WeRead Powered by ReaderPub
Η νεράιδα του Πάγου cover

Η νεράιδα του Πάγου

Chapter 19: ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΥΛΟΝ
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

Η αφήγηση παρακολουθεί την πορεία ενός αγοριού που μεγαλώνει σε ορεινή κοιλάδα μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα του και γίνεται αντικείμενο της επίδρασης ενός παγετώδους, υπερφυσικού όντος που το παραμονεύει στη ζωή του. Οι σχέσεις του με τους οικείους και ο έρωτάς του δοκιμάζονται καθώς η φύση λειτουργεί ως αδιάκοπη και ανελέητη δύναμη, και το πεπρωμένο του διαμορφώνεται από την επαφή με το ψυχρό στοιχείο. Θέματα μοίρας, σύγκρουσης ανθρώπου και φυσικών δυνάμεων και η τραγική συνέπεια της εμμονής διατρέχουν το κείμενο.

 — Αυτό είναι καλό! . . . είπεν αυτός. «Ακόμη δεν έχω δοκιμάσει κρασί σαν αυτό, που ζεσταίνει σαν φωτιά!» Τα μάτια του ακτινοβολούσαν. Ζωή, φλόγα καυστική τον επλήρωσε, κάθε μέριμνα, κάθε στενοχώρια εξητμίζετο· η παφλάζουσα, σφριγώσα ανθρωπίνη φύσις συνεταράσσετο και εκινείτο μέσα του.

 — Μα είναι η Αννέετα! . . . εφώναξε· «δώσε μου ένα φιλί!»

 — Μάλιστα! δώσε μου το ωραίο δακτυλίδι, που έχεις στο δάκτυλο.

 — Τον αρραβώνα μου;

 — Μάλιστα, ακριβώς αυτόν! . . . είπε το κορίτσι, και έχυσεν εκ νέου κρασί μέσα εις το τάσι, του το έθεσεν εις τα χείλη του και αυτός ήπιεν. Ο πόθος της απολαύσεως έρρευσε μέσα εις το αίμα του· όλος ο κόσμος του εφάνη 'δικός του, γιατί να μαραίνεται; Το παν έχει γίνει διά να το απολαύσωμεν, διά να μας κάμη ευτυχείς. Το ποτάμι της Ζωής είναι της Χαράς το ποτάμι, που η Ζωή το συμπαρασύρει εις το δικό της, αυτό είναι ευδαιμονία . . . Εκυτταζε την νέαν, ήτο η Αννέττα και μόλα ταύτα δεν ήτο· και ακόμη ολιγώτερον δεν ήτο το φάντασμα, η μυστηριώδης μορφή — όπως το έλεγεν αυτός — που συνήντησεν εις το Γκρίντελβαλτ. Το κορίτσι αυτό εδώ επάνω εις το βουνό ήτο δροσερό, 'σάν το λευκό το χιόνι, γεμάτο σφρίγος σαν το τριαντάφυλλον των Άλπεων και ταχύπους σαν το ζαρκάδι, αλλά όμως από την πλευράν του Αδάμ φιασμένο, όπως και ο Ρούντυ. Περιέβαλε με τα χέρια του την Έμμορφη, εκύτταζε μέσα εις τα παραδόξως διαυγή μάτια της· το βλέμμα αυτό ένα δευτερόλεπτον μόνον διήρκεσε και εις το δευτερόλεπτον αυτό, ναι, ποιος ημπορεί να το εξηγήση, με λόγια να το παραστήση; Η ζωή του Πνεύματος ήτο ή του Θανάτου εκείνο που τον κατέκλυζε; ανυψούτο αυτός ή εβυθίζετο μέσα εις την βαθείαν, νεκρώνουσαν παγεράν φάραγγα βαθύτερα, διαρκώς βαθύτερα; εκύτταζε τους παγετώδεις τοίχους, που ήσαν σαν κυανοπράσινο γυαλί· άπειρα βάραθρα έχαινον γύρω του και το νερό κατέσταζε κελαρύζον με ήχον σαν κουδούνισμα, και διαυγές, καταλάμπον σαν μαργαριτάρια με λευκοκυάνους μαρμαρυγάς . . . &Η Νεράιδα του Πάγου τον εφίλησε& φίλημα, που τον έκαμε να φρικά παγεράν φρικίασιν από του τραχήλου μέχρι του μετώπου· κραυγή άλγους του διέφυγε, παρέλυσε, εκλονίσθη και — έγινε νύκτα μπρος εις τα μάτια του . . . αλλά τα άνοιξε πάλιν. Κακαί Δυνάμεις τον έσυρον έρμαιόν των . . . .

Η Κόρη των Άλπεων εξηφανίσθη, εξηφανίσθη και η στεγάσασα καλύβη. Το νερό κατέρρεε κελαρύζον εις τας γυμνάς των βράχων πλευράς· χιόνι ήτο απλωμένο γύρω του. Ο Ρούντυ έτρεμεν από το ψύχος διάβροχος μέχρι δέρματος, το δακτυλίδι του είχεν εξαφανισθή, ο αρραβών του, που του το είχε βάλει η Μπαμπέττα στο δάκτυλό του. Το όπλον του ήτο χάμω μέσα στο χιόνι κοντά του. Το ανεσήκωσε, ήθελε να πυροβολήση, αυτό δεν έπαιρνε φωτιά. Υγρά, πυκνά, ως στερεοί όγκοι χιόνων σύννεφα ήσαν σωρευμένοι μέσα εις την φάραγγα. Ο Ίλιγγος εκάθητο εκεί και παρεμόνευε την άτονον άνευ των δυνάμεών της λείαν του, και κάτω εις την βαθείαν φάραγγα αντηχούσε ήχος, 'σάν να εκρημνίζετο ογκώδης βράχος ο οποίος τα πάντα συντρίβει και παρασύρει παν ό,τι τον εμποδίζει εις τη πτώσιν του.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αλλά εις τον Μύλον εκάθητο η Μμαμπέττα και έκλαιε.

Ο Ρούντυ δεν είχε φανή έξ ημέρας, αυτός, που είχε το άδικον αυτός, που έπρεπε να ζητήση συγγνώμην, που τον αγαπούσε με όλη της την καρδιά.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΥΛΟΝ


 — Τι είδους πράγμα σου είναι αυτοί οι άνθρωποι!» έλεγεν η γάτα του δωματίου εις την γάταν της κουζίνας. «Τώρα πάλιν είναι μακρυά ο ένας από τον άλλον, ο Ρούντυ και η Μπαμπέττα. Αυτή κλαίει και αυτός ούτε την σκέπτεται καθόλου.»

 — Αυτό δεν μου αρέσει, έλεγεν η γάτα της κουζίνας.

 — Ούτε και μένα! έλεγεν η του δωματίου «αλλά δεν το παίρνω κατάκαρδα! Η Μπομπέττα ημπορεί βέβαια να αρραβωνισθή με τον κοκκινογένη! Αλλά και αυτός δεν ξαναήλθε εδώ, από τότε που ήθελε να ανεβή επάνω 'στη στέγη!»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Κακαί Δυνάμεις ασκούν το παιγνίδι των γύρω μας και μέσα μας. Αυτό το είχε αντιληφθή ο Ρούντυ και είχε πολύ συλλογισθή γι' αυτό το πράγμα. Τι ήτο αυτό όλον, που είχε συμβή γύρω του και μέσα του εκεί επάνω εις το βουνό; Ήσαν άρα γε φαντάσματα ή ονείρατα πυρετού; Προτήτερα ούτε πυρετόν ούτε καμμίαν άλλην ασθένειαν είχε ποτέ γνωρίσει. Αλλά, όταν έκρινε την Μπαμπέτταν, έρριψε και ένα βλέμμα και εις το ιδικόν του εσωτερικόν. Είχεν ανιχνεύσει μέσα 'στην καρδιά του το άγριον κυνήγιον, τον θερμόν Λίβαν, που είχε στήσει εκεί την έδραν του. Θα ηδύνατο να εξομολογηθή και εις την Μπαμπέτταν το παν, να εξομολογηθή κάθε σκέψιν, η οποία ημπορούσε και να πραγματοποιηθή από αυτόν κατά την ώραν του πειρασμού; Είχε χάσει το δακτυλίδι του και ακριβώς δι' αυτής της απωλείας τον ανέκτησε αυτή. Θα ημπορούσε πάλι να του εξομολογηθή και αυτή; Του εφαίνετο ότι θα ξεσχισθή η καρδιά του, όταν την εσυλλογίζετο. Πόσαι αναμνήσεις δεν ανέβαιναν εις το κεφάλι του! Την έβλεπε σαν να εστέκετο εμπρός του πραγματική, με το σώμα της, μειδιώσα, καλόκαρδον παιδίον. Κάθε προσφιλής τρυφερά λέξις, που του είχε πη εκ της πλησμονής της καρδίας της, εισέδυσεν ως ηλιακή φωτοβολία μέσα εις το στήθος του και αμέσως το παν έγινεν εκεί μέσα φως ηλιακόν με την σκέψιν της Μπαμπέττας. Μάλιστα, να του εξομολογηθή και έπρεπε και ώφειλε.

Επήγε εις τον Μύλον, εξωμολογήθησαν· ήρχισε η Μπαμπέττα με ένα φίλημα και ετελείωσε με το ότι ο Ρούντυ ήτο αμαρτωλός. Η μεγαλυτέρα αμαρτία του ήτο, ότι ημπόρεσε να αμφιβάλλη διά την πίστιν της Μπαμπέττας· ήτο αποτρόπαιον εκ μέρους του, Τοιαύτη έλλειψις εμπιστοσύνης, τοιαύτη βιαιότης ημπορούσε και τους δύο να κρημνίση εις την δυστυχίαν. Ναι, βέβαια, ημπορούσε! Γι' αυτό του έκαμε η Μπαμπέττα ένα μικρό κήρυγμα, το οποίον και αυτήν την ιδίαν εφαίδρυνε και το εστόλισε και ευχάριστα· μόλα ταύτα είχε και ο Ρούντυ εις έν σημείον δίκαιον: ο ανεψιός της νονάς της Μπαμπέττας ήτο βλαξ, ήθελε να κάψη και το βιβλίον, που της είχε αυτός χαρίσει, και δεν ήθελε η Μπαμπέττα να κρατήση το ελάχιστον, που θα της έφερε την ανάμνησίν του.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

 — Τώρα επέρασεν εκείνο! είπεν η γάτα του δωματίου· «ο Ρούντυ είναι πάλιν εδώ, εννούνται αναμεταξύ των, και αυτό είναι, λέγουν, ευτυχία.»

 — Εγώ πάλι άκουσα αυτή την νύκτα από τους ποντικούς, είπεν η γάτα του μαγειρείου, «ότι η μεγαλύτερα ευτυχία είναι να τρώγουν το ξυγκοκέρι και να αισθάνωνται την γεύσιν του τσαγκού λίπους· ποίον να πιστεύση κανείς, τους ποντικούς ή τους ερωτευμένους;

 — Κανένα από τους δυο . . . είπε η γάτα του δωματίου· «αυτό πάντοτε είναι το ασφαλέστατον! . . .»

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η μεγαλυτέρα ευτυχία του Ρούντυ και της Μπαμπέττας η ωραιοτέρα ημέρα, όπως την έλεγαν αυτοί, η ημέρα του γάμου των, ήτο εγγύς εμπρός των.

Όπως δήποτε ούτε εις την εκκλησίαν εις το Βεξ, ούτε εις τον Μύλον θα εγίνετο η τελετή του γάμου· η νονά ήθελε να τελεσθή ο γάμος εις το σπίτι της και η στεφάνωσις να γίνη εις την ωραίαν μικράν εκκλησίαν του Μοντρέ. Ο Μυλωθρός επέμεινε και αυτός και ούτω εξετελέσθη αυτή η επιθυμία, αυτός μόνον ήξευρε τι επεφύλαττεν η νονά διά τους νεονύμφους. Θα τους έδιδε γαμήλιον δώρον, που θα ήτο βέβαια αντάξιον της εις την θέλησίν της ευπειθείας των. Η ημέρα είχε καθορισθή· ήδη αφ' εσπέρας θα εταξείδευον εις Βιλλνεύβ διά ν' ανεβούν με το αμάξι την αμέσως επιούσαν πρωίαν· πολύ ενωρίς εις το Μοντρέ διά να κοσμήσουν την νύμφην αι θυγατέρες της νονάς.

 — Βέβαια θα δώσουν και εδώ 'στο σπίτι συμπόσιον διά τον γάμον, είπεν η γάτα του δωματίου. «Αν όμως δεν δώσουν, τότε ούτε ένα μιάου δεν θα βγάλω για όλην αυτήν την ιστορίαν.»

 — Εδώ, να λέγεται, θα γίνη συμπόσιον! είπε η γάτα της κουζίνας. «Εσφαχθήκανε πάπιες, επελεκηθήκανε περιστέρια και ένα ολόκληρο πλατώνι κρέμεται 'στον τοίχον. Με γαργαλάνε τα γούλια μου, όσο τα συλλογίζομαι! Αύριον πια αρχίζει το ταξείδι!»

 — Μάλιστα, αύριον! Αυτή τη βραδυά εκάθισε ο Ρούντυ και η Μπαμπέττα για τελευταίαν φοράν εις τον Μύλον ως αρραβωνιασμένοι.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Έξω ήσαν ροδισμέναι αι Άλπεις, οι εσπερινοί της εκκλησίας κώδωνες εσήμαιναν, αι θυγατέρες του Ηλίου ετραγουδούσαν: «Ας συμβή το καλύτερον».

ΝΥΚΤΕΡΙΝΑΙ ΕΝ ΟΝΕΙΡΩ ΜΟΡΦΑΙ


Ο Ήλιος είχε δύσει, τα σύννεφα κατέβαιναν βυθιζόμενα εις την κοιλάδα του Ροδανού, ανάμεσα εις τα υψηλά βουνά· άνεμος εφύσα μεσημβρινός· άνεμος εξ Αφρικής πνέων εφέρετο υπέρ τας υψηλάς Άλπεις. Λίβας, όστις διέσπα τα σύννεφα και όταν ο άνεμος διερχόμενος πέραν αυτών εκόπαζε, εγίνετο μίαν στιγμήν γαλήνη.

Τα διεσπασμένα σύννεφα εκρέμαντο εις φανταστικά σχήματα και ανάμεσα εις τα δασόφυτα όρη, και επάνω από το σπεύδον του Ροδανού ρεύμα· εκρέμαντο σχηματισμένα εις Μορφάς ομοίας με τα θαλάσσια ζώα του πρωτογενούς κόσμου, όμοια με τον πτερυγίζοντα αετόν του αέρος με τους πηδώντας του έλους βατράχους· κατέβαινον επάνω εις τον ορμητικόν χείμαρρον, εταξείδευαν επάνω εις αυτόν και μόλα ταύτα έπλεον εις τον αέρα. Ο Χείμαρρος συμπαρέφερε κάποιο ξερριζωμένον έλατον και εις το νερό εσχηματίζοντο εμπρός στρεφοδινούμενοι κύκλοι· ήτο ο Ίλιγγος, περισσότεροι του ενός, εκείνοι που στροβιλίζουν επί του εν παφλασμώ χωρούντος Χειμάρρου· η σελήνη εφώτιζε το σωριασμένο επάνω εις τας κορυφάς των ορέων χιόνι, εφώτιζε και τα ζοφερά δάση και τα λευκά παραδοξόσχημα σύννεφα, τας νυκτερινός Μορφάς, τα Πνεύματα των Δυνάμεων της φύσεως· ο κάτοικος του βουνού τα έβλεπε μέσα από τα τζάμια των παραθύρων του· έπλεον εκεί κάτω αγεληδόν εμπρός από την &Νεράιδα του Πάγου.&

Αυτή είχεν εξελίξει από την επαυλίν της, τον Παγώνα· εκάθητο επάνω εις εύθραστον πλοίον, επάνω εις το ξερριζωμένον έλατον· το νερό του Παγώνος την έφερεν επί του ρεύματος προς τα κάτω έως την ανοικτήν λίμνην.

 — Οι διά τον γάμον ξένοι έρχονται, ηκούετο ένας ψιθυρισμός και ένα άσμα μέσα εις τον αέρα και εις το νερό.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Πρόσωπα έξω, Πρόσωπα μέσα. Η Μπαμπέττα ωνειρεύετο παράδοξον όνειρον.

Της εφάνη σαν να ήτο νυμφευμένη με τον Ρούντυ και μάλιστα από πολλών ετών ότι αυτός ήτο εις το κυνήγιον, και αυτή εις το σπίτι, εις την κατοικίαν της, και ότι εκεί εκάθητο ο Άγγλος, ο χρυσόξανθος γενειοφόρος κοντά της! Τα μάτια του ήσαν τόσον θερμά και εύγλωττα, τα λόγια του γοητευτικά! Της έτεινε το χέρι και αυτή τον ηκολούθησε! Εβάδισαν μακρυά από το σπίτι, διαρκώς μακρύτερα! Η Μπαμπέττα ησθάνετο σαν να είχε εις την καρδιά της βάρος, που εγίνετο όλο και βαρύτερον· ήτο η ενοχή προς τον Ρούντυ, ενοχή προς τον Θεόν· αιφνιδίως έμεινεν εγκαταλελειμμένη· τα ενδύματά της ήσαν ξεσχισμένα από τα αγκάθια, τα μαλλιά της άρχισαν ν' ασπρίζουν, εν τη οδύνη της εκύτταξε προς τα επάνω και είδε εις το χείλος του βράχου τον Ρούντυ. Εξέτεινε τον βραχίονά της προς αυτόν, αλλά δεν ετόλμησε να του φωνάξη, δεν ετόλμησε να τον παρακαλέση! Αλλά και δεν θα την ωφέλει καθόλου, διότι αμέσως ανεκάλυψε, ότι δεν ήτο αυτός, αλλά μόνον το κυνηγετικόν του ένδυμα και ο σκούφος του, που εκρέμοντο επάνω εις το ορεινό ραβδί του, που τοποθετούν οι κυνηγοί κατ' αυτόν τον τρόπον διά να εξαπατήσουν τας αιγάγρους! Και εν απείρω οδύνη εθρήνει η Μπαμπέττα: «Ω! ας επέθαινα καν κατά την ημέραν του γάμου μου, την ευτυχεστέραν μου ημέραν! Θεέ μου τούτο θα ήτο έλεος, μεγάλη ευτυχία! Αυτό θα ήτο το άριστον, που ημπορούσε να συμβή δι' εμέ και διά τον Ρούντυ! Κανείς δεν γνωρίζει το μέλλον του.» Και εν οδύνη ανοσία εκρημνίσθη εις το βαθύ του βράχου βάραθρον.

 — Μία χορδή έσπασε, πένθιμος τόνος αντήχησε!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Μπαμπέττα εξύπνησε, το όνειρον παρήλθε και εξηφανίσθη, αλλά είχε αυτή την συναίσθησιν, ότι κάτι φοβερόν είχεν ονειρευθή περί του Άγγλου, τον οποίον από πολλών μηνών δεν τον είχε ιδή, τον οποίον δεν είχε καν σκεφθή.

Άρα γε μήπως ευρίσκετο εις το Μοντρέ; μήπως θα ετύχαινε να συναντηθούν εις τον γάμον; Μικρά σκιά ωλίσθησεν εις το λεπτόν στόμα, τα φρύδια της συνεσπάσθησαν. Αλλά αμέσως ήλθεν ο γέλως εις τα χείλη, χαράς ακτίνες ετοξεύθησαν από τα μάτια της, έξω έλαμπεν ο ήλιος τόσον ωραίος και αύριον ήτο ο γάμος αυτής και του Ρούντυ.

Ο Ρούντυ ήτο ήδη εις το δωμάτιον, όταν εισήλθεν η Μπαμπέττα, και μετ' ολίγον μετέβησαν εις Βίλλνευβ.

Και οι δυο ήσαν ευτυχέστατοι και ο Μυλωθρός επίσης εγέλα και ακτινοβολούσεν εις ευθυμίαν: καλός πατήρ ήτο αυτός και ψυχή λαμπρά.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

 — Τώρα είμαστε οι κύριοι εδώ μέσα εις το σπίτι! έλεγε η γάτα του δωματίου.

ΤΕΛΟΣ


Δεν είχεν ακόμη βραδυάσει, όταν οι τρεις εύθυμοι άνθρωποι έφθασαν εις Βιλλνεύβ και εκεί εγευμάτισαν. Ο Μυλωθρός εκάθισε εις την πολυθρόνα, εκάπνισε την πίπα του και επήρε ένα υπνάκο. Οι νεαροί μελλόνυμφοι επήγαν έξω εις την πόλιν μπράτσο και εβάδισαν την αμαξιτήν οδόν κάτω από τους καταφύτους με χαμόδενδρα βράχους, παρά την κυανοπράσινον βαθείαν λίμνην. Η σκυθρωπή Σιγιόν κατώπτριζε τους φαιούς τοίχους της και τους βαρείς της πύργους εις την διαυγή κυματωγήν· η μικρά νήσος με τας τρεις ακακίας έκειτο πλησιέστερα· εφαίνετο 'σάν ανθοδέσμη μέσα εις την λίμνην.

 — Θα είναι μαγεία εκεί!» είπεν η Μπαμπέττα. Πάλιν είχε μεγίστην όρεξιν να μεταβούν εκεί και αυτός ο πόθος ημπορούσε ομοίως να πραγματοποιηθή· εις την όχθην ήτο κάποιο ακάτιον, εύκολον ήτο να λύσουν το σχοινί, με το οποίον ήτο δεμένο, κανένα δεν έβλεπαν να τον παρακαλέσουν να τους δώση την άδειαν να το μεταχειρισθούν, και έτσι συντόμως χωρίς διαδικασίαν επήραν το ακάτιον· ο Ρούντυ μάλιστα ήξευρε να μεταχειρίζεται τα κουπιά.

Τα κουπιά σαν φτερούγες ψαριού ήγγιζαν το νερό, που υπεχώρει, το νερό, που τόσον εύκαμπτον και όμως τόσον ισχυρόν είναι, που έχει ράχην διά να φέρη επάνω του και φάρυγγα διά να καταπίνη, που ηπίως μειδιά, που αυτήν την μαλακότητα αλλά όμως και τον φόβον ενσταλλάζει, που είναι ικανόν να κατασυντρίψη. Αφρίζων αύλαξ εσχηματίζετο 'πίσω από το ακάτιον, το οποίον εις ολίγα λεπτά έφθασε με τους δύο πέρα εις το νησάκι όπου απεβιβάσθησαν. Το νησάκι είχε χώρον διά να χορεύσουν μόνον δύο άνθρωποι.

Ο Ρούντυ έσυρε την Μπαμπέτταν δυο τρεις γύρους· κατόπιν κρατούμενοι από το χέρι εκάθησαν εις τον μικρόν πάγκον υπό τους κρεμαμένους των ακακιών κλάδους, εκυττάζοντο εις τα μάτια, ενώ το παν γύρω των ηκτινοβόλει μέσα εις την ανταύγειαν του δύοντος ηλίου. Τα δάση των ελάτων επάνω εις τα βουνά εχρωματίζοντο με ιώδη και ρόδινα χρώματα, σαν να ήσαν θάλλουσα ερείκη, και όπου έπαυαν τα δένδρα και επρόβαλλε το πέτρωμα, έλαμπε φλογισμένο, σαν να ήσαν διαφανείς οι βράχοι· τα σύννεφα εις τον ουρανόν έλαμπον σαν κόκκινη φωτιά και φλέγων χρυσός· όλη η λίμνη ήτο ως δροσερόν ροδισμένον φύλλον τριανταφύλλου. Βαθμηδόν ανέβησαν αι σκιαί επάνω προς τα χιονοσκεπή της Σαβοΐας όρη και αυτά εχρωματίσθησαν βαθυκύανα, ενώ μόνον η υψηλοτέρα κορυφή έλαμπε σαν ερυθρά λάβα, έδειξαν μίαν στιγμήν της ιστορίας της μορφολογίας των, όταν οι όγκοι ούτοι διάπυροι υψώθησαν από τον κόλπον της γης και δεν είχον ακόμη καταψυγή . . . Ο Ρούντυ και η Μπαμπέττα εξέφρασαν, ότι δεν είχαν ακόμη ιδεί τοιούτον &ρόδισμα των Άλπεων&. Τα χιονοσκεπή όρη Νταν ντι μιντί είχον λάμψιν ομοίαν του δίσκου της πανσελήνου, όταν αυτή τον ορίζοντα αναβαίνη.

 — Πόση ωραιότης! πόση ευτυχία! έλεγαν και οι δύο.

 — Η γη δεν έχει να μου δώση τίποτε περισσότερον, έλεγεν ο Ρούντυ. «Μία τέτοια βραδιά είνε ολόκληρη ζωή! Πόσες φορές ρεμβάζων ησθάνθην την ευτυχίαν μου, όπως τώρα την αισθάνομαι εις την πραγματικότητα και εσκεπτόμην ότι και αν το παν εκείνην την στιγμήν ετελείωνε, όμως πόσον ευτυχής θα είχα ζήσει! . . . και η ημέρα ετελείωνε, αλλά νέα ήρχιζε, και μοι εφαίνετο ακόμη ωραιότερα! Πόσον ευλογημένος είναι αυτός ο κόσμος! Πόσον απείρως καλός είναι ο Θεός, Μπαμπέττα!».

 — Είμαι αληθώς εγκαρδίως ευτυχής! είπεν εκείνη.

 — Η γη δεν μου επιφυλάσσει περισσότερον! εφώναξε ο Ρούντυ. Και οι εσπερινοί κώδωνες ήχουν από τα όρη της Σαβοΐας, από τα όρη της Ελβετίας και προς την δύσιν υψούτο μέσα εις χρυσήν λάμψιν το βαθυκύανον όρος Ιούρας.

 — Ο Θεός να σου δώση το λαμπρότερον και κάλλιστον, είπεν η Μπαμπέττα, με γλυκύτητα και τρυφερότητα.

 — Αυτό θα το κάμη! είπεν ο Ρούντυ. «Αύριον θα το έχω! αύριον είσαι εντελώς 'δική μου! η δική μου, γλυκειά μου γυναίκα!»

 — Το ακάτιον! εφώναξεν αιφνιδίως η Μπαμπέττα.

Το ακάτιον, το οποίον έπρεπε να τους επαναφέρη, ελύθη και απεμακρύνθη από το νησάκι.

 — Θα το επαναφέρω! είπεν ο Ρούντυ. Έρριψε το ένδυμά του από επάνω του, έβγαλε τα υποδήματά του, επήδησεν εις την λίμνην και εκολύμβα με ισχυρά κολυμβήματα προς το ακάτιον.

Ψυχρόν και βαθύ ήτο το διαυγές κυανοπράσινον παγερόν ύδωρ από τον Παγώνα των βουνών. Ο Ρούντυ εκύτταζε κάτω μέσα εις τα νερά· έν και μόνον βλέμμα και του εφάνη σαν να έβλεπε χρυσό δακτυλίδι να κυλίεται, να λάμπη, να σπινθηροβολή και να παίζη· του ήλθεν εις τον νουν του ο αρραβών του, και το δαχτυλίδι εγίνετο μεγαλύτερον, ηυρύνθη εις σπινθηροβολούντα κύκλον και μέσα εις αυτόν έλαμπεν ο διαυγής Παγών. Βαθέα βάραθρα ήσαν με χάσκοντα στόματα γύρω, και το νερό έσταζε ηχούν σαν αρμονική κωδωνοκρουσία και λάμπον με λευκοκυάνους φλόγας . . . Εν μια στιγμή είδε αυτός ό,τι ημείς με πολλά λόγια πρέπει να εκφράσωμεν. Νεαροί κυνηγοί και νεάνιδες, άνδρες και γυναίκες, που κάποτε μέσα εις τα βάραθρα του Παγώνος κατεβυθίσθησαν, ίσταντο εκεί ζωντανοί με ανοικτόν και διεσπασμένον εις γέλωτα στόμα, και βαθιά αποκάτω ήχουν οι κώδωνες εκκλησιών πόλεων, που κατεποντίσιθησαν· το Κοινόν ήτο γονατισμένον κάτω από τον θόλον της εκκλησίας, ράβδοι πάγου εσχημάτιζον τους φωνητικούς του εκκλησιαστικού οργάνου αυλούς, ο χείμαρρος του βράχου το έκρουε: Η &Νεράιδα του Πάγου& εκάθητο επάνω εις τον πυθμένα, ανυψώνετο επάνω προς τον Ρούντυ, εφιλούσε τους πόδας του και παγετώδης ψυχρά φρίκη θανάτου διέτρεχε τα μέλη του, ηλεκτρικός κλονισμός.

 — Πάγος και Πυρ συγχρόνως. Δεν κάμνει κανείς διάκρισιν μεταξύ αυτών κατά την βραχείαν επαφήν.

 — «Δικός μου! 'δικός μου!» ήχει γύρω του και μέσα του! «Σε εφίλησα, όταν ήσο μικρός, σε εφίλησα εις το στόμα! Τώρα σε φιλώ εις τα δάκτυλα των ποδών σου και της πτέρνες σου! Είσαι όλος 'δικός μου».

Και εξηφανίσθη εις τα διαυγή κυανά νερά.

Το παν ήτο ήρεμον: οι κώδωνες των εκκλησιών εσίγησαν, οι τελευταίοι ήχοι εξηφανίσθησαν μαζί με την λάμψιν των ερυθρών νεφών.

 — Δικός μου είσαι! ήχει εις το βάθος. Είσαι δικός μου!» ήχει εκ του ύψους, εκ του Απείρου! . . .

Θείον! από αγάπης εις αγάπην, από της γης εις τον ουρανόν να πετάξη κανείς. Μία χορδή έσπασε, πένθιμος ήχος ήχησε.

Το παγερόν φίλημα του θανάτου ενίκησε το εφήμερον. Το προανάκρουσμα ετελείωσε, διά να δυνηθή να αρχίση το όραμα της ζωής, η δυσαρμονία διελύθη αντικατασταθείσα εν τη αρμονία. Καλείς τούτο πένθιμον ιστορίαν;

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η καϋμένη η Μπαμπέττα! Ήτο εις ανέκφραστον αγωνίαν. Το ακάτιον επροχώρει διαρκώς μακρύτερα. Κανείς εις την ξηράν δεν ήξευρεν, ότι το ζεύγος των μνηστευμένων είχε μεταβή εις την μικράν νήσον. Τα σύννεφα επυκνούντο βιθυζόμενα, η βραδυά ήτο σκοτεινή. Μόνη, άπελπις, θρηνούσα ήτο εκεί. Θύελλα εκρέμετο επάνω της, η μία αστραπή διεδέχετο την άλλην και έλαμπεν υπέρ τον Ιούραν, υπέρ την Ελβετίαν και υπέρ την Σαβοΐαν· από παντού ετοξεύετο αστραπή επί αστραπής και αι βρονταί εκυλίοντο η μία μετά την άλλην συγκρουόμεναι επί δευτερόλεπτον. Αι αστραπαί είχον συχνά λάμψιν ηλίου και έβλεπε κανείς το κάθε αμπέλι, όπως τo βλέπει και το μεσημέρι, αλλά αμέσως εκαλύπτετο πάλιν το παν μέσα εις το σκοτάδι. Αι αστραπαί σχημάτιζαν φιόγκους, γραμμάς ελικοειδείς και τεθλασμένας, εμπηγνύοντο γύρω γύρω μέσα εις την λίμνην, έλαμπον από παντού και η Ηχώ ηύξανε των βροντών τον κρότον . . . Εις την ξηράν έσυραν τα ακάτια εις την ακτήν. Ό,τι, έχει ζωήν ζητεί προστασίαν! Τώρα κατέπιπτον κρουνοί βροχής . . . . . . . .

 — Πού να είναι τέλος πάντων ο Ρούντυ και η Μπαμπέττα με αυτήν την τρικυμίαν; είπεν ο Μυλωθρός.

Η Μπαμπέττα εκάθητο με σταυρωμένα τα χέρια, με κεκλιμένην την κεφαλήν επί του στήθους άφωνος εκ λύπης· έκλαιε, δεν εθρήνει πλέον!.

 — Μέσα εις το βαθύ νερό! έλεγε μέσα της. Είναι κάτω βαθιά, σαν κάτω από τον Παγώνα!

Εις την σκέψιν της ανέβη, τι είχε διηγηθή ο Ρούντυ περί του θανάτου της μητρός του, τι περί της σωτηρίας του, όταν πτώμα τον είχαν ανασύρει έξω από την χαράδραν του Παγώνος.

&«Η Νεράιδα του Πάγου τον επανέκτησε πάλιν».&

Αστραπή έλαμψε, που με την λάμψιν της ετύφλωνε, όπως η λάμψις του ηλίου επάνω εις το λευκό χιόνι. Η Μπαμπέττα ανετινάχθη. Η λίμνη αυτήν τη στιγμήν υψώθη ως καταλάμπων Παγών, η Νεράιδα του Πάγου ίστατο εκεί ηγεμονική, κυανωπώς ωχρά, λάμπουσα, και εις τους πόδας της εκείτο εκτάδην &το πτώμα του Ρούντυ&: «Δικός μου!» έλεγε, και πάλιν γύρω έγινε σκότος, κυλιόμενοι κρουνοί.

 — Τι άσπλαγχνος!» εθρήνει η Μπαμπέττα. «Διατί λοιπόν να αποθάνη, όταν εχάραζε η ημέρα της ευτυχίας; Θεέ μου! φώτισε τον νουν μου! Φώτισε μέσα την καρδίαν μου! Δεν εννοώ τας οδούς Σου! Παραπλανώμαι πανταχόθεν ερευνώσα τας αποφάσεις της Παντοδυναμίας και Σοφίας Σου!»

Και ο Θεός εφώτισε τα ενδόμυχα της καρδίας της. Αστραπή σκέψεως, ακτίς χάριτος, το όνειρον της παρελθούσης νυκτός ζωηρόν, όπως υπήρξε, την διεφώτισε· ενεθυμήθη τους λόγους της ευχής, την οποίαν εξέφρασε, τι εις αυτήν και εις τον Ρούντυ θα ήτο άριστον.

 — Αλλοίμονον εις εμέ! Ήτο τούτο της αμαρτίας το σπέρμα μέσα 'στην καρδιά μου; Το όνειρόν μου ήτο η Ζωή του Μέλλοντος, του οποίου η χορδή έπρεπε να σπάση χάριν της σωτηρίας μου; Α! η ταλαίπωρος εγώ!

Θρηνούσα εκάθητο εκεί μέσα εις το ζοφερόν της νυκτός σκοτάδι. Μέσα εις την βαθείαν ησυχίαν της εφαίνετο, ότι ηχούν ακόμη, οι λόγοι του Ρούντυ, οι τελευταίοι, που είπε εδώ: &«Περισσότερον δεν έχει η γη να μου χαρίση!»& Ήχησαν εν τη πληθώρα της χαράς του, επανελαμβάνοντο εν τη βαθεία θλίψει.

* *
*

Έτη από τότε παρήλθον. Γελά η λίμνη, γελούν αι όχθαι της· η κλιματαριά ξεπετά επάνω της χυμοβριθή, σφριγώντα σταφύλια. Ατμόπλοια με σημαίας, που κυματίζουν, τρέχουν πέρα. Διασκεδαστικά ακάτια με τα φουσκωμένα πανιά των πετούν επάνω από το υδάτινον κάτοπρον σαν λευκές πεταλούδες. Ο διά της Σιγιόν σιδηρόδρομος ήρχισε να &λειτουργή&, πηγαίνει βαθιά μέσα εις την κοιλάδα του Ροδανού. Εις κάθε σταθμόν κατεβαίνουν ξένοι, κρατούν εις τα χέρια των τους δεμένους με κόκκινον δέμα οδηγούς των και διαβάζουν, ό,τι αξιοπαρατήρητον έχουν να ιδούν. Επισκέπτονται την Σιγιόν, βλέπουν έξω εις την λίμνην το νησάκι με τας τρεις ακακίας, διαβάζουν περί του ζεύγους των μελλονύμφων, που μια βραδυά το έτος 1856 έπλευσε εκεί, περί του θανάτου του γαμβρού και: &«μόλις την ακόλουθον πρωίαν ήκουσαν από την ακτήν τας θρηνώδεις απέλπιδας κραυγάς της νύμφης».&

Αλλά ο &Οδηγός& δεν διηγείται τίποτε διά τον ήρεμον βίον, που διάγει η Μπαμπέττα κοντά εις τον πατέρα της, όχι εις τον Μύλον — εκεί τώρα μένουν άλλοι άνθρωποι — αλλά εις το ωραίο σπίτι κοντά εις τον σταθμόν του σιδηροδρόμου, που από τα παράθυρά του αυτή ακόμη κάθε βράδυ βλέπει πέρα προς της καστανιές, προς τα χιονοσκεπή όρη, όπου άλλοτε ο Ρούντυ περιεφέρετο. Βλέπει κατά το βράδυ το &ρόδισμα των Άλπεων, τα Παιδιά του Ηλίου,& να μημεριάζουν επάνω εις τα υψηλά βουνά και να επαναλαμβάνουν το άσμα του οδοιπόρου, που ο ανεμοστρόβιλος του παρέσυρε το επανωφόρι του, επήρε το περικάλυμα, όχι όμως και τον άνδρα.

Εδώ επάνω εις τα χιόνια των βουνών λάμψις ρόδων λάμπει· ρόδων λάμψις λάμπει και σε κάθε καρδιά, που μέσα της κατοικεί η σκέψις: «Ο Θεός αφήνει να γίνεται το δι' ημάς άριστον! Αλλά δεν μας εκδηλώνεται πάντοτε, όπως εξεδηλώθη εις την Μπαμπέτταν, εις το όνειρόν της.


1) Π. χ. Εν τω προσώπω του Savorin.