WeRead Powered by ReaderPub
Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος / Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται cover

Ανάλεκτα Τόμος Πρώτος / Διηγήματα - Κοινωνικαί εικόνες και μελέται

Chapter 60: Ζ'.
Open in WeRead

Explore more books like this:

About This Book

Συλλογή πεζογραφημάτων και δοκιμίων που συγκεντρώνει παλαιότερα δημοσιευμένα κείμενα, περιλαμβάνοντας σύντομα διηγήματα, κοινωνικές εικόνες, επιστολικές εντυπώσεις και μια μυθολογική αναδιήγηση. Τα κείμενα παρατηρούν την καθημερινότητα της πόλης και τις κοινωνικές αντιθέσεις, θίγουν θέματα φτώχειας και πλούτου και καταγράφουν ηθικά και πολιτισμικά έθιμα. Ο τόνος μετακινείται μεταξύ νοσταλγικής ανάμνησης και κριτικής παρατήρησης, με έμφαση στην περιγραφή χαρακτήρων, αστικών σκηνών και μικρών συμβάντων που φωτίζουν εποχικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες.

Τέλος πάντων, φιλτάτη, ηκούσαμεν εν Αθήναις μελόδραμα ελληνιστί αδόμενον υπό ελλήνων. Το πράγμα είνε άξιον λόγου, φαντάζομαι δε ποίος ενθουσιασμός θα καταλάβη σε την πατριώτιδα, και ποίος διθύραμβος θα ήνε η απάντησίς σου εις την επιστολήν μου.

Γ'.

Εν Αθήναις τη 30 Μαΐου 1879.

Έχεις δίκαιον. Τα Μεδιόλανα είνε αναντιρρήτως η ωραιοτέρα πόλις της Ιταλίας. Δεν έχουν βεβαίως ούτε την ζωηρότητα της Νεαπόλεως, ούτε το κλασικόν γόητρον της Ρώμης, ούτε την επιβάλλουσαν εκείνην σεμνότητα της Φλωρεντίας. Δεν έχουσιν όμως επίσης ούτε τον επαιτικόν και ρυπαρόν πληθυσμόν της πρώην πρωτευούσης του παλαιού νεαπολιτικού βασιλείου, ούτε τους ρασοφόρους και τας κωδωνοκρουσίας και τους λοιμώδεις πυρετούς της ουρανίας πόλεως, ούτε την ερημίαν εκείνην της βασιλίδος της Τοσκάνης, ήτις εμπνέει σήμερον αληθή λύπην εις τον γνωρίσαντα την Φλωρεντίαν άλλοτε ποτε, εις ημέρας δόξης παρελθούσης. Ολίγας ημέρας έμεινα προ ετών εις Μεδιόλανα. Με ηύφρανεν όμως, σε βεβαιώ, κατά το βραχύ αυτό διάστημα, το εξωτερικόν εκείνο ήθος της ευτυχίας, το οποίον βλέπει ευθύς πρώτον ο επισκεπτόμενος την πόλιν, και το οποίον διαθέτει τόσον ευχαρίστως του θεατήν, οπουδήποτε και αν το απαντήση, είτε εις πόλιν ολόκληρον, είτε εις οικίαν είτε εις άτομον απλούν. Είσελθε εις ολλανδικήν οικίαν, και θα ιδής πόσην θα αισθανθής ευχαρίστησιν, βλέπουσα πάντα τα εν αυτή καθάρια και εν τάξει, το έδαφος στίλβον, τας υέλους των παραθύρων αστραπτούσας από το τρίψιμον, τα παραπετάσματα λευκά ως χιόνα, τα κλείθρα λάμποντα ως κάτοπτρα. Αισθάνεσαι ευθύς, ότι ο ιδιοκτήτης ου μόνον ευπορεί, αλλά και γνωρίζει πώς πρέπει να ζήση εν ευπορία· τον μακαρίζεις ενδομύχως, η ευημερία εκείνη αντανακλάται εις την ψυχήν σου και ανατέλλει κατόπιν επί του προσώπου σου, και η καρδία σου ευρύνεται υπό ανεξήγητόν τι αλλ' ευάρεστον συναίσθημα, όμοιον προς εκείνο το οποίον μας προξενεί το άρωμα ευόσμου άνθους.

Δεν ηξεύρω, αν ερμηνεύω καλώς την ιδικήν σου ευχαρίστησιν, αλλ' εις εμέ τουλάχιστον τοιαύτην τινά επροξένησεν εντύπωσιν η πόλις σου, ότε κατά πρώτον την είδα. Η καθαριότης των οδών και των κατοίκων, η αυτάρκης εκείνη ευχαρίστησις η λάμπουσα επί της χρηστής αυτών και ακάκου μορφής, το σπεύδον και συγχρόνως μετρημένον βήμα των, εκ του οποίου εσυμπέραινέ τις ευθύς, ότι οι βαδίζοντες ούτε κηφήνες ήσαν, ούτε περίεργοι, αλλά μετέβαινον εις το έργον των, όλα αυτά ως και η παντελής έλλειψις επαιτών και αργών ανθρώπων, μου επροξένησαν εντύπωσιν, οποίαν εις ουδεμίαν άλλην ησθάνθην ευρωπαϊκήν πόλιν.

«Αλλά, θα εκφωνήσης βέβαια, εγώ σου ζητώ νέα εξ Αθηνών, και συ μου γράφεις διά τα Μεδιόλανα!» Συγχώρει με, αγαπητή μου· έχεις δίκαιον. Ελησμονήθην προς στιγμήν, αλλά δεν σου γράφω και διατί ελησμονήθην, διότι . . . γνωρίζω ότι θέλεις επιστολάς couleur de rose, και αν σου έγραφον την αιτίαν της λήθης μου, πολύ διαφορετικόν θα είχεν η αιτιολογία μου το χρώμα.

Νέον εξ Αθηνών δεν έχω άλλο μεγαλείτερον και σπουδαιότερον να σου γράψω, ειμή ότι ο θίασος του Ταβουλάρη ήρχισε τέλος πάντων τας παραστάσεις του παρά τας όχθας του Ιλισσού. Λέγω όχθας εξ απλής παραδόσεως, χωρίς να εννοώ παντάπασι να προσβάλω τον ειρηνικόν μας Ιλισσόν, ονομάζουσα αυτόν ποτάμιον. Είνε αληθές, ότι η επί του καλλωπισμού της πόλεως επιτροπή έκρινεν αναγκαίον να εγείρη παρόχθια τείχη, ίνα προφυλάξη, φαίνεται, τα χώματα της οδού εναντίον της κατακτητικής ορμής του κλασικού ρύακος. Αλλ' ο πτωχός — τω ύδατι — Ιλισσός δεν έχει αναντιρρήτως κακούς σκοπούς, και ομοιάζει, νομίζω, αυτήν την φοράν με κράτος τι, κλασικόν επίσης, το οποίον εμπόδιζαν άλλα μεγαλείτερα κράτη να πολεμήση, ενώ εκείνο το ταλαίπωρον ουδέ καν εσυλλογίζετο τοιαύτα κινδυνώδη εγχειρήματα. Ήρχισε λοιπόν ο κλασικός Μένανδρος τας κλασικάς του παραστάσεις παρά το κλασικόν ποτάμιον, ή κυριολεκτικώτερον παρά τα χαλίκια του κλασικού ποταμίου, επί θεάτρου ανακαινισθέντος εκ βάθρων, υπό την λάμψιν αεριόφωτος αυτήν την φοράν, και απέναντι κοινού, το οποίον τίποτε άλλο δεν θέλει καλλίτερον, ειμή να ανατριχιάζη εκατοντάκις της εσπέρας προς τας φοβεράς σκηνάς των οικογενειακών δραμάτων του Dennery, να μοσχεύη τέσσαρα τουλάχιστον μανδήλια διά των δακρύων, άτινα προκαλεί η περιπαθής απαγγελία της πρωταγωνιστρίας, και να χειροκροτή εκθύμως la prose του κ. Ταβουλάρη, όστις από τινος έγεινε και μεταφραστής, και, — μα τον θεόν, νομίζω και συγγραφεύς. Εις αυτού τουλάχιστον τον κάλαμον απέδωκε το κοινόν την προκήρυξιν, δι' ης ο θίασός του εδήλωσεν εις τους Αθηναίους την έναρξιν των παραστάσεων αυτού. Υποθέτω, ότι θα έχης την φυσικήν και πατριωτικήν περιέργειαν να την αναγνώσης· επειδή δε μου είνε αδύνατον να την αντιγράψω ολόκληρον εντός επιστολής, σου μεταδίδω μόνον την αρχήν της. «Αφιππεύοντες», λέγουσιν οι έλληνες ηθοποιοί, «εκ του Πηγάσου, όστις εν τω παρελθόντι κατά την νηπιώδη της ελληνικής σκηνής κατάστασιν συμπαρέσυρεν ημάς πολλάκις εις αιθέρια ύψη, εις ελπιδοφόρα και ψυχοτερπή όνειρα, αλλά και εις απροσπελάστους τοις πλείστοις κορυφάς, ένθα αι μούσαι μεθύσκουσι τους θνητούς εκ των αθανάτων ναμάτων της Ιπποκρήνης, λέγομεν ξηρά ξηρά . . . κ. τ. λ.» Σου ορκίζομαι, ότι ούτε παρέλειψα ούτε προσέθηκα συλλαβήν εις το αυθεντικόν της προκηρύξεως κείμενον. Δεν προσθέτω δε σχόλιον κανέν, διότι . . . ουδέ διότι, νομίζω, χρειάζεται.

Πρώτη παράστασις υπήρξεν η του Μ ά ξ β ε λ, «εξόχου δράματος του Ιουλίου Βαρβιέ», ως λέγει η θεατρική προκήρυξις, «εις πράξεις πέντε και ένα πρόλογον, μεγάλην εμποιήσαντος αίσθησιν εν Παρισίοις, διότι παριστά την πάσχουσαν και πεπλανημένην δικαιοσύνην». Φέρουσα δε ο πρόλογος και αι πέντε του δράματος πράξεις τας εξής φοβεράς επιγραφάς· «Θανατική εκτέλεσις, Ο υιός του δολοφόνου, Αδελφός και αδελφή, Το εγχειρίδιον, Το όραμα, Η τιμωρία». Φοβείσαι; εγώ φοβούμαι, αγαπητή, και δι' αυτό, σου εξομολογούμαι την αμαρτίαν μου, μόλις κατώρθωσα να ακούσω τον πρόλογον. Η φρίκη μου υπήρξε τόση, ώστε τα νεύρα μου ήρχισαν να χορεύουν, και ανεχώρησα ευθύς με σφοδρόν πονοκέφαλον. Αναντιρρήτως αι σφοδραί συγκινήσεις δεν με στέργουν. Ήμην πάντοτε κράσεως ασθενούς, και δι' αυτό κάμνω ακόμη ψυχρολουσίαν.

Πλην τι τα θέλεις; μ' όλην αυτήν την τακτικήν θεραπείαν, των νεύρων μου, είνε ακόμη απρόσιτοι εις εμέ αι συγκινήσεις των « οικογενειακών δραμάτων» του Μενάνδρου. Δεν δύναμαι λοιπόν, βλέπεις, να σου γράψω λεπτομερέστερον τα κατά την πρώτην παράστασιν του Απόλλωνος, επιφυλάττομαι δε να σου λαλήσω εκτενέστερον περί του ελληνικού μας θεάτρου, όταν δοθή καμμία κωμωδία ή άλλη τις παράστασις ηρεμωτέρα, την οποίαν να καταπίνη ευκολώτερον ο ασθενής μου στόμαχος.

Εξελθούσα του Απόλλωνος ηξεύρεις τι έκαμα; μετέβην ευθύς απέναντι εις το Άντρον των Νυμφών, όπου ψάλλει σήμερον και μουσουργεί θίασος γερμανών και γερμανίδων, ή κυριολεκτικώτερον βοημών και βοημίδων. Quantum mutatum ab illo το ταλαίπωρον αυτό Άντρον! Ούτε άνθη πλέον, ούτε σκιαί, ούτε υδάτων ψίθυρος, ούτε παράσχειον μονοπάτι! Καθίσματα μόνον ξύλινα τριγύρω και τραπέζια με ποτήρια ζύθου, ναργιλέδες πού και πού αναδίδοντες τας κυανωπάς των έλικας διά του αραιού φυλλώματος των ολίγων περισωθέντων δένδρων, και σανίδωμά τι, απομιμούμενον δήθεν σκηνήν, και μεταφερόμενον εδώ και εκεί κατά τας εκάστοτε ανάγκας και συμφωνίας του ιδιοκτήτου. Αφ' ότου το πρώτον, προ οκτώ ετών, εισέβαλεν εις τον ποιητικόν εκείνον χώρον ο πρώτος επισκεφθείς τας Αθήνας γερμανικός μουσικός θίασος, ήτοι η Μαρίκαις, ως επωνόμασεν αυτόν το πυκνόν πλήθος των θαυμαστών του, τι δεν είδε το πτωχόν αυτό Άντρον, και τι δεν ήκουσεν! Ήκουσε την Risette τραγουδούσαν διά της ανδρικής της φωνής την Femme du sapeur· ήκουσε την Stella del nostro amore εν ιταλική δυωδία, και τας κωμικάς προσλαλιάς του έλληνος clown Μανώλη· είδε τον Φραντζήν και την αμερικανήν σχοινοβάτιδα, ήτις ανήρτα από του τραχήλου της εκατόν οκάδων βάρος· ήκουσεν αμανέν και είδε ταχυδακτυλουργίαν! Όλα τα είδε, και σήμερον πάλιν επανέρχεται εις τα πρώτα του,

comme on revient toujours a ses prémieres amours,

και έχει βοημούς μουσουργούς, οίτινες πίνουσι τον ζύθον των απαθέστατα, οσάκις δεν παίζουσι, και αοιδούς βοημίδας, αίτινες, οσάκις δεν ψάλλουσι, περιφέρουσι το ιλαρόν τον μειδίαμα και το πινάκιόν των εις τους θεατάς.

Άλλαξαν όμως οι καιροί ς' τον κόσμον εδώ κάτω!

Δεν βρέχει πλέον αργυρά νομίσματα ούτε χαρτονομίσματα αιδημόνως συνεπτυγμένα η περιπαθής λατρεία των θεατών· δεν φωλεύουσι πλέον εις τα άδυτα των αδύτων του συμφύτου άλλοτε κήπου οι γηραιοί λάτρεις της Τούμπλας και της Άννας, αναμένοντες έν των μειδίαμα ως δρόσον του ουρανού· ουδέ υπάρχει πλέον ανάγκη να συνοδεύωσι τας μουσουργούς νεάνιδας εις τας οικίας των κλητήρες και χωροφύλακες μετά το τέλος της παραστάσεως, ίνα προφυλάττωσιν αυτάς κατά του εξημμένου ενθουσιασμού των ακροατών. Οι χρυσοί χρόνοι της ποιητικής εκείνης νηπιότητος του αθηναϊκού κοινού παρήλθον ανεπιστρεπτεί, και σήμερον μόλις που τολμά η δεκάρα να περιφρονήση το πεντάλεπτον επί του λευκού χειρομάκτρου του πινακίου, μόλις δε το χείλος των αδιαφόρων ακροατών ανοίγεται εις ανάλατόν τινα φιλοφροσύνην προς την χαλκολογούσαν μουσουργόν, και το περικαθήμενον κοινόν δυσκόλως μόλις συγκατατίθεται να μειδιάση προς την τετράφωνον μελωδίαν του

Auf der Au, Au . . Au, Au . . Au!

την οποίαν υλακτούσιν εναμίλλως τέσσαρες γερμανικαί χάριτες, φορούσαι κατά παράδοξον καλαισθησίαν όλα της ίριδος τα χρώματα.

Γινόμεθα βλέπεις πρακτικώτεροι οσημέραι και ημείς οι εν Αθήναις. Επαύσαμεν προ καιρού να τρεφώμεθα με ατμούς και αισθήματα· αποβλέπομεν εις την ουσίαν κυρίως· ανάγομεν όλα εις την υπερτίμησιν ή υποτίμησιν, και φιλολογικώς κινδυνεύομεν, μα την αλήθειαν, να γείνωμεν οπαδοί της πραγματικής σχολής του Assomoir ή του Αυτοκτονείου (##), αν προτιμάς την πρόσφατον ελληνικήν μετάφρασιν.

Απέρχεσαι τέλος, μου γράφεις, εις την λίμνην του Κόμου, και εκεί θα σου διευθύνω την προσεχή μου επιστολήν. Μη λησμονήσης, ότι θέλω λεπτομερή έκθεσιν των πρώτων σου εντυπώσεων.

Δ'.

Εν Αθήναις, τη 11 Ιουνίου 1879.

Σου γράφω και σήμερον εις Μεδιόλανα, διότι, μη λαβούσα επιστολήν σου αυτήν την εβδομάδα, δεν ηξεύρω πού αλλού να διευθύνω το γράμμα μου. Είμαι τουλάχιστον βεβαία τοιουτοτρόπως, ότι η επιστολή μου θα σε πάρη το κατόπιν, και θα σε φθάση επί τέλους όπου ευρίσκεσαι, χωρίς να πάθη ό,τι φοβούμαι ότι έπαθεν η ιδική σου εις το ελληνικόν ταχυδρομείον. Τι τα θέλεις όμως; ήθελα πολύ να είχες φθάσει εις την λίμνην του Κόμου. Πρώτον, διότι θα επέγραφα με αρχαιολογικήν υπερηφάνειαν την επιστολήν μου: Εις Λάριον Λίμνην, και θα σου εδείκνυα τοιουτοτρόπως σοφίαν γεωγραφικήν, την οποίαν βεβαίως δεν θα επερίμενες, διότι δεν υποπτεύεις συ — η άκακος και ενθουσιώδης φύσις — ότι αρκεί τις να φυλλομετρήση επ' ολίγα μόνον λεπτά τον πρώτον τυχόντα ερυθρόφυλλον Οδηγόν, διά να μάθη πώς έλεγον οι παλαιοί την λίμνην, της οποίας αι όχθαι θα ακούσουν εφέτος τα θαυμαστικά σου επιφωνήματα. Δεύτερον, διότι θα είχα αφορμήν, απαντώσα εις τας ιδικάς σου εντυπώσεις, να φλυαρήσω και εγώ ολίγον περί της μαγευτικής εκείνης λίμνης, και να γεμίσω κάπως το σημερινόν μου γράμμα, το οποίον κινδυνεύει τώρα να μείνη κενόν, κενότατον και πτωχόν. Διότι — τι να σου το κρύπτω αγαπητή μου; — αι Αθήναι, όσον και αν εξογκούνται, όπως ομοιωθώσι με τας ευρωπαϊκάς μεγαλοπόλεις, όσον και αν αντιγράφουν — με στραβόν, εννοείται, χάρακα, — τον δυτικόν πολιτισμόν, όσον και αν ετελειοποιήθησαν κατά το φαγητόν, την ενδυμασίαν και τας διασκεδάσεις, μένουσιν όμως πάντοτε και είνε πόλις μικρά, μικροσκοπική, μικρόσοφος και μικρολόγος· μ' όλας δε τας εβδομήκοντα δύο χιλιάδας κατοίκων, τας οποίας έχουν σήμερον κατά την τελευταίαν απογραφήν, δεν παρέχουσιν όμως ύλην δι' επιστολάς εβδομαδιαίας, οποίας τας θέλεις συ . . . — φλυάρους δηλαδή, λεπτομερείς και παραγεμισμένας με νέα, — με νέα, εννοείται, περίεργα και ενδιαφέροντα, άσχετα με την πολιτικήν, μη μετέχοντα κακογλωσσίας, αποτασσόμενα δε τω Σατανά και πάση τη πομπή αυτού.

Πού να τα εύρω λοιπόν εγώ, αυτά τα νέα; Να τα δημιουργήσω; Ούτε το θέλεις, ούτε, αν το ήθελες, έχω αυτήν την ικανότητα. Δεν μου μένει άλλο, ή να επιχειρήσω λεπτομερή ανάλυσιν της Perichole και του Oeil crevé, τα οποία δίδει τώρα ο γαλλικός θίασος του Φαλήρου. Αλλά και γνωρίζεις και γνωρίζω και γνωρίζομεν όλοι, εκ της ενδόξου ιστορίας του εν Αθήναις γαλλικού θεάτρου, τα μουσικά αυτά αριστουργήματα, των οποίων δικαιοί τον τίτλον αυτόν αναντιρρήτως η καθ' εκάστην εσπέραν πυκνή συρροή του κοινού επί των αναπαυτικών σκάμνων του θεάτρου. Να σου απαριθμήσω τα παντοειδή πολεμικά πλοία, άτινα σταθμεύουσι τώρα εις Φάληρον; Να σου περιγράψω το cricket των άγγλων ναυτών, οίτινες με απαραμείωτον ευσυνειδησίαν παρέχουσι καθ' εσπέραν σχεδόν εις το περίεργον κοινόν το διασκεδαστικόν αυτό θέαμα, ως θεατρικόν τινα πρόλογον, ούτως ειπείν, των εσπερινών παραστάσεων; Αλλ' η περιγραφή μου δεν θα είχε κανέν θέλγητρον διά σε, ήτις ηξεύρω πόσον αηδιάζεις τους άνδρας, όταν παίζωσιν ως παιδία. Ώστε, αφού και καλά θέλεις νέα αθηναϊκά, ηξεύρεις τι συλλογίζομαι; Να πάρω κατά σειράν τα σχολεία και τα παντοειδή εκπαιδευτήρια των Αθηνών, τα οποία κάμνουν τώρα τας εξετάσεις των, και να σου καταστρώσω λεπτομερεστάτην έκθεσιν του αποτελέσματός των. Το πράγμα δεν θα ήτο πληκτικόν όσον υποθέτεις, ούτε διδακτικόν μόνον, αλλά και κωμικόν εν μέρει και πολύ οπωςδήποτε ευάρεστον. Θα ήρχιζα, φαντάσου, από τας αγγελίας των διευθυντών και τα εκ προκαταβολής επαινετικά διάφορα των εφημερίδων· θα μετέβαινα κατόπιν εις τους πανηγυρικούς λόγους των διδασκάλων, οίτινες, ως μεγάλα παιδία, έχουσι και αυτοί την αθώαν επιθυμίαν να κάμωσι την επίδειξίν των· θα σου ανέφερα μερικάς φράσεις των διδασκαλικών αυτών αγορεύσεων, αίτινες μου ενθύμισαν τον θαυμάσιον εκείνον ορισμόν: «Παιδεία εστί γνώσις συνειδήσεων της ανθρωπότητος καθόλου φύσεως», δι' ου γυμνασιάρχης τις ποτέ επροοιμίασε τον εναρκτήριον των εξετάσεων λόγων του· θα σου απεμνημόνευα των διδασκάλων τας ερωτήσεις και τας απαντήσεις των μαθητών, τας συγκινήσεις των γονέων και των θεατών τα σχόλια· δεν θα παρέλιπα να σου περιγράψω τας λευχείμονας ως περιστεράς μαθητρίας, και την ενδυμασίαν των διδασκαλισσών, προσπαθούσαν να συμβιβάση την διδασκαλικήν σοβαρότητα προς την κοσμικήν φιλαρέσκειαν· θα σου ανήγγελλα κ' εγώ, ως αι εφημερίδες, τα ονόματα των τάδε μαθητών και των δείνα μαθητριών, όσαι εγοήτευσαν τους ακροατάς διά των ευφυών των απαντήσεων, και επί τέλους θα ανέγραφα τους θριάμβους εκάστου εκπαιδευτηρίου, συμφώνως προς όσα δημοσιεύουσι συνήθως περί αυτών οι διευθυνταί των, οι διδάσκαλοι, οι φίλοι, και των παιδίων αυτών οι γονείς, οίτινες νομίζουσιν, ότι δεν είνε αρκετή η επιτυχία των τέκνων των, αν δεν τυπωθή και το όνομά των εις την εφημερίδα. Αλλά όλος αυτός ο κόπος μου θα ήτο περιττός διά σε, ήτις λαμβάνεις όλας σχεδόν τας καθημερινάς εφημερίδας των Αθηνών, και θα έχης επομένως εγκαίρους και νωπάς και λεπτομερείς όλας τας περί των εξετάσεων των σχολείων μας ειδήσεις.

Τι λοιπόν να σου γράψω, αφού πρέπει οπωςδήποτε να γεμίση η επιστολή μου; Να σου γράψω, ότι, αφ' ότου ήρχισαν να πνέωσιν οι ετησίαι, έχομεν πάλιν τόσον εν Αθήναις κονιορτόν, ώστε, αφού αι εβδομήκοντα δύο χιλιάδες κάτοικοι της πρωτευούσης τρώγουσι και ροφούσι καθ' ημέραν τρισμέγιστον αυτού ποσόν, μένει πάλιν τόσον πολύς, ώστε κινδυνεύει να μας θάψη όλους; Το πράγμα δεν είνε νέον. Είνε τόσον παλαιόν, ώστε, ως ηξεύρεις, οι προπάτορές μας γηγενείς Αθηναίοι εκαυχώντο ότι εφύτρωσαν από την κόνιν αυτήν της πατρίδος των, όπως επίστευον ότι εφύτρωσαν και οι τέττιγες, και εκόσμουν την κόμην των διά τούτο με τέττιγας χρυσούς, όπως ημείς με πολύ ολιγωτέραν καλαισθησίαν κοσμούμεν αυτήν με ταριχευμένα πτηνά και με χρυσοκανθάρους. Τι τα θέλεις όμως, φιλτάτη μου; παλαιόν ή νέον, το πράγμα είνε οχληρότατον και αηδέστατον. Έχουσι και η Νεάπολις και η Αλεξάνδρεια και άλλαι πόλεις κονιορτόν, αλλ' ο ιδικός μας κονιορτός, ο κονιορτός εκείνος, από τον οποίον υπάρχει φόβος ότι θα φυτρώσουν μίαν ημέραν οι μέλλοντες κλασικοί κάτοικοι των Αθηνών, είνε κάτι τι ξεχωριστόν και μέχρις απελπισίας αφόρητον. Είνε εχθρός φοβερός και ακαταμάχητος, όστις σε πολεμεί και μακρόθεν και εκ του συστάδην, μετά παρρησίας συνάμα και υπουλότητος, και κατά του οποίον ουδεμία είνε δυνατή υπεράσπισις. Σου τυφλόνει τους οφθλαμούς, σου παραγεμίζει το στόμα, σου φράττει τα ώτα, σου ξηραίνει και αυτόν σου τον λάρυγγα, διότι αναγκάζεσαι επί τέλους να τον αναπνεύσης θέλουσα και μη θέλουσα. Εις μάτην κλείεσαι εις την οικίαν σου· σε παρακολουθεί διά της θύρας, εισέρχεται διά των παραθύρων, εισδύει διά των υέλων, και μα την αλήθειαν, νομίζω ότι και διά των τοίχων αυτών εισχωρεί. Σημείωσε δε, ότι όπως ο ανατολίτης υπό το πεπρωμένον, κύπτομεν και ημείς οι δυστυχείς την κεφαλήν υπό το παντοδύναμον κράτος της θεομηνίας, υποτασσόμεθα εις την μάστιγα του κονιορτού, και ουδ' επιχειρούμεν καν πλέον να τον πολεμήσωμεν. Απεπειράθημεν άλλοτε να τον συναθροίζωμεν από τας οδούς και να τον ρίπτωμεν έξω της πόλεως· αλλ' αφού είδαμεν ότι ο αδάμαστος ημών εχθρός επανήρχετο και πάλιν οργίλος επί πτερύγων ανέμων, εδώκαμεν τόπον τη οργή, και παρητήθημεν της ανίσου και ανωφελούς πάλης, σκεφθέντες φρονιμώτατα ως ο ευφυής εκείνος υπηρέτης, όστις δεν εκαθάριζε τα λασπωμένα υποδήματα του κυρίου του, διότι εσυλλογίζετο, ότι έμελλον και πάλιν μετ' ολίγον να λασπωθούν. Τώρα καταβρέχομεν μόνον ενίοτε. Ημέραν παρ' ημέραν μόλις, ή κάλλιον ειπείν νύκτα παρά νύκτα, διότι και τούτο γίνεται πολύ μετά την δύσιν του ηλίου (τοσούτος βλέπεις είνε ο φόβος μας!) — περιφέρονται είς τινας των δρόμων ισχνοί τινες, κατεσκληκότες και πεφοβισμένοι ημίονοι, σύροντες όπισθέν των σαθρά τινά βαρέλια, τα οποία λασπόνουν πού και πού τον δρόμον, σέβονται δε θρησκευτικώς το πλείστον μέρος του κονιορτού, όστις ευθύς κατόπιν των εγείρεται θυμώδης και περικαλύπτει και ημιονηλάτην και ημίονον και βαρέλιον. Έχουσι δε τότε οι διαβάται διπλήν διασκέδασιν· την μίαν θερινήν, τον κονιορτόν, και την άλλην χειμερινήν, την λάσπην. Λέγουν εν τούτοις πολλοί, ότι δεν είνε δεισιδαίμων φόβος η αιτία της προς τον κονιορτόν ανοχής μας, αλλ' άλλη τις πεζοτέρα και πραγματικωτέρα, . . . . η έλλειψις ύδατος. Ίσως έχουσι δίκαιον. Φοβούμαι όμως μη και τα δύο συμπίπτουσι. Διότι τέλος πάντων δεν ήτο δυνατόν με το ολίγον νερόν το οποίον έχομεν διαθέσιμον να καταβρέχωμεν περισσοτέρους δρόμους καθ' εκάστην, παρά να λασπόνωμεν ολιγωτέρους ημέραν παρ' ημέραν; Η σκέψις μου, βλέπεις, δεν έχει αξιώσεις επιστημονικής βαθύτητος, αλλ' είνε απλή τις και πρόχειρος ιδέα, η οποία απορώ πώς δεν έρχεται και εις των αρμοδίων τον νουν.

Οπωσδήποτε το ζήτημα των υδάτων της πόλεώς μας αποκτά καθ' ημέραν μεγαλειτέραν σπουδαιότητα, και πολύ επικαίρως εδημοσιεύθη εσχάτως επί του αντικειμένου τούτου πραγματεία τις αληθούς επιστήμονος, του κ. Κορδέλλα. Δεν ανέγνωσα ακόμη το βιβλίον. Θα το αναγνώσω όμως αυτήν την εβδομάδα και θα σου γράψω την προσεχή.

Ε'.

Εν Αθήναις τη 20 Ιουνίου 1879.

Είσαι κατενθουσιασμένη, μου γράφεις, και εννοώ κάλλιστα τον ενθουσιασμόν σου, και θα τον υπέθετα, αν δεν μου τον έγραφες. Φαντάζομαι δε πού θ' αναβή ο ενθουσιασμός σου αυτός ακόμη, όταν σιγά σιγά περιπλεύσης ανέτως, όχι δι' ατμοκινήτου αλλά διά μικράς λέμβου, την λίμνην ολόκληρον, ή περιέλθης ανέτως τας όχθας της, και επισκεφθής και θαυμάσης τας μαγευτικάς εκείνας επαύλεις, αίτινες κοσμούσι τους χλοερούς των λόφους. Τότε θα ιδής . . . — δεν εξακολουθώ, διότι είμαι βεβαία ότι θα θυμώσης, ως εθύμονες άλλοτε κωμικώτατα, ότε με κατελάμβανεν — ενθυμείσαι; — η σατανική επιθυμία να σου διηγούμαι το τέλος μυθιστορήματος, ούτινος συ ανεγίνωσκες την αρχήν. Ας έλθω λοιπόν εις τας Αθήνας μας, και ας αφήσω την Ιταλίαν σου. Ας υποταχθώ εκούσα άκουσα εις τον φοβερόν σου εγωισμόν, όστις δεν αρκείται μόνον εις τας εκ της ξενιτείας απολαύσεις, αλλά θέλει ως καρύκευμα εβδομαδιαίον και τας από της πατρίδος ειδήσεις, και τας θέλει ευαρέστους πάντοτε και τερπνάς. Ευαρέστους πάντοτε και τερπνάς! Αυτό δα είνε! Ηξεύρεις, ότι κατήντησες τυραννική; Δεν θέλεις, λέγεις, να σου αναφέρω τα δυσάρεστα των Αθηνών, ούτε να ακονίζω την ευφυίαν μου — ευχαριστώ διά την φιλοφροσύνην — εις τας ελλείψεις της ελληνικής πρωτευούσης· τας γνωρίζεις, λέγεις, και επιθυμείς να τας λησμονήσης· δι' αυτό ίσα ίσα εταξείδευσες, διά να μη βλέπης το θέαμα των μικρών μας ασχημιών, και ν' ατενίζης μόνον μακρόθεν την Ελλάδα, ως ωραίον σκηνογράφημα, το οποίον δι' αυτό ακριβώς εζωγραφήθη, διά να βλέπεται μακρόθεν. Σου ταράττει, γράφεις, τα νεύρα σου, η έστω και ανώδυνος και αθώα κακολογία· σ' εμποδίζει να χωνεύης τακτικά τα ωραία ελβετικά χαμοκέρασα, τα οποία σου παραθέτει ο προγάστωρ και φαιδρός σου ξενοδόχος, και τέλος πάντων, kurz und gut, ως λέγει πάλιν ο γερμανός σου υπηρέτης, θέλεις να σου γράφω τα ωραία πράγματα των Αθηνών, τα ευχάριστα μόνον και τα ιλαρά, διότι αυτό σε ωφελεί εις την υγείαν! Έχεις εν μέρει δίκαιον. Ταξειδεύεις χάριν θεραπείας . . . νοσήματος το οποίον αγνοείς και συ, ως το αγνοούσι και οι . . ιατροί σου, αλλ' αδιάφορον — και εννοείς, πολύ λογικώς και συνεπώς, να αποτελώσι και αι επιστολαί μου μέρος ολοκληρωτικού της θεραπείας σου: τρις της εβδομάδος λουτρά, πάσαν πρωίαν τυρόγαλα, δύο ώρας περιπάτου καθ' ημέραν, και άπαξ της εβδομάδος . . . μίαν φαιδράν επιστολήν εξ Αθηνών! Ωραία, μα την αλήθειαν, ετακτοποίησες την υγιεινήν σου δίαιταν, και θα είχα μαύρην αληθώς την καρδίαν, αν εγώ μόνη εκ κακής μου θελήσεως ετάραττα την συνταγήν σου.

Πλην, φίλη μου, . . . — αλλ' έστω· ουδέ δικαιολογούμαι καν, διότι συλλογίζομαι τα πορφυρά σου ευώδη χαμοκέρασα, και την ενδεχομένην κακήν των χώνευσιν. Τούτο μόνον συλλογίσου· ότι αν έξαφνα καμμίαν εβδομάδα δεν λάβης επιστολήν μου, δεν πρέπει να το αποδώσης εις κακήν μου θέλησιν, μήτε εις αμέλειαν, μήτε εις οκνηρίαν, αλλά μόνον και απλούστατα εις εξάντλησιν ή προσωρινήν τουλάχιστον έλλειψιν των συστατικών του χαροποιού αερίου, όπερ επιθυμείς και καλά να φέρωσιν υπό την ρίνα σου τα γράμματά μου. Où le peuple n' a rien, le roi perd ses droits λέγουν οι γάλλοι, συ δε βεβαίως δεν έχεις την αξίωσιν να δεσπόσης των αδυνάτων, ούτε θα οργισθής διότι δεν σου δίδεται το μη υπάρχον. Αλλά και αν οργισθής, θ' ακούσης το «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος», και θα ησυχάσης.

Αυτήν ευτυχώς την εβδομάδα έχω κάτι να σου διηγηθώ, και χαίρω ότι η υγεία σου είνε ακόμη εξησφαλισμένη δι' οκτώ ημέρας.

Την παρελθούσαν ή μάλλον ειπείν την προπαρελθούσαν τρίτην κατέβην με τον I . . . εις το Φάληρον. Μη με μαλώσης, σε παρακαλώ, ότι καταβαίνω συχνά εις το Φάληρον, μήτε υποθέσης άλλ' αντ' άλλων. Το εσπέρας δεν έχομεν τι άλλο να κάμωμεν, όσοι δεν θέλομεν να μείνωμεν εις το Σολωνείον καθήμενοι ή εις την πλατείαν του Συντάγματος περιπατούντες, παρά να καταβώμεν εις το Φάληρον, ή να υπάγωμεν εις τον Απόλλωνα, ή να μείνωμεν θαυμάζοντες την σελήνην εις το καφενείον των Ολυμπίων. Εγώ προτιμώ το πρώτον, όχι μόνον διότι είνε δροσερώτερον, αλλά και διότι είνε μακρύτερα από τα περιπαθή άσματα των γερμανίδων. Κατέβην λοιπόν εις το Φάληρον, εγευμάτισα εκεί, και άμα έδυσεν ο ήλιος ετράπην με τον σύντροφόν μου προς την Μουνυχίαν, διά να διασκεδάσω θεωρούσα τα πυροτεχνήματα, τα οποία επρόκειτο να καώσι προ των βασιλικών οικημάτων επί τοις γενεθλίοις του βασιλόπαιδος Γεωργίου, όστις την 12 υπερμεσούντος συνεπλήρου το δέκατον της ηλικίας του έτος. Οι βασιλείς, ως γνωρίζεις ήδη πιθανώς εκ των εφημερίδων, κατοικούσι και εφέτος θερινά τινα οικήματα, εκ των ωραίων εκείνων και κομψών, άτινα κατεσκεύασε πρό τινων ετών επί του μεσημβρινοανατολικού λόφου της Μουνυχίας και αντικρύ της Φρεαττύος ο φιλόκαλος γερμανός αρχιτέκτων Τσίλλερ. Η από του νέου Φαλήρου άγουσα εκεί οδός, ήτις πρό τινων ετών περιωρίζετο εις ανώμαλον και θαμνόσπαρτον ατραπόν, τέμνουσα ελικοειδώς τον παρά την παραλίαν υψούμενον λόφον, είνε σήμερον ωραία αμαξιτός λεωφόρος περικάμπτουσα τον λόφον, παρατρέχουσα τον αιγιαλόν, διερχομένη κάτωθεν του ερημικού πύργου του πρωθυπουργού ημών, και καταλήγουσα διά κομψοτάτης καμπής εις την Μουνυχίαν.

Πρό τινων ετών, ως ενθυμείσαι, ουδέν άλλο υπήρχεν εκεί, ή γυμνοί τινες μόνον βράχοι, όπου ουδέ άκανθαι εύρισκον τροφήν, παραλία κάτωθεν αμμώδης και παντέρημος, και μόλις που το εσπέρας κάρρα τινά μεταφέροντα εις τα γαλανά του Φαλήρου και της Μουνυχίας κύματα τέκνα τινά του λαού, άτινα, επόμενα εις τον παντοκράτορα συρμόν, ενόμιζον και αυτά απαραίτητον εις την υγείαν των την χρήσιν των λουτρών. Σήμερον ήλλαξαν τα πράγματα· και το μεν Φάληρον μεταμορφούται από ημέρας εις ημέραν εις χαριεστάτην θερινήν διαμονήν, της οποίας επιφυλάττω την περιγραφήν εις κανέν άλλο μου γράμμα — οικονομούσα ως βλέπεις τα γλυκύσματά μου, ώςτε να έχω με τι να τρέφω την πεινώσαν υγείαν σου, — ο δε παρ αυτό λόφος, ούτινος την κορυφήν κατέχει δίκην σκοπιάς ο πύργος του κ. Κουμουνδούρου, ήρχισε και αυτός να στολίζεται, να οικοδομήται και να αποκτά κατοίκους και λάτρεις. Την εσπέραν μάλιστα εκείνην η εξ αυτού θέα ήτο αληθώς μαγευτική.

Δεν αισθάνεσαι τώρα κάπως τον εαυτόν σου καλλίτερα; Αι; Η βραδυά ήτο γαληναία και δροσερά, τα δε νερά του Φαλήρου και της Μουνυχίας ουδέ καν εσείοντο πέριξ των παντοειδών πολεμικών πλοίων, τα οποία σταθμεύουσιν από τινος προ του όρμου της Καλλιθέας, και των οποίων τους προτόνους εκόσμουν από τινος πολύχρωμοι σημαίαι, οιονεί ανθόπλεκτοι στέφανοι. Πέραν εις το βάθος διεγράφετο καθαρώς ο φαληρικός κόλπος, όστις μίαν ημέραν θ' αμιλλάται ίσως προς τον ονομαστόν κόλπον της Νεαπόλεως, και ούτινος τον αιγιαλόν διέστιζον ήδη πού και πού τ' αναπτόμενα φώτα των επ' αυτού οικιών και καφενείων. Μακρότερον δε προς ανατολάς ανέδυεν έτι από της εσπερινής ομίχλης το ποικίλον πανόραμα των Αθηνών, ούτινος εδέσποζον τα απαράμιλλα του Παρθενώνος ερείπια, χρυσούμενα υπό των ακτίνων της νέας σελήνης. Πολλάκις εσταμάτησα καθ' οδόν και εστράφην προς τα οπίσω, ίνα θαυμάσω το αμίμητον εκείνο πανόραμα, πάντοτε δε, οσάκις εστάθην, εσυλλογίσθην σε την ξενιτευμένην, και επόθησα να σε είχα την στιγμήν εκείνην πλησίον μου. Μετά ημισείας ώρας δρόμον εφθάσαμεν τέλος πάντων εις το μικρόν καφενείον της Καλλιθέας, όπου προ δέκα μεν περίπου ετών εφύετο ρικνή τις και νανοφυής αγριαπιδιά, σήμερον δε υπάρχουν δένδρα σκιερά, και καθίσματα αναπαυτικά παρά την θάλασσαν, και παίγνια γυμναστικά, ως εκείνα τα οποία θ' απαντήσης μετά τινας εβδομάδας εις όλα τα χωρία της Ελβετίας, και κόσμος τέλος πάντων, κόσμος καπνίζων το σιγάρον του και πίνων τον ζύθον του εν ευαρέστω λήθη των κόπων της ημέρας. Επί του ωραίου τούτου λόφου κατοικεί από τριών ήδη περίπου εβδομάδων η βασιλική οικογένεια. Ο βασιλεύς, αληθής ναυτική φύσις, ως γνωρίζεις, αγαπά, λέγουσι, πολύ το μέρος τούτο, όπερ αποτελεί ούτως ειπείν trait d' union μεταξύ Φαλήρου και Πειραιώς, και το πλείστον σχεδόν της ημέρας και της εσπέρας διατρίβει επί της θαλάσσης, οτέ μεν κολυμβών οτέ δε αλιεύων, άλλοτε κωπηλατών και άλλοτε επισκεπτόμενος και εξετάζων ως εμπειροπράγμων τα προ της Καλλιθέας ορμούντα πολεμικά πλοία, ελληνικά ή ξένα. Μεταξύ τούτων ευρίσκετο την εσπέραν εκείνην και η ωραία ρωσσική θαλαμηγός «Μέγας Κωνσταντίνος» εκείνη ακριβώς, ήτις μετήγαγε προ μικρού την βασίλισσαν ημών από της Κριμαίας, και ήτις, ως ελέγετο, επρόκειτο να αποπλεύση μετά τινας ημέρας εις Νεάπολιν, ίνα παραλάβη και μεταφέρη εις Κωνσταντινούπολιν και Βάρναν τον πρίγκιπα Βάτεμβεργ.

Δύσκολον ήτο να σταθή τις επί του λόφου την εσπέραν της προπαρελθούσης τρίτης· τόσον πολύς ήτο ο κόσμος των περιέργων. Επέβημεν λοιπόν χάριν πλειοτέρας ανέσεως εις μικράν αλιευτικήν λέμβον, και κωπηλατήσαντες μέχρι του στομίου της Μουνυχίας, εστάθημεν εκεί, ίνα απολαύσωμεν το θέαμα των πυροτεχνημάτων, άτινα είχον παρασκευασθή τη επιμελεία της δημαρχίας Πειραιώς, και του ηλεκτρικού φωτός, διά του οποίον ο κ. Τιμολέων Αργυρόπουλος έμελλε να φωτίση τα πέριξ. Ηκούσαμεν δε τοιουτοτρόπως μακρόθεν και πολύ ευαρεστότερον τας μουσικάς της φρουράς και του Φιλαρμονικού θιάσου Πειραιώς, αίτινες συνηλλάσσοντο μουσουργούσαι καθ' όλον της φωταψίας τον χρόνον. Τα πυροτεχνήματα δεν σου τα περιγράφω, διότι ήσαν μεν ωραία, αλλ' ουδέν είχον το καινοφανές. Και είδες και είδαμεν πολλάκις εις τας στήλας του Ολυμπίου Διός και εις το Φάληρον τους τυπικούς μύλους και τας τυπικωτέρας ρουκέτας. Το ηλεκτρικόν όμως φως, ούτινος η εστία είχε τοποθετηθή εις το απέναντι της βασιλικής επαύλεως κτήμα του κ. Μελετοπούλου, και απετελείτο, ως μοι είπον, εκ μεγάλου παραβολοειδούς επαργύρου κατόπτρου, παρήγαγε μαγευτικήν αληθώς εντύπωσιν εις τους παρεστώτας, ων πολλοί το έβλεπον βεβαίως πρώτην φοράν, και δι' αυτό δεν κατώρθωσαν να κρατήσουν την μεγαλόφωνον του θαυμασμού των εκδήλωσιν. Υπό την λευκήν και άπλετον λάμψιν του, ήτις επλημμύρισε διά μιας την επιφάνειαν των ηρέμων υδάτων, διέκρινα επί στιγμήν εντός μικράς λέμβου τον βασιλέα και την βασίλισσαν, επί άλλης δε τους βασιλόπαιδας εκδηλούντας εν παιδική φαιδρότητι την χαράν των.

Είδαμεν άλλοτε μαζή, αν ενθυμείσαι, τους πίδακας των Βερσαλλιών φωτιζομένους, τους κήπους του Schõnbrun της Βιέννης καταφώτους επίσης υπό ηλεκτρικών ακτίνων, τοξευομένων άνωθεν από της οροφής των ανακτόρων, και πέρυσι μόλις την Avenue de l' Opera των Παρισίων ηλεκτρόφωτον.

Τι να σου ειπώ, όμως; Τα κύματα της Μουνυχίας υπό την λευκήν εκείνην μαρμαρυγήν είχαν άλλην τινά μαγείαν. Μη νομίσης δε, ότι σου λέγω και τούτο χάριν της υγείας σου. Όχι! είνε αληθής μου εντύπωσις.

ΣΤ'.

Εν Αθήναις, τη 27 Ιουνίου 1879.

Αψίκορος και συ, ως όλαι μας αι αδελφαί, ως όλαι της Εύας αι απόγονοι. Μόλις είδες την Λίμνην του Κόμου, — και αμφιβάλλω αν την είδες καλά, διότι ουδεμίαν σχεδόν μου γράφεις περί αυτής λεπτομέρειαν, — μόλις ανέπνευσες την δρόσον των διαυγών της υδάτων, την οποίαν εγώ ματαίως ποθώ και ονειρεύομαι καθ' εσπέραν από της φλογεράς καμίνου των Αθηνών, μόλις απήλαυσες το θέαμα των πρασίνων οχθών της, και θέλεις πάλιν να φύγης, και σχεδιάζεις ταξείδια προς βορράν, και επιθυμείς κλίματα δροσερώτερα. Δροσερώτερα κλίματα! Είσαι τη αληθεία ανεκτίμητος. Δεν σε αρκεί λοιπόν η δρόσος της βορείου Ιταλίας, δεν σε φθάνει η ζωογόνος εκείνη αύρα, την οποίαν σου στέλλουν αι χιονοσκεπείς των Άλπεων κορυφαί, αλλά θέλεις άλλην, ακόμη δροσερωτέραν διαμονήν. Έπρεπε να σε είχα εδώ εις τας Αθήνας αυτάς τας ημέρας, και τότε να έβλεπα τι ήθελες ποθήσει! Τριάκοντα βαθμοί Ρεωμύρου εις την σκιάν, αγαπητή μου, ηξεύρεις τι θα ειπή; θα ειπή ένα βαθμόν περισσότερον από τα θερμά σου εκείνα λουτρά, τα οποία, ως ενθυμείσαι, σου επροξένουν σχεδόν λειποθυμίαν. Δεν ομιλώ περί του καύσωνος εν υπαίθρω, διότι δεν τον ησθάνθην και αποφεύγω να τον αισθανθώ. Ιδιαιτέραν κλίσιν προς τας καθέτους του ηλίου ακτίνας δεν έχω δόξα τω Θεώ, ουδέ ομοιάζω τον καλόν μας εκείνον φίλον, όστις εξήρχετο την μεσημβρίαν εις τας οδούς ασκεπής, και εμειδία παράδοξον οίκτου μειδίαμα προς τους φορούντας πίλον και κρατούντας αλεξήλιον. Άλλως τε και τίποτε δεν με αναγκάζει να εξέρχωμαι την ημέραν εις τας οδούς των Αθηνών· αφίνω τον Βουγάν και τα εμπορικά διά το εσπέρας, και λυπούμαι εκ βάθους καρδίας τας δυστυχείς εκείνας, τας οποίας βλέπω από τα παράθυρά μου περιφερομένας εις τα μαγαζιά εν μέση μεσημβρία διά μισήν πήχην κορδέλλα, ως πολλάκις — entre-nous εννοείται, — μου συνέβη και σου συνέβη. Λέγουσιν όμως, ότι ο υπό τον ήλιον καύσων των τριών τεσσάρων τελευταίων ημερών ήτο αληθής καμίνου πνοή· ότι εξ όσων τον περιεφρόνησαν μετενόησαν πολλοί, και ότι τινών μάλιστα εκ των τολμηροτέρων έπαθεν η υγεία — άλλων, εννοείται, η σωματική και άλλων η πνευματική. Εις του καύσωνος τουλάχιστον την επίδρασιν αποδίδονται υπό των αρμοδίων έκτακτα τινά γεγονότα, οποία δεν συμβαίνουσι συνήθως εις τας ηρέμους και μονοτόνους Αθήνας, και των οποίων ήρωες — ή θύματα αν θέλεις — ήσαν ως επί το πλείστον ομόφυλοί μας. Ούτως εν παραδείγματι προχθές απεπειράθη, ως ήκουσα, τρυφερά τις νεάνις να αυτοκτονήση, λόγω μεν ότι η περιπαθής της καρδία, από καιρού ήδη ψάλλουσα μόνη, δεν κατώρθονε να ψάλη εν δυωδία, πράγματι όμως, ως έμαθον, διότι την προτεραίαν επί τέσσαρας όλας ώρας είχε περιέλθει τας οδούς Αιόλου και Ερμού, διά να εύρη κομβία αρμόζοντα εις το μακρόν corsage της à la Pompadour ενδυμασίας της. Άλλης τινός κομψής θεραπαινίδος τοσούτο εξηρέθισε, λέγουσι, την ζηλοτυπίαν ο καύσων του ηλίου, προστεθείς εις του μαγειρείου τον καύσωνα, ώστε ολίγου δειν εξερρίζονε τον μύστακα του σπαθάτου της δορυφόρου, εις ώραν παροξυσμού, αν προλαμβάνων εκείνος δεν εδρόσιζε κάπως τας παρειάς της διά της επαφής των στιβαρών του χειρών. Τρίτη τις άλλη ερρίφθη πρό τινων ημερών εις το φρέαρ της οικίας, ζητούσα όχι τον θάνατον, υποθέτω, ως έγραψαν αι εφημερίδες, αλλ' απλώς μόνον ολίγον ύδωρ δροσερόν.

Βλέπεις λοιπόν πού ευρισκόμεθα, και ευλόγει μάλλον τον Θεόν, ότι δεν είσαι εις τας Αθήνας, αντί να αγνωμονής προς την δρόσον και την χλόην της λίμνης σου.

Εν τούτοις μ' όλον αυτόν τον καύσωνα και τους σπουδαίους του κινδύνους ετόλμησα την παρελθούσαν εβδομάδα να εξέλθω της οικίας μου, διά να παρευρεθώ εις τας εξετάσεις του προτύπου σχολείου, το οποίον συνέστησεν προ ενός έτους το Υπουργείου της Παιδείας ως παράρτημα του Διδασκαλείου, προς πρακτικήν άσκησιν των νεοφύτων διδασκάλων. Πρέπει δε να σου ομολογήσω, εξ ιδίου ενθουσιασμού αυτήν την φοράν και όχι χαριζομένη εις την πατριωτικήν σου αισιοδοξίαν, ότι με κατέπληξαν αληθώς τα ευχάριστα αποτελέσματα του νέου συστήματος της διδασκαλίας, το οποίον εφηρμόσθη εις το νεοσύστατον σχολείον. Το σχολείον αυτό είνε μακράν της πόλεως, όπισθεν του βασιλικού κήπου, και οι μαθηταί του είνε κατ' ανάγκην παίδες αγροτών και χωρικών. Αι εξετάσεις εν τούτοις των χωρικών εκείνων παίδων, οίτινες ούτε εορτάσιμα εφόρουν, ούτε υπερτροφίαν έπασχον, κατέδειξαν εμφανώς και πάλιν — αν υποτεθή ότι υπήρχεν ανάγκη νέας του πράγματος αποδείξεως, — δύο τινά· πρώτον ότι η αγάπη των γραμμάτων δεν είνε συνήθως του πλούτου περίσσευμα, και δεύτερον ότι ανάγκη ριζικής μεταβολής του συστήματος, το οποίον διέπει έως σήμερον την δημοτικήν μας εκπαίδευσιν. Τα παιδία δεν πρέπει να διδάσκωνται ως παπαγάλλοι, αναγκαζόμενοι να αποστηθίζωσι πράγματα τα οποία δεν εννοούσιν, αλλά να εκπαιδεύωνται απ' αυτού του αλφαβήτου τοιουτοτρόπως, ώστε να εξυπνά η νεαρά των διάνοια, αναβαίνουσα βαθμίδα προς βαθμίδα την κλίμακα των γνώσεων, και να μορφούται η εύπλαστος καρδία των, αποκτώσα βαθμηδόν την αγάπην του καλού και του αγαθού. Αλλέως . . . — πλην θα εξολισθήσω εις φιλοσοφίαν, την οποίαν και συ βαρύνεσαι και εγώ, ιδίως τώρα, ότε περιρρέομαι από ιδρώτα διά να σου γράψω τας ολίγας αυτάς γραμμάς.

Το παρελθόν σάββατον εκηδεύθη εν Αθήναις μετά μαρασμόν πολυχρόνιον και νόσον ήτις είχε μικρόν κατά μικρόν εκμυζήσει πάσαν ζωικήν της δύναμιν . . . , τις νομίζεις; Η χήρα του Οδυσσέως Ανδρούτσου! Ουδέ καν εφαντάζεσο ίσως, ότι έζη έτι εις τας Αθήνας ενενηκοντούτις περίπου, έρημος, μόνη και λησμονημένη εντός πενιχράς — όχι οικίας, αλλά σχεδόν καλύβης, η περικαλλής ποτε εκείνη αμαζών, ην θαλεράν έτι νεανίδα είχε συζεύξει μετά του οπλαρχηγού του Οδυσσέως ο φοβερός της Ηπείρου τύραννος Αλή-Πασάς, ήτις όλον τον μέγαν αγώνα του 1821 παρηκολούθει πότ' εγγύθεν και πότε μακρόθεν τον πολυπλάνητον σύζυγόν της, μέχρις ου τον εθρήνησε τέλος κρεμάμενον από των προμαχώνων της Ακροπόλεως, και της οποίας ο βίος ολόκληρος υπήρξε σειρά δυστυχημάτων και δοκιμασιών. Μη βαρυθυμής όμως διά την άγνοιάν σου, διότι πολλοί, οι πλείστοι σχεδόν των εν Αθήναις ηγνόουν ως και συ μέχρι του προχθές σαββάτου, ότι η Ελένη Ανδρούτσου, η Οδυσσέαινα, ως την εκάλει του αγώνος η γενεά, έζη έτι εν Αθήναις. Ολίγοι, ολίγιστοι μόλις το εγνώριζον, και μεταξύ των ολίγων αυτών ήσαν οι υπάλληλοι του λογιστηρίου του Υπουργείου των Εσωτερικών, οίτινες της έδιδον κατά μήνα μικρόν τι ένταλμα βοηθήματος χρηματικού, δι' ου κατώρθωσεν η μαραμμένη χήρα να συρθή σιγά σιγά προς τον τάφον. Είνε τόσον άνετον πράγμα η άγνοια! Τόσον εύκολον και ευπρόσιτον παρέχει την πρόφασιν εις τον αδιαφορούντα, αν η χήρα του Οδυσσέως Ανδρούτσου κατεκλίνετο πολλάκις εν σκότει και εκοιμάτο νήστις! Προ ολίγων μόλις ετών είχαμεν αναγκασθή, είνε αληθές, να την ενθυμηθώμεν, και οιονεί αφυπνισθέντες έν πρωί ηκούσαμεν, ότι έζη έτι η χήρα του Οδυσσέως, και ετέλει — αυτή μόνη, διότι τις άλλος είχε καιρόν να φροντίση περί τούτου — την ανακομιδήν των οστών του πεφιλημένου συζύγου της, του ήρωος της Γραβιάς. Έκτοτε όμως την είχαμεν λησμονήσει εντελώς! Αλλ' η κόρη εκείνη άλλης γενεάς, η γυνή του 1821, το γέννημα των Καλαρρυτών της Ηπείρου, η θυγάτηρ του Χρήστου Καρέλη, δεν ελησμόνει εν τη πενιχρά της και σκοτεινή καλύβη την Ελλάδα. Ότε δε προ ενός και ημίσεος έτους ευοίωνα τινα αλλ' απατηλά δυστυχώς σημεία υπέδειξαν, ότι επρόκειτο να εξαναστή το Ελληνικόν, και οι άνδρες ωπλίζοντο και εβάδιζον προς τα σύνορα, ημείς δε αι γυναίκες, υπακούοντες εις το ευγενές φώνημα της ελληνικής μας βασιλίσσης, ερράπτομεν χιτώνας και εξαίναμεν μοτόν διά τους μέλλοντας τραυματίας του νέου ιερού αγώνος, η χήρα του Οδυσσέως ησθάνθη και πάλιν την γηραιάν της καρδίαν θερμαινομένην· εμνήσθη ημερών αρχαίων, ενθυμήθη την υπό τον ζυγόν πατρίδα της, ωνειρεύθη την σοβαράν μορφήν του απαγχονισθέντος ήρωός της, και έμεινε νύκτας πολλάς αγρυπνούσα υπό το αμυδρόν φως της διψώσης λυχνίας της, ίνα . . . ξαίνη μοτόν διά τα παλληκάρια!

Ότε δε τέλος απέκαμον οι ισχνοί της δάκτυλοι και οι οφθαλμοί της δεν έβλεπον πλέον, παρέλαβε της εργασίας της το προϊόν η ενενηκοντούτις γραία και μεταβάσα εις τα ανάκτορα παρέδωκεν αυτό εις την Βασίλισσαν, λέγουσα· «Στείλ' το, βασίλισσά μου! να ζούσε ο Λεωνίδας μου, το πήγαινε 'κείνος!» Ο Λεωνίδας της ήτο ο αγαπητός της υιός, ον δωδεκαετή μόλις είμαρτο να θάψη η δυστυχής χήρα προ τεσσαράκοντα δύο ετών εν Μονάχω, όπου εξεπαίδευεν αυτόν η μεγαλοδωρία του γηραιού φιλέλληνος βασιλέως Λουδοβίκου.

Αυτή λοιπόν η γυνή απέθανε την παρελθούσαν παρασκευήν εν Αθήναις, και εκηδεύθη την επαύριον, προπεμφθείσα εις τον τάφον . . . . υπό εικοσάδος ανθρώπων, και τούτων εκ των λαϊκών στρωμάτων. Ναι, αγαπητή μου! Ημείς, οι ευγενείς και πεφωτισμένοι και τοσούτον ευαίσθητοι κάτοικοι της πρωτευούσης του ελληνικού βασιλείου, οίτινες συνοδεύομεν πυκνοί και πρόθυμοι την πρώτην κηδείαν ήτις θα παρέλθη προ των παραθύρων μας — όταν μάλιστα έχη και μουσικήν — ωκνήσαμεν να πληρώσωμεν εις του Οδυσσέως την χήραν ένα έσχατον φόρον συμπαθείας και ελέου, τον οποίον εχρεωστούσαμεν, εννοείς; εχρεωστούσαμεν και εις αυτήν και εις τον άνδρα της. Δεν το εσυλλογίσθημεν, βλέπεις. Είμεθα τόσον πολυάσχολοι! Έπειτα, . . . μήπως είχε μουσικήν; Μήπως είχαμεν αφορμήν να ακούσωμεν και να κρίνωμεν κανέν νέον πένθιμον εμβατήριον του αρχιμουσικού μας;

Ζ'.

Εν Αθήναις τη 5 Ιουλίου 1879

Είχες δεν είχες λοιπόν, έφυγες από την Ιταλίαν, και προχωρείς, ως μου γράφεις, προς βορράν, αγνοείς δε και συ ακόμη που θα σταματήσης, απαράλλακτα ως τα εκδημητικά εκείνα πτηνά, τα οποία διώκει εναλλάξ πότε το θέρος και πότε ο χειρών προς κλίματα ευκραέστερα. Σε κατέλαβε και πάλιν, βλέπω, η κινητική σου εκείνη μανία, διά την οποίαν ο μεν σοφός σου φίλος Ξ. σε ωνόμαζεν άλλοτε perpetuum mobile, ημείς δε οι άλλοι οι μη σοφοί σ' ελέγαμεν αεικίνητον, και σε εσυμβουλεύαμεν, ενθυμείσαι, αστειευόμενοι να ζητήσης brevet d' invention από την κυβέρνησιν, πριν ή σε προλάβη ο ατυχής εκείνος νέος Κ., ούτινος η μεγαλοφυής εφεύρεσις επέπρωτο τέλος να εξατμισθή εντός . . . φρενοκομείου. Αλλά την μονομανίαν σου αυτήν μας την ενδύει τώρα με το ωραίον πρόσχημα της επιθυμίας δροσερωτέρας διαμονής. Έστω και τούτο· δεν φιλονεικώ μαζή σου διά τόσον μικρόν πράγμα. Είμαι όμως περίεργος να ιδώ, αν ο λόγος αυτός της αδιάκοπου σου κινήσεως δεν θα σε ωθήση επί τέλους μέχρι της βορείου θαλάσσης. Πολύ φοβούμαι, μήπως λάβω καμμίαν ημέραν επιστολήν σου, ήτις να μου αναγγέλλη, ότι επεβιβάσθης εις ατμοκίνητον εκπλέον εις τας βορείους ακτάς της Νορβηγίας. Μη μειδιάς· σε βεβαιόνω, ότι η είδησις δεν θα με εκπλήξη διόλου. Οπωσδήποτε εγώ διευθύνω το γράμμα μου εις την παλαιάν σου διαμονήν, και είμαι ήσυχος ότι κάπου θα σ' εύρη.

Σου είχα υποσχεθή εις μίαν των τελευταίων μου επιστολών να αναγνώσω το περί των υδάτων της πόλεώς μας βιβλίον του Κ. Κορδέλλα, και να σου γράψω περί αυτού. Υπέθεσα τότε και υποθέτω ακόμη εν τω εγωισμώ μου, ότι θα σ' ενδιέφερε να γνωρίζης, αν ο λάρυγξ της φίλης σου είνε υγρός ή ξηρός, και αν υπάρχει ελπίς να εξασφαλισθή τουλάχιστον εν τω μέλλοντι το επιούσιον ύδωρ εις τους κατοίκους της πόλεως, εις την οποίαν θα σταματήση επί τέλους μίαν ημέραν και το πολυπλάνητον βήμα σου. Το ανέγνωσα λοιπόν απ' αρχής μέχρι τέλους, αλλά δεν σου γράφω περί αυτού, και προτιμώ να σου το στείλω υπό ταινίαν, ως λέγει παρ' ημίν η επίσημος των γραφείων γλώσσα.

Δεν σου γράφω εν εκτάσει περί αυτού, και αρκούμαι μόνον να συστήσω εις την προσοχήν σου το πολύτιμόν του περιεχόμενον, διότι αδύνατον μου είνε δυστυχώς να συνοψίσω εντός επιστολής τας πολυειδείς και ποικίλας ειδήσεις περί της γεωλογικής και υδρογραφικής καταστάσεως των Αθηνών, όσας ο συγγραφεύς εταμίευσεν εντός αυτού, διά πολλών κόπων και μελέτης μακράς. Σου σημειόνω μόνον εν παρόδω, και τούτο διά να λάβης εγκαίρως τα μέτρα σου, πριν ή αποκατασταθής οριστικώς εν Αθήναις, ότι κατά τον κύριον Κορδέλλαν απαιτείται δαπάνη τριών περίπου εκατομμυρίων δραχμών, ίνα διοχετευθώσιν εις τας Αθήνας τα αναγκαία εις τους κατοίκους της ύδατα. Σημείωσε δε και τούτο, το οποίον δεν περιλαμβάνεται εις το βιβλίον του Κ. Κορδέλλα, είνε όμως ουχ ήττον αληθές, διότι περιλαμβάνεται εις τα λογιστικά βιβλία του δήμου Αθηναίων· ότι δηλαδή ο αρχοντικός ούτος δήμος, — όστις κατά τούτο ομοιάζει τους άρχοντας, ότι τα χρέη του είνε εξαπλάσια περίπου των εισοδημάτων του — έχει ήδη τριών περίπου εκατομμυρίων χρέη, και ότι απέναντι αυτών πληρόνει κατ' έτος εις τους δανειστάς του τόκον . . έν σχεδόν τοις εκατόν. Υποθέτεις συ, ότι είνε εύκολον εις τοιούτον οφειλέτην να εύρη και νέον δάνειον; Εγώ δυσκολεύομαι να το ελπίσω, και διά τούτο εφρόντισα ήδη εγκαίρως να ανοίξω φρέαρ εντός της οικίας μου, ίνα προλάβω την κόρυζαν, από την οποίαν πολύ φοβούμαι ότι είνε προωρισμένοι ν' αποθάνωσι μίαν ημέραν επιδημικώς οι κάτοικοι των Αθηνών.

Αι ειδήσεις αύται δεν θα σου ήνε βεβαίως πολύ ευχάριστοι, και φοβούμαι μη πειράξουν την επισφαλή σου υγείαν. Διά τούτο δε και ως ευάρεστον αντίδοτον σου στέλλω συγχρόνως σήμερον, υπό την αυτήν ταινίαν, περίεργόν τι και διασκεδαστικώτατον βιβλίον, επιγραφόμενον: «Η σύγχρονος Ελλάς, ήτοι απάντησις τω γάλλω Edmonton About, μετάφρασις εκ του χειρογράφου της αγγλίδος F. Ε. Μ.» Το μικρόν αυτό τομίδιον, το οποίον, ως βλέπεις, περιέχει μετάφρασιν ανεκδότου χειρογράφου, θα σε διασκεδάση τρομερά· διότι ηξεύρω εγώ πώς διατίθεται ο φύσει εύθυμος χαρακτήρ σου προς τα παράδοξα, ή τα παράξενα, ως κοινότερον λέγομεν. Σε παρακαλώ μόνον να μη σταματήσης εις την επιγραφήν· να μην ερωτήσης, διατί άραγε και πόθεν και πώς και προς τι η απάντησις αύτη εις τον ευφυή γάλλον μετά εικοσιπέντε όλα έτη από της δημοσιεύσεως της δηκτικής εκείνης σατύρας κατά της Ελλάδος, ήτις κατέστησεν εν τούτοις αυτήν πολύ γνωστοτέραν εις τον ευρωπαϊκόν κόσμον ή όλοι των φίλων της οι ύμνοι· να μην απορήσης διατί, πριν ή δημοσιευθή το πρωτότυπον, δημοσιεύεται η ελληνική μετάφρασις· να μη κινήσουν τέλος την περιέργειάν σου. τα τρία αρχικά στοιχεία, υπό τα οποία έκρυψεν αιδημόνως ο μεταφραστής την συγγραφέα. Εις όλας σου αυτάς τας απορίας ηδυνάμην εγώ να σου δώσω λεπτομερή απάντησιν· δεν το κάμνω όμως, πρώτον μεν διότι νομίζω, ότι πρέπει τις να σέβεται τα ξένα μυστικά, όσον διασκεδαστική και αν είνε η αποκάλυψίς των, και δεύτερον διότι η λύσις των αποριών εκείνων ουδόλως είνε αναγκαία όπως διατεθής ευθύμως. Άνοιξε μόνον, σε παρακαλώ, κατά τύχην το βιβλίον και σταμάτησε το βλέμμα σου όπου θέλης. Πρόσεξε δε ιδίως εις την εξής περίοδον, την οποίαν σου αντιγράφω κατά λέξιν από την ενενηκοστήν ογδόην σελίδα — σου λέγω κατά λέξιν, διά να μη καταλογίσης τυχόν εις βάρος μου την γλαφυρότητα της μεταφράσεως — «Αμέσως, λέγει η φιλέλλην αγγλίς περιγράφουσα την εις Πειραιά απόβασίν της, περιεστοιχήθην υπό πλήθους παραγγελιοδόχων και διερμηνέων, οίτινες, φαίνεται, μαντεύσαντες ότι ήμην ξένη μοι προσέφεραν τας λέμβους των και παν ό,τι αναγκαίον προς υπηρεσίαν μου, ου μην αλλά δριμέως κρίνουσα περί αυτών εκ της σκληράς φήμης, και έχουσα πείραν των Ιταλών κλεπτών, προσεποιήθην ότι δεν ενόησα την νεωτέραν ελληνικήν, σφάλμα δι' ό ουδέποτε θέλω συγχωρήσει εμαυτήν . . . Τα των λεμβούχων και τα τελωνειακά μπαξίς εισίν όλως άγνωστα ενταύθα . . . Ίσως οι σφοδροί κατήγοροι των Ελλήνων επί του αντικειμένου τούτου εκφράσωσιν αμφιβολίας. Αλλ' ιδού πώς έχουν τα πράγματα· οι λεμβούχοι διακηρύττουσιν, ότε η απλή ευχαριστία του ν' αποβιβάσωσεν εις την ξηράν ξένον τινά ήτο αρκούσα αμοιβή διά τους κόπους του, αφού μάλιστα πληρόνονται τακτικώς έκ τινος ωρισμένου τιμολογίου. Όλαι αι υπηρεσίαι αύται εφαίνοντο ότε μοι προσεφέροντο δωρεάν, έτι δε και καθ' ην στιγμήν επατούμεν τον πόδα επί της ξηράς πας διαβάτης ίστατο και με ηρώτα αν είχον ανάγκην των υπηρεσιών του. Μετά τούτο δε δύο αχθοφόροι έλαβον την αποσκευήν μου, . . . (και) ηρνήθησαν να λάβωσι το ανήκον αυτοίς, λέγοντες ότι ουδείς ποτέ Αθηναίος ζητεί να πληρωθή όπως πράξη το καθήκον του, αυτοί δε ουδέν άλλο έπραξαν ή τούτο, ιδόντες ότι ήμην ξένη. Την αυτήν σχεδόν απάντησιν έλαβον παρά των υπαλλήλων του σιδηροδρόμου . . . Δεν εδέχθησαν ποσώς, λέγοντες, ότι ήσαν υποχρεωμένοι να παρέχωσι πάντοτε ελευθέραν διάβασιν εις τους ξένους τους επισκεπτομένους την πατρίδα των». Σταματώ κατ' ανάγκην, διότι μ' εμποδίζει ο γέλως να σου αντιγράψω περισσότερα. Πώς σου φαίνεται, εις σε την ελληνίδα, την ζήσασαν . . . (μη φοβήσαι, δεν λέγω πόσα) έτη εις την Ελλάδα, η θαυμαστή αυτή ανακάλυψις λεμβούχων και αχθοφόρων μη δεχομένων πληρωμήν, και σιδηροδρομικών υπαλλήλων παρεχόντων δωρεάν εισιτήρια;