WeRead Powered by ReaderPub
Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος / Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται cover

Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος / Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται

Chapter 43: ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ (6)
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

Συλλογή πεζογραφημάτων και δοκιμίων που συγκεντρώνει παλαιότερα δημοσιευμένα κείμενα, περιλαμβάνοντας σύντομα διηγήματα, κοινωνικές εικόνες, επιστολικές εντυπώσεις και μια μυθολογική αναδιήγηση. Τα κείμενα παρατηρούν την καθημερινότητα της πόλης και τις κοινωνικές αντιθέσεις, θίγουν θέματα φτώχειας και πλούτου και καταγράφουν ηθικά και πολιτισμικά έθιμα. Ο τόνος μετακινείται μεταξύ νοσταλγικής ανάμνησης και κριτικής παρατήρησης, με έμφαση στην περιγραφή χαρακτήρων, αστικών σκηνών και μικρών συμβάντων που φωτίζουν εποχικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες.

Οι άνθρωποι εκεί δεν εγυμνάσθησαν ακόμη αρκετά εις την διαχείρισιν του σφαιριδίου, και επιτυχής τις συνδυασμός . . . Εννοείται, ότι του συνδυασμού θα καταβάλη αυτός τας εκλογικάς δαπάνας. Η θυσία αύτη του φαίνεται πολύ εύλογος. Έπειτα, αφού γίνη βουλευτής, αι! τα παρακάτω έρχονται μόνα των. Φωνήν, δόξα τω Θεώ, έχει αρκετήν· πόδας έχει διά τας κλίμακας των υπουργείων έχει δε και γρόνθους εν ανάγκη στιβαρούς διά τας ταραχώδεις βουλευτικάς συζητήσεις.

Περί το τελευταίον τούτο σχέδιον, εις ό ευαρεστότερον παραμένει αναπτερωθείσα φαντασία του Ιωάννου, ανακλαδούνται πολλαί άλλαι ιδέαι δευτερεύουσαι: προσφοραί τινες εις αγαθοεργά καταστήματα — όχι πολύ μεγάλαι βέβαια, αλλ' αρκεταί ως τι να λαλήση περί αυτών ο τύπος· γεύματά τινα εις μερικούς φίλους ολίγα δώρα κατάλληλα εις πρόσωπα επιρροής και κοινωνικής σημασίας· και είς ή δύο χοροί τον χειμώνα — με ορχήστραν, εννοείται, και με δείπνον — κατά τους οποίους, τις οίδε, ημπορεί τέλος να τοποθετηθή και η Ασπασία του.

Πάντα ταύτα ανακυκώνται φύρδην μίγδην εν τη διανοία του Περδίκη, και ο Περδίκης βαίνει γοργώ τω βήματι, απομάσσων διά της παλάμης τον ιδρώτα του μετώπου του, χωρίς καν να προσέχη πού διευθύνεται.

Τέλος αργά, πολύ αργά, ευρίσκεται ανεπαισθήτως προ της θύρας του οίκου του. Εισέρχεται χωρίς να σημάνη, διότι κρατεί πάντοτε το κλειδίον του, και ευρίσκει την κυρίαν Πηνελόπην κοιμωμένην επί της καθέδρας της, και αναπαύουσαν την κεφαλήν αυτής επί του βραχίονός της, εν μέσω σωρείας παιγνιοχάρτων.

Δ'.

Ο Ιωάννης διήγαγε σχεδόν άυπνον νύκτα και εξήλθε λίαν πρωί της οικίας του.

Εν τω γραφείω του ήτο διαρκώς αφηρημένος. Εκάθητο και ηγείρετο άνευ λόγου, εζωγράφει παντοειδείς χιμαιρικάς εικόνας επί του ερυθρού στυπποχάρτου όπερ εκάλυπτε την τράπεζάν του, εμονολόγει πολλάκις ασυνάρτητα και ακατάληπτα, και έβλεπεν αδιακόπως το ωρολόγιόν του.

Άπαξ ή δις μάλιστα ενόμισεν ότι εστάθη, το έφερεν εις τα ώτα του, και αποτεινόμενος εις μικρόν τινα, ωχρόν και καχεκτικόν νεανίσκον, όστις έγραφε κεκυφώς επί παρακειμένου τραπεζίου και εξετέλει παρά τω Περδίκη το διπλούν έργον γραμματέως συνάμα και υπηρέτου, τον ηρώτησε·

 — Τι ώρα έχεις Δημήτρη; α! λησμόνησα ότι δεν έχεις ρωλόγι.

 — Εγώ ρωλόγι, κυρ Γιάγκο! απήντησεν ο ωχρός γραμματεύς, και ανέκφραστον μελαγχολικόν μειδίαμα διέστειλε τα άναιμα χείλη του. Τι θέλετε; να μάθετε τι ώρα είνε;

 — Ναι, καϋμένε· μου φαίνεται ότι το ρωλόγι μου πηγαίνει τρομερά πίσω.

 — Εύκολο πράγμα, Να πεταχθώ μίαν στιγμήν εις το καφενείον . . .

Και πριν ή αναμείνη την έγκρισιν της προτάσεώς του, ο Δημήτρης, χαίρων ότι τω παρέχεται ευκαιρία να πεταχτή μίαν στιγμήν έξω, διαβαίνει ασκεπής την οδόν, εισέρχεται εις το απέναντι καφενείον, λέγει δεξιά και αριστερά ολίγας λέξεις εις τους παρακαθημένους γνωρίμους, βλέπει το εκκρεμές του καφενείου, κ' επιστρέφει εις το γραφείον λέγων·

 — Εννηάμισυ!

 — Καλά το υπέθετα εγώ. Είκοσι λεπτά πηγαίνω πίσω.

Ο Περδίκης ανοίγει τον σύρτην της τραπέζης του, λαμβάνει γραμμάτια τίνα λαχείων απωτεθειμένα εις τους μυχούς αυτού, τα μετρεί, γράφει τους αριθμούς των επί μίας σελίδος του σημειωματαρείου του, κάτωθεν άλλων ομοίων αριθμών, και λαμβάνων βιαίως τον πιλόν του εξέρχεται του γραφείου και κατευθύνεται προς την Εθνικήν Τράπεζαν.

Δεν είναι δέκα η ώρα, αλλ' ο Περδίκης αδιαφορεί. Εισέρχεται εις την αίθουσαν, όπου πρόκειται να γείνη η κλήρωσις, κ' εκπλήτεται ότι δεν είνε ο πρώτος. Πολλοί άλλοι γνώριμοι και ομότεχνοι τον προέλαβον. Παρατηρεί τας ανησύχους αυτών μορφάς, και μειδιά παράδοξον οίκτου μειδίαμα.

 — Όλοι αυτοί θαρρούν πως θα κερδήσουν, λέγει καθ' εαυτόν. Πλησιάζει δε εις το ορφανόν κοράσιον, όπερ εκλήθη να εξαγάγη τους λαχνούς από της κληρωτίδος, θωπεύει πατρικώς την παρειάν αυτού και λίγο ευθύμως·

 — Να σε ιδώ κορίτσι μου! Να δώση ο Θεός να είσαι τυχηρή, και την προίκα σου εγώ θα σου την κάμω.

Τέλος τι να βραδύνωμεν; Ο πρώτος αριθμός εξάγεται της κάλπης και κηρύσσεται μεγαλοφώνως εις επήκοον των παρισταμένων. Ο Ιωάννης διατρέχει διά βλέμματος γοργού τον κατάλογόν του, βλέπει τον αριθμόν εκείνον τον μαγικόν, . . . τον βλέπει μεταξύ των πρώτων του σημειωματαρίου του.

Το προησθάνετο, το ανέμενε, το είχε βέβαιον, και όμως το αίμα ανέβη διά μιας εις την κεφαλήν του, η δε καρδία του εσταμάτησε προς στιγμήν και ήρχισεν ευθύς σφύζουσα βιαίως και οιονεί σφυρηλατούσα το στήθος του. Οι οφθαλμοί του εθαμβώθησαν, ιλιγγίασεν, εζαλίσθη, και του εφάνη αίφνης ότι τα ψηφία του αριθμού του εμεγάλωσαν, εξετάθησαν, και εκάλυψαν τέλος όλην την σελίδα του καταλόγου του. Έπειτα εξηκολούθησαν ακόμη να διαστέλλωνται, απεσπάσθησαν του χάρτου, έγειναν κολοσσοί, και ήρχισαν περιπατούντα εντός της αιθούσης, περιστοιχίζοντα αυτόν και μορφάζοντα παραδόξως.

Αλλ' όλη όμως αύτη η φαντασμηγορία ολίγα μόνον δευτερόλεπτα διήρκεσεν. Ο Περδίκης έβαλε βραγχώδη κραυγήν, μίαν μόνην και μονοσύλλαβον·

 — Α!

Και εξήλθε της αιθούσης.

 — Κύριε Περδίκη, κύριε Περδίκη!

 — Δικός σας είνε ο πρώτος;

 — Σας συγχαίρομεν!

 — Και εις άλλα!

 — Σταθήτε δα!

 — Μη λησμονήσετε την προίκα του κοριτσιού.

Αι φωναί αύται καταδιώκουσι θορυβωδώς τον Ιωάννην, οικειότεροι δέ τινες των παρισταμένων τρέχουσι και κατόπιν του μέχρι της θύρας. Αλλ' εκείνος εξήλθεν ήδη εις την οδόν, επήδησεν εντός της προστυχούσης αμάξης, κ' εφώνησεν εις τον αμαξηλάτην·

 — 'Σ το σπίτι! γρήγορα!

Αλλά μόλις εκίνησεν η άμαξα και ο Περδίκης έγεινεν ηρεμώτερος. Το θάμβος των οφθαλμών του διελύθη· ο αριθμός εκείνος, ο φανταστικάς έχων τας διαστάσεις και προ μικρού έτι χορεύων τον κόρδακα προ των οφθαλμών του, επανέλαβεν ήσυχος την προτέραν αυτού θέσιν επί του σημειωματάριου του, και το σημειωματάριον ετέθη πάλιν εις το θυλάκιόν του. Η διάνοια του Περδίκη ήρχισε σκεπτομένη ωριμώτερον και ψυχρότερον.

 — Είνε λοιπόν ο αριθμός αυτός από τους πέντε που έδωσα της γυναικός μου, είπε καθ' εαυτόν ο Ιωάννης· και δεν είνε παράξενον να ήνε . . .

Και ξύει επιμόνως τον αυχένα του.

 — Στάσου, αμαξά! κραυγάζει αμέσως και καταβαίνει του δίφρου εν μέση τη οδώ. Καταλείπων δε την λεωφόρον, μεταβαίνει διά στενωπών εις την οικίαν του, εισέρχεται εις αυτήν απαρατήρητος διά μικράς τινος υπηρετικής θύρας, αναβαίνει απνευστί διά στενής πλαγίας αναβάθρας εις το δωμάτιον της υπηρετρίας του, και χωρεί ακροποδητί προς επίμηκες πράσινον κιβώτιον, όπερ κατέχει μίαν αυτού γωνίαν.

Εκεί ίσταται και ακροάται. Δεν ακούει τίποτε. Είνε ελεύθερος να κάμη ό,τι θέλει, αλλά . . . διστάζει να το κάμη. Εκτείνει την χείρα του προς το κιβώτιον και πάλιν την αποσύρει· στρέφει έντρομος το βλέμμα του προς την θύραν, διότι του φαίνεται ότι κάτι ήκουσεν. Αλλ' είνε μάταιος ο φόβος του. Δεν είνε κανείς, και ο Περδίκης πλησιάζει εγγύτερον εις το κιβώτιον.

 — Αι! λέγει καθ' εαυτόν. Πρέπει να τελειόνω και σύντομα. Δράττει τότε αποφασιστικώς το κάλυμμα του κιβωτίου και προσπαθεί να το ανοίξη, αλλά το κιβώτιον είνε κλειστόν. Εντείνει τας δυνάμεις του, ίν' αποσπάση το κάλυμμά του, αλλ' αι χείρες του τρέμουσι κάπως, και το κιβώτιον ανθίσταται. Εξάγει τότε τον ορμαθόν των κλειδίων του, κύπτει προς το κλείθρον και εισάγει έν εξ αυτών εις την οπήν τον.

Το κιβώτιον ανοίγεται, και ο Ιωάννης ανακυνά πυρετωδώς το περιεχόμενον. Εις τον έσχατον αυτού μυχόν ευρίσκει τέλος ό,τι εζήτει· τον πολύτιμον κλήρον, συνεπτυγμένον εις σχήμα μικροσκοπικόν και τυλιγμένον εντός άλλου χαρτίου. Τον ανοίγει, . . . και βλέπει ακτινοβολούντα προ των ομμάτων του τον μαγικόν εκείνον αριθμόν, ούτινος αρχίζουν πάλιν τα ψηφία να μεγεθύνωνται εις γίγαντας και να χορεύουν πυρρίχην εντός του μικρού δωματίου. Αλλ' ο Περδίκης δεν λησμονεί, ότι δεν έχει καιρόν διαθέσιμον εις ακαίρους φαντασμηγορίας, και η ισχυρά του θέλησις επαναφέρει ταχέως την ηρεμίαν εις το πνεύμα του. Εξάγει εκ του θυλακίου του έν άλλο γραμμάτιον, το διπλόνει απαραλλάκτως ως το άλλο, και το τοποθετεί εις το βάθος του κιβωτίου, ούτινος τακτοποιεί επιμελώς το περιεχόμενον ως καλή οικοκυρά. Είτα το κλειδόνει πάλιν ως καλός οικοκύρης, καταβαίνει εις την οδόν όθεν ήλθε, και εισέρχεται εις την οικίαν του διά της αυλείου θύρας, αφού θορυβωδώς εσήμανε τον κώδωνα, και δρομαίως προσήλθε να του ανοίξη ο υπηρέτης του με τον λευκόν λαιμοδέτην.

Ο Περδίκης είνε εντελώς ατάραχος· τα γόνατά του μόνον τρέμουν ολίγον.

Ε'.

 — Καλέ Γιάγκο, αλήθεια;

 — Κερδήσαμε, παπάκη;

 — Αι, τώρα πατέρα, τελείωσαν τα ψεύματα. Θα με στείλης εις το Παρίσι.

Αι τρείς αύται φράσεις, κραυγαί μάλλον ή προσφωνήσεις, υποδέχονται τον Περδίκην εισερχόμενον εις την αίθουσαν, όπου η σύζυγος και τα τέκνα του ετελείωσαν προ μικρού το πρόγευμά των.

Η κυρία Περδίκη αφήνει την επιφυλλίδα της «Εφημερίδος», η Ασπασία την επιφυλλίδα της «Στοάς», ο Τηλέμαχος, . . δεν αφίνει το σιγάρον του, εγείρονται δε και οι τρεις και κυκλούσι τον Περδίκην, και σύρουσιν αυτόν, η μεν από της χειρός, η δε από του επενδύτου του, και ο χαριέστατος κληρονόμος του πατρικού ονόματος και των πατρικών αρετών από της χονδράς αλύσεως του ωρολογίου του.

 — Το μάθατε κηόλα; ερωτά εκείνος, ποιος σας το πρόφθασε;

 — Ο καϋμένος ο Δημήτρης έτρεξε ευθύς και μας το είπεν, απαντά η σύζυγος του μεσίτου.

 — Κ' ελιποθύμησ' ευθύς, 'σαν τον στρατιώτην του Μαραθώνος, προσθέτει ο Τηλέμαχος, πρόσφατον έτι έχων εις την μνήμην του το ιστορικόν γεγονός, χάρις εις τας απαντήσεις άνευ ερωτήσεων της «Εβδομάδος» .

 — Λέγε μας λοιπόν, πώς έγεινε; ήσουν εις την κλήρωσιν;

 — Εννοείται ήμουν. Το πώς έγεινε είνε απλούστατον. Εβγήκε από το κουτί ο αριθμός μου, τον ήκουσα που τον εφώναξαν, κ' έφυγα ευθύς, διά να μην έχω συγχαρήκια και αηδίαις. Αλλά φαίνεται το εμυρίσθηκε ο κόσμος, αφού το έμαθε και ο Δημήτρης.

 — Ου! διακόπτει Περδίκης ο νεώτερος· όλοι 'ς το χρηματιστήριον το ξεύρουν,

 — Και ποιος αριθμός εκέρδησε, παπάκη, ερωτά η δεσποινίς Ασπασία· μήπως είνε ο δικός μου;

 — Όχι, κόρη μου είνε ο αριθμός που . . . Και παρ' ολίγον ωλίσθαινεν εις το βάραθρον η γλώσσα του Περδίκη. Αλλ' ο ευφυής Έλλην εκλονίσθη μόνον, χωρίς να πέση, και διορθών αμέσως την φράσιν του εξηκολούθησεν ατάραχος·

 — Από τους αριθμούς που είχα φυλάξει εις το γραφείον.

 — Επήρες την ομολογίαν, πατέρα;

 — Θα βγω ύστερα να πάγω να την πάρω. Έχω καιρόν ως το βράδυ

Δεν διατρίβομεν εις λεπτομερή περιγραφήν της αγαλλιάσεως, ήτις νέμεται τον οίκον Περδίκη. Δεν αναφέρομεν τα πολυποίκιλα σχέδια, άτινα φύονται εις εκάστου την κεφαλήν, ουδέ τας μικράς και μεγάλας απαιτήσεις άτινες επιπίπτουσι διά μιας και ως εξ ενέδρας κατά των εκατόν χιλιάδων, ουδέ των υπηρετών τα συγχαρητήρια, οίτινες εισορμώσι μετά μικρόν εις την αίθουσαν, άλλος από του μαγειρείου και άλλος από του υπερώου. Ο αναγνώστης μαντεύει πάντα ταύτα ευκόλως, υποθέτομεν· αν δε δυσκολεύεται εις τούτο, ας φαντασθή προς στιγμήν, ότι αυτός εκέρδησε τον πρώτον λαχνόν, και τα φαντάζεται αμέσως.

Ο Περδίκης, σοβαρός το φαινόμενον και ατάραχος, αποδέχεται τας περί αυτόν εκδηλώσεις μετ' ηρεμίας επικής, αρκείται δε μόνον πραΰνων τον γενικόν αναβρασμόν διά προσηνών τινων μειδιαμάτων και ολίγων γενικών και συντόμων φράσεων·

 — Καλά! Θα ιδούμεν! Μη τρέχετε· υπομονή!

 — Α! είδες; απολαμβάνει η κυρία Περδίκη λησμόνησα να σου δώσω δύο γράμματα . . . — Φέρ' τα μίαν στιγμήν, Ασπασία· επάνω εις το τραπεζάκι τα έβαλα.

Η δεσποινίς Περδίκη εκτελεί την μητρικήν παραγγελίαν, και απέρχεται κατόπιν εις το δωμάτιόν της ίνα συγυρισθή, αφού προηγουμένως εσφράγισε διά τρυφεροτάτου φιλήματος την πατρικήν παρειάν, κ' εψιθύρισε σιγά εις το ους του πατρός της·

 — Θα μου πάρης τώρα δάσκαλον της ιππασίας;

 — Εγώ δεν σε φιλώ, πατέρα, λέγει ο Τηλέμαχος, διότι ξεύρω πως δεν σ' αρέσει να σε φιλούν· αλλά κύτταξε! το Παρίσι μου το θέλω.

Και ο Περδικίδης εξέρχεται του οίκου, αφού ανήψε νέον σιγάρον, ενώ η μήτηρ του φωνεί προς αυτόν φιλοστόργως·

 — Μην αργήσης εις το γεύμα!

Ο Ιωάννης αποσφραγίζει τα δύο γράμματα, και ως άνθρωπος πρακτικός θεωρεί ευθύς αμέσως τας υπογραφάς·

 — «Η εξαδέλφη σας Ευλαλία» λέγει μεγαλοφώνως μεν αλλ' οιονεί προς εαυτόν αποτεινόμενος, μετά την ανάγνωσιν της πρώτης υπογραφής. Ποία είνε αυτή η εξαδέλφη μας; προσθέτει μετά μικρόν, αποτεινόμενος προς την σύζυγόν του· δεν την βάζει ο νους μου.

 — Ευλαλία; απαντά εκείνη. Ου! θα είνε του μπάρμπα Ηλία η κόρη· χήρα η καϋμένη, . . . δευτέρα ανεψιά της μαμάς.

Η κυρία Πηνελόπη αποκαλεί την μητέρα της μ α μ ά ν, μετά την ανακάλυψιν των γηπέδων εκείνων, περί ων εν αρχή ελέγομεν.

 — Δεν την γνωρίζω, δεν την είδα ποτέ μου, υπολαμβάνει ο Ιωάννης.

 — Ήλθ' ένα δυο φοραίς, . . . θα την λησμόνησες. Και τι σου γράφει;

 — Τώρα θα ιδούμεν.

Και ο Περδίκης αναγινώσκει·

 — Αγαπητέ μου εξάδελφε

Ο Γεωργάκης μου είπε την καλήν σας τύχην, και σας συγχαίρομαι με όλην μου την καρδίαν. Εχάρηκα σαν να ήμην εγώ. Σου εύχομαι του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά, και σε παρακαλώ να ενθυμηθείς εις αυτήν την περίστασιν και την πτωχήν την εξαδέλφην σου. Έρχεται χειμώνας και ο καϋμένος ο Γεωργάκης μου δεν έχει δεύτερον φόρεμα. Ο Θεός να σου τα πληθαίνη, εξάδελφέ μου. Χαιρετίσματα εις την εξαδέλφην.

η εξαδέλφη σου Ευλαλία.

 — Να της στείλωμε της καϋμένης κάτι τι, λέγει συγκινημένος ο Ιωάννης, συγγενής μας είνε

Η κυρία Πηνελόπη, πολύ ολιγώτερον συγκεκινημένη, ήνοιγε τα χείλη προς συζήτησιν των φιλανθρώπων διαθέσεων του συζύγου της, ότε από της αυλής της οικίας εκρήγνυται αίφνης παράφωνος αρμονία προχείρου οργανικής μουσικής, αποτελουμένης εξ ενός κλαρινέτου, μιας κιθάρας και μιας σάλπιγγος, και μελπούσης άρρυθμόν τινα και προκατακλυσμιαίαν πόλκαν, εις πανηγυρισμόν της μεγάλης ημέρας.

 — Τα είπαν άλλοι! τα είπαν άλλοι! φωνεί οργίλη προς τον υπηρέτην η κυρία Πηνελόπη. Διώξε τους!

 — Άφησέ τους, ψυχή μου! παρατηρεί μεγαθύμως ο Γιάγκος πτωχοί άνθρωποι είνε. Νά! προσθέτει αμέσως στρεφόμενος προς τον υπηρέτην, δος τους τρία φράγκα, και πες τους, τους ευχαριστούμεν.

 — Αφέντη, και εις άλλα! ακούεται μετά μικρόν έξωθεν τριπλή και ομόφωνος ευχή, πολύ αρμονικωτέρα της προτέρας μουσικής συμφωνίας.

Οι μουσικοί απέρχονται, και ο Περδίκης αναγινώσκει την δευτέραν επιστολήν·

Αξιότιμε κύριε!

Επεκρότησα πάντοτε εις την προόδόν σας, και χαίρω, ότι πρώτος ίσως πάντων σπεύδω να σας εκφράσω τα εγκάρδια συγχαρητήρια μου διά την σημερινήν εύνοιαν της τύχης. Επί τη ευκαιρία δε ταύτη συγχορήσατέ με να σας ενοχλήοω με μικράν τινα παράκλησιν. Έχω ανάγκην μικρού δανείου τριών χιλιάδων δραχμών, διά να ετοιμάσω τα ενδύματα της θυγατρός μου, την οποίαν νυμφεύω μετά ένα μήνα. Δεν έχω άλλην ασφάλειαν εκτός της υπογραφής μου. Υποθέτω δε, ότι σεις ο οποίος τόσον με γνωρίζετε, γνωρίζετε επίσης ότι είνε υπογραφή τιμίου ανθρώπου. Ελπίζω να μου απαντήσετε δύο λέξεις ευνοϊκάς.

Όλος υμέτερος Θ. Ξυλούδης.

 — Αυτός που ήτον βουλευτής μια φορά; ερωτά η κυρία Περδίκη.

 — Αυτότατος! λέγει προτάσσων συνεσταλμένα τα χείλη του και επινεύων σοβαρώς την κεφαλήν ο σύζυγός της. Τον ενθυμούμαι εδώ και πέντε χρόνια . . . πώς αλλάζουν οι καιροί! Ήθελε πολιτικά, βλέπεις! Τον έπιασε η μυίγα να κάμη επιρροήν, διά να γείνη υπουργός. Είχε μερικά παραδάκια· του τάφαγαν οι κομματάρχαι, και τώρα δεν έχει να κάμη τα ασπρόρρουχα της κόρης του.

 — Και όμως κάθε βράδυ, παρατηρεί η κυρία Πηνελόπη, ενώ μειδίαμα οξύγλυκυ κυμαίνει τον επί του αδρού της χείλους επανθούντα μύστακα, κάθε βράδυ η κυρία του με ταις κόραις του είνε η πρώτη και καλλίτερη εις το Φάληρον. Πώς τα καταφέρνουν;

 — Ό,τι να σου πω σε γελώ. Ποιος ξεύρει πόσα τέτοια γράμματα θα έχη ως τώρα γραμμένα ο άνδρας της.

 — Αι, και θα του δανείσης τώρα συ;

 — Να ιδούμεν. Αν έχη ασφάλειαν . . .

 — Αφού σου γράφει ότι δεν έχει άλλην από την υπογραφήν του.

 — Αυτό είνε ένας λόγος. Όλοι εις την αρχήν έτσι λέγουν. Κάτι θα του βρίσκεται.

Την στιγμήν εκείνην κρούεται η θύρα, και μετ' ολίγον εισέρχεται ο υπηρέτης λέγων·

 — Αυθέντη, ένας κύριος σας ζητεί.

 — Πήγαινε τον 'ς τη σάλα! παραγγέλλει η κυρία.

Ο Περδίκης εξέρχεται, και μετά τινα λεπτά επιστρέφει φωνών εν αγανακτήσει

 — Αι! με παρασκότισαν!

 — Ποίος ήτον; ερωτά περιέργως η σύζυγός του.

 — Δεν τον γνωρίζεις ένας παλαιός φίλος μου.

Ο Περδίκης αποσιωπά εντελώς, ότι ο παλαιός του φίλος συνυπηρέτει ποτέ μετ' αυτού εν τω αυτώ καφενείω.

 — Και τι σε ήθελε;

 — Τι με ήθελε! δεν το καταλαμβάνεις; Ήθελε να του βάλω χρήματα . . . ν' ανοίξη καφενείον.

 — Μη χειρότερα. Δανεικά τα ήθελε;

 — Α, μπα! Ήθελε να με κάμη σύντροφον.

Η κυρία Πηνελόπη διαρρήγνυται εις άσβεστον γέλωτα, ο δε Ιωάννης ετοιμάζεται ν' αναχωρήση, ίνα μεταβή εις παραλαβήν της ευτυχούς ομολογίας του, ότε ο υπηρέτης εισέρχεται και πάλιν εις την αίθουσαν, φέρων διά της μιας χειρός επιστολήν, και κρατών διά της άλλης υπερμέγεθες δέμα βιβλίων.

 — Τι είνε πάλιν αυτά; ερωτά ο Περδίκης,

 — Ένα παιδί τα έφερε. Είνε έξω, και περιμένει, λέγει, απάντησιν.

Ο Γιάγκος ανοίγει το γράμμα και αναγινώσκει·

Ευγενέστατε κύριε.

Η τιμή μου είνε εις χείρας εχθρού μου. Πού να φαντασθώ ο ταλαίπωρος, ποία ημέρα μου εξημερόνει. Διά σας εμειδίασε σήμερον η τύχη δι' εμέ, αλλοίμονον! η τύχη δεν έχει πλέον μειδιάματα.

Δι' εκατόν δραχμάς γελοίας, δι εκατόν γελοίας δραχμάς κινδυνεύει η προσωπική μου ελευθερία. Αυτάς τας δραχμάς τας ζητώ από σας. Μη μου ειπήτε όχι, μη μου το ειπήτε! Η ευτυχία είνε φιλάνθρωπος και γενναία. Δεν σας ζητώ έλεος. Σας στέλλω είκοσι αντίτυπα των ποιημάτων μου. Αδελφώσατε την μούσαν μου με τον πλούτον σας. Ο κομιστής αναμένει απάντησιν.

Συννεφάκος.

 — Συννεφάκος; ερωτά η Κ. Περδίκη, ποίος είν' αυτός;

 — Ένας κακομοίρης . . .

 — Και τι δουλειάν κάμνει;

 — Δεν το ήκουσες από το γράμμα του; στίχους γράφει.

 — Καλά, γράφει στίχους, το εκατάλαβα αλλά τι έργον έχει; πώς ζη; Οι στίχοι του δεν πιστεύω να τον τρέφουν.

 — Πουλεί τα βιβλία του, όταν εύρη αγοραστάς, δανείζεται από κανένα, ο οποίος δεν του εδάνεισε άλλην φοράν, γράφει γράμματα συγκινητικά . . .

 — Τι να του ειπώ του παιδιού, αφέντη, που στέκει έξω; ερωτά δειλώς διακόπτων ο υπηρέτης.

 — Νά! απαντά ο Περδίκης μεγαλοπρεπώς. Δος του ένα πεντάρι, και δος του και τα βιβλία του πίσω. Τον ευχαριστούμε, πες, πολύ, αλλά δεν έχομε 'ς το σπίτι βιβλιοθήκη να τα βάλωμε.

 — Η ώρα περνά, προσθέτει, στρεφόμενος προς την σύζυγόν του, κ' εγώ πρέπει να πάγω να φροντίσω διά την ομολογίαν μου.

 — Δεν έχεις τώρα καιρόν, παρατηρεί η κυρία. Το τραπέζι είνε στρωμένον. Άφησε· πηγαίνεις το απομεσήμερον.

 — Δεν σου λέγω, . . . αλλά ήθελα να τελειώσω μίαν ώραν αρχήτερα. Δεν ηξεύρει κανείς, τι ημπορεί να συμβή.

 — Τι θα συμβή; Αι ομολογίαι είνε κατατιθειμέναι, λέγουν τα γραμμάτια, εις το τραπεζιτικόν κατάστημα του κ. Μαυρίδου. Έως το βράδυ έχεις καιρόν να παραλάβης τον αριθμόν μας.

 — Όλα αυτά είνε καλά και άγια, άλλα καμμιά φορά . . . Εγώ λέγω να πεταχτώ μίαν στιγμήν· δεν θα αργήσω.

Και ο Γιάγκος λαμβάνει τον πίλον του και κατευθύνεται προς την θύραν, ενώ η συζυγός του φωνάζει κατόπιν του·

 — Μην αργήσης!

 — Δεν πιστεύω, αν όμως αργήσω, μη με περιμένετε.

Ο Περδίκης ανοίγει την εξώθυραν, αλλά συναντάται επί της φλιάς προς άνθρωπον τινα παραδόξου εξωτερικού, όστις την αυτήν εκείνην στιγμήν έκρουε την θύραν.

Ο επισκέπτης είνε υψηλού μάλλον αναστήματος, ισχνός ως οι λεπτοί και ανεμόφθοροι στάχυς του ενυπνίου του Φαραώ, ρυπαρός την ενδυμασίαν, αξύριστος, άνιπτος, και θρασύς το ήθος μ' όλην αυτού την φαινομένην κατάπτωσιν.

 — Τι αγαπάτε; ερωτά ο Ιωάννης.

 — Εδώ κατοικεί ο Κ. Περδίκης;

 — Μάλιστα, εγώ είμαι. Τι αγαπάτε;

 — Α! η ευγενεία σας είσθε; Έχω πολλήν ευχαρίστησιν.

Και ο άνιπτος κύριος δράττεται διά των ρυπαρών του δακτύλων της χειρός του Ιωάννου, και σείει αυτήν μετά προδήλου συγκινήσεως, προσθέτων·

 — Επεθύμουν να σας ομιλήσω μίαν στιγμήν ιδιαιτέρως.

 — Με συγχωρείτε . . . δεν έχω τόρα καιρών, έχω κάπου να υπάγω, και βιάζομαι . . . , απαντά ο Περδίκης εξερχόμενος εις την οδόν και παρακολουθούμενος υπό του αγνώστου. Αν ηθέλατε να περάσετε αργότερα . . . προς το εσπέρας . . . Ποίος είσθε, παρακαλώ; δεν έχω την τιμήν.

 — Είμαι δημοσιογράφος! απαντά ο άγνωστος μετά πολλής αυταρκείας. Εκδίδω την Αλογόμυιγαν, σατυρικήν εφημερίδα . . . την γνωρίζετε, βέβαια;

 — Ακούτ' εκεί την αγοράζω τακτικώτατα, και με διασκεδάζει πολύ. Του λόγου σας λοιπόν είσθε ο συντάκτης; Χαίρομαι, χαίρομαι!

 — Ευχαριστώ.

 — Και τι ημπορώ να σας χρησιμεύσω; ερωτά ο Ιωάννης, με ήθος ανθρώπου κερδήσαντος εκατόν χιλιάδας δραχμών, και διατεθειμένου να προστατεύση κάπως την δημοσιογραφίαν.

 — Να μου χρησιμεύσετε; σεις εις εμέ; αντερωτά ο εκδότης του σατυρικού φύλλου, μειδιών εν πλήρει και αδιαπτώτω συνειδήσει της ισχύος του. Τίποτε επί του παρόντος. Εγώ ημπορώ να σας χρησιμεύσω, και διά τούτο ήλθα να σας ιδώ . . . να συννενοηθώμεν, αν θέλετε.

 — Με μεγάλην μου ευχαρίστησιν, απαντά ο μεσίτης, και ανακόπτει προς στιγμήν το βήμα του. Περί τίνος πρόκειται;

 — Κύριε Περδίκη, έχετε εχθρούς! . . .

 — Ναι, βέβαια, βέβαια.

 — Αλλά του λόγου σας έχετε κακούς εχθρούς. Σας κατατρέχουν πολύ, σας κακολογούν, θέλουν να σας βλάψουν εις την κοινωνίαν. Χθες μου έφεραν μίαν διατριβήν εναντίον σας τρομεράν!

 — Διατριβήν εναντίον μου; και τι έχουν να μου ειπούν;

 — Φοβερά πράγματα. Διακόσια φράγκα πληρόνουν να την καταχωρίσω. Αλλά εγώ δεν ηθέλησα να το κάμω, πριν συνεννοηθώ μαζή σας. Όπως αυτοί έχουν τόσον συμφέρον να δημοσιευθή η διατριβή των, ίσως έχετε και σεις, εσυλλογίσθην, να μη δημοσιευθή. Ώστε . . . αν θέλετε . . .

 — Τι να θέλω;

 — Να μη δημοσιεύσω την διατριβήν των . . .

 — Δεν με μέλει. Δημοσίευσε, αδελφέ, ό,τι θέλεις. Δεν ιδρόνει εμένα το αυτί μου από αυτά τα πράγματα. Δεν μ' έκαμε ο τύπος ό,τι έγεινα, ούτε θα με χαλάση απ' ό,τι είμαι. Αυτά είνε διά τους κουτούς.

 — Νομίζω, απατάσθε, κύριε Περδίκη. Εγώ με πολύ ολιγωτέραν θυσίαν εκ μέρους σας θα επεθύμουν να μη φανούν εις την δημοσιότητα. — όπως δήποτε δυσάρεστον πράγμα θα ήνε . . — Με πενήντα φράγκα μόνον . . .

Ο Περδίκης ίσταται και πάλιν, διότι έφθασεν ήδη πλησίον του τραπεζιτικού γραφείου, όθεν ηγόρασε την ομολογίαν του. Η μορφή του γίνεται κάπως σκεπτική, αλλ' αιθριάζει αμέσως. Τα πεντήκοντα φράγκα δεν του φαίνονται πολλά, συλλογίζεται δε ως φρόνιμος άνθρωπος και πεπειραμένος Έλλην, ότι καλλίτερον είνε να μη γείνη περί αυτού λόγος δημοσιογραφικός.

 — Δεν μου λέγεις, αδελφέ, φωνεί τέλος φαιδρώς προς τον δημοσιογράφον, ότι θέλεις πενήντα φράγκα; Νά τα, μάτια μου! προσθέτει, εξάγων αυτά εκ του χαρτοφυλακίου του· πάρ' τα και με γεια σου! Πιε, αν θέλης, και μίαν παραπάνω εις την τύχην μου. Ξεύρεις, εκέρδισα σήμερα τον πρώτον λαχνόν.

 — Το ήξευρα! απαντά σοβαρός ο ιθύντωρ της κοινής γνώμης, και απέρχεται υπόπτερος.

ΣΤ'.

Η κυρία Πηνελόπη, ην αφήκαμεν μόνη προ μικρού, λαμβάνει έν μυθιστόρημα, κάθηται νωχελώς επί του ανακλίντρου και αναγινώσκει. Αλλ' αναγινώσκει μηχανικώς, χωρίς σχεδόν ν' αντιλαμβάνεται. Ο νους της είνε αλλού. Αι εκατόν χιλιάδες παρεμβαίνουσι διαρκώς μεταξύ των οφθαλμών της και των γραμμών του βιβλίου, και η φαντασία της μεθίπταται από σχεδίου εις σχέδιον και από επινοίας εις επίνοιαν. Το προσφιλέστατον όμως των ονείρων, άτινα πλάττει γρηγορούσα η κυρία Περδίκη, είνε να ταξιδεύση. Αφότου ενυμφεύθη, δεν είδεν Ευρώπην. Και την επεθύμει τόσον, ότε ήτο έτι δεσποινίς! Προσεπάθησεν επανειλημμένως να πείση εις τούτο τον σύζυγόν της, αφ' ότου μάλιστα ήρχισαν τιμώμενα και υπερτιμώμενα τα ανακαλυφθέντα εκείνα γήπεδα.

Αλλ' ο Μερδίκης είνε πρακτικός άνθρωπος.

 — Τα χρήματα, απήντα πάντοτε, που ξοδεύονται 'ς το ταξίδι, δεν φέρνουν τόκο.

Και η Πηνελόπη παρητείτο άκουσα των σχεδίων της και κατέπνιγε προς ώραν τους πόθους αυτής.

Τώρα όμως, τώρα δεν έχει πλέον ο Γιάγκος να είπη τίποτε. Θα της δώση βεβαίως δέκα χιλιάδας, να μεταβή τουλάχιστον έως τους Παρισίους· εκεί θα κάμη και τα χειμερινά της ενδύματα, καλλίτερα, εννοείται, και ευθηνότερα παρά εις τας Αθήνας, και θα έχη τοιουτοτρόπως και οικονομίαν.

Κατά φυσικώτατον δε συνειρμόν ιδεών αρχίζει αμέσως η κυρία Περδίκη να δημιουργή εσθήτας και επανωφόρια, και πίλους και πετάσσους, και τρίχαπτα και ταινίας, να κόπτη, να ράπτη, να συμφωνή τιμάς, να δοκιμάζη φορέματα ενώπιον μεγάλων κατόπτρων, διπλών και τριπλών, να κομψεύεται επιχαρίτως ενώπιον των παρισινών ραπτριών, και να ακούη μετά προσπεποιημένης και μετριόφρονος αιδούς τας προς τα σωματικά της κάλλη κολακείας των.

Από του ευχαρίστου τούτου ονείρου αφυπνίζει αυτήν αίφνης ο υιός της, επιστρέφων από του καφενείου, όπου έπαιζε σφαιριστήριον, και φωνών από της θύρας·

 — Α, μητέρα! ξεύρεις ότι το πράγμα άρχισε να γίνεται αστείον;

 — Τι είνε, παιδί μου;

 — Όλοι οι φίλοι μου ήθελαν να τους κάμω γεύμα. Άλλοι ήθελαν δανεικά, άλλοι . . .

Ο νέος Περδίκης αποσιωπά, ότι οι άλλοι εκείνοι εζήτουν την επιστροφήν δανεισθέντων.

 — 'Σάν να είχα κερδήσει εγώ, προσθέτει μετ' ολίγον, τον πρώτον λαχνόν.

 — Τον καϋμένον τον Τηλέμαχον! Έννοια σου, και θα πω εγώ του μπαμπά σου να σου δώση κάτι τι διά τα έκτακτά σου έξοδα.

 — Κ' εμένα, μαμάκα; ερωτά η την στιγμήν εκείνην ακριβώς εισερχομένη Ασπασία, δεν θα μου πέση τίποτε από ταις εκατόν;

Πριν ή απαντήση η Κυρία Περδίκη, εισέρχεται ο υπηρέτης, κομίζων δύο επιστολάς και μίαν κολοσσιαίαν ανθοδέσμην.

 — Ακόμη γράμματα; φωνεί η οικοδέσποινα. Καλά! Βάλε τα εκεί, επάνω εις το τραπέζι. Και αυτό το μπουκέτο ποίος το έφερε;

 — Ο περιβολάρης, κυρία. Σας συγχαίρεται, λέγει· και εις άλλα.

 — Το πήρε και αυτός μυρωδιά; μη χειρότερα! παρατηρεί ο Τηλέμαχος.

 — Δος του πέντε φράγκα, Νικόλα, και πες του, τον ευχαριστούμεν.

Μόλις εξήλθεν ο Νικόλας, και παρίσταται εις την θύραν του εστιατορίου άνθρωπός τις του λαού, χυδαίαν έχων την όψιν και τα κνήμας γυμνάς, κοντός δε και στενάς φορών αναξυρίδας μέχρι γονάτων, εφεστρίδα με διπλήν σειράν σφαιροειδών και θυσσανωτών κομβίων, και πέτασσον εκ πιλήματος άμορφον και αποτετριμμένον. Διά της μιας αυτού χειρός κρατεί ράβδον χονδράν, διά της άλλης δε αναλικνίζει από των τεσσάρων του άκρων μανδήλιον ρυπαρόν, εις ου το βάθος κροταλίζουσιν ολίγα κέρματα.

 — Καλό 'ς τα χαίρεστε, κυρά! λέγει ο νέηλυς, βλέπων εστρωμένην την τράπεζαν. Ο θεός να σας τα πληθαίνη! Το μάθαμε δα κάτω 'ς το παζάρι όλοι μας, και το καταχαρήκαμε, μάρτυς μου ο Θεός! Του άξιζε του κυρ Γιάγκου, αλήθεια, γιατί είνε καλός άνθρωπος και καλός πατριώτης. Αι! 'ς της άλλαις εκλογαίς θα τον έχωμε πρώτο σύμβουλο, χωρίς άλλο.

Ευχαριστούμεν, απαντά δειλώς η κυρία Πηνελόπη, πτοουμένη σχεδόν την προστατευτικήν εκείνην οικειότητα της φράσεως, και προσθέτει αμέσως·

 — Τι αγαπάτε; τον Γιάγκο θέλετε; δεν ήλθ' ακόμη.

 — Δεν πειράζει, κυρά! αφού είσθε η ευγενεία σας, το ίδιο κάνει. Είνε για μια πτωχή οικογένεια . . . ό,τι προαιρείται ο καθείς.

Και ο μέλλων κομματάρχης του Κ. Περδίκη ανοίγει διά των δύο του χειρών τας άκρας του μανδηλίου και πλησιάζει δύο βήματα προς την οικοδέσποιναν.

 — Νικόλα! φωνάζει η κυρία· δόσε πέντε φράγκα του κυρίου . . . — πώς ονομάζεσθε, παρακαλώ;

 — Κωστής Φυσέκης, κυρά!

 — Δόσε του Κυρίου Κωστή, . . εξακολουθεί η οικοδέσποινα.

 — Όχι να μου τα δώση κυρά, όχι! 'Σ το μανδήλι να τα ρίξη, παρακαλώ. Αυτά είνε χρήματα ιερά, και εγώ δεν τα πιάνω εις το χέρι μου.

Ο Νικόλας αποθέτει εις το μανδήλιον το πεντόφραγκον, ατενίζων εκφραστικώτατον και γνώριμον βλέμμα επί τον ευσυνείδητου ερανιστήν, όστις αποχαιρετά και απέρχεται.

 — Ξεύρεις, μητέρα, παρατηρεί ο Τηλέμαχος, ότι αν πηγαίνη έτσι το πράγμα, αι εκατόν χιλιάδες θα γείνουν πολύ γρήγορα παραμύθι;

 — Αι, καλά! απαντά μειδιώσα η μήτηρ του. Ο άνθρωπος πρέπει να βοηθή, όταν ειμπορή και όσον ειμπορή. Μ' εκατό και με διακόσια φράγκα δεν θα μας λιγοστευτούν, παιδί μου, κ' έννοια σου.

 — Εμένα μου έρχεται μία ιδέα, υπολαμβάνει ο νεαρός Περδίκης διαρρηγνύμενος εις γέλωτα. Να βάλωμε μίαν ειδοποίησιν αύριον εις τας εφημερίδας, ότι παρακαταθέτομεν το ποσόν εις ένα συμβολαιογράφον, εις μίαν τράπεζαν, — αδιάφορον πού — και να κοπιάση ο κόσμος να παίρνη, ως που να τελειώσουν. Έτσι, μου φαίνεται, θα ευρούμε τουλάχιστον την ησυχίαν μας.

 — Στάσου δα πρώτα να ταις πάρωμεν, και ύστερα σκεπτόμεθα, απαντά γελώσα επίσης η μήτηρ.

 — Ου, καϋμένε Τηλέμαχε, λέγει η δεσποινίς Ασπασία, τι ανοησίαις που λες!

 — Κύτταξε που το πίστευσε κ' εφοβήθηκε! υπολαμβάνει ο Περδικίδης και γελά έτι θορυβωδέστερον. Έννοια σου, Ασπασάκη! έννοια σου, και ο μπαμπάς τέτοιους χωρατάδες άνοστους δεν τους κάμνει. Αλήθεια, μητέρα, δεν τρώμε; Είνε μία περασμένη.

Ζ'.

Η οικογένεια Περδίκη απέκαμε να περιμένη τον αρχηγόν αυτής και κάθηται εις την τράπεζαν.

Το γεύμα, εννοείται, είνε φαιδρότατον, και οι δαιτυμόνες ομιλητικότατοι.

Η κυρία Πηνελόπη υψόνει ήδη το ποτήριόν της προπίνουσα εις υγείαν του συζύγου της και ευχομένη καί εις άλλα, ότε ο Περδίκης ανοίγει παταγωδώς την θύραν και ενσκήπτει ως κεραυνός εις την αίθουσαν. Η μορφή του είνε πορφυρά, οι οφθαλμοί του απλανείς, το βήμα του ασταθές, και αι χείρες του κινούνται ως πτέρυγες ανεμόμυλου. Δεν λέγει λέξιν, αλλά καταπίπτει επί μιας καθέδρας, και ασθμαίνει κοπιωδώς, ως φύσα σιδηρουργείου.

 — Τι είνε; φωνεί αναπηδώσα από της έδρας της η σύζυγός του, Τι τρέχει; τι έπαθες;

Ο Περδίκης προσπαθεί να ομιλήση, αλλ' η φωνή του εκπνέει εις τον λάρυγγά του.

 — Δος μου εδώ ένα ποτήρι νερό, Ασπασία! κραυγάζει η Κ. Πηνελόπη, Γρήγορα. Έλα!

Και ποτίζει τρυφερώς τον συμβίον της.

 — Μα τι τρέχει λοιπόν; Λέγε μου! ερωτά και πάλιν.

 — Τι να τρέχη, αδελφή, απαντά τέλος ανακτών την φωνήν του ο Ιωάννης. Το κέρδος μας . . .

 — Αι;

 — Έγεινε. . . .

 — Τι;

 — Κα-πνός!

 — Με τα σωστά σου είσαι; Τι είν' αυτά; τι θα ειπή, έγεινε καπνός;

 — Να είπη, ότι η ομολογία μας . . . δεν είχε πληρωμένην . . . την τελευταίαν δόσιν.

 — Και τι μ' αυτό;

Δεν είνε ακριβώς γνωστόν, τι απήντησεν ο Περδίκης εις την ερώτησιν ταύτην της συζύγου του.

ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ (6)


Ήσαν δύο οικίαι επί της αυτής οδού, η μία της άλλης αντιμέτωπος.

Η μία μεγάλη, άρχοντος οικία, η άλλη μικρά, ταπεινή, σχεδόν καλύβη, πτωχόν πτωχού ενδιαίτημα.

Εδώ πυλώνες μεγάλοι, και παράθυρα πολλά, διά βαρυτίμων παραπετασμάτων μετριάζοντα το άπλετον φως, και εξώσται κομψοί περικοσμούντες την οικοδομήν, και άνδηρα, αναπεπταμένα το μεν εις τον ήλιον, το δε εις την αύραν την εσπερινήν, και κήπος οπίσω θαλερός και βαθύσκιος, και στρουθίων τάγματα πολυάριθμα, φλυαρούντα υπό των δένδρων το φύλλωμα και ζωογονούντα την βαρείαν σιγήν, ην περιέβαλλε τον οίκον πάσα η σοβαρότης του πλούτου.

Είναι μία μόνη μικρά θύρα, και στενόν παράθυρον μόλις που τας κυριακάς και τας εορτάς δειλώς ανοιγόμενον, και πέραν εκεί, εις το άκρον στενού διαδρόμου και όπισθεν των δύο χαμογείων δωματίων άτινα αποτελούν τον πτωχικόν οίκον, αυλή ευρεία, ης το γεώδες έδαφος συνεκύλων δι' όλης της ημέρας παιδία γυμνόποδα φαιδρώς φωνασκούντα, και όρνιθες κλώζουσαι και ραμφοκοπούσαι το χώμα, ας ένθεν μεν κατεδίωκεν ακάκως πυρρόθριξ μολοσσός, απαθής δ' εκείθεν αλλά προσηνής το φαινόμενον εθεάτο τεφρόχρους όνος, προσδεδεμένος εις φάτνην πενιχράν, υπό την στέγην ολίγων σανίδων.

Του πλουσίου μεγάρου κάτοικοι, πλην των πολλών οικετών, αφώνων και σοβαρών ως ο οίκος, ήσαν δύο μόνοι· ανήρ και γυνή. Ο Θεός δεν είχε δώσει τέκνα εις αυτούς, νομίσας ίσως ότι τους ήρκει ο πλούτος· αλλ' είχεν όμως δώσει φίλους πολλούς εις τον πλούτον των, οίτινες επλήρουν πολλάκις την τράπεζαν αυτών κ' εφαίδρυνον ενίοτε τας αίθουσάς των. Δεν εφαίδρυνον όμως και τον οίκον αυτών οι ξένοι· πολλάκις δε τα όμματα της πλουσίας αλλ' ερήμου οικοδεσποίνης εθόλονε μελαγχολία, και δάκρυ δειλόν ανέβλυζεν υπό τα βλέφαρά της, οσάκις από της σιγής του θαλάμου της εθεώρει διά του παραθύρου εις την απέναντι πτωχικήν αυλήν, και έβλεπε τα ακτένιστα παιδία του γείτονος παίζοντα εν φωναίς και θορύβω το κεράκι και τον κρυπτόν.

Διότι είχε πολλά παιδία ο γείτων' ουδ' αυτός ο ίδιος ήξευρε πόσα, — έλεγεν αστειευόμενος, οσάκις ηρωτάτο. Ότε δε την εσπέραν επέστρεφεν οίκαδε ο ημερόβιος εργάτης, άλλοτε πεζός και άλλοτε σοβαρώς κεντρίζων τον όνον του, και ηνοίγετο προ αυτού η θύρα του οικίσκου, χωρίς καν εκείνος να την ωθήση, αλαλαγμός χαρμόσυνος ηγείρετο από της αυλής, και πάσα παιδιά κατελείπετο εις το μέσον, και όλος των παικτόρων ο εσμός, μικρών και μεγάλων, εκρεμάτο βοτρυδόν από των φορεμάτων του πατρός. Ο ευσταλέστερος ανερριχάτο εις τους ώμους του, η ζωηροτέρα ήρπαζεν από της αγκάλης του τον άρτον της εσπέρας, άλλος ανηρτάτο από του τραχήλου του, και τα μικρότερα ενηγκαλίζοντο τας κνήμας του.

 — Έλα, ησυχάστε! αφήστε τον πατέρα σας να ξανασάση! εφώνει προς το στίφος των πολιορκητών η κυρά Δημήτραινα, εύσωμος και πορφυρόχρους μεσήλιξ, ης τα σπαργώντα στήθη, ανέτως αναπτυχθέντα υπό τα λαίμαργα στόματα δέκα ευρώστων νηπίων και ουδένα ποτέ γνωρίσαντα στηθόδεσμον, εκυμαίνοντο μεγαλοπρεπώς μόλις συγκρατούμενα υπό των πτυχών του χιτώνος της.

 — Άσ' τα! μη τα μαλόνης! απήντα ο κυρ Δημήτρης, και αναλαμβάνων εις τας αγκάλας του τα δύο δίδυμα μικρά του, εκάθητο κεκμηκώς επί του σάγματος του όνου και εσπόγγιζε τον αδρόν του μετώπου του ιδρώτα διά της ποδιάς των τέκνων του.

Τοιούτων φαιδρών σκηνών πολλάκις εγίνοντο από του εξώστου των θεαταί ο Κύριος Μαρής και η Κυρία Μαρή, του πλουσίου οίκου οι άπαιδες άρχοντες. Και εκείνος μεν, εκατομμυριούχος χρηματιστής, από μακρού ήδη τραχυνθείς την καρδίαν εκ των συγκινήσεων της υψώσεως και του εκπεσμού, δυσθύμως μάλλον προσέβλεπε τας θορυβώδεις εκείνας και προστύχους, ως τας απεκάλει, οικογενειακάς πανηγύρεις, αίτινες ετάραττον την εσπέραν ου μόνον την κοπιώδη συνήθως χώνευσίν του, αλλά και πάσαν την ηρεμίαν των οικονομικών αυτού υπολογισμών. Αλλ' η συζυγός του, γυνή και δις ήδη αποτυχούσα μήτηρ, μακράν πολλάκις ώραν ελησμονείτο θωρούσα την διηνεκή σχεδόν εκείνην τύρβην, και μειδίαμα παράδοξον, χαράς άμα και πόνου μαρτύριον, διέστελλε τα χείλη της. Τι δεν έδιδε διά μικράν τινα μόνον μερίδα της ζωηρότητος εκείνης και ταραχής!

* *
*

Εσπέραν τινά, ήτο η πρώτη Κυριακή των Απόκρεω ο Δημήτρης επέστρεψεν ενωρίτερα εις τον οίκον του,

Ήτο κατοφορτωμένος.

Διά του δεξιού βραχίονος έσφιγγεν ενηγκαλισμένον ταβάν, όθεν από παχέος ορύζης στρώματος προέκυπταν πού και πού, ως λόφοι μικροί, τεμάχια κρέατος οπτού· κάτωθεν δ' αυτού ανελικνίζετο δίκην εκκρεμούς από της δεξιάς του χειρός φιάλη μελάγγρους ευμεγέθης, πλήρης ξανθού ρητινίτου. Αριστερόθεν εκράτει μανδήλιον, εγκυμονούν τις οίδε τίνα και ποία έκτακτα τραγήματα, και επί του μανδηλίου έσφιγγε διά του αντίχειρος χάρτινον πρόστυχον προσωπείον είκοσι λεπτών.

 — Έλα, Μαριώ, να ζης! ξεφόρτωσέ με! εφώνησεν εισερχόμενος.

Αλλά πού να προφθάση η Μαριώ! Τρία ήρπασαν διά μιας την βαύκαλιν, άλλα τόσα το μανδήλιον, ούτινος διεσπάρησαν χαμαί τα περιεχόμενα — δύο λεμόνια εδώ, πέντε μήλα εκεί, ολίγα μύγδαλα παρέκει — και η γενική κατ' αυτών έφοδος των παιδίων έσωσεν από σοβαρού κινδύνου τον ταβάν, ον κατώρθωσε τέλος να παραλάβη σώον και ακέραιον η μήτηρ.

 — Κύτταξε, κύτταξε τα διαβολόπουλα! Εφώνει αύτη, και ηγωνίζετο ασθμαίνουσα να επαναφέρη την τάξιν εν μέσω του αφηνιάσαντος στίφους, ενώ ο πατήρ εκράτει το προσωπείον υψηλά, υψηλότερα των κατ' αυτού αναπηδώντων μικρών, και έλεγεν αταράχως·

 — Αι, ησυχία τώρα, ησυχία! Κάμετε φρόνιμα . . . ειδεμή δεν έχει μουτσούνα.

 — Μουτσούνα! Μουτσούνα! εκραύγασεν εν χορώ το παιδοθέμιον, θορυβώδη συγκροτούν πυρρίχιον κύκλω του πατρός, ενώ η μήτηρ μόλις κατώρθονε να περισυναγάγη από του πεδίου της μάχης τους από του μανδηλίου πεσόντας τραυματίας.

Τέλος επήλθεν ησυχία εν τω οίκω του κυρ Δημήτρη. Τα παιδία κατηυνάσθησαν, και συναχθέντα περί τον ταβάν ωσφραίνοντο βουλιμιώντα το περιεχόμενον.

Η οικοδέσποινα έστρωσεν εν μέσω την βραχύποδα τράπεζαν του δείπνου, τον σ ο φ ρ ά ν, και ανήψε παρ' αυτώ κλαυθμηρίζοντα λύχνον. Ο κυρ Δημήτρης εκάθισε χαμαί σταυροποδητί, και σταυρώσας διά του μαχαιρίου του τον άρτον έκοψε και διένειμε.

 — Δόξα σοι ο Θεός, γυναίκα, είπε σταυροκοπούμενος, η βδομάδα πήγε καλά. Βγάλαμε τριάντα δραχμαίς. Υγεία νάχωμε, και οξωνού! Η φτώχια θέλει καλοπέραση!

Ούτως ευθύμως ήρχισε και ευθύμως επεράνθη το πτωχικόν του πτωχού οίκου δείπνον.

Αφού δε τα παιδία ετραγάνισαν και το έσχατον φαγώσιμον οστούν του ταβά, σκυθρωπάζοντος ευλόγως του παρισταμένου μολοσσού, εις ον σκληρός απέμεινε κλήρος ό,τι μόνον απρόσιτον εις παίδων οδόντας — και αποσμήχοντα διά ψωμίου το πήλινον σκεύος εγάνωσαν αυτό λάμπον και στίλβον, ο κυρ Δημήτρης εμοίρασεν ακριβοδικαίως τα τρωγάλια εις τα τέκνα του, εστράγγισεν εις το ποτήριόν του το κατάλοιπον της μελαψής φιάλης, και σπογγίσας διά της παλάμης τον μύστακα, είπεν εις την σύμβιόν του εν αληθεί ευφροσύνη·

 — Δος μου τώρα λιγάκι το μπουζούκι μου, κυρά Μαριώ, να το τραγουδήσωμε·

 — Δεν νυστάξατε σεις ακόμη; ηρώτησεν η κυρά Δημήτραινα· αλλά τοσαύτα διά μιας απήντησαν όχι, εις μίαν κορυφωθέντα κραυγήν, ώστε καθησύχασε μεν η μητρική μέριμνα, εξετέλισε δ' αμέσως το παραγγελθέν η συζυγική προθυμία.

Το πρωσαχθέν μπουζούκιον ήτο πατρική κληρονομία τον κυρ Δημήτρη. Ο πατήρ αυτού, βαρελοποιός ποτε και μουσικός κατά τας ώρας της σχόλης του, μόλις είχε κατορθώσει να διδάξη τον υιόν αυτού, πλην τυπικών τινων υποκρούσεων, ένα συρτόν και ήμισυν καλαματιανόν. Αλλά το έν και ήμισυ τούτο ήρκει εις διασκέδασιν των παιδίων, ων αι χορευτικαί γνώσεις περιωρίζοντο κατ' ανάγκην εις το μουσικόν του πατρός των πεδίον.

 — Ελάτε τώρα σεις, είπεν ούτος· πιασθήτε από τα χέρια. Εμπρός ο Νικολής, ύστερα ο Γιώργης, και οι άλλοι με την αράδα. Συρτό· Ο Νικολής που τραβάει το χορό φορεί και τη μουτσούνα!

 — Κ' εμείς πατέρα; εμείς; εφώνησε δυσθύμως ο λοιπός όμιλος, δεν θα τη φορέσωμε;

 — Αγάλια, αγάλια· Ένας ένας θα τραβά το χορό και θα την φορή.

Και ανέκρουσεν ο μουσικός, και ήρχισεν η διασκέδασις.

Ελαφροί των παιδίων οι μικροί πόδες έπληττον, ρυθμικώς ενίοτε, το πάτωμα, αι λάλοι των γλώσσαι συνώδευον κατά διάλείμματα διά προχείρου άσματος τον σκοπόν της ορχήστρας, ο δε πατήρ, διακόπτων ενίοτε την μουσουργίαν, ανέμελπεν έρρινον και βροντόφωνον ωδήν, προς ην αγαλλιών και σκιρτών ανταπήντα ο χορός.

 — Κέφι που τώχεις, ευλογημένε! έλεγεν η κυρά Μαριώ, νανουρίζουσα ηρέμα το βρέφος της, — διότι είχε και βρέφος η ευλογημένη. — Κέφι που τώχεις! Δεν πέφτεις να πλαγιάσης, που είσαι κουρασμένος, μόνον κάθεσαι και. . . .

Κτύπος δυνατός εις την εξώθυραν διέκοψε της Δημήτραινας την φράσιν και του Δημήτρη την μουσικήν.

 — Ποιος νάνε τέτοια ώρα! είπεν ούτος, αποθέτων το όργανον του και εγειρόμενος. Έλα! σιωπή εσείς και ησυχία! εξηκολούθησεν αποτεινόμενος προς τα παιδία, άτινα εξηκολούθουν ορχούμενα και μετά το πέρας του μέλους, ως θάλασσα σαλευομένη και μετά του ανέμου την πτώσιν.

Και εβάδισε προς την θύραν.

* *
*

Καθ' ον χρόνον ηυθύμουν και διεσκέδαζον οι κάτοικοι της πτωχής καλύβης, έπληττον και εχασμώντο του πλουσίου οίκου οι κύριοι.

Περάναντες το γεύμα των, όπερ άφθονον ως συνήθως και ποικίλον ουδέν είχεν ιδιαίτερον γνώρισμα, το δυνάμενον να αναμνήση αυτούς την απόκρεω, ανεκλίθησαν αμφότεροι απέναντι αλλήλων, εκείνος μεν επί σοφά μαλακού, καπνίζων το σιγάρον του, και χειλοποτών ηρέμα τον καφέν του, αυτή δε επί του εγγυτάτου εις την τράπεζαν κλιντήρος, θωπεύουσα νωχελώς διά της λευκής και δακτυλιοφόρου χειρός της το λείον τρίχωμα χονδροκεφάλου γάτου, ρέγχοντος μακαρίως επί των γονάτων της.

Πλην του ρόγχου τούτου σιγή εντελής επεκράτησεν ικανήν ώραν εν τη αιθούση.

Ότε δε τέλος ο κύριος Μαρής ερρόφησε πλην του καφέ του και μικρόν ποτήριον κονιάκ, και ησθάνθη το σιγάρον του εγγίζον εις το τέλος, ανεκάθισε μορφάζων εκ μικρού ρευματικού νυγμού, ον ησθάνετο εις την κνήμην, και είπεν, αφού μεγαλοφώνως εχασμήθη·

 — Δεν παίζεις λιγάκι Boccace, Ερμιόνη;

 — Ουφ! καϋμένε Αγησίλαε, . . να ήξευρες πώς βαρηούμαι! απήντησεν εκείνη παρατείνουσα μετά κόπου τας λέξεις και οιονεί συλλαβίζουσα αυτάς. Επάνω εις την χώνευσιν . . πού ν' αφήσω τώρα τον καϋμένον των Πλούτωνα, που κοιμάται τόσον εύμορφα.

 — Καλά! υπέλαβεν ο Αγησίλαος· και η τελευταία της λέξεως συλλαβή απήχησεν εις δεύτερον και φωβερώτερον του πρώτου χάσμημα.