρετήρησεν ο Κομποδήμος, και περίμενε να 'ς το κάνη φρέσκο το χιόνι. Τι, θάλασσα είνε το χιόνι νάχη φρέσκα ψάρια;

Αίφνης ο ποιμήν ο οδηγός εσταμάτησε κατηφής. Εάν έκυπτες και παρετήρεις υπό την κατσούλαν της κάπας του, θα έβλεπες κάτωχρον το πρόσωπον του Κομποδήμου το άγριον.

 — Βρε, παιδιά, λέγει, κακά μαντάτα! Να, άλλα πατήματα δεν βλέπω. Να, κ'ττάξ 'τε και σεις.

Τωόντι άλλα ίχνη επί της χιόνος δεν υπήρχον, εκτός ολίγων τινών ακόμη, και παραπέρα ηπλούτο η χιών σιωπηλή, άθικτος.

 — Να, εκεί είνε το κτήμα του, υπέδειξεν ο ποιμήν, και έδειξε τον ελαιώνα του Μπάρμπα-Σταύρου. Μάλιστα, έκαμε και λάθος. Νά, έχασε τον δρόμο· από 'κεί έπρεπε να κάμη. Χωρίς άλλο αυτά είνε τα πατήματά τ', γνωρίζω εγώ τα ποδήματα του Κολλήγα.

Έλεγεν ο Κομποδήμος και εσχεδίαζεν εις το συγκεχυμένον εκείνο χιονισμένον πεδίον.

 — Για φωνάξ' τε μια, βρε παιδιά!

Και οι έξ τότε έβαλον κραυγήν φοβεράν.

 — Μπάρμπα-Σταύρο!

Αλλ' η φωνή προσέπεσεν αθλίως επί των χιόνων απομείνασα παγωμένη, νεκρά και άηχος!

Ουδείς απήντησε. Μόνον οι υπόκωφοι κρότοι των υπό την χιόνα θραυομένων ελαιών ηκούοντο πάντοτε, γοερώς και επωδύνως αντηχούντες εις τα ώτα των οδοιπόρων.

Έφθασαν εις το τελευταίον ίχνος του υποδήματος.

 — Μα αναλήφθηκες, Μπάρμπα-Σταύρο; παρατηρεί τότε είς των οδοιπόρων.

 — Ξέρεις τι τρέχει; λέγει έτερος. Ο Μπάρμπα-Σταύρος θα είνε τώρα 'ς τη φωτιά του και 'ς την Κρατήρα του, και εμείς ψάχνουμε του κάκου. Δεν βλέπετε; Νά, άλλο σημάδι δεν υπάρχει. Θα γύρισε πίσω. Παιδί ήτανε να χαθή;

 — Μα σου λέγει, έπεσε. Προσθέτει έτερος.

 — Ε, καλά· πού έπεσε;

Αίφνης εκεί οπού εξήταζε τα πέριξ ο Κομποδήμος, κράζει:

 — Σωπάτε! σωπάτε!

Όλοι εσιώπησαν σκυφτοί-σκυφτοί, με της γούναις των και με τα πρόβεια κασκέτα των, και ηκροώντο, του ποιμένος κυρτωθέντος με την κατσούλαν του μέχρι της χιόνος.

Ηκούετο ως τις στεναγμός βαθύς και ασθενής, μακρυνός-μακρυνός ήχος.

 — Ακούτε; ηρώτησεν ο ποιμήν.

Και τότε ως εκ κοινού συνθήματος κράζουν και οι έξ άνδρες.

 — Μπάρμπα-Σταύρο!

Η βοή η νεκρά της φωνής των συνωδεύθη ήδη υπό τινος γογγυτού μυστηριώδους:

 — Ωχ!

 — Μωρέ εδώ είνε ο κατακαϋμένος! Παρετήρησεν εν πεποιθήσει ο ποιμήν.

Και συγχρόνως ιδών το ρήγμα της χιόνος το σχηματισθέν κατά την πτώσιν του Μπάρμπα-Σταύρου, είπεν ως ενώπιον κινδύνου.

 — Καρδιά, παιδιά, καρδιά, και τον ηύραμε!

 — Νά, είπον και οι λοιποί. Εδώ εις το μέρος αυτό είνε χανδάκι.

Και εκ νέου εκραύγασαν πάλιν:

 — Μπάρμπα-Σταύρο!

Και πάλιν εις το τέλος ήκουσαν ως ηχώ στυγεράν της φωνής των :

 — Ωχ!

Πάραυτα τότε σιωπηλοί και υποτρέμοντες ως ενώπιον τραγικού συμβάντος, ότε δεν γνωρίζει τις αν θα συναντήση ζωήν ή θάνατον, ήρχισαν με τα πτύα και οι έξ να ξεχιονίζωσι το μέρος εκείνο μέχρι του εδάφους. Μετά τινα εργασίαν συνήντησαν βράχον μέγαν, το έδαφος της γης εκεί, υπό τον οποίον εξέχοντα, εσχηματίζετο σπηλαιώδης κρύπτη, οπού παρακάτω εξηκολούθει η κατωφέρεια του εδάφους, σχηματιζομένου εκεί μικρού χάσματος. Η χιών είχε συνενώσει όλα αυτά εις μίαν επιφάνειαν· και ότε ο Μπάρμπα-Σταύρος εγένετο άφαντος, είχε πατήσει επί της χιονώδους επιφανείας της συνενούσης την άκραν του βράχου μετά της κατωφερείας, χωρίς να επακκουμβά αύτη επί του στερεού εδάφους της γης· εξείχε δηλαδή από της άκρας του βράχου η χιών κλίνουσα ως κλίνει εν ταις στέγαις των οικιών, αστήρικτος. Εκεί λοιπόν επάτησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος και κατήλθε μετά της αποσπασθείσης χιόνος κάτω-κάτω, όπου εσχηματίζετο η σπηλαιώδης οπή του βράχου.

Οι οδοιπόροι εκαθάρισαν πάραυτα καλώς το μέρος, εύρον την κατωφέρειαν και κατήλθον εις την σπηλαιώδη οπήν, εν η εύρον τον Μπάρμπα-Σταύρον, ημιπαγωμένον, βαρέως αναπνέοντα, με ημικλείστους τους οφθαλμούς, κατακείμενον εκεί εις το χώμα της κρύπτης, ενώ το ξύλινον κοντάριόν του τεθραυσμένον εις δύο παρέκειτο.

 — Μπάρμπα-Σταύρο! Μπάρμπα-Σταύρο!

Ήρχισαν να φωνάζωσιν εν χαρά οι ναυτικοί, περικυκλώσαντες τον γέροντα.

 — Κολλήγα! Κολλήγα! έλεγε και ο ποιμήν καταχαρούμενος, αλλά μη πεποιθώς ακόμη.

Ο Μπάρμπα-Σταύρος ήνοιξε τους οφθαλμούς και ανεστέναξεν επανειλημμένως.

Τότε είς των ναυτικών, γνωρίζων από τέτοια — πόσαις φοραίς εις την Μαύρην θάλασσαν ξεπαγιάζουν οι ταλαίπωροι — είχε παραλάβει μεθ' εαυτού φιαλίδιον ρωμίου και ήρχισε να προστρίβη τα μέλη του γέροντος, ξεκομβώσας τα χονδρά φορέματά του και εξαγαγών τα υποδήματά του.

 — Ο Θεός σ' εφώτισε παιδί μ'!

Έλεγεν ο Κομποδήμος βλέπων το ευώδες ρώμι, το οποίον εμοσχοβόλησε θερμότητα και ζωήν, μέσα εις την παγωμένην εκείνην σχισμάδα της γης και εις την ρίνα του ποιμένος παγωμένην ομοίως.

Μετά μικρόν ο Μπάρμπα-Σταύρος ήνοιξε τους οφθαλμούς του, συνελθών τελείως και κινηθέντων των μελών αυτού.

 — Ακόμα λιγάκι και πάαινα!

Είπε μετά στεναγμού βαθέος ο γέρων.

Τότε πλέον καθησύχασεν ολοτελώς ο Κομποδήμος, εγέλασεν υπό την σκοτεινήν κατσούλαν της κάπας του και είπε:

 — Πού θα πάαινες, κολλήγα, που σε περιμένει το γουρνόπουλο; Να ιδής του βλουημένου, τετράπαχου! Τώσφαξα, του μάδ' σα, του παραγέμισι η κουμπάρα. Να ιδής!

Και εκρότει ο ποιμήν τα τραχέα χείλη του ως να εγεύετο ήδη το τρυφερόν του γαλαθηνού χοιριδίου κρέας.

Μειδίαμα ελαφρόν διήλθεν από το κάτωχρον του Μπάρμπα-Σταύρου πρόσωπον προς το άκουσμα τούτο. Πλην τα χείλη του ήσαν κλειστά ακόμα.

 — Τι κάνουμε, παιδιά; ηρώτησεν ο ποιμήν, υπόδρα βλέπων την μποτιλίτσα μετά υπόλοιπον του ρωμίου, ως τέσσαρα δάκτυλα.

 — Να πηγαίνουμε! Προσέθηκεν επιτακτικώς ο Κομποδήμος. Και πάραυτα εσφύριξε το υπόλοιπον του ρωμίου, το οποίον τόσην ώραν είχε πληρώσει ευωδίας την ρίνα του, έλαβε τον Μπάρμπα Σταύρον υπό την μασχάλην του και υπό την κάπαν ως τράγον ξεπαγιασμένον, και επανήρχετο εις το χωρίον, ακολουθούντων εν χαρά και των λοιπών ναυτικών, είς των οποίων έλαβεν εις χείρας και τα βαρέα υποδήματα του Μπάρμπα Σταύρου, άτινα εθεώρησαν βαρύ διά τον ποιμένα να θέσωσι πάλιν εις τους πόδας του γέροντος.

* *
*

Φεγγοβολεί η πυρά εις την καθαράν της Κρατήρας οικίαν. Ξύλα μεγάλα αναδίδουσιν οφιοειδείς γλώσσας φλογός εν μέσω της παλλεύκου εστίας, και θερμαίνεται και φέγγει όλος ο οίκος.

Κυλίμια χρωματιστά εύμορφα είναι στρωμένα κάτω εις τον χθαμαλόν σοφάν, κατέναντι της εστίας, όπου ακκουμβισμένος επί μαλακού προσκεφαλαίου πεπληρωμένου πτίλων αναπαύει τα θερμανθέντα πλέον μέλη του ο Μπάρμπα Σταύρος, λευκόν φορών εσώβρακον, λευκόν σαν το χιόνι, λευκασμένον την άνοιξιν 'ς τον Μέγαν Γιαλόν υπό της καθαράς και σεμνής νοικοκυράς Κρατήρας, και λευκόν ωσαύτως σκούφον μάλλινον εις την κεφαλήν κυρτούμενον και κλίνοντα όπισθεν και απολήγοντα εις μαλλίνην λευκήν ωσαύτως φούνταν. Την γούναν του την έχει ρίψει εις τους ώμους του — αναπεταρίκι — και φουμάρει μακρόν τσιμπούκιον, ου ο χρυσοποίκιλτος λουλάς επακκουμβά επί του γεισώματος της εστίας. Ανακινεί τα χείλη του ηδυπαθώς ο μπάρμπα- Σταύρος πιπιλίζων την κεχριμπαρένιαν άκραν του τσιμπουκίου του, βλέπει ευφροσύνως τον καπνόν αναθρώσκοντα κυκλοειδώς και διαλυόμενον εις την οροφήν του οίκου, και ενίοτε θωπεύει μαλακά- μαλακά τους στακτερούς του μύστακας.

Παρέκει κάθηται άνευ της κάπας του ο ποιμήν ο Κομποδήμος, έχων εις το πλευρόν του φιάλην χιλιάρικην, πεπληρωμένην οίνου μαύρου σπιτίσιου, και από καιρού εις καιρόν πληροί το ποτήριον εκεί πλησίον κείμενον και αυτό, και πίνει με κατακόκκινον το πρόσωπον και ημιδακρύοντας τους οφθαλμούς — εκ της χαράς τάχα ή εκ του οίνου;

Και ακούει διηγούμενον τον μπάρμπα-Σταύρον το επεισόδιον της πτώσεώς του το τραγικόν.

 — Έπεσα μαζί με το χιόνι κάτω βαθειά. Τα έχασα. Πάει, είπα, χάθηκα. Αλλά βλέπω εκεί μια σπηλιά· εχώθηκα μέσα έως να συνέλθω. Αλλά τι με τούτο ; Έπρεπε να αναιβώ επάνω. Μα πώς να αναιβώ; Τοίχος από δω και από εκεί υψηλός· κάστρο από χιόνι· αρχίζω τότε με το κοντάρι να κάμω δρόμο. Αλλά πώς; Εληά ήτανε να την ξεχιονίσω;

 — Ας πάνε 'ς την οργή κι' αυταίς η εληαίς, κολλήγα. Κόντεψε να σε χάσουμε. Ας πάνε ς' την οργή!

Διέκοψεν ο κολλήγας, κενών άλλο ποτήριον εις τον λάρυγγά του.

 — Η εληαίς μονάχα κολλήγα, ή και τα θηλιάσματα μαζί;

Ηρώτησεν ο μπάρμπα-Σταύρος γελών και θωπεύων τούς μύστακάς του τους στακτερούς.

 — Όλο να με πειράζης, κολλήγα. Τα θηλιάσματα λυπάσαι; Εσύ νάσαι καλά, κολλήγα, παρετήρησεν ο ποιμήν, ετοιμάζων άλλο ποτήριον.

 — Και το γουρνόπουλο!

Προσέθηκεν ο μπάρμπα-Σταύρος.

 — Ναι, τώρα είπες καλά.

Είπεν ο Κομποδήμος και εκένωσεν εις τον διψαλέον λάρυγγά του άλλο ποτήριον και ηρώτησε:

 — Να το φέρω ;

Και έσειε την κεφαλήν του, ασκεπής με την κόμην ακτένιστον επαναλαμβάνων:

 — Σου έγεινε ένα πράμα!

Το κάλυμμά του, είς επαναστατικός μαύρος κούκος από τον καιρόν τον Θεσσαλικών, είχε πέσει κάτω χωρίς να το εννοήση.

 — Ακόμα· νάρθη και η Κρατήρα· απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος· και εξηκολούθησε την διήγησίν του :

 — Λοιπόν που λες, μπορούσα με το κοντάρι να κάμω δρόμο μέσα σε τόσο χιόνι; Έδωσα, έδωσα, κολλήγα μου, ως που έσπασε το ξύλο. Τότε απηλπισμένος άρχισα να φωνάζω· αλλά ποιος να με ακούση!

Κάτι άγρια πουλιά επέρασαν από 'πάνω μου, ένα κοπάδι, και τα είδα με απελπισίαν. Μ' εφοβήθηκαν! Εκρύωνα. Εζάρωσα εις την σπηλιά και είπα:

 — Έρμαις εληαίς!

Και απόμεινα εκεί όπως με ηύρατε. Λίγο ακόμα, και θα τελείωνα με της παληοεληαίς, Κολλήγα!

 — Μη της ξαναλές πλεια, Κολλήγα. Ας πάνε στο καλό. Είσαι όμως και λίγο αράθυμος.

Ο ποιμήν δεν ηθέλησε να τον αποκαλέση φιλάργυρον.

 — Κίνησες να πας, προσέθηκε, με τόσα χιόνια!

 — Λυπάται κανείς, υπέλαβεν ο γέρων.

 — Λυπάται κανείς! μα εγώ δεν έχω ψυχή; Πέτρα έχω 'γώ;

Εκραύγασεν ολίγον ωργισμένος ο Κομποδήμος· και εκένωσεν άλλο ποτήριον, σπογγίζων με την χείρα τους μύστακάς του κατόπιν, διότι είχε πληρωθή φαίνεται ο στόμαχός του ο λαίμαργος και εχύνετο πλέον και απέξω το ευφρόσυνον ποτόν, το οποίον έλαμπεν εν τω ποτηρίω εκεί εις την φλόγα της πυράς ως απόσταγμα βυσσίνων.

 — Να σ' πω όμως, κολλήγα. Είμαι και ασφαλισμένος, Μη κυττάζης. Το χειμαδιό είναι καταμεσής 'ς της κουκουναριαίς, γερό σαν σπίτι.

Ας πέση όσο χιόνι θέλη· τα γίδια του κολλήγα σου θα χορεύουν τώρα γύρω 'ς τη φωτιά, και ο γυιος μου θα παίζη το σουράβλι.

Και είτα επανέλαβε πάλιν.

 — Να σ' πω. Να πάω να το φέρω;

Και ηγέρθη ημιτρικλίζων ο ποιμήν.

 — Κάθησαι, κάθησαι, είπεν ο Μπάρμπα Σταύρος. Τώρα θα απολύση η Εκκλησία.

Ούτως ο Κομποδήμος υπήκουσε πάλιν και επανήλθεν, αφού είχε μεταβή εις το μικρόν εγγύς δωμάτιον λέγων:

 — Ευωδιάζει το σκυλοφαωμένο!

* *
*

Η Κρατήρα είχεν υπάγει εις την Εκκλησίαν. Ήσαν περασμένα τα μεσάνυκτα. Οι κώδωνες του ναού και οι δύο είχον κρουσθή προ πολλού, σκληρώς πως αντηχούντες επί της χιονισμένης κώμης. Ο Μπάρμπα-Σταύρος εν κακή καταστάσει κομισθείς, ως είδομεν, αφού έτυχε τόσων θερμών περιποιήσεων εκ μέρους της συζύγου του, ήτις ανατσουτσουρωμένη, φρικιώσα είδε να τον φέρουν τον αγαπητόν της άνδρα υπό μάλης ως σακκί — εφρόντισαν όμως να προείπωσι προς αυτήν το συμβάν, ίνα μη καταπλαγή — εκάθητο εντελώς καλά πλέον εγγύς της πυράς, θερμαινόμενος και διηγούμενος το πάθημά του, ως άνθρωπος σωθείς από θάνατον, και ευφραινόμενος να διηγήται την σωτηρίαν του, ως να ήθελε να βεβαιωθή διά της επαναλήψεως, ότι αληθώς εσώθη. Όταν ήκουσε τους κώδωνας, επόθησε να παραστή εις την ωραίαν ακολουθίαν των Χριστουγέννων, ν' ακούση τους ωραίους ψαλμούς και να ευφρανθή μετά τόσην νηστείαν. Πλην εφοβήθη να εκτεθή εκ νέου εις το υπερβολικόν ψύχος της νυκτός και εις τον παγετόν των πλακών του ναού. Ουχ ήττον υπεχρέωσε την συζυγόν του να μεταβή αύτη, διότι του εφαίνετο πολύ σκληρόν να λείψουν και οι δύο από την πανήγυριν.

 — Χρονιάρα μέρα! είπεν.

Ο δε αγαθός ποιμήν δεν ηδύνατο πλέον να παραμερίση. Αφ' ης στιγμής εισήλθε φέρων υπό μάλης τον γέροντα, κεκμηκώς και ασθμαίνων, δεν απεμακρύνθη, έως ου τον είδεν άσπρον-άσπρον, ως εξαχθέντα εκ της χιόνος, να κάθηται εγγύς της εστίας καπνίζων το γλυκύ τσιμπούκιόν του· και τότε λαβών την χιλιάρικην εξεκουράζετο ο καϋμένος θερμαινόμενος και απ' έξω και από μέσα.

 — Ξέρ' 'ς τίποτα κολλήγα; ηρώτα ενίοτε.

Κι' εκεί που ο γέρων διεσκέδαζε θεωρών τον καπνόν του τσιμπουκίου του, έλεγεν ο ποιμήν:

 — Όποιος δεν πάει ς' την εκκλησιά, δεν θα φάγη γουρνόπουλα.

Και μετ' ολίγον πάλιν έλεγε:

 — Νά, μόνον η κουμπάρα θα φάη.

Τέλος του Μπάρμα-Σταύρου του ήλθε μικρός ύπνος. Αφού έπιε δύο τρία τσιμπούκια, έρεγχε μακαρίως ο γέρων, ενώ η φλοξ εχαριεντίζετο παίζουσα και αναλάμπουσα κεκινημένως επί του πραέος αυτού προσώπου. Ότε κρότος οξύτατος ως να εκρούσθη ηχηρώς μέγα ταψίον, τον αφύπνισεν έντρομον τον Μπάρμπα- Σταύρον διακόψας τρομακτικόν αυτού όνειρον.

 — Πιάστε με! εκραύγασεν ο Μπάρμπα-Σταύρος αναπηδήσας.

Και περιέβλεπεν εαυτόν παραδόξως, θεωρών τα κατάλευκα φορέματά του και τινάσσων αυτά ως να εξεχιονίζετο.

 — Χιόνι και να κάμνη τόσον κρότον!

Ωνειρεύετο.

 — Τι είνε, κολλήγα; εκραύγασε και ο ποιμήν τότε, ημικοιμώμενος από της ζάλης.

 — Μωρέ τουφεκιαίς πέφτουν! παρετήρησεν.

Ο γέρων ήρχισε να γελά.

 — Αναστήσανε πλεια! είπεν ο ποιμήν.

Κ' έτεινε την χείρα προς τον Μπάρμπα Σταύρον λέγων:

 — Χριστός ανέστη, Κολλήγα! Να το φέρω το γουρνόπουλο;

Ο ταλαίπωρος εν τη μέθη του συνέχεε τα Χριστούγεννα με την Ανάστασιν.

Την στιγμήν εκείνην εκρότησε και το κατσαμπίδι της θύρας· και εισήλθεν η Κρατήρα, στολισμένη εορταστικώς και κρατούσα το αντίδωρον ευλαβώς εν τη κλειστή δεξιά της.

Επανήρχετο από την εκκλησίαν.

Εκτύπησεν επί του πατώματος μετά προσοχής τους πόδας της εναλλάξ, όπως καταπέσωσιν αι προσκεκολλημέναι επί των υποδημάτων της χιόνες· ετίναξεν ωσαύτως και την άκραν γύρω-γύρω του φουστανίου και προχωρήσασα προς την εστίαν.

 — Καλή χρονιά! είπε, χαιρετίζουσα ευφροσύνως, διπλήν αισθανομένη η ταλαίπωρος την χαράν της μεγάλης ημέρας.

Και έδωκεν εις τον σύζυγόν της το εν τη παλάμη φυλασσόμενον αντίδωρον.

 — Αμ' εγώ ξέχασα κ' ήπια τσιμπούκι, Κρατήρα!

Παρετήρησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος μετά θλίψεως, ήτις εφαίνετο ζωηρά εις το πρόσωπόν του.

 — Τι να γείνη! επανέλαβεν. Ας είμεθα καλά του χρόνου!

 — Φέρε το 'δώ, διέκοψεν αποτόμως ο Κομποδήμος χασμώμενος, εγώ είμαι νηστικός!

 — Ναι, παρετήρησε γελώσα η Κρατήρα, και ρίπτουσα λοξόν βλέμμα εις την κενήν χιλιάρικην· σου έπεσε λίγο!

 — Όσο γι' αυτό, — ηθέλησε να είπη κάτι τι ο ποιμήν υποτραυλίζων.

 — Ας είνε, προσέθηκεν η Κρατήρα, και ετοποθέτησε το αντίδωρον υπό τι ποτήριον ανάστροφα επί του αρχαίου της εστίας. Έκαμα εγώ πολλούς σταυρούς για όλους σας. Καλή χρονιά σας! Εχάσατε όμως. Ήτανε πολύ ώμορφα. Δεν ξέρω πού βρέθηκε με τέτοιο χειμώνα και ήρθε ο Χρήστος πούνε γραμματικός του νεροδικείου εις την Αγία Άννα — χωρίον της Ευβοίας — κι' έψαλε το «χερουβικό» και το «Μεγάλυνον ψυχή μου» πολύ ώμορφα. Αμ' να ιδήτε πάλιν και μια ταραχή. Κρίμα τον καϋμένο! Στο τέλος 'ς 'ν απόλυσι, θέλησε ο κακόμοιρος να πάη πρώτος- πρώτος να πάρη αντίδωρο, και του πάτησε μια βρισιά ο δήμαρχος, που τον έκαμε τον κακόμοιρο απ' άσπρου.

 — Να σ' πω κουμπάρα. Κατάλαβες τίποτα; διέκοψεν αίφνης εγερθείς ο ποιμήν.

 — Τι; ηρώτησεν η Κρατήρα.

 — Δεν κατάλαβες τίποτα ακόμα; Νά! Και ωσφραίνετο ηχηρώς ο Κομποδήμος.

 — Ωχ!

Τωόντι από της ανοικτής κλαβανής ανήρχετο από του κατωγείου ευώδης οσμή ψητού· και μάλιστα ψητού χοιριδίου.

Ενόμιζέ τις ότι η ευσεβής Κρατήρα, επανελθούσα από την θείαν λειτουργίαν των Χριστουγέννων, εκόμισε μεθ' εαυτής και το χορταστικόν άρωμα της κρεωφαγίας μετά την τεσσαρακονθήμερον νηστείαν.

 — Εγώ το κατάλαβα, Κρατήρα, είπε τέλος ο Μπάρμπα-Σταύρος, οσφρανθείς και αυτός της ευωδίας του τρυφερού κρέατος. Τον κολλήγαν σας τον έπιασε λίγο.

 — Χριστός και Παναγία! ανεκραύγασεν η Κρατήρα ακούσασα την βαρείαν φράσιν.

 — Το κρασί, καλέ! διώρθωσεν αμέσως ο Μπάρμπα-Σταύρος. Στρώσε λοιπόν το τραπέζι, Κρατήρα.

Και προσατενίζων προς τον Κομποδήμον προσέθηκε:

 — Τώρα πλεια, κολλήγα, θα ιδούμε και το πεσκέσι σου. Ήταν τυχερό βλέπεις να το φάμε μαζί.

 — Το βλέπεις και χωρίς να το ιδής, κολλήγα. Γέμισε όλο το σπίτι μυρωδιά. Αχ! Να τρως και να λες νάχα και άλλο, κολλήγα· αξίζει αυτό όχι ένα θήλιασμα, δέκα θηλιάσματα αξίζει.

Είπεν ο Κομποδήμος ετοιμαζόμενος.

Η Κρατήρα αφαιρέσασα τότε το τσόχινον μπαμπουκλί της και περιβληθείσα μίαν λευκήν και χονδρήν φανέλλαν, καταβαίνουσαν μέχρι της οσφύος, ήρχισε να παραθέτη την τράπεζαν εγγύς της πυράς επί του σοφά.

Ανέπτυξε κατά πρώτον και έστρωσε μέγα τετράγωνον τραπεζομάνδηλον, έργον των χειρών της, υφασμένον με κυανόλευκα λωρία στενά· παρέθηκε κατά σειράν καθαρά λευκά πιάτα, μαχαίρια και πηρούνια και ποτήρια, την αλατιέρα, ένα μέγαν λάζον ναυτικόν του Ποταμού διά τον διαμελισμόν του χοιριδίου· και έφερεν έν από τα αφράτα ψωμία της εορτής και φιάλην εκλεκτού οίνου μοσχάτου. Ο Μπάρμπα Σταύρος ήρχισε να κόπτη φέταις μετά προσοχής, τοποθετηθείς εγγύς της τραπέζης, προς ην κατέναντι επλησίασε και εκάθησεν ο Κομποδήμος με ημικλείστους τους οφθαλμούς του, έχων ανάγκην ύπνου μάλλον ή τροφής· η δε Κρατήρα απήλθεν εις το εγγύς μικρόν δωμάτιον, όπου είχεν εξασφαλίσει αφ' εσπέρας το χοιρίδιον, μόλις το είχε φέρει η φουρνάρισσα, ως είδομεν.

 — Να σ' πω, κολλήγα, παρετήρησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος. Είπα να το κρατήσω για 'μπρός, αλλά πάλιν είπα: ο κολλήγας θα μας φέρη άλλο· τι βγήκε!

 — Ακούς εκεί! παρετήρησεν ο ποιμήν. Ο κολλήγας μου νάναι καλά και τα θηλιάσματά του· και γουρνόπουλα όσα θέλεις.

Αλλ' ιδού αίφνης· επανέρχεται η Κρατήρα εντροπαλή, κατακόκκινη, κομίζουσα κενόν το γανωμένον ταψίον.

 — Χορατεύετε, θαπώ!

Παρετήρησεν αποθέτουσα το κενόν ταψίον επί της τραπέζης· και προσέθηκεν:

 — Εσείς το φάγατε και με γελάτε!

 — Ο Μπάρμπα Σταύρος ανεπήδησεν επάνω κατάλευκος, κρατών εις χείρας το τσιμπούκιόν του ως εάν επρόκειτο να δείρη τους γάτους του όπου ήσαν λαίμαργοι πολύ και κακομαθημένοι.

 — Καλή χρονιά σας! επανέλαβεν η Κρατήρα ειρωνικώς και λυπημένη.

Ο Κομποδήμος ιδών κενόν το παρατεθέν ταψίον με ολίγην παγωμένην ακόμη σάλτσα, τώρα συνήλθεν από της μέθης, ξεζαλισθείς ολίγον.

 — Το πήρε η οργή, κολλήγα, ανεφώνησεν. Θα μας το άρπαξαν οι γάτοι· γιατί, όταν επήγα προτήτερα να το φέρω, δεν με άφησες; τους είδα κ' εφύλατταν απόξω καραούλι, ο ένας από 'δω και ο άλλος από 'κεί από την πόρτα.

 — Μήπως άφησες ανοικτή την πόρτα, κολλήγα;

 — Δε θυμάμαι, να σ' πω!

Και ερωτών την Κρατήραν λέγει:

 — Πού το ηύρες το ταψί, κουμπάρα;

 — Κάτω ς' τα σανίδια πεταγμένο ανάποδα.

 — Ωχ μωρέ τα σκυλόγατα! είπεν ο ποιμήν.

 — Κρίμα ς' το γουρνόπουλο! εφώνησεν ο Μπάρμπα Σταύρος τεθλιμμένος και κρατών το τσιμπούκιον επροχώρησεν ολίγα βήματα ως να μη επίστευεν, αν και έβλεπε το ταψίον το κενόν, και ήθελε να ίδη την θέσιν όπου έκειτο.

Και προχωρών κατήλθε διά της κλαβανής εις το κατώγειον οπόθεν ανήρχετο η ευωδία.

Η Κρατήρα απέμεινε μ' εσταυρωμένας τας χείρας, ο δε Κομποδήμος βλέπων το ταψίον εψιθύρισε:

 — Δεν τώπερνα εγώ προτήτερα!

Μετ' ολίγον ηκούσθησαν κτύποι πυκνοί από του κατωγείου ως να εκρούετο ραβδίον επί του δαπέδου και συγχρόνως φωναί:

 — Νά! Νά! Νά!

Ο Κομποδήμος κατήλθε τότε παραπατών εις το κατώγειον. Κατόπιν ηκολούθησε και η Κρατήρα.

Οι κτύποι και αι φωναί επανελήφθησαν.

 — Νά! Νά! Νά!

Και μετά μικρόν επανήλθεν ο Μπάρμπα Σταύρος ωχρός από της οργής, κρατών εις χείρας τεθραυσμένον το τσιμπούκιον και ψελλίζων:

 — Κρίμα ς' το γουρουνόπουλο!

Κατόπιν του ανέβη ο Κομποδήμος έχων εις χείρας του την κεφαλήν του χοιριδίου με ροδισμένον εδώ κ' εκεί το τρυφερόν δέρμα και λέγων:

 — Μπρε τα παληόγατα!

Η Κρατήρα ωχρά πλέον και αυτή, δεν εγνώριζεν εις ποίον να ρίψη το πταίσιμον.

* *
*

Τωόντι όταν ηκούσθη ο κρότος εκείνος ο οξύς ον ο Κομποδήμος εξέλαβεν ως τουφεκιάν ο δε Μπάρμπα-Σταύρος ως κρότον πιπτούσης χιόνος, εάν εξήρχετο κανείς θα συνήντα τους δύο γάτους, οι οποίοι αφ' εσπέρας παραφυλάσσοντες ως φρουροί ακοίμητοι προ της θύρας του δωματίου, εν ώ είχεν εναποτεθή το χοιρίδιον, ευρόντες ανοικτήν την θύραν, αφεθείσαν ούτως υπό του Κομποδήμου, εισήλθον κρυφά-κρυφά και παρέλαβον το ξεροψημένον χοιρίδιον ως δύο καλοί λωποδύται, κρατούντες αυτό εύμορφα ο μεν από τους προσθίους πόδας ο δε από τους οπισθίους, και κατήλθον από της κλαβανής εις το κατώγειον, εν ώ όπισθέν των αντήχει οξέως το καταρριφθέν ταψίον. Εκεί κάτω τους εύρεν ο Μπάρμπα- Σταύρος και τους δύο λαιμάργως καταπίνοντας δι' αγρίων βρυγών τας τρυφεράς του ωραίου χοιριδίου σάρκας, ων η ευωδία επλήρου τον οίκον όλον, ως είδομεν. Είχον αποτελειώσει πλέον το γεύμα των καταπιόντες και τα τρυφερά οστάρια, και μόνον την κεφαλήν ως μεζέν αφήσαντες τελευταίαν, ότε ο Μπάρμπα Σταύρος πλήρης οργής θέλων να τους κτυπήση έθραυσεν επί του ξηρού εδάφους του κατωγείου το ωραίον τσιμπούκιόν του, διότι οι γάτοι μόλις είδον αυτόν επήδησαν ταχείς ως πτερωτοί εις το ανοικτόν υπέρθυρον της θύρας του κατωγείου, εκύτταξαν μια τον γέροντα αγρίως κινούντες τους μύστακάς των, και εγένοντο άφαντοι, καταλιπόντες μόνον την κεφαλήν, ψητόν λείψανον του βασιλικού γεύματός των.

 — Τις έπταιε!

Διελογίζετο ο Μπάρμπα-Σταύρος, ου η όρεξις, αναμένοντος τόσας ώρας την πλουσίαν και ορεκτικήν τράπεζαν μετά τόσα παθήματα και τόσην νηστείαν, είχε καταντήσει εις οργήν και λύπην.

 — Ο Κομποδήμος έπταιε μόνος, ή και η ευλαβής Κρατήρα; Ή μήπως έπταιε περισσότερον όλων ο Μπάρμπα-Σταύρος, αλλ' εντρέπετο και να το σκεφθή τώρα;

Το αληθές είνε ότι τας αμαρτίαις όλων φορτώνεται ο πταίων τελευταίος.

Ούτος δε ήτο ο ποιμήν όστις είχεν αφήσει ανοικτήν την θύραν του μικρού δωματίου.

Αλλά τι δικαίωμα είχον να οργισθώσι πλέον κατά του ταλαιπώρου ποιμένος, όστις τόσα υπέστη αυτήν την νύκτα και την προηγουμένην ημέραν, όστις τον έσωσε σχεδόν τον Μπάρμπα-Σταύρον, διότι αυτός είχε κοπιάσει προς τούτο, και όστις τέλος πάντων ως Χριστουγεννιάτικον δώρον είχε προσφέρει το γαλακτώδες χοιρίδιον.

Διά τούτο ο Μπάρμπα-Σταύρος πληρώσας το ποτήριον του ποιμένος οίνου εκλεκτού, πληρώσας και άλλο ιδικόν του, ίνα διά του ηδέος ποτού ωθήση προς τον παμφάγον στόμαχον την εκχειλίζουσαν οργήν του, εκραύγασε μετά ψυχρότητος μεν γελών, πλην γελών όμως:

 — Καλή χρονιά, κολλήγα, εσύ νάσαι καλά και τα θηλιάσματα, και γουρνόπουλα όσα θέλεις έχουμε.

Και θεωρών την σύζυγόν του προσέθηκεν ο γέρων:

 — Κι' άλλη φορά, κυρά Κρατήρα, τα παιδιά σου να τ' αναθρέψης καλλίτερα.

 — Ναι! τώρα είπες καλά, εκραύγασε και ο ποιμήν. Και κρατών την ευωδιάζουσαν κεφαλήν του χοιριδίου εστρώθη οκλάδην παρά την τράπεζαν γελών και λέγων:

 — Εσείς δεν θα τρώτε τώρα από το γατοφαγωμένο. Και ήρχισε να τρώγη, εν ώ οι δυο σύζυγοι μη έχοντες άλλο τι έφαγον άρτον και τυρίον απλούν, διότι εν τη φιλαργυρία του ο Μπάρμπα-Σταύρος δεν είχε προμηθευθή ολίγον κρέας διά να κάμουν σούπαν. Και λησμονήσας την χαράν της σωτηρίας του από την φιλαργυρίαν του προσεπάθει άνευ ορέξεως να ωθήση προς τον λάρυγγά του το ψυχρόν τυρίον, επαναλαμβάνων ενίοτε μετά στεναγμών ως επιτάφιον εγκώμιον, αισθανόμενος εγγύς του το άρρητον άρωμα του χοιριδίου:

 — Κρίμα 'ς το γουρνόπουλο!

ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΟΣΚΡΕΣ
(1900)


Από πόσον καιρόν, δεν ενθυμείτο, το αληθές όμως είναι ότι από τότε οπού εγνώρισε τον Καπετάνιον, ο κυρ-Μιχάλης ο Μαυριδερός, ο οινοπώλης, είχε ν' ακούση το «Χριστός ανέστη» εις την ενορίαν του την νύκτα της Αναστάσεως, και ν' ανάψη την λαμπάδα του από το άγιον φως του Παπά-Χρήστου, του κωφού, όταν θα εξήρχετο κατενώπιον της αγίας Πύλης, βαστάζων δέσμην λαμπάδων, αναμμένων από την κανδήλαν της αγίας Τραπέζης, και ψάλλων με την βροντώδη φωνήν του: «Δεύτε λάβετε φως!»

Διά τούτο η κυρά-Μιχάλαινα, η γυναίκα του, μία γυναίκα κοντή και χονδρή, ως τα κοντόχονδρα βαρέλια του οινοπωλείου, ήτο καταχαρουμένη όλην την ημέραν του μεγάλου Σαββάτου. Το έτος εκείνο θα επήγαινε και αυτή, σαν νοικοκυρά, μαζί με τον κυρ-Μιχάλην, τον άνδρα της, εις την ενορίαν της, σαν αγαπημένον ανδρόγυνον, εις τον ναόν του αγίου Δημητρίου, εις του Ψυρή, με καλά της φορέματα, με μίαν μεγάλην άσπρην λαμπάδα, καμαρώνουσα τον άνδρα της τον κυρ- Μιχάλην, πενηντάρην και πλέον, πρόσωπον πολιόν, στενόν και μακρόν, μ' ένα μαύρο καρυδοειδές, εξοχήν σαρκός, εν μέσω του μετώπου, εν είδει στέμματος.

Δεν επήγαινεν ο κυρ-Μιχάλης, δεν επήγαινε και η κυρά-Μιχάλαινα εις την ενορίαν της. Πώς να υπάγη μόνη, οπού ήτο γνωστή εις την γειτονιάν, οπού είχε φιλίαν με τον Παπά-Χρήστον, γιατί του έστελνε κάθε Σαββατοκύριακο πρόσφορα και νάμα, οπού ήθελε να ίσταται εξαιρετικώς, μόνη αύτη εκ των γυναικών, δεξιά, παρά την θαυματουργόν εικόνα των αγίων μαρτύρων Τιμοθέου και Μαύρας, και να δίδη συχνά, κατά την διάρκειαν της θείας λειτουργίας κηρία εις τον παπά-Χρήστον, να τα ανάπτη εις την αγίαν Προσκομιδήν.

Δεν επήγαινεν ο κυρ-Μιχάλης την Ανάστασιν εις την ενορίαν των, δεν επήγαινε και η κυρά-Μιχάλαινα· αλλ' ηναγκάζετο, την ιεράν και φωτοφόρον Νύκτα, να μεταβαίνη μακράν, πολύ μακράν, αγνώριστος, εις τον άγιον Αθανάσιον, εις την Πέτραν.

Διά τούτο το έτος εκείνο ήτο καταχαρούμενη. Έβαψε τα κόκκινα αυγά την μεγάλην Πέμπτην, εκατόν τριάκοντα περίπου, εζύμωσε δε το μέγα Σάββατον τας αυγοκουλούρας και δύο μεγάλα πρόσφορα, αναγγείλασα εις τον Παπά-Χρήστον νάχη τον νουν του, να προσκομίση από τα δικά της πρόσφορα.

 — Δεν είνε η δουλειά, παιδί μου, οπού εμποδίζει τον κυρ-Μιχάλη να πάγη στην Ανάστασιν, έλεγεν η κυρά-Μιχάλαινα προς μίαν κοσμοκαλογραίαν φίλην της, τακτικά επισκεπτομένην το βαθύ του οινοπωλείου των υπόγειον, ίνα λαμβάνη ελέη, πινάκιον φάβας, την οποίαν έβραζε δεξιώτατα η κυρά-Μιχάλαινα κ' επώλει καθ' όλην την αγίαν τεσσαρακοστήν, και βαύκαλιν ρητινίτου, για να στυλόνη ολίγον την καρδίαν της, η κακομοίρα η κοσμοκαλογραία, οπού εβάστα ενάτην καθεκάστην, και τρία τρίμερα, και έκαμνεν αναρίθμηταις μετάνοιαις όλην την αγίαν Τεσσαρακοστήν. Και επήγε την ώραν εκείνην να πάρη ολίγον φρέσκο κρασί, να το έχη διά το πασχαλινόν της πρόγευμα, οπού ήτο . . πολύ στομαχικόν και ευωδίαζε πεύκον, καθώς έλεγε, και ήτο πολύ στυλωτικόν, δι' αυτήν οπού είχε τόσον αδυνατισμένο στομάχι.

 — Είπα κ' εγώ, τέκνον μου, απήντησεν η κοσμοκαλογραία. Γιατί τότες, μαθές, σαν αποκόβεται από τη δουλειά, είνε, μαθές, μεγάλη αμαρτία. Οι κανόνες λένε, τέκνον μου, από την Μεγάλην Πέμπτην να παύουν οι Χριστιανοί από την εργασίαν και να συντρέχουν εις τας εκκλησίας.

 — Πού τ' ακούνε αυτά τώρα, παιδί μου! Εδώ τους βγάζει αστυνομία, παιδί μου, από της ταβέρναις με την μπαγιονέτα. Πού ακούσθηκε με την μπαγιονέτα να πηγαίνουν οι Χριστιανοί στην εκκλησίαν, στον Παράδεισον! . . .

Η κυρά-Μιχάλαινα πολυλογού γυναίκα, επήρε δρόμο, και η κοσμοκαλογραία, αποκαμωμένη από το τελευταίον τρίμερον, έλαβε την βαύκαλιν του ρητινίτου, και ηθέλησε να απέλθη, ευχηθείσα εις την ελεούσαν οικοκυράν «καλήν Ανάστασιν». Αλλ' η κυρά-Μιχάλαινα την εσταμάτησε.

 — Δεν είνε, που λες, παιδί μου, η δουλειά οπού τον εμποδίζει τον κυρ- Μιχάλην να πηγαίνη εις την Ανάστασιν, γιατί, καθώς σου είπα, η αστυνομία, άμα νυχτώση το μέγα Σάββατον, μας κλείνει. Είνε άλλο το εμπόδιο. Είνε ο Καπετάνιος, οπού λες . . .

 — Ποιος καπετάνιος; ηρώτησεν η κοσμοκαλογραία.

 — Θα σου πω κατόπιν, τα Λαμπρόγιορτα. Μα τώρα εφέτος, δεν είνε στην Αθήνα. Τον στείλανε της προάλλαις αποσπασματάρχη για της εκλογαίς και δεν γύρισε ακόμα. Μα να σου πω, παιδί μου, αγυρισιά του να γένη! . . .

 — Πω! Πω! τέκνον μου! τέτοια μέρα! Ημέρα που ο ληστής σχωρέθηκε! . . . Πω! πω! τέκνον μου . . .

 — Του σήκωσε τα μυαλά, παιδί μου, του άναψε το κεφάλι και δεν κυττάζει την δουλειά του!

Η κοσμοκαλογραία, τρικλίζουσα από την νηστείαν, βιαζομένη δε να ετοιμασθή, ως καλογραία οπού ήτο, διά την Ανάστασιν, δεν είχε καρδίαν ν' αρχίση μακράν ίσως εξομολόγησιν· ευχαριστήθη από την αναβολήν και απήλθεν επιλέγουσα και αυτή με προθυμίαν:

 — Τα Λαμπρόγιορτα τα λέμε, τα Λαμπρόγιορτα.

* *
*

Εβράδυασε πλέον. Άνωθεν από τινος ανοικτού φεγγίτου κατήρχετο εις το βαθύ εκείνο υπόγειον η λάμψις φανού τινος, ως ακτινοβολία άστρου χρυσού εκ των αιθέρων, και συνάμα βοή συγκεχυμένη και αλαλαγμός, θόρυβος κόσμου, πλημμυρούντος εκείνην την ώραν την εγγύς κεντρικήν της πόλεως αγοράν, ον διέκοπτον κατά διαλείμματα οξύταται ως βουνού άγριαι φωναί ποιμένων:

 — Αρνιακά για πούλημα!

 — Αρνιά για σφάξιμο!

Ενίοτε δε ηκούοντο και πυκνά-πυκνά βελάσματα αμνών, εισκομιθέντων των ποιμνίων καθ' εκατοντάδας εις την προ του Βαρβακείου πλατείαν.

Η κυρά-Μιχάλαινα, αποπλύνασα τα δοχεία, εντός των οποίων έβραζε καθ' όλην την αγίαν τεσσαρακοστήν την φάβαν, ετοποθέτησεν αυτά καθαρά εις την θέσιν των, κ' εβοήθει τον κυρ-Μιχάλην εις την καθαριότητα του καταστήματος όλου. Έπειτα — η νυξ είχε προχωρήσει — ενδυθείσα — εκεί εντός κατώκει το ειρηνικόν ανδρόγυνον επί δύο ακρινών, σκοτεινών και υγρών δωματίων — εκάθησεν επί τινος σκαμνίου, πλησίον ενός κοντού και χονδρού βαρελίου.

Ο κυρ-Μιχάλης, αφού αφήρεσε πλέον από τας προθήκας του κάτω τα νηστίσιμα κ' έθεσε μέσα εις λευκάς πιατέλας κόκκινα αυγά και τυρί, και άλλα όψα πασχαλινά, όλο κι' έφερνε γύρω ακόμη κάτι τι τακτοποιών, κάτι τι διορθόνων, αλλά σύννους και μελαγχολικός ωσάν να διελογίζετο απόντα φίλον του, ταξειδεύοντα συγγενή του. Μία λάμπα αναμμένη εν μέσω, από του θόλου, εφώτιζε το βαθύτατον εκείνο υπόγειον με λάμψεις θαμβάς, κιτρινωπάς λάμψεις, λάμψεις νεκρικής κρύπτης.

Θολόστεγον το μαγαζί του κυρ-Μιχάλη. Με αψίδας, με καμάρας Βυζαντινάς, με κολώνας Βυζαντινάς, με κεφαλοκόλωνα Βυζαντινών ναών. Αυτό τούτο λείψανον Βυζαντινής Μονής. Ίσως το δοχείον Κοινοβίου αρχαίου, ίσως το μαγειρείον του, ίσως η τράπεζά του. Με διαδρόμους πλακοστρώτους με μελαψάς πλάκας. Με τοίχους καπνισμένους. Μεσαιωνικόν κτίριον. Μετόχιον της Πεντέλης, το μαγαζί του κυρ-Μιχάλη, κατέναντι του αγίου Δημητρίου εις του Ψυρή, ενοικιάζετο πολυετώς από τον καλοπληρωτήν και ειρηνικόν κυρ- Μιχάλην.

Και ήτο διά την δουλειάν του μάννα, κατά την κοινήν φράσιν. Αιωνία υγρασία εβασίλευεν εκεί κάτω εις τας αραχνιασμένας εκείνας στοάς, υπό τας οποίας ήτο η στίβα των οινοβαρελίων ψυχρά, παγωμένη. Τελευταίον το εμυρίσθησαν και άλλοι οινοπώλαι· και κατά την τελευταίαν δημοπρασίαν παρ' ολίγον να το αφαιρέσουν από τον κυρ- Μιχάλην, αυξήσαντες το ενοίκιον κατά ικανάς εκατοντάδας δραχμών. Αλλ' ο Καπετάνιος ιδών συλλογισμένον τον φίλον του οινοπώλην ηρώτησε την αιτίαν, και του είπεν αμέσως:

 — Μη φοβάσαι, κυρ-Μιχάλη. Ο Καπετάνιος είνε εδώ! . . .

Και επλήρωσε το επισπρόσθετον ενοίκιον.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

 — Ο καϋμένος ο Καπετάνιος! Καλή του ώρα! Ανεστέναξε ο κυρ-Μιχάλης αποπερατώσας πλέον πάσαν εργασίαν. Σε ποιο κλαρί τάχα να πασχάση! . . .

Επλησίαζεν η ώρα της Αναστάσεως.

Ακόμη ολίγον και θα εσήμαινον οι κώδωνες των ναών. Ήδη κατήρχοντο από του φεγγίτου κάτω κρότοι βηματισμών ανθρώπων μεταβαινόντων από τας ενορίας βιαστικά εις την Μητρόπολιν, συνοδευόμενοι μ' εκρηκτικούς κρότους πυροτεχνημάτων και φωνάς ηχηράς παιδιών, προληπτικώς ημιψαλλόντων το Χριστός Ανέστη, ενώ ο Καλόγηρος, ο νεωκόρος του Αγίου Δημητρίου, συνεζήτει θορυβωδώς μετά τινων γραιών περί της ώρας, οπού ανασταίνουν οι Αρμένιοι, κ' έφθανον εις το υπόγειον οι ασυνάρτητοι βραχνοί λόγοι του.

 — Ας πάνε 'ς την ευχή του Χριστού! . . .

Αυτήν την ώραν εκλείοντο πάντοτε αι δύο των εις το βαθύ εκείνο και σκοτεινόν υπόγειον, ο κυρ-Μιχάλης και ο Καπετάνιος . . . — ανελογίζετο τα παρελθόντα λυπημένος ολίγον ο κυρ Μιχάλης, ενδυόμενος πλέον να μεταβή εις την εκκλησίαν της ενορίας του ύστερον από τόσα χρόνια. Εκεί εκάθηντο, εκεί εις εκείνο το ορθογώνιον μάρμαρον, οπού ήτο εκεί εν μέσω εν σχήματι επιταφίου πλακός, με γραφάς δυσδιακρίτους Βυζαντινών χαρακτήρων, με αναγλύπτους σταυρούς και λαμπάδας, όπερ ως τράπεζαν ιδιαιτέραν διά τους στενούς του φίλους, μετεχειρίζετο ο κυρ-Μιχάλης . . . ολίγαις εληαίς ή άλλο τι ορεκτικόν νηστίσιμον, και δύο ποτήρια κρασί ήσαν επί της πρωτοτύπου και μυστηριώδους αυτής τραπέζης. Ο Καπετάνιος από το ένα μέρος πολιός, ξηρός, οστεώδης, με φαγωμένον τον ήμισυν μύστακα από τριχοφάγον, είποτε ονειρευόμενος πολέμους και μάχας, και αναμένων πάντοτε γενικήν των λαών σύρραξιν. Βλέπων δε άλλοτε μεν προς τους σκοτεινούς θόλους επάνω, οπόθεν, από ένα φεγγίτην μόνον κατήρχετο ολίγον φως ηλίου την ημέραν και ολιγώτερον φως αστέρων την νύκτα, διηγείτο εν ευγλωττία ακατασχέτω, με ενθουσιώδεις πολλάκις αναπάλσεις της φωνής του, με κραδασμούς του λάρυγγος θεωριών εν οπτασίαις, με οξυλάλους τιναγμούς της σπάθης του, τώρα εν τη ρύμη των λόγων του δακρύων, και τώρα αίφνης μειδιών, εν μυστική ψυχής ευφροσύνη, διηγείτο μυστηριώδη και παράδοξα με ένα ενθουσιασμόν προφητικόν.

Ο κυρ-Μιχάλης πάλιν κατέναντί του με το πλατύ και μακρόν πρόσωπόν του, ασκεπής, ανασκουμπωμένος, ως μάγειρος οπού ήτο, με την ποδιάν του ακόμη, ήκουεν αφηρημένος, ακίνητος, δέσμιος, θαρρείς, μαγνητισμένος, θαρρείς, ακολουθών άπνους Έκτωρ το αιθέριον άρμα του Καπετάνιου. Αι λαμπάδες και των δύο έκειντο εκεί, κάτασπροι, επί της επιταφίου εκείνης πλακός, ενώ τα ποτήρια συνεχώς επληρούντο. Ο Καπετάνιος όσον παρήρχετο η νυξ και επλησίαζεν η ώρα της Αναστάσεως τόσον και εζαλίζετο από τα ποτήρια του ρητινίτου και από τον αφάνταστον ενθουσιασμόν του, ότε, αφού πλέον είχε κλείση την θύραν του οιναπωλείου του ο κυρ-Μιχάλης, και ήτο απόλυτος ησυχία εις τα βάθη εκείνα κάτω του υπογείου, οιστρηλατούμενος πλέον ο μυστηριώδης εκείνος πολέμαρχος και μέγας ονειροπόλος, συνελάμβανεν ακράτητος τον άκακον εκείνον συνομιλητήν του, και ωδήγει αυτόν επτοημένον εις ένα επικόν πόλεμον, του οποίου η τελευταία μάχη θα εδίδετο μέσα εις τας πλατείας της Πόλεως τόσον αιματηρά και τόσον καταστρεπτική, ώστε να πλεύση το μοσχάρι εις το αίμα, της οποίας το τέλος θα εκήρυττεν η ανάστασις του κοιμωμένου βασιλέως. Και όταν πλέον εγλυκολάλουν επάνω εις τον κόσμον οι κώδωνες των ναών, και από τον φεγγίτην έλαμπον φαεινά τα φώτα της Αναστάσεως, εις μάτην προσεπάθει τότε να εγερθή ο κυρ- Μιχάλης, ν' ακούση και αυτός το Χριστός Ανέστη εις τον γειτονικόν του ναόν, ν' ανάψη και αυτός την λαμπάδα του. Εις τας οινοδαρείς θεωρίας του τότε, υπελάμβανε τον Καπετάνιον ως τον παμφάγον Άδην, και εαυτόν ως ένα δέσμιον προαιώνιον νεκρόν, ον μόνον αυτόν, δεν ανέστησε, κρίμασιν οις οίδεν ο Κύριος, μετά των τόσων άλλων αναστάντων τότε.

 — Μα δεν ακούσατε της καμπάναις; ηρώτα η κυρά-Μιχάλαινα επιστρέφουσα από τον Άγιον Αθανάσιον, από την Πέτραν, με την λαμπάδα της Αναστάσεως αναμμένη, και καταβαίνουσα εις το υπόγειον, αφού πρώτον, εσημείωνε διά του καπνού του κηρίου της τρεις σταυρούς επί του τοιχώματος της θύρας του υπογείου. Μα δεν ακούσατε της τρακατρούκαις!

 — Πώς είπαταν, κυρά-Μιχάλαινα; Ηρώτα τότε ο Καπετάνιος, ου το πολιόν και ξηρόν πρόσωπον λαμπρώς κατηυγάζετο από την θείαν ανταύγειαν του φωτός της Αναστάσεως.

Και προσφέρων κόκκινον αυγόν πάραυτα εις την κυρά-Μιχάλαιναν, από τα παρακείμενα εκεί, την προσεκάλει να τσιγκρίσουν, αναφωνών ρωσσιστί:

 — Χριστός βοσκρές!

Τότε και ο κυρ-Μιχάλης, εχαιρέτιζε και αυτός δι' εφθαρμένων λατινικών.

 — Ντόμινους μπαμπίσκους! (1)

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αυτά ανεμιμνήσκετο τώρα ο κυρ-Μιχάλης. καθ' ην ώραν ενεδύετο.

Αλλ' η κυρά-Μιχάλαινα διελογίζετο άλλα. Έβλεπεν ότι, αφότου εγνωρίσθη ο σύζυγός της με τον Καπετάνιον, ήρχισε να παραμελή την εργασίαν του. Αληθώς ο κυρ-Μιχάλης, φίλεργος και δραστήριος άνθρωπος πρότερον, εξ εκείνων, οπού ξεύρουν την δουλειάν των, αφότου, γοητευθείς από τας διηγήσεις του Καπετάνιου, ήρχισε να ονειροπολή την Επτάλοφον με τους ναούς της και τα αγιάσματα, παρημέλει το έργον του, ονειρευόμενος ότι ταχέως θα ήνοιγεν ένα μαγαζάκι απ' έξω από την Αγίαν Σοφίαν. Αντί δε να φροντίζη περί των αναγκών του έργου του, άφινε την κυρά-Μιχάλαινα να διευθύνη, αυτός δε, εν απουσία του Καπετάνιου, λαμβάνων το χρυσοδεμένον απόκρυφον βιβλίον του, ενετρύφα μόνος του, αναγινώσκων. Το βιβλίον τούτο επωνομάζετο «Συλλογή διαφόρων προρρήσεων» και περιείχε παραδοξότατα κεφάλαια. Τεμάχια εκ της Αποκαλύψεως, τας θεωρίας του αγίου Μεθοδίου, τους χρησμούς Λέοντος του σοφού, άλλους χρησμούς Στεφάνου του Αλεξανδρέως και την περίφημον οπτασίαν του Αγαθαγγέλου, όλα ταύτα περιστρεφόμενα περί την κοινώς διαδεδομένην παράδοσιν περί του Αγίου Βασιλέως, του κοιμωμένου εις τα υπόγεια της Αγίας Σοφίας, όλα αυτά γραμμένα εις δυσκαταλήπτους και αινιγματώδεις στίχους.

Η κυρά-Μιχάλαινα πολλάκις απεφάσισε να διαλύση αποτόμως τας σχέσεις εκείνας του συζύγου της με τον Καπετάνιον, αλλά καθώς ήτο αναβλητικού χαρακτήρος, έδιδε τόπον τη οργή. Άλλως και ωφελείτο, διότι ο Καπετάνιος πολλάκις επλήρωνε το ενοίκιον του αρχαίου εκείνου υπογείου, οσάκις έβλεπε στενοχωρημένον τον κυρ-Μιχάλην. Εφοβείτο όμως ότι κακόν γήρας θα επερνούσεν, αν εξηκολούθει τας αναβολάς της. Πλην δεν είχεν εισέτι ανακαλύψει το μέσον, διά του οποίου θα απεμάκρυνε τον Καπετάνιον, χωρίς να κινδυνεύση να χάση την τόσον καλήν προστασίαν του. Υπόνοιαν είχε συλλάβει ότι ο Καπετάνιος, άνθρωπος ιδιόρρυθυμος, ησθάνετο μεγάλην ψυχικήν ανακούφισιν να διανυκτερεύη εν τω Βυζαντινώ υπογείω των, ιδίως την νύκτα του Μεγάλου Σαββάτου. Από τινας ασυναρτήτους ομιλίας του υπέκλεψεν η κυρά-Μιχάλαινα μίαν πειστικήν υποψία και διελογίζετο ότι, αν επωλείτο το σεσαθρωμένον εκείνο οικοδόμημα, ίνα κρημνισθή και ανακτισθή με την νέαν αρχιτεκτονικήν, ίσως ο κυρ- Μιχάλης να επανεύρισκεν αλλαχού την πρώτην του φιλεργίαν, και ίσως μέσα εις τα χαλάσματα εκείνα να εθάπτοντο και οι χρησμοί του Καπετάνιου, και να ησύχαζε κ' εκείνος από τας τόσον διεγερτικάς του φαντασίας.

* *
*

Τέλος ήρχισαν να σημαίνωσιν οι κώδωνες των ναών, κατά διαταγήν της ιεράς Μητροπόλεως εκείνο το έτος όλοι ομού εν ηδυμόλπω αρμονία διαλαλούντες τα εκφαντορικόν της Αναστάσεως κήρυγμα εις την ορθοδοξούσαν των Αθηνών πόλιν, όπερ εγένετο αιτία, το πάλαι, να σαρκασθή εν αυτή ο μέγας των Εθνών Απόστολος. Και πού να ήξευραν οι ευγενείς και εύμουσοι εκείνοι αστοί ότι η πόλις των, η λευκή από των ειδωλικών μαρμάρων, η τόσον ευσεβούσα τοις ξοάνοις, ώστε και αγνώστω θεώ βωμόν να συντηρή, έμελλε διά του κηρύγματος εκείνου του ενθεαστικού ν' ανακτισθή, διά των αιμάτων των τέκνων της, λευκή πάλιν και όλη πεντελησία, αλλ' ουχί πλέον ανά ένα βωμόν έχουσα δι' έκαστον εκ των ψευδών εκείνων θεών, αλλά πολλούς ωραίους ναούς δόξαν του Ενός και Μόνου εν Τριάδι Θεού . . .

Η καρδία του κυρ-Μιχάλη επληρώθη κατανύξεως. Πρώτην φοράν ευρέθη νήφων κατά την φωτολαμπή της Αναστάσεως νύκτα. Και ως ήτο μελαγχολικός από την απουσίαν του αγαπημένου του Καπετάνιου έδειξεν ένα πρόσωπον πολύ ιεροπρεπές, όπερ καθίστατο ακόμη μεγαλειωδέστερον με το σάρκωμα εκείνο το βασιλικόν εν μέσω του μετώπου του.

Η κυρά-Μιχάλαινα, λαβούσα την λαμπάδα της, ήρχισε ν' αναβαίνη με χαράν απερίγραπτον την κλίμακα, ο δε κυρ-Μιχάλης παρηκολούθει σιωπηλός, κρατών και αυτός την λευκήν λαμπάδα του και λέγων να σπεύσουν να προλάβουν το «Δεύτε λάβετε φως».