ΤΟ ΕΝΘΥΜΗΜΑ ΤΟΥ ΜΙΜΙΚΟΥ
(4)
Αν την πρωίαν της παραμονής του έτους 1859 υπήρχον εν Αθήναις νέοι
στενοχωρημένοι και αδημονούντες διά την κενότητα του πουγγίου των — και θα
υπήρχον βεβαίως πολλοί — , ο μάλλον εξ αυτών αδημονών ήτο κατά πάσαν
πιθανότητα ο Δημήτριος Ξυδάκης.
Πριν ή όμως γνωρίση ο αναγνώστης το αίτιον της στενοχωρίας του ήρωός μου, καλόν είνε να γνωρίση αυτόν τον ίδιον.
Ο Δημήτριος ή Μιμίκος, ως αποκαλούσιν αυτόν θωπευτικώς οι οικείοι του, τουτέστιν η γραία μήτηρ του, ο πολύ πρεσβύτερος αυτού αδελφός του και η ολίγον νεωτέρα του αδελφή είνε εικοσαετής περίπου νεανίας, ισχνός, ωχρός, με μεγάλους μαύρους οφθαλμούς και μακράν καστανήν κόμην, την οποίαν χτενίζει μεν, όταν εξέρχεται της οικίας, κατά το πολωνικόν σχήμα, ήτοι εις π ό λ κ α ν, ως εκάλουν οι καλλωπισταί του τότε καιρού τον συρμόν αυτόν της κομμώσεως, διατηρεί όμως κατ' οίκον ανάτριχον πάντοτε και ατημέλητον, εκ φυσικής και ακαταμαχήτου νωθρότητος. Διότι ο Μιμίκος είνε δυστυχώς νωθρός, πολύ νωθρός. Εγείρεται συνήθως αργά, διότι αργά και κατακλίνεται, αργότερα δε και αποκοιμάται, συνήθειαν έχων να αναγινώσκη εις την κλίνην του μυθιστορημάτων μεταφράσεις, τας οποίας διά πολλού κόπου προμηθεύεται παρά των οικείων και φίλων.
Κατά τους χρόνους του Μιμίκου δεν ήσαν άφθονα και πρόχειρα ουδ' ευαπόκτητα τα μυθιστορήματα όσον σήμερον, ότε η κερδοσκόπος βιβλιοκαπηλεία προσφέρει αυτά κατά δόσεις ευπρόσιτους εις το δεκάλεπτον παντός κέπφου διψώντος πνευματικήν ψυχαγωγίαν. Εκοπία λοιπόν ο Δημήτριος πολύ εις προμήθειαν του επιουσίου μυθιστορικού του άρτου, και κατηνάλισκεν αυτόν μετά πολλής οικονομίας, αναγινώσκων μόνον το εσπέρας, υπό το φως αναιμικής και καπνιζούσης λυχνίας, οποίαν μόλις επέτρεπον εις αυτόν τα ουχί συνήθως άφθονα οικονομικά της οικίας του, ων κύριον πυρήνα απετέλει ο μισθός του αδελφού του Γεωργίου, υπουργικού γραμματέως πρώτης τάξεως. Έβοσκε γοητευμένος, εφ' όσον εφώτιζε την γοητείαν του το έλαιον του λύχνου, εις τας μαγικάς πρασιάς των Τριών Σωματοφυλάκων, των Επτά θανασίμων αμαρτημάτων και της Μαλβίνας, και ότε τέλος η περισσότερον αυτού νυστάζουσα θρυαλλίς ήρχιζε να αναδίδη καπνόν μάλλον ή φως, έκλειεν εκείνος τους οφθαλμούς και εξηκολούθει εν ονείρω την φανταστικήν του βοσκήν, ουδεμίαν έχων μέριμναν ή φροντίδα περί της αύριον, δυναμένην να ταράξη των ύπνων του την μακαριότητα. Διότι έργον ο Μιμίκος δεν είχεν.
Ήτο μεν από ικανών ήδη ετών φοιτητής της Νομικής σχολής του Πανεπιστημίου· αλλ' ήλπιζεν εκ της επιφοιτήσεως του αγίου πνεύματος εις την κεφαλήν αυτού· πολύ πλειότερον, ή όσον προσεδόκα εκ της ιδίας αυτού φοιτήσεως εις τας παραδόσεις των καθηγητών του. Και δεν είχε μεν έτι τότε η μεγάλη πλειονοψηφία των ακαδημαϊκών πολιτών τελειοποιήσει την μέθοδον των άνευ φοιτήσεως αποδείξεων και των άνευ ακροάσεως εξετάσεων· ήσαν δε ακόμη άγνωστα τα νομικά φροντιστήρια, άτινα επιτηδεύουσι σήμερον την εντός ολίγων εβδομάδων αναπλήρωσιν των εν τοις ωδικοίς καφενείοις αναλισκομένων συνήθως ακαδημαϊκών εξαμήνων· ουδέ είχεν έτι πολλαπλασιάσει η κερματοθηρία των εκδοτικών καταστημάτων τας εντύπους περιλήψεις των πανεπιστημιακών παραδόσεων προς χρήσιν των χρηστών της πατρίδος ελπίδων. Αλλ' ο Μιμίκος, προτρέχων της εποχής του, απετέλει μέρος ευαρίθμου προοδευτικής ομάδος φοιτητών, οίτινες επροτίμων ήδη τότε το καφενείον μάλλον ή τα ακροατήρια του Πανεπιστημίου, και έκρινον το σφαιριστήριον πολύ ψυχαγωγικώτερον της ακροάσεως και γραφής των επιστημονικών διδαγμάτων. Εξήρχετο αργά του οίκου, και κατηυθύνετο μεν, — ως έλεγεν εις την γραίαν μητέρα του· εις το μάθημα, παρελάμβανε δε, ως αθώους ψευδομάρτυρας και φύλλα τινά χάρτου αγράφου, συνεσπειρωμένα εις κύλινδρον και τυλιγμένα εντός κυανού περικαλύμματος, εφ' ων έμελλε δήθεν να καταγράψη τα σοφά βήματα των καθηγητών αυτού· αλλ' άμα φθάνων εις τα βραχώδη τότε προπύλαια του επιστημονικού τεμένους, εξηκολούθει, οτέ μεν μόνος, οτέ δε μετ' ομόφρονος συντρόφου, την βραχώδη προς τον Λυκαβητόν ανάβασιν, και καθήμενος εκεί εν μέσω θύμων και ασφοδέλων, εκάπνιζεν, εφ' όσον επήρκει ο λαθροχειρισθείς αδελφικός καπνός, και περιέφερεν εική τα βλέμματα επί το πρωινόν πανόραμα της πόλεως και τα μαρμαίροντα πέραν γλαυκά νώτα του Σαρωνικού, έμενεν εκεί ούτω πολλάκις ώραν μακράν, ημικλείστους έχων τους οφθαλμούς και σύνοφρυ το μέτωπον, οιονεί εντυπώσεις ταμιεύων ως έλεγεν ασμένως ο ίδιος — , αίφνης δε, σείων αποτόμως την κεφαλήν και ανατινάσσων την λιπαράν του πόλκαν, εφαίνετο ως συλλαβών προσιπταμένην έμπνευσιν, και ανοίγων τον χάρτινον κύλινδρόν του έγραφε διά μολυβδίδος σειράς ανίσους το μήκος, έσβυνε τα γραφέντα, έβρεχε το άκρον της μολυβδίδος εις τα χείλη του, εκάπνιζεν, έξυε τους κροτάφους του, και έγραφε πάλιν άλλα, πολλάκις δε και απήγειλλε μετ' αυταρέσκου μειδιάματος τα γραφέντα, μεγαλοφωνών ρυθμικώς τας ομοιοκαταλήκτους κατακλείδας των στίχων του.
Ο Μιμίκος έγραφε στίχους· διότι ήτο — ενόμιζε τουλάχιστον ότι ήτο ποιητής.
* *
*
Ποιητικός και ρωμαντικός έπνεεν εν Αθήναις ο άνεμος κατά τους χρόνους εκείνους· πας δε σχεδόν έφηβος μείραξ, εις ου το χείλος ήρχιζε να επανθή ο πρώτος νεανικός χνους, είχε να φοβήται, μετά την ίλερην και ανεμοβλογιάν των παιδικών ετών, την στιχουργικήν επιδημίαν της εφηβικής ηλικίας. Αλλ' ήτο ευτυχώς ηπίου χαρακτήρος και πάντη ανώδυνος η στιχοπάθεια του τότε καιρού, ουδ' ωμοίαζε προς τον κακοήθη πυρετόν της αποκαλυπτικής χρησμολογίας, ήτις κατατρύχει ως επί το πολύ τους σημερινούς ποιητικούς ιεροφάντας. Περιωρίζετο συνήθως εις ακροστιχίδας, προέβαινεν ενίοτε εις εξύμνησιν της αργυράς σελήνης και της εσπερινής αθώας αύρας, ή και απεθρασύνετο μέχρι περιπαθούς θρηνωδίας προς φανταστικήν ερωμένην, σπανίως δε σπανιώτατα ανεκλαδούτο εις επικολυρικόν τι μυθολόγημα, κατά κρατούντα τότε βυρώνειον συρμόν.
Οι στιχοπλόκοι νέοι, τρόφιμοι ως επί το πλείστον του Λαμαρτίνου και του Ουγκώ, είχον μελαγχολικώς ερωτόβλητον την φαντασίαν· έκαιον δε σχεδόν πάντοτε το θυμίαμα της ποιήσεως αυτών επί του βωμού φανταστού τινος ερωτικού ειδώλου, εν ελλείψει υπαρκτού, διότι προς πραγματικήν ερωμένην σπανίως που ετόλμα να ατενίση η αιδήμων δειλία της τότε άρρενος νεολαίας, ήτις δεν είχεν έτι ποτισθή εις τα λιμναία ύδατα της πραγματικής σχολής. Αν δε που τολμηροτέρα τις φύσις είχε το θάρρος να αναβλέψη προς την μορφήν ωραίας νεάνιδος, το έκτακτον αυτό θάρρος σπανίως ήτο μεμονωμένον. Οι πραγματικοί έρωτες εγίνοντο τότε συνήθως εν συνεταιρισμώ, όστις θα φανή μεν βεβαίως παράδοξος αν μη και μωρός εις την σημερινήν πρακτικήν γενεάν, ήτο φυσικώτατος όμως εις την ιδεολογούσαν και ρωμαντικώς νεφελοβάμονα νεότητα του τότε καιρού. Αι αξιώσεις των εραστών εκείνων ήσαν μετριώταται, η δε λατρεία, ην δύο και τρεις πολλάκις νεανίαι προσέφερον από κοινού εις τον βωμόν μιας και της αυτής θεότητος, απετελείτο συνήθως εκ φλογερών βλεμμάτων και βαθέων στεναγμών, και εμακάριζεν εαυτήν, οσάκις ημείβετο δι' ενός αορίστου ή και διφορουμένου μειδιάματος. Οι γενναιότεροι έφθανον μέχρις ακροστιχίδος, και οι ευτυχέστεροι εταμίευον επί της καρδίας των την έγγραφον απόδειξιν της παραλαβής της. Αν δέ τις των εταίρων κατώρθονε ποτέ και να χορεύση μετά του ειδώλου της καρδίας του εις μικράν τινα οικογενειακήν ομήγυριν, εξ εκείνων ας συνήγε τότε η πρόφασις χορευτικής ασκήσεως περί την κιθάραν του μακαρίτου Πολλάτου, η μακαριότης του ευδαίμονος εραστού εκέντριζεν απλώς εις νέους ανωδύνους στεναγμούς την ζηλοτυπίαν των συνεραστών αυτού, αλλά δεν είχε και τραγικώτερα επακόλουθα. Ήλπιζων οι άλλοι, ότι θα ήρχετο και αυτών η σειρά, και εφθόνουν προς ώραν, αναμένοντες να φθονηθώσι βραδύτερον.
Εις τοιαύτας όμως ερωτικάς κοινοπραξίας δεν συγκατήρχετο πλέον ο Μιμίκος. Η ηλικία του είχε καταστήσει αυτόν τολμηρότερον, η δε καρδία του, πεποίθησιν έχουσα εις της ποιήσεως τα ιστία και το βαρύ των στίχων του έρμα, απέφευγε τους συμπλωτήρας και ηρκείτο ερωτοδρομούσα μόνη.
* *
*
Ο Μιμίκος προσέφερεν από τριών ήδη μηνών το θυμίαμα της λατρείας του εις ξανθήν δεκαεπταετή φίλην της αδελφής αυτού, την καστανόφθαλμον Μαριγούλαν, ην είχε γνωρίσει εσπέραν τινά εις φιλικήν οικίαν, όπου επαίζετο δακτυλιδάκι. Η θέρμη των πληγών, όσας εδέχθησαν οι παλάμαι του υπό του στρόμβου της γελαστής νεάνιδος, ανέδραμε ταχεία εις την καρδίαν του, και το ευχάριστον αυτής θάλπος κατέκλυσε τα στήθη του δι' αρρήτου ευδαιμονίας. Από της ημέρας δ' εκείνης οι στίχοι του Μιμίκου, λησμονήσαντες και αυγερινόν και σελήνην, ήρχισαν ψάλλοντες τον νέον αστέρα της Μαρίας.
Μάτην η πολύ αυτού θετικωτέρα αδελφή του Ελένη, ήτις εμάντευσε τα συμβαίνοντα, απεπειράθη να τον φωτίση διά πλαγίων υπαινιγμών περί της γνωστής — ως έλεγεν — ερωτοτροπίας της νέας ποιητικής του φλογός, και της έτι γνωστοτέρας πληθύος των λατρευτών της. Ο Ιωάννης Τριφίλης, υιός πλουσίου εμπόρου, και γνώριμος, σχεδόν φίλος του Μιμίκου, ον η αδελφή του παρίστα ως τον κατ' εξοχήν ευνοούμενον εκ της πλειάδος των δορυφόρων της Μαρίας, δεν επτόει ούτε απεθάρρυνε τον ποιητήν. Δεν εφαντάζετο καν ο Μιμίκος, ότι η έκφρασις των μεγάλων του οφθαλμών και οι καστανοί του βόστρυχοι θα εκινδύνευον ποτέ να νικηθώσιν υπό της κοινής μορφής και της εν είδει ψήκτρας κουρευμένης κόμης του Τριφίλη. Τον ανησύχει μεν ολίγον — είνε αληθές — η επί της καρδίας της Μαριγούλας πιθανή επίδρασις του γοήτρου πλουσίου κληρονόμου, οποίον ήτο αναντιρρήτως το μόνον γόητρον του λεγομένου αντιζήλου του· αλλά τι εσήμαινεν αυτό — διελογίζετο αμέσως ο ιδεολόγος νεανίας — απέναντι του ποιητικού πλούτου της ιδικής του ψυχής; Ο Τριφίλης δεν ήτο ποιητής! Το εγνώριζε δε τούτο ο Μιμίκος, όστις πολλάκις από των ψιχίων της στιχουργικής του τραπέζης είχεν ελεήσει δι' ενός τετραστίχου τας κατά καιρούς ερωτικάς εξομολογήσεις του φίλου του. Διά τούτο δε και ότε ημέραν τινά ο Γιάγκος, εν ώρα φιλικών εκμυστηρεύσεων, ήνοιξε και πάλιν την καρδίαν του εις τον Μιμίκον, και έδειξεν αυτήν θερμαινομένην εις τας ακτίνας νέου ερωτικού ηλίου, και εζήτησε τέλος παρ' αυτού μίαν περιπαθή ακροστιχίδα εις το γλυκύ όνομα της Μαρίας, ο ποιητής έρριψεν εις αυτόν ανεκφράστου αυταρκείας βλέμμα, και τον ηρώτησε μορφάζων μάλλον ή μειδιών·
— Εις Μαρίαν θέλεις ακροστιχίδας;
— Ναι· παράξενον σου φαίνεται; αντηρώτησεν ο φίλος απορών.
— Παράξενον μόνον; Θρασύ μου φαίνεται! εβροντοφώνησεν ο Μιμίκος.
Ο Γιάγκος εκλονίσθη ολίγον εκ της βιαιότητος του επιφωνήματος, πριν ή δε προφθάση να εξηγηθή, υπέλαβεν αγανακτών ο ποιητής.
— Αι φίλτατε, πολύ απλούς είσαι, αν νομίζης, ότι θα σου δώσω όπλα, διά να με πολεμήσης.
— Να σε . . .
— Ναι! να με πολεμήσης! Δεν γνωρίζεις τάχα, τι συμβαίνει εδώ; και ο Μιμίκος έπληξε θεατρικώς το αριστερόν μέρος του στήθους του· ή μη τυχόν νομίζεις, ότι θα γείνωμεν συνεργάται; αν το νομίζης, είσαι μωρός! αν δεν το νομίζης, και όμως μου ζητείς στίχους, το θράσος σου δεν έχει όρια!
Εννοείται ότι ο διάλογος των δυο φίλων ετραχύνθη, και απέληξεν εις ρήξιν, ήτις διήρκει από δύο ήδη μηνών, ότε την παραμονήν της πρώτης του έτους απηντήσαμεν άθυμον και μελαγχολικόν τον Μιμίκον.
* *
*
Ο λάτρις της Μαριγούλας ηγέρθη προ μικρού της κλίνης, αν και η ώρα είνε ήδη δέκα, και κάθηται κατηφής και περιεσκεμμένος προ μικρού τραπεζίου, άνιπτος έτι και αχτένιστος· και οτέ μεν χασμάται, ωσεί εμπαίζων τον δεκάωρον ύπνον του, οτέ δε διατείνει νωχελώς τους βραχίονας και ανακάμπτει αυτούς υπέρ την κεφαλήν του, οιονεί αγωνιζόμενος να αποσείση την κατέχουσαν το πνεύμα του νάρκην.
Έχει προ αυτού αριστερά μεν κυαθίσκον μαύρου καφέ, όπου βουτά μηχανικώς τεμάχιον άρτου, δεξιά δε φύλλον χαρτίου λευκού, εφ' ου, διακόπτων το λιτόν αυτού πρόγευμα, χαράσσει εκ διαλειμμάτων ολίγας λέξεις. Ενίοτε σταματά, στρέφει έν σιγάρον από πενιχρών τινων συντριμμάτων καπνού, άτινα υπολείπονται εις τους μυχούς κωνοειδούς χαρτίνου θυλακίου, χαίνοντος μελαγχολικώς επί της τραπέζης, ροφά εκ βάθους πνευμόνων τον αναδιδόμενον καπνόν, και παρακολουθεί δι' αλλόφρονος βλέμματος τας ηρέμα διαλυομένας κυανάς του έλικας. Έπειτα γράφει πάλιν, αφίνει τον κάλαμον χάριν του καφέ, και τούτον χάριν του σιγάρου, και στηρίζων την κεφαλήν του εις τους αγκώνας του βυθίζεται εις σκέψεις.
Ο βλέπων αυτόν ούτως εσκεμμένον και άθυμον θα υπέθετεν ίσως, ότι ο Μιμίκος γράφει στίχους, και μάτην θηρεύει δύσκολόν τινα ομοιοκαταληξίαν εις τελείωσιν του στίχου του. Αλλ' ο Μιμίκος δεν γράφει στίχους την φοράν αυτήν· γράφει απλούστατα πεζήν επιστολήν, και την έχει σχεδόν τελειώσει. Ιδού δε τι γράφει·
Φιλτάτη Μαρία,
Σου εύχομαι το νέον έτος, και η ευχή μου αυτή είναι εγκάρδιος, διότι γνωρίζης
ότι η ευτυχία σου είναι ευτυχία μου. Σε παρακαλώ δε να μου επιτρέψης να
συνοδεύσω την ευχήν μου αυτήν με έν μικρόν ενθύμημα . .
Εις την λέξιν αυτήν είχε σταματήσει ο νέος, αφού πολλάκις την έσβυσε και την αντικατέστησε δι' άλλης και πάλιν την έγραψε. Την έσβυνε δε, όχι διότι δεν του ήρεσκεν η λέξις και εζήτει άλλην προσφορωτέραν, όχι διότι του έλειπε νόημα η έκφρασις, αλλά διότι του έλειπε δυστυχώς αυτό εκείνο το πράγμα, διά του οποίου ήθελε να συνοδεύση τας τρυφεράς προς την Μαρίαν ευχάς του.
Όσοι ποτέ ευρέθησαν εις την αμήχανον θέσιν του Μιμίκου, θα εννοήσωσι βεβαίως και θα λυπηθώσι τον πτωχόν — κυριολεκτικώς — ποιητήν. Συνησθάνετο, ότι καθήκον είχεν απαραίτητον να στείλη επ' ευκαιρία της πρώτης του έτους εις την εκλεκτήν της καρδίας του μικρόν τι δώρον, έστω πενιχρόν, ασήμαντον, αλλά δώρον όμως οιονδήποτε. Πού να το εύρη όμως το δώρον αυτό, και πόθεν και πώς να το προμηθευθή; Το χρήμα, και υπ' αυτήν την κοινωτάτην και χυδαιοτάτην της δεκάρας μορφήν, ήτο σπάνιος των θυλακίων του ξένος. Τα ολίγα δε χάλκινα κέρματα, άτινα μηχανικώς εμέτρει την στιγμήν εκείνην η χειρ του εντός του θυλακίου της περισκελίδος του, χωρίς να κατορθόνη να τα αυξήση από τεσσάρων εις πέντε, δεν ήρκουν ούτε διά μίαν ανθοδέσμην ούτε δι' ένα χάρτινον σάκκον σακχαρωτών. Η αμηχανία τον αύτη κατέτρυχεν ήδη από πολλών ημερών τον ταλαίπωρον Μιμίκον διά παντοειδών ακάρπων συλλογισμών, η δε ποιητική του εύρεσις, η τόσον γόνιμος ομοιοκαταληξιών, είχεν αποδειχθή στείρα και ενός μόνου ταλλήρου.
Είχεν ελπίσει προς στιγμήν ο πτωχός ποιητής, ότι διανομείς τινες εφημερίδων, συνήθης πελάται της Μούσης του κατά τας παραμονάς της πρώτης του έτους, θα ήρχοντο και πάλιν να του ζητήσωσι τας αναποφεύκτους προς τους συνδρομητάς των στιχηράς προσφωνήσεις, και ότι θα ελάμβανεν ούτως ευκαιρίαν να υποδείξη εις αυτούς επιτηδείως, ότι αντί πινακίου γλυκυσμάτων, δι' ων ως επί το πλείστον ημείβοντο οι στίχοι του, γλυκυτέρα δι' αυτόν εφέτος θα ήτο η εις χρήμα αξία των, έστω και εν υποτιμήσσει. Αλλ' ουδείς όμως διανομεύς είχε κρούσει έτι την θύρα του, ουδ' αυτός ο του περιοδικού, όπου κατεχώριζεν ενίοτε ο Μιμίκος τους στιχηρούς ερωτικούς του στεναγμούς. Τας ελπίδας, ας είχε προς στιγμήν θεμελιώσει επί του συνήθως ελεήμονος πουγγίου της μητρός αυτού και των πενιχρών οικονομιών της αδελφής του, διέλυσαν αλληλοδιαδόχως αναγκαίαι διά την πρώτην του έτους οικιακαί προμήθειαι των δύο γυναικών εις δε τον αδελφόν του Γιώργιον ουδέ διενοήθη καν να αποταθή, διότι τα καινουργή του υποδήματα, τα προ δέκα μόλις ημερών κληρωθέντα εκ του αδελφικού υστερήματος, υπεμίμνησκον τον Μιμίκον, σφίγγοντα τους πόδας του, ότι πολύ σφιγκτότερα ήτο δεμένον το θυλάκιον του υπουργικού γραμματέως.
* *
*
Ούτως είχε φθάσει εις την παραμονήν της μεγάλης ημέρας άνευ ελπίδος ή παρήγορου προσδοκίας οιασδήποτε. Μέγα μέρος της προτεραίας νυκτός είχεν αγρυπνήσει, τυραννών τον εγκέφαλον αυτού και προσπαθών να ανακαλύψη που εις τα βάθη του σκοτεινού ορίζοντος της αμηχανίας του αμυδράν τινα παρηγορίας ακτίνα· αλλά τίποτε, απολύτως τίποτε δεν ηδυνήθη να επινοήση. Επινοείται το χρήμα; Και αυτός δε ο ύπνος, όστις κατέβαλεν επί τέλους την εις μάτην κοπιώσαν φαντασίαν του, δεν επράυνε την ανησυχίαν αυτού. Όνειρα πολλά και αλλεπάλληλα, μικρά και ασυνάρτητα, οτέ μεν παρεπλάνων την διάνοιάν του εις στενάς και αδιεξόδους ατραπούς και εστενοχώρουν αυτόν εις σκοτεινάς γωνίας, όθεν μάτην ηγωνίζετο να εξέλθη· οτέ δε τον εγοήτευον σπείροντα προ των ποδών του χρυσά νομίσματα, άτινα δεν κατώρθονεν εκείνος να συλλέξη, διότι ησθάνετο αίφνης παραλυομένας τας χείρας τον και άλλοτε παρίστανον προ των ομμάτων της ψυχής του φαιδρόν και αλαζόνως μειδιώντα τον αντίζηλόν του Τριφίλην, προσφέροντα κολοσσιαίαν ανθοδέσμην εις την λατρευτήν του Μαρίαν και αμειβόμενον διά του γλυκυτάτου των μειδιαμάτων.
Μετά το φανταστικόν αυτό νυκτερινόν μαρτύριον είχεν εξυπνήσει ο Μιμίκος εκνευρισμένος, και καθίσας παρά το μικρόν αυτού τραπέζιον, εφ' ου ανεπαύοντο επ' αλλήλων λιπαροί τίνες και ρακώδεις τόμοι μυθιστορημάτων, έπινεν, ως είδομεν, τον πρωινόν του καφέν. Εν τω μεταξύ δε τούτω έγραφε και τας ημιτελείς εκείνας γραμμάς, όσας προ μικρού ανεγνώσαμεν, ελπίζων πάντοτε, ότι η θεία πρόνοια, η σιτίζουσα τα πετεινά του ουρανού και εξανατέλλουσα χόρτον τοις κτήνεσι, κατά το ρήμα του θεοπνεύστου εβραίου συναδέλφου του, ήθελεν ανατείλει και εις αυτόν μέχρις εσπέρας απροσδόκητόν τινα σωτηρίαν.
— Ας ετοιμάσω, είπε καθ' εαυτόν, το γράμμα μου, και έως το βράδυ έχει ο Θεός. Τι ευχή! Θα ευρεθή κανείς να μου δανείση τρεις τέσσαρας γελοίας δραχμάς, όσαι μου χρειάζονται διά να σώσω την υπόληψίν μου. Διότι περί της υπολήψεώς μου πρόκειται, δεν είνε ζήτημα. Εξευτελίζομαι, μηδενίζομαι, καταστρέφομαι, αν αύριον δεν λάβη δώρον μου η Μαρία. Είτε εις αμέλειαν αποδώση την έλλειψιν, είτε μαντεύση την αληθινήν της αιτίαν και εδώ πικρόν μειδίαμα διέστειλε τα χείλη του αμηχανούντος ποιητού, το αποτέλεσμα θα ήνε τραγικόν . . . Φαντάζομαι τον γελοίον εκείνον Τριφίλην, τι μεγαλοπρεπές δώρον θα της στείλη! . . . Και εγώ . . .
Τοιαύτα τινά και άλλα όμοια εσκέπτετο γράφων ο Μιμίκος, μέχρις ου έφθασεν εις την λέξιν ενθύμημα, οπού και εσταμάτησε.
— Ενθύμημα! είπε καθ' εαυτόν· αλλά τι ενθύμημα! τι να προσθέσω, αφού κ' εγώ δεν ηξεύρω τι θα στείλω; . . . Α!
Και το Α! τούτο ήτο βαθύς αναστεναγμός, συνοψίζων δι' ενός επιφωνήματος απόγνωσιν και αγανάκτησιν, αποθάρρυνσιν και αράν, αράν κατά της μοίρας, οποίαν είχον πρόχειρον πάντοτε, οι λαμαρτινίζοντες ποιηταί του τότε καιρόν.
Απέθεσεν ο Μιμίκος ή μάλλον έρριψε την γραφίδα του παρά το διψαλέον αυτού μελανοδοχείον, έσυρεν αποτόμως την δεξιάν του χείρα διά μέσου της ακτενίστου κόμης του, έξυσε διά της αριστεράς το κρανίον του, εχασμήθη, και προσπαθών να συναθροίση έν τελευταίον σιγάρον εκ των εσχάτων θρυμμάτων του καπνού του, ητένισεν απλανώς το βλέμμα επί τους παρά τον τοίχον αναπαυομένους τόμους μυθιστορημάτων, οιονεί έμπνευσιν παρ' αυτών εκδεχόμενος.
Τι όμως ήτο δυνατόν να του εμπνεύση η εκ πάσης όψεως οικτρά θέα των αποτετριμμένων εκείνων και παραλύτων βιβλίων, άτινα είχε ταμιεύσει εκεί ο φιλαναγνώστης ποιητής, εις διατριβήν των νυκτερινών αυτού αγρυπνιών; ουδέν άλλο ίσως, ή ότι είχε λησμονήσει έως τότε να αποδώση αυτά εις τους φίλους παρ' ων τα είχε δανεισθή. Κατά τι δε θα μετέβαλλεν η σιωπηρά αύτη υπόμνησις την αμήχανον θέσιν του Μιμίκου;
Αι! τις οίδεν; Ό,τι πολλάκις μάτην επιδιώκει ο μεθοδικώτατος συλλογισμός και η βαθυτάτη σκέψις, επιτυγχάνει αίφνης απροσδοκήτως ο αυτόματος και ανεπίγνωστος, ανεξήγητος δε πολλάκις ειρμός των εννοιών. Φαίνεται δε, ότι την στιγμήν εκείνην η ιδέα, ότι τα βιβλία, άτινα άνελπις προσέβλεπεν ο Μιμίκος, ανήκον εις άλλους, υπήρξε γονιμωτέρα πάσης άλλης προτέρας αυτού σκέψεως, διότι η όψις του αίφνης ιλαρύνθη, και τα τέως θλιβερώς συνεσταλμένα χείλη του διεστάλησαν υπό αμυδρού μειδιάματος.
— Το ηύρα! εφώνησε μετά πολύ πλειοτέρας χαράς ή ο Αρχιμήδης, ότε ανεκάλυπτε τον νόμον της ειδικής βαρύτητος των σωμάτων, και ηγέρθη της έδρας του.
* *
*
Ήνοιξε σιγά και μετά περισκέψεως την θύραν του παρακειμένου δωματίου, όπου ήτο ο κοιτών της μητρός και της αδελφής του, και ιδών ότι ο θάλαμος ήτο κενός, εισήλθεν εις αυτόν αθορύβως. Ότε δε πάλιν εξήλθεν εκείθεν μετ' ολίγα λεπτά, εκράτει εις χείρας του ικανώς ογκώδες και κομψώς δεμένον βιβλίον, έστρεφε δ' ενίοτε οπίσω το βλέμμα του, ως αν εφοβείτο μη παρηκολούθει αυτόν αδιάκριτος οφθαλμός. Έπειτα εστάθη προς μικρόν, επέστρεψε πάλιν εις την θύραν του κοιτώνος, έκλεισεν αυτήν ως και την άλλην θύραν του δωματίου του, την φέρουσαν εις τον διάδρομον, και ελθών εκάθισε προ του τραπεζίου του, εις ου τον σύρτην έσπευσε να κρύψη το βιβλίον.
— Δεν πιστεύω, είπε καθ' εαυτόν, να ζητήση ως το βράδυ το βιβλίον της η Ελένη. Έχει τόσα να φροντίση, ώστε δεν θα συλλογίσθη βέβαια και την Ματθίλδην . . . Ίσως την ζητήση αύριον, . . . και θα χαλάση πάλιν τον κόσμον διά το μυθιστόρημά της, αλλά . . . τέλος πάντων . . .
Και επέρανε δι' ενός μειδιάματος τον συλλογισμόν του.
Δεν ανησύχει και πολύ ο Μιμίκος, ως βλέπει τις, εκ των δυνατών συνεπειών του τολμήματός του. Δεν ανησύχει δε, διότι είχεν ήδη προ πολλού συνηθίσει αδελφόν και αδελφήν εις ομοίας εξαφανίσεις βιβλίων των, και ήξευρεν εκ της παρελθούσης του πείρας, ότι προεκάλουν μεν αύται φωνάς και θυέλλας και κλύδωνας, ων την έκρηξιν υπέμενεν εκείνος καρτερικώς, αλλά ότι ο θόρυβος όλος και ο πάταγος διήρκει μίαν ή δύο ημέρας το πολύ, και εκόπαζε τέλος τη παρεμβάσει της αγαθής μητρός του, ήτις είχε τυφλήν αδυναμίαν προς τον υστερότοκον και μαμμόθρεπτον υιόν αυτής.
Ο Μιμίκος είχε λίαν ευρείας ιδέας οικιακής κοινοκτημοσύνης, και πολλάκις είχε προσπαθήσει, δι' επανειλημμένης πρακτικής ασκήσεως των κοινωνιστικών του δογμάτων, να οικειώση προς αυτά τους οικείους του. Εφρόνει, ότι το εμόν και το σον ήσαν έννοιαι κατ' εξοχήν εγωιστικαί και ήκιστα συμβιβαζόμεναι προς την ιερότητα των οικογενειακών δεσμών και την αυτοθυσίαν ην επιβάλλει η αδελφική στοργή. Οσάκις δε της στοργής ταύτης η αυτοθυσία εφαίνετο δυστροπούσα ή βραδύνουσα, ανεπλήρονεν εκείνος το έργον της, εκβιάζων την οκνούσαν αδελφικήν αυταπάρνησιν.
* *
*
Ήρεμος και ατάραχος ανέλαβε την γραφίδα ο ερωτευμένος ποιητής και συνεπλήρωσε φαιδρός την επιστολήν του, προσθέσας εις αυτήν τας επομένας σειράς:
« . . . του οποίου η ανάγνωσις εύχομαι να σας υπενθυμίζει ενίοτε τον δωρητήν και
όλως αφωσιωμένον
Δημήτριον
Αφού δε και πάλιν ανέγνωσεν εξ αρχής το γράμμα του και ευχαριστήθη — φαίνεται — εκ της συντάξεώς του, εξήγαγεν εκ του σύρτου το βιβλίον, ετύλιξεν αυτό μετά της επιστολής του εντός λευκού φύλλου χάρτου, το εσφράγισε και επέγραψεν όσον καλλιγραφικώς ηδύνατο: «Προς την Κυρίαν (η λέξις Δεσποινίς δεν είχεν έτι γείνει του συρμού) Μαρίαν Καλίδου. Ενταύθα.
Μετά τούτο εκτενίσθη και ενεδύθη εν σιωπή, έκρυψε τον τόμον υπό τον επενδύτην του και εξήλθεν αθορύβως της οικίας, χωρίς κανείς να τον παρατηρήση.
* *
*
Ο Μιμίκος δεν εφάνη καθ' όλην την ημέραν εις τον μητρικόν οίκον. Εσυλλογίσθη, ότι φρονιμωτέρα θα ήτο η απουσία του, αν τυχόν συνέπιπτε να παρατηρηθή και του βιβλίου η απουσία.
Εγνώριζεν εκ του παρελθόντος, πόσον δυσάρεστοι απέβαινον εις αυτόν αι εξ ομοίων περιστάσεων προκαλούμενοι πάντοτε ερωτήσεις και ανακρίσεις, και επροτίμησε να εκτεθή εις αυτάς όσον το δυνατόν αργότερα.
Αλλ' ήλθε τέλος η εσπέρα, και ο στόμαχός του, όσον ποιητικός και αν ήτο, ηναγκάσθη να τραπή την πεζήν οδόν του δείπνου.
Εύρε δε δειπνούντας αληθώς τους οικείους του, ότε αργά επανήλθεν οίκαδε, κατάκοπος από τετραώρου σφαιριστηρίου, το οποίον είχε παίξει εις μικρόν τι καφενείον της Νεαπόλεως.
Παρετήρησεν ευχαρίστως, ότι πάντων τα πρόσωπα ήσαν ιλαρά, και εκάθισεν εις την τράπεζαν, ευλογών ενδομύχως την θείαν πρόνοιαν, ότι ουδεμία ηπείλει την κεφαλήν του καταιγίς.
— Κάτι άργησες απόψε; ηρώτησεν αδιαφόρως ο αδελφός του.
— Έκαμα ένα μακρυνόν περίπατον, απήντησεν ατάραχος ο ποιητής, ενώ βραδέως εξεδίπλονε το χειρόμακτρόν του.
— Διά να μαζεύσης εντυπώσεις χωρίς άλλο, υπέλαβεν εκείνος, ειρωνικώς μειδιών. Να ιδούμεν πότε θ' αρχίσης να μαζεύης και τίποτε καλλίτερον.
— Έλα τώρα και συ! διέκοψεν ηπίως παρεμβαίνουσα η μήτηρ. Θα έλθη και αυτό σιγά σιγά.
Ο Μιμίκος δεν εννόει να ταραχθή. Συνησθάνετο πόσην σπουδαιότητα είχε δι' αυτόν την στιγμήν εκείνην η οικιακή ειρήνη, και ήρχισε να τρώγη μετά πολλής ορέξεως, ότε εισήλθεν η υπηρέτρια και παρέθηκεν εις την τράπεζαν εκ μιας μεν χειρός πινάκιον περιέχον τυρόν εξ άλλης δε βιβλίον τυλιγμένον εις κυανούν χάρτινον περικάλυμμα.
— Τώρα το έφερε ένας άνθρωπος, είπε.
— Α! εφώνησε φαιδρά η αδελφή του Μιμίκου, μόλις ιδούσα την επιγραφήν. Το γράψιμον της Μαριγούλας!
Και ανέγνω ταχέως: Προς τον Κ. Δημήτριον Ξυδάκην.
— Τι να σου στέλλη άρα γε, Μιμίκο; ηρώτησεν αφελώς η Ελένη, και εστράφη μειδιώσα προς τον αδελφόν της, ενώ περίεργος η χειρ της ητοιμάζετο να σχίση το κυανούν περικάλυμμα.
— Φέρ' το εδώ' Φέρ το εδώ! ανέκραξεν εκείνος, μόλις ακούσας το όνομα της αγαπητής του, και σχεδόν επνίγετο, ενώ κατέπινε τεμάχιον κρέατος.
Αλλ' η Ελένη είχεν ήδη σχίσει το χάρτινον περικάλυμμα και εκράτει εις χείρας της γυμνήν και ολόσωμον . . . την Ματθίλδην! αυτήν εκείνην, ήτις είχε την πρωίαν αναληφθή από του κοιτώνος της.
— Μπα! ανεφώνησε κατάπληκτος η νεάνις. Η Ματθίλδη! Ποιος της την έστειλε οπίσω, πριν την διαβάσω; Α! κ' ένα γράμμα. Για σένα Μιμίκο.
Και έτεινε προς αυτόν την επιστολήν, προσθέτουσα διά ταπεινοτέρας φωνής.
— Τι νόημα έχει αυτό; Συ της την έστειλες;
— Ωραίον πράγμα! εφώνησεν ο Μιμίκος, γινόμενος κατακόκκινος· ωραίον πράγμα, να μου ανοίγης τα πράγματά μου.
Και αρπάσας από των χειρών της αδελφής του το γράμμα, ως θα ήρπαζεν ιέραξ στρουθίον, έκρυψεν αυτό ταχέως εις τον κόλπον του.
— Μα δεν μ' ερωτούσες ευλογημένε, αν την είχα τελειώσει;
— Ενόμισα, . . . εψιθύρισεν ο αδελφός της.
— Ενόμισες! υπέλαβε σοβαρώς ο Γεώργιος, όστις είχε παύσει να τρώγη και προσείχεν εις την παράδοξον σκηνήν, της οποίας εμάντευε περιαλγώς τον πρόλογον. Ενόμισες! Δεν εντρέπεσαι, καϋμένε!
Εντρέπετο αληθώς ο Μιμίκος, αλλά τι του εχρησίμευε πλέον η εντροπή;
Ηγέρθη κατησχυμμένος από της τραπέζης και μετέβη εις το δωμάτιόν του, όπου έσπευσε να ανάψη φως και να αναγνώση την επιστολήν της Μαρίας του.
Ιδού δε τι ανέγνωσε·
Κύριε Δημήτριε,
Από το σημάδι το οποίον ηύρα εντός της Ματθίλδης
συμπεραίνω, ότι η
κυρία αδελφή σας, εις την οποίαν είχα δανείσει το βιβλίον, δεν το ετελείωσεν
ακόμη. Δι' αυτό σας το επιστρέφω, και σας παρακαλώ να το βάλετε πάλιν όπου το
ηύρατε. Κρατώ δε τας ευχάς σας και σας ευχαριστώ δι' αυτάς από καρδίας.
Μαρία.
Ο Μιμίκος είχεν ήδη, πριν ή εγερθή της τραπέζης, εννοήσει το πάθημά του· αλλ' η ανάγνωσις των γραμμών αυτών τον απελίθωσε.
Τι συνέβη εντός του, θα ήτο μακρόν να περιγραφή.
Τόσον μόνον σημειούμεν, ότι έκτοτε ούτε στίχοι του πλέον εγράφησαν εις το όνομα της Μαρίας, ούτε βιβλία άλλα ανελήφθησαν από της τραπέζης του αδελφού ή της αδελφής του.
Ο ΠΡΩΤΟΣ ΛΑΧΝΟΣ
(5)
Ο Κύριος Περδίκης παίζει μετά της κυρίας του σκουπιστήν.
Συνάπτων θυμοσόφως το τερπνόν τω ωφελίμω, προτιμά την εσπέραν μετά το δείπνον το παιγνίδιον αυτό παντός άλλου, διότι και ευχαρίστησιν αισθάνεται πολλήν, οσάκις σκουπίζει από της τραπέζης τα χαρτία, και γυμνάζεται οπωςδήποτε εις το έργον του.
Το έργον του Περδίκη δεν είνε ακριβώς ωρισμένον, ή κάλλιον ειπείν δεν είνε έν και μόνον. Ο ήρως ημών έχει πολλάς εργασίας, ιδίως του ποδαριού, ως λέγει κοινώς ο λαός, αίτινες πάσαι ένα και μόνον έχουσι σκοπόν, την εις το βαλάντιον αυτού μετάγγισιν του ξένου χρήματος. Προς τον σκοπόν δε τούτον ο κ. Περδίκης ουδέν περιφρονεί, ουδέ νομίζει ανάξιον εαυτού. Κάμνει εν γένει τον μεσίτην, μεσίτην χρεωγράφων, συναλλαγμάτων, οικοπέδων, μισθώσεων, έστω εν ανάγκη και υπηρετριών, μαγείρων και θαλαμηπόλων. Αγοράζει ευθηνά και μεταπωλεί όσον ακριβώτερα εύρη όπλα παλαιά, αρχαιότητας παντοειδείς, ήτοι αρχαίας και νέας, υφάσματα εξ ανατολής και πινάκια εκ Ρόδου, νομίσματα και κειμήλια περίεργα. Προστατεύει με το αζημίωτόν του τους ζητούντας θέσιν και εργασίαν αργούς, γράφει αναφοράς, απαλλάττει στρατευσίμους, υπερασπίζεται καταδικασμένους, προμηθεύει μάρτυρας, επισκέπτεται συχνά την εισαγγελίαν και τον οικονομικόν έφορον, και δανείζει τα περισσεύματά του με τόκον αρκετά χριστιανικόν, ασφαλιζόμενος δι' ενεχύρων, άτινα αγοράζει εικονικώς υπό τον όρον της εξωνήσεως. Πλην τούτων πάντων συνάγει συνήθως το εσπέρας, άπαξ ή δις της εβδομάδος, εις την οικίαν του μικρόν όμιλον φίλων και παρέχει εις αυτούς ευάρεστον χαρτοπαικτικήν διασκέδασιν, ήτις, κατά παράδοξον της τύχης επιμονήν, σπανίως αποβαίνει εις ζημίαν του.
Πριν ή ευρύνη τοσούτον ο Κ. Περδίκης τον κύκλον των εργασιών αυτού, είχεν άλλο έργον, όπερ βεβαίως δεν έχει την περιέργειαν να μάθη ο αναγνώστης. Αν τυχόν την έχη, ας υποθέση ό,τι θέλει, το πράγμα είνε εντελώς αδιάφορον. Αρκεί μόνον να γνωρίση, πλην των ανωτέρω, και σημειούμεν τούτο εν ολίγοις, ότι σήμερον τουτέστιν εν έτει 1883 ο κ. Περδίκης έχει οίκον ίδιον, μ' εξώστην επί της λεωφόρου και με φατνώματα περίχρυσα· ότι έχει υπηρέτην με λαιμοδέτην λευκόν, ίνα ανοίγη ευπροσώπως την θύραν της οικίας του, και κομψόν δίφρον, δι' ου αυτός μεν επισκέπτεται τους πελάτας του προ μεσημβρίας, η δε κυρία του εξέρχεται μετά μεσημβρίαν εις περίπατον· ότι η σύμβιος και η θυγάτηρ του ξανθή δικαεξαέτις κόρη πλήρης ποιήσεως και μυθιστορίας, ενδύονται παρά τη Λιζιέ και ότι ο υιός του, αφού γενναίως και καρτερικώς αντέστη εις όλην την παιδαγωγικήν σοφίαν των καθηγητών αυτού και διδασκάλων, επροτίμησε τέλος να κύψη υπό το κράτος ετερογενών παιδαγωγών, των εκ Γαλλίας αφθόνως εισκομιζομένων εις ανατροφήν των ελληνοπαίδων, και περιφέρων χάριν αυτών εις την οδόν Σταδίου τας στενάς και κοντάς αυτού περισκελίδας και τα μυτερά του σανδάλια έχει λόγους, λέγει, να υποθέτη, ότι μία εξ αυτών δεν είναι τοσούτον αναίσθητος προς την ελληνογαλλικήν του φρασεολογίαν, όσον διατείνονται φθονεροί τινες ομήλικες, πολύ ευρυτέρας έχοντες τας αναξυρίδας των και ολιγώτερον μυτερά τα πέδιλά των.
Δεν θα ήτο ίσως περιττόν να σημειωθή επί τέλους, προς συμπλήρωσιν των ειδήσεων, όσας δυνάμεθα να δώσωμεν περί του ημετέρου ήρωος, ότι ο Κ Περδίκης από μακρού ήδη τρέφει δύο διαπύρους πόθους εν τη καρδία του· να γείνη ιππότης του Σωτήρος, και να διορισθή πρόξενος ξένου τινός κράτους εν Αθήναις, έστω τούτο και δημοκρατία τις της μεσημβρινής Αμερικής. Την εκπλήρωσιν του πρώτου πόθου υπεσχέθη και εξακολουθεί να υπόσχεται φίλος του τις βουλευτής, ανανεών συνήθως παρ' αυτώ μικρά τινα συναλλάγματα. Η δευτέρα του επιθυμία είνε όνειρόν του ακόμη, αγνοεί δε ο Περδίκης πότε θα πραγματοποιηθή εις τελείωσιν της επιγείου ευδαιμονίας του.
Ο Κ. Περδίκης λοιπόν, Ιωάννης το όνομα, ή Γιάγκος, ως αποκαλεί αυτόν η σύζυγός του, οσάκις του παρουσιάζει λογαριασμούς προς πληρωμήν, παίζει, ως προείπομεν, σκουπιστήν μετά της κυρίας του.
Η κυρία του είνε γυνή τεσσαράκοντα περίπου ετών, οστεώδης, λιπόσαρκος και πλήρης γωνιών, οξείαν έχουσα την ρίνα, προέχοντα τον πώγωνα, στικτούς τους οφθαλμούς και ελαφρώς μυστακιών το άνω χείλος. Θυγάτηρ αγαθού αγρότου, ήντλει μικρά έτι από του φρέατος της οικίας, ίνα ποτίζη τον πατρικόν όνον, και πολλάκις μετεφέρετο από των αγρών εντός των καλάθων του, οσάκις απέκαμνε να τον παρακολουθή γυμνόπους. Νυμφευθείσα πτωχή και άπροικος τον Περδίκην, ελλείψει άλλου κρείττονος γαμβρού, και μετά σπουδαίαν χειροτονίαν του βρακοφόρου πατρός της, όστις ουδεμίαν, έλεγεν, είχεν όρεξιν να την βάλη εις το ράφι, ευρέθη αίφνης μετά τινα έτη πλουσία σύζυγος κ' έτι πλουσιωτέρα κληρονόμος, ότε ο πατήρ της, ανακαλύψας ημέραν τινά εν τω μυχώ παλαιού κιβωτίου κίτρινά τινα και σκωληκόβρωτα χαρτιά, κατέλαβε δυνάμει αυτών μεγάλην γαιών περιοχήν περί τας Αθήνας, και απεδείχθη αίφνης μεγαλοκτηματίας. Είνε αληθές όμως, και πρέπει τούτο να σημειωθή προς τιμήν του ήρωος ημών, ότι ο γαμβρός αυτού μεγάλως τον εβοήθησε κατά τε την ανακάλυψιν των κιτρίνων χαρτίων και την ανεύρεσιν των γαιών.
Ούτω δε εντός δεκαετίας μόλις από του γάμου του Περδίκη εντελής και γενική μεταμόρφωσις επήλθε βαθμηδόν εν τω οίκω του, πάσαι δε της οικογενείας αυτού αι κάμπαι προέκυψαν ημέραν τινά του βόμβυκος αυτών περικαλλείς χρυσαλλίδες. Και ο οίκος αυτός μετεμορφώθη, και η κυρία μετέβαλεν ομιλίαν και ράπτριαν, και ο κύριος ήλλαξεν έργον και άλυσιν του ωρολογίου του. Ουδείς βλέπων την κυρίαν Περδίκη ηδύνατο να ενθυμηθή την ηλιοκαή και ακτένιστον παιδίσκην, ήτις εσάρονέ ποτε τον σταύλον του πατρός της, ούτε συνομιλών μετά του συζύγου της ηδύνατο να υποπτεύση ομοιότητά τινα μεταξύ της φωνής του και της φωνής του παραγγέλλοντος ένα βαρύν και γλυκύν ρυπαρού υπηρέτου μικρού καφενείου της Πλάκας.
Τοιούτον εν ολίγοις το ζεύγος, όπερ την εσπέραν της 19 Αύγουστου 1883
έπαιζε σκουπιστήν εν τω οίκω του Κ. Περδίκη.
Β'.
— Τι έγειναν απόψε τα παιδιά; ερωτά ο οικοδεσπότης, σκουπίζων δι' ενός ρήγα τα επί της τραπέζης χαρτιά.
— Αι! το παράκαμες, κύριε! φωνεί η Κ. Πηνελόπη· δεν μ' αφίνεις χαρτί.
Και προσθέτει μετά μικρόν, ρίπτουσα ένα τεσσάρι επί την τράπεζαν.
— Α! τα παιδιά είπες; πήγαν εις το Φάληρον.
— Δεν το βαρέθηκαν ακόμη εκείνο το γαλλικόν θέατρον; Δεν ξεύρω τι του βρίσκουν! εγώ, να σου ειπώ, μ' αρέσει καλλίτερα το Ελληνικόν. Ό,τι έχω εγώ τους Μυλωνάδες και τους Πειρατάς με τον Ταβουλάρη.
Όχι δα και συ! το γαλλικόν έχει άλλην χάριν.
— Δεν ειξεύρω, . . . αλλά μου λέγουν, ότι δεν είνε και πάρα πολύ ηθικόν.
— Ανοησίαις! ηθικόν! τόσος καλός κόσμος που πηγαίνει . . .
— Ναι, δεν σου λέγω, αλλά τι τα θέλεις! θα είχα καλλίτερα να μην επήγαινεν η Ασπασία τόσον συχνά. Εγώ μίαν φοράν επήγα όλην όλην, και αυτήν διά το χατήρι σου, και εντράπηκα, σε βεβαιόνω. Έπειτα είνε και το έξοδο! το Φάληρον τώρα ακρίβηνε. Κάθε φοράν που πηγαίνουν κάτω τα παιδιά, θα θέλουν είκοσι φράγκα το ελάχιστον.
— Αι, καλά τώρα! Συ νάχης την υγείαν σου, και ας διασκεδάσουν και λιγάκι τα καϋμένα τα παιδιά. Δόξα σοι ο Θεός, η δουλειαίς σου πηγαίνουν περίφημα.
— Ας ην' οι άνθρωποι καλά, δεν έχω παράπονον. Αλλά δεν είνε λόγος αυτός να τα σκορπούμε.
— Ποιος είπε να τα σκορπούμε; Κανείς δεν τα σκορπά. Ξοδεύομεν μόνον όσα πρέπει, διά να κρατούμεν την θέσιν μας εις την κοινωνίαν. Αλήθεια . . . δεν ηξεύρεις δα! Η κυρία Μιχάκη μ' απάντησε προχθές κ' έκαμε πως δεν μ' εγνώρισε. Παλαιαί συμμαθήτριαι γειτόνισσαις τόσα χρόνια, τώρα που πανδρεύθηκε δεν ειξεύρω τι της εφάνη! Επειδή τάχα επήρε ένα λοχαγό και πηγαίνει εις το παλάτι, ψήλωσ' η μύτη της.
— Άφησ' την να ψηλώση. Η σακκούλα της να ιδούμε τι έχει.
— Μα έλα δα!
— Και πού την απάντησες την Κυρίαν Μιχάκη;
— Εις της Λιζιέ.
— Πάλιν εις της Λιζιέ ήσουν; ποιος ξεύρει τι λογαριασμοί με περιμένουν! υπολαμβάνει ο Ιωάννης, στενάζων εκ των εγκάτων αυτού.
— Ου! καϋμένε Γιάγκο! να σε ακούση κανείς, θα ειπή πως σ' επτώχυνα· τι λογαριασμοί; Δύο μήνας έχω τώρα που σε παρακαλώ διά τον παληό της λογαριασμό από χίλια πεντακόσια φράγκα, και ακόμη . . .
— Θαλθή και αυτουνού η ώρα του, διακόπτει ο Περδίκης, και μη στενοχωρηέσαι.
— Πότε; όταν κερδήσωμεν το λαχείον;
— Λαχείον είπες; α! ναι, είδες; . . . λέγει ο σύζυγος, και αφίνων αίφνης τα χαρτιά επί της τραπέζης, προσθέτει μετά μικράν τινα σκέψιν
— Τι έκαμες ταις πέντε προμέσαις που σου έδωκα ταις προάλλαις;
— Ταις εφύλαξα. Α! έδωκα μίαν της καϋμένης της μαγείρισσας! Με παρεκάλεσε τόσον πολύ . . . . απαντά δειλώς, μ' όλον αυτής τον μύστακα, η Κυρία Πηνελόπη· προσθέτει δε αμέσως, βλέπουσα δυσαρέστως μορφάζον το πρόσωπον του συζύγου της·
— Της εκράτησα από τον μισθόν της τα τρία φράγκα.
— Δεν έπρεπε να της την δώσης· ας ήνε. Αυτό είνε τύχη, και την τύχην του κανείς δεν την πουλεί, ούτε την χαρίζει.
Διενοήθη επί στιγμήν ο Ιωάννης να ερωτήση τον αριθμόν του γραμματίου, όπερ είχε παραχωρήση εις την μαγείρισσάν του. Αλλ' ο διαλογισμός του αυτός υπήρξε στιγμιαίος και στιγμιαίως εξηφανίσθη. Μόλις διανοηθείς αυτόν, ανελογίσθη συνάμα, ότι καλλίτερον ήτο να μη τον εκστομίση, και εσίγησε περίφροντις.
— Τι συλλογίζεσαι; ερωτά η Κ. Πηνελόπη. Κάτι σκεπτικός έγεινες;
— Ενθυμήθηκα ότι κάπου έχω να πάγω, απαντά ο Περδίκης εξάγων το ωρολόγιόν του. Διάβολε! δέκα περασμέναις και ο Ξανθάκης θα με περιμένη.
— Τέτοιαν ώραν θα βγης;
— Δουλειαίς, αγάπη μου, δουλειαίς, απαντά ο Ιωάννης και εγερθείς λαμβάνει τον πίλον του και την ράβδον του.
— Μην αργήσης, να σε χαρώ· ξεύρεις ότι δεν με παίρνει ύπνος πριν έλθης.
— Το ξεύρω, χρυσό μου, το ξεύρω, λέγει καθησυχάζων την τρυφερότητα της συζύγου του και μορφάζων μάλλον ή μειδιών ο Γιάγκος.
Και εξέρχεται εις την οδόν.
Η κυρία Πηνελόπη, μείνασα μόνη, απλόνει τα χαρτιά επί της τραπέζης και ρίπτει την πασιέντσαν του Ναπολέοντος, διά να ίδη αν θα κερδήση εις το λαχείον. Αλλά τα χαρτία δυστροπούσι φοβερά, και μάτην επικαλείται η κυρία εις βοήθειάν της πάσαν δυνατήν και θεμιτήν καλπονόθευσιν.
Τα χαρτιά απλούνται ήδη δι' ογδόην φοράν επί της τραπέζης, ότε η θύρα σημαίνει. Είνε η δεσποινίς Ασπασία και ο νεαρός Τηλέμαχος, υιός και θυγάτηρ του Κ. Περδίκη, επιστρέφοντες από του φαληρικού θεάτρου.
— Καλό 'ς τα! προσφωνεί τα τέκνα της η κυρία Πηνελόπη, διακόπτουσα επί στιγμήν την χαρτομαντικήν αυτής. Πώς περάσατε; ήτον κόσμος πολύς; πώς επήγεν η παράστασις;
— Ωραία, μαμά! απαντά η δεσποινίς Ασπασία εις την πρώτην μητρικήν ερώτησιν.
— Τρο-με-ρός! απαντά ο Τηλέμαχος εις την δευτέραν, καταπίπτων επί μιας καθέδρας, απομάσσων τον ευγενή του μετώπου του ιδρώτα δι' ευώδους μικρού μανδηλίου και ανάπτων έν σιγάρον υπό την ρίνα σχεδόν της μητρός του.
— Εξαίρετα! απολαμβάνει η κόρη συμπληρούσα την απάντησιν εις τας ερωτήσεις της μητρός αυτής.
Και επιλαμβάνεται η αβρά δεσποινίς να αφηγηθή εις την Κ. Περδίκη την
υπόθεσιν της Μascotte.
Γ'.
Ο Περδίκης εξήλθε του οίκου, αλλά δεν κατηθύνθη εις του φίλου του Ξανθάκη, ως είπεν εκ του προχείρου προφασιζόμενος εις την σύζυγόν του.
Ανήλθεν αλλόφρων και βραδυπατών την οδόν Σταδίου, διέδραμε την πλατείαν του Συντάγματος, κ' ευρέθη μετ' ολίγον υπό την δενδροστοιχίαν του κήπου των Ανακτόρων, κατευθύνων το βήμα του προς τα Άντρα.
Ο Ιωάννης είνε πολύ σκεπτικός, και ιδέα τις επίμονος φαίνεται τυραννούσα την διάνοιαν αυτού.
Είχε, και αυτός δεν ειξεύρει πώς, περίεργον και ανεξήγητον προαίσθημα. Φρονεί αδιασείστως, ότι θα κερδήση αύριον τον πρώτον λαχνόν κατά την κλήρωσιν των λαχειοφόρων ομολογιών του δανείου της Τραπέζης. Αλλά, την μακαριότητα του ωραίου αυτού προαισθήματος ταράττει η είδησις, ην προ μικρού τω ανεκοίνωσεν η σύζυγός του, ότι έν των είκοσι γραμματίων, άτινα προς μιας εβδομάδος ηγόρασε, περιήλθεν εις χείρας της υπηρετρίας του.
Αν αίφνης ο κερδαίνων λαχνός είνε αυτός;
Το συλλογίζεται μόνον και αισθάνεται ότι κόπτονται τα γόνατά του.
— Δεν είνε άραγε τρόπος; διανοείται ο Περδίκης, και γίνεται αυτός μεν σκεπτικώτερος, το δε βήμα του βραδύτερον.
Περικάμπτει ούτω το αγγλικόν νεκροταφείον, φθάνει εις το απέναντι αυτού μικρόν καφενείον, και βλέπων, ότι τα τραπέζιά του είνε εντελώς έρημα, κάθηται αυτομάτως εις έν εξ αυτών.
Ο Περδίκης τρελαίνεται διά ναργιλέν· αλλ' ουδέ καν συλλογίζεται να τον διατάξη. Σκέπτεται πάντοτε, και φέρων αδιακόπως την αριστεράν του χείρα εις το μέτωπον, τρίβει διά του αντίχειρος και του παραμέσου τους κροτάφους τον.
— Το γουργουλίδιόν σας, κυρ Γιάγκο; ερωτά προσερχόμενος νυσταλέος υπηρέτης.
Αλλά μη λαμβάνων απάντησιν, ερμηνεύει ως αποδοχήν εν των αλλεπαλλήλων Χμ! δι' ων ο Περδίκης συνοδεύει την επίμονον τριβήν των κροτάφων τον, και φέρει μετ' ολίγον τον ναργιλέν, ροφών μεν καθ' οδόν από του επιστομίου του, ίνα δήθεν διατηρήση αυτόν ανημμένον, σπογγίζων δε κατόπιν αυτό διά της ρυπαράς του παλάμης.
Ο Γιάγκος λαμβάνει αυτομάτως την σύριγγα, την φέρει ανεπιγνώστως εις τα χείλη του και ροφά μηχανικώς επί τινα δευτερόλεπτα. Αλλ' αίφνης εγείρεται, χωρίς καν να συλλογισθή να πληρώση την δεκάραν του, και αναχωρεί κατευθυνόμενος προς την πόλιν.
Η μορφή του είνε πάντη αλλοία· το πρόσωπόν του εφαιδρύνθη. Αι χείρες του αναπάλλονται δεξιόθεν και αριστερόθεν ως εκκρεμή ωρολογίου, και το βήμα του έγεινεν ελαφρόν και υπόπτερον βήμα σεισοπυγίδος. Προδήλως μετεβλήθησαν και οι διαλογισμοί του. Ευρέθη, φαίνεται, ο τρόπος εκείνος . . ., και η φαντασία του Περδίκη αρμενίζει τώρα πλησίστιος και φαιδρά διά του απείρου πόντου των σχεδίων, ων αναπλάττει δυνατήν και προσεχή την πραγματοποίησιν διά του αναποφεύκτου κέρδους των εκατόν χιλιάδων.
Ο νους του μεθίπταται ακάματος από ιδέας εις ιδέαν και από επιχειρήσεως εις επιχείρησιν. Αγνοεί τι να εκλέξη και πού να σταματήση. Πόσα πράγματα δύναταί τις να κάμη με εκατόν χιλιάδας μετρητού χρήματος, ακόπως αποκτηθείσας και αμέσως διαθεσίμους! Ο Περδίκης, φαίνεται, θέλει να τα κάμη όλα διά μιας, διότι τα διάφορα σχέδιά του σωρεύονται αλλεπάλληλα εν τη διανοία του, και μάτην προσπαθεί να τα τακτοποιήση.
Συλλογίζεται εν πρώτοις να αναπτύξη έτι μάλλον τας εργασίας του, να αυξήση ιδίως τα επί ενεχύρω δάνειά του, και να συστήση συγχρόνως, υπό πιστόν τινα διευθυντήν, ειδικόν κατάστημα πωλήσεως των εις την κυριότητά του περιερχομένων ούτω τιμαλφών. Αλλ' αυτό θα ηδύνατο να το κάμη και άλλως, χωρίς τας εκατόν.
Διανοείται μετά μικρόν να συστήση εφημερίδα καθημερινήν, οικονομικοπολιτικήν, ή κάλλιον πολιτικοσατυρικήν, με πολλά ποικίλα, την οποίαν να εκτιμά και να φοβήται, ή κάλλιον να φοβήται μάλλον παρά να εκτιμά ο κόσμος, και της οποίας να περιποιήται κατ' ανάγκην τον διευθυντήν. Είνε αληθές ότι δεν γνωρίζει πολλά γράμματα — περί τούτου δεν πλανάται ο Περδίκης, — αλλά τι σημαίνει αυτό; Είνε ανάγκη να ηξεύρη τις πολλά γράμματα διά να διευθύνη εφημερίδα;. Αυτός θα λέγη, και άλλος θα γράφη. Έπειτα, ο Τηλέμαχος; Αυτός εξεύρει γράμματα περισσότερα παρ' όσα χρειάζονται. Θα ήνε ο γραμματεύς της συντάξεως, και θα γράφη συγχρόνως και τα θεατρικά, εις τα οποία είνε πολύ δυνατός. Αλλά θα κερδίζη η εφημερίς; θ' απαντά τουλάχιστον τα έξοδά της; Περί τούτου έχει μερικάς αμφιβολίας ο Περδίκης.
Εν μέσω δε των αμφιβολιών τον αναθρώσκει άλλη ιδέα εις τον εγκέφαλόν αυτού να γίνη βουλευτής. Νομίζει, αν δεν τον απατά μνήμη και η οικογενειακή παράδοσις, ότι συγγενής της μητρός του κατήγετο εκ Θεσσαλίας. Εκεί, λέγει καθ' εαυτόν, είνε κάπως ευκολωτέρα η επιτυχία.