WeRead Powered by ReaderPub
Η νεράιδα του Πάγου cover

Η νεράιδα του Πάγου

Chapter 10: Η ΜΠΑΜΠΕΤΤΑ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

Η αφήγηση παρακολουθεί την πορεία ενός αγοριού που μεγαλώνει σε ορεινή κοιλάδα μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του και γίνεται αντικείμενο της επίδρασης ενός παγετώδους, υπερφυσικού όντος που το παραμονεύει στη ζωή του. Οι σχέσεις του με τους οικείους και ο έρωτάς του δοκιμάζονται καθώς η φύση λειτουργεί ως αδιάκοπη και ανελέητη δύναμη, και το πεπρωμένο του διαμορφώνεται από την επαφή με το ψυχρό στοιχείο. Θέματα μοίρας, σύγκρουσης ανθρώπου και φυσικών δυνάμεων και η τραγική συνέπεια της εμμονής διατρέχουν το κείμενο.

Ο πατήρ του Ρούντυ ήτο ταχυδρόμος· ο μεγάλος σκύλος, που έμενε εις το δωμάτιον κοντά εις τον πάππον, ηκολούθει διαρκώς τον πατέρα του Ρούντυ κατά την περιοδείαν, που έκαμε πέραν από το Σιμπλόν κάτω προς την λίμνην της Γενεύης. Εις την κοιλάδα του Ροδανού εις το καντόνιον Βαλαί ακόμη έμενον προς πατρός συγγενείς του Ρούντυ. Ο θείος του ήτο δεινός κυνηγός αιγάγρων και πασίγνωστος οδηγός. Ο Ρούντυ ήτο μόνον ενός έτους, όταν έχασε τον πατέρα του, και τότε η μητέρα του επεθύμησε να επιστρέψη με το παιδί της εις την Άνω Βέρνην, εις τους συγγενείς της· ο πατήρ της έμενεν ολίγας ώρας μακράν του Γκρίντελβαλντ· ήτο ξυλοκόπος και εκέρδιζε εδώ τόσα, με όσα ημπορούσε να ζη. Εξεκίνησε λοιπόν κατά τον μήνα Ιούνιον η μητέρα με το παιδί και με συνοδείαν δυο κυνηγών και ήρχετο προς το Γκρίντελβαλντ διά του Γκέμμι. Ήδη είχον διανύσει την μεγαλυτέραν απόστασιν, είχον φθάσει διά των υψηλών του βουνού ράχεων εις το χιονοπέδιον, και ήδη έβλεπον την γενέθλιον κοιλάδα με όλας τας εκ κορμών δένδρων οικίας της, τας τόσον γνωστάς και οικείας, και τους έμειναν ακόμη να διέλθωσι τον ένα μεγάλον παγώνα. Η χιών είχε πέσει πρόστρατος και έκρυπτε μίαν χαράδραν, η οποία δεν έφθανε μεν βέβαια έως κάτω τον βαθύν βυθόν, όπου επάφλαζε το ύδωρ, αλλ' όμως ήτο βαθυτέρα του ύψους του ανθρώπου: Η νέα γυνή, η οποία εκρατούσε το παιδί της, εγλύστρισε, εβυθίσθη και εξηφανίσθη. Καμμίαν φωνήν δεν ήκουσαν, κανένα στεναγμόν! και μόνον αντελήφθησαν το κλαυθμήρισμα μικρού παιδιού! Απέρασε περισσότερον της ώρας διάστημα, έως ότου οι δύο συνοδοί της προμηθευθούν από τα πλησιέστατα σπιτάκια καραβόσχοινα και κοντάρια διά να παράσχουν βοήθειαν το κατά δύναμιν και μετά πολλάς προσπαθείας έφεραν έξω από την παγεράν φάραγγα δυο πτώματα, ως εφαίνετο. Μετεχειρίσθησαν όλα τα μέσα· κατώρθωσαν το παιδίον, αλλ' όχι και την μητέρα να φέρωσιν εις τας αισθήσεις της. Με αυτό λοιπόν το συμβάν απέκτησεν ο γέρων πάππος εις το σπίτι του ένα ορφανόν, αυτό το αγόρι, που περισσότερον &γελούσε παρά έκλαιγε& εφαίνετο όμως ότι του είχεν εξαφανισθή το γέλοιο· και αυτή η αλλοίωσις συνετελέσθη βέβαια μέσα εις την χαράδραν του Παγώνος μέσα εις τον κρύον παράδοξον του Πάγου κόσμον, όπου αι ψυχαί των κολασμένων είναι εγκαθειργμέναι μέχρι της δευτέρας παρουσίας, όπως πιστεύει ο Ελβετός χωρικός.

Παφλάζοντα ύδατα εις πάγον πεπηγμένα και συμπιεσθέντα εις πρασίνους κρυσταλλίνους όγκους, κείται ο Παγών, μεγάλοι όγκοι πάγου ο είς κυλίσας επί του άλλου. Κάτω εις το βάθος παφλάζει ορμητικός χείμαρρος τετηγμένης χιόνος και πάγου εν διαλύσει καταρρεύσαντος. Βαθέα βάραθρα, μεγάλαι φάραγγες εκτείνονται εκεί κάτω: είναι θαυμάσιον κρυστάλλινον ανάκτορον και μέσα εις αυτό μένει &η Νεράιδα του Πάγου&, η Βασίλισσα του Παγώνος.

Αυτή, η νεκρώνουσα, η συνθλίβουσα, είναι το μεν τέκνον του αέρος, το δε η κραταιά του ποταμού κυρίαρχος: διά τούτο δύναται και εις την υψηλοτέραν κορυφήν του όρους με ταχύτητα δορκάδος να μετεωρισθή, όπου μόλις βαθμίδας διά τα βήματά των οι τολμηροί ορειβάται επί του πάγου πρέπει να τάμωσιν και πλέει και τον ορμητικόν χείμαρον επί των λεπτών φυλλωμάτων ελάτων και πηδά εκεί από του ενός βραχώδους όγκου εις τον άλλον περιβαλλομένη ως διά πτερύγων από την λευκήν χιονώδη κόμην της και την κυανοπρασίνην εσθήτα της, ήτις λάμπει όπως το ύδωρ μέσα εις τας βαθείας της Ελβετίας λίμνας.

«Να συντρίβω, να κρατώ πιασμένους, είναι η δύναμίς μου!» έλεγε «Ένα ωραίο αγόρι μου έκλεψαν, ένα αγόρι, που το εφίλησα, αλλά δεν το εφίλησα νεκρόν. Επανήλθε πάλιν μεταξύ των ανθρώπων, βόσκει τας αίγας επάνω εις το βουνό, αναρριχάται προς τα επάνω, πάντοτε υψηλότερα, μακράν από τους άλλους, όχι όμως από εμέ! Είναι ιδικόν μου! Το έχω διά τον εαυτόν μου!»

Έδωσε παραγγελίαν εις τον Ίλιγγον να εργασθή δι' αυτήν, επειδή ήτο πολύ πνιγηρόν διά την Νεράιδα του Πάγου κατά το θέρος, επάνω εις την χλόην, όπου βλαστάνει η μέντα. Ο Ίλιγγος ανεβοκαταβαίνει· σηκώνεται ένας, σηκώνονται τρεις! Ο Ίλιγγος έχει πολλούς αδελφούς, ένα κοπάδι· η Νεράιδα του Πάγου εκλέγει τον δυνατότερον από τους πολλούς, οι οποίοι διάγουν τον βίον των και μέσα και έξω. Κάθονται δηλαδή επάνω 'ς τα κάγκελα και 'ς της σκάλαις των πύργων και τρέχουν γραμμή πέρα-πέρα το χείλος των βράχων, πηδούν έξω επάνω από κάγκελα και μονοπάτια και διαβαίνουν ελαφρά τον αέρα, όπως ο κολυμβητής το ύδωρ και γοητεύοντες δελεάζουν το θύμα των έξω και κάτω εις την άβυσσον. &Ο Ίλιγγος και η Νεράιδα τον Πάγου& συναρπάζουν και οι δυο τους ανθρώπους, όπως ο πολύπους συναρπάζει παν ό,τι τον προσεγγίση! Ο Ίλιγγος έλαβεν εντολήν να πιάση τον Ρούντυ.

«Μάλιστα! να τον πιάσω αυτόν!» είπεν ο Ίλιγγος, «αυτό δεν το μπορώ! το θηρίο η γάτα τον έχει διδάξει την τέχνην της. Αυτό το γέννημα ανθρώπου έχει δύναμιν ιδιάζουσαν, αλλόκοτον, που με απωθεί· δεν μπορώ να το φθάσω αυτό το παιδί, όταν κρεμιέται επάνω εις τους κλάδους, εκεί έξω επάνω από την άβυσσον. Και όμως με πόσην ευχαρίστησιν του γαργαλίζω τα πέλματά του, ή τον σπρώχνω κατακέφαλα έξω εις τον αέρα! Αλλά δεν 'μπορώ να το καταφέρω!

 — Θα το καταφέρωμεν πλέον! έλεγεν η Νεράιδα του Πάγου. «Συ ή εγώ! Εγώ, εγώ!»

 — Όχι, όχι! ηκούετο ένας ήχος γύρω της, ήχος που έμοιαζε σαν Ηχώ επάνω εις τα βουνά από ήχους των κωδώνων των εκκλησιών.

Αλλ' ήτο άσμα, ήτο ομιλία, ήτο συμφωνία, την οποίαν έψαλλε Χορός άλλων Πνευμάτων της Φύσεως, Πνευμάτων αγαθών, Πνευμάτων που είναι γεμάτα αγάπην. Ήσαν αι κόραι των Ακτίνων του Ηλίου, αι οποίαι κάθε εσπέραν λημεριάζουν σαν στεφάνη γύρω γύρω εις την κορυφήν του βουνού. Εκεί εκτείνουν τας ροδοχρόους πτέρυγάς των, γίνονται φλογερώτεραι επί μάλλον και μάλλον κατά την δύσιν του ηλίου και ροδίζουν τας υψηλάς Άλπεις! οι άνθρωποι το λέγουν αυτό ρόδισμα των Άλπεων.

Κατόπιν, όταν ο ήλιος βασιλεύση, αποσύρονται εις την κορυφήν του όρους μέσα εις την λευκήν χιόνα και κοιμώνται εκεί ελαφρά, μέχρις ότου ανατείλη πάλιν ο ήλιος, και τότε πάλιν εμφανίζονται εκ νέου. Αυταί αγαπώσιν ιδίως τα άνθη, της πεταλούδες και τους ανθρώπους και μεταξύ των ανθρώπων ιδιαιτέρως ηγάπων τον εκλεκτόν των Ρούντυ.

 — Δεν τον αρπάζετε, δεν τον πιάνετε!, έλεγον.

 — Δυνατώτερα και ισχυρότερα τον έπιασα εγώ!, έλεγε η Νεράιδα του Πάγου.

Τότε ετραγουδούσαν αι Κόραι του Ηλίου το άσμα του οδοιπόρου που η θύελλα του συμπαρέσυρε το επανωφόρι του μακρυά. — Ο άνεμος επήρε το περίβλημα, αλλ' όχι και τον άνθρωπον. «Ημπορεί να τον πιάσετε, αλλά όχι και να τον κρατήσετε στερεά, Σεις Παιδιά της Δυνάμεως. Είναι ισχυρότερος, είναι πνευματωδέστερος από εμάς! Ανεβαίνει υψηλότερα, όπως ο Ήλιος, ο πατέρας μας, έχει τα μάγια και τα λόγια των, δένει τον άνεμο και το νερό, ώστε τον υπακούουν και τον υπηρετούν. Σεις λύνετε το βαρύ, το καταπιέζον βάρος και αυτός σηκώνεται υψηλότερα.

Ωραία ηχούσε ο χορός ως ηχούσα κωδωνοκρουσία!

Κάθε πρωί εισεχώρουν αι Ακτίνες του Ηλίου μέσα από το έν και μόνον μικρόν παράθυρον της οικίας του παππού και εφώτιζαν το σιωπηλόν παιδίον. Αι Κόραι του Ηλίου το εφιλούσαν, ήθελαν να διαλύσουν το πάγωμα του παγωμένου φιλιού, να το λυώσουν, να το συμπαρασύρουν μακράν, εκείνο το φίλημα, που &η Βασίλισα του Παγώνος, η Νεράιδα τον Πάγου& του έδωκε, όταν ήτανε πλαγιασμένο εις το στήθος της νεκράς μητέρας του μέσα εις την βαθείαν του πάγου φάραγγα και από εκεί ως εκ θαύματος εσώθη.

2. ΤΟ ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΕΑΝ ΚΑΤΟΙΚΙΑΝ ΤΑΞΕΙΔΙΟΝ


Ο Ρούντυ ήτο ήδη οκτώ ετών. Ο θείος του διαμένων πέραν του όρους, εις την κοιλάδα του Ροδανού ήθελε να παραλάβη το παιδίον πλησίον του διά να το διδάξη κάτι, διά να προκόψη καλύτερα. Αυτό το παρετήρησε και ο παππούς και του τον άφησε να τον αναθρέψη.

Ο Ρούντυ απεχαιρέτησε· εκτός του παππού όμως ήσαν και άλλοι εκεί, που έπρεπε να τους αφήση υγείαν, και πρώτα πρώτα ο Αγιόλας, ο γηραιός σκύλος.

«Ο πάτερας σου ήτανε ταχυδρόμος και εγώ ταχυδρομικός σκύλος» είπεν ο Αγιόλας· «επηγαίναμε με την ταχυδρομικήν άμαξαν εκείθε και εδώθε και γνωρίζω και σκύλους και ανθρώπους πέρα από το βουνό. Δεν ήτο δουλειά μου να λέγω πολλά· τώρα όμως θα σου 'πω κάτι περισσότερον από άλλοτε, επειδή επί μακρόν χρόνον βέβαια δεν θα ομιλήσωμεν ο ένας εις τον άλλον. Θα σου διηγηθώ μίαν ιστορίαν, που την περιετριγύριζα μακρόν χρόνον μαζί μου και που την ανεμάσσησα πολύν χρόνον· δεν την καταλαβαίνω όμως και δεν θα την καταλάβης και συ, αλλά αδιάφορον: όμως αντελήφθην τουλάχιστον τόσον, ότι δηλαδή εις τον κόσμον δεν έχει γίνει ορθή διανομή ούτε για τους σκύλους ούτε για τους ανθρώπους. Δεν είναι όλα φιασμένα να τα κρατάη κανείς 'ς το στήθος και να βυζαίνουν γάλα· εγώ δεν είμαι συνηθισμένος σε τέτοιο πράγμα. Μόλα ταύτα είδα εγώ ένα σκυλάκι να έρχεται αμαξάδα μαζί μέσα εις την ταχυδρομικήν άμαξαν και να του φέρωνται σαν να ήτανε άνθρωπος. Η κυρία, η οποία ήτο κυρία του ή της οποίας αυτό ήτανε η κυρία, έφερνε μαζί της ένα ρωγοβύζι με γάλα, και από αυτό εποτιζότανε το σκυλάκι· του έδινε και ζαχαρωτά, αλλά αυτό, το πολύ-πολύ, τα εμύριζε και τα έγλυφε, δεν ημπορούσε ούτε μια φορά να τα φάγη και έτσι τα έτρωγε η ίδια. Εγώ έτρεχα μέσα 'ς τη λάσπη, κοντά 'ς την άμαξα, πεινασμένος, ακριβώς έτσι, όπως πρέπει να είναι το σκυλί. Αναμασσούσα τας σκέψεις μου, ότι αυτό δεν ήτο καθόλου εν τάξει — αλλά και πολλά άλλα δεν είνε εν τάξει. Μπορεί εσένα να σε κρατάνε 'ς το στήθος και να πηγαίνης μέσα 'ς την άμαξα. Χαλάλι σου! δεν σε ζηλεύω. Εγώ δεν μπορώ να το κατορθώσω· δεν το ημπόρεσα ούτε με γαυγίσματα ούτε με ουρλιάσματα.»

Αυτοί ήσαν οι λόγοι του Αγιόλα, και ο Ρούντυ τον αγκάλιασε και τον εφίλησε με την καρδιά του 'ς το υγρό του μουσούδι· έπειτα επήρε την γάτα 'ς τα χέρια, αλλά αυτή εκαμπούριαζε τη ράχη της και εξανίστατο.

«Μου είσαι πολύ δυνατός και δεν θέλω να μεταχειρισθώ τα νύχια μου εναντίον σου! Σκαρφάλωσε τουλάχιστον επάνω 'ς το βουνό, σου εδίδαξα να σκαρφαλώνης! Μόνον να μη φαντασθής, ότι μπορείς να πέσης, γιατί τότε έμεινες και κρεμασμένος!»

Με αυτά τα λόγια επήδησε πέρα η γάτα, επειδή δεν ήθελε να παρατηρήση ο Τούντυ, ότι η λύπη εζωγραφίζετο 'ς τα μάτια της!

Οι κότες έκαναν βόλτες μέσα εις το δωμάτιον με καμάρι· η μια είχε χάσει την ουρά της· κάποιος ταξειδιώτης, που θα ήτο κυνηγός φαίνεται, την είχε σκοπεύσει και της έκοψε την ουρά· την είχεν εκλάβει ο άνθρωπος για αρπακτικό πουλί.

 — Ο Ρούντυ θέλει να περιοδεύση επάνω εις το βουνό, είπε η μια κόττα.

 — Έχει πάντοτε τέτοια βιασίλα!, είπεν η άλλη. «Τον χωρίζομαι όχι με χαρά.» και με αυτά τα λόγια έτρεξαν και αι δύο πέρα. Εχαιρέτησε και της κατσικούλες του και αυταί εμηκώντο και ήθελαν να τον ακολουθήσουν «μμε ε ε, μμε ε ε»· ήτο πολύ λυπηρόν!

Δύο ικανοί οδηγοί της χώρας, οι οποίοι θα επερνούσαν το βουνό προς την άλλην πλευράν του Γκέμμι, επήραν μαζί των τον Ρούντυ και αυτός τους ηκολούθησε πεζός. Ήτο κομμάτι στρυφνή η πορεία για ένα τέτοιο δα παιδάκι, αλλά είχε καλάς δυνάμεις και δεν έχανε το θάρρος του.

Αι χελιδόνες επέταξαν μαζί του ολίγον διάστημα.

«Εμείς και σεις, εσείς και 'μεις» εκελαϊδούσαν.

Η οδός επερνούσε από την ορμητικήν Λουτσίνην, η οποία διά πολλών μικρών χειμάρρων εξορμά από το μαύρον βάραθρον του Παγώνος του Γκρίντελβαλντ. Ως γέφυραι εδώ χρησιμεύουν ριγμένοι κορμοί δένδρων και ογκώδεις πέτραι. Όταν έφθασαν πέραν εις το δάσος, το κατάφυτον με κλήθρα, ήρχισαν να ανεβαίνουν το όρος εις εκείνο το μέρος του, όπου ο Παγών χωρίζεται από το τοίχωμα του βουνού και ήρχισαν τώρα να πατώσιν επάνω εις κρυσταλλωμένους όγκους πάγου μέχρις ότου περί τοιούτους βαδίζοντες εβγήκαν επάνω εις τον Παγώνα. Ο Ρούντυ ηναγκάζετο άλλοτε να αναρριχάται και άλλοτε να βαδίζη· τα μάτια του ακτινοβολούσαν από μεγάλην χαράν και εβάδιζε τόσον στερεά με τα οδοιπορικά του βουνού υποδήματά του τα επιστρωμένα με σίδερα, 'σάν να έπρεπε σε κάθε βήμα του να αφήση ένα σημάδι.

Η μαύρη γη, που ο χείμαρρος του βουνού είχεν αποθέσει επάνω εις τον Παγώνα, του έδιδεν όψιν συμπεφυρμένην· εν τοσούτω διεφαίνετο ο κιτρινοπράσινος υαλώδης κρυσταλλωμένος πάγος. Έπρεπε να διέλθουν τας μικράς λίμνας, αι οποίαι είχον σχηματισθή από τους όγκους του πάγου, οι οποίοι ως πρόχωμα τας περικλείουν· και με τοιαύτην πορείαν έφθασαν πλησίον μεγάλου βράχου, ο οποίος έκειτο ταλαντευόμενος μέσα εις τον πάγον, επάνω εις το χείλος ρωγμής· ο βράχος έχασε την ισορροπίαν του, εκυλίσθη κάτω και έκαμε την Ηχώ να αντηχήση επάνω από τας βαθείας, σπηλαιώδεις του Παγώνος φάραγγας.

Η πορεία εγίνετο επί μάλλον και μάλλον ανωφερής. Aυτός ο Παγών εξετείνετο ανωφερής και εφαίνετο ως ποταμός από αγρίως πυργωμένας μάζας πάγου, συνεσφιγμένας μέσα ως αποκρήμνους βράχους. Ο Ρούντυ εσκέφθη μίαν στιγμήν εκείνο που του διηγήθησαν, ότι ήτο πεσμένος με την μητέρα του κάτω βαθιά, μέσα εις μίαν ψύχος αποπνέουσαν φάραγγα· αλλ' αυταί αι σκέψεις ήσαν φευγαλέαι και του εφάνη και αυτή η διήγησις, όπως όλαι αι τόσαι άλλαι ιστορίαι, που είχεν ακούσει να του διηγούνται. Πότε-πότε, όταν οι οδηγοί ενόμιζαν, ότι η οδός γίνεται πολύ δύσκολος διά το παιδί, του άπλωναν το χέρι των, αλλά αυτό δεν ησθάνετο κόπωσιν και εστέκετο επάνω εις τον ολισθηρόν πάγον σαν αίγαγρος.

Επατούσαν τώρα αυτούς τους βράχους του βουνού και εβάδιζαν άλλοτε επάνω εις φαλακράς πέτρας και άλλοτε μέσα εις τα έλατα και πάλιν έξω από αυτά εις τους χλοερούς λειμώνας, πάντοτε διά νέων τοπείων διαρκώς εναλλασσομένων. Γύρω των υψούντο τα χιονώδη όρη, των οποίων τα ονόματα Γιουνγκφράου, Μενχ, Άιγκερ ήσαν γνωστά 'στο κάθε παιδί και δη και εις τον Ρούντυ. Ο Ρούντυ ποτέ προτήτερα δεν είχε πάει τόσον υψηλά, ποτέ ακόμη δεν είχε πατήσει το πόδι του το εκτεταμένον της χιόνος πέλαγος. Εδώ εμπρός του έκειτο τώρα, με τα ασάλευτα χιονώδη κύματά του, από τα οποία ο άνεμος πότε-πότε παρέσυρε μακράν με το φύσημά του μίαν τουλούπα, όπως παίρνει με το φύσημά του τον αφρόν από τα κύματα της θαλάσσης. Οι Παγώνες ίσταντο εδώ χέρι με χέρι, ημπορεί να πη κανείς. Ο καθένας των είναι κρυστάλλινον παλάτι διά την Νεράιδα του Πάγου, της οποίας δύναμις και θέλησις είναι να πιάνη, να νεκρώνη. O ήλιος ακτινοβολούσε θερμά, η χιών ετύφλωνε λευκή και σαν με διαμάντια σπαρμένη, που ήστραπτον και ετόξευον κυανολεύκους μαρμαρυγάς. Απειράριθμα έντομα, ιδίως πεταλούδες και μέλισσαι έκειντο σωρηδόν νεκρά επάνω εις την έκτασιν της χιόνος· είχον τολμήσει τόσον υψηλά, ή ο άνεμος τα έφερε τόσον υψηλά, μέχρις ότου εξέπνευσαν εις το ψύχος. Περί το Βέττερχορν εκρέματο απειλητικόν σύννεφον, σαν λεπτή κατάμαυρη τουλούπα μαλλιού· κατέβαινε βυθιζόμενον χαμηλά και ήτο γεμάτο σφρίγος από εκείνο που μέσα του έκρυπτε: έκρυπτε Λίβαν βίαιον, εάν εξέσπαγε. Η εντύπωσις όλης αυτής της οδοιπορίας, το νυκτερινόν εδώ επάνω κατάλυμα η εν καιρώ νυκτός πορεία, αι φάραγγες μέσα εις τους βράχους όπου το νερό πριονίζει τους πετρίνους όγκους εις χρονικόν διάστημα, του οποίου η μέτρησις εκπλήσσει την διάνοιαν, εχαράχθησαν αλησμόνητα μέσα εις τον νουν του Ρούντυ.

Εγκαταλελειμμένον πέτρινον οικοδόμημα πέραν του χιονώδους πελάγους παρέσχε προστασίαν να διανυκτερεύσουν· εδώ ηύραν ξυλάνθρακας και κλωνάρια ελάτης. Αμέσως άναψαν φωτιά, ετοίμασαν τα στρώματα, όσον τους ήτο δυνατόν καλύτερα. Οι άνδρες εκάθησαν γύρω 'στη φωτιά, ερροφούσαν τον καπνόν των και έπιναν το θερμόν αρωματικόν ποτόν των, το οποίον μόνοι των παρεσκεύασαν· και ο Ρούντυ είχε το μερτικό του από το ζεστό και ήρχισαν να διηγώνται διά τα μυστηριώδη Πνεύματα της χώρας των Άλπεων, διά τα παράδοξα γιγαντώδη φίδια μέσα εις τας βαθείας λίμνας, διά την νυκτερινήν λεγεώνα των δαιμονίων, που έφεραν τους κοιμωμένους διά του αέρος εις την αλλόκοτον πόλιν Βενετίαν η οποία κολυμβά· διηγήθησαν και για τον άγριον Βοσκόν, που βόσκει τα μαύρα πρόβατά του επάνω εις τα λειβάδια· αν και δεν τον βλέπει κανείς, ακούει όμως το κουδούνισμα, που κάνουν τα κουδουνάκια τους, και τα απαίσια βελάσματα, που κάνει το κοπάδι, κακό προμήνυμα. Ο Ρούντυ τα άκουγε προσεκτικά με περιέργειαν, αλλά χωρίς καθόλου φόβον, — δεν τον ήξευρε τι πράμμα είναι· και εκεί που άκουγε, του εφάνηκε 'σάν να άκουγε το δαιμονικόν υπόκωφον μούγκρισμα· ναι, εγίνετο περισσότερο ακουστόν, το άκουγαν ακόμη και οι άνδρες, εκρατούσαν την ομιλίαν των μέσα των, ενέτειναν την ακοήν των, και έλεγαν εις τον Ρούντυ πως δεν πρέπει να κοιμηθή.

Εσηκώθη Λίβας, εκείνος ο ισχυρός θυελλώδης άνεμος, που ρίχνεται από τα βουνά κάτω μέσ' στην κοιλάδα, και με την δύναμίν του τσακίζει τα δένδρα 'σάν να ήσαν ελαφρά καλάμια, και καταρρίπτει από την μίαν όχθην του ποταμού πέραν εις την άλλην τα σπίτια με τας δοκούς, όπως εμείς μεταθέτομεν της φιγούρες του ζατρικίου από την μια μεριά εις την άλλην.

Επέρασε μία ώρα επάνω κάτω και είπαν εις τον Ρούντυ, ότι εγλύτωσαν, ότι ημπορεί να κοιμηθή, και αυτός κουρασμένος από την πορείαν απεκοιμήθη, όπως θα εκοιμάτο κατά στρατιωτικόν κέλευσμα.

Το πρωί εξεκίνησαν πάλιν· ο ήλιος εφώτιζε κατά την ημέραν αυτήν διά τον Ρούντυ νέα βουνά, νέους Παγώνας, νέα χιονοπέδια. Εισήλθον εις το καντόνιον Βαλαί εις τα νώτα του βουνού τα αντίθετα εκείνων, που βλέπει κανείς από το Γκρίντελβαλντ, αλλά μακράν ακόμη από την νέαν κατοικίαν. Άλλαι φάραγγες επαρουσιάζοντο, άλλοι βοσκοί, άλλα δάση, άλλα μονοπάτια, ως και αλλοιώτικα σπίτια και αλλοιώτικοι άνθρωποι, Αλλά τι είδους άνθρωποι! Ήσαν κακόμορφα, απαίσια, παχέα λευκοκίτρινα πρόσωπα, με βαρείς λαιμούς· δυσειδείς όγκοι κρέατος σαν σάκκοι κρεμασμένοι· ήσαν ηλίθιοι, εσύροντο προς τα εμπρός καχεκτικοί, και εκύτταζαν τους ξένους με ηλιθίους οφθαλμούς. Αι γυναίκες ιδίως εφαίνοντο αποτρόπαιοι. Αυτοί ήσαν οι άνθρωποι εις την νέαν κατοικίαν;

Ο ΘΕΙΟΣ


Εις το σπίτι του θείου, όπου έζη ο Ρούντυ, εφαίνοντο, δόξα τω Θεώ, οι άνθρωποι, όπως ήτο συνηθισμένος να τους βλέπη. Εδώ ήτο ένας μόνον ηλίθιος· ένας πτωχός, ανεπαρκούς διανοίας νέος, από αυτά τα αξιοθρήνητα πλάσματα, τα οποία εις το καντόνιον Βαλαί ζουν διαρκώς εν εγκαταλείψει, από οικίας εις οικίαν, και μένουν εις κάθε οικογένειαν κάνα δυο μήνας. Ο καϋμένος ο Σάπερλι ήτο ακριβώς εις του θείου, όταν έφθασεν ο Ρούντυ.

Ο θείος ήτο ακόμη δεινός κυνηγός και ήτο και βαρελοποιός· η σύζυγός του ήτο μικρόν ζωηρόν πλάσμα με πρόσωπον πουλιού, 'μάτια 'σάν του αετού και μακρόν λαιμόν σκεπασμένον έως επάνω κι' επάνω με χνούδι.

Εδώ όλα ήσαν διά τον Ρούντυ νέα· ενδυμασία, ήθη και έθιμα και αυτή η γλώσσα· εν τούτοις το αυτί του παιδιού γρήγορα θα εμάνθανε να την εννοή. Εδώ εφαίνετο ευμάρεια σχετικώς με την προτέραν του παππού κατοικίαν. Το δωμάτιον ήτο μεγαλύτερον, οι τοίχοι ήστραπτον από τα εκ του κυνηγίου αναθήματα εκ των αιγάγρων και στιλβωμένα έλαμπον τα κυνηγετικά όπλα· επάνω από την πόρτα εκρέμετο εικόνισμα της Θεομήτορος· δροσερά τριαντάφυλλα των Άλπεων και αναμμένο κανδήλι ήσαν εμπρός της.

Ο θείος, καθώς είπομεν, ήτo ο δεινότερος κυνηγός αιγάγρων όλης της χώρας και ήτο και άριστος οδηγός. Εις αυτό το σπίτι θα ήτο ο Ρούντυ το χαϊδεμένο παιδί. Υπήρχε εδώ βέβαια και ένα άλλο χαϊδεμένο δηλαδή ένα γέρικο, τυφλό και κουφό σκυλί, που δεν επήγαινε πλέον μαζί εις το κυνήγι, αλλά πρώτα το έπαιρναν. Δεν είχαν λησμονήσει τα καλά του τα χαρίσματα από τα πριν χρόνια και διά τούτο ελογαριάζετο τώρα το ζώον με τα μέλη της οικογενείας και ελάμβανε και περιποιήσεις. Ο Ρούντυ εχάιδευσε τον σκύλον, αλλά αυτός δεν έκαμε πλέον σχέσεις με τους ξένους και ξένος ήτο ο Ρούντυ ακόμη· δεν έμεινεν όμως μακρόν χρόνον ξένος· έπιασε γρήγορα ρίζες και 'στο σπίτι και 'στην καρδιά,

«Εδώ εις το καντόνιον Βαλαί δεν είναι και τόσον άσχημα, έλεγεν ο θείος· «και έχομεν και αιγάγρους, που δεν εκλείπουν γρήγορα, όπως τα πλατώνια· εδώ είναι πολύ καλύτερα τώρα από τα παλαιότερα χρόνια· όσα καλά κι' αν διηγούνται για να τιμήσουν της παληές ημέρας, οι δικές μας είναι καλύτερες· ο σάκκος είναι ανοικτός, φυσάει αεράκι μέσα 'στην κλεισμένη γύρω-γύρω κοιλάδα μας. Πάντοτε παρουσιάζεται κάτι καλύτερο, όταν το μεταχειρισμένο πέφτη!» έλεγεν ο θείος· και όταν ο θείος ήτο διαχυτικός εις ανακοινώσεις, διηγείτο διά τα χρόνια της νεότητός του και πέραν επάνω έως τα πολύ ακμαία χρόνια του πατέρα του, όταν το Βαλαί καθώς αυτός εξεφράζετο — ήτο ακόμη σάκκος κλεισμένος γεμάτος από πολλούς ασθενείς, αξιοθρηνήτους ηλιθίους. «Αλλά οι Γάλλοι στρατιώται ήλθαν μέσα στον τόπον μας, ήτανε σωστοί γιατροί· εκτύπησαν την αρρώστια και την εξεπάστρεψαν και εκτύπησαν και τους ανθρώπους και τους επάστρεψαν και αυτούς· το κτύπημα το ήξευραν οι Γάλλοι να το κτυπούν πολεμώντες κατά διαφόρους τρόπους· και τα κορίτσα, το καταλάβαιναν και αυτά επίσης». Εδώ έλεγε αυτά ο θείος, έκανε το μάτι 'στην γυναίκα του, η οποία ήτο γαλλικής καταγωγής και εγέλασε. Οι Γάλλοι εκτύπησαν γερά και της πέτρες. Εκτύπησαν τους βράχους και έκοψαν τον δρόμον του Σιμπλόν, ένα δρόμον, που αν εγώ 'πώ εις ένα παιδί τριών χρόνων:

 — Πήγαινε κάτω 'στην Ιταλία, κράτησε μόνον γραμμή το δρόμο! το παιδί θα φθάση χωρίς να λαθέψη εις την Ιταλίαν, αρκεί να κρατηθή γραμμή επάνω εις τον δρόμο! Ύστερα ετραγουδούσε ο θείος ένα γαλλικόν άσμα και εφώναζε: Ουρρά! και «Ζήτω Ναπολέων ο Βοναπάρτης!»

Εδώ ήκουσεν ο Ρούντυ διά πρώτην φοράν να διηγούνται περί Γαλλίας, περί της Λυών, της μεγάλης πόλεως επί του Ροδαινού: είχε πάει εκεί ο θείος.

Δεν επέρασαν πολλά χρόνια και ο Ρούντυ έγινεν ευσταλής αιγάγρων κυνηγός· ήτανε από αυτό το πανί, έλεγεν ο θείος· και αυτός τον εδίδαξε να κρατή το όπλον και του έμαθε σημάδι και σκοποβολή· τον έπαιρνε μαζί του εις το βουνό, όταν ήτο καιρός του κυνηγίου και τον συνεβούλευσε να πιη ζεστό αίμα αιγάγρου, γιατί αφαιρεί από τον κυνηγόν τον ίλιγγον· τον έμαθε ακόμη να διακρίνη τον καιρόν, οσάκις επάνω εις τα διάφορα βουνά τυχαίνει να κυλίωνται αι χιονοστιβάδες, το μεσημέρι ή το βράδυ, αναλόγως των περιστάσεων βέβαια, που αι ακτίνες, του ηλίου επιδρώσιν εις αυτάς. Τον εδίδαξε να εντείνη την προσοχήν του εις τας αιγάγρους και το πήδημά των, ώστε εις το πήδημα να ημπορή να στέκεται στα πόδια του και αυτός και να στερεώνεται· και αν μέσα εις της σχισμάδες των βράχων δεν είναι καθόλου στήριγμα διά τα πόδια, τότε πρέπει ο άνθρωπος να γαντζώνη με τους αγκώνας, με τους μηρούς και με τας κνήμας, και ακόμη και με τον τράχηλον να σφικτοδαγκώση, όταν το απαιτήση η περίστασις. Αι αίγαγροι είναι πονηροί, τοποθετούν προφυλακάς· αλλά ο κυνηγός πρέπει να είναι συνετώτερος, να τας απομακρύνη από τα ίχνη του, ώστε να μη τον παίρνουν αυταί μυρωδιά, και να τας αποπλανήση.

Μίαν ημέραν ο Ρούντυ ήτο εις το κυνήγιον με τον θείον· εκρέμασε ο θείος το ένδυμά του και το καπέλλο του επάνω στο ορεινό ραβδί του και εξέλαβον αι αίγαγροι το ραβδί για άνθρωπον.

Το μονοπάτι των βράχων ήτο στενόν, μάλιστα σχεδόν δεν υπήρχε μονοπάτι, αλλά στενότατον πεζούλι κατά μήκος της χαινούσης αβύσσου. Η χιών, που εξετείνετο εδώ, ήτο μισολυωμένη, το πέτρωμα εθρύπτετο, άμα το επατούσε κανείς, γι' αυτό ο θείος εξηπλώθη χάμω και εσύρετο σκαρφαλωτά προς τα επάνω. Κάθε κομματάκι, που απεσπάτο από τον βράχον, έπιπτε και ανεπάλλετο, επήδα και εκυλίετο από τον ένα βράχον εις τον άλλον μέχρις ότου έφθανε εις το βάθος και εκεί ησύχαζε. Ο Ρούντυ εστέκετο εκατόν περίπου βήματα όπισθεν του θείου, επάνω εις στερεάν κορυφήν προεξέχοντος βράχου. Από εδώ παρετήρησε μέγαν γυπαετόν, ο οποίος έκαμε κύκλους εις τον αέρα και έμεινε μετέωρος επάνω από τον θείον- ήθελε πετώντας να τον κτυπήση με τας πτέρυγάς του και να τον ρίψη μέσα εις την άβυσσον, για να τον κάμη λείαν του. Ο θείος μάτια είχε μόνον διά την αίγαγρον, η οποία με το μικρόν της εφαίνετο εις την αντικρυνήν του βράχου χαράδραν· ο Ρούντυ εκάρφωσε το 'μάτι του επάνω εις το πτηνόν και το εκατάλαβε πλέον τι ήθελε· εστάθη λοιπόν έτοιμος για να τραβήξη το όπλον. Τότε ανεπήδησεν αιφνιδίως η αίγαγρος, ο θείος επυροβόλησε και επέτυχε το ζώον η θανατηφόρος σφαίρα, αλλά το μικρόν επήδησε πέρα, 'σάν να ήτο μακρά ζωή ησκημένη εις την φυγήν και τον κίνδυνον. Το μέγα πτηνόν επτοήθη από τον κρότον του πυροβολισμού και ετράπη άλλην διεύθυνσιν· ο θείος δεν ήξευρε τίποτε περί του κινδύνου, μέσα εις τον οποίον εκρεμάσθη· κατόπιν το έμαθε από τον Ρούντυ.

Ενώ επέστρεφον εις το σπίτι των ευθυμότατοι και ο θείος εσφύριζεν ένα άσμα των χρόνων της νεότητάς του, άκουσαν αιφνιδίως ήχον χαρακτηριστικόν να έρχεται από εκεί κοντά των· εκύτταξαν γύρω των και εκεί υψηλά επάνω εις την κλιτύν των βράχων υψώθη το χιονώδες επικάλυμμα και εκινήθη κυματοειδώς 'σάν ένα τμήμα απλωμένου λιναριού, όταν ο άνεμος πνέων φέρεται εις αυτό. Τα χιονώδη κύματα έσκασαν και διελύθησαν, αυτά τα πρότερον ολισθηρά και ως πλάκες μαρμάρου στερεά, εις ορμητικά ύδατα, τα οποία αφρισμένα εβρόντουν ως υπόκωφοι κεραυνοί· ήτο χιονοστιβάς, η οποία κατεκρημνίζετο όχι επάνω εις τον Ρούντυ και τον θείον, αλλά πλησίον των, πολύ πλησίον των.

 — Κρατήσου στερεά Ρούντυ! εφώναξε ο θείος· «στερεά με όλην την δύναμίν σου!»

Και ο Ρούντυ αγκάλιασε και εγάντζωσε τον κορμόν του πλησιεστάτου δένδρου· ο θείος εσκαρφάλωσε επάνω εις το δένδρον και εκρατήθη εκεί στερεά, ενώ η χιονοστιβάς εκυλίσθη πολλούς πόδας μακράν από αυτούς· αλλά η Ατμοσφαιρική Πίεσις, η φτερούγα της θυελλωδώς κατρακυλιομένης Χιονοστιβάδος συνέτριψε γύρω δένδρα και θάμνους, 'σάν να ήσαν ξηρά καλάμια και τα έρριψε γύρω γύρω μακράν. Ο Ρούντυ ήτο εκεί χάμω εις το έδαφος μαζωμένος και συγκαθισμένος· ο κορμός του δένδρου, επί του οποίου εκρατείτο σφικτά, αποσπαθείς σαν να εκόπη με πριόνι, εξεσφενδονίσθη μακράν· και εκεί ανάμεσα εις τους σπασμένους κλάδους έκειτο εκτάδην ο θείος με συντριμμένην την κεφαλήν· τα χέρια του ήσαν ακόμη ζεστά, αλλά το πρόσωπόν του δεν ανεγνωρίζετο πλέον. Ο Ρούντυ εστέκετο εκεί ωχρός και τρέμων. Ήτο ο πρώτος της ζωής του τρόμος, η πρώτη φρίκη, την οποίαν ησθάνθη.

Αργά το βράδυ επανήλθε φέρων την είδησιν του θανάτου εις το σπίτι, το οποίον τώρα έγινε σπίτι πένθους. Η γυναίκα δεν εύρισκε δάκρυα· και μόνον, όταν έφεραν το πτώμα, εξέσπασεν η οδύνη. Ο καϋμένος ο ηλίθιος εχώθη μέσα εις το κρεββάτι του· δεν τον είδε κανείς όλην την άλλην ημέραν, και μόλις το βράδυ ήλθε προς τον Ρούντυ.

 — Γράψε μου ένα γράμμα! Ο Σάπερλι δεν 'ξέρει να γράφη! Ο Σάπερλι μπορεί να πάη το γράμμα 'στο ταχυδρομείον!

 — Γράμμα εκ μέρους σου, είπεν ο Ρούντυ· «και προς ποίον;»

 — Προς τον κύριον Χριστόν!

 — Προς ποίον, λέγεις;

Και ο βλάκας, όπως έλεγαν τον ηλίθιον, εκύτταζε με συγκινητικόν βλέμμα τον Ρούντυ, συνέδεσε τα χέρια του και είπεν επισήμως και ευλαβώς: «Ιησούν Χριστόν! Ο Σάπερλι θέλει να του στείλη γράμμα, να τον παρακαλέση, ότι ο Σάπερλι πρέπει να πεθάνη και όχι ο κύριος του σπιτιού εδώ!»

Ο Ρούντυ του έσφιξε το χέρι και του είπε· «Η επιστολή δεν πηγαίνει εκεί! Δεν μας τον δίνει πίσω!»

Δεν ήτο εύκολον να τον διαφωτίση ο Ρούντυ περί του αδυνάτου.

 — Τώρα είσαι το στήριγμα του σπιτιού», του είπε η θεία και ψυχομητέρα του και ο Ρούντυ πράγματι έγινε.

Η ΜΠΑΜΠΕΤΤΑ


Ποιος είναι ο εξοχώτερος σκοπευτής εις το καντόνιον Βαλαί; Αυτό το ήξευραν πλέον αι αίγαγροι: «Φυλάξου από τον Ρούντυ!» ημπορούσαν να 'πούν.

Ποιός είναι ο κομψότερος σκοπευτής;

 — Είναι ο Ρούντυ! έλεγαν τα κορίτσα, αλλά δεν έλεγαν: «Φυλάξου από τον Ρούντυ!»

Αυτό δεν το έλεγαν ούτε και αι σοβαραί μητέρες, διότι και εις αυτάς ένευεν, επίσης φιλικώς, όπως και εις τα νεαρά κοράσια. Πόσον ήτο τολμηρός και φαιδρός! αι παρειαί του ήσαν ηλιοκαείς, οι οδόντες του ζωηροί και λευκοί, οι οφθαλμοί του σπινθηροβολούντες μέλανες· ήτο κομψός νέος είκοσι χρόνων. Το παγερόν ύδωρ δεν ημπορούσε να τον βλάψη, όταν εκολύμβα. Ημπορούσε 'σάν ψάρι να στρέφεται και να γυροβολά μέσα εις το νερό, ημπορούσε και να σκαρφαλώνη καλύτερα από κάθε άλλον και να προσκολλάται στερεά επάνω εις τας πλευράς των βράχων σαν κοχλίας· είχε ισχυρά νεύρα και τένοντας, και αυτό το εδείκνυεν εις το πήδημα, που το έμαθε πρώτα από την γάτα και κατόπιν από την αίγαγρον. Ο Ρούντυ ήτο ο καλύτερος οδηγός, εις τον οποίον ημπορούσε κανείς να έχη εμπιστοσύνην· ημπορούσε να σχηματίση ολόκληρον περιουσίαν ως οδηγός· και η βαρελοποιία, που του είχε διδάξει ο θείος του, αλλά δεν του ήρεσε — το κυνήγιον των αιγάγρων ήτο η χαρά του — του προσεπόριζε και αυτή χρήματα. Ο Ρούντυ ήτο, όπως λέγουν, καλός γαμβρός, αρκεί μόνον να μην ήθελε να αποβλέψη εκτός της κοινωνικής του σειράς. Ήτο χορευτής, που τα κορίτσα τον έβλεπαν 'στο όνειρόν των αλλά και τον οποίον και το ένα και το άλλο και ξύπνια τον περιέφεραν μαζί των μέσα εις τας σκέψεις των.

«Εμένα εφίλησεν εις τον χορόν!» έλεγεν εις την προσφιλεστέραν φίλην της η Αννέτα, η κόρη του διευθυντού του Σχολείου, αυτό όμως δεν έπρεπε να το 'πη ούτε και εις την στενοτέραν της φίλην. Τέτοια πράγματα δεν είναι εύκολον να τα κρατήση κανείς μυστικά· είναι σαν άμμος μέσα εις κόσκινον, και τρέχει έξω· μετ' ολίγον ήξευραν όλοι, ότι ο Ρούντυ, αν και ήτο καλό παλληκάρι, όμως έδινε φιλιά εις τον χορόν και μόλα ταύτα δεν είχε φιλήσει ίσα ίσα εκείνην, που θα εφιλούσε με όλην του την καρδιά.

«Μάλιστα αυτός!», έλεγεν ένας γέρων κυνηγός, «που εφίλησε την Αννέτταν εις τον χορόν, έχει αρχίσει με το Α και θα φιλήση πέρα και πέρα όλον το αλφάβητον.

Ένα φιλί εις τον χορόν ήτο όλο-όλο, που αι ακούραστοι γλώσσαι ηδύναντο έως τώρα περί αυτού να είπουν· πραγματικώς είχε φιλήσει την Αννέττα και μόλα ταύτα καθόλου δεν ήτο αυτή το άνθος της καρδιάς του.

Κάτω εις την κοιλάδα κοντά εις το Βεξ ανάμεσα εις της μεγάλες καρυδιές, πλησίον εις μικρόν ορμητικόν χείμαρρον κατώκει ο πλούσιος μυλωθρός· η κατοικία του ήτο μέγα κτίριον με τρία πατώματα, με μικρούς πύργους· οι πύργοι ήσαν στεγασμένοι με σχίζες και ήσαν στρωμένοι επάνω με πλάκας λευκοσιδήρου που κατέλαμπον εις το φως του ηλίου και της σελήνης. Ο μεγαλύτερος πύργος είχε ως ανεμοδείκτην βέλος αστράπτον, το οποίον διετρύπα μήλον και υπενθύμιζε βέβαια του Τέλλου την τόξευσιν. Ο Μύλος ήτο κομψός και εδείκνυεν ευπορίαν, μάλιστα και τον εζωγράφιζον και τον περιέγραφον· αλλά την κόρην του μυλωθρού, δεν ήτο δυνατόν κανείς ούτε να την ζωγραφίση ούτε να την περιγράψη — έτσι τουλάχιστον είχαν ειπή εις τον Ρούντυ — και όμως ήτο ζωγραφισμένη μέσα 'στην καρδιά του· τα μάτια της ακτινοβολούσαν εκεί τόσον 'σάν να ήτο αληθινή φωτιά εκεί μέσα· έξαφνα είχεν εισβάλη εκεί μέσα, όπως εισβάλλει κάθε φωτιά και το παραδοξότερον μάλιστα ήτο, ότι η κόρη του μυλωθρού, η ωραία Μπαμπέττα, δεν είχε καμμίαν ιδέαν δι' αυτό το πράγμα· αυτή και ο Ρούντυ δεν είχαν ακόμη ούτε λέξιν ανταλλάξει μεταξύ των.

Ο μυλωθρός ήτο πλούσιος, και αυτός ο πλούτος ανέβαζε την Μπαμπέττα πολύ υψηλά, που ήτο δύσκολον να την πιάσουν. Αλλά τίποτε δεν είναι τόσον υψηλά, που να μη ημπορή κανείς να το φθάση. Αρκεί να σκαρφαλώση. Και να πέση κανείς δεν μπορεί, αν δεν το σκεφθή. Την διδασκαλίαν αυτήν την είχε ο Ρούντυ από το σπίτι του.

Έτυχε να έχη ο Ρούντυ να διακανονίση κάποτε κάτι εις το Βεξ· έως εκεί ήτο ολόκληρον ταξείδι και ο σιδηρόδρομος δεν είχε ακόμη γίνει. Από τον παγώνα του Ροδανού κατά μήκος εις τους πρόποδας του Σιμπλόν μεταξύ πολλών υψωμάτων βουνών, τα οποία διαδέχονται άλληλα, εκτείνεται η ευρεία του Βαλαί κοιλάς με τον κραταιόν ποταμόν της, τον Ροδανόν, όστις συχνά εξέρχεται από την κοίτην του και κατακλύζει αγρούς και οδούς, καταστρέφων τα πάντα. Μεταξύ των πόλεων Σιών και αγίου Μαυρικίου η κοιλάς σχηματίζει μίαν κύρτωσιν, κάμπτεται σχηματίζων αγκώνα, και γίνεται τόσον στενή όπισθεν του αγίου Μαυρικίου, ώστε έχει θέσιν μόνον διά την κοίτην του ποταμού και διά την μικράν αμαξιτήν οδόν. Εδώ προ του καντονίου Βαλαί, το οποίον περατούται εις αυτό το μέρος, ίσταται παλαιός πύργος ως φρουρός, και βλέπει πέραν της μαρμαρίνης γεφύρας προς το επί της άλλης πλευράς τελωνείον. Εκεί αρχίζει το καντόνιον Βωντ. Η εγγυτάτη πόλις η ουχί πολύ απέχουσα εντεύθεν είναι το Βεξ.

Εδώ εις κάθε βήμα το παν είναι είς σφρίγος και ογκούται εν αφθονία και τρυφή· νομίζει κανείς, ότι ευρίσκεται μέσα εις κήπον με καστανιές και καρυδιές· κάπου-κάπου προβάλλουν κυπαρίσια και ροδιές· εδώ είναι μεσημβρινή θερμότης 'σάν να ευρίσκεται κανείς εις την Ιταλίαν.

Ο Ρούντυ έφθασεν εις το Βεξ και εφρόντισε περί εκείνου, το οποίον είχε να κανονίση εδώ, και περιήλθε την πόλιν αλλά ούτε καν υπηρέτην του Μύλου όχι την Μπαμπέτα επήρε το 'μάτι του. Αυτό δεν ήτο, όπως επερίμενε

Άρχισε να βραδυάζη· η ατμόσφαιρα ήτο πεπληρωμένη με το άρωμα του αγρίου θυμαριού και της ανθισμένης φιλύρας· γύρω γύρω εις τα πράσινα από τα δάση βουνά ήτο απλωμένος ο φωτεινός υποκύανος του αιθέρος πέπλος· βαθεία και ευρεία εβασίλευε γαλήνη· όχι η γαλήνη του ύπνου ή του θανάτου, όχι! ήτο 'σάν να εκρατούσε η όλη Φύσις την αναπνοήν της, 'σάν να ησθάνετο τον εαυτόν της διευθετημένον διά να φωτογραφηθή η εικών της επάνω εις το γαλανόν του ουρανού βάθος. Εδώ και εκεί, ανάμεσα εις τα δένδρα, επάνω εις τους πρασίνους αγρούς ήσαν στημέναι δοκοί, αι οποίαι υπεστήριζον τα τηλεγραφικά σύρματα, άτινα διήρχοντο την ήρεμον κοιλάδα· εις μίαν από αυτάς τας δοκούς εστηρίζετο ένα πράγμα τόσον ακίνητον, ώστε ημπορούσε κανείς να το εκλάβη κορμόν δένδρου: ήτο ο Ρούντυ· εστέκετο εκεί τόσον ήσυχα, όπως ήτο κατ' αυτήν την στιγμήν και όλον το περιβάλλον δεν κοιμάται, ακόμη περισσότερον δεν είναι νεκρός! αλλά όπως συχνά συμβαίνει να πετώσι διά των τηλεγραφικών συρμάτων ανθρώπινα περιστατικά — στιγμαί του βίου μεγάλης σημασίας διά τα άτομα — χωρίς το σύρμα να το δηλώση διά τρόμου ή άλλου θορύβου, ούτω διά μέσου του ηρέμου Ρούντυ έτρεμον αι κραταιαί, αι πανσθενείς του σκέψεις: η ευτυχία της ζωής του ήτο εις το εξής εις αδιαλείπτως σταθεράν σκέψιν. Οι οφθαλμοί του προσηλώθησαν εις έν σημείον, εις έν φως, το οποίον διά μέσου των φυλλωμάτων εφαίνετο εις την κατοικίαν του μυλωθρού, όπου έμενε η Μπαμπέττα.

Με αυτόν τον τρόπον όπως ίστατο ο Ρούντυ ακίνητος, θα ενόμιζε κανείς, ότι σημαδεύει αίγαγρον· αλλά αυτός ο ίδιος ήτο αυτήν την στιγμήν όμοιος με αίγαγρον, η οποία επί τινα λεπτά δύναται να σταθή σαν να είναι από λίθον πελεκημένη, και αιφνιδίως ανασκιρτά και τρέπεται εις φυγήν, εάν κανένα λιθάρι κατρακυλίση. Ακριβώς το ίδιο έκαμε και ο Ρούντυ: Μία σκέψις εκύλισε μέσα του.

«Ποτέ δεν αποθαρρύνομαι!» εφώναξε. «Μία επίσκεψις εις τον Μύλον! καλησπέρα εις τον μυλωθρόν, καλησπέρα εις την Μπαμπέττα. Δεν πέφτει κανείς, εάν δεν το σκεφθή. Πρέπει τέλος πάντων να με ιδή η Μπαμπέττα μια φορά. Θέλω να γίνω άνδρας της!»

Ο Ρούντυ εγέλα, είχε φαιδράς διαθέσεις και εβάδισε προς τον Μύλον. Ήξευρε τι ήθελε: ήθελε να έχη την Μπαμπέτταν.

Ο ποταμός με τον λευκοκίτρινον βυθόν του επάφλαζε τρέχων. Ιτέαι και φιλύραι εκρέμαντο επάνω από τα σπεύδοντα νερά του.

O Ρούντυ εβάδισε όλο το μονοπάτι το προς την κατοικίαν του Μυλωθρού.

 — Αλλά όπως λέει το τραγούδι των παιδιών:

«Μα 'στο σπίτι πού κανείς!
Μόνον βγαίν' η γάζα ευθύς!»&

Η γάτα του σπιτιού εστέκετο επάνω εις της σκάλες, εκύρτωνε την ράχη της και έλεγε: «Μιάου!» Αλλά ο Ρούντυ δεν εννοούσε τι του έλεγε· εκτύπησε· κανείς δεν τον άκουσε, κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα. «Μιάου!» έλεγε η γάτα. Εάν ο Ρούντυ ήτο ακόμη παιδί, θα εκαταλάβαινε την γλώσσαν και θα εννοούσε, ότι η γάτα ήθελε να του 'πή ακριβώς: «Εδώ κανείς δεν είναι, 'στο σπίτι!» Κατ' ανάγκην λοιπόν επέρασε εις τον Μύλον, διά να ερωτήση, και εκεί έλαβε πληροφορίας, ότι ο Μυλωθρός είχεν αποδημήσει πέραν εις το Ιντερλάκεν και μαζί με αυτόν και η Μπαμπέττα· ότι εκεί ήτο μεγάλη σκοπευτική εορτή, θα ήρχιζε την επαύριον και θα διήρκει οκτώ ολοκλήρους ημέρας. Θα ήσαν εκεί άνθρωποι από όλα τα γερμανικά καντόνια.

Καϋμένε Ρούντυ! Θα έλεγε κανείς, ότι δεν είχεν εκλέξει ευτυχή ημέραν διά την εις το Βεξ επίσκεψίν του. Τώρα έπρεπε να επιστρέψη. Επέστρεψε λοιπόν και εβάδισε πέραν προς τον άγιον Μαυρίκιον και την Σιών, προς την κοιλάδα της πατρίδος του, προς τα βουνά της πατρίδος του, αλλά δεν απεθαρρύνθη. Όταν ανέτειλε την άλλην ημέραν ο ήλιος, η εύθυμος διάθεσίς του ήτο πολύ μεγάλη, η οποία ποτέ ακόμη δεν είχε σβύσει.

 — Η Μπαμπέττα είναι εις το Ιντερλάκεν, ταξείδιον πολλών ημερών από εδώ, έλεγε καθ' εαυτόν. Η προς τα εκεί οδός είναι μακρά, εάν κανείς πορευθή την ευρείαν λεωφόρον αλλά δεν είναι τόσον μακράν εάν κανείς αναιβή το βουνόν εγκαρσίως και ίσα ίσα αυτός είναι ο δρόμος διά κυνηγόν αιγάγρων. Αυτόν τον δρόμον τον εβάδισα προτήτερα· εκεί πέραν είναι η πατρίς μου, όπου ήμην εγώ παιδί κοντά 'στον παππούν μου· και εις το Ιντερλάκεν είναι σκοπευτική εορτή! Θέλω να είμαι εκεί, και θέλω να είμαι ο πρώτος, και θέλω και να είμαι και κοντά εις την Μπαμπέτταν, όταν διά πρώτην φοράν κάμω τέλος πάντων την γνωριμίαν της!

Έρριψεν ο Ρούντυ εις τους ώμους του το ελαφρόν του ταγάρι με τα κυριακάτικά του, το όπλον του και τον κυνηγετικόν του σάκκον και ανέβαινε το βουνό την σύντομον οδόν, η οποία όμως ήτο πολύ μακρά. Αλλά η σκοπευτική εορτή ήρχισε μόλις αυτήν την ημέραν και θα διήρκει ολόκληρον την εβδομάδα και πέραν. Καθ' όλον αυτόν τον χρόνον θα έμενεν ο μυλωθρός και η Μπαμπέττα εις τους συγγενείς των εν Ιντερλάκεν, του είπαν. Ο Ρούντυ επέρασε το Γκέμμι, ήθελε να καταιβή εις το Γκρίντελβάλτ.

Δροσερός και φαιδρός εβάδισε προς τα άνω εις τον δροσερόν, ελαφρόν, δυναμωτικόν αέρα του βουνού. Η κοιλάς εβυθίζετο ολοένα κάτω αυτού βαθύτερον, ο ορίζων εγίνετο ευρύτερος· εδώ μία χιονοσκεπής κορυφή, πάρα πέρα άλλη και μετ' ολίγον η φωταυγής λευκή άλυσις των Άλπεων. Ο Ρούντυ ήξευρε το κάθε βουνόν· επλησίασε το Σρεκχόρν, το οποίον εκτείνει υψηλά εις τον κυανούν αιθέρα το πέτρινον δάκτυλό του, το πασπαλισμένο με χιόνι.

Τέλος πάντων εβγήκε επάνω εις την υψηλήν ράχην· αι χλοεραί βοσκαί κατήρχοντο βυθιζόμενοι προς την κοιλάδα της πατρίδος του· ο αήρ ήτο ελαφρός, ο νους ήτο ελαφρός· όρος και κοιλάς απήστραπτον εν πλησμονή με άνθη και χλόην. Η καρδία του ήτο γεμάτη αίσθημα νεότητος, εις την οποίαν σκέψις γήρατος και θανάτου είναι μακράν. Η νεότης είναι να ζη κανείς, να κυριαρχή, να απολαύη. Ελεύθερος ως πτηνόν, ελαφρός ως πτηνόν ήτο ο Ρούντυ. Και αι χελιδόνες επετούσαν πλησίον του προηγούμενοι και εκελαϊδούσαν, όπως εκελαϊδούσαν, όταν ήτο παιδί.

«Εμείς και σεις, εσείς και 'μεις».
Το παν ήτο πτήσις και χαρά!

Εκεί από κάτω εξετείνετο η βελουδίνη των λειμώνων χλόη, κατεσπαρμένη με τα καστανόχροα ξύλινα σπίτια, η Λουτσίνη εβομβούσε και επάφλαζε. Παρετήρει ο Ρούντυ τον Παγώνα με τα κρυστάλλινα πράσινα χείλη και το λερωμένο χιόνι, έβλεπε μέσα την βαθείαν ρωγμήν, έβλεπε και τον Άνω Παγώνα και τον Κάτω. Οι κώδωνες της εκκλησίας εσήμαινον προς αυτόν ως να ήθελον να του σημάνουν με τους ήχους των: «καλώς ώρισες εις την πατρίδα σου!» Η καρδιά του έπαλλε δυνατώτερα, ωγκούτο τόσον, ώστε η Μπαμπέττα για μια στιγμή εξηφανίζετο καθ' ολοκληρίαν εκεί μέσα· τόσον μεγάλη εγίνετο η καρδιά του, τόσον εγέμιζε με αναμνήσεις.

Πάλιν εβάδισε την οδόν εκείνην, όπου μικρό παιδί με τα άλλα παιδιά εστέκετο και επώλει λεπτουργημένα σπιτάκια. Εκεί επάνω, 'πίσω από τα έλατα ήτο ακόμη το σπίτι του εκ μητρός πάππου του· ξένοι τώρα το κατοικούσαν. Παιδιά έτρεχον καθ' οδόν προς αυτόν· ήθελαν να του προσφέρουν εμπόρευμα· έν από αυτά του προσέφερε τριαντάφυλλον των Άλπεων· ο Ρούντυ εξέλαβε το ρόδον καλόν σημείον και ο νους του επήγεν εις την Μπαμπέτταν. Μετ' ολίγον επέρασε την γέφυραν, όπου ενώνονται αι δύο Λουτσίναι· τα φυλλοφόρα δένδρα ήσαν πυκνότερα εδώ, και η καρυδιές έρριχναν σκιάν. Ήδη έβλεπε την σημαίαν, η οποία εκυμάτιζε, τον λευκόν σταυρόν της επάνω εις την ερυθράν επιφάνειαν, όπως έχουν οι Ελβετοί και οι Δανοί· εμπρός του εξετείνετο το Ιντερλάκεν.

Ήτο αληθώς πόλις μεγαλοπρεπής, περισσότερον από κάθε άλλην, εσκέφθη ο Ρούντυ. Μικρά Ελβετική πόλις εν στολή Κυριακής. Αυτή δεν εφαίνετο, όπως αι άλλαι πόλεις, βαρείαι, σωρός λιθίνων βαρειών οικιών, ξένη και απρόσιτος, επιφανής άνευ δημοτικότητος· όχι! Εδώ εφαίνετο 'σάν να είχαν τρέξει επάνω από το βουνό τα ξύλινα σπίτια κάτω εις την πρασίνην κοιλάδα και 'σάν να είχαν παραταχθή παρά τον διαυγή ορμητικώς με ταχύτητα βέλους ρέοντα ποταμόν, αλλά ολίγον πιο μέσα και αλλά πιο έξω, αλλ' όμως σχηματίζοντα κομψάς οδούς. Η πολυτελεστέρα όλων των οδών είχεν αληθώς αυξήσει εκταθείσα από την εποχήν, που ήτο εδώ παιδί ο Ρούντυ· του εφάνη 'σάν να είχε γίνει από όλα τα κομψά σπιτάκια, που είχε ο παππούς του λεπτουργήσει και με τα οποία ήτο γεμάτη η σκευοθήκη, του σπιτιού· 'σάν να είχαν αυτά παραταχθή και 'σάν να ελάβον δυνάμεις και να αύξησαν, όπως και η παλαιές, η παμπάλαιες καστανιές. Το κάθε σπίτι ήτο ξενοδοχείον, όπως το ωνόμαζον, με κομψοτεχνημένην ξυλείαν περί τα παράθυρα και τα μπαλκόνια, με προεξέχουσαν στέγην, κοσμημένην και κομψήν· εμπρός από κάθε σπίτι ήτο κήπος ανθέων προς την ευρείαν πλακοστρωμένην λεωφόρον· κατά μήκος αυτής ήσαν τα σπίτια· αλλά μόνον εις την μίαν πλευράν, γιατί αλλοιώς θα εσκεπάζοντο αι δροσεραί χλοεραί νομαί, όπου περιδιέβαινον η αγελάδες με τα κουδούνια των περί τον λαιμόν, που εκουδούνιζαν, όπως επάνω εις τας υψηλάς Άλπεις. Αι βοσκαί περιεβάλλοντο από υψηλά όρη, τα οποία εις το μέσον υπεχώρουν τρόπον τινά προς τα πλάγια, διά να ημπορή κανείς ευκόλως να βλέπη καθαρά το ακτινοβολούν χιονοσκεπές όρος Γουνγκφράου, το οποίον είναι ωραιότερα σχηματισμένον από όλα τα βουνά της Ελβετίας.

Πόσοι κομψοί κύριοι και κυρίαι από ξένους τόπους! Τι διαρκής κίνησις των ανθρώπων από τα διάφορα καντόνια! Κάθε σκοπευτής είχε τον αριθμόν του της σκοποβολής εις ένα στεφάνι γύρω εις το καπέλλο του. Μουσική και άσμα, κασσελίτσες με λύρες, σάλπιγγες, φωναί, θόρυβος ήσαν εδώ. Οικίαι και γέφυραι ήσαν στολισμέναι, με εμβλήματα και στίχους. Σημαίες και σημαιούλες εκυμάτιζαν· τα όπλα εξεπυρσοκότουν την μίαν βολήν επάνω εις την άλλην και οι πυροβολισμοί ήσαν διά τα αυτιά του Ρούντυ η ωραιοτέρα μουσική· μέσα εις αυτήν την οχλοβοήν ελησμόνησε καθ' ολοκληρίαν την Μπαμπέτταν, που προς χάριν της μόλα ταύτα είχεν έλθει εδώ.

Οι σκοπευταί συνωθούντο εις την σκοποβολίαν και μετ' ολίγον ίστατο και ο Ρούντυ μεταξύ αυτών. Ήτο ο δεινότερος και ο ευτυχέστερος όλων. Διαρκώς η βολή του επετύγχανε μέσα το μαύρο σημάδι.

 — Ποίος είναι τέλος πάντων ο ξένος νεαρός κυνηγός; ηρώτων.

 — Ομιλεί τα Γαλλικά, που ομιλούμεν εις το καντόνιον Βαλαί. Εννοεί εν τούτοις πολύ καλά τα Γερμανικά μας, έλεγον μερικοί.

 — Ως παιδί είχε ζήσει περί το Γκρίντελβαλτ, εγνώριζε κάποιος από τους κυνηγούς.

Και ήτο γεμάτος ζωήν αυτός ο νεαρός ξένος. Τα 'μάτια του 'πετούσαν φλόγες, το βλέμμα του και ο βραχίων του ήτο εύστοχος, διά τούτο επετύγχανε. Η ευτυχία δίδει θάρρος και θάρρος είχε βέβαια διαρκώς ο Ρούντυ. Εντός ολίγου είχε συναγμένον εδώ κύκλον ξένων γύρω του· τον ετίμων, μάλιστα τον εσέβοντο. Η Μπαμπέττα είχεν εξαφανιστθή εντελώς από την σκέψιν του. Τότε εκτύπησε τον ώμον του ένα βαρύ χέρι και κάποια βαθειά φωνή του ωμίλησεν εις την Γαλλικήν γλώσσαν. — Είσθε από το καντόνιον Βαλαί;

Ο Ρούντυ εστράφη και είδε ένα ερυθρωπόν φαιδρόν πρόσωπον, ένα παχύν άνδρα: Ήτο ο πλούσιος του Βεξ μυλωθρός· με το μεγάλων διαστάσεων σώμα του έκρυπτε την λεπτήν, κομψήν Μπαμπέτταν, η οποία εν τούτοις επρόβαλε μετ' ολίγον με τα ακτινοβολούντα σκοτεινά μάτια της. Είχε κολακεύσει τον πλούσιον μυλωθρόν, ότι ήτο κυνηγός από το καντόνιόν του εκείνος, που έρριπτε τας καλυτέρας βολάς και ετιμάτο από όλους τους άλλους. Τώρα πράγματι ήτο ο Ρούντυ το αγαπημένο της τύχης παιδί: αυτό το πράγμα χάριν του οποίου περιώδευσε εδώ, και εδώ επί τόπου είχε σχεδόν λησμονηθή, τον ανεζήτει αυτό.

Όταν συντοπίται συναντηθούν εις έν μέρος μακράν της πατρίδος των, τότε ομιλούν ο ένας με τον άλλον και κάνουν γνωριμίαν μεταξύ των. Ο Ρούντυ κατά την σκοπευτικήν εορτήν διά της επιτυχίας των βολών του ήτο ο πρώτος, όπως ο μυλωθρός ήτο ο πρώτος εις την κοινωνίαν του Βεξ διά το χρήμα και τον κομψόν του Μύλον. Ούτω έσφιξαν οι δυο άνδρες τα χέρια, όπερ πρότερον μέχρι τούδε δεν είχον κάμει· και η Μπαμπέττα επίσης έτεινεν εις τον Ρούντυ το χέρι με ειλικρινή συμπάθειαν και της έσφιξε αυτός το χέρι και την εκύτταζε με επίμονον βλέμμα, ώστε αυτή έγινε κατέρυθρος.

Ο μυλωθρός διηγήθη περί της μακράς οδού, που είχον έως εδώ ταξειδεύσει, και περί των πολλών μεγάλων πόλεων, τας οποίας είχον ίδει· είχον κάμει, κατά την ιδέαν του, μεγάλο ταξείδιον, και είχαν ταξειδεύσει με το ατμόπλοιον, με την ατμάμαξαν ως και με την ταχυδρομικήν άμαξαν.

 — Εγώ ήλθα την σύντομον οδόν, είπεν ο Ρούντυ. «Ήλθα επάνω από τα βουνά· καμμιά οδός δεν είναι τόσον υψηλά, που να μην ημπορή κανείς να την διαβή.»