Η αυλή ήτο κενή, οι δούλοι ανεπαύοντο. Εις το ερυθρόν χρώμα του ουρανού, το οποίον επυρπόλει τον ορίζοντα, και τα ελάχιστα αντικείμενα εφαίνοντο μελανά. Ο Αντίπας διέκρινε τας αλυκάς εις το απέναντι άκρον της Νεκράς θαλάσσης, αλλά δεν έβλεπε πλέον τας σκηνάς των Αράβων. Ωρισμένως θα είχον φύγει. Η σελήνη ανέτελλε και μία ανακούφισις εισέδυεν εις την καρδίαν του. Ο Φανουήλ εξηντλημένος έμενε με την σιαγόνα επί του στήθους. Τέλος ανεκοίνωσε τας σκέψεις του.
Από την αρχήν του μηνός εμελέτα τον ουρανόν πριν να εξημερώση καθ' ην στιγμήν ο αστερισμός του Περσέως ευρίσκετο εις το ζενίθ. Το Αγαλά, μόλις διεκρίνετο, το Αλαγώλ έλαμπεν ολιγώτερον, το Μηρασέτ είχεν εξαφανισθή· εξ όλων τούτων, προοιωνίζετο τον θάνατον ανδρός εξόχως σπουδαίου την ιδίαν εκείνην νύκτα εις την Μαχαιρουσίαν.
Ποίον άραγε; τον Βιτέλλιον; αλλ' εκείνος ήτο καλά προφυλαγμένος. Ούτε τον Ιωχανάν δεν θα απεκεφάλιζον. Ώστε είνε η σειρά μου εσκέφθη ο Τετράρχης.
Μήπως οι Άραβες εσκόπευον να επανέλθουν;
Ο Ανθύπατος θα απεκάλυπτε τας μετά των Πάρθων σχέσεις του. Οι έμμισθοι δολοφόνοι της Ιερουσαλήμ συνώδευον τους ιερείς. Υπό τα φορέματά των έκρυπτον εγχειρίδια, ο δε Τετράρχης ουδόλως αμφέβαλλεν διά την επιτηδειότητα του Φανουήλ.
Του ήλθεν η ιδέα να προστρέξη εις την Ηρωδιάδα. Και όμως την εμίσει. Εκείνη θα του έδιδε θάρρος. Δεν είχον δε ακόμη κοπεί όλοι οι δεσμοί των οποίων άλλοτε η γοητεία τον είχεν υποδουλώση.
Ότε εισήλθεν εις τον κοιτώνα της, κινάμωμον ελιβάνιζεν εντός πορφυρού δοχείου.
Πούδραι, αλοιφαί, αραχνοειδείς οθόναι, κεντήματα ελαφρότερα πτερών, ήσαν εσκορπισμένα εδώ και εκεί. Ο Τετράρχης δεν ανέφερε την πρόρρησιν του Φανουήλ, ούτε τους φόβους του διά τους Ιουδαίους και τους Άραβας. Θα τον ήλεγχεν ως δειλόν. Της ωμίλησε λοιπόν μόνον διά τους Ρωμαίους. Ο Βιτέλλιος δεν του ενεπιστεύθη κανέν από τα στρατηγικά του σχέδια. Τον ενόμιζε φίλον του Γαΐου διότι εσύχναζε εις τον οίκον του Αγρίππα. Ή θα τον έστελλον εις εξορίαν ή ίσως θα τον εκαρατόμουν.
Η Ηρωδιάς με περιφρονητικήν ανεκτικότητα προσεπάθησε να τον καθησυχάση.
Από έν μικρόν κιβώτιον απέσυρε έπειτα έν μετάλλιον άτεχνον φέρον την μορφήν του Τιβερίου. Τούτο ήρκει να ωχριάση τους ραβδούχους και να εξαλείψη τας κατηγορίας. Ο Αντίπας συγκινηθείς από ευγνωμοσύνην την ηρώτησε πόθεν το είχεν.
— «Μου το έδωσαν», απήντησεν. Κάτω από μίαν θυρίδα απέναντι είς γύμνος βραχίων, νέος μαγικός επροχώρησεν, ως να ήτο τορνευμένος από ελεφαντόδοντα. Με τρόπον ολίγον αδέξιον αλλά χαριτωμένον εκωπηλάτει εις τον αέρα, διά να φθάση έν υποκάμισσον λησμονημένον επί ενός σκαμνίου πλησίον του τοίχου.
Μία γραία της το έδωσε παραμερίζουσα ελαφρά τα παραπετάσματα. Ο Τετράρχης ενεθυμήθη κάτι το οποίον δεν ηδύνατο να καθαρίση ακριβώς.
— Αυτή η δούλη, είνε ιδική σου;.
— «Τι σε μέλλει;» απήντησεν η Ηρωδιάς.
Οι συμπόται επλήρουν την αίθουσαν του συμποσίου, η οποία είχε τρεις νάρθηκας ως εκκλησία, και την οποίαν εχώριζον στήλαι εκ ξύλου κέδρου με ορειχάλκινα λαξευτά κιονόκρανα. Δύο στοαί κιγκλιδωταί εστηρίζοντο υπεράνω, μία δε τρίτη με χρυσά τρίχαπτα εκυρτούτο εις το βάθος απέναντι πελωρίας αψίδος, η οποία έφθανεν από του ενός εις το άλλο άκρον της αιθούσης. Λυχνίαι πολύφωτοι λάμπουσαι επί των εις γραμμήν τοποθετημένων τραπεζών, καθ' όλον το εσωτερικόν της οικοδομής, εσχημάτιζον θάμνους πυρός μεταξύ των πηλίνων ζωγραφιστών κυπέλλων και των χαλκίνων πινακίων, εντός των οποίων σωροί σταφυλών και τεμάχια χιόνος εσχημάτιζον κύβους. Αλλ' αι ερυθραί εκείναι λάμψεις εχάνοντο διαρκώς ως εκ του ύψους της οροφής επί της οποίας καρφία χρυσά έλαμπον ως τα άστρα την νύκτα ανά μέσον των κλώνων. Από το άνοιγμα ενός μεγάλου παραθύρου διεκρίνοντο λαμπάδες επί των δωμάτων των οικιών διότι ο Αντίπας συνεώρταζε με τους φίλους του, με τον λαόν του και με όλους τους προύχοντας.
Θεράποντες, ζωηροί ως κύνες με μαλακά εις τους πόδας σανδάλια, έτρεχον γύρω εις τας τραπέζας φορτωμένοι με δίσκους. Η τράπεζα του Ανθυπάτου κατείχεν ολόκληρον την υψηλήν χρυσωμένην εξέδραν με ανάβαθρα εκ σανίδων συκομωρέας. Τάπητες της Βαβυλώνος εν είδει περιπτέρου την περιέκλειον. Τρεις κλίναι εξ ελεφαντοστού μία απέναντι και δύο εις τα πλάγια έφερον τον Βιτέλλιον, τον υιόν του και τον Αντίπαν. Ο Ανθύπατος εκάθητο προς τα αριστερά, ο Αΰλος εις τα δεξιά και ο Τετράρχης εις το μέσον. Ο Ηρώδης εφόρει μέλαινα βαρύν μανδύαν αι παρυφαί του οποίου εχάνοντο υπό τα χρωματιστά κεντήματα. Εις τα μήλα των παρειών του είχε ψιμμύθιον, το γένειον του είχε το σχήμα ριπιδίου εις δε την κόμην του την οποίαν έσφιγγε διάδημα αδαμαντοκόλλητον είχε ρίψη κυανήν κόνιν.
Ο Βιτέλλιος εκράτει το χρυσοκέντητον λωρίον του ξίφους του το οποίον κατέβαινεν εις διαγώνιον γραμμήν επί της μαλλίνης τηβέννου του. Ο Αΰλος είχε δεμένας εις τους ώμους του τας περιχειρίδας του εκ μεταξωτού κυανού με αργυράς σειράς. Οι πλόκαμοι της κόμης του εσχημάτιζαν κύματα, έν περιδέραιον εκ σαπφείρου έλαμπεν επάνω εις το στήθος του, το παχύ και λευκόν ως γυναικός. Πλησίον του επί μιας ψιάθου, με τας κνήμας οκλαδόν εκάθητο έν παιδίον το οποίον εμειδία διαρκώς. Επειδή δε εδυσκολεύετο να ενθυμηθή τον χαλδαϊκόν του όνομα το ονόμαζεν απλώς ο Ασιανός. Από καιρού εις καιρόν εξηπλούτο επάνω εις το τρικλίνιον, και οι γυμνοί του πόδες εδέσποζον της ομηγύρεως.
Από το μέρος εκείνο, εκάθηντο οι ιερείς και οι αξιωματικοί του Ηρώδου, οι πρόκριτοι της Ιερουσαλήμ και οι προύχοντες των ελληνικών πόλεων των κυβερνωμένων υπό του Ανθυπάτου· ο Μάρκελος με τους τελώνας, στενός φίλος του Τετράρχου, το προσωπικόν του Κανά, της Πτολεμαΐδος και της Ιεριχούς. Έπειτα αναμίξ ήσαν οι Ορεσίβιοι του Λιβάνου και οι γέροντες στρατιώται του Αντίπα, δώδεκα Θράκες, είς Γαλάτης, δύο Γερμανοί κυνηγοί των δορκάδων, οι ποιμένες της Ιουδαίας, ο Άρχων της Παλμύρας και οι ναύται της Εζιονγαβέρ. Καθείς είχεν έμπροσθέν του ανά έν πλακούντιον από ζύμην μαλακήν, διά να σπογγίζη τα δάκτυλά του. Οι βραχίονές των εκτεινόμενοι ως λαιμοί γυπών έσπερνον ελαίας, φιστίκια και αμύγδαλα. Όλων τα πρόσωπα ήσαν εύθυμα υπό τους ανθίνους στεφάνους. Οι Φαρισαίοι μόνοι τους απέκρουσαν· έφριξαν όταν τους εράντισαν με μύρα κατασκευασμένα προς χρήσιν των ναών. Ο Αΰλος έτριβε δι' αυτών την μασχάλην του, ο δε Αντίπας του υπεσχέθη φορτίον ολόκληρον και τρεις φιάλας εκ του αληθινού εκείνου μύρου, το οποίον έκαμε την Κλεοπάτραν να επιθυμή την Παλαιστίνην.
Είς αρχηγός της φρουράς της Τιβεριάδος ελθών κατά την στιγμήν εκείνην είχε σταθεί όπισθέν του, διά να του ομιλήση περί εκτάκτων συμβάντων. Αλλ' η προσοχή του ήτο διηρημένη μεταξύ του Ανθυπάτου και της ομιλίας η οποία εγένετο εις την πλησίον τράπεζαν. Ωμίλουν περί του Ιωχανάν και των ομοίων του. Ο Σίμων του Γιτπή εξέπλυνε τας ανομίας του εις το πυρ. Κάποιος Ιησούς . . . . «ο χειρότερος όλων» ανέκραξεν ο Ελεάζαρ, τι αγύρτης.
Όπισθεν του Τετράρχου είς άνθρωπος, ηγέρθη ωχρός ως το κράσπεδον της χλαμύδος του. Κατέβη το ανάβαθρον της εξέδρας, και καλών τους Φαρισαίους.
— Ψεύδεσθε, ο Ιησούς κάμνει θαύματα.
Ο Αντίπας επεθύμει να τον ίδη.
— Έπρεπε να τον φέρης εδώ! Τι πληροφορίας έχεις περί αυτού;
Τότε διηγήθη ότι αυτός, ο Ιακώβ, έχων μίαν κόρην ασθενή, είχεν υπάγη εις Καπερναούμ διά να παρακαλέση τον Διδάσκαλον να την θεραπεύση. Ο Διδάσκαλος απήντησεν.
«Επίστρεψον εις τον οίκον σου, η κόρη σου εθεραπεύθη». Και πράγματι επιστρέψας εύρεν αυτήν σηκωμένην από την κλίνην της, καθ' ην στιγμήν το ηλιακόν ωρολόγιον του παλατίου εσήμανε την τρίτην ώραν ήτοι την στιγμήν εκείνην ακριβώς κατά την οποίαν εκείνος επλησίασε τον Ιησούν.
Και μήπως τάχα, αντέτειναν οι Φαρισαίοι, δεν υπάρχουν εμπειρικοί και θαυματουργά βότανα; Ως και εδώ ακόμη εις την Μαχαιρουσίαν ευρίσκονται κάποτε βότανα τα οποία κάμνουν τον άνθρωπον άτρωτον. Αλλά να θεραπεύσης χωρίς να ιδής ούτε να εγγίσης, είνε πράγμα αδύνατον εκτός μόνον αν ο Ιησούς έχει συνεργόν τον Βιελζεβούλ.
Οι φίλοι του Αντίπα, οι προύχοντες της Γαλλιλαίας, επανέλαβον κινούντες την κεφαλήν.
— Χωρίς άλλο είνε συνεργία του διαβόλου.
Ο Ιακώβ όρθιος μεταξύ των τραπεζών του Αντίπα και των ιερέων εσιώπα με ύφος αγέρωχον και γλυκύ.
Οι άλλοι τον εβίαζον να ομιλήση.
— Δικαιολόγησε την δύναμίν του.
Έκυψε τους ώμους και χαμηλή τη φωνή, αργά ως φοβούμενος τον εαυτόν του.
— Δεν το ειξεύρετε λοιπόν, ότι αυτός είνε ο Μεσσίας;
Όλοι οι ιερείς παρετήρουν αλλήλους. Ο δε Βιτέλλιος ηρώτα να μάθη την σημασίαν της λέξεως. Ο διερμηνεύς εσταμάτησε προς στιγμήν, πριν να ομιλήση. Ούτως εκαλείτο ο Λυτρωτής ο οποίος θα τους έφερε όλα τα αγαθά και την κυριαρχίαν όλων των λαών. Μερικοί μάλιστα νέοι υπεστήριζον ότι έπρεπε να ελπίζουν εις δύο. Ο πρώτος θα ενικάτο από τον Γκωζ και Μαγμώζ τους δαίμονας τον βορρά, αλλ' ο άλλος θα εξωλόθρευε τον άρχοντα του κακού τον οποίον προ αιώνων ανέμενον από στιγμής εις στιγμήν.
Άμα οι ιερείς έμειναν σύμφωνοι ο Ελεάζαρ έλαβε τον λόγον.
— Εν πρώτοις ο Μεσσίας ώφειλε να είνε τέκνον του Δαυίδ και ουχί ενός τέκτονος ίνα πληρωθή η Γραφή. Αυτός ο Ναζωραίος τον προσέβαλε, και λόγος ισχυρότερος ότι έπρεπε να προηγηθή της ελεύσεως του Ηλία. Ο Ιακώβ αντέτεινεν.
— Αλλ' ο Ηλίας ήλθε.
— «Ο Ηλίας, ο Ηλίας!» απήντησαν τα πλήθη από άκρου εις άκρον της αιθούσης.
Όλοι με την φαντασίαν παρετήρουν ένα γέροντα εις την πτήσιν ενός κόρακος, τον κεραυνόν πυρπολούντα ένα ναόν, τους ειδωλολάτρας ποντίφηκας πίπτοντας εις τους χειμάρρους. Και αι γυναίκες από του ρητορικού βήματος εμνήσθησαν την γυναίκα του Σαρεπτά. Ο Ιακώβ απέκαμε να επαναλέγη ότι τον εγνώριζε. Τον είχεν ιδεί, και ο λαός τον είδε!
— Το όνομά του:
Τότε με όλην του την δύναμιν εφώναξε.
— Ιωχανάν!
Ο Αντίπας ανετράπη ως να τον εκτύπησαν κατάστηθα. Οι Σαδουχαίοι επήδησαν ως θηρία επί του Ιακώβ. Ο Ελεάζαρ εδημηγόρει διά να γίνη ακουστός. Όταν η σιωπή απεκατεστάθη, διηυθέτησε τας πτυχάς του μανδύου του και ως κριτής έκαμεν ερωτήσεις.
— «Αφού ο προφήτης απέθανεν.....» ψιθυρισμοί τον διέκοψαν. Ενόμιζον ότι ο Ηλίας μόνον εξηφανίσθη. Ωργισμένος κατά του όχλου εξηκολούθει την κρίσιν του.
— Φαντάζεσαι ότι ανεστήθη;
— «Διατί όχι;» είπεν ο Ιακώβ.
Οι Σαδουχαίοι ύψωσαν τους ώμους.
Ο Iωνάθαν ανοίγουν υπερμέτρως τους μικρούς του οφθαλμούς, προσεπάθει ως γελωτοποιός να γελάση. Ουδέν ανοητότερον από την αξίωσιν ότι το σώμα ανήκει εις την αιώνιον ζωήν.
Αλλ' ο Αΰλος είχε κύψει εις το άκρον του τρικλινίου, με το μέτωπον κάθιδρον, το πρόσωπον πράσινον και τας παλάμας επί του στομάχου.
Οι Σαδουχαίοι προσεποιούντο ότι είχον συγκινηθεί πολύ. Την επαύριον τους απέδωκε το δικαίωμα του ιερωθύτου· ο Αντίπας εδείκνυε απελπισίαν, ο Βιτέλλιος έμεινεν απαθής. Αι θλίψεις του εν τούτοις ήσαν μεγάλαι· εξ αιτίας του υιού του εκινδύνευε να χάση την περιουσίαν του.
Μόλις ο Αΰλος έπαυσε να κάμη εμετόν και ηθέλησε να φάγη πάλιν.
— Να μου δώσουν μαρμαρόκονιν σχιστόλιθον της Νάξου, νερό της θαλάσσης ότι κι' αν είνε, να πάρω έν λουτρόν;
Ετραγάνισεν έν τεμάχιον χιόνος, έπειτα, διστάζων μεταξύ ενός τριβλίου κρέατος και ροδίνων κοσσύφων επροτίμησε το γλύκισμα με κολοκύνθην. Ο Ασιανός τον εθαύμαζεν. Η ευκολία εκείνη με την οποίαν κατεβρόχθιζε τα διάφορα εδέσματα εσήμαινεν ον εξαίσιον και από υψηλόν αίμα.
Έφερον νεφρά ταύρου, μυοξούς, αηδόνας, περικόμματα κρέατος εντός φύλλων αμπέλου. Οι ιερείς εφιλονείκουν περί της Αναστάσεως. Ο Αμμώνιος, ο μαθητής του Φίλωνος του Πλατωνικού την έκρινε βλακώδη, και το έλεγεν εις τους Έλληνας οι οποίοι περιέπαιζον τους χρησμούς. Ο Μάρκελλος και ο Ιακώβ είχον λάβη μέρος εις την ομιλίαν. Ο πρώτος διηγείτο εις τον δεύτερον την χαράν την οποίαν είχεν αισθανθή κατά το βάπτισμα του Μιθρά, και ο Ιακώβ τον προέτρεπε ν' ακολουθήση τον Ιησούν. Ο οίνος του φοίνικος και της ταμαρίνης έρρεεν από τους αμφορείς εις τα κύπελλα, και από τα κύπελλα εις τους λάρυγγας. Τα στόματα εφλυάρουν, αι καρδίαι ηυθύμουν. Ο Ιωακείμ αν και Ιουδαίος, δεν έκρυπτε πλέον την προς τα άστρα λατρείαν του. Είς έμπορος εξ Αφακά έκαμε τους νομάδας να χάσκουν, διηγούμενος λεπτομερώς τα θαυμάσια του ναού της Ιεραπόλεως. Και ηρώτων πόσα θα εστοίχιζεν η αποδημία εκείνη. Άλλοι έμενον πιστοί εις την γεννέθλιον θρησκείαν. Είς Γερμανός σχεδόν τυφλός, έψαλεν ένα ύμνον, εξυμνών τα ακρωτήρια εκείνα της Σκανδιναβίας, όπου αι μορφαί των Θεών εμφανίζονται εις ακτινοβόλον φωτοστέφανον. Και οι άνδρες της Σιχέμ δεν έφαγον τας τρυγόνας, προτιμώντες τας περιστεράς μετ' αζύμων.
Πολλοί συνωμίλουν όρθιοι εν μέσω της αιθούσης· ο αχνός των αναπνοών με τον καπνόν των πολυελαίων εσχημάτιζεν ομίχλην εις τον αέρα. Ο Φανουήλ διέβη από το έν εις το άλλο παράθυρον. Επήγαινε πάλιν να μελετήση τα άστρα, αλλά δεν επλησίαζε τον Τετράρχην φοβούμενος μήπως κηλιδωθεί δι' ελαίου, διότι τούτο διά τους Εσσηνίους εθεωρείτο ως μέγας μολυσμός.
Κτύποι ηκούσθησαν εις την πύλην του φρουρίου. Εγνώριζον ότι ο Ιωχανάν εκρατείτο εκεί δέσμιος. Άνδρες φέροντες πυρσούς ανημμένους ανερριχώντο επί της ατραπού. Η χαράδρα ήτο γεμάτη από ένα μελανόν όγκον και οι άνδρες εβρυχώντο εκ διαλειμμάτων.
Ιωχανάν, Ιωχανάν.
— Κάμνει άνω κάτω τον κόσμον, είπεν ο Ιωνάθαν.
— Αν εξακολουθήση αυτή η κατάστασις δεν θα έχομεν πλέον χρήματα, εβόουν οι Φαρισαίοι.
Κατακραυγαί ηκούοντο.
— Υπερασπίσου μας!
— Δόσ' ένα τέλος εις αυτό το ζήτημα!
— Αφίνεις απροστάτευτον την θρησκείαν.
— Άνομε, ως όλοι οι Ηρώδαι!
— «Ολιγώτερον υμών», απεκρίθη ο Αντίπας. «Ο πατήρ μου έκτισε τον ναόν σας!»
Τότε οι Φαρισαίοι, οι υιοί των προγεγραμμένων και οι οπαδοί του Ματαθία, κατηγόρουν τον Τετράρχην διά τα εγκλήματα της οικογενείας του.
Είχον κρανία ωοειδή, γένειον ανορθωμένον, χείρας ισχνάς και ασχήμους, μέτωπον πλατύ, οφθαλμούς χονδρούς και στρογγυλούς με όψιν μολοσσών.
Δώδεκα γραμματείς και υπηρέται των ιερέων, τρεφόμενοι από τα λείψανα των θυσιών, ώρμησαν κατά της εξέδρας και με μαχαίρας ηπείλουν τον Ηρώδην, ο οποίος εδημηγόρει προς αυτούς εν ώ οι Σαδουχαίοι τον υπερησπίζοντο νωθρώς. Ο Αντίππας παρετήρησε τον Μαναή και του έκαμε νεύμα να φύγη, εν ώ ο Βιτέλλιος με την στάσιν του εδείκνυεν ότι αυτά τα πράγματα δεν τον ενδιέφερον.
Οι Φαρισαίοι καθήμενοι επί των τρικλινίων των εμαίνοντο ως δαιμονισμένοι. Συνέτριβον τα πινάκια τα οποία είχον έμπροσθέν των. Τους είχον δώσει να φάγουν τα ονομαστά ορεκτικά του Μαικήνα, από άγριον όνον, έν κρέας ακάθαρτον.
Ο Αΰλος τους εχλεύαζε διά την κεφαλήν του ονάγρου την οποίαν έλεγεν ότι εσέβοντο, αρχίσας και άλλους σαρκασμούς διά την προς τους χοίρους αποστροφήν των, διότι ως φαίνεται τα χονδροειδή ταύτα ζώα είχον φονεύσει τον Βάκχον των, ηγάπων δε και τον οίνον, αφ' ότου είχον ανακαλύψει εντός του ναού έν χρυσούν κλίμα αμπέλου.
Οι ιερείς δεν ηννόουν τους λόγους εκείνους, ο δε Φοινίας, Γαλιλαίος την καταγωγήν, ηρνείτο να τους μεταφράση. Ο Αΰλος έγινεν έξω φρενών, μάλιστα όταν έμαθεν ότι ο Ασιανός καταληφθείς υπό φόβου, είχε γίνη άφαντος. Τα φαγητά δεν του ήρεσκον, τα εύρισκεν αηδή και απεριποίητα. Ησύχασε δε μόνον όταν είδε τας ουράς των Συριακών προβάτων, αι οποίαι ήσαν παχύταται.
Ο χαρακτήρ των Ιουδαίων εφαίνετο ειδεχθής εις τον Βιτέλλιον. Ο Θεός των πολύ πιθανόν να ήτο ο Μολώχ του οποίου ναούς είχε συναντήσει καθ' οδόν.
Και του επανήλθον εις την μνήμην αι θυσίαι των παιδίων, με την ιστορίαν του ανθρώπου τον οποίον επάχυνον μυστικά.
Η λατινική καρδία του ανεστατούτο από αηδίαν διά την μισαλλοδοξίαν των, την λύσσαν των διά τας αγίας εικόνας, τα τερατώδη των σκάνδαλα.
Ο Ανθύπατος ήθελε να φύγη. Ο Αΰλος ηναντιώθη. Με τον μανδύαν ερριμμένον επί των γόμφων, εκυλίετο όπισθεν ενός σωρού τροφίμων τα οποία, αν και είχε χορτάσει υπερμέτρως, δεν ήθελε ν' αποχωρισθή.
H έξαψις του λαού ηύξανεν. Ενεθυμούντο την δόξαν του Ισραήλ την αρχαίαν, και ηύχοντο την απελευθέρωσίν των. Όλοι οι μέχρι τούδε κατακτηταί των ετιμωρήθησαν. Και ο Αντίγονος, και ο Κράσσος και ο Βάρος.
— «Άθλιε!» λέγει ο Ανθύπατος, διότι ήκουε τον Σύριον και τον ηννόησε, ενώ ο διερμηνεύς του εχρησίμευε μόνον διά να του δώση καιρόν ν' απαντήση,
Ο Αντίππας με πολλήν σπουδήν έσυρε το μετάλλιον του Αυτοκράτορος, και παρατηρών αυτό μετά τρόμου, το παρουσίασεν από το μέρος της εικόνος. Τα παραπετάσματα της χρυσής εξέδρας ηνοίχθησαν πάραυτα, και εις το φως των λαμπάδων μεταξύ των θεραπαινίδων και ανθίνων εξ ανεμώνης στεφάνων η Ηρωδιάς επεφάνη, φέρουσα εις την κεφαλήν το στέμμα της Ασσυρίας, το οποίον έν λωρίον ως υποπωγωνίς εστήριζεν επί του μετώπου της.
Η βοστρυχομένη κόμη της εξεχύνετο επί του ερυθρού πέπλου ο οποίος έπιπτεν επί των μακρών περιχειρίδων της. Δύο πέτρινα είδωλα όμοια με τους θησαυρούς των Ατρειδών όρθια απέναντι της θύρας, ωμοίαζον προς την Κυβέλην παρά το πλευρόν των λεόντων της. Και εκ του ύψους του κιγκλιδώματος όπου εκάθητο ο Αντίπας, κρατών το σκήπτρον του εις την χείρα εφώναξε:
— Ζήτω ο Καίσαρ!
Η ανευφημία αύτη επανελήφθη από τον Βιτέλλιον, τον Αντίπαν και τους ιερείς.
Αλλ' εκ του βάθους της αιθούσης έφθανεν είς βόμβος εκπλήξεως και θαυμασμού. Την στιγμήν εκείνην, μία νεάνις είχεν εισέλθη. Κάτω από τον ιόχρουν πέπλον ο οποίος έκρυπτε το στήθος και την κεφαλήν της, διεκρίνοντο τα τόξα των οφθαλμών της, τα ψέλλια των ώτων της, και η λευκότης του δέρματός της.
Έν τετράγωνον μεταξωτόν πολύχρωμον καλύπτων τους ώμους της, εκρατείτο εις την οσφύν από χρυσοκέντητον ζώνην. Αι μαύραι περικνημίδες της ήσαν ποικιλμέναι με φύλλα μανδραγόρα, και με ράθυμον βήμα εκροτάλλιζε τα μικρά της σανδάλια, τα στολισμένα με πτερά κολιβρίου.
Εις το ύψος της εξέδρας αφήρεσε τον πέπλον της. Ήτο όπως άλλοτε η Ηρωδιάς εις την νεότητά της. Έπειτα ήρχισε να χορεύη. Η νεάνις εκείνη ήτο η Σαλώμη. Οι πόδες της έβαινον ο είς προ του άλλου με τον ρυθμόν του αυλού και ζεύγους κροτάλων. Οι τορνευτοί βραχίονές της εκάλουν κάποιον, ο οποίος έφευγε πάντοτε, και τον οποίον εκείνη ηκολούθει ελαφροτέρα χρυσαλλίδος ως ψυχή περίεργος και πλανωμένη ετοίμη προς πτήσιν. Τους πενθίμους ήχους του αυλού αντικαθίστων τα κρόταλα. Την πλήξιν διεδέχετο η ελπίς. Αι στάσεις της εξέφραζον στεναγμούς, και το όλον της τόσην ερωταλγίαν, ώστε δεν εγνώριζον αν έκλαιεν ένα θεόν, ή αν απέθνησκεν με την θωπείαν του. Με τα βλέφαρα ημίκλειστα έστρεφε την οσφύν της, εταλάντευε την κοιλίαν και τα στήθη της με κυματισμούς εγκλείοντας τρικυμίαν. Το πρόσωπόν της έμενεν ακίνητον, οι δε πόδες της δεν εσταμάτων.
Ο Βιτίλλιος την παρομοίασε με τον Μνηστήρα τον μίμον. Ο Αΰλος ήμει ακόμη. Ο Τετράρχης εχάνετο εις έν όνειρον και δεν εσκέπτετο πλέον την Ηρωδιάδα. Ενόμιζεν ότι την έβλεπε πλησίον των Σαδουχαίων. Η οπτασία απεμακρύνθη. Και εν τούτοις δεν ήτο όραμα. Η Ηρωδιάς είχε διδάξη μακράν της Μαχαιρουσίας την κόρην της Σαλώμην να κάμη τον Τετράρχην να την αγαπήση. Η ιδέα ήτο καλή και τόρα ήτο πλέον βεβαία ότι επέτυχε.
Εξ άλλου ο παράφορος έρως του έπρεπε να κορεσθή. Εχόρευσεν ως αι Ιέρειαι των Ινδιών, ως αι κόραι των καταρρακτών της Νουβίας, ως οι Βαχάνται της Λυδίας. Ανεστρέφετο από όλα τα μέρη, ομοία με άνθος το οποίον κλονίζει η καταιγίς. Οι αδάμαντες των ενωτίων της απήστραπτον, και επήδων, το μεταξωτον ύφασμα ηκτινοβόλει εις τους ώμους της εις μυρίας αποχρώσεις. Από τους βραχίονάς της, τους πόδας, τα ενδύματά της ανέθρωσκον σπινθήρες αόρατοι οι οποίοι επυρπόλουν τους άνδρας. Μία άρπα αντήχει.
Το πλήθος την ανευφήμει. Χωρίς να κάμψει τα γόνατά της χωρίζουσα τας κνήμας της, έκυψε με τόσην τέχνην ώστε η σιαγών της έψευσε το δάπεδον. Και οι συνηθισμένοι εις την εγκράτειαν αρχιποιμένες, και οι έκδοτοι εις τας ακολασίας Ρωμαίοι στρατιώται, και οι φιλάργυροι τελώναι, και οι γέροντες ιερείς οι φιλονικούντες θυμωμένοι, όλοι διαστέλλοντες τους ρώθωνάς των ήσθμαινον εκ της ηδονής. Κατόπιν ήρχισε να στρέφεται πέριξ της τραπέζης του Αντίπα φρενήρης ως ο ρόμβος των μαγισσών. Και με φωνήν την οποίαν εδόνουν οι λυγμοί της ηδυπαθείας ο Ηρώδης της έλεγεν.
— Έλα, έλα!
Εκείνη εστρέφετο πάντοτε.
Τα τύμπανα εκρότουν μέχρι διαρρήξεως, ο όχλος ωλόλυζεν. Αλλ' ο Τετράρχης εφώναζε δυνατώτερα.
— «Έλα, έλα! Θα σου χαρίσω την Καπερναούμ, την πεδιάδα της Τιβεριάδος, τα φρούριά μου, το ήμισυ του βασιλείου μου». Εκείνη ερρίφθη επί των χειρών της με τα πέλματα εις τον αέρα διέτρεξεν ούτω την εξέδραν δίκην πελωρίου κανθάρου, και εσταμάτησεν αποτόμως. Ο τράχηλος και οι σπόνδυλοι της εσχημάτιζον ορθογώνιον. Αι χρωματισταί περικνημίδες αι οποίαι περιέβαλλον τας κνήμας της διαπερώσαι υπεράνω των ώμων της, ως ουράνια τόξα συνώδευον το πρόσωπόν της εις πηχιαίαν από του εδάφους απόστασιν. Τα χείλη της ήσαν ζωγραφισμένα, αι οφρείς καταμέλαναι, οι οφθαλμοί της σχεδόν τρομεροί, αι δε σταγόνες του ιδρώτος επί του Μετώπου της ωμοίαζον προς ατμόν επί λευκού μαρμάρου.
Η Σαλώμη δεν ωμίλει. Μόνον εβλέποντο. Κροτάλισμα δακτύλων ηκούσθη εις την εξέδραν. Ανέβη επ' αυτής εφάνη πάλιν και τραυλίζουσα επρόφερε τας εξής λέξεις με ύφος παιδίου.
— «Θέλω να μου δώσης επί πίνακος, την κεφαλήν» . . . είχε λησμονήσει το όνομα, αλλ' ευθύς πάλιν επανέλαβε μειδιώσα «. . . την κεφαλήν του Ιωχανάν»!
Ο Τετράρχης παρέλυσεν ως κεραυνόπληκτος· είχε δώσει τον λόγον του και ο λαός ανέμενε.
Ο θάνατος τον οποίον του είχεν προείπη αν εφηρμόζετο είς τινα άλλον, θα εματαίωνεν αρά γε τον ιδικόν του; Αν ο Ιωάννης ήτο πράγματι ο Ηλίας, θα ηδύνατο να διαφύγη· αν δεν εγένετο φόνος δεν είχεν το πράγμα και πολλήν σημασίαν.
Ο Μαναή ήτο εις το πλευρόν του και εμάντευσε τας σκέψεις του. Ο Βιτέλλιος τον εκάλεσε διά να του εμπιστευθή μερικάς διαταγάς προς την φρουράν, η οποία εφύλασσε την τάφρον. Τούτο τον ανεκούφισεν ολίγον, εντός λεπτού όλα θα ετελείωνον.
Εν τούτοις ο Μαναή δεν ήτο έτοιμος διά το έργον.
Μετ' ολίγον εισήλθε τεταραγμένος.
Επί τεσσαράκοντα ήδη έτη μετήρχετο το επάγγελμα του δημίου.
Αυτός είχε πνίξει τον Αριστόβουλον, αυτός είχε στραγγαλίσει τον Αλέξανδρον, αυτός είχε καύσει ζώντα τον Ματαθίαν αυτός είχεν αποκεφαλίσει τον Ζωσιμάν, τον Πάπον, τον Ιωσήφ και τον Αντίπατρον, και όμως δεν ετόλμα να φονεύση τον Ιωχανάν. Οι οδόντες του έτριζον, όλον του το σώμα ήσπαιρεν. Είχε διακρίνει προ του λάκκου, τον αρχάγγελον των Σαμαριτών, πανόπτην και κραδαίνοντα πελωρίαν ρομφαίαν ερυθράν και δαντελλωτήν ως φλόγα. Δύο στρατιώται παρευρεθέντες ως μάρτυρες ηδύναντο να το ομολογήσουν. Ο ίδιος όμως δεν είδε τίποτε, εκτός ενός Ιουδαίου χιλιάρχου, ο οποίος είχεν ορμήσει επ' αυτών και ο οποίος δεν υπήρχε πλέον.
Η οργή της Ηρωδιάδος εξέσπασεν εις καταρράκτην ύβρεων χυδαίων και αιμοσταγών. Έσπασε τους όνυχάς της εις τα κικγλιδώματα της εξέδρας, και οι δύο λαξευτοί λέοντες, εφαίνοντο ως να έδακνον τους ώμους της, και να εβρυχώντο όπως εκείνη.
Ο Αντίπας την εμιμήθη, οι ιερείς, οι στρατιώται, οι Φαρισαίοι, όλοι εζήτουν εκδίκησιν, ενώ οι άλλοι ανυπομόνουν, διότι εβράδυνον να εκπληρώσουν την επιθυμίαν των.
Ο Μαναή εξήλθε, κρύπτων το πρόσωπον.
Οι συνδαιτημόνες ανυπομόνουν ακόμη περισσότερον και εβαρύνοντο. Αίφνης, κρότος βημάτων αντήχησε εις τον πρόδρομον: η δυσφορία καθίστατο αφόρητος. Η κεφαλή εισήλθε — και ο Μαναή την εκράτει από την κόμην βρενθυόμενος διά τα χειροκροτήματα.
Την έθεσεν εντός πίνακος και την προσέφερεν εις την Σαλώμην.
Εκείνη ελαφρά ως δορκάς ανέβη επί της εξέδρας. Μετ' ολίγα λεπτά η κεφαλή μετεκομίσθη υπό μιας γραίας, την οποίαν ο Τετράρχης είχε διακρίνει την πρωίαν επί του αναχώματος μιας οικίας, και την οποίαν προ ολίγου είχε συναντήση εις τα δωμάτια της Ηρωδιάδος. Οπισθοχώρησε διά να μην την ίδη.
Ο Ετέλλιος έρριψεν επ' αυτής βλέμμα αδιάφορον. Ο Μαναή κατέβη από την εξέδραν και εξέθεσε την κεφαλήν εις τον Ρωμαίον στρατηγόν και ακολούθως εις όλους όσοι ευωχούντο πλησίον του και οι οποίοι την εξήταζον.
Η οξεία λεπίς του οργάνου διολισθήσασα εκ των άνω προς τα κάτω είχεν αποκόψει την σιαγόνα.
Το έν άκρον του στόματος είχε διασταλή από τους σπασμούς. Το αίμα πηγμένον πλέον, ήτο εσπαρμένον επί του πώγωνος. Τα κλειστά βλέφαρά του, ήσαν πελιδνά ως κογχύλια και οι πολυέλαιοι γύρω ηκτινοβόλουν. Η κεφαλή έφθασεν εις την τράπεζαν των ιερέων. Είς Φαρισαίος την ανέστρεψε περιέργως. Αλλ' ο Μοναή την έβαλε πάλιν εις την θέσιν της και την έστησεν ενώπιον του Αΰλου, ο οποίος είχεν εξυπνήση. Από το άνοιγμα των βλεφάρων και τας νεκράς και σβυσμένας κόρας, εφαίνετο ως να ήθελε να είπη κάτι.
Κατόπιν ο Μαναή την παρουσίασεν εις τον Αντίπαν. Δυο δάκρυα εκυλίσθησαν επί των παρειών του Τετράρχου.
Αι λαμπάδες εσβέσθησαν. Οι συμπόται απήλθον, μόνος ο Αντίπας εντός της κενής αιθούσης με τας χείρας εις τους κροτάφους εξηκολούθει να ατενίζη την αιμόφυρτον κεφαλήν, ενώ ο Φανουήλ όρθιος εις το μέσον της μεγάλης αψίδος με τους βραχίονας υψωμένους προσηύχετο.
Άμα ανέτειλεν ο ήλιος δύο άνθρωποι, εκείνους τους οποίους είχε στείλει ο Ιωχανάν ως απεσταλμένους επανέκαμψαν κομίζοντες την απάντησιν την οποίαν επί τόσον καιρόν ανέμενε.
Την ενεπιστεύθησαν εις τον Φανουήλ ο οποίος έγινεν έξαλλος από χαράν. Ο Φανουήλ τότε τοις έδειξεν το απαίσιον αντικείμενον επί του πίνακος εν μέσω των λειψάνων του συμποσίου. Ο είς εξ αυτών του είπεν:
— Θάρρος! μην λυπείσαι διόλου! Ο Ιωάννης κατέβη εις τον Άδην διά να ευαγγελήση εις τους νεκρούς τον Χριστόν!
Ο Φανουήλ ηννόει τόρα τους λόγους εκείνους: «Διά να δοξασθή εκείνος, έπρεπε εγώ να ταπεινωθώ!»
Και οι τρεις ομού παραλαβόντες την κεφαλήν του Ιωχανάν ανεχώρησαν προς την Γαλιλαίαν.
Επειδή δε ήτο πολύ βαρεία την εσήκωνον εναλλάξ.