— Αλλά και να σπάση και τον λαιμόν! είπεν ο μυλωθρός. «Και σεις μου φαίνεσθε ακριβώς 'σάν να εσπάσατε επί τέλους τον λαιμόν σας. Είσθε πολύ ριψοκίνδυνος!» — Ω! δεν πέφτει κάτω κανείς, εάν δεν το σκεφθή, είπεν ο Ρούντυ.
Οι συγγενείς του μυλωθρού εν Ιντερλάκεν, εις επίσκεψιν των οποίον ο μυλωθρός και η Μπαμπέττα είχον έλθει, προσεκάλεσαν τον Ρούντυ να καταλύση εις το σπίτι των, αφού ήτο από το ίδιον καντόνιον, οπόθεν και ο μυλωθρός. Αυτό ήτο επίκαιρος προσφορά· η ευτυχία ήτο ευνοϊκή εις τον Ρούντυ, όπως είναι πάντοτε εις εκείνον, ο οποίος οικοδομεί επί του εαυτού του, και σκέπτεται ότι: «Ο Θεός μας δίδει τα καρύδια αλλά και δεν μας τα σπάει».
Ο Ρούντυ εκάθισεν εκεί εις τους συγγενείς του μυλωθρού 'σάν να ανήκεν εις την οικογένειαν· εκένωσαν και τα ποτήρια εις υγείαν του αρίστου σκοπευτού. Η Μπαμπέττα συνέκρουσε το ποτήριόν της και ο Ρούντυ ευχαρίστησε διά την πρόποσιν.
Κατά την εσπέραν επήγαν όλοι περίπατον επεριπάτησαν την ωραίαν κατά μήκος των μεγαλοπρεπών ξενοδοχείων οδόν κάτω από τας παλαιάς καρυδέας· και τόσοι άνθρωποι ήσαν εκεί, τόσος συνωστισμός, ώστε ηναγκάσθη ο Ρούντυ να προσφέρη τον βραχίονά του εις την Μπαμπέτταν. Έχαιρε τόσον πολύ, διότι συνήντησεν ανθρώπους από το Βωνττ, έλεγεν αυτός· Βωνττ και Βαλαί ήσαν πολύ καλά γειτονικά καντόνια. Εξέφραζε την χαράν του τόσον εγκαρδίως, ώστε δεν ημπόρεσε να παραλείψη η Μπαμπέττα να του σφίξη το χέρι δι' αυτό. Επήγαιναν ο ένας κοντά εις τον άλλον 'σάν να ήσαν παλαιοί γνώριμοι. Η Μπαμπέττα ωμιλούσε και διηγείτο· και της ήρμοζε πολύ καλά, — ενόμιζε ο Ρούντυ· να κάνη παρατηρήσεις διά το γελοίον και υπερβολικόν, που είχαν αι ξέναι κυρίαι εις τα ενδύματά των και εις το βάδισμά των· αυτό δεν το έκαμε διά να τας χλευάση, επειδή ημπορεί να ήσαν ενάρετοι άνθρωποι και μάλιστα αγαπητοί και αγαθοί· αυτό το ήξευρε καλά η Μπαμπέττα, γιατί και αυτή η ίδια είχε μίαν ανάδοχον, που ήτο επιφανής Κυρία Αγγλίς, τοιαύτη. Προ δεκαοκτώ ετών, όταν εβαπτίσθη η Μπαμπέττα, είχεν έλθει αυτή η νονά της εις το Βεξ. Είχε δωρήσει εις την Μπαμπέτταν την πολύτιμον καρφίτσα, που εφορούσε εις το στήθος της. Είχε γράψει δύο φοράς η νονά, και το έτος τούτο θα συνηντώντο με αυτήν και τας θυγατέρας της εδώ εις το Ιντερλάκεν. Αι θυγατέρες ήσαν ανύπανδροι τριάκοντα περίπου χρόνων, ενώ αυτή ήτο μόλις δεκαοκτώ.
Το μικρό γλυκύ στόμα δεν έμενε ήσυχο ούτε μια στιγμή, και ό,τι έλεγε η Μπαμπέττα ηχούσε εις τα ώτα του Ρούντυ ως πράγμα μεγίστης σπουδαιότητος· και αυτός πάλιν διηγείτο, ό,τι είχε να διηγηθή· δηλαδή πόσας φοράς επήγεν εις το Βεξ, ότι εγνώριζε καλά τον Μύλον, και πόσας φοράς είχεν ιδεί την Μπαμπέτταν, ενώ αυτή κατά πάσαν πιθανότητα ποτέ δεν τον είχε παρατηρήσει· και ότι τώρα τελευταίως, όταν επήγεν εις τον Μύλον και μάλιστα με πολλάς σκέψεις, τας οποίας δεν ηδύνατο να εκφράση, απουσίαζον αυτή και ο πατήρ της μακράν ταξειδιώται, αλλά μόλα ταύτα όχι τόσον μακράν, ώστε να μην ημπορή να σκαρφαλώση επάνω εις τα τείχη, τα οποία καθίστων την οδόν μακράν.
Μάλιστα, αυτό έλεγε και έλεγε πάρα πολλά· έλεγε δηλαδή, ότι ευχαρίστως ηδύνατο να υποφέρη την επίπονον οδόν και ότι προς χάριν της και όχι χάριν της σκοπευτικής εορτής ήλθεν.
Η Μπαμπέττα έγινεν άφωνος εις όλα αυτά· ήτο 'σάν να της απήτει να υποφέρη πάρα πολύ.
Ενώ αυτοί έκαμαν προς τα εκεί την περιήγησίν των, έδυσεν ο ήλιος 'πίσω από την κλιτύν του βράχου. Η Γιουγκφράου υψούτο εκεί εν μεγαλοπρεπεία και λαμπρότητι περιβαλλομένη από τον δασώδη πράσινον στέφανον των εγγύς ορέων. Πάντες εσταμάτησαν και εθεώντο το κάλλος της φύσεως. Και ο Ρούντυ και η Μπαμπέττα ησθάνοντο και αυτοί την από ταύτης μαγείαν.
— Πουθενά δεν είναι ωραιότερα από εδώ; έλεγεν η Μπαμπέττα.
— Πουθενά! έλεγε ο Ρούντυ και εκύτταζε την Μπαμπέτταν.
— Αύριον πρέπει να επανέλθω εις το σπίτι! έλεγεν ο Ρούντυ, ολίγας στιγμάς βραδύτερον.
— «Έλα να μας επισκεφθής εις το Βεξ!» εψιθύρισεν η Μπαμπέττα. «Θα ευχαριστηθή ο πατέρας».
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΟΔΟΝ
Ω! πόσα είχε να φέρη ο Ρούντυ, όταν την αμέσως επομένην επανήρχετο εις το σπίτι του επάνω από τα υψηλά βουνά· Μάλιστα! είχε τρία αργυρά ποτήρια, δύο ωραία όπλα, και ένα άργυρο μπρίκι· το μπρίκι θα το μετεχειρίζετο, όταν θα έκανε νοικοκυριό. Αλλά αυτά όλα δεν ήσαν το σπουδαιότερον· κάτι σπουδαιότερον, κραταιότερον έφερε, ή τον έφερεν επάνω από τα υψηλά βουνά προς την πατρίδα του. Ο καιρός εν τοσούτω ήτο τραχύς, φαιός, βροχερός και βαρύς. Τα σύννεφα κατέπιπτον σαν πένθιμος πέπλος από τα ύψη των βουνών και περιέβαλλον την ακτινοβολούσαν κορυφήν. Από το βάθος του δάσους αντήχουν τα καταφερόμενα τελευταία του πελέκεως κτυπήματα και οι κορμοί των δένδρων κατεκυλίοντο εις τας κλιτύς του όρους· από το ύψος επάνω εφαίνοντο ως λεπταί ράβδοι και όμως ήσαν ως οι μεγαλύτεροι των πλοίων ιστοί. Η Λουτσίνη παφλάζουσα έκρουε την μονότονον συμφωνίαν της, ο άνεμος εσφύριζε, τα σύννεφα εταξείδευον.
Εκεί αιφνιδίως ήλθε πλησιέστατα εις τον Ρούντυ μία νέα κόρη. Δεν είχε παρατηρήσει την κόρην προτήτερα, παρά μόνον, όταν ήλθε εντελώς κοντά εις το πλευρόν του. Ήθελε και αυτή να ανεβή επάνω εις τους βράχους. Της κόρης τα μάτια εξήσκουν ιδιάζουσαν επιβολήν· ηναγκάζετο κανείς να κυττάζη εξάπαντος μέσα εις αυτά· ήσαν όλως διόλου παράξενα, διαυγή σαν κρύσταλλος, βαθιά, βαθιά, ατελεύτητα.
— Έχεις ερωμένον; ηρώτησεν ο Ρούντυ. Αι σκέψεις του κατηυθύνοντο όλαι εις τον έρωτα.
— Δεν έχω! απήντησε το κορίτσι και εγελούσε· αλλά όμως εφαίνετο 'σάν να μην ήσαν αληθινά τα λόγια της. «Ας μην κάνωμεν όμως λοξοδρομίας!» είπε αυτή. «Πρέπει να πάμε αριστερώτερα, διότι είναι συντομώτερος έτσι ο δρόμος».
— Βέβαια, διά να κρημνισθώμεν μέσα 'σε καμμιά χαράδρα πάγου!» είπεν ο Ρούντυ. «Δεν ηξεύρεις τον δρόμον καλά-καλά, και θέλεις να κάνης και τον οδηγόν;!»
— Ξεύρω ακριβώς τον δρόμο!» είπε το κορίτσι· «και έχω και το μααλό μου κοντά μου. Το 'δικό σου είναι βέβαια κάτω εις την κοιλάδα· αλλά εδώ επάνω πρέπει κανείς να σκέπτεται την Νεράιδα του Πάγου· δεν είναι καλή προς τους ανθρώπους, λέγουν οι άνθρωποι!»
— Δεν την φοβούμαι! . . » είπεν ο Ρούντυ. «Με έδωσε 'πίσω, όταν ήμην ακόμη παιδί, δεν θα της παραδοθώ, όταν είμαι μεγάλος!»
Και το σκότος ηύξανε. η βροχή κατέπιπτε, επήλθε, και χιόνι, έλαμπε, ετύφλωνε.
— Δώσε μου το χέρι σου!» είπε η κόρη, «θα σε βοηθήσω εις την ανάβασιν»· και ο Ρούντυ ησθάνετο να εγγίζεται από παγωμένα δάκτυλα
— Συ να με βοηθήσης!» είπεν ο Ρούντυ, «ακόμη δεν εχρειάσθηκα την βοήθειαν γυναικός, διά να σκαρφαλώσω!» Και εβάδισε ταχύτερον προς τα εμπρός, μακράν από αυτήν ο χιονοστρόβιλος τον περιεκάλυψε σαν μέσα εις πέπλον, ο άνεμος εβόιζε και πίσω ήκουε την κόρη να γελά και να τραγουδή· ήτο παράδοξος ήχος. Θα ήτο μυστηριώδες φάντασμα εις την υπηρεσίαν της Νεράιδας του Πάγου. Ο Ρούντυ είχεν ακούσει να ομιλούν γι' αυτά, όταν αυτός τότε που ήτο ακόμη παιδί, διενυκτέρευσε εδώ επάνω εις τα βουνά, που τα περιώδευσε.
Το χιόνι έπιπτε πυκνότερα, τα σύννεφα ήσαν κάτω απ' αυτόν· εκύτταζε πίσω, δεν έβλεπε πλέον κανένα, αλλά αντελήφθη γέλωτας και λαρυγγισμούς και ο ήχος των δεν έμοιαζε να βγαίνη από στήθος ανθρώπου.
Όταν ο Ρούντυ έφθασεν επί τέλους την ανωτάτην του όρους επιφάνειαν, οπόθεν το μονοπάτι έφερε κάτω εις την κοιλάδα του Ροδανού, είδε προς την Σαμονύ, να στέκωνται εις τον διαυγή κυανούν αιθέρα δύο λαμπρά άστρα· έλαμπον και ακτινοβολούσαν και εσκέφθη την Μπαμπέττα, τον εαυτόν του και την ευτυχίαν του και με αυτήν την σκέψιν εθερμάνθη.
Η ΕΠΙΣΚΕΨΙΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΥΛΟΝ
— Αρχοντικά πράγματα φέρνεις εις το σπίτι!» είπεν η γραία θετή μητέρα του και τα αλλόκοτα αέτεια μάτια της ήστραψαν, εκίνησε τον ισχνόν λαιμόν της ακόμη ταχύτερον από άλλοτε με αλλοκότους στροφάς. «Είσαι ευτυχής, Ρούντυ, πρέπει να σε φιλήσω, γλυκό μου παλληκάρι!»
Και ο Ρούντυ εστάθη να τον φιλήση, αλλά ήτο γραμμένον εις το πρόσωπόν του, ότι υπέκυπτεν εις δυσχερείας, εις μικρά οικογενειακά βάσανα.
— Πόσον ωραίος είσαι Ρούντυ! είπεν η γραία.
— Μη με κάνης να το πάρω επάνω μου!» είπεν ο Ρούντυ και εγέλα· αλλά τον ευχαριστούσε αυτό.
— Σου το λέγω πάλιν, είπεν η γραία: «η ευτυχία είναι μαζί σου!»
— Όσο γι' αυτό έχεις δίκαιον! είπε και εσκέφθη την Μπαμπέτταν.
Ποτέ ακόμη δεν είχε δοκιμάσει τοιούτον πόθον κάτω εκεί μέσ' 'στη βαθιά κοιλάδα.
— Θα είναι φθασμένοι εις το σπίτι των», είπε καθ' εαυτόν. «Είναι πλέον δύο ημέραι περισσότερον από τον χρόνον, που πρέπει να έχουν επανέλθει. Πρέπει να υπάγω εις το Βεξ!»
Ο Ρούντυ επήγε εις το Βεξ και εκεί εις τον Μύλον πράγματι ήσαν εις το σπίτι!
Του έκαμαν καλήν υποδοχήν και του έφεραν και χαιρετίσματα από την οικογένειαν του Ιντερλάκεν· η Μπαμπέττα δεν ωμίλει πολλά, είχε γίνει πολύ σιωπηλή· αλλά 'μιλούσαν τα μάτια της και τούτο ικανοποιούσε πολύ τον Ρούντυ. Εφάνη ο Μυλωθρός, ο οποίος άλλοτε είχε αυτός τον λόγον — ήτο συνηθισμένος πάντοτε να γελούν διά τας ευφυολογίας του και τα λογοπαίγνιά του, αφού ήτο ο πλούσιος μυλωθρός — σαν να ήκουε μόλα ταύτα ευχαρίστως τον Ρούντυ διηγούμενον τα αλλόκοτα του κυνηγίου επεισόδια· και διηγείτο ο Ρούντυ και διά τας δυσκολίας και τους κινδύνους, που οι κυνηγοί των αιγάγρων υφίστανται επάνω εις τας υψηλάς των ορέων κορυφάς, όταν είναι ηναγκασμένοι να αναρριχώνται κατά μήκος των επισφαλών από χιόνι ακροτοιχίων, τα οποία από τον άνεμον και την κακοκαιρίαν προσκολλώνται επάνω εις τα χείλη των βράχων και όταν είναι ηναγκασμένοι να αναρριχώνται και επάνω εις τας επικίνδυνους γεφύρας, τας οποίας ο χιονοστρόβιλος μέσα εις βαθείας χαράδρας έχει καταρρίψει. Οι οφθαλμοί του ριψοκινδύνου Ρούντυ έλαμπον, ενώ διηγείτο περί της ζωής του κυνηγού, περί της πανουργίας των αιγάγρων και των τολμηρών πηδημάτων των, περί του θυελλώδους Λίβα και των κυλιομένων χιονοστιβάδων. Παρετήρει καλώς, ότι εις κάθε νέαν περιγραφήν πάντοτε εκέρδιζε τον μυλωθρόν υπέρ εαυτού, και ιδίως ότι ησθάνετο ενθουσιασμόν, όταν αυτός του διηγείτο περί των γυπαετών και των σταυραετών.
Όχι μακράν από εδώ, εις το καντόνιον Βαλαί, έλεγεν ο Ρούντυ, ήτο φωλεά αετού τεχνικωτάτη, κτισμένη κάτω από ένα υψηλόν προεξέχον χείλος βράχου· εκεί επάνω μέσα εις τη φωλιά ευρίσκετο μικρός αετιδεύς, αλλά αυτόν δεν ήτο δυνατόν να τον πάρη κανείς από εκεί μέσα! Ένας Άγγλος προ ολίγων ημερών είχε προσφέρει εις τον Ρούντυ μια ολόκληρη χούφτα γεμάτη χρυσόν, αν ήθελε να του προσκομίση ζωντανόν τον αετιδέα· «αλλά όλα έχουν τα όριά των» είπε ο Ρούντυ. «Ο αετός δεν παίρνεται· θα ήτο τρέλλα να ρίψη κανείς τον εαυτόν του εκεί επάνω».
Ο οίνος έρρεε και ο λόγος έρρεε· αλλά η βραδιά ήτο πολύ σύντομος, εφάνη εις τον Ρούντυ· και μόλα ταύτα είχε παρέλθει το μεσονύκτιον, όταν αυτός μετά την πρώτην του εις τον Μύλον επίσκεψιν ήλθεν εις το σπίτι του.
Τα φώτα έλαμπαν ακόμη ολίγον διάστημα διά των παράθυρα του Μύλου μέσα εις το πράσινον των δένδρων φύλλωμα. Από τον ανοικτόν της στέγης φεγγίτην ήλθεν έξω η γάτα του δωματίου, και από την υδρορρόην της στέγης την επέρασε πέρα πέρα όλη και ήλθε εδώ κοντά της η γάτα της κουζίνας.
— Ξέρεις νέα εις τον Μύλον;» ηρώτησεν η γάτα του δωματίου «εδώ είναι λαθραία αρραβωνιάσματα 'στο σπίτι. Ο πατέρας δεν 'ξέρει ακόμη τίποτα· ο Ρούντυ και η Μπαμπέττα όλο το βράδυ από κάτω από το τραπέζι επατούσαν τα πόδια των· με επάτησαν δυο φορές, αλλά δεν ενιαούριζα, γιατί αυτό θα έδινε υπονοίας».
— Εγώ θα ενιαούριζα! είπε η γάτα της κουζίνας.
— Ό,τι αρμόζει εις την κουζίναν, δεν αρμόζει εις το δωμάτιον, είπεν η γάτα του δωματίου. Αλλά είμαι περίεργη να μάθω τι θα 'πή ο μυλωθρός, όταν μάθη τα αρραβωνιάσματα . . . .
Μάλιστα, τι θα έλεγεν ο μυλωθρός! Αυτό και ο Ρούντυ με ευχαρίστησίν του ήθελε να το γνωρίζη, αλλά δεν ημπορούσε να περιμένη μακρόν χρόνον διά να το μάθη. Όταν ολίγας ημέρας βραδύτερον το λεωφορείον πέραν της γεφύρας του Ροδανού μεταξύ Βαλαί και Βωντ επήγαινε βροντώντας, εκάθητο και ο Ρούντυ μέσα εις αυτό, εύθυμος ως πάντοτε, και ελικνίζετο με ωραίας σκέψεις διά την συγκατάθεσιν, την οποίαν ενόμιζεν, ότι θα έχη αυτήν την εσπέραν.
Και όταν ήλθε το βράδυ και επανήρχετο το λεωφορείον την αυτήν οδόν τότε και πάλιν ο Ρούντυ εκάθητο μέσα, την αυτήν οδόν, επανερχόμενος· αλλά εις τον Μύλον η γάτα του δωματίου περιέτρεχε με νέα.
— Ξέρεις εσύ! συ από την κουζίνα! Ο μυλωθρός τώρα τα ξέρει όλα.
Αλλά η υπόθεσις επήρε ωραίον τέλος! Ο Ρούντυ ήλθεν εδώ κατά το βράδυ· είχαν πολλά να ψιθυρίσουν αυτός και η Μπαμπέττα και μυστικά να 'πούν αναμεταξύ των· εστέκοντο εις τον διάδρομον εμπρός εις το δωμάτιον του μυλωθρού. Ήμανε 'ξαπλωμένη κοντά 'ς τα πόδια των, αλλά αυτοί δεν είχαν ούτε 'μάτια ούτε μυαλό για μένα. «Θα πάω χωρίς άλλο μέσα 'ς τον πατέρα σου!» έλεγεν ο Ρούντυ, «πρόκειται περί τιμίου πράγματος». «Πρέπει να έλθω μαζί σου;» ηρώτησεν η Μπαμπέττα. «Αυτό θα σου δώση θάρρος.» — «Έχω αρκετόν θάρρος!» είπεν ο Ρούντυ· «αλλά αν είσαι και συ μαζί, θα είναι βέβαια ευνοϊκός, είτε θελήση είτε όχι!» Κατόπιν επροχώρησαν μαζί. O Ρούντυ με επάτησε δυνατά εις την ουράν! Ο Ρούντυ είναι πολύ αδέξιος· εμιαούριζα, αλλά ούτε αυτός ούτε η Μπαμπέττα είχαν αυτιά διά να ακούσουν. Άνοιξαν την πόρτα, εισήλθον και οι δυο, εγώ εμπρός· επήδησα μόλα ταύτα επάνω 'ς τη ράχη μιας καρέκλας, γιατί πώς να ήξερα, πώς τάχα θα επαρουσιάζετο ο Ρούντυ. Αλλά επαρουσιάσθη ο μυλωθρός έδωσε ένα γενναίο κλώτσο· ο άλλος — έξω απ' την πόρτα και 'ς το βουνό επάνω εις τας αιγάγρους, που αυτός ο Ρούντυ τώρα θα σημαδεύη και όχι την Μπαμπέττα μας!»
— Αλλά τι ωμίλησαν, τι είπαν; ηρώτησε η γάτα της κουζίνας.
— Τι είπαν; — Είπαν όλα, όσα συνηθίζουν οι άνθρωποι να λέγουν εις τοιαύτας περιστάσεις, όταν έρχωνται να ζητήσουν εις γάμον: Την αγαπώ και με αγαπά· Και εκεί που είναι εδώ γάλα μέσα 'στον κάδο για ένα, είναι και για δυο!»
— Αλλά για σένα είναι πολύ υψηλά!, είπεν ο μυλωθρός, «κάθεται επάνω σε σιμιγδάλι, σε χρυσοσιμίγδαλο, καθώς ξέρεις· δεν μπορείς να την φθάσης.»
— Τίποτε δεν κάθεται τόσον υψηλά! Το φθάνει κανείς επί τέλους αρκεί να θέλη απήντησεν ο Ρούντυ, επειδή είναι ριψοκίνδυνο παλληκάρι.
— Αλλά τον αετιδέα δεν μπορείς μόλα ταύτα να τον φθάσης· ο ίδιος το έλεγε εσχάτως. Η Μπαμπέτα κάθεται ακόμη υψηλότερα!
— Τους παίρνω και τους δύο! είπεν ο Ρούντυ.
— Σου χαρίζω την Μπαμπέττα, αν μου χαρίσης ζωντανόν τον αετιδέα! . . . είπεν ο μυλωθρός και εγέλα τόσον, ώστε εδάκρυζαν τα μάτια του. «Αλλά τώρα σε ευχαριστώ διά την επίσκεψιν, Ρούντυ», είπε· «αν εμφανισθής αύριον, αύριον δεν θα είναι κανείς 'στο σπίτι! Αντίο Ρούντυ!».
Και η Μπαμπέττα είπε και αυτή αντίο, αλλά με τόσο παραπονιάρικο ύφος σαν ένα μικρό γατάκι, που δεν μπορεί να ιδή την μητέρα του.
— Ένας λόγος — ένας άνδρας! είπεν ο Ρούντυ. «Μην κλαις Μπαμπέττα τον φέρνω τον αετιδέα!»
— Θα σπάσης τον λαιμό σου, ελπίζω!» είπεν ο Μυλωθρός «και θα μας απαλλάξης τότε από της τρεχάλες σου!»
«Αυτό εγώ το ονομάζω γενναίον κλώτσο! Τώρα ο Ρούντυ είνε μακρυά και η Μπαμπέττα καίγεται και κλαίει, αλλά ο μυλωθρός τραγουδάει το γερμανικό τραγούδι, που έμαθε τώρα εσχάτως 'στο ταξείδι! Δεν πρέπει όμως να είμαι γι' αυτό λυπημένη· αυτό δεν ωφελεί τίποτα!»
— Αλλ' όμως υπάρχει μόλα ταύτα ακόμη και κάποια ελπίς είπεν η γάτα του μαγειρείου.
Η ΦΩΛΕΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ
Κάτω από το μονοπάτι του βράχου αντηχούσε ο λαρυγγισμός εύθυμος και ισχυρός· εσήμαινεν εύθυμον διάθεσιν και ακμαίον θάρρος· ήτο ο Ρούντυ· ήλθε να αναζητήση τον φίλον του Φεζινάνδον.
— Πρέπει να μου παράσχης την αρωγήν σου! θα πάρωμε μαζί και τον Νάγκλι· πρέπει να πάρω επάνω από το χείλος του βράχου τον αετιδέα.
— Δεν παίρνεις πρώτα καλύτερα το Μαύρο από το φεγγάρι· είναι ίδια κι' απαράλλακτα εύκολον, είπεν ο Φεζινάνδος. «Βλέπω είσαι εύθυμος!»
— Μάλιστα! γιατί όχι! σκέπτομαι να πανδρευθώ! Αλλά διά να ομιλήσω σοβαρά, θα σου 'πώ, πώς ευρίσκονται αι περιστάσεις μου!»
Και μετ' ολίγον εγνώριζον και ο Φεζινάνδος και ο Νάγκλι τι ήθελεν ο Ρούντυ.
— Είσαι ριψοκίνδυνο παλληκάρι, είπον «αυτό δεν γίνεται! Θα σπάσης τον λαιμόν σου!»
— Δεν πέφτει κανείς κάτω, αν δεν το φαντασθή ο ίδιος μόνος του, είπεν ο Ρούντυ.
Κατά το μεσονύκτιον εξεκίνησαν με καμάκια, σκάλες και σχοινιά· Ο δρόμος επερνούσε ανάμεσα από δάσος και λόχμην, επάνω από κυλιομένας πέτρας, πάντοτε προς τα επάνω, προς τα επάνω, μέσα εις την σκοτεινήν νύκτα. Το νερό έβραζε κάτω παφλάζον, νερό εκελάρυζε επάνω, υγρά σύνεφα έτρεχαν εις τον αέρα. Οι κυνηγοί έφθασαν εις το απόκρημνον του βράχου χείλος· εδώ το σκότος εγίνετο πυκνότερον, αι πλευραί των βράχων σχεδόν συνηντώντο και μόνον υψηλά επάνω εις την στενήν ρωγμήν ήτο φωτεινός ο αήρ· πλησιέστατα εις αυτοίς, κάτω από αυτούς εξετείνετο η βαθεία άβυσσος με τα παφλάζοντα νερά. Οι τρεις των εκάθισαν επάνω εις τας πέτρας, ήθελαν να περιμένουν το αμφίβολον του χαράγματος φως, όταν θα πετάξη ο αετός έξω από την φωλεάν· έπρεπε να πυροβολήσουν πρώτα την μητέρα, πριν γίνουν κύριοι του μικρού. Ο Ρούντυ εκάθησεν εκεί συγκαθισμένος τόσον ήσυχα 'σάν να ήτο ένα κομμάτι του βράχου, επί του οποίου εκάθητο, εκράτει το όπλον με σηκωμένον τον λύκον έτοιμον να πυροβολήση εμπρός του· το βλέμμα του το είχεν προσηλωμένον επάνω εις το ανώτατον μέρος της ρωγμής, όπου ήτο κρυμμένη η φωλεά του αετού κάτω από τον βράχον που εξείχε κρεμασμένος. Οι τρεις κυνηγοί έπρεπε να περιμένουν πολλήν ώραν.
Ήδη όμως έτριζε και εβόιζε υψηλά από επάνω των· κάποιο μεγάλο μετέωρον αντικείμενον εσκοτίνιαζε τον αέρα γύρω των. Δύο πυροβολισμοί εσημάδευον όταν η μαύρη του αετού μορφή επετούσε από την φωλεάν. Έπεσεν ο ένας πυροβολισμός! εκινήθησαν μίαν στιγμήν αι εκτεταμένοι πτέρυγες, έπειτα κατέπεσε το πτηνόν βραδέως και εφαίνετο σαν να επρόκειτο με το μέγεθός του και με τας ευρείας εκτεταμένος πτέρυγάς του να γεμίση όλην την χαράδραν, και κατά την πτώσιν του να συμπαρασύρη και τους κυνηγούς. Ο αετός εβυθίσθη εκεί κάτω εις το βάθος· κλάδοι και θάμνοι έσπασαν κατά την πτώσιν του πτηνού.
Τώρα εσηκώθησαν οι κυνηγοί: τρεις μακροτάτας κλίμακας έδεσαν μαζί την μίαν με την άλλην — αύται βέβαια θα έφθανον εκεί επάνω· τας έστησαν εις το ακρότατον τελευταίον στερεόν σημείον, κοντά εις το χείλος της αβύσσου· και μόλα ταύτα δεν έφθανον εκεί επάνω και ο τοίχος του βράχου ολισθηρός σαν μάρμαρον επήγαινε ακόμη υψηλότερα, εκεί όπου η φωλεά εκρύπτετο προστατευομένη από κάτω από την προεξέχουσαν κορυφήν. Μετά τινας διασκέψεις συνεφώνησαν να δέσουν μαζί δύο άλλας κλίμακας, και να τας αφήσουν κρεμασμένας από το επάνω μέρος της χαράδρας· και αυτάς πάλιν να της δέσουν με τας τρεις τοποθετημένας κάτω. Με μεγάλον κόπον έσυραν προς τα επάνω τας δύο δεμένας κλίμακας και εστερέωσαν επάνω τα σχοινιά· έσπρωξαν της σκάλες επάνω προς τον προεξέχοντα βράχον και τας εκρέμασαν εκεί ελευθέρας και μετεώρους επάνω από την άβυσσον. Ο Ρούντυ ήτο ήδη καθισμένος επάνω εις το τελευταίον των σκαλοπάτι. Ήτο παγερά πρωία· σύννεφα ομίχλης ανέβαιναν επάνω από την ζοφεράν άβυσσον. Ο Ρούντυ εκάθητο εκεί, όπως κάθεται μυίγα επάνω εις την ασθενή καλάμην αχύρου, που κάποτε πουλί, που έκτιζε την φωλιά του, το έχασε επάνω εις το χείλος υψηλής καπνοδόχου εργοστασίου· αλλά η μυίγα ημπορεί να πετάξη από εκεί, εάν το άχυρον διαλυθή· ο Ρούντυ όμως μόνον τον λαιμόν του ημπορεί να σπάση.
Ο άνεμος εβόιζε γύρω του· κάτω μέσα εις την άβυσσον έβραζαν τα νερά, που έλυωναν από τον Παγώνα, το Παλάτι της Νεράιδας του Πάγου.
Τώρα έθεσεν εις ταλαντευτικήν κίνησιν τας κλίμακας, όπως η αράχνη ταλαντεύεται, όταν θέλη να πιάση κάτι, κρεμασμένη από το μακρόν αιωρούμενον νήμα της· και όταν ο Ρούντυ διά τετάρτην φοράν ήγγισε την κορυφήν των κλιμάκων, οι οποίαι μαζί δεμέναι η μία με την άλλην ήσαν στημένοι κάτω, την έπιασε, συνήψε και συνέδεσε τας επάνω με τας κάτω με ασφαλές και δυνατόν χέρι· αλλά εκραδαίνοντο και επλατάγουν, σον να είχαν κουρδισμένα αγκίστρια.
Αι πέντε μακραί κλίμακες, αι οποίαι έφθανον μέχρις επάνω εις την φωλεάν και ήσαν στηριγμένοι καθέτως εις την πλευράν του βράχου, εφαίνοντο ότι ήσαν ασθενές καλάμι· και τώρα μόλις είχον να υποστώσι το επικινδυνωδέστατον· έπρεπε να αναρριχηθή κανείς, όπως ημπορεί και αναρριχάται η γάτα· αλλά ο Ρούντυ αυτό ίσα-ίσα το ήξευρε, του το είχε διδάξει η γάτα· ούτε έπαιρνε μυρωδιά από τον Ίλιγγον, ο οποίος 'πίσω του ήτο μέσα 'στον αέρα και είχε τεντωμένους επάνω του τους ως πολύποδας βραχίονάς του. Τώρα εστέκετο εις το επάνω επάνω σκαλοπάτι της όλης σκάλας και παρετήρει, ότι και εδώ δεν έφθανεν ακόμη αρκετά υψηλά, ώστε να βλέπη μέσα εις την φωλεάν, και ότι μόνον με το χέρι ημπορούσε να φθάνη εκεί επάνω· εξήτασε πόσον στερεοί περίπου ήσαν οι αποκάτω χονδροί συμπεπλεγμένοι μεταξύ των κλάδοι, οι οποίοι εσχημάτιζον το κάτω μέρος της φωλεάς και ερευνών ηύρε χονδρόν στερεόν κλάδον· ετινάχθη από την σκάλα επάνω εις αυτόν, εστηρίχθη επάνω εις τον κλάδον και είχε τώρα στήθος και κεφαλήν επάνω από την φωλεάν· εδώ τον προσέβαλλεν χείμαρρος πνιγηράς δυσωδίας θνησιμαίων· μέσα εις την φωλεάν ήσαν πρόβατα, αίγαγροι, πτηνά, τα οποία είχαν απομείνει εν σήψει. Ο Ίλιγγος, ο οποίος καθόλου δεν ημπορούσε να τον βλάψη, του εφύσησε την δηλητηριώδη οσμήν εις το πρόσωπον, διά να του φέρη σύγχυσιν και κάρωσιν και κάτω εις το μαύρον χαίνον βάραθρον επάνω εις τα ορμητικώς σπεύδοντα νερά εκάθητο η ίδια η Νεράιδα του Πάγου με την μακράν λευκοπρασίνην κόμην της και του προσήλωνε τα μάτια της, που ήσαν μάτια θανατοβόλα 'σάν δύο πυροβολισμοί.
— Τώρα σε πιάνω!
Εις μίαν γωνίαν της φωλεάς του αετού παρετήρησεν ο Ρούντυ, ότι μέγας και πολύς εκάθητο ο αετιδεύς, ο οποίος ακόμη δεν είχε ξεπετάξει. Ο Ρούντυ προσήλωσε τα μάτια του επάνω του, εκρατήθη με όλην του την δύναμιν με το ένα χέρι, και με το άλλο έρριψε τον βρόχον περί τον νεαρόν αετιδέα· ήτο πιασμένος ζωντανός! Αι κνήμαι του Ρούντυ ήσαν χωμέναι μέσα εις το χιονισμένο σχοινί, έρριψεν εις τον ώμον του τον βρόχον με το πτηνόν, ώστε κατ' αυτόν τον τρόπον εκρέματο το ζώον καλόν βάρος 'πίσω του, την ώραν, που αυτός έστηρίζετο επάνω εις ένα άλλο κρεμασμένο παλαμάρι, επιβοηθητικόν, διά να πατήσουν πάλιν τα άκρα των ποδών του το επάνω επάνω σκαλί της σκάλας.
— Κρατήσου στερεά· μη πιστεύσης μόνον, ότι ημπορεί να πέσης κάτω· τότε δεν πέφτεις! ήτο η παλαιά διδασκαλία και αυτήν ηκολούθησε· εκρατήθη στερεά, εσκαρφάλωσε· ήτο βεβαιωμένον, ότι δεν θα πέση και δεν έπεσε.
Ήδη αντήχει λαρυγγισμός, δυνατός και εύθυμος. Ο Ρούντυ εστέκετο επάνω εις τον στερεόν βράχον με τον αετιδέα του.
ΤΙ ΝΕΑ ΗΞΕΥΡΕ ΝΑ ΔΙΗΓΗΘΕΙ Η ΓΑΤΑ ΤΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟΥ
— Εδώ είναι το ποθούμενον! είπεν ο Ρούντυ, όταν εισήλθεν εις το σπίτι του μυλωθρού εν Βεξ· ετοποθέτησε κάτω εις το πάτωμα ένα μεγάλο κοφίνι και αφήρεσε το ύφασμα με το οποίον ήτο σκεπασμένον. Δύο κίτρινα με μαύρα περιθώρια γύρω γύρω μάτια επρόβαλαν γουρλωμένα, τινάζοντα σπίθες άγριες 'σάν να ήθελαν να κατακαύσουν και να δαγκάσουν δυνατά, όπου εκύτταζαν. Το κοντόν δυνατόν ράμφος ήτο ανοιγμένον προς δάγκαμα ο λαιμός ήτο κόκκινος και ήτο σκεπασμένος με μπιμπίκια.
— Ο αετιδεύς! εφώναξεν ο μυλωθρός. Η Μπαμπέττα εξεφώνησε και επήδησε προς τα οπίσω, αλλά δεν ημπορούσε να αποστρέψη τα μάτια της ούτε από τον Ρούντυ ούτε από τον αετόν.
— Δεν τρομάζεις! . . είπεν ο μυλωθρός.
— Και εσείς κρατείτε σταθερά τον λόγον σας!. . είπεν ο Ρούντυ· «Καθένας έχει το χαρακτηριστικόν του γνώρισμα!»
— Αλλά πώς δεν έσπασες τον λαιμόν σου; είπεν ο μυλωθρός.
— Επειδή εκρατιόμανε στερεά! απήντησεν ο Ρούντυ· «και αυτό το κάμω ακόμη! Κρατώ στερεά την Μπαμπέττα!»
— Πρώτα όμως κύτταξε να την έχης!» είπεν ο μυλωθρός και εγέλα· και αυτό ήτο αρκετή ένδειξις, την οποίαν ήξευρεν η Μπαμπέττα.
«Πρέπει να τον βγάλωμεν έξω από το κοφίνι. Είναι, να τρελλαθή κανείς, όπως γουρλώνει τα μάτια του. Αλλά πώς ημπόρεσες και τον έπιασες;»
Ο Ρούντυ διηγήθη και ο μυλωθρός άνοιγε διαρκώς τα μάτια του μεγάλα από έκπληξιν.
— Με την τόλμην σου και την ευτυχίαν σου ημπορείς τρεις γυναίκες να θρέψης, είπεν ο μυλωθρός.
— Σας ευχαριστώ! . . . είπεν ο Ρούντυ.
— Αλήθεια όμως την Μπαμπέττα δεν την έχεις ακόμη!» είπεν ο μυλωθρύς και εκτύπησε με αστειότητα εις τους ώμους τον νεαρόν των Άλπεων κυνηγόν.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
«Ξέρεις τα νεώτερα εις τον Μύλον;» έλεγεν η γάτα του δωματίου εις την γάταν της κουζίνας. «Ο Ρούντυ μας έφερε τον αετιδέα και επήρε εις αντάλλαγμα την Μπαμπέτταν. Εφιληθήκανε και τους είδε και ο γέρος! Αυτό είναι ωραίον σαν αρραβώνιασμα. Ο γέρος ήτο πολύς ευγενής· είχε μαζέψει τα νύχια του, εκοιμήθη τον μεσημερινόν του υπνάκο και άφησε τους δυο να κάθωνται να ερωτοτροπούν· έχουν τόσα πολλά να 'πούν· ούτε ίσα με τα Χριστούγεννα δεν θα έχουν τελειωμό· και πράγματι δεν ήσαν έως τα Χριστούγεννα έτοιμοι!
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ο άνεμος εστροφοδινούσε με το φύσημά του το πράσινον φύλλωμα. Το χιόνι εστοιβάζετο εις την κοιλάδα, όπως και επάνω εις τα υψηλά βουνά. Η Νεράιδα του Πάγου εκάθητο εις την υπερήφανον έπαυλίν της, η οποία κατά τον χειμώνα αυξάνει εις μέγεθος. Αι πλευραί των βράχων ήσαν επικαλυμμένοι με λεπτόν κρύσταλλον και κύλινδροι πάγου ισοπαχείς με δένδρο, βαρείς σαν ελέφαντες εκρέμαντο εκεί κάτω, όπου κατά το θέρος ο Χείμαρρος μέσα 'ς τους βράχους αφήνει τον υδάτινον πέπλον του να κυμαίνεται. Πάγου γιρλάντες από φανταστούς κρυστάλλους παρατάσσονται και λαμποκοπούν επάνω εις τα χιονοπασπαλισμένα έλατα. Η Νεράιδα του Πάγου ιππεύει τον συρίζοντα Άνεμον και εποχείται εις τας βαθυτάτας κοιλάδας. Η σινδών της χιόνος εκτείνεται κάτω και κάτω εις το Βεξ, η Νεράιδα του Πάγου έρχεται και εκεί και βλέπει τον Ρούντυ να κάθεται μέσα εις τον Μύλον· εκάθητο αυτόν τον χειμώνα μέσα εις το δωμάτιον περισσότερον από όσον ήτο η συνήθειά του άλλοτε· εκάθητο κοντά εις την Μπαμπέτταν. Το προσεχές θέρος θα εγίνοντο οι γάμοι· συχνά εκουδούνιζαν τα αυτιά του, όσες φορές εμιλούσαν γι' αυτό οι φίλοι του. Μέσα εις τον Μύλον ήτο φέγγος και θαλπωρή ηλίου, έθαλλε το ωραιότερον των Άλπεων Ρόδον, η φαιδρά, η μειδιώσα Μπαμπέττα, ωραία ως η ερχομένη Άνοιξις, η Άνοιξις, που κάνει τα πουλιά να κελαϊδούν θέρος και γάμον.
— Όμως πώς κάθονται οι δύο τους πάντοτε ο ένας κοντά εις τον άλλον», έλεγεν η γάτα του δωματίου. «Τώρα έχω να μιαουρίσω πολλά!»
Η ΝΕΡΑΪΔΑ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ
Η Άνοιξις είχε ξεδιπλώσει τα χυμώδη πράσινα με καρυδιές και καστανιές στολίδια της και με περισσότερον σφρύγος εβλάστανον από την παρά τον άγιον Μαυρίκιον γέφυραν μέχρι της όχθης της λίμνης της Γενεύης κατά μήκος του Ροδανού, ο οποίος ορμά με ισχυρόν ρεύμα εκχυνόμενος πέραν, από την έξοδόν του κάτω από τον πρασινωπόν Παγώνα, το κρυστάλλινον Παλάτι, όπου η Νεράιδα του Πάγου διαμένει. Από εδώ την παραλαμβάνει ο δριμύς Άνεμος και την φέρει επάνω εις το υψηλότατον χιονοπέδιον και εξαπλώνεται εις το ισχυρόν του ηλίου φως επάνω εις τα από χιόνι σαν από πούπουλα προσκέφαλά της. Εκεί εκάθισε· και με βλέμμα ευρέως εκτεταμένον παρετήρει, κάτω εις τας βαθείας κοιλάδας, όπου οι άνθρωποι ήσαν εις άοκνον κίνησιν, όπως οι μύρμηκες επάνω εις τον από τον ήλιον λάμποντα βράχον.
— Διανοητικαί Δυνάμεις! όπως σας αποκαλούν τα Παιδιά του Ηλίου!» έλεγεν η Νεράιδα του Πάγου. «Σκώληκες είοθε! Μία κυλιομένη σφαίρα πάγου — και σεις, τα σπίτια σας, αι πόλεις σας γίνεσθε συντρίμματα, εξαφανίζεσθε!» Υψηλότερα ύψωνε την υπερήφανον κεφαλήν της και εκύτταζε κατά μήκος και κατά πλάτος με μάτια αστράπτοντα θάνατον. Αλλά επάνω από την κοιλάδα αντηχούσε κατρακύλισμα, βράχοι εξετινάσσοντο: Ανθρώπινα έργα! Οδοί και σήραγγες διά τον σιδηρόδρομον εθεμελιώνοντο.
— Παίζουν τον τυφλοπόντικον! έλεγε· «κατορύττουν διαδρόμους κάτω από την γην, και γι' αυτό αυτός ο κρότος 'σάν να πέφτουν πυροβολισμοί. Όταν εγώ μεταθέτω τας επαύλεις μου, βομβεί δυνατώτερα από το βρόντημα του κεραυνού!»
Επάνω από την κοιλάδα υψώθη καπνός και εκινείτο προς τα επάνω ως πέπλος κυμαινόμενος, κυματίζον λοφείον της ατμομηχανής, η οποία διηύθυνε εκείσε την αμαξοστοιχίαν του νεωστί ανοιχθέντος σιδηροδρόμου, αυτού του ελισσομένου όφεως, του οποίου μέλη είναι βαγόνια κοντά σε βαγόνια. Ταχεία ως βέλος επέτα προς τα εκεί η αμαξοστοιχία.
— Κάνετε τους κυρίους εκεί κάτω, σεις αι Διανοητικαί Δυνάμεις!» έλεγεν η Νεράιδα του Πάγου. «Αλλά αι Δυνάμεις της Φύσεως είναι αι κυριαρχούσαι!» Εγέλα, ετραγουδούσε και εις την κοιλάδα βρόντος ηκούετο.
— Εκεί κατρακυλίεται χιονοστιβάς!» έλεγαν οι άνθρωποι.
Αλλά τα Παιδιά του Ηλίου ακόμη δυνατώτερα ετραγουδούσαν περί της ανθρωπίνης Σκέψεως, η οποία ήτο εκεί κυρίαρχος, η οποία ζεύγει εις ζυγόν την θάλασσαν, βουνά μεταθέτει, κοιλάδας απογεμίζει· περί της ανθρωπίνης Σκέψεως η οποία είναι η κυρία επί της δυνάμεως της Φύσεως. Κατ' αυτόν τον χρόνον εις το χιονοπέδιον, όπου εκάθητο η Νεράιδα του Πάγου, ήλθεν ομάς ταξειδιωτών. Οι άνθρωποι είχαν δεθή εδώ στερεά αναμεταξύ των με σχοινιά διά να σχηματίσουν τρόπον τινά ισχυρότερον σώμα επάνω εις την ολισθηράν του πάγου επιφάνειαν, παρά το χείλος της αβύσσου.
— Σκώληκες! είπεν η Νεράιδα του Πάγου. «Σεις, οι κυρίαρχοι των Δυνάμεων της Φύσεως!» και απέστρεψε το πρόσωπον από την ομάδα και εκύτταζε κακεντρεχώς κάτω εις την βαθείαν κοιλάδα, όπου η σιδηροδρομική αμαξοστοιχία εβομβούσε διερχομένη!
— Εκεί κάθονται αύται αι Σκέψεις! κάθονται υποχείριοι εις τας Δυνάμεις της Φύσεως! Τους βλέπω και όλους και τον καθένα!
— Ένας κάθεται υπερήφανος 'σάν βασιλεύς, μόνος! Εκεί κάθονται κουβάρι! Εκεί, κοιμώνται οι 'μισοί, και όταν σταματήση ο καπνόν αποπνέων Δράκων, κατεβαίνουν έξω και πηγαίνουν τον δρόμον των! Αι Σκέψεις πηγαίνουν έξω εις τον κόσμον!» Και εγέλα.
— Εκεί κατρακυλά πάλιν μία χιονοστιβάς!» είπαν κάτω μέσα εις την κοιλάδα.
— Δεν μας φθάνει! . . . είπαν δύο, οι οποίοι εκάθηντο εις τα νώτα του καπνόν φυσώντος Δράκοντος, «δύο καρδίαι, είς παλμός» καθώς λέγουν. Ήσαν ο Ρούντυ και η Μπαμπέττα. Και ο μυλωθρός ακόμη ήτο εκεί.
— 'Σαν αποσκευή! . . . έλεγεν αυτός. «Είμαι εδώ ως το αναγκαίον προσάρτημα».
— Εκεί κάθονται οι δύο! είπεν η Νεράιδα του Πάγου. Πολλάς ορεινάς αίγας έχω συντρίψει, εκατομμύρια τριαντάφυλλα των Άλπεων έχω καταλυγίσει και κατασπάσει, ούτε της ρίζες των δεν ελυπήθηκα! Τας ξεμπερδεύω και αυτάς τας Σκέψεις, τας Διανοητικάς Δυνάμεις!» και εγέλα.
— Εκεί κατρακυλά πάλιν μία χιονοστιβάς! έλεγαν κάτω μέσα εις την κοιλάδα! . . .
Η ΑΝΑΔΟΧΟΣ
Εις την πόλιν Μοντρέ, η οποία ευρισκομένη εγγύτατα μετά της Κλαράν, Βεβαί και σχηματίζει μετ' αυτών στεφάνην περί το βορειοανατολικόν μέρος της Γενεύης λίμνης, έμενε η νονά της Μπαμπέττας, η επιφανής Αγγλίς κυρία με τας θυγατέρας της και ένα νεαρόν συγγενή της. Είχον μεν φθάσει πολύ εσχάτως εκεί, αλλ' ήδη τους είχεν επισκεφθή ο μυλωθρός, διά να τους ανακοινώση τον αρραβώνα της Μπαμπέττας. Τους διηγήθη και περί του Ρούντυ και αετιδέως, περί της εις Ιντερλάκεν εσχάτως επισκέψεώς των και εν γένει όλην την ιστορίαν· και αυτή εχάρη τα μέγιστα και κατεγοητεύθη διά τον Ρούντυ και την Μπαμπέττα και ακόμη και διά τον Μυλωθρόν. Τους υπεχρέωσε λοιπόν να έλθουν χωρίς άλλο και οι τρεις εδώ· και λοιπόν ήλθαν. Η Μπαμπέττα ήθελε να ιδή την νονά της και η νονά την Μπαμπέτταν.
Παρά την πολίχνην Βιλλνεύφ, εις το άκρον της λίμνης της Γενεύης εστάθμευε το ατμόπλοιον, το οποίον εις ημισείας ώρας ταξείδιον από εδώ προς την Βεβαί προσορμίζεται κάτω του Μοντρέ. Η παραλία αυτή εψάλη υπό των ποιητών· εδώ, κάτω από της καρυδιές παρά την βαθείαν κυανοπράσινον λίμνην εκάθητο ο Βύρων και έγραφε τους μελωδικούς στίχους του περί των καθειργμένων μέσα εις το κατηφές επί των βράχων φρούριον Σιγιόν. Εκεί, όπου η Κλαράν κατοπτρίζεται με τας φιλοδάκρυας ιτέας της μέσα εις τα νερά, περιεβάδιζεν ο Ρουσσώ αναπολών την Ελοΐζαν του. Ο Ροδανός ορμά πέραν κάτω από τα υψηλά χιονοσκεπή της Σαβοΐας όρη. Εδώ, ουχί μακράν της εις την λίμνην εκβολής του κείται εν τη λίμνη νήσος μικρά· είναι τόσον μικρά, ώστε αν την βλέπη κανείς από την ακτήν, φαίνεται ως φορείον μέσα εις τα νερά. Η νήσος είναι κρηπίδωμα βράχου· τούτο προ εκατόν περίπου ετών μία κυρία περιέκλεισε γύρω με πρόχωμα από πέτρας, το εσκέπασε με χώμα και εφύτευσε τρεις ακακίας· αι ακακίαι σκιάζουν σήμερον όλο το νησάκι. Η Μπαμπέττα ήτο τελείως μαγευμένη με αυτό το τοπείον· εις τα μάτια της ήτο το ωραιότερον από όλον το ταξείδιον· εκεί επάνω έπρεπε να υπάγη κανείς, εσκέπτετο, εκεί θα ήτο θαυμασίως ωραία. Αλλά το ατμόπλοιον παρήλθε προ αυτού και προσωρμίσθη, όπως εσκόπευε, εις την Βεβαί.
Η μικρά συντροφιά από εδώ εβάδισε προς τον ανήφορον μέσα από τους λευκούς ηλιολούστους τοίχους οι οποίοι περιβάλλουν τας προ της ορεινής πόλεως Μοντρέ αμπέλους· συκαί την οικίαν του χωρικού σκιάζουν, δάφναι και κυπάρισσοι αυξάνουν εις τους κήπους. Εις το μέσον της οδού επί του όρους ήτο το οικοτροφείον, όπου έμενεν η νονά.
Η υποδοχή ήτο εγκάρδιος. Η νονά ήτο ευπροσήγορος κυρία με στρογγυλόν μειδιών πρόσωπoν ως παιδί, αληθώς υπήρξεν αυτή αληθινή κεφαλή αγγέλου του Ραφαήλ· τώρα ήτο γηραιά κεφαλή αγγέλου, περιβαλλομένη με την πλουσίως βοστρυχώδη αργυρότριχον κόμην της. Αι θυγατέρες της ήσαν κομψά, λεπτά, υψηλά λιγερά κορίτσια. Ο νεαρός εξάδελφος, τον οποίον είχον συμπαραλάβει μαζί των, ήτο από κεφαλής μέχρι ποδών λευκά ενδεδυμένος, είχε χρυσόξανθα μαλλιά και χρυσόξανθον γένειον, τόσον μεγάλον, ώστε ημπορούσε να το μοιράση εις τρεις τζέντελμαν· αυτός έδειξεν αμέσως, εις την Μπαμπέτταν μεγάλην περιποίησιν.
Βιβλία πλουσίως δεδεμένα, τετράδια μουσικής και ιχνογραφήματα ήσαν σκορπισμένα επάνω εις τηv μεγάλην τράπεζαν· η θύρα του εξώστου ήτο ανοικτή προς την λίμνην, η οποία ωραία εξετείνετο έξω και ήτο τόσον στιλπνή και ήρεμος, ώστε τα βουνά της Σοβοΐας με τας πόλεις, τα δάση και τας χιονισμένας κορυφάς των κατωπτρίζοντο μέσα ες το υδάτινον αυτό κάτοπτρον ανεστραμμένα.
Ο Ρούντυ, ο οποίος άλλοτε ήτο πάντοτε τολμηρός, ζωηρός και χωρίς συστολήν, εδώ δεν ησθάνετο τον εαυτόν του και τόσον εν ανέσει. Εκινείτο σαν να επατούσε επάνω σε ρεβίθια επί ολισθηρού εδάφους. Πώς περνούσε ο καιρός αργά, πώς περνούσε φρικτά, σαν να ευρίσκετο εις ανθρωποκίνητον Μύλον! Ήθελαν και να περιπατήσουν τώρα. Αλλά και αυτό έγινε με πολλήν νωθρότητα και με πολλήν ανίαν. Ο Ρούντυ έπρεπε να κάνη δύο βήματα εμπρός και ένα 'πίσω διά να μένη κατά το βάδισμα μαζί με τους άλλους. Έκαμαν τον περίπατόν των κάτω προς την Σιγιόν, το παλαιόν σκυθρωπόν φρούριον, το κτισμένον επάνω εις το νησάκι των βράχων, μόνον και μόνον διά να ίδουν τα μαρτυρικά σκεύη, τα νεκρικά δεσμωτήρια, της σκουριασμένες αλυσσίδες εις τους βραχώδεις τοίχους, τους διά τους εις θάνατον καταδικασμένους πετρίνους κοπάνους, τας θύρας της πτώσεως, διά των οποίων κατεκρήμνιζον τους δυστυχείς και τους διαπερνούσαν εις σιδηρούς, σουβλερούς πασσάλους διά να τους καύσουν. Ευχαρίστησιν, έλεγαν, να βλέπουν όλα αυτά τα πράγματα. Ήτο τόπος μαρτυρίου, τον οποίον το άσμα του Βύρωνος ανύψωσεν εις τον κόσμον της ποιήσεως.
Ο Ρούντυ είχε το αίσθημα, ότι ωδηγήθη αυτός εις τόπον μαρτυρίου. Εστηρίζετο εις το πλαίσιον ενός από τα μεγάλα πέτρινα παράθυρα και έβλεπε κάτω μέσα εις το βαθύ κυανοπράσινον ύδωρ και πέραν εκεί προς την μικράν νήσον με τας τρεις ακακίας· εκεί αυτός επιθυμούσε να είναι, ελεύθερος από όλην αυτήν την φλυαρούσαν συντροφιάν· αλλά η Μπαμπέττα εσυμφωνούσε με αυτήν και ήτο εκτάκτως φαιδρά. Είχε διασκεδάσει λαμπρά, έλεγε· ο εξάδελφος, ήτο καθολοκληρίαν τέλειος, εύρισκε αυτή.
— Μάλιστα, ένας καθ' ολοκληρίαν τέλειος βλάκας! έλεγεν ο Ρούντυ και ήτο η πρώτη φορά, που έλεγεν ο Ρούντυ πράγμα, που δεν ήρεσεν εις αυτήν. Ο Άγγλος της εχάρισε και ένα μικρόν βιβλίον, εις ανάμνησιν της Σιγιόν, το ποίημα του Βύρωνος: «Οι φυλακισμένοι της Σιγιόν» μεταφρασμένον εις την Γαλλικήν, διά να δυνηθή να το αναγνώση η Μπαμπέττα.
— «Το βιβλίον βέβαια είναι καλόν», είπεν ο Ρούντυ, «αλλά ο κομψοκτενισμένος νέος δεν μου αρέσει!»
— «Φαίνεται ακριβώς σαν τσουβάλι αλευριού χωρίς αλεύρι», είπεν ο μυλωθρός και εκορόιδευε με την ιδιάζουσαν ευφυολογίαν του. Και ο Ρούντυ εγέλα και έλεγε και αυτός ότι μάλιστα ακριβώς έτσι φαίνεται.
Ο ΕΞΑΔΕΛΦΟΣ
Όταν ο Ρούντυ μερικάς ημέρας βραδύτερον επεσκέφθη τον Μύλον, ηύρεν εκεί τον νεαρόν Άγγλον· η Μπαμπέττα ίσα-ίσα εσκέφθη να προσφέρη εις αυτόν βρασμένες πέστροφες, που με τα ίδια τα χέρια της της εκαρίκευσε με μαϊντανό διά να του φανούν πολύ ορεκτικαί. Αλλά αυτό δεν ήτο καθόλου αναγκαίον. Τι ήθελεν ο Άγγλος εδώ; Τι είχε να κάμη εδώ; Να φιλοξενηθή από την Μπαμπέτταν και να του δώση αυτή να φάγη και να πιη! Ο Ρούντυ ήτο ζηλότυπος και τούτο εχαροποίει την Μπαμπέτταν. Της προυξένει ευχαρίστησιν να γνωρίζη την καρδίαν του από όλες της μεριές, και της ισχυρές και της ασθενείς. Ο έρως ήτο ακόμη δι' αυτήν παιγνίδι και έπαιζε με όλην την καρδιά του Ρούντυ· και όμως — αυτό πρέπει να λεχθή — αυτός ήτο η ευτυχία της, όλη η ζωή της, η διαρκής σκέψις της, το καλύτερον και λαμπρότερον που είχεν εις τον κόσμον αλλά όσον περισσότερον εσκυθρώπαζε το βλέμμα του, τόσον περισσότερον εγελούσαν τα μάτια της· ημπορούσε να φιλήση τον ξανθόν Άγγλον με τα χρυσόξανθά γένεια, εάν κατώρθωνε με αυτό να πιάση τρέλλα τον Ρούντυ και να φύγη τρεχάτος· αυτό ίσα ίσα θα της έδειχνε πόσον την αγαπά. Αυτό δεν ήτο καλόν εκ μέρους της Μπαμπέττας, αλλά ήτο μόλις δεκαεννέα ετών. Αυτό δεν το πολυεσκέπτετο και ακόμη ολιγώτερον εσκέπτετο, ότι η συμπεριφορά του Άγγλου προς αυτήν ήτο ελαφρά και κάθε άλλο ημπορούσε να δείξη παρά εκείνο που ήρμοζε προς την τιμίαν αρραβωνιασμένην κόρην του μυλωθρού.
Ο Μύλος έκειτο εκεί, όπου η του Βεξ λεωφόρος πηγαίνει υπό τας χιονοσκεπείς βραχώδεις κορυφάς, οι οποίαι εις την εκεί τοπικήν γλώσσαν λέγονται Ντιαμπλερέτ, όχι μακράν από ορμητικόν χείμαρρον του βουνού, ο οποίος ήτο λευκόφαιος σαν κτυπημένη σαπουνάδα. Εν τούτοις δεν κινεί αυτός τον Μύλον· αλλά τον μέγαν του μύλου τροχόν, τον περιστρέφει μικρότερον ρεύμα, το οποίον καταπίπτει από των βράχων εις την άλλην του ποταμού πλευράν και διά πετρίνου προχώματος αυξάνει την δύναμιν και την ορμήν του και τρέπεται μέσα εις δεξαμενήν από δοκούς, και ως ευρύς οχετός φέρεται υπέρ τον ορμητικόν ποταμόν. Ο οχετός ήτο τόσον πλούσιος εις ύδωρ, ώστε επλημμύρει και καθίστα υγρόν και ολισθηρόν δρόμον, εάν ετύχαινε να θέλη κανείς να έλθη εις τον Μύλον ταχύτερον δι' αυτού του μέρους και αυτή η περίπτωσις έτυχε εις ένα νέον, τον Άγγλον. Λευκά ενδεδυμένος σαν εργάτης του μύλου κατά το βράδυ ανερριχάτο εκεί επάνω, οδηγούμενος από το φως, που ηκτινοβόλει από το παράθυρον του δεματίου της Μπαμπέττας. Αλλά αυτός δεν είχε μάθει να αναρριχάται και εκινδύνευσε να πέση, κατακέφαλα μέσα εις το ρεύμα· όμως την εγλύτωσε με βρεμένα μανίκια και πιτσιλισμένα τα πανταλόνια· μουσκεμένος και με ιλύν πιτσιλισμένος έφθασε κάτω από το παράθυρον της Μπαμπέττας· εδώ εσκαρφάλωσε επάνω εις την γηραιάν φιλύραν και ήρχισε να μιμήται την φωνήν της κουκουβάγιας, γιατί δεν εγνώριζε κελάιδημα άλλου πουλιού να μιμηθή. Η Μπαμπέττα ήκουσε και παρετήρησε έξω διά των λεπτών παραπετασμάτων του παραθύρου της· όταν όμως είδε τον λευκοφορεμένον άνδρα και εσκέφθη ποίος είναι, εκτυπούσε η καρδούλα της από φόβον, αλλά και από θυμόν.
Έσβυσε τάχιστα το φως, εδοκίμασε αν όλοι οι σύρται των παραθύρων ήσαν βαλμένοι, και τον άφησε τώρα να κουκουβαγιάζη και να βουίζη όσον ήθελε.
Θα ήτο φοβερόν, εάν τώρα ήτο ο Ρούντυ εις τον Μύλον. Αλλά ο Ρούντυ δεν ήτο εις τον Μύλον, όχι· όπερ ήτο χειρότερον, ήτο κάτω από την φιλύραν. Ηκούοντο δυνατά λόγοι θυμού, ημπορούσε να κτυπηθούν, ίσως και να σκοτωθούν.
Η Μπαμπέττα ήνοιξεν εν αγωνία το παράθυρον· εφώναξε το όνομα του Ρούντυ, του είπεν ότι ημπορεί να φύγη; δεν ανέχεται να μείνη του είπε.
Δεν ανέχεσαι να μείνω; εφώναξε, «είμεθα σύμφωνοι! Περιμένεις καλούς φίλους, καλυτέρους από μένα!» Ντροπή Μπαμπέττα!»
— Είσαι αποτρόπαιος! είπεν η Μπομπέττα. Σε μισώ! και έκλαιε. Φύγε, φύγε!»
Αυτό δεν το άξιζα! είπεν ο Ρούντυ και έφυγε· τα μάγουλά του ήσαν αναμμένα σαν φωτιά, η καρδιά του ήτο αναμμένη σον φωτιά.
Η Μπαμπέττα έπεσε 'στο κρεββάτι της και έκλαιε.
— Πόσον πολύ σε αγαπώ Ρούντυ! και συ μπορείς να σκεφθής κακόν για μένα»
Εξέσπασε την οργήν της και αυτό την ωφέλησε πολύ, γιατί αλλοιώς θα εγίνετο πολύ μελαγχολική· τώρα ημπορούσε να αποκοιμηθή, να κοιμηθή τον δυναμωτικόν της Αρετής ύπνον.
ΚΑΚΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ
Ο Ρούντυ κατέλιπε το Βεξ, και επήρε το δρόμο προς το σπίτι του· επήρε το βουνό προς τον καθαρόν δροσιστικόν αέρα, εκεί που εξετείνετο χάμω το χιόνι, όπου η Νεράιδα του Πάγου εκυριάρχει. Τα φυλλοφόρα δένδρα ήσαν κάτω αυτού βαθιά, και εφαίνοντο σαν να ήσαν πατατιές· οι θάμνοι εδώ επάνω εγίνοντο μικρότεροι, τα τριαντάφυλλα των Άλπεων εξεφύτρωναν πλάι- πλάι 'στο χιόνι, που ήτο στρωμένο λωρίδες, λωρίδες, όπως τα πανιά εις το πλυντήριον. Μια γαλανή γεντιανή, που ευρέθη εμπρός εις τον δρόμον του, την εζούλισε με τον υποκόπανον του όπλου του.
Ακόμη υψηλότερα επάνω εφάνησαν δύο ορειναί αίγες· του Ρούντυ τα μάτια ήστραψαν, αι σκέψεις του επήραν νέον δρόμον, αλλά δεν ήτο αρκετά πλησίον, ώστε να ημπορέση να της σημαδεύση με ασφαλές σημάδι. Ανέβη υψηλότερα επάνω, όπου τραχεία μόνον χλόη μέσα εις τους πετρίνους όγκους ηύξανεν· αι αίγαγροι επήγαιναν με άνεσιν επάνω εις το χιονοπέδιον, ετάχυνε το βήμα του. Η νεφώδης ομίχλη εβυθίζετο κατερχομένη περί αυτόν και αιφνιδίως ευρέθη προ αποκρήμνου πλευράς βράχου· ήρχισε να καταρρέη βροχή.
Ησθάνετο καυστικήν δίψαν, φλόγα εις το κεφάλι, ψύχος εις όλα τα μέλη· επήρε το κυνηγετικό του φλασκί, αλλά ήτο άδειο, δεν το είχε σκεφθή να το γεμίση, όταν ετράπη προς το βουνό επάνω. Ουδέποτε προτήτερα είχεν ασθενήσει, αλλά τώρα είχε το αίσθημα τοιαύτης καταστάσεως· ήτο κουρασμένος· ησθάνετο επιθυμίαν να κατακλιθή, πόθον να κοιμηθή, παντού όμως έπεφτε βροχή· προσεπάθησε να συνέλθη, έτρεμον και εχόρευον τα αντικείμενα εμπρός εις τα μάτια του με παράδοξον τρόπον. Τότε διέκρινε έξαφνα πράγμα, που ποτέ ακόμη δεν είχε ιδή εδώ· ένα καινούργιο χαμηλό σπίτι ήτο στηριγμένο εις τους βράχους. Εις την πόρτα εστέκετο μία νέα κόρη, που την παρωμοίαζε με την Αννέτταν, την κόρην του διδασκάλου που μια φορά την είχε φιλήσει εις τον χορόν αλλά δεν ήτο η Αννέττα· μόλα ταύτα είχε ιδή κάποτε προτήτερα το κορίτσι, ίσως εις το Γκρίντελβαλτ εκείνο το βράδυ, που από την σκοπευτικήν εις το Ιντερλάκεν εορτήν επανήρχετο,
— Πώς ευρίσκεσαι εδώ; ηρώτησε.
— Είμαι εδώ στο σπίτι, βόσκω το κοπάδι μου!
— Το κοπάδι σου!; και πού βόσκει εδώ; Εδώ μόνον χιόνι και βράχοι είναι!
— Ξέρεις πολύ, τι είναι εδώ! είπε το κορίτσι και εγέλα. «Εδώ πίσω μας, κάτω, είναι ένα λαμπρό λιβάδι! εκεί πηγαίνουν η κατσίκες μου! Της βόσκω με επιμέλειαν! καμμία δεν χάνω. Ό,τι είναι δικό μου, μένει δικό μου!»
— Είσαι θρασεία! είπεν ο Ρούντυ.
— Και συ! απήντησε το κορίτσι.
— Έχεις γάλα στο σπίτι; δώσε μου να πιω, διψώ φοβερά.
— Έχω κάτι καλύτερο από γάλα! είπε το κορίτσι· και θα σου το δώσω. Χθες ήσαν εδώ ταξειδιώται με τους οδηγούς των, ελησμόνησαν μισή μποτίλια κρασί, τέτοιο, που δεν έχεις συ ακόμη γευθή· δεν θα το πάρουν 'πίσω, εγώ δεν πίνω, πιε συ!
Και το κορίτσι έφερε το κρασί κοντά του, έχυσε μέσα σε μια ξυλίνη κούπα και την προσέφερε εις τον Ρούντυ.